Οι Ετρούσκοι εμφανίστηκαν στη δυτική ακτή της κεντρικής Ιταλίας, εγκαταστάθηκαν εκεί και επεκτάθηκαν ύστερα ως την κοιλάδα του Πάδου και την Αδριατική. Περαιτέρω λεπτομέρειες όμως δεν μας είναι γνωστές. Οι ανασκαφές στους οικισμούς τους μας δίνουν μια ζωντανή εικόνα της ζωής τους, ιδιαίτερα την περίοδο μεταξύ 6ου και 3ου π.Χ. αιώνα με ορισμένα μνημεία να οδηγούν στον 8ο π.Χ. αιώνα.

Τον 5ο και 4ο π.Χ. αιώνα το ετρουσκικό κράτος ήταν μια ομοσπονδία ορισμένων μεγάλων πόλεων, μερικές από τις οποίες διέθεταν λιμάνια. Η συνοχή αυτής της ομοσπονδίας ελαττωνόταν σταδιακά, ωστόσο θα ήταν σημαντική όταν δημιουργήθηκε το κράτος. Οι Ετρούσκοι αποτελούσαν την ανώτερη τάξη του πληθυσμού και ζούσαν σε οχυρωμένες και καλά σχεδιασμένες πόλεις.

Η τάξη αυτή αντλούσε τον πλούτο της από διάφορες πηγές. Καλλιεργούσαν το εύφορο έδαφος, ασχολούνταν με την κτηνοτροφία, εκμεταλλεύονταν τα ορυχεία χαλκού στην Ετρουρία και σιδήρου στον Έλβα. Είχαν ακόμη να παρουσιάσουν βιοτεχνική δραστηριότητα, ιδιαίτερα στη μεταλλοτεχνία και στην υφαντουργία. Επίσης διατηρούσαν εμπορικές σχέσεις με τον ελληνικό κόσμο και την Ανατολή μέσω των ελληνικών αποικιών της Κάτω Ιταλίας και της φοινικικής Καρχηδόνας.

Ετρούσκοι

Στην αρχαιότητα σε ολόκληρο τον μεσογειακό χώρο δύσκολα διακρινόταν το εμπόριο από την πειρατεία και το ετρουσκικό εμπόριο διατήρησε για πολύ καιρό αυτόν τον χαρακτήρα. Τον 5ο και τον 4ο π.Χ. αιώνα ένας Ετρούσκος έμπορος δεν διέφερε για τους Έλληνες από έναν Ετρούσκο πειρατή.

Η ανώτερη τάξη των Ετρούσκων αποτελούνταν από γαιοκτήμονες, εμπόρους και βιοτέχνες. Η εργασία γινόταν είτε από υποταγμένους Λίγυρες και Ιταλούς, οι οποίοι δεν μπορούσαν να φύγουν από τα κτήματά των κυρίων τους, είτε από δούλους (πρόσωπα που είχαν αιχμαλωτιστεί από πολέμους ή από πειρατικές επιδρομές). Αναμφισβήτητα αυτοί οι γαιοκτήμονες, οι πειρατές-έμποροι και οι βιοτέχνες αποτελούναν τη μάχιμη δύναμη της ετρουσκικής ομοσπονδίας, η οποία στρατολογούνταν άλλοτε από μία πόλη και άλλοτε από όλες.

Για την πολιτειακή οργάνωση της ομοσπονδίας ή τη διοίκηση των πόλεων οι γνώσεις μας είνα περιορισμένες. Είναι πιθανό στα πρώτα χρόνια να κυβερνιόταν κάθε πόλη από βασιλιά και αυτός αργότερα να αντικαταστάθηκε από εκλεγμένους άρχοντες, μέλη αριστοκρατικών οικογενειών. Η θρησκεία των Ετρούσκων και ο πολιτισμός τους είναι ένα κράμα ετερογενών στοιχείων, μολονότι έχουν την προέλευσή τους στην Ανατολή και παρουσιάζουν ομοιότητες και συγγένεια με τους θεσμούς που επικρατούσαν στη Μικρά Ασία γύρω στο 1000π.Χ.

Η στενή επαφή με τους Φοίνικες και τους Έλληνες διαφοροποίησε σταδιακά την αρχική μορφή του ετρουσκικού πολιτισμού δίνοντάς του ένα μικτό και ανομοιογενή χαρακτήρα και μεταβάλλοντας τον σε ένα αμάγαλμα ετερόκλιτων στοιχείων. Είναι πολύ πιθανό σε πολλές περιοχές οι Ετρούσκοι κατακτητές να δέχθηκαν στις τάξεις τους την αριστοκρατία των ηττημένων κατοίκων της Ιταλίας, η οποία στα χρόνια της κατάκτησης είχε ήδη ανεπτυγμένο πολιτισμό, δική της γλώσσα και ίσως κάποιες γνώσεις γραφής. Είναι επίσης πολύ πιθανό να ζούσαν στις μεγαλύτερες και πλουσιότερες ετρουσκικές πόλεις Έλληνες άποικοι, κυρίως τεχνίτες και καλλιτέχνες ιωνικής καταγωγής.

Ο τρόπος ζωής της αριστοκρατίας αυτών των πόλεων έμποιαζε πολύ με τον τρόπο ζωής των ευγενών στα ελληνικά αστικά κέντρα της ίδιας εποχής, στις περιοχές της Μικράς Ασίας και της Κάτω Ιταλίας. Από διακοσμητικές σκηνές στους τοίχους ετρουσκικών τάφων και από παραστάσεις αγγείων ελληνικής τεχνοτροπίας, που όμως κατασκευάστηκαν στην Ετρουρία, μπορούμε να μάθουμε πως περνούσαν τον καιρό τους οι Ετρούσκοι αριστοκράτες. Ένα μεγάλο μέρος της δρασηριότητας τους απορροφούσαν βέβαια οι πολεμικές επιχειρήσεις, επιδίδονταν επίσης σε όλα τα αθλήματα που συνηθίζονταν στην Ελλάδα, ψάρευαν και κυνηγούσαν, οργάνωναν γιορτές σε συνδυασμό με θρησκευτικές ιεροτελεστίες.

Στις δραστηριότητες αυτές έπαιρναν ενεργό μέρος και οι γυναίκες τους που απεικονίζονται πάντα ντυμένες με πολυτέλεια. Είναι πιθανό η ζωή στις ετρουσκικές πόλεις να είχε την ίδια εξέλιξη με τη ζωή των αστικών κέντρων της Μικράς Ασίας και της Κάτω Ιταλίας. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι θα υπήρχαν πολιτικές διενέξεις ανάμεσα στις διάφορες κοινότητες και κοινωνικές αντιθέσεις στο εσωτερικό της καθεμιάς. Σε αυτούς τους λόγους θα μπορούσαμε να αποδώσουμε με μεγάλη πιθανότητα τη βαθμιαία παρακμή της ετρουσκικής ομοσπονδίας.

Η πολιτική δραστηριότητα των Ετρούσκων στον εξωτερικό τομέα παρουσιάζει δύο κατευθύνσεις. Στη θάλασσα ήταν οι πιστοί φίλοι των Φοινίκων και των Καρχηδονίων, οι οποίοι δέχονταν ευχαρίστως τις υπηρεσίες τέτοιων τολμηρών και αδίστακτων πειρατών, όσο βέβαια αυτοί λεηλατούσαν τις αντίπαλες στην Καρχηδόνα ελληνικές πόλεις και δεν έβλαπταν υποτελείς της περιοχές. Για τους Φοίνικες και αργότερα τους Καρχηδόνιους η Ετρουρία ήταν ένα πολύτιμο εμπορικό κέντρο, από όπου εξήγαν μέταλλα και πρώτες ύλες και εισήγαν κασσίτερο από την Ισπανία και τη Βρετανία, άργυλο και χαλκό από την Ισπανία, χρυσό και είδη πολυτελείας από την Ανατολή. Άλλωστε οι Ετρούσκοι ήταν περισσότερο πειρατές παρά έμποροι και οι Καρχηδόνιοι δεν φοβούνταν τον ανταγωνισμό τους.

Από την άλλη η σχέση των Ετρούσκων με τους Έλληνες ήταν εχθρικές. Οι Ετρούσκοι πειρατές συντονίζοντας τις επιχειρήσεις τους με τη δράση του καρχηδονιακού στόλου εμπόδιζαν τους Έλληνες να επεκτείνουν την επιρροή τους στον Βορρά ή να σταθεροποιήσουν τις θέσεις τους στη Σαρδηνία και την Κορσική. Ακόμη τους έκλειναν το δρόμο προς τις αποικίες τους στη σημερινή Γαλλία και Ισπανία. Η σημαντικότερη επιτυχία των Ετρούσκων ήταν η καταστροφή της Αλαλίας το 538π.Χ., μιας αποικίας που είχαν ιδρύσει οι Φωκαείς στην Κορσική. Η Μασσαλία επίσης, το κυριότερο ελληνικό κέντρο στη σημερινή Γαλλία, βρέθηκε αναγκασμένη μέσα στον ίδιο αιώνα να έρθει σε συνεννόηση με τη Ρώμη. Χάρη στους Ετρούσκους οι Καρχηδόνιοι κατάφεραν να σταματήσουν την ελληνική επέκταση προς τα δυτικά και τα βόρεια, αν και οι συνδυασμένες προσπάθειες των δύο συμμάχων δεν στάθηκαν τελικά δυνατές να αποκλείσουν οριστικά τους Έλληνες από τη δυτική Μεσόγειο.

Μολονότι όμως οι Έλληνες πέτυχαν επανειλημμένες νίκες στη θάλασσα, το 474π.Χ. -ο τύραννος των Συρακουσών Ιέρων νίκησε τους Ετρούσκους στην Κύμη και το 453π.Χ οι Συρακόσιοι επιχείρησαν εκστρατεία στις ακτές της Ετρουρίας- αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις ελπίδες τους για μια οριστική καταστολή της πειρατικής δραστηριότητας των Ετρούσκων, και να μείνουν ικανοποιημένοι συμμετέχοντας στον εφοδιασμό των πόλεων του εχθρού με τα απαραίτητα για αυτές αγαθά.

Στην ξηρά η ετρουσκική ηγεμονία παρουσιάζει μια σταθερή άνοδο ως το δεύτερο μισό του 6ου αιώνα. Οι Ετρούσκοι δεν έδειξαν βέβαια ιδιαίτερη επεκτατική δραστηριότητα. Δεν δικεδίκησαν την κυριαρχία πάνω στις ορεινές περιοχές της χερσονήσου. Οι φιλοδοξίες τους περιορίζονταν στην κατοχή της κοιλάδας του Πάδου στον Βορρά και της Καμπανίας στον Νότο. Η κοιλάδα του Πάδου βρισκόταν στην πλήρη κατοχή των Ετρούσκων, ώσπου εμφανίστηκαν εκεί οι Κέλτες τον 5ο π.Χ. αιώνα. Κάποτε οι Ετρούσκοι κινήθηκαν με την ίδια επιτυχία προς το Νότο: δυναστείες τους κυβέρνησαν στη Ρώμη και σε άλλες πόλεις του Λατίου.

Στην Καμπανία ή Καπύη έγινε οχυρό της ετρουσκικης δυναστείας και ένας επικίνδυνος αντίπαλος για την Κύμη και τη Νεάπολη. Εξουσίαζε πάνω σε μερικές μικρές ημιελληνικές πολιτείες -ανάμεσα τους η Νόλα και ίσως και η Πομπηία. Τη δραστηριότητα αυτή των Ετρούσκων την αναχαιτίζουν από τη μια μεριά η αντίσταση των ελληνικών αποικιών και από την άλλη νέες σημαντικές εξελίξεις που σημειώνονται στον ιταλικό χώρο.

Πηγή: Ρωμαϊκή Ιστορία


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».