Το κέντρο βάρους των πολιτιστικών δραστηριοτήτων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας την εποχή του Ιουστινιανού Α΄ βρισκόταν στην Ραβέννα της Ιταλίας. Μετά την ανάκτησή της, πραγματοποιήθηκε ένα καταπληκτικό οικοδομικό πρόγραμμα που ξεπερνούσε τις οικονομικές δυνατότητες της τοπικής επισκοπής. Τα ψηφιδωτά του ιερού του Αγίου Βιταλίου, καθώς και αυτά στο μεσαίο κλίτος του ναού του Αγίου Απολλιναρίου του Νέου, της ανακτορικής εκκλησίας του Θευδέριχου, και του Αγίου Απολλιναρίου της Κλάσσης (St Apollinare in Classe), ως αρχιτεκτονική και ως διακόσμηση, είναι μεγάλα έργα της βυζαντινής τέχνης. Αποκαλύπτουν την ικμάδα της τέχνης αυτής, αλλά συνάμα την αυτοκρατορική προστασία και παρουσία. Τέλος, τα ψηφιδωτά του Σινά αποτελούν πραγματικά αριστουργήματα.

Άγιος Βιτάλιος
Τα δύο διάχωρα με τις αυτοκρατορικές παραστάσεις στον Άγιο Βιτάλιο, στις δύο πλευρές του κάτω μέρους του ιερού, είναι τα περιφημότερα βυζαντινά ψηφιδωτά. Έχει υποστηριχθεί ότι ίσως είναι αναμνηστικά της πραγματικής πομπής των αυτοκρατόρων Ιουστινιανού και Θεοδώρας, στην τελετή των εγκαινίων.
Στην σύνθεση στης νότιας πλευράς δεσπόζει η μορφή του Ιουστινιανού. Ο επίσκοπος Μαξιμιανός, κρατώντας έναν σταυρό ηγείται της πομπής προς τον κυρίως ναό. Τον συνοδεύουν διάκονοι ενώ τον αυτοκράτορα οι σωματοφύλακές του. Η Θεοδώρα και η συνοδεία της, εικονίζονται στην απέναντι πλευρά. Βρίσκονται ακόμη έξω από την εκκλησία, στο αίθριο, που υποδηλώνεται με την κρήνη και το παραπέτασμα. Η Θεοδώρα στολισμένη με πολύτιμα κοσμήματα και με μελαγχολική έκφραση κοπώσεως, ανάμεσα σε πύρινα χρώματα, δείχνεται μεγαλοπρεπής. Φαίνεται να κρατά ένα ποτήριο, ενώ ο Ιουστινιανός δισκάριο σε σχήμα φιάλης.

Μερικοί μελετητές πιστεύουν πως το αυτοκρατορικό ζεύγος προσκομίζει τα δώρα της Ευχαριστίας, τον άρτο και τον οίνο, και επειδή τα ψηφιδωτά βρίσκονται μέσα στο ιερό, υποστηρίχθηκε ότι ο Ιουστινιανός και η Θεοδώρα, συμμετείχαν την τέλεση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Πιθανότερο, όμως, είναι ότι, σύμφωνα με μια παλαιά χριστιανική παράδοση, έρχονται να εναποθέσουν τα δώρα τους στην Αγία Τράπεζα. Δεν αποκλείεται όμως οι συνθέσεις αυτές να αποδίδουν κάποια από τις συνηθισμένες τελετές, στις οποίες έπαιρνε μέρος η αυτοκρατορική οικογένεια, κατά τις οποίες πρόσφεραν στην εκκλησία πλούσια δώρα, όχι απαραίτητα της Ευχαριστίας, και οι οποίες περιγράφονται στο έργο του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου «Περί της βασιλείου τάξεως».
Το αυτοκρατορικό τυπικό και η αυτοκρατορική εικόνα έχουν εδώ διαιωνισθεί. Χρώμα, σχέδιο και ρυθμός προδίδουν τη γνήσια βυζαντινή τεχνοτροπία. Όλα τα πρόσωπα φαίνονται υποταγμένα στο μεγαλείο του αυτοκράτορα και της αυτοκράτειρας. Στις μορφές διακρίνονται ατομικά χαρακτηριστικά είναι δηλαδή φυσιογνωμίες με ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία, πράγμα που ισχύει και για τον επίσκοπο Μαξιμιανό, του οποίου η προσωπογραφία είναι αληθινά εντυπωσιακή. Εν τούτοις κανένα από τα πρόσωπα δεν έχει αποδοθεί με πιστή ομοιότητα. Εικονίζεται ο Αυτοκράτωρ και η Αυτοκράτειρα μάλλον, παρά ο Ιουστινιανός και η Θεοδώρα. Πρόκειται για έργα μοναδικά που προβάλλουν την αυτοκρατορική δόξα σε όλο το μεγαλείο της και, μολονότι μπορεί να θυμίζουν τα έργα της κλασικής παράδοσης, παραμένουν μοναδικά, γιατί έχουν μια εντελώς δική τους υπερβατικότητα.
Άγιος Απολλινάριος ο Νέος και Άγιος Απολινάριος in Classe
Στη βόρεια πλευρά της βασιλικής του Αγίου Απολλιναρίου του Νέου, μια πομπή από γυναίκες μάρτυρες, με επικεφαλής τους τρεις Μάγους, προχωρούν προς την Παναγία και το Θείο Βρέφος, που εικονίζονται πλαισιωμένοι από αγγέλους. Στην απέναντι πλευρά μια πομπή ανδρών μαρτύρων με το στέφανο του μάρτυρα κατευθύνονται προς τον ίδιο τον Χριστό. Η ωραιότητα των ψηφιδωτών αυτών, που χρονολογούνται το 568, είναι μοναδική.

Η πομπή κινείται σε χρυσό «κάμπο», με μια απαράμιλλη για εκείνη την περίοδο αίσθηση ρυθμού, αργή, τελετουργική, ιερατική. Οι μάρτυρες διασχίζουν ένα τοπίο με φοινικόδεντα, που φύονται ανάμεσα σε βαθυπράσινα χόρτα, άνθη και θάμνους, προχωρούν προς τον προορισμό τους. Οι μορφές τους μοιάζουν στιγμιαία ακινητοποιημένες. Τα πρόσωπά τους στρέφονται προς τον θεατή με μια απόμακρη, αλλόκοσμη έκφραση. Οι άγιοι επαναλαμβάνουν τον αργό ρυθμό των κιόνων και ακολουθούν την ελαστικότητα των τόξων που γεφυρώνουν τους κίονες. Αντικατοπτρίζουν την πομπή των Τιμίων Δώρων που γινόταν στο μέσο του κυρίως ναού.
Εδώ αρχιτεκτονική και διακόσμηση συνταιριάζονται κατά μοναδικό τρόπο, για να αποδώσουν την ουσία της λειτουργικής τέχνης. Τα ψηφιδωτά αυτά, τοποθετημένα σε ένα κόσμο αιωνιότητας, επάνω σε χρυσό κάμπο, αποτελούν το χριστιανικό πάρισο της ζωφόρου του Παρθενώνα του μεγάλου Φειδία. Το ειδωλολατρικό παρελθόν και το χριστιανικό παρόν συναντώνται εδώ, γιατί και τα δύο, το Ωραίο και το Υπερβατικό, πηγάζουν από την ψυχή του ίδιου λαού.

Στα ψηφιδωτά του Ιερού του Αγίου Απολλιναρίου της Κλάσσης παρουσιάζεται μια άλλη όψη της βυζαντινής τέχνης της εποχής. Εδώ εικονίζεται μια συμβολική παράσταση της Μεταμόρφωσης επάνω σε χρυσό κάμπο που δημιουργεί μεγαλειώδη εντύπωση. Η σκηνή θυμίζει το μεγάλο ψηφιδωτό του Σινά ως προς το νόημα, δεν έχει όμως και την δύναμη εκείνου.
Σινά
Στην κόγχη του ιερού του Σινά στην αψίδα πάνω από την Αγία Τράπεζα υπάρχει μια ψηφιδωτή σύνθεση. Θέμα του ψηφιδωτού αυτού είναι η Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Την κύρια σύνθεση περιβάλλει ένα πλαίσιο με δίσκους που περιέχουν μορφές αποστόλων και προφητών. Το μέτωπο του θριαμβικού τόξου κοσμεί η παλαιότερη ίσως παράσταση του θέματος της Δεήσεως. Ο αμνός του θεού μέσα σε δίσκο μεταξύ δύο αρχαγγέλων και στα άκρα πάλι μέσα σε κύκλο, προτομές του Ιωάννη του Βαπτιστή και της Παναγίας. Υψηλότερα στους τοίχους, δεξιά και αριστερά από ένα διπλό παράθυρο, δύο σκηνές που παριστάνουν τον Μωυσή μπροστά από την φλεγόμενη βάτο και τον ίδιο να παραλαμβάνει το Νόμο. Οι τεχνικές έρευνες δεν αφήνουν αμφιβολία ότι τα ψηφιδωτά αυτά εκετελέστηκαν σε σύντονο χρονικό διάστημα και ενώ ακόμα ζούσε ο Ιουστινιανός.

Το θέμα του ψηφιδωτού της κόγχης αρμόζει στο Σινά, τον τόπο όπου ο Μωυσής άκουσε τη φωνή του Θεού, χωρίς ποτέ όσο ζούσε να δει το πρόσωπό Του, και όπου ένας άγγελος έτρεφε τον Ηλία. Ούτε εκείνος είδε το πρόσωπο του Θεού. Μόνο κατά την Μεταμόρφωση είδαν οι δύο προφήτες κατά πρόσωπο τον Θεό. Η Καινή Διαθήκη αποτέλεσε στο σημείο αυτό την εκπλήρωση της Παλαιάς Διαθήκης. Εκείνο πάντως, που είδαν οι προφήτες στο όρος Θαβώρ ήταν η θεία φύση του Χριστού και ο καλλιτέχνης του ψηφιδωτού πέτυχε να αναπαραστήσει το θέμα, αντιπαραθέτοντας το ανθρώπινο στο θείο.
Η μορφή του Χριστού εμφανίζεται εξαϋλωμένη, φορώντας ένα ένδυμα που κρύβει το βάρος του σώματος, ενώ αντίθετα οι προφήτες έχουν έκφραση ανθρώπινη. Πατούν στερεά στο έδαφος, αποκαλύπτοντας συγκινήσεις που αποτυπώνονται και στα εκφραστικά πρόσωπα των Αποστόλων. Το θέμα όλης της παράστασης περιστρέφεται γύρω από το δόγμα των φύσεων του Χριστού, που αποκρυσταλλώθηκε το 451, στη σύνοδο της Χαλκηδόνας.
Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
