Η οικονομία της μεσαιωνικής Δύσης αποσκοπεί μόνο στην συντήρηση των ανθρώπων. Όταν φαίνεται να ξεπερνά την ικανοποίηση της αυστηρής αυτής ανάγκης, τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι η συντήρηση είναι κοινωνικο-οικονομικός και όχι απολύτως υλικός όρος. Στις μάζες αρκεί η συντήρηση, με την στενή έννοια του όρου, δηλαδή ό,τι είναι αναγκαίο για τη ζωή: τροφή, ρούχα, κατοικία. Η μεσαιωνική οικονομία είναι ουσιαστικά αγροτική, θεμελιώνεται πάνω στη γη η οποία παρέχει τα αναγκαία. Αυτή η απαίτηση της επιβίωσης είναι σαφώς η βάση της μεσαιωνικής οικονομίας, και όταν αυτή η οικονομία εγκαθιδρύεται, κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα, προσπαθούν να εγκαταστήσουν κάθε αγροτική οικογένεια -κοινωνικοοικονομική μονάδα- σε ένα τυπικό μερίδιο γης, που πρέπει να συντηρεί μια κανονική οικογένεια.

Οικονομία της μεσαιωνικής Δύσης
Αγροτικές εργασίες το Μεσαίωνα

Για τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα η συντήρηση περιλαμβάνει ικανοποίηση μεγαλύτερων αναγκών. Πρέπει να τους επιτρέπει να διατηρούν την κοινωνική τους θέση, να μην εκπίπτουν. Η συντήρησή τους εξασφαλίζει κατά ένα μικρό μέρος από εισαγωγές από το εξωτερικό και τα υπόλοιπα παρέχονται από την εργασία της μάζας των αγροτών. Αυτή η εργασία δεν έχει σκοπό την οικονομική πρόοδο, ούτε την ατομική, ούτε τη συλλογική. Περιλαμβάνει, μαζί με θρησκευτικούς και ηθικούς σκοπούς, -αποφυγή της οκνηρίας, μετάνοια με τον μόχθο, ταπείνωση του σώματος-, και οικονομικούς στόχους, εξασφάλιση της διαβίωσης για τους ίδιους αλλά και για τους φτωχούς που είναι ανίκανοι να την εξασφαλίσουν από μόνοι τους.

Το οικονομικό ιδεώδες ορίζεται την εποχή των Καρολιδών από τον Θεοδούλφο, ο οποίος σπεύδει να υπενθυμίσει σε όλους τους εργαζόμενους τους πνευματικούς στόχους της οικονομικής δραστηριότητας -δεκάτη, ελεημοσύνες- και ισχύει σε ολόκληρο τον Μεσαίωνα. Εκείνοι που επιδίδονται σε συναλλαγές και εμπόριο δεν πρέπει να επιθυμούν τα επίγεια κέρδη περισσότερο από την αιώνια ζωή. Όπως αυτοί που ασχολούνται με τους αγρούς ή σε άλλες εργασίες για να αποκτήσουν την τροφή, τα ρούχα και τα άλλα που τους είναι αναγκαία οφείλουν να δίνουν την δεκάτη και ελεημοσύνες, έτσι και αυτοί που για να κανοποιήσουν τις ανάγκες τους ασχολούνται με το εμπόριο, θα πρέπει να κάνουν το ίδιο. Ο Θεός έδωσε στον καθένα ένα επάγγελμα για να ζει από αυτό, και ο καθένας πρέπει να αντλεί από αυτό το επάγγελμά του, που τού παρέχει ό,τι είναι αναγκαίο για το σώμα του, και μια βοήθεια για την ψυχή του, που είναι ακόμα πιο αναγκαία.

Κάθε οικονομικός υπολογισμός που ξεπερνά την πρόβλεψη των αναγκαίων καταδικάζεται αυστηρά. Δίχως άλλο, οι γαιοκτήμονες, και περισσότερο από όλους οι εκκλησιαστικοί άρχοντες και συγκεκριμένα τα αββαεία που έχουν προσωπικό που διαθέτει καλύτερα πνευματικά εργαλεία, θέλησαν να γνωρίσουν, να προβλέψουν και να βελτιώσουν την παραγωγή των γαιών τους. Ήδη από την εποχή των Καρολιδών, διατάγματα, πολύπτυχα και αυτοκρατορικές ή εκκλησιαστικές απογραφές δηλώνουν αυτό το οικονομικό ενδιαφέρον.

Σε αυτές τις χωροδεσποτείες, ο αγρότης που ήταν υπεύθυνος για την διευθέτηση της εκμετάλλευσης, έπρεπε να αποδίδει όλους τους λογαριασμούς στους γραμματείς που έρχονταν να τους καταγράψυν στη γιορτή του Αγίου Μιχαήλ, για να τους υποβάλλουν έπειτα για επαλήθευση τους εισηγητές του δικαστηρίου. Πρόκειται μάλλον για προσπάθεια να αντιμετωπισθεί η προαγγελόμενη κρίση, συνεχίζοντας την παραγωγή των αναγκαίων, διοικώντας και υπολογίζοντας καλύτερα, και μια προσπάθεια να αντιμετωπισθεί επίσης η πρόοδος της εγχρηματισμένης οικονομίας.

Όταν υπήρξε οικονομική ανάπτυξη στη Μεσαιωνική Δύση (11ος-12ος αιώνας), η ανάπτυξη αυτή δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα της δημογραφικής ανάπτυξης. Είχε να κάνει με την αντιμετώπιση μεγαλύτερου αριθμού ανθρώπων που έπρεπε να τραφούν, να ενδυθούν, να αποκτήσουν κατοικία. Οι εκχερσώσεις και η επέκταση της καλλιέργειας ήταν το κυριότερο αντίδοτο που αναζητήθηκε γι΄ αυτό το πληθυσμιακό πλεόνασμα.

Ο Μεσαίωνας, όπως και η Αρχαιότητα, γνώρισε για μεγαλο διάστημα, ως κυρίαρχη αν όχι ως μοναδική μορφή δανείου τον δανεισμό για καταναλωτικούς σκοπούς, ενώ το δάνειο για παραγωγικούς σκοπούς παρέμενε σχεδόν ανύπαρκτο. Ο τόκος για καταναλωτικό δάνειο απαγορευόταν μεταξύ των χριστιανών και συνιστούσε απλή τοκογλυφία που καταδικαζόταν από την Εκκλησία.

Όλες οι μεσαιωνικές κοινωνικές κατηγορίες ήταν υποταγμένες σε ισχυρές οικονομικές και ψυχολογικές πιέσεις που είχαν ως αποτέλεσμα, να έχουν και ως στόχο, την αντίθεση σε κάθε συσσώρευση ικανή να προκαλέσει οικονομική πρόοδο. Οι κρατήσεις που οι άρχοντες, με τη μορφή φεουδαρχικής προσόδου, και η Εκκλησία, με τη μορφή δεκάτης ή αγαθοεργιών, επέβαλλαν στην παραγωγή της εργασίας της μάζας των αγροτών, περιόριζαν τους αγρότες, στο κατώτατο όριο επιβίωσης.

Η ίδια η Εκκλσηία ξόδευε ένα μέρος από τα πλούτη της σε είδη πολυτελείας προς όφελος ενός τμήματος των μελών της -του υψηλού κλήρου που αποτελούνταν από επισκόπους, αββάδες και κανονικούς ιερείς- ακινητοποίησε ένα άλλο μέρος για τη δόξα του Θεού, με την κατασκευή και τη διακόσμηση εκκλησιών και την τελετή της λειτουργίας, και χρησιμοποιούσε τα υπόλοιπα για να συντηρεί τους φτωχούς.

Όσο για την κοσμική αριστοκρατία , αυτή καλούνταν να σπαταλήσει τα πλεάσματα της σε δωρεές, σε αγαθοεργίες και σε εκδηλώσεις μεγαλοδωρίας στο όνομα του χριστιανικού ιδεώδους της ελεημοσύνης και του ιπποτικού ιδεώδους της γενναιοδωρίας που είχε αξιόλογη οικονομική σημασία. Η αξιοπρέπεια και η τιμή των αρχόντων απαιτούσε να ξοδεύουν χωρίς να υπολογίζουν: η κατανάλωση και η σπατάλη που χαρακτηρίζουν τις πρωτόγονες κοινωνίες απορροφούσαν το σύνολο σχεδόν των εσόδων τους.

Όταν, τέλος, υπήρχε συσσώρευση, επρόκειτο για αποθησαύριση. Αποθησαύριση που αποσκοπούσε στα πολυτελή αντικείμενα και εκτός από τον ρόλο της ως γοήτρου δεν είχε παρά μία μη δημιουργική οικονομική λειτουργία. Πολυτελή σερβίτσια, θησαυροί από λιωμένα νομίσματα, από νομίσματα που τίθενται σε κυκλοφορία όταν προκύψει μια καταστροφή, σε καιρό κρίσης, έρχονταν και αυτά με τη σειρά τους να ικανοποιήσουν τις ανάγκες διαβίωσης σε στιγμές κρίσης και δεν τροφοδοτούσαν μια σταθερή και συνεχή παραγωγική δραστηριότητα.

Πηγή: Ο πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης, Jacque Le Goff


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».