Το φρόνημα του κυπριακού ελληνισμού

Παρά τις πιέσεις από την δικτατορική κυβέρνηση, μέσω των οποίων οι ξένοι κυρίαρχοι προσπάθησαν να κάμψουν το φρόνημα του κυπριακού ελληνισμού και να καταπνίξουν την διεκδίκηση των πολιτικών και εθνικών του αιτημάτων αυτών συνεχίστηκαν επίμονα τα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του 1930-40. Οι προσανατολισμοί και η στάση των Κυπρίων επηρεάστηκαν αναπόφευκτα από τον αντίκτυπο των μεγάλων διεθνών ζυμώσεων και ανακατάξεων που παρατηρήθηκαν εκείνα τα χρόνια.

Το φρόνημα του κυπριακού ελληνισμού

Ένας ουσιαστικός πολιτικός επαναπροσανατολισμός έγινε αισθητός στις κυπριακές διεκδικήσεις μετά την επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου στην Ελλάδα. Η ιδέα της τοπικής αυτονομίας και αυτοδιοίκησης μέσα στα πλαίσια της βρετανικής αυτοκρατορίας κυριάρχησε στην προβληματική των πιο δραστήριων πολιτικών εκφραστών του κυπριακού λαού στην περίοδο αυτή, ιδίως η λεγόμενη Κυπριακή Επιτροπή Λονδίνου, η οποία συνέχισε στην αγγλική πρωτεύουσα τον αγωνα που τα καταπιεστικά μέτρα παρεκώλυαν στην Κύπρο, πρόβαλε το αίτημα αυτό και το συζήτησε με εκπροσώπους της βρετανικής κυβέρνησης.

Το 1939 η επιτροπή διατύπωσε σε συνεννόηση με οργανώσεις και προσωπικότητες της Κύπρου, μια σειρά συνταγματικών προτάσεων που απέβλεπαν στην εγκαθίδρυση των θεσμών της αυτονομίας στην Κύπρο. Στο φως των διεθνών περιστάσεων, όπως διαμορφώνονταν με την επιθετικότητα των νέων φασιστικών καθεστώτων της Ευρώπης, η προσέγγιση αυτή στο Κυπριακό πρόβλημα ήταν η ρεαλιστικότερη δυνατή. Μια μαχητικότερη προβολή των εθνικών αιτημάτων της Κύπρου δεν θα ήταν ανεκτή και συζητήσιμη σε περίοδο που η βρετανική αυτοκρατορία υφίστατο εξωτερικά έντονες τις πιέσεις του φασισμού.

Παρ’ όλα αυτά ούτε και οι μετριοπαθέστερες αυτές προτάσεις των Κυπρίων συνάντησαν οποιαδήποτε ανταπόκριση από βρετανικής πλευράς. Η στερεότυπη επίσημη απάντηση σε τέτοια αιτήματα συνεχώς από το 1936 ως το 1945 υπενθύμιζε ότι προς το παρόν καμία αλλαγή στο καθεστώς της Κύπρου δεν μπορούσε να εξεταστεί.

Μια σαφής αλλαγή στο κλίμα τψν σχέσεων μεταξύ των Κυπρίων και των Βρετανών κυριάρχων τους παρατηρήθηκε με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ιδίως με την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο. Η ταύτιση των τυχών του Ελληνισμού με εκείνες των δημοκρατικών συμμάχων συνετέλεσε στην άμβλυνση των αντιθέσεων ανάμεσα στους Κυπρίους και στους Βρετανούς. Ο τοποτηρητής Λεόντιος διερμήνευε την προθυμία του κυπριακού λαού να συμβάλει στην επιτυχία του κοινού σκοπού για τον οποίο συναγωνίζονταν στα πεδία των μαχών ο βρετανικός και ο ελληνικός λαός. Από την πλευρά τους οι βρετανικές αρχές έδωσαν αφειδώς υποσχέσεις για μελλοντική ικανοποίηση των εθνικών πόθων και πολιτική αποκατάσταση της Κύπρου.

Οι πινακίδες έξω από τα στρατολογικά γραφεία καλούσαν τους Κύπριους να αγωνιστούν για την Ελλάδα και την ελευθερία. Πραγματικά 30.000 Κύπριοι εθελοντές κατετάγησαν στον βρετανικό στρατό και συγκρότησαν ένα «κυπριακό σύνταγμα». Κυπριακές μονάδες πολέμησαν στη Γαλλία, στην Λιβύη και στην Ελλάδα. Για μια ακόμη φορά οι Κύπριοι προσέφεραν το αίμα τους για την υπόθεση της ελευθερίας των λαών με την ελπίδα της πραγματοποίησης και των δικών τους εθνικών ονείρων.

Μέσα στις νέες συνθήκες που δημιούργησαν οι ανάγκες του πολέμου μια καινούργα ατμόσφαιρα εσωτερικής ελευθερίας έγινε και παλι δυνατή στην πολιτική ζωή της Κύπρου. Μετά από δέκα χρόνια δικτατορικών απαγορεύσεων οι βρετανικές αρχές, πιεζόμενες και από τις ίδιες τις επαγγελίες των συμμαχικών δυνάμεων για δημοκρατικές ελευθερίες και από το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των λαών, επέτρεψαν και πάλι την οργανωμένη έκφραση των πολιτικών προσανατολισμών του κυπριακού λαού.

Έτσι τον Οκτώβριο του 1941 μια συνέλευση προοδευτικών πολιτών ίδρυσε το πρώτο πολιτικό κόμμα, μετά την διάλυση όλων των πολιτικών οργανώσεων ύστερα από τα Οκτωβριανά, το Ανορθωτικό Κόμμα Εργαζόμενου Λαού (ΑΚΕΛ). Το νέο κόμμα με το πρόγραμμα που εξέφραζε υποστήριξη για την πολεμική προσπάθεια των συμμάχων ζητούσε την αποκατάσταση των πολιτικών ελευθεριών, και την ικανοποίηση των πιο πιεστικών κοινωνικο-οικονομικών αιτημάτων του κυπριακού λαού και έδινε προτεραιότητα στο θέμα της εθνικής αποκατάστασης μετά τον πόλεμο.

Παράλληλα ακολούθησε η ίδρυση του Κυπριακού Εθνικού Κόμματος (ΚΕΚ), που εξέφραζε την πιο αδιάλλακτη ενωτική γραμμή, το οποίο από το στάδιο αυτό και μετά υποστηριζόταν από τη συντηρητικότερη μερίδα της πολιτικής ηγεσίας. Με τη δημιουργία των δυο κομμάτων πήραν οργανωμένη μορφή οι πολιτικές αντιθέσεις και οι ανταγωνισμοί της κυπριακής πολιτικής ζωής και τέθηκαν οι βάσεις για τις μεταπολεμικές εσωτερικές πολιτικές ζυμώσεις και συγκρούσεις που συνιστούσαν τους εσωτερικούς συντελεστές του Κυπριακού ζητήματος.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου το πρόβλημα του πολιτικού μέλλοντος της Κύπρου θίγηκε επανειλημμένα τόσο στο διεθνή Τύπο όσο και σε διπλωματικές επαφές, σαν μέρος των μεταπολεμικών διεκδικήσεων της Ελλάδας. Κατά τη μάχη της Κρήτης το 1941 η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε να της επιτραπεί να μεταφερθεί στην Κύπρο για να είναι ανάμεσα σε ελληνικό πληθυσμό. Η πρόταση όμως αυτή, όπως και άλλες νύξεις σχετικές με το μέλλον της Κύπρου, σε συνδυασμό με τις ελληνικές διεκδικήσεις στα Δωδεκάνησα, έτυχαν αρνητικής απάντησης από βρετανικής πλευράς.

Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.