Παγκόσμια κοινή

Ο κόσμος των αποικιών και των δικτύων δημιουργούν μια γλώσσα που οι ερευνητές ονομάζουν παγκόσμια κοινή. Είναι δυνατόν οι διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης να οδηγήσουν στην εξαφάνιση των τοπικών κοινοτήτων και των τοπικών πολιτισμών. Στην ελληνιστική εποχή η υιοθέτηση της ελληνικής γλώσσας ως lingua franca («κοινή γλώσσα») σε μία σειρά από κοινωνίες της Μικράς Ασίας, όπως η Καρία, η Λυδία, η Λυκία, θα οδηγήσει στην εξαφάνιση της χρήσης των τοπικών γλωσσών ως μέσων δημόσιας επικοινωνίας και, στη συνέχεια, και την εξαφάνιση αυτών των γλωσσών ως καθομιλουμένων γλωσσών.

Παγκόσμια κοινή
Δωρικός ναός στην Eγέστα

Σίγουρα, μία από τις πιθανές συνέπειες της παγκοσμιοποίησης είναι ακριβώς η ομογενοποίηση.
Όμως, πολύ πιο συχνά η παγκοσμιοποίηση δεν συνοδεύεται από την ομογενοποίηση και την
εξάλειψη άλλων τοπικών διαφορετικών πολιτισμών, αλλά από κάτι αρκετά πιο σύνθετο. Η αγγλική
γλώσσα έχει έναν πολύ ωραίο όρο, για να περιγράψει τις τοπικές χρήσεις της παγκόσμιας κοινής:
είναι ο όρος glocalization, ο συνδυασμός δηλαδή του global, του παγκόσμιου, και του local, του
τοπικού. Στα ελληνικά δεν υπάρχει τέτοιος όρος.

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι με τους οποίους οι πολιτισμοί και οι κοινωνίες χρησιμοποιούν
στοιχεία από την παγκόσμια κοινή. Ένας πρώτος τρόπος είναι αυτός της πλήρους υιοθέτησης μιας όψης, ενός φαινομένου, μιας πρακτικής της παγκόσμιας κοινής. Κοινότητες από τη δυτική
Μεσόγειο μπορεί να υιοθετούν την ελληνική μνημειακή αρχιτεκτονική στην πλήρη της μορφή και
όπως ο ναός από την Εγέστα της Σικελίας, που είναι η υιοθέτηση της αρχιτεκτονικής
ενός ελληνικού ναού στην τυπική του και πλήρη μορφή.

Μία δεύτερη περίπτωση είναι αυτή της τροποποίησης, της υιοθέτησης δηλαδή μιας όψης, ενός
φαινομένου, μιας πρακτικής αλλά της τροποποίησής τους για νέες χρήσεις, για διαφορετικές
εφαρμογές. Η μνημειακή αρχιτεκτονική των Ελλήνων μπορούσε να υιοθετηθεί όχι μόνο για την
κατασκευή ναών, όπως στη Σικελία, αλλά για την κατασκευή πολύ διαφορετικών
κτισμάτων, όπως για παράδειγμα των ταφικών μνημείων.

Ένας τρίτος τρόπος αλληλεπίδρασης με την παγκόσμια κοινή είναι αυτός της πολυσημίας. Με άλλα λόγια, της δημιουργίας μορφών υλικού πολιτισμού ή πνευματικών πολιτισμικών πρακτικών που είναι δυνατόν να αναγνωστούν, να γίνουν κατανοητά με πολλαπλούς τρόπους από ανθρώπους διαφορετικών πολιτισμών. Ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση της πολυσημίας είναι η λεγόμενη ελληνοσκυθική τέχνη. Η ελληνοσκυθική τέχνη εμφανίζεται στη διάρκεια του 4ου αιώνα π.Χ. και πρόκειται για μια μορφή τέχνης που χρησιμοποιεί το στυλ των Ελλήνων καλλιτεχνών, για να απεικονίσει όμως τη ζωή, τα έθιμα και τις πρακτικές των Σκυθών.

Μια άλλη μορφή χρήσης της παγκόσμιας κοινής είναι αυτή της συνύπαρξης στοιχείων από
διαφορετικούς πολιτισμούς στα ίδια αντικείμενα, στις ίδιες πρακτικές. Παράδειγμα αυτής της μορφής χρήσης είναι μια δίγλωσση στήλη από τη Μέμφιδα της Αιγύπτου δημιουργημένη για να τιμήσει τη μνήμη ενός Κάρα. Τα δύο πρώτα επίπεδα έχουν κλασικά μοτίβα εικονογραφικά της αιγυπτιακής τέχνης· το τελευταίο επίπεδο έχει ένα τυπικό μοτίβο της ελληνικής τέχνης, αυτό της πρόθεσης του νεκρού. Άρα, αυτή η στήλη συνδυάζε, χωρίς να αναμειγνύει, παραθέτει διακριτά στο ίδιο αντικείμενο εικονογραφικά μοτίβα και στυλ από διαφορετικούς πολιτισμούς.

Μία τελευταία μορφή χρήσης της παγκόσμιας κοινής είναι αυτή της μείξης. Της μείξης δηλαδή σε ένα αντικείμενο, σε μία πρακτική, υλικών από πολύ διαφορετικούς πολιτισμούς και πολύ διαφορετικές πρακτικές. Ένα νόμισμα από την Ισσό της Κιλικίας συνδυάζει την ελληνική εικονογραφία των αγαλμάτων των θεοτήτων με την περσική εικονογραφία του Αχούρα Μάζντα. Επιγραφές στην ελληνική γλώσσα και γραφή από τη μία, με επιγραφές στην αραμαϊκή γλώσσα και γραφή από την άλλη. Είναι μια κλασική περίπτωση ενός υβριδικού αντικειμένου, που συνδυάζει εικονογραφία, γλώσσα και γραφή από διαφορετικούς πολιτισμούς.


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.