Βασιλεύς της Ασίας

Μετά τη νίκη του στα Γαυγάμηλα, που έκρινε τον μεγάλο του αγώνα ο Αλέξανδρος ανακηρύχθηκε, από τη συνέλευση του στρατού του πιθανότατα, «βασιλεύς της Ασίας» (διάδοχος των Αχαιμενιδών). Αν και βασιλεύς της Ασίας δεν λησμονούσε τις υποχρεώσεις που είχε ως ηγεμών των Ελλήνων. Για να συνδέσει τη νίκη του με τις μεγάλες νίκες των Ελλήνων εναντίον των Περσών κατά τον 5ο π.Χ. αιώνα διακήρυξε ότι θα έχτιζε ξανά την πόλη των Πλαταιών. Επίσης έστειλε ένα μέρος από τη λεία στον Κρότωνα της Ιταλίας, γιατί ο Κροτωνιάτης Φαύλος ήταν ο μόνος Έλληνας της Κάτω Ιταλίας που ανέλαβε την πρωτοβουλία να αγωνισθεί με ένα πλοίο, δικό του, στο πλευρό των Ελλήνων στη ναυμαχία της Σαλαμίνας.

Βασιλεύς της Ασίας
Πύλης της Ιστάρ,
Βαβυλώνα

Ο Αλέξανδρος αφού έθαψε τους νεκρούς της μάχης, προχώρησε ταχύτατα στα Άρβηλα, ελπίζοντας να βρει εκεί τον Δαρείο, τα χρήματα και ό,τι άλλο ανήκε στον βασιλιά. Έφθασε εκεί την επομένη. Δεν βρήκε όμως τον Δαρείο, αλλά μόνο τα χρήματα (3.000 τάλαντα) και τις άλλες αποσκευές του Πέρση βασιλιά, το άρμα, την ασπίδα και τα τόξα του. Ο Δαρείος πανικοβλημένος, σκέφθηκε να φύγει προς την Αρμενία, γιατί υπέθεσε πως ο Αλέξανδρος θα ακολουθούσε τον κανονικό δρόμο προς τη Βαβυλώνα και στα Σούσα, όπου θα μπορούσαν εύκολα να μετακινηθούν στρατός και σκευοφόρα.

Στη Βαβυλώνα

Ο Αλέξανδρος κατευθύνθηκε όντως προς τη Βαβυλώνα. Όταν πλησίασε στην πόλη παρέταξε τον στρατό του για μάχη. Ο Πέρσης σατράπης της Βαβυλώνας, Μαζαίος, βλέποντας πόσο μάταιη θα ήταν η συνέχιση της αντίστασης, αφού και τα τείχη της πόλης ήταν μισοκατεστραμμένα και ο ίδιος ο βασιλιάς του είχε τραπεί σε φυγή, αποφάσισε να παραδώσει την πόλη. Μαζί με τους γιους του παρουσιάστηκε ως ικέτης στον Αλέξανδρο.

Οι Βαβυλώνιοι τον προϋπάντησαν πανδημεί με επικεφαλής τους ιερείς και τους άρχοντές τους. Ο καθένας του προσέφερε ένα δώρο και όλοι μαζί του δήλωσαν πως είναι πρόθυμοι να του παραδώσουν την πόλη και τους θησαυρούς της.

Ο Αλέξανδρος αφού περιηγήθηκε στην πόλη και την θαύμασε, πρόσταξε να ανοικοδομήσουν τα ιερά που είχε γκρεμίσει ο Ξέρξης. Έδειξε μεγάλο σεβασμό προς την θρησκεία των ντόπιων. Πρόσφερε θυσία στον θεό της πόλης Βήλο (Μαρδούκ). Η ενέργεια αυτή του Αλέξανδρου είχε μεγάλη απήχηση στους ντόπιους: γινόταν προστάτης της τοπικής θρησκείας.

Ο Βήλο (Μαρδούκ) ήταν ο θεός της Βαβυλώνας από την εποχή του Χαμουραμπί (2000π.Χ.). Εκείνος επικύρωνε την νομιμότητα της εξουσίας του βασιλιά της χώρας. Ο νόμιμος βασιλιάς έπρεπε κάθε χρόνο να αγγίζει τα χέρια του Μαρδούκ μέσα στο ναό. Ο Ξέρξης κατέστρεψε το ναό του Βήλου, απήγαγε το άγαλμα του και κατήργησε την πανάρχαια συνήθεια των Βαβυλωνίων βασιλέων. Από τότε οι Αχαιμενίδες έπαψαν να θεωρούν ως χωριστό βασίλειο την Βαβυλωνία, και ποτέ δεν αναφέρθηκε πια στον τίτλο τους η κατοχή της.

Ο Αλέξανδρος είναι ο πρώτος, που μετά το 479π.Χ. θέλοντας να αποκαταστήσει τα πάντα σύμφωνα με τις πανάρχαιες συνήθειες του τόπου. Εκτός από τις επανίδρυση μεγάλων ιερών έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ανακατασκευή του ναού του θεού Βήλου. Τον Μαζαίο ο Αλέξανδρος τον άφησε στη θέση του σατράπη. Κατ’ εξαίρεσιν του έδωσε το δικαίωμα να κόβει νόμισμα. Ήταν ο μόνος μη Έλλην στον οποίο παραχωρήθηκε αυτό το δικαίωμα.

Στα Σούσα

Στα τέλη του 331π.Χ. ο Αλέξανδρος κατευθύνθηκε προς τα ανατολικά, προς τα Σούσα, την πρωτεύουσα του περσικού κράτους, παλιά πρωτεύουσα του Ελάμ. Στα Σούσα έφθασε ο Αλέξαδρος χωρίς να αντιμετωπίσει καμιά δυσκολία, μέσα σε είκοσι ημέρες, αφού είχε διανύσει μια απόσταση 350 χιλιόμετρα περίπου και παρέλαβε «τα περιβόητα εν Σούσοις βασίλεια».

Ο Αλέξανδρος παρέλαβε τους θησαυρούς της πόλης. Έκανε τις απαραίτητες θυσίες στους Έλληνες θεούς και οργάνωσε λαμπαδηδρομία και γυμνικό αγώνα. Στα Σούσα φρόντισε να εγκαταστήσει την οικογένεια του Δαρείου, όπως ταίριαζε σε μέλη βασιλικής οικογένειας. Ο ίδιος όρισε και τους δασκάλους που θα δίδασκαν «την ελληνικήν διάλεκτον» στα παιδιά του Μεγάλου Βασιλέως.

Στην Περσέπολη

Τον Ιανουάριο του 330π.Χ. ο Αλέξανδρος ξεκίνησε για να εισβάλει στην Περσίδα. Σκοπός του ήταν να συλλάβει τον Δαρείο. Αφού πέρασε τον ποταμό Πασιτίγρη, εισέβαλε στην χώρα των Ουξίων. Οι πεδινοί παραδόθηκαν αμέσως, οι ορεινοί όμως, που ποτέ δεν είχαν υποταχθεί ούτε στον Δαρείο, παρήγγειλαν στο Αλέξανδρο ότι θα τον άφηναν να περάσει μόνο αν τους έδινε ό,τι και ο Δαρείος κάθε φορά που περνούσε από τη χώρα τους. Ο Αλέξανδρος φυσικά δεν σκόπευε να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις τους. Μπήκε στη χώρα τους νύχτα από ένα δύσβατο μονοπάτι με 8.000 άνδρες.

Ο Αλέξανδρος όταν έφθασε στις Περσίδες Πύλες συνάντησε αντίσταση από το σατράπη Αριοβαρζάνη, αλλά μια κυκλωτική κίνηση του Αλέξανδρου ανάγκασε τον σατράπη με τους ιππείς του να τραπούν σε φυγή. Από τις Περσίδες Πύλες, ο Αλέξανδρος βρέθηκε στον Αράξη, όπου βρήκε έτοιμη τη γέφυρα και την πέρασε με τον στρατό του χωρίς την παραμικρή δυσκολία. Βιαζόταν να φτάσει στην Περσέπολη πριν προλάβουν οι φύλακες να διαφύγουν από εκεί μαζί με τους θησαυρούς.

Η Περσέπολη, η «μητρόπολη των Αχαιμενιδών» πρέπει να προξένησε μεγάλη εντύπωση στον Αλέξανδρο. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να πάρει την απόφαση για την καταστροφή της. Ιστορικοί υποστηρίζουν ότι μόλις έφθασαν και οι δυνάμεις του Παρμενίωνα ο Αλέξανδρος συγκάλεσε στρατιωτικό συμβούλιο «για να αποφασίσουν όλοι μαζί για την τύχη της πόλης». Αρχικά εξαιρέθηκαν τα ανάκτορα από την διαρπαγή. Οι στρατιώτες μπορούσαν να λεηλατήσουν την πόλη.

Ο Παρμενίων έκρινε ότι δεν ήταν σωστή από πολιτική άποψη η πράξη αυτή. Δεν θα έπρεπε να προσβληθούν άσκοπα τα αισθήματα του ηττημένου λαού. «Δεν θα υποτάσσονταν πια με τη θέλησή τους οι Ασιάτες στον Αλέξανδρο», είπε ο Παρμενίων, «θα δημιουργούσε ο νέος βασιλιάς την εντύπωση ότι δεν πήρε την εξουσία της Ασίας απλώς, αλλά επιχειρούσε επελθείν μόνο νικώντα». Ο Αλέξανδρος ισχυρίστηκε πως ήθελε να τιμωρήσει τους Πέρσες για την καταστροφή της Αθήνας από τον Ξέρξη και για όσα κακά οι Πέρσες έκαναν στους Έλληνες. Η απόφαση να καταστραφεί η Περσέπολη ήταν απόλυτα συνεπής προς τους σκοπούς του εκδικητικού πολέμου που του είχε αναθέσει το Κοινόν των Ελλήνων.

Στα Εκβάτανα

Την άνοιξη του 330π.Χ. ο Μακεδόνας στρατηλάτης ξεκίνησε για να καταλάβει την τρίτη και τελευταία πρωτεύουσα των Περσών, τη θερινή τους διαμονή, τα Εκβάτανα της Μηδίας, όπου είχε καταφύγει ο Δαρείος με τα υπολείμματα του στρατού του.

Στα Εκβάτανα ο Πέρσης βασιλιάς προσπάθησε να ετοιμάσει την τελευταία του άμυνα. Οι σατράπες που τον στήριζαν τον συμβούλεσαν να υποχωρήσει στην Υρκανία, στην περιοχή των Κασπίων Πυλών. Ήθελαν, κυρίως, χωρίς να το ομολογήσουν, να βρίσκονται κοντά στις περιοχές τους, γιατί είχαν παύσει, φαίνεται, να πιστεύουν στον Δαρείο.

Το σχέδιο του Δαρείου ήταν να μείνει στα Εκβάτανα, εκτός αν μάθαινε ότι ο Αλέξανδρος προχωρούσε εναντίον του. Στην περίπτωση αυτή θα υποχωρούσε προς την Παρθία και την Υρκανία. Θα έφτανε ακόμη και ως τα Βάκτρα, αφού προηγουμένως θα φρόντιζε να καταστρέψει τα πάντα, ώστε να δυσκολευτεί η προέλαση του Αλέξανδρου.

Ο Αλέξανδρος όταν πληροφορήθηκε ότι ο Πέρσης βασιλιάς ήταν στα Εκβάτανα προχώρησε στην Μηδία θέλοντας να τον συλλάβει ζωντανό. Ο στρατηλάτης όμως έφθασε εκεί 12 μέρες αργότερα και ο Δαρείος είχε εγκαταλείψει την πόλη. Ο Αλέξανδρος άρχισε ταχύτατη πορεία καταδίωξης του Δαρείου. Στρατοπέδευσε στις Κασπίες Πύλες. Εκεί πληροφορήθηκε ότι οι σατράπες του Δαρείου τον είχαν αιχμαλωτίσει. Μέσα στην νύχτα ξεκίνησε ο Αλέξανδρος για να προλάβει τον Δαρείο ζωντανό. Τα χαράματα είδαν από μακριά τους εχθρούς να προχωρούν χωρίς τάξη. Μόλις αντιλήφθηκαν τους Έλληνες πίσω τους οι Πέρσες στρατιώτες τράπηκαν σε άτακτη φυγή.

Ο Αλέξανδρος προσπερνώντας αμαξια με πολύτιμα είδη, γυναικόπαιδα και Πέρσες στρατιώτες έτρεχε προς τα εμπρός για να βρει την αρμάμαξα του Δαρείου, μέσα στη σύγχυση που επικρατούσε προσπέρασε, χωρίς να το αντιληφθεί, την άμαξα που μέσα βρισκόταν ετοιμοθάνατος ο Δαρείος.

Ενώ ο Αλέξανδρος πορευόταν εμπρός ο Δαρείος υπέκυψε από τα βαριά τραύματά του. Όταν ο Αλέξανδρος πληροφορήθηκε πως είχε προσπέρασει την αρμάμαξα του Δαρείου γύρισε πίσω. Ήταν όμως αργά. Τον βρήκε νεκρό. Άπλωσε πάνω στο άψυχο σώμα του την πορφυρή του χλαμύδα και με τη συνηθισμένη του γενναιοφροσύνη και ευγένεια πρόσταξε να στείλουν το σώμα του Δαρείου «κεκοσμημένον βασιλικώς» στην Περσέπολη, για να ταφεί στους βασιλικούς τάφους, πλάι στους άλλους βασιλείς.

Με το θάνατο του Δαρείου Γ’ σφραγιζόταν το τέλος μιας μεγάλης αυτοκρατορίας που περισσότερο από δύο αιώνες είχε κυριαρχήσει στον τότε γνωστό κόσμο. Ωστόσο ο Αλέξανδρος, που την επομένη της μεγάλης νίκης του στα Γαυγάμηλα είχε αναγορευθεί «βασιλεύς της Ασίας» θεωρούσε πια τον εαυτό του «κληρονόμο και νόμιμο διάδοχο των Αχαιμενιδών στον περσικό θρόνο».

Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.