Το μοντέλο της πόλης είναι ένας τρόπος της παγκοσμιοποίησης του ελληνικού πολιτισμού, κατά τη διάρκεια της ελληνιστικής εποχής. Η εμπειρία της δημιουργίας νέων αυτόνομων κοινοτήτων είχε ως αποτέλεσμα την κωδικοποίηση ενός μοντέλου για το πώς πρέπει να είναι οργανωμένη μία ελληνική κοινότητα. Υπήρχαν εκατοντάδες ελληνικές κοινότητες, διέθεταν προφανώς πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά και είχαν πολύ διαφορετικές πρακτικές, αλλά μέσα από τις διαδικασίες του κόσμου των αποικιών μία συνέπεια τους είναι η κωδικοποίηση ενός αφηρημένου μοντέλου για το πώς πρέπει να είναι, τι χαρακτηριστικά πρέπει να έχει, μία ελληνική πόλη.

Αυτά περιλαμβάνουν φυσικά μία σειρά από πολιτικούς θεσμούς, όπως η βουλή, η εκκλησία του δήμου, οι εκλεγμένοι άρχοντες. Η διαίρεση των πολιτών σε φυλές είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν οι πολίτες προέρχονται από διαφορετικά μέρη και με αυτό τον τρόπο μπορούν να αναμειχθούν. Και τέλος μια σειρά από δημόσιους χώρους και τα μνημεία που συνδέονται με αυτούς, όπως η αγορά, το γυμνάσιο, το θέατρο, οι ναοί.
Αυτό το μοντέλο της πόλης στη διάρκεια της ελληνιστικής εποχής θα υιοθετηθεί ευρέως σε μία τεράστια γεωγραφική έκταση από τη Μικρά Ασία μέχρι το Πακιστάν και την κεντρική Ασία. Η υιοθέτηση αυτού του μοντέλου δεν έγινε με έναν μόνο τρόπο, αλλά με διάφορους τρόπους από τις μη ελληνικές κοινωνίες και πολιτισμούς. Μια πρώτη μορφή είναι αυτή στην οποία οι τοπικές πόλεις υιοθετούν το μοντέλο της ελληνικής πόλης ως τρόπο οργάνωσης. Μια σειρά από περιοχές και πολιτισμοί της Μεσογείου διέθεταν ένα σύστημα πόλεων αρκετά παρόμοιο με το ελληνικό, περιοχές όπως είναι η Φοινίκη, η Καρία και η Λυκία. Σε αυτές τις περιοχές ένα από τα πιο ενδιαφέροντα φαινόμενα, ήδη από τις απαρχές της ελληνιστικής εποχής, είναι ακριβώς η υιοθέτηση αυτού του μοντέλου και ο μετασχηματισμός των τοπικών πρακτικών προκειμένου να γίνουν συμβατές με το μοντέλο της πόλης.
Σε άλλες περιπτώσεις έχουμε την αναγνώριση μιας τοπικής κοινότητας ως πόλη από κάποιον
από τους ελληνιστικούς ηγεμόνες. Για παράδειγμα οι Τράλλεις, μία από τις κοινότητες της Καρίας,
θα αναγνωριστούν από τον Σέλευκο Α΄ (τον Σελευκίδη μονάρχη) με το όνομά του, θα ονομαστούν
λοιπόν Σελεύκεια. Ένα άλλο παράδειγμα είναι οι Κελενές στη Φρυγία που θα ονομαστούν από
τους Σελευκίδες Απάμεια, προς τιμήν της Απάμης, της Περσίδας γυναίκας του Σελευκίδη μονάρχη.
Μια άλλη περίπτωση υιοθέτησης του μοντέλου της πόλης είναι αυτό του συνοικισμού: της συνένωσης δηλαδή μικρών κοινοτήτων, συχνά χωριών σε μία μεγάλη κοινότητα που παίρνει τη μορφή του άστεως και την πολιτική οργάνωση του μοντέλου της πόλης. Μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή της Στρατονίκειας στην Καρία και πάλι από το όνομα της Στρατονίκης μίας από τις γυναίκες των Σελευκιδών βασιλέων. Ιδιαίτερα στην περιοχή της Ανατολίας, δηλαδή στα βάθη της Μικράς Ασίας όπου τα αστικά κέντρα ήταν περιορισμένα πριν από την ελληνιστική εποχή, η υιοθέτηση του μοντέλου της πόλης θα έχει πολύ σημαντικές συνέπειες.
Οι περισσότερες πόλεις θα προέλθουν είτε από αποικίες των ελληνιστικών ηγεμόνων, είτε από συνοικισμούς ιθαγενών κοινοτήτων. Αυτό μας φέρνει στον τελευταίο τρόπο υιοθέτησης του μοντέλου της πόλης που είναι η δημιουργία αποικιών από τους ελληνιστικούς ηγεμόνες, η δημιουργία κοινοτήτων από το μηδέν.
Ο κόσμος των αποικιών της αρχαϊκής και κλασικής εποχής ήταν γενικά ένας αποκεντρωμένος κόσμος που δημιουργείτο από την πρωτοβουλία μικρών κοινοτήτων να δημιουργήσουν αποικίες. Η ιδιαιτερότητα της ελληνιστικής εποχής είναι ότι οι ελληνιστικοί ηγεμόνες θα πάρουν το μοντέλο
της πόλης που είχε δημιουργηθεί στον κόσμο των αποικιών και θα αρχίζουν να δημιουργούν νέες
αποικίες αυτή τη φορά εντός του κόσμου των αυτοκρατοριών.
Οι πιο διάσημες πόλεις της ελληνιστικής εποχής, όπως η Αντιόχεια στη Συρία και η Αλεξάνδρεια στην Αίγυπτο, είναι ακριβώς νέα δημιουργήματα των ελληνιστικών ηγεμόνων (των Πτολεμαίων και των Σελευκιδών) χρησιμοποιώντας το μοντέλο της πόλης με επιμέρους παραλλαγές και προσαρμογές. Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον παράδειγμα του τι σημαίνει η υιοθέτηση του μοντέλου της πόλης από μία κοινότητα είναι μια επιγραφή από την πόλη των Ανισηνών στα βάθη της Μικράς Ασίας, στην Καππαδοκία. Αυτή η επιγραφή καταγράφει μία δημόσια απόφαση της πόλης των Ανισηνών. Είναι προφανές από τα ονόματα των Ανισηνών που είναι όλα μη ελληνικά, είναι καππαδοκικά, ότι πρόκειται για μια μη ελληνική κοινότητα που έχει υιοθετήσει το μοντέλο της ελληνικής πόλης.
Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι έχει υιοθετήσει ελληνικά ονόματα για τους μήνες του ημερολογίου, ότι υπάρχουν εορτές σε ελληνικές θεότητες (όπως για τον Δία Σωτήρα και τον Ηρακλή), ότι έχει υιοθετήσει ελληνικά ονόματα για τα διάφορα αξιώματα (όπως αυτό του δημιουργού ή αυτό των πρυτάνεων), ότι διαθέτει βουλή και εκκλησία.
Από την άλλη, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι μία από τις βασικές λατρείες των Ανισηνών είναι
αυτή της Αστάρτης, μίας θεότητας δηλαδή που προέρχεται από τη Μεσοποταμία. Αυτό δεν είναι
τυχαίο. Στη διάρκεια της δεύτερης χιλιετίας η Ανίσα είναι γνωστή ως Κανές, ένας εμπορικός σταθμός για τους Ασσύριους εμπόρους που πούλαγαν τα υφάσματά τους και αγόραζαν το ασήμι που παρήγαγε η περιοχή. Αυτός είναι και ο λόγος που η λατρεία της Αστάρτης έχει τόσο μεγάλη σημασία στην Ανίσα.
Μια προηγούμενη φάση της παγκοσμιοποίησης και ένα προηγούμενο ρεύμα της παγκοσμιοποίησης –αυτή τη φορά από την Ανατολή– είχε φέρει μία πολύ σημαντική λατρεία που υιοθετήθηκε από τον τοπικό πληθυσμό και, πάρα πολλούς αιώνες μετά, ένα προηγούμενο ασσυριακό ρεύμα της παγκοσμιοποίησης συνδέεται με ένα νέο ελληνικό ρεύμα της παγκοσμιοποίησης και την υιοθέτησή τους από μία τοπική κοινότητα της Καππαδοκίας.
Στη Μεσοποταμία και την κεντρική Ασία, η υιοθέτηση του μοντέλου της πόλης είναι πραγματικά εντυπωσιακή. Μία περίπτωση που δεν μετεξελίχθηκε ποτέ πλήρως σε πόλη, αλλά είναι παρ’ όλα
αυτά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι το νησάκι Φαϊλάκα στις ακτές του σημερινού κράτους του
Κουβέιτ. Οι ανασκαφές στο νησάκι αυτό έχουν προφανώς βρει πολλά στοιχεία του μεσοποταμιακού υλικού πολιτισμού (βρίσκεται δίπλα στη Μεσοποταμία). Έχουν όμως βρεθεί και τρεις ελληνικοί ναοί και μία επιγραφή που καταγράφει το γράμμα ενός Σελευκίδη κυβερνήτη προς την τοπική κοινότητα για τη δημιουργία νέων αθλητικών αγώνων. Υπάρχει λοιπόν μία επιγραφή στα ελληνικά που δείχνει τη δημιουργία μιας πολιτισμικής πρακτικής του ελληνικού χώρου σε ένα νησάκι στον Περσικό κόλπο.
Στην ίδια τη Μεσοποταμία οι δύο παλιές αυτοκρατορικές πρωτεύουσες, η Βαβυλώνα στη Μεσοποταμία και τα Σούσα στο Ελάμ, που αποτελούσαν πρωτεύουσες των Περσών μοναρχών, θα υιοθετήσουν το μοντέλο της πόλης στη διάρκεια της ελληνιστικής εποχής. Στην περίπτωση της Βαβυλώνας, μιας πανάρχαιας πόλης που πάει πίσω πολλές χιλιάδες χρόνια, βρίσκουμε ένα θέατρο, ένα γυμνάσιο και μία αγορά, συστατικά στοιχεία του τι σημαίνει ότι μια κοινότητα έχει υιοθετήσει το μοντέλο της πόλης. Αν και στη Βαβυλώνα δεν ξέρουμε τι όνομα πήρε η κοινότητα της Βαβυλώνας ως πόλη, στα Σούσα γνωρίζουμε ότι η κοινότητα μετονομάστηκε σε Σελεύκεια. Βρίσκουμε εκεί προφανώς ελληνικές λατρείες, αλλά και λατρείες ανατολίτικων θεοτήτων, όπως η Μα, και λατρείες τοπικές, όπως η λατρεία της Ναναίας που υιοθετείται από τους αποίκους της Σελεύκειας στα Σούσα.
Το πιο ενδιαφέρον από όλα, μία συνέπεια της υιοθέτησης του μοντέλου της πόλης από αυτούς τους μη ελληνικούς πολιτισμούς, έχει να κάνει με τη χρήση των γραφών και των γλωσσών. Από τη μία είναι ενδιαφέρον να δει κανένας ότι, σε αυτές τις περιοχές, αυτοί που γράφουν την ελληνική γλώσσα θα υιοθετήσουν το τοπικό μέσο γραφής, που είναι οι πινακίδες από πηλό. Έχει βρεθεί στη Βαβυλώνα μία πήλινη πινακίδα, στην οποία καταγράφονται στο ελληνικό αλφάβητο και στην ελληνική γλώσσα οι νικητές σε μία σειρά από αθλητικούς αγώνες. Αλλά ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι το φαινόμενο το αντίστροφο, στο οποίο στη Βαβυλώνα υιοθετείται το ελληνικό αλφάβητο για να καταγράψει την τοπική γλώσσα.
Στα όρια μεταξύ του Αφγανιστάν και της κεντρικής Ασίας ανακαλύφθηκε ο οικισμός του Άι Χανούμ (Ai Khanoum). Δυστυχώς, λόγω των πολύ δύσκολων πολιτικών και στρατιωτικών συνθηκών στο Αφγανιστάν, η μελέτη αυτού του οικισμού δεν έχει καταφέρει να είναι τόσο εντατική. Παρ’ όλα αυτά, με δεδομένες τις συνθήκες, είναι πολύ εντυπωσιακό τι έχουν αποκαλύψει οι ανασκαφές. Το Άι Χανούμ, είναι για μια κοινότητα στην οποία βρίσκουμε τόσο ελληνικά όσο και χαρακτηριστικά από την κεντρική Ασία, τη Μεσοποταμία, την Περσία. Από τη μία βρίσκουμε μεσοποταμιακούς ναούς και ανάκτορα σαν αυτά των Περσών ηγεμόνων, από την άλλη οι κορινθιακοί κίονες που υπάρχουν σε αυτά τα ανάκτορα δείχνουν ταυτόχρονα την υιοθέτηση στοιχείων του ελληνικού πολιτισμού. Και βέβαια, η ύπαρξη θεάτρου και γυμνασίου σε αυτήν την κοινότητα, στα βάθη της κεντρικής Ασίας, δείχνει ακριβώς την τεράστια έκταση της ελληνικής παγκοσμιοποίησης.
Στο Άι Χανούμ βρίσκουμε επίσης αποσπάσματα από ελληνικά λογοτεχνικά και φιλοσοφικά κείμενα. Βλέπουμε πόσο μακριά έχει φτάσει η παγκοσμιοποίηση του ελληνικού πολιτισμού. Αλλά και από πλευράς λατρειών βρίσκουμε αγαλματίδια για ελληνικές θεότητες όπως ο Ηρακλής και θεότητες της Ανατολίας όπως η Κυβέλη.
Η υιοθέτηση του μοντέλου της πόλης είχε πολύ σημαντικές συνέπειες για τον τρόπο με τον οποίο
μια κοινότητα αλληλεπιδρούσε πλέον με άλλες κοινότητες. Στη διάρκεια της ελληνιστικής εποχής οι Σάρδεις θα υιοθετήσουν και αυτές το μοντέλο της πόλης: θα αποκτήσουν θέατρο και τους βασικούς θεσμούς μιας ελληνικής πόλης. Είναι χαρακτηριστική μια επιγραφή της ελληνιστικής εποχής που καταγράφει την ανανέωση των πατρογονικών δεσμών ανάμεσα το πανελλήνιο ιερό των Δελφών και τις Σάρδεις. Οι Δελφοί τίμησαν τον βασιλιά της Λυδίας (με την έδρα του στις Σάρδεις) για τα πολύτιμα αφιερώματά του στους Δελφούς, δίνοντας τη δυνατότητα σε οποιονδήποτε πολίτη της Λυδίας να γίνει πολίτης στους Δελφούς. Στην ελληνιστική εποχή αυτά τα πράγματα ανανεώνονται, οι δεσμοί μεταξύ των Σάρδεων και των Δελφών ενισχύονται. Ανάμεσα σε όλα τα άλλα η κοινότητα των Δελφών αναγνωρίζει τους μουσικούς και αθλητικούς αγώνες που διοργανώνονται στις Σάρδεις.
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
