Στις 5 Νοεμβρίου 1914 η Μεγάλη Βρετανία κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, του συμμάχου στου οποίου την ενίσχυση απέβλεπε η κατάληξη της Κύπρου το 1878. Με την κήρυξη του πολέμου μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών, καταγγέλθηκαν και οι διάφορες διπλωματικές συμβάσεις και συνθήκες μεταξύ τους. Έτσι έληξε η ισχύς της σύμβασης της Κωνσταντινούπολης του 1878 σχετικά με την Κύπρο, που προσαρτήθηκε επίσημα στις κτήσεις του βρετανικού στέμματος. Το νέο καθεστώς της Κύπρου αναγνωρίστηκε επίσημα από την συνθήκη της Λωζάννης το 1923 που δήλωνε ότι η πρώην κυρίαρχη δύναμη παραιτούνταν από κάθε δικαίωμά της στην κυριαρχία του νησιού. Το Μάιο του 1925 η Κύπρος ανακηρύχθηκε επίσημα αποικία της Μεγάλης Βρετανίας και ο ανώτατος εκπρόσωπος της βρετανικής διοίκησης έφερε από τότε τον τίτλο του κυβερνήτη. Η εσωτερική διοίκηση παρέμενε αναλλοίωτη.

Η προσάρτηση χαιρετίστηκε με υπόμνημα του αρχιεπισκόπου και των πολιτικών ηγετών της Κύπρου, που διαδήλωσαν την ικανοποίησή τους «δια την τελειωτικήν απαλλαγήν της πατρίδος ημών από της Τουρκικής κυριαρχίας». Την αλλαγή του καθεστώτος την είδα σαντο ύστατο προσωρινό σταθμό στο δρόμο της εθνικής αποκατάστασης. Με αυτές τις ελπίδες υποδέχθηκαν οι Κύπριοι τον τερματισμό του ιδιότυπου καθεστώτος της πρώτης φάσης της αγγλοκρατίας και την αποκοπή των τελευταίων τυπικών δεσμών με την οθωμανική αυτοκρατορία.
Οι ελπίδες που εκφράστηκαν και έμπρακτα στην ενθουσιώδη υποστήριξη που έδειξαν για την πολεμική προσπάθεια της κυρίαρχης δύναμης. Δεκαπέντε χιλιάδες Κύπριοι κατατάχθηκαν εθελοντές στις βοηθητικές δυνάμεις του αγγλικού στρατού και στάλθηκαν στα μέτωπα της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Το συγκεκριμένο περιεχόμενο του κυπριακού ενθουσιασμού για τον Παγκόσμιο Πόλεμο κατοπτριζόταν χαρακτηριστικά στην αρθρογραφία του τοπικού τύπου, που τόνιζε τις ενωτικές προσδοκίες και ερμήνευε την αναστάτωση και τις ανακατατάξεις του πολέμου σαν οιωνός ενός καλύτερου εθνικού μέλλοντος.
Μέσα στην διπλωματική δίνη του πολέμου οι εθνικοί πόθοι φάνηκαν να προσεγγίζουν πραγματικά την εκπλήρωση τους σε μια φευγαλέα στιγμή το φθινόπωρο του 1915. Η αγγλική κυβέρνση για να παροτρύνει την Ελλάδα να εγκαταλείψει την ουδετερότητά της και να συμμετάσχει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, πρότεινε στις 17 Οκτωβρίου την παραχώρηση της Κύπου στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση Ζαΐμη απέρριψε την πρόταση με τη δικαιολογία ότι η αποδοχή της θα σήμαινε παραβίαση της ουδετερότητας της Ελλάδας. Έτσι η Αγγλία απέσυρε αμέσως την προσφορά. Η χειρονομία όμως αυτή προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση στην Κύπρο, παρ’ όλο που έγινε γνωστή μετά την αποτυχία των σχετικών διπλωματικών επαφών.
Η πρόταση για παραχώρηση της Κύπρου στην Ελλάδα, έστω και θνησιγενής, ήταν σημαντική, γιατί μαρτυρούσε μίαν αναγνώριση, από βρετανικής πλευράς, της νομιμότητας των εθνικών προσδοκιών των Κυπρίων, παρ΄ όλη την επίσημη προσπάθεια να αγνοηθούν τα αιτήματα αυτά σε όλη τη διάρκεια της αγγλικής κατοχής. Η διπλωματική σπουδαιότητα της διπλωματικής αυτής χειρονομίας βρισκόταν στο γεγονός ότι ήταν ενδεικτική της διεθνούς φύσης του Κυπριακού προβλήματος. Οι Κύπριοι έβλεπαν το αίτημά τους σαν ένα απλό θέμα του δικαίου των λαών και της αρχής των ενοτήτων, η στάση όμως της αγγλικής όσο και της ελληνικής κυβέρνησης έκανε προφανώς ότι η λύση του Κυπριακού μπορούσε να επιτευχθεί όχι με βάση ηθικά αιτήματα και απαράγραπτα εθνικά δίκαια, αλλά σύμφωνα με τις απαιτήσεις διεθνών σκοπιμοτήτων και τις συγκυρίες που απέρρεαν από τις στρατηγικές ανάγκες των μεγάλων αυτοκρατορικών δυνάμεων.
Οι εκδηλώσεις του εθνικού αισθήματος και της αφοσίωσης στην Ελλάδα φαίνεται ότι πήραν τέτοιες διαστάσεις κατά τη διάρκεια του πολέμου, ώστε οι αγγλικές αρχές θεώρησαν ότι έπρεπε να πάρουν μέτρα για να τις περιορίσουν. Έτσι το 1917 έγινε απόπειρα να απαγορευθεί η ανάρτηση της ελληνικής σημαίας και η δημόσια χρήση επίσημων ελληνικών παρασήμων από Κυπρίους.
Μέσα σε αυτό το κλίμα βρήκε την Κύπρο η ανακωχή και το τέλος του πολέμου. Η υποστήριξη των Κυπρίων για την συμμαχική υπόθεση ήταν τέτοια, που σε υπόμνημά του στον υπουργό Αποικιών, ήδη από τον Ιανουάριο του 1916, ο ύπατος αρμοστής της Κύπρου σημείωνε ότι τα έντονα ελληνικά τους αισθήματα δεν αντιστρατεύονταν τον σεβασμό τους για τους αγγλικούς θεσμούς και ιδεώδη. Ο ελληνικός εθνικισμός μπορούσε να συνυπάρξει με τον βρετανικό ιμπεριαλισμό. Ένα τέτοιο συμπέρασμα φαίνεται ότι μεταδόθηκε από την επίσημη πολιτική και στους Κύπριους ηγέτες.
Στο τέλος του πολέμου μια κυπριακή αποστολή βρέθηκε καθ΄οδόν για το Λονδίνο. Η αποστολή κράτησε δύο χρόνια από το 1918 ως το 1920. Τελικά τον Αύγουστο του 1920, ο Ελευθέριος Βενιζέλος ανακοίνωσε στην αποστολή ότι η Αγγλία αποφάσισε να μην παραχωρήσει την Κύπρο στην Ελλάδα. Η Κύπρος έμεινε έξω από τα όρια της Μεγάλης Ελλάδας των δύο ηπείρων. Στις 26 Οκτωβρίου, το υπουργείο Αποικιών ανακοίνωσε επίσημα ότι η Αγγλική κυβέρνηση «δεν ήτο διατεθειμένη να ενδώση εις το αίτημα περί ενώσεως της Κύπρου μετά της Ελλάδος». Η πρεσβεία γύρισε άπρακτη στην Κύπρο. Η απογοήτευση που σφράγισε και τις νέες ελπίδες των Κυπρίων δημιούργησε το κλίμα για τους εθνικούς αγώνες στην εικοσαετία του μεσοπολέμου.
Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
