Η Αχαϊκή Συμπολιτεία υπήρξε αρχαία ελληνική ομοσπονδία. Ιδρύθηκε το 280 π.Χ. από πόλεις της Αχαΐας και βάση της αποτέλεσε μια παλαιότερη ομοσπονδία, του 5ου αιώνα π.Χ. Ενισχύθηκε με την προσχώρηση της Σικυώνας. Διαλύθηκε το 146 π.Χ., όταν η Πελοπόννησος υποτάχθηκε στους Ρωμαίους.

Το πρώτο κοινό των αχαϊκών πόλεων διαμορφώθηκε αρχικά κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. ως μια συνομοσπονδία πόλεων-κρατών και αποτελούνταν από δώδεκα πόλεις. Τελούσαν περιοδικές πανηγύρεις και θυσίες στο ιερό του Διός Ομαγυρίου (ή Ομαρίου ή Αμαρίου), στο Αίγιο, όπου έλυναν τις έριδες και ρύθμιζαν τα κοινά συμφέροντά τους. Η ομοσπονδία υπήρξε μέχρι τον 3ο π.Χ. αδύναμη και μέχρι τότε σχεδόν αμέτοχος των κοινών ελληνικών πραγμάτων. Μετά τη μάχη της Χαιρώνειας, οι περισσότερες πόλεις της άρχισαν να υποκύπτουν σε μακεδονικές φρουρές, ενώ με το τέλος του Λαμιακού πολέμου καταλύθηκε.

Από το έτος 280 π.Χ. άρχισε σταδιακά να δημιουργείται νέα ομοσπονδία αχαϊκών πόλεων κατά μίμηση της γειτονικής Αιτωλικής Συμπολιτείας. Πρώτες συνήλθαν η Δύμη και οι Πάτραι, ενώ ακολούθησαν απομακρύνοντας τις μακεδονικές φρουρές η Τριταία και οι Φαραί και διαδοχικά το Αίγιο, η Βούρα, η Κερύνεια, η Πελλήνη, η Αιγείρα και το Λεόντιο.
Η ομοσπονδία εκτελούσε ετήσια σύνοδο στο Αίγιο όπου καθορίζονταν τα κοινά ζητήματα. Καταρχήν η εκτελεστική εξουσία είχε ανατεθεί σε δύο στρατηγούς και έναν γραμματέα, αλλά από το 253 π.Χ. κατέληξε σε έναν στρατηγό, σε ένα δεύτερο πολιτειακό άρχοντα, τον ίππαρχο καθώς και ένα ναύαρχο. Ο στρατηγός πλαισιωνόταν από ένα συμβούλιο δέκα ανδρών, των «δημιουργών», που αντιπροσώπευαν τις δέκα αρχικές ομόσπονδες πόλεις. Οι δημιουργοί αποκαλούνταν και «συνάρχοντες» ή «πρόβουλοι».
Η Αχαϊκή Συμπολιτεία γνώρισε την πρώτη μεγάλη της επέκταση, από τον Άρατο τον Σικυώνιο που εξεδίωξε τον τύραννο της πόλης του Νικοκλέα και την ενέταξε στη συμπολιτεία. Ο Άρατος εκμεταλλευόμενος την εξασθένιση των Μακεδόνων την επέκτεινε πέρα από την αχαϊκή ενδοχώρα ώστε να περιλαμβάνει τις περισσότερες από τις βόρειες πολιτείες της Πελοποννήσου. Αρχικά το 243 π.Χ. κατέλαβε την Ακροκόρινθο, ενώ στη συνέχεια προστέθηκαν τα Μέγαρα, η Τροιζήνα, η Επίδαυρος, οι Κλεωνές και η αρκαδική Μεγαλόπολη (235 π.Χ.), όταν ο Άρατος έπεισε τον τύραννο Λυδιάδα να προσχωρήσει σε αυτήν.
Στη συνέχεια εκμεταλλευόμενος ο Άρατος περί το 230 π.Χ. τις συγκρούσεις Μακεδόνων και Αιτωλών και την αποχώρηση των Μακεδόνων από την Πελοπόννησο, εξαναγκάζει τους τυράννους των ακόλουθων πόλεων να τις εντάξουν στη συμπολιτεία: ο Ξένων της Ερμιόνης, ο Κλειώνυμος του Φλιούντος, και ο Αριστόμαχος του Άργους (229 π.Χ.). Με τη σειρά τους προσχώρησαν στην Αχαϊκή Συμπολιτεία η Αίγινα και το μεγαλύτερο μέρος των αρκαδικών πόλεων.
Την ίδια περίοδο η Σπάρτη είχε αρχίσει να ανακάμπτει από την άθλια κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει μετά την ήττα της από τους Μακεδόνες το 331 π.Χ., χάρη στις μεταρρυθμίσεις του Κλεομένη του Γ’. Σε λίγα χρόνια είχαν συσταθεί εκ νέου τα παραδοσιακά σπαρτιατικά έθιμα, ανακατανέμεται η γη, απαγορεύονται οι πολυτέλειες, και μεταρρυθμίζεται ο στρατός. Η Σπάρτη σημείωσε αρκετές νίκες εναντίον της Αχαϊκής Συμπολιτείας, κατάστρεψε τη νέα έδρα της στη Μεγαλόπολη, και για άλλη μια φορά, κυριάρχησε στην Πελοπόννησο, καθώς αρκετά από τα μέλη της Αχαϊκής Συμπολιτείας άρχισαν να την εγκαταλείπουν.
Συγκεκριμένα κατελήφθησαν από τον Κλεομένη, ο οποίος εισέβαλε και στην Αχαΐα (μάχη της Δύμης), οι Καφυές, η Πελλήνη, το Άργος και πολλές αρκαδικές κώμες. Προσχώρησαν εκουσίως στη Σπάρτη, ο Φλιούς, οι Κλεωνές, η Επίδαυρος, η Ερμιόνη, η Τροιζήνα, ενώ οι Αχαιοί βλέποντας ότι το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού και αυτής της Κορίνθου ήταν φιλικά διακείμενο προς τη Σπάρτη, ανακήρυξαν τον Άρατο στρατηγό αυτοκράτορα. Ο Άρατος αναγκάστηκε να καλέσει σε βοήθεια τον Μακεδόνα βασιλιά, Αντίγονο Γ’ Δώσων, υποσχόμενος την εκ νέου παραχώρηση της Ακροκορίνθου και την πληρωμή των εξόδων της εκστρατείας.
Ο Αντίγονος κατήλθε με 21.400 άνδρες στον Ισθμό δια της Εύβοιας, αποφεύγοντας τις Θερμοπύλες που κατείχαν οι Αιτωλοί. Αρχικά ηττήθηκε από τον Κλεομένη στο Λέχαιο, αλλά λόγω της αποστασίας των Αργείων που υποκινήθηκαν από τον Αριστοτέλη, φίλο του Αράτου, ο σπαρτιατικός στρατός αναγκάστηκε να υποχωρήσει για να μην εγκλωβιστεί σε διπλό μέτωπο. Ο Αντίγονος, κατέλαβε την Ακροκόρινθο, εξεδίωξε τη σπαρτιατική φρουρά από τη Μεγαλόπολη, και κατευθύνθηκε στο Αίγιο. Στη συνέλευση που έλαβε χώρα εκεί ανακηρύχθηκε ηγεμόνας όλων των συμμάχων από τους Αχαιούς (223 π.Χ.). Τότε εισέβαλε μαζί με τους Αχαιούς στην Αρκαδία, κατέλαβε τον Ορχομενό και την Τεγέα, ενώ εξανδραπόδισε τους κατοίκους της Μαντινείας λόγω της αποστασίας της από τη συμπολιτεία και την επανίδρυσε εκ νέου, με το όνομα Αντιγόνεια, δωρίζοντάς την στους Αργείους.
Εν τω μεταξύ ο Κλεομένης με τη βοήθεια του Πτολεμαίου Γ’ του Ευεργέτη οργάνωσε το στρατό του, επανακατέλαβε και κατέσκαψε τη Μεγαλόπολη την οποία εγκατέλειψαν οι κάτοικοί της για να αποφύγουν την τύχη των Μαντινέων, ενώ εισέβαλε και στην Αργολίδα. Ο Αντίγονος το 222 π.Χ. συγκέντρωσε μεγάλο στράτευμα 30.000 από Μακεδόνες, Ιλλυριούς, Ακαρνάνες, Ηπειρώτες και Αχαιούς, συμμάχους και μισθοφόρους. Η τελική σύγκρουση έλαβε χώρα στη μάχη της Σελλασίας με την οριστική ήττα του Κλεομένη. Ο Αντίγονος αποκατέστησε τον μακεδονικό έλεγχο στο μεγαλύτερο μέρος της περιοχής.
Από το 220 π.Χ. έως το 217 π.Χ., η Αχαϊκή Συμπολιτεία ενεπλάκη σε πόλεμο με την Αιτωλική Συμπολιτεία, ο οποίος ονομάζεται Δεύτερος Συμμαχικός Πόλεμος. Ο νεαρός βασιλιάς των Μακεδόνων Φίλιππος Ε’ ενίσχυσε τους Αχαιούς και καταδίκασε την επιθετικότητα των Αιτωλών σε πανελλήνιο συνέδριο στην Κόρινθο. Αφορμή για τη σύγκρουση στάθηκαν οι ληστείες που πραγματοποιούσαν οι Αιτωλοί εναντίον των Μεσσηνίων, οι οποίοι κάλεσαν σε βοήθεια τους συμμάχους τους Αχαιούς. Ο Φίλιππος Ε’ τελικά κατατρόπωσε τους Αιτωλούς εισβάλλοντας στην περιοχή τους και δίνοντας τέλος σε αυτήν τη σύγκρουση.
Μετά το θάνατο του Αράτου (213 π.Χ.), σημαντικότερος ηγέτης της συμπολιτείας αναδείχτηκε ο Φιλοποίμην ο Μεγαλοπολίτης, που είχε ήδη αναγνωρισθεί στη μάχη της Σελλασίας ως ίππαρχος. Το 208 π.Χ. αναγορεύτηκε στρατηγός. Καταρχάς νίκησε και φόνευσε ο ίδιος το 207 π.Χ. περί τη Μαντίνεια, τον τύραννο της Σπάρτης Μαχανίδα που λεηλατούσε τις πόλεις της συμπολιτείας ως σύμμαχος των Αιτωλών. Αυτόν διαδέχθηκε ο Νάβις, που αποδείχθηκε χειρότερος εχθρός: ήρθε σε συμμαχία με την Κρήτη, οχύρωσε τη Σπάρτη και την κατέστησε ορμητήριο επιδρομών για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια.
Το 197 π.Χ. οι Ρωμαίοι κατατροπώνουν τον Μακεδόνα βασιλιά Φίλιππο Ε’, ενώ ο Τίτος Φλαμινίνος το 196 π.Χ. κατήλθε στην Κόρινθο όταν τελούνταν τα Ίσθμια και ανακήρυξε ότι παραμένουν «ελεύθεροι», αφρούρητοι, αφορολόγητοι, και διοικούμενοι κατά τους πατρίους τους νόμους οι Κορίνθιοι, οι Φωκείς, οι Λοκροί, οι Ευβοείς, οι Αχαιοί της Φθιώτιδος, οι Μάγνητες, οι Θεσσαλοί και οι Περραιβοί. Οι Αιτωλοί, οι Αχαιοί, οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες δεν περιλήφθηκαν στη διακήρυξη γιατί δεν υπόκεινταν στη μακεδονική δυναστεία.
Το 191 π.Χ. ο Νάβις επιχείρησε να καταλάβει παράλιες λακωνικές πόλεις, αλλά ηττήθηκε από το Φιλοποίμενα και θέλοντας να ζητήσει τη συνδρομή των Αιτωλών έχασε τη ζωή του, γιατί οι τελευταίοι επιδίωξαν να γίνουν κύριοι της Σπάρτης. Τελικά οι Σπαρτιάτες κατόρθωσαν να εκδιώξουν τους Αιτωλούς και να συνταχθούν οικειοθελώς στην Αχαϊκή Συμπολιτεία.
Ταυτόχρονα, οι Ρωμαίοι παρέδωσαν στη συμπολιτεία τους Μεσσήνιους και τους Ηλείους, γιατί διατέλεσαν σύμμαχοι των Αιτωλών και του Αντιόχου. Έτσι το 190 π.Χ. η Αχαϊκή Συμπολιτεία περιλάμβανε ολόκληρη την Πελοπόννησο. Αλλά σύντομα με την εμπλοκή των Ρωμαίων, παρουσιάστηκαν διαλυτικές τάσεις. Αρχικά Μεσσήνιοι και Σπαρτιάτες, αποτάνθηκαν στη Ρώμη για να χωριστούν από τη συμπολιτεία. Οι Αχαιοί το 183 π.Χ. απέστειλαν άμεσα τον Φιλοποίμενα για να επαναφέρει τη Μεσσήνη στη συμπολιτεία. Αυτός απέκρουσε τους αποστάτες, αλλά αιχμαλωτίστηκε και εκτελέστηκε. Ο επόμενος στρατηγός Λυκόρτας ο Μεγαλοπολίτης, πατέρας του ιστορικού Πολύβιου, νίκησε τους Μεσσήνιους, τιμώρησε τους αιτίους του φόνου και τους επανέφερε στη συμπολιτεία.
Κατά τον Γ’ Μακεδονικό Πόλεμο (171 – 168 π.Χ.), οι Ρωμαίοι παρέλαβαν ομήρους από την Αχαϊκή Συμπολιτεία όπως και από άλλες ελληνικές περιοχές (Αιτωλία, Ακαρνανία και Βοιωτία), κατά βάση τους άριστους των πόλεων με την ψευδή κατηγορία ότι ήταν οπαδοί του Μακεδόνα βασιλιά Περσέα, στην ουσία για να διασφαλίσουν την καλή συμπεριφορά απέναντι στη Ρώμη. Από την Αχαϊκή Συμπολιτεία με την υπόδειξη του στρατηγού Καλλικράτη του Λεοντιέος, 1000 εκλεκτοί πολίτες κρατήθηκαν στη Ρώμη με την κατηγορία της συνεργασίας με τον Περσέα, ανάμεσα τους ο ιστορικός Πολύβιος και οι επίσης Μεγαλοπολίτες μετέπειτα στρατηγοί Κριτόλαος και Δίαιος. Μόλις μετά από 17 έτη, το 151 π.Χ. επέστρεψαν οι 300 περίπου εν ζωή τότε Αχαιοί όμηροι στην πατρίδα τους.
Το 150 π.Χ. στρατηγός αναδείχθηκε ο Δίαιος, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι δωροδοκήθηκε από τον προηγούμενο στρατηγό Μεναλκίδα με 3 τάλαντα, για να τον σώσει από την κατηγορία ότι θέλησε να αποσπάσει τη Σπάρτη από τη συμπολιτεία. Η υπόθεση υποβάλλεται στη ρωμαϊκή βουλή, αλλά ο στρατηγός Δαμόκριτος, ένας από τους 300, επιτίθεται αστραπιαία κατά της Σπάρτης και την επαναφέρει στη συμμαχία. Ταυτόχρονα, μεσολαβεί και η εξέγερση του Ανδρίσκου στη Μακεδονία (150-148 π.Χ.) με συνέπεια ρωμαϊκά στρατεύματα υπό τον Μέτελλο να βρίσκονται στην Ελλάδα.
Το 147 π.Χ. διαδέχεται τον Δαμόκριτο ο Δίαιος και σε σύνοδο της συμπολιτείας στην Κόρινθο προσέρχεται ο πρέσβης Αυρήλιος Ορέστης που αξιώνει για λογαριασμό της Ρώμης, ότι είναι δίκαιο όχι μόνο η Σπάρτη, αλλά και η Κόρινθος, το Άργος, η Ηράκλεια προς Οίτη και ο αρκαδικός Ορχομενός να αποσπαστούν από τη συμπολιτεία. Οι πρέσβεις περιυβρίστηκαν για αυτήν τους την απαίτηση από τους εξοργισμένους συνέδρους, ενώ άκαρπη απήλθε και μία επόμενη πρεσβεία από τη Ρώμη.
Ταυτόχρονα, ο νέος στρατηγός Κριτόλαος, επίσης ένας των 300 ομήρων, παρασκευάστηκε εντός του 146 π.Χ. και κήρυξε πόλεμο κατά της Σπάρτης, με συμμάχους τους Βοιωτούς και τους Χαλκιδαίους. Πολιορκώντας την Ηράκλεια, που είχε αμέσως αποστατήσει μετά τη διακήρυξη του Ορέστη. Ο Μέτελλος που κατήλθε χωρίς να περιμένει ενισχύσεις συνέτριψε τον απροετοίμαστο στρατό του Κριτόλαου στη μάχη της Σκάρφειας, ενώ ακολούθησε και η ήττα στη Λευκόπετρα της Κορίνθου του επόμενου στρατηγού Δίαιου από τον Λεύκιο Μόμμιο, η καταστροφή της Κορίνθου που έμεινε έρημη για εκατό περίπου χρόνια και η διάλυση της Αχαϊκής Συμπολιτείας.
Μετά την καταστροφή της Κορίνθου, ο Μόμμιος διέταξε την καταστροφή των τειχών των πόλεων που συμμετείχαν στον πόλεμο, τον αφοπλισμό των κατοίκων, τη διάλυση των συνεδρίων των Αχαιών, των Φωκέων και των Βοιωτών, την κατάλυση των δημοκρατικών πολιτευμάτων εισάγοντας την τιμοκρατία, απαγόρευσε την έγκτησιν και καταδίκασε τους Βοιωτούς και τους Χαλκιδείς να πληρώσουν στην Ηράκλεια 100 τάλαντα και τους Αχαιούς στη Σπάρτη 200, επιβάλλοντας ταυτόχρονα στις πόλεις που μετείχαν στον πόλεμο και ετήσιο φόρο στη Ρώμη. Ο φόρος αυτός φαίνεται να καταργήθηκε με παρέμβαση του Πολυβίου. Η περιοχή της συμπολιτείας εξακολουθούσε να έχει μία τυπική αυτονομία υπό την επικυριαρχία της Ρώμης για κάποιο διάστημα, ενώ μετατράπηκε στη ρωμαϊκή επαρχία της Αχαΐας επί Αυγούστου.
Το αρχικό όνομα κοινόν των Αχαιών (Αχαϊκής Συμπολιτείας), συνεχίζει να υπάρχει και σε επιγραφές μεταγενέστερες της διάλυσης της συμπολιτείας. Περίπου το 120 π.Χ. Αχαιοί πόλεων της Πελοποννήσου, αφιερώνουν τιμητική επιγραφή στον Δία της Ολυμπίας, μετά από την εκστρατεία τους υπό τον Γναίο Δομέτιο (Gnaeus Domitius) κατά των Γαλατών, στην πέρα των Άλπεων Γαλατία. Ενώ σε άλλη επιγραφή από την Αθήνα, το 221-222 μ.Χ. το κοινόν των Αχαιών, όταν στρατηγός ήταν ο Εγνάτιος Βράχυλλος, αποφάσισε να αποστείλει μια πρεσβεία στον αυτοκράτορα Καρακάλλα.
Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

