Το απόσπασμα του Βουργούνδιου χρονικογράφου Ραούλ Γκλαμπέρ είναι πασίγνωστο: «Ενώ πλησίαζε η τρίτη χρονιά που ακολούθησε το έτος 1000, είδαμε σε ολόκληρη την γη, αλλά κυρίως στη Γαλατία, να ανοικοδομούν τις εκκλησίες αν και οι περισσότερες ήταν καλοχτισμένες και δεν είχαν ανάγκη, αληθινή άμιλλα έσπρωχνε κάθε χριστιανική κοινότητα να αποκτήσει μια εκκλησία πολυτελέστατη από εκείνη των γειτόνων της. Θα λέγαμε ότι ο κόσμος ολάκερος σειόταν για να παρατήσει την παλαιότητά του και να περιβληθεί με ένα πέπλο από εκκλησίες. Τότε, όλες σχεδόν οι εκκλησίες των επισκοπικών εδρών, των μοναστηριών που ήταν αφιερωμένα σε κάθε λογής άγιο, ακόμη και τα μικρά παρεκκλήσια των χωριών, ξανακτίστηκαν από τους πιστούς ομορφότερα».

Ιδού η πιο περίλαμπρη εξωτερική ένδειξη για την άνθηση της Χριστιανοσύνης που εκδηλώνεται γύρω στο έτος 1000. Αυτό το μεγάλο ρεύμα ανοικοδόμησης έπαιξε οπωσδήποτε θεμελιώδη ρόλο στη πρόοδο της Δύσης μεταξύ του 10ου και του 14ου αιώνα. Καταρχήν με τη λειτουργία του ως οικονομικό κίνητρο. Η μαζική παραγωγή πρώτων υλών (πέτρα, ξύλο, σίδηρος), η τελειοποίηση τεχνικώς και η κατασκευή εργαλείων για την εξόρυξη, τη μεταφορά και την ανέγερση υλικών αξιόλογων σε μέγεθος και σε βάρος, η στρατολόγηση εργατικού δυναμικού, η χρηματοδότηση των εργασιών, όλα αυτά ανέδειξαν τα εργοτάξια των οικοδομών σε κέντρο πρώτης και μοναδικής σχεδόν μεσαιωνικής βιομηχανίας.
Αλλά η οσμή της ανοικοδόμησης δεν είναι πρωτογενές φαινόμενο. Ανταποκρίνεται σε ανάγκες, η κυριότερη των οποίων είναι η αναγκαιότητα να στεγασθεί ένας πολυπληθέστερος πληθυσμός. Αναμφίβολα, δεν υπάρχει πάντοτε άμεση σχέση μεταξύ του ποσοστού των εκκλησιών και του αριθμού των πιστών. Κίνητρα του γοήτρου και λατρείας έπαιξαν ασφαλώς ρόλο στη αναζήτηση του μεγάλου. Αλλά ήταν επίσης κεφαλαιώδης η επιθυμία να επιτραπεί στον αυξανόμενο χριστιανικό πληθυσμό να χωρέσει ολόκληρος μέσα σε θρησκευτικά οικοδομήματα.
Είναι δύσκολο να διακρίνουμε τα αίτια από τα αποτελέσματα στην εξέλιξη της Χριστιανοσύνης, αφού οι περισσότερες από τις όψεις αυτής της διαδικασίας ήταν και τα δύο συγχρόνως. Είναι ακόμη δυσκολότερο να διακρίνουμε την πρωταρχική και αποφασιστική αιτία αυτής της προόδου. Μπορούμε πάντως να αποδώσουμε αυτόν τον ρόλο σε παράγοντες τους οποίους επικαλούνται συχνά για να ερμηνεύσουν την απογείωση της Δύσης, όπως η δημογραφική αύξηση, που ήταν το πρώτο και το πιο θεαματικό από τα αποτελέσματα της προόδου. Η σχετική ειρήνευση επίσης που αποκαθίσταται κατά τον 10ο αιώνα: τέλος των επιδρομών, πρόοδος των θεσμών «ειρήνης» που ρυθμίζουν τον πόλεμο, περιορίζοντας τον χρόνο της στρατιωτικής δραστηριότητας και θέτοντας κάποιες μη μάχιμες κατηγορίες του πληθυσμού υπό την προστασία εγγυήσεων που υπόσχονται με όρκο οι πολεμιστές.
Η μείωση της έλλειψης ασφάλειας ήταν και αυτή συνέπεια της επιθυμίας ευρέων στρωμάτων της χριστιανικής κοινωνίας να προστατέψουν την πρόοδο που τότε γεννιόταν. Η προστασία που παραχωρείται ειδικά στους αγρότες, τους εμπόρους, τα ζώα και τα υποζύγια είναι χαρακτηριστική: η πίεση της οικονομικής προόδου κάνει τα όπλα να υποχωρήσουν, επιβάλλει το περιορισμένο και ελεγχόμενο αφοπλισμό.
Αλλά η προέλευση αυτής της ανάπτυξης θα πρέπει να αναζητηθεί στον τομέα της γαιοκτησίας, που στο Μεσαίωνα είναι η βάση για τα πάντα. Από τη στιγμή που η κυρίαρχη τάξη εξαγροτίζεται, γίνεται μια τάξη μεγαλογαιοκτημόνων. Η αριστοκρατία της γης υποκινεί την πρόοδο στην αγροτική παραγωγή. Η κυρίαρχη τάξη -με εξαίρεση κάποιους εκκλησιαστικούς άρχοντες και κάποιους υψηλά ιστάμενους αξιωματούχους των Καρολιδών– δεν ενδιαφέρθηκε μάλλον άμεσα και την εκμετάλλευση των γαιοκτημάτων της. Αλλά οι οφειλές και οι υπηρεσίες που απαιτούσαν από τη μάζα των αγροτών παρότρυναν μάλλον τους τελευταίους να βελτιώσουν κάπως τις μεθόδους καλλιέργειας για να τους ικανοποιήσουν. Οι αποφασιστικές πρόοδοι που συνέθεσαν, μεταξύ τους 10ου και του 13ου αιώνα, αυτό που αποκαλούμε «αγροτική επανάσταση», είχαν ήδη εμφανισθεί δειλά από τον 7ο-8ο αιώνα και αναπτύχθηκαν με αργό ρυθμό μέχρι το έτος 1000, εποχή κατά την οποία γνώρισαν σημαντική επιτάχυνση.
Η ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής έφερε και αύξηση του πληθυσμού στην Δυτική Ευρώπη. Από 14,7 εκατομμύρια γύρω στο έτος 600 έφθασε τα 22,6 το 950 και τα 54,4 εκατομμύρια πριν τη Μαύρη Πανούκλα το 1348, 27 γύρω στο 700, σε 42 το έτος 1000 και σε 73 εκατομμύρια το 1300.
Η δημογραφική ανάπτυξη ήταν, κι αυτή με τη σειρά της, αποφασιστική για την επέκταση της Χριστιανοσύνης. Οι συνθήκες του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής θα μπορούσαν να υποκινήσουν κάποια τεχνική πρόοδο, αλλά ασφαλώς παρακώλυαν την υπέρβαση ενός μέτριου επιπέδου και δεν επέτρεπαν ποιοτικές προόδους στην αγροτική παραγωγή, οι οποίες θα επαρκούσαν για να αντιμετωπισθούν οι ανάγκες που γέννησε η δημογραφική αύξηση. Η αύξηση της απόδοσης και της θρεπτικής ικανότητας της συγκομιδής παρέμενε μικρή. Η λύση που απέμενε ήταν η αύξηση του καλλιεργούμενου χώρου. Η πρώτη όψη της επέκτασης της Χριστιανοσύνης, μεταξύ του 10ου και του 14ου αιώνα, είναι ένα τεράστιο ρεύμα εκχερσώσεων.
Συνήθως οι νέοι αγροί αποτελούν επέκταση των παλιών εδαφών, καθώς «μια προοδευτική διερεύνηση του ξέφωτου» εξαπλώνεται στη ζώνη του χέρσου εδάφους και των βοσκοτόπων. Τα εδάφη που εκχερσώθηκαν καίγοντας δάση επέκτειναν τα όρια των βατοπεδίων, αλλά σπάνια εθιξαν τους δρυμούς, τόσο εξαιτίας των περιορισμένων εργαλείων, όσο εξαιτίας της επιθυμίας των μεν αρχόντων να διατηρήσουν τα κυνηγετικά τους πεδία και των δε κοινοτήτων των χωριών να μη θίξουν τον δασικό πλούτο, που ήταν σημαντικός για την μεσαιωνική οικονομία. Η κατάκτηση του εδάφους έγινε αποξηραίνοντας έλη και δημιουργώντας πόλντερ [εκτάσεις ξηράς που ανακτήθηκαν από τη θάλασσα, λίμνες ή ποτάμια, συνήθως σε χαμηλό υψόμετρο (κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας), προστατευόμενες από τεχνητά αναχώματα, τάφρους και αντλιοστάσια]. Στη Φλάνδρα, η οποία από νωρίς επηρεάστηκε έντονα από τη δημογραφική πρόοδο, η εξέλιξη αυτή αρχίζει γύρω στο 1100 με την κατασκευή φραγμάτων σε διάφορα μέρη.
Πηγή: Ο πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης, Jacques Le Goff
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
