Αφού επανέκτησε, τουλάχιστον κατά ένα μεγάλο μέρος, τις κτήσεις της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στη Δύση ο Ιουστινιανός στράφηκε στα ζητήματα που αφορούσαν στο ανατολικό σύνορο της αυτοκρατορίας του. Ο Χοσρόης είχε επωφεληθεί με την «απέραντο ειρήνη» όχι μόνο για να εξουδετερώσει αντιπάλους του στην ίδια την οικογένεια του, αλλά και για να επιβάλει μεγαλεπήβολες μεταρρυθμίσεις στο απέραντο κράτος του. Είχε δαμάσει τη δύναμη των μεγάλων τοπικών μεγιστάνων και είχε αυξήσει το κύρος της κεντρικής εξουσίας. Είχε δημιουργήσει τακτικό στρατό σε αντικατάσταση των τοπικών στρατευμάτων που στρατολογούσαν οι μεγιστάνες στο παρελθόν.

Ανατολικό σύνορο

Γρήγορα άρχισε να δυσφορεί με την απραξία που του επέβαλε η «απέραντος» ειρήνη, πόσο μάλλον που το στρατιωτικό δυναμικό της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας δεσμευόταν ολοένα και περισσότερο στη Δύση. Αψιμαχίες σημειώνταν συχνά στην Μεσοποταμία και την Αρμενία. Ήδη από το 536 είχε εκδηλωθεί διαμάχη μεταξύ των αντίπαλων αραβικών ηγεμόνων της συριακής ερήμου για τα δικαιώματα νομής στην περιοχή νότια της Παλμύρας. Κατά τις μεταξύ τους εχθροπραξίες ο βασιλιάς των φιλοπερσών Λαχμιδών Αλαμούνδαρος, επιχείρησε επιδρομή στο ρωμαϊκό έδαφος. Το ζήτημα αυτό ήταν χωρίς ουσιαστική σημασία. Ο,τιδήποτε όμως απειλούσε σύρραξη Ρωμαίων και Περσών έπρεπε να αντιμετωπίζεται με μεγάλη σοβαρότητα.

Υπήρχε υποψία ότι ο Αλαμούνδαρος δεν είχε ενεργήσει χωρίς ενθάρρυνση από τους Πέρσες. Ο Ιουστινιανός έστειλε τον κόμητα των θείων θησαυρών Στρατήγιο, συνοδευόμενο από τον στρατιωτικό διοικητή της Παλαιστίνης Σούμμο να μεσολαβήσει μεταξύ των δύο αραβικών ηγεμονιών. Οι διαπραγματεύσεις υπήρξαν, όπως συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, περίπλοκες και κατά τη διάρκεια τους ο Σούμμο έκανε πρόταση στον Αλαμούνδαρο που ερμηνεύτηκε από τον Άραβα ηεγομόνα ως ασύμβατη με την πίστη του στους Πέρσες. Το θέμα αναφέρθηκε στην περσική αυλή και ο Μέγας Βασιλεύς γνωστοποίησε ότι ήταν εξαιρετικά δυσαρεστημένος και θεωρούσε τη ρωμαϊκή ενέργεια ως παραβίαση της «απεράντου» ειρήνης.

Στην Αρμενία ο ρωμαϊκός τομέας είχε αρχικά παραμείνει υπό τη διακυβέρνηση των τοπικών φυλάρχων. Στις 18 Μαρτίου 536 όμως, ο Ιουστινιανός εξέδωσε νόμο (31η Νεαρά) με τον οποίο εγκατέστησε εκεί τον τυπικό μηχανισμό της ρωμαϊκής διοίκησης. Η βυζαντινή Αρμενία διαιρέθηκε σε τέσσερις επαρχίες με πρωτεύουσα τη Σεβάστεια, τη Μελιτηνή, τη Θεοδοσιούπολη και τη Μαρτυρούπολη. Επίσης εγκαταστάθηκαν οι απαραίτητες φορολογικές και δικαστικές αρχές.

Το στιβαρό χέρι της ρωμαϊκής διοίκησης ήταν κάθε άλλο παρά ευπρόσδεκτο στην τοπική ηγεσία, πολλά μέλη της οποίας αισθάνονταν ότι η περσική κυριαρχία θα τους άφηνε μεγαλύτερη ελευθερία. Οι φιλορωμαίοι φύλαρχοι δολοφονήθηκαν και στους φονείς τους παρασχέθηκε άσυλο στο περσικό έδαφος. Το 538 εκδηλώθηκε επανάσταση με επικεφαλής κάποιο μέλος του παλαιού αρμενικού βασιλικού οίκου των Αρσακιδών. Ο Ιουστινιανός έστειλε τον σύγγαμβρό του Σίττα, ειδικό στα αρμενικά πράγματα, να αντιμετωπίσει τη δυνητικά επικίνδυνη κατάσταση.

Ανατολικό σύνορο

Ο Σίττας άρχισε διαπραγματεύσεις με τους δυσαρεστημένους ευγενείς, βέβαιος ότι τελικά θα πετύχαινε να σπείρει μεταξύ τους τη διχόνοια. Αλλά ο Ιουστινιανός ανησυχούσε σοβαρά μήπως κηρυχθεί πόλεμος με τους Πέρσες, ενώ οι δυνάμεις του ήταν δεσμευμένες στην Ιταλία, και πίεζε τον Σίττα να τελειώσει το ταχύτερο. Γι΄αυτό ο Σίττας κατέφυγε σε στρατιωτικά μέτρα εναντίον των επαναστατών και κατά τη διάρκεια μιας αψιμαχίας σκοτώθηκε. Ο διάδοχός του Βούζης συνέχισε τις επιχειρήσεις αντιποίνων, συνέλαβε τον ηγέτη των επαναστατών και τον εκτέλεσε. Το αποτέλεσμα ήταν να καταφύγουν οι υπόλοιποι επαναστάτες στην Περσία, να επικαλεστούν την βοήθεια του βασιλιά Χοσρόη και να τον καλέσουν να επιτεθεί εναντίον των Ρωμαίων, προτού αυτοί προλάβουν να αποδεσμευθούν από την Ιταλία.

Την ίδια περίπου εποχή ο Πέρσης βασιλιάς έλαβε παρόμοιες συμβουλές από τους δύο απεσταλμένους του Γότθου βασιλιά Ουίτιγι. Η προσωπική όμως διάθεση να επιχειρήσει προκαταρτικό πλήγμα ενισχύθηκε και αργότερα έγινε σταθερή απόφαση. Δεν ετίθετο θέμα για μεγάλο κατακτητικό πόλεμο. Ο Χοσρόης ούτε μπορούσε ούτε ήθελε να εισβάλει και να καταλάβει μεγάλες περιοχές ρωμαϊκών εδαφών. Εκείνο που επεδίωκε ήταν να ανορθώσει το κύρος της Περσίας, να αποσπάσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη λεία και λύτρα από ρωμαϊκές πόλεις της παραμεθόριας ζώνης και να επιβάλει στους Ρωμαίους ελάσσονες συνοριακές προσαρμογές, καθώς και την υπαγωγή στον περσικό έλεγχο της Λαζικής και της πρόσβασης στον Εύξεινο Πόντο.

Οι περσικές στρατιωτικές κινήσεις στην παραμεθόριο έλαβαν γρήγορα απειλητικό χαρακτήρα και έπεισαν τον Ιουστινιανό να παραιτηθεί της τελειωτικής νίκης στην Ιταλία, παρά να κινδυνεύσει μια ολέθρια ήττα στη Συρία. Στις αρχές του 540, την ίδια εποχή που έστελνε οδηγίες στον Βελισάριο να πετύχει μια γρήγορη συμφωνία στην Ιταλία, έστειλε και τον Αναστάσιο, επιφανή πολίτη του Δάρας, με επιστολή προς τον βασιλιά Χοσρόη, στην οποία υπενθύμιζε στο βασιλιά τις συμβατικές του υποχρεώσεις και τον καλούσε να διακόψει τις στρατιωτικές παρασκευές.

Σε απάντηση, ο Χοσρόης πέρασε το σύνορο επικεφαλής του στρατού του και κατέλαβε το Δάρας. Από εκεί προχώρησε στην Ιεράπολη, που εξαγόρασε την ελευθερία της έναντι σημαντικού ποσού, και στη Βέροια, την οποία δήωσε και πυρπόλησε, επειδή οι πολίτες δεν μπορούσαν να πληρώσουν το ποσό που αξίωνε. Η ρωμαϊκή φρουρά, που δεν είχε εισπράξει μισθούς για πολύ καιρό, αυτομόλησε στην περσική πλευρά. Υπήρχαν ελάχιστα ρωμαϊκά στρατεύματα στη Συρία και θα ήταν αυτοκτονία να δώσουν μάχη με τον περσικό στρατό. Ο τοπικός στρατιωτικός διοικητής υποχώρησε μπροστά στην περσική προέλαση.

Κατά τη διάρκεια της άνοιξης, έφθασε στην Αντιόχεια ο ξάδελφος του Ιουστινιανού Γερμανός. Έφερνε μαζί του μόνο 300 στρατιώτες. Έργο του ήταν όχι να πολεμήσει τον Χοσρόη, αλλά να εξαγοράσει την αποχώρησή του. Επόμενος στόχος του Χοσρόη ήταν προφανώς η Αντιόχεια. Ο Γερμανός έστειλε τον επίσκοπο Βέροιας Μέγα στον Χοσρόη και του πρόσφερε 1.000 λίτρες χρυσού αν φειδόταν της Αντιόχειας. Ο Χοσρόης ήταν πρόθυμος να δεχτεί την προσφορά. Προτού όμως επικηρωθεί η συμφωνία έφθασαν οδηγίες από τον Ιουστινιανό να ματαιωθεί. Αιτία της μεταστροφής του Ιουστινιανού ήταν η επικείμενη πτώση της Ραβέννας και έτσι τα ρωμαϊκά στρατεύματα θα μπορούσαν να μετακινηθούν στο ανατολικό σύνορο.

Ο Γερμανός αποσύρθηκε διακριτικά στην Κιλικία και, τον Ιούνιο, ο περσικός στρατός άρχισε να πολιορκεί την Αντιόχεια. 5.000 ιππείς είχαν φθάσει στην πόλη, αλλά μόλις πλησίασαν οι Πέρσες φρόντισαν να διαφύγουν. Δεν υπήρχε λόγος να ενισχύσουν την ήττα. Την άμυνα της πόλης ανέλαβαν οι πολίτες της και γρήγορα οργανώθηκε πολιτοφυλακή από τους δήμους του ιππόδρομου, στους οποίους μετείχαν νέοι άνδρες έτοιμοι να πολεμήσουν. Αλλά τα μακρά τείχη της Αντιόχειας δεν ήταν δυνατόν να προστατευθούν από τους πολίτες και γρήγορα παραβιάστηκαν από τους Πέρσες. Μερικοί Αντιοχείς κραύγαζαν φιλορωμαϊκά συνθήματα καθώς οι εισβολείς βάδιζαν στους δρόμους της πόλης με αποτέλεσμα να αρχίσει η σφαγή. Όταν τελείωσε, ο Χοσρόης μετέφερε τους επιζώντες σε περιοχή κοντά στην Κτησιφώντα, όπου έχτισε γι’ αυτούς νέα πόλη με το όνομα Αντιόχεια. Από την Αντιόχεια, οι Πέρσες προχώρησαν προς άλλες πόλεις της Συρίας, χωρίς καμιά από αυτές να προβάλει αντίσταση.

Ανατολικό σύνορο

Στο μεταξύ οι διαπραγματεύσεις με τον Ιουστινιανό συνεχίζονταν. Τελικά ο Χοσρόης συμφώνησε να αποσυρθεί από τα ρωμαϊκά εδάφη, με αντάλλαγμα την άμεση καταβολή ποσού 5.000 λιτρών χρυσού και ετήσια πληρωμή 500 λιτρών στο εξής, φαινομενικά για την υπεράσπιση των διαβάσεων του Καυκάσου από τους εισβολείς των στεπών.

Ο Ιουστινιανός επεδίωκε να κερδίσει χρόνο. Μόλις πληροφορήθηκε την πώση της Ραβέννας, διέταξε τον Βελισάριο να γυρίσει πίσω με μεγάλο μέρος της ρωμαϊκής στρατιάς της Ιταλίας. Τη φορά αυτή δεν του επιφυλασσόταν θρίαμβος. Αντίθετα, διορίστηκε αμέσως αρχιστράτηγος του ανατολικού μετώπου και διατάχθηκε να ετοιμάσει στρατιά για να στραφεί εναντίον των Περσών. Το 541 ο Βελισάριος έφθασε στη Μεσοποταμία και κατέλαβε την πόλη Σισαύρανα. Ο Βελισάριος προχώρησε στο ισχυρά επανδρωμένο περσικό οχυρό της Νισίβεως, αλλά όταν είδε τις οχυρώσεις της, υποχώρησε. Δεν είχε πρόθεση να δεσμεύσει τον στρατό του σε μια μακρά και αμφίβολη πολιορκία. Σύμφωνα με τον Προκόπιο ο Βελισάριος υποχώρησε για οικογενειακούς λόγους.

Το 542 ενέσκυψε λοιμός στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία, οπότε κάθε πολεμική επιχείρηση διακόπηκε. Το 543 ο λοιμός επεκτάθηκε και στο περσικό κράτος. Τελικά τον χειμώνα του 544-545 συνεχίστηκαν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Κτησιφώντος. Επετεύχθη συμφωνία για πενταετή ειρήνη κατά της διάρκεια της οποίας θα διεξάγονταν διαπραγματεύσεις για της ανανέωση της «απεράντου» ειρήνης. Αυτή τη φορά αποκλείσθηκαν από τους όρους της ειρήνης οι Άραβες σύμμαχοι των δύο δυνάμεων, όπως επίσης και η Λαζική.

Το 549 ο Χοσρόης εξαπέλευσε εκστρταεία στη Λαζική. Προφανής στόχος του ήταν να δοκιμάσει τις αντιδράσεις του Βυζαντίου σε μια περσική ναυτική παρουσία στον Εύξεινο Πόντο. Η ρωμαϊκή απάντηση υπήρξε άμεση και επιβλητική. 7.000 άνδρες με επικεφαλής τον Δαγισθαίο στάλθηκαν να καταλάβουν τη Λαζική και να διώξουν την περσική φρουρά από την Πέτρα. Το μεγαλύτερο μέρος της Λαζικής περιήλθε στη ρωμαϊκή κυριαρχία, ενώ η Πέτρα παρέμεινε στην ασφαλή κατοχή των Περσών. Τα επόμενα χρόνια ρωμαϊκές και περσικές δυνάμεις εξακολουθούσαν αλληλοδιώκονται.

Την άνοιξη του 561 άρχισαν διαπαραγματεύσεις στο μέτωπο μεταξύ Νισίβεως και Δάρας. Τελικά υπογράφηκε συνθήκη η οποία θα ίσχυσε για 50 χρόνια. Με τη συνθήκη αυτή ο Ιουστινιανός εξασφάλισε ως αντάλλαγμα για ένα σχετικά μέτριο ποσό την εγγύηση μη επιθέσεως εναντίον της Αρμενίας, της Συρίας και της Μεσοποταμίας και τον αποκλειστικό έελγχο του Εύξεινου Πόντου. Οι Πέρσες απέσπασαν τακτικό εισόδημα σε χρυσό και ήταν σε θέση να να αφιερώσουν το στρατιωτικό δυναμικό τους στην προστασία άλλων συνόρων του αχανούς κράτους του. Και οι δύο πλευρές θα κρατούσαν τα στρατεύματά τους σε κάποια απόσταση από τα σύνορα. Οι Άραβες σύμμαχοι των δύο δυνάμεων εξακολουθούσαν να κατέχουν τα εδάφη που κατείχαν τότε και καμιά πλευρά δεν θα αναλάμβανε στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον εδαφών, τα οποία βρίσκονταν υπό την προστασία της άλλης.

Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Από Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».