Η εκλογική νίκη τον Νοέμβριο του 1952, του Ελληνικού Συναγερμού και η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Αλέξανδρο Παπάγο, με υπουργό Εξωτερικών τον Στέφανο Στεφανόπουλο, επιτάχυνε σημαντικά τις εξελίξεις στο Κυπριακό ζήτημα. Η Ελλάδα μπήκε σταδιακά στο δρόμο της ανάπτυξης και γνώρισε μια περίοδο πολιτικής σταθερότητας, η αυτοπεποίθηση της μεγάλωνε και η αίσθηση της εξάρτησης από το Λονδίνο αντίστοιχα υποχωρούσε. Στο ψυχολογικό αυτό περιβάλλον, η διατήρηση υπό αποικιακό καθεστώς μισού κατομμυρίου Ελλήνων και οι συχνές δηλώσεις του Λονδίνου ότι το θέμα ήταν «κλειστό» προσέβαλαν ακόμη περισσότερο την ελλαδική κοινή γνώμη και την εξοικείωσαν με την ιδέα της αντιπαράθεσης με το Λονδίνο.

Αμέσως μετά την άνοδο του στην εξουσία ο Παπάγος δήκωσε ότι θα χειριζόταν το Κυπριακό στα πλαίσια της αγγλοελληνικής φιλίας και τούτο καθησύχασε τους Άγγλους, που δεν αντιλήφθηκαν ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός πίστευε πως το Λονδίνο ήταν διατεθειμένο να συζητήσει το θέμα με την κυβέρνησή του.
Η ελληνική κυβέρνηση προσέγγισε την Βρεταννούς, κατά τη διάρκεια ανεπίσημης επίσκεψης στην Αθήνα του υπουργού των Εξωτερικών Άντονυ Ήντεν. Κατά τη συνάντησή του με τον Παπάγο, ο Ήντεν αρνήθηκε ακόμη και να συζητήσει το θέμα. Αργότερα, ο ίδιος ο Ππαπάγος στη Βουλή έκανε λόγο για προσβλητική συμπεριφορά του Ήντεν απέναντί του. Για τον λόγο αυτό, θεωρήθηκε ότι συνάντηση έπεισε τον στρατάρχη να προσφύγει στον ΟΗΕ. Ωστόσο, η συμπεριφορά του Άγγλου υπουργού δεν άλλαξε «αιφνίδια» τις θέσεις του Έλληνα ηγέτη: απλώς αποτελούσε συνέχιση της αδιάλλακτης πολιτικής του Λονδίνου και ως τέτοια φαίνεται ότι έπεισε τον Παπάγο ότι η Βρετανία έπρεπε να δεχτεί πιέσεις.
Λίγο αργότερα, στις 16 Οκτωβρίου 1953, ο Στεφανόπουλος επέδωσε στη βρετανική πρεσβεία στην Αθήνα μια διακοίνωση στην οποία τονιζόταν αν το Λονδίνο δεν συναινούσε σε διαπραγματεύσεις η Αθήνα θα αποφάσιζε να κινηθεί μονομερώς. Τον επόμενο μήνα, ο ίδιος ο Παπάγος τόνισε στην πρέσβη Πηκ ότι η Ελλάδα προσέβλεπε σε μια λύση σύμφωνα με την οποία θα εισαγόταν το φιλελεύθερο Σύνταγμα στο νησί, ενώ το δημοψήφισμα για το μελλοντικό καθεστώς θα διενεργούνταν σε ένα διάστημα 2-5 ετών. Το Λονδίνο αγνόησε την ελληνική προσέγγιση.
Τον Φεβρουάριο του 1954, ο Μακάριος ευρισκόμενος στην Αθήνα, επανέλαβε την πίεση στην ελληνική κυβέρνηση να προσφύγει στον ΟΗΕ. Παράλληλα δύο νέες δηλώσεις στη Βουλή των Λόρδων, αλλά και το ίδιου του Ήντεν στη Βουλή των Κοινοτήτων επιβεβαίωσαν ότι η Βρετανία δεν θα μετέβαλε τη κυπριακή της πολιτική. Η αυξανόμενη πίεση της Εθναρχίας σε συνδυασμό με την σταθερή άρνηση της Βρεταννίας να διαπραγματευτεί έγειραν πλέον την πλάστιγγα στην Αθήνα υπέρ της προσφυγής.
Η απόφαση για προσφυγή στο ΟΗΕ είχε ευρύτατα κατακριθεί από επιφανείς διπλωμάτες και συγγραφείς, που τόνισαν ότι η ελληνική κυβέρνηση αγνόησε τις πιθανές επιπτώσεις της, ανέλαβε την πρωτοβουλία χωρίς επαρκή προετοιμασία και ενώ όλες οι συνθήκες συνηγορούσαν στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν κατάλληλος ο χρόνος για την υποβολή της.
Πράγματι, με δεδομένη την εκπεφρασμένη αντίθεησ των ΗΠΑ στην ελληνική προσφυγή οι δυνατότητες της Αθήνας να εκμαιεύσει ένα ευονϊκό ψήφισμα σε συνθήκες μετωπικής αντιπαράθεσης με μια Μεγάλη Δύναμη, τη Βρεταννία, καθώς και με την Τουρκία, ήταν περιορισμένες. Ιδίως οι πιθανές αντιδράσεις Τουρκίας αγνοήθηκαν εντελώς. Η Αθήνα πίστεψε ότι η Άγκυρα δεν θα εκδήλωνε ενδιαφέρον, επειδή είχε παραιτηθεί των δικαιωμάτων της στην Κύπρο με τη Συνθήκη της Λωζάννης το 1923. Ωστόσο, παρέβλεψε ότι στην Τουρκία πλέον κυβερνούσε ένα πολιτικό κόμμα που δεν προερχόταν από την άμεση κληρονομιά του Κεμάλ και ήταν διατεθειμένο να ακολουθήσει άλλη πολιτική.
Καθώς το Λονδίνο άρχισε να λαμβάνει μηνύματα για επικείμενη κατάθεση της ελληνικής προσφυγής και για να ενισχύσει τη θέση του στον ΟΗΕ, αποφάσισε να παρουσιάσει μια νέα συνταγματική πρόταση. Το σχέδιο παρουσιάστηκε στις 28 Ιουλίου 1954 και απορρίφθηκε αμέσως από τους Ελληνοκυπρίους. Προέβλεπε την ανάληψη υπουργείων από Κυπρίους (και κατά τούτο σηματοδοτούσε πρόοδο προς την κατεύθυνση της αυτοκυβέρνησης), αλλά ήταν εξαιρετικά περιοριστικό όσον αφορά τη σύσταση Νομοθετικού Σώματος με πλειοψηφία διορισμένων μελών. Επιπλέον κατά την παρουσίαση της πρότασης στη Βουλή των Κοινοτήτων ο υφυπουργός Αποικιών Χένρυ Χόπκινσον δήλωσε ότι η Κύπρος ανήκε σε εκείνες τις πριοχές της Κοινοπολιτείας οι οποίες ουδέποτε θα μπρούσαν να αποκτήσουν πλήρη ανεξαρτησία από τη Βρετανία. Η δήλωση προκάλεσε σάλο και αργότερα το Λονδίνο προσπάθησε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι επρόκειτο για κάποιου είδους φραστικό ολίσθημα.

Η ελληνική προσφυγή στον ΟΗΕ, με αίτημα την εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης στην Κύπρο, υποβλήθηκε τον επόμενο μήνα και ενεγράφη στην ημερήσια διάταξη της Γενικής Συνέλευσης. Η προσφυγή συζητήθηκε στον ΟΗΕ τον Δεκέμβριο του 1954, με αποτέλεσμα αρνητικό: οι δυνάμεις της ελληνικής διπλωματίας αποδείχθηκαν ανεπαρκείς για να αντιμετωπίσουν την συντονισμένη αγγλοτουρκική πίεση και μετά από αμερικανική παρέμβαση αποφασίσθηκε να μην συζητηθεί το θέμα «προς το παρόν». Η Αθήνα ισχυρίστηκε ότι ο ΟΗΕ είχε αποδεχθεί την αρμοδιότητα του στο Κυπριακό, που όμως ήταν δύσκολο να αποκρυβεί ότι επρόκειτο για ήττα και ο Κύρου παραιτήθηκε από τη θέση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών. Στην Κύπρο και στην Ελλάδα η απόφαση προκάλεσε μαχητικές διαδηλώσεις διαμαρτυρίας.
Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
