Από την εποχή της ύστερης Αρχαιότητας η Δύση μοιάζει να γλιστρά πάνω σε μια πλαγιά. Το ερώτημα που διχάζει τους ιστορικούς είναι: Ο πρώιμος Μεσαίωνας είναι ο επίλογος του αρχαίου κόσμου ή η απαρχή των νέων χρόνων; Το σημείο αφίξεως είναι τόσο απομακρυσμένο από την αφετηρία που οι ίδιοι οι άνθρωποι του Μεσαίωνα, ήδη από τον 8ο ως τον 15ο αιώνα, θα αισθανθούν την ανάγκη να επιστρέψουν στη Ρώμη, επειδή νιώθουν ότι την έχουν αφήσει για τα καλά. Σε κάθε μεσαιωνική αναγέννηση οι κληρικοί διακηρύσοουν, περισσότερο από τη νοσταλγία της επιστροφής στην Αρχαιότητα, την αίσθηση ότι όλα άλλαξαν. Άλλωστε ποτέ δεν σκέφτονται σοβαρά να επιστρέψουν στη Ρώμη. Γι΄αυτούς επιστροφή σημαίνει να την αποκαταστήσουν, να την μεταφέρουν, δηλαδή να μεταφερθούν η εξουσία και η επιστήμη που βρίσκονταν στη Ρώμη. Αναγέννηση σημαίνει νέο ξεκίνημα, όχι επιστροφή. Το πρώτο από αυτά τα ξεκινήματα έγινε στην εποχή των Καρολιδών, στο τέλος του 7ου αιώνα.

Το νέο ξεκίνημα εγγράφεται καταρχήν στο χώρο. Επειδή στερούνταν στόλου, οι Καρολίδες δεν μπορούν και δεν σκέφτονται να ανακτήσουν τη Μεγάλη Βρετανία όπου, στο τέλος του 8ου αιώνα, το βασίλειο της Μαρκίας είχε καταφέρει να περιλάβει και άλλα μικρά αγγλο-σαξονικά βασίλεια μεταξύ του Χάμπερ και της Μάγχης. Ο βασιλιάς Όφα συναλλάσσεται ως ίσος προς ίσον με τον Καρλομάγνο πριν ο τελευταίος λάβει το αυτοκρατορικό στέμμα και αντάλλασσαν δώρα σε ένδειξη αμοιβαίας αναγνώρισης. Για ένα διάστημα οφείλουν να σεβαστούν την κοσμική εξουσία του πάπα στο νέο κράτος του ποντίφικα, στου οποίου τη δημιουργία συνέβαλλαν σημαντικά.
Μέσα σε αυτά τα όρια, η ανασύσταση της δυτικής ενότητας από τους Καρολίδες αναπαπτύσσεται σημαντικά προς τρεις κατευθύνσεις, νοτιοανατολικά, στην Ιταλία, νοτιοδυτικά προς την Ισπανία και ανατολικά προς τη Γερμανία. Ο Πιπίνος ο Βραχύς, σύμμαχος του πάπα, αναλαμβάνει την πολιτική των Καρολιδών στην Ιταλία. Η πρώτη εκστρατείαι κατά των Λογγομβάρδων γίνεται το 754 και η δεύτερη το 756.Τελικά ο Καρλομάγνος συλλαμβάνει τον βασιλιά Δεσιδέριο στη Παβία το 774, του παίρνει το στέμμα και ανέρχεται στο θρόνο. Θα πρέπει όμως να πολεμήσει για να επιβληθεί στον Βορρά της χερσονήσου, ενώ τα λογγομβαρδικά δουκάτα του Σπολέτο και του Μπενεβέτο τελικά του διαφεύγουν. Προς τα νοτιοανατολικά το 759, ο Πιπίνος δίνει και πάλι το έναυσμα ανακαταλαμβάνοντας τη Ναρβώννη από τους Μουσουλμάνους Ωστόσο, σύμφωνα με τον μύθο, ο Καρλομάγνος ήταν αυτός που συνέδεσε το όνομά του με την ανακατάληψη της πόλης.
Στα ανατολικά ο Καρλομάγνος εγκαινίασε μια σειρά κατακτήσεων στην οποία συγχέονται σφαγή και προσηλυτισμός, που ήταν ο διά της βίας εκχριστιανισμός και ασκήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα στο Μεσαίωνα. Κατά μήκος της Βόρειας Θάλασσας, από το 772 ως το 803, κατακτήθηκαν πρώτα και με δυσκολία οι Σάξονες, με μια σειρά από εκστρατείες με αλληλοδιαδεχόμενες φαινομενικές νίκες και εξεγέρσεις των υποτιθέμενων ηττημένων, από τις οποίες η πιο θεαματική ήταν αυτή της οποίας ηγείτο ο Βιδουκίνδος. Άγρια καταστολή ακολούθησε την καταστροφή που υπέστησαν οι Φράγκοι στο Σύνταλ: ο Καρλομάγνος διέταξε να αποκεφαλισθούν στο Βερντέν τέσσερις χιλιάδες πεντακόσιοι στασιαστές. Με τη βοήθεια των ιεραποστόλων που κάθε χρόνο τίθενται επικεφαλής στρατιωτών από τους οποίους άλλοι βάπτιζαν, άλλοι λεηλατούσαν, πυροπολούσαν, έσφαζαν, και με μαζικές εκτοπίσεις ο Καλομάγνος κατάφερε να υποτάξει του Σάξονες.
Ο γερμανικός και ιδιαίτερα ο σαξονικός ορίζοντας τράβηξε τον Καρλομάγνο προς τα ανατολικά. Εγκατέλειψε την κοιλάδα του Σηκουάνα, το Παρίσι και τα περίχωρα όπου είχαν εγκατασταθεί οι Μεροβίγγειοι για τις περιοχές του Μεύση, του Μοζέλα και του Ρήνου. Ωστόσο η νότια Γερμανία προκαλούσε επίσης την προσοχή του Φράγκου βασιλιά, που δεν πέρασε κανένα καλοκαίρι που να μην πολεμήσει χωρίς εχθρούς, ή μάλλον χωρίς να οργανώσει ή να οδηγήσει τη στρατιά των ιππέων.
Η κατάκτηση της Βαυαρίας ήταν κατάκτηση μιας ήδη χριστιανικής χώρας που θεωρητικά από την εποχή των Μεροβιγγείων, ήταν υποτελής στους Φράγκους. Νικητής επί των Λογγομβάρδων και για λίγο καιρό επί των Σαξόνων, βάδισε κατά της Βαυαρίας το 787, αλλά χάρη στη στήριξη του πάπα που είχε αφορίσει τον Τασσιλών (δούκα της Βαυαρίας) και εξαγοράζοντας μέρος του βαυαρικού κλήρου , το 788 πέτυχε αμαχητί την πλήρη υποταγή του Τασσιλών. Ο Καρλομάγνος απαλλάχτηκε από η δουκική οικογένεια, υποχρεώνοντας σε κουρά τον Τασσιλών, κλείνοντας τον στη Ζυμιέρ και έπειτα στη Βορμς και κάνοντας καλόγριες τη σύζυγο και τις δύο κόρες του και καλογήρους τους δύο γιους του. Ο επίσκοπος Άρνο του Σάλτσμπουργκ που βοήθησε τον Καρλομάγνο να προσαρτήσει τη χώρα και την Εκκλησία της Βαυαρίας στο φράγκικο κράτος και στην Εκκλ ησία, έγινε αρχιεπίσκοπος το 798.
Ωστόσο η νέα βαυαρική επαρχία παρέμενε εκτεθειμένη στις επιδρομές των Αβάρων, οι οποίοι είχαν τουρκο-ταταρική προέλευση, προέρχονταν όπως οι Ούννοι, από τις ασιατικές στέππες, και αφού συνένωσαν ένα αριθμό σλαβικών λαών, ίδρυσαν μια αυτοκρατορία ανάμεσα στο μέσο Δούναβ, την Καρινθία και την Παννονία. Επαγγελματίες ληστές είχαν αντλήσει από τις επιδρομές τους αναρρίθμητα λάφυρα, τα οποία συσσώρευαν στο στρατηγείο τους στο Ριγγ. Οπωσδήποτε τα πλούτη αυτά δεν ήταν αμελητέα για τους Φράγκους των οποίων οι ηγεμόνες επιζητούσαν πάντα να αντλούν ένα αξιόλογο μέρος των πόρων τους από την κατάκτηση των θησαυρών.
Το 796 ο Καρλομάγνος κατέλαβε το Ριγγ και ο κυριότερος Άβαρος ηγέτης, ο Τούντουν, υποτάχθηκε και έγινε χριστιανός. Βαπτίστηκε στην Αιξ Λα Σαπέλ με ανάδοχο τον Καρλομάγνο. Ο Φράγκος ηγεμόνας προσάρτησε τη δυτική πλευρά της αβαρικής Αυτοκρατορίας ανάμεσα στον Δούναβη και τον Ντράβε. Το καρολιδικό κράτος είχε μόλις πλησιάσει τον σλαβικό κόσμο. Επιδρομές που έγιναν μετά την κατάκτηση της Σαξωνίας στο νοτιότερο τμήμα του Έλβα και πέρα από αυτόν, απώθησαν και συνένωσαν κάποιες σλαβικές φυλές. Η νίκη επί των Αβάρων έφερε Σλοβένους και Κροάτες μέσα στον κόσμο των Φράγκων.
Φαίνεται ότι η αποκατάσταση της Αυτοκρατορίας στη Δύση ήταν ιδέα του ποντίφικα και όχι των καρολιδών. Ο Καρλομάγνος ενδιαφερόταν κυρίως να επικυρώσει τον διαμελισμό της παλαιάς ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ανάμεσα σε μια Δύση, της οποίας θα ήννα ο ηγέτης και μια Ανατολή, την οποία δεν σκεφτόταν να δικεδικήσει από τον Βυζαντινό βασιλιά, αν και αρνιόταν να του αναγνωρίσει έναν αυτοκρατρικό τίτλο που θα αναφερόταν σε μια χαμένη ενότητα.
Αλλά το 799, ο πάπας Λέων Γ΄ διέβλεψε ότι η επίδοση του αυτοκρατορικού στέμματος στον Καρλομάγνο ενείχε ένα τριπλό πλεονέκτημα. Αιχμάλωτος και διωγμένος από τους ρωμαίους εχθρούς, ο πάπας είχε ανάγκη να δει την εξουσία του να αποκαθίσταται, θεωρητικά και στην πράξη, από κάποιον ο οποίος θα επιβαλλόταν αδιαμφισβήτητα σε όλους: έναν αυτοκράτορα. Επιθυμούσε να ενισχύσει την αναγνώριση της κοσμικής του ηγεμονίας από έναν βασιλιά ανώτερο από τους άλλους. Ονειρευόταν να κάνει τον Καρλομάγνο αυτοκράτορα ολόκληρου του χριστιανικού κόσμου, συμπεριλαμβανομένου και του Βυζαντίου, έτσι ώστε να θεμελιώσει την υπεροχή του Ρωμαίου ποντίφικα σε όλη την Εκκλησία.
Ο Καρλομάγνος συμφώνησε απρόθυμα. Θεωρώντας τον εαυτό του «βασιλιά εστεμμένο από τον θεό» (rex a Deo coronatus) έκρινε ίσως περιττή την κίνηση του πάπα, ενός ανθρώπου που δεν θεωρούνταν από όλους εκπρόσωπος του θεού. Βασιλιάς των Φράγκων πάνω από όλα, ελάχιστα τον συγκινούσε μια τελετή που τον αναδείκνυε καταρχήν βασιλιά των Ρωμαίων, και πιο συγκεκριμένα των κατοίκων της Ρώμης του 800, η οποία στερούνταν το γόητρο της αρχαίας Ρώμης. Αφέθηκε πάντως να πεισθεί να στεφθεί την 25η Δεκεμβρίου του 800.
Αλλά δεν επιτέθηκε στο Βυζάντιο παρά μόνο για να του αναγνωρισθεί ο τίτλος του αυτοκράτορα και η ισότητα. Όταν απέτυχαν οι διπλωματικές ενέργειες, ηγήθηκε επιχειρήσεων στα βόρεια της Αδριατικής, τα όρια των δύο αυτοκρατοριών. Η έλλειψη πλοίων τον έκανε να ηττηθεί από τον ελληνικό στόλο. Αλλά η στρατιωτική υπεροχή στην ξηρά του επέτρεψε να καταλάβει τη Φριούλη, την Καρνιόλη, την Ίστρια και κυρίως τη Βενετία, η οποία μάταια επεδίωξε να παραμείνει ουδέτερη για να διαφυλάξει το εμπόριο της που τότε γεννιόταν. Η συμφωνία επιτεύχθηκε το 814, λίγους μήνες πριν από το θάνατο του Καρλομάγνου. Οι Φράγκοι παρέδωσαν την Βενετία, κράτησαν τα εδάφη στα βόρεια της Αδριατικής και ο βασιλιάς αναγνώρισε στον Καρλομάγνο τον αυτοκρατορικό τίτλο.
Ο Καρλομάγνος ενδιαφερόταν να διοικήσει και να κυβερνήσει αποτελεσματικά την ευρεία αυτή περιοχή. Αν και οι κυβρνητικές πράξεις παρέμεναν κυρίως προφορικές, ενθαρρύνθηκε η χρήση της γραφής και ένας από τους πρωταρχικούς στόχους της πολιτισμικής αναγέννησης ήταν τελειοποίηση των επαγγελματικών εργαλείων που διέθεταν οι βασιλικοί αξιωματούχοι. Ο Καρλομάγνος προσπάθησε να κάνει αισθητή την εξουσία του σε ολόκληρο το φραγκικό βασίλειο, συντάσσοντας διοικητικά και νομοθετικά κείμενα και πολλαπλασιάζοντας τον αριθμό των εκπροσώπων της κεντρικής εξουσίας. Το γραπτό μέσο ήταν τα capitularia ή διατάγματα.
Κατά τη διάρκεια όμως του 9ου αιώνα το μεγαλειώδες καρολιδικό οικοδόμημα έμελλε, πράγματι, να αποσυντεθεί γοργά κάτω από τα συνδυασμένα χτυπήματα εξωτερικών εχθρών -των καινούριων εισβολέων- και εσωτερικών φορέων αποσάθρωσης.
Πηγή: Ο πολιτσιμός της Μεσαιωνικής Δύσης, Jacques Le Goff
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
