Η μετατόπιση του γεωπολιτικού κέντρου βάρους της Αυτοκρατορίας

Μετά την παραχώρηση ανεξαρτησίας στην Ινδία το 1947, η Βρετανία θεώρησε αναγκαία τη διατήρηση της επιρροής της στη Μέση Ανατολή, η οποία απέμεινε ως η σημαντικότερη περιοχή της υδρογείου υπό αποκλειστικό βρετανικό έλεγχο. Εφόσον η κυριαρχία με μια τέτοια περιοχή θεωρήθηκε στον Λονδίνο απαραίτητη προϋπόθεση για τη διατήρηση της Βρετανίας στη χορεία των Μεγάλων Δυνάμεων, η Μέση Ανατολή απέκτησε στους κύκλους του Ουάιτχολ μια σημασία πραγματικά υπαρξιακή. Και αυτή η μετατόπιση του γεωπολιτικού κέντρου βάρους της Αυτοκρατορίας από την Ινδία στη δυτική Ασία έμελλε να διαδραματίσει κρίσιμο ρόλο στην πορεία του Κυπριακού.

Η μετατόπιση του γεωπολιτικού κέντρου βάρους της Αυτοκρατορίας

Στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου η Κύπρος, υπό βρετανική κυριαρχία, ήταν η μόνη περιοχή όπου το Λονδίνο μπορούσε να αναπτύσσει την πολιτική του χωρίς συμβατικούς περιορισμούς. Τέσσερις φορές, το 1946, 1950, 1954 και το 1955, οι βρετανοί Αρχηγοί των Επιτελείων επέμειναν ότι η κυριαρχία επί της Κύπρου ήταν απαραίτητη για να διατηρήσει η Βρετανία τον έλεγχο της Μέσης Ανατολής. Και τις τέσσερις φορές η παρέμβαση τους υπήρξε καταλυτική στη διαμόρφωση της βρετανικής πολιτικής.

Ωστόσο, η ισχύς της Βρετανίας στην περιοχή βρισκόταν σε καθοδική πορεία. Το 1954 οι Βρετανοί αναγκάστηκαν να αποδεχθούν την αποχώρησή τους από τη μεγάλη στρατιωτική βάση του Σουέζ. Η εξέλιξη αυτή επηρέασε σοβαρά το Κυπριακό. Το 1952 αποφασίστηκε η μεταφορά του βρετανικού Στρατηγείου Μέσης Ανατολής από το Σουέζ στην Κύπρο. Η προοπτική της απώλειας του Σουέζ έπεισε τους Βρετανούς για την ανεπάρκεια των στρατιωτικών βάσεων και την αναγκαιότητα να διατηρήσουν πλήρη έλεγχο στην Κύπρο.

Παράλληλα, το Λονδίνο αναζήτησε περιφερειακούς συμμάχους στους δεσμούς με τους οποίους θα μπορούσε να στηρίξει την κλονιζόμενη θέση του στον κρίσιμο αυτό γεωγραφικό χώρο. Και ο κυριότερος σύμμαχος αυτού του είδους ήταν η Τουρκία, με αποτέλεσμα να αποκτήσουν οι τουρκικές θέσεις για την Κύπρο πρωτόγνωρη βαρύτητα για την Αγγλία.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, η Αγγλία προσπάθησε να συγκροτήσει μεσανατολικό αμυντικό οργανισμό, στον οποίο η Άγκυρα προοριζόταν να παίξει κρίσιμο ρόλο. Τον Φεβρουάριο του 1955, η Άγκυρα πρωταγωνίστησε στη σύναψη του Συμφώνου της Βαγδάτης, το οποίο έμελλε να αποτελέσει ένα από τα καίρια ερείσματα των Βρετανών στην περιοχή. Έστω και αν τελικά το Σύμφωνο απέτυχε πολιτικά, στα μέσα της δεκαετίας ήταν πλέον η μόνη επιλογή του Λονδίνου στη Μέση Ανατολή, και η Τουρκία είχε αναδυθεί ως βασικό του στήριγμα. Η φράση του Ήντεν στα απομνημονεύματά του -και μάλιστα με αναφορά στην Κύπρο- ήταν ξεκάθαρη: «θεωρούσα τη συμμαχία μας με την Τουρκία ως τον πιο σημαντικό παράγοντα της πολιτικής μας σε αυτήν την περιοχή του κόσμου».

Έτσι για λόγους στρατηγικούς, ψυχολογικούς και κυρίως εσωτερικής πολιτικής, η Βρετανία θεωρούσε ότι η Ένωση προσέβαλε καίρια τα συμφέροντά της. Και για λόγους πολιτικούς αισθανόταν ότι έπρεπε να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στις θέσεις της Τουρκίας. Η Άγκυρα υπό την ηγεσία του Αντνάν Μεντερές, επέλεξε να αντιταχθεί στην Ένωση για στρατηγικούς λόγους για να μην ελέγξει η Ελλάδα ακόμη ένα μεγάλο νησί, αυτή την φορά στις νότιες ακτές της. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, μόνο δευτερευόντως ενδιέφερε την Τουρκία η θέση και η ευημερία των Τουρκοκυπρίων.

Από την άλλη πλευρά, την ελληνική, βρισκόταν η επιδίωξη της Ένωσης. Αυτό που εξέφρασε ο Μακάριος Γ΄, ο οποίος είχε ήδη εκλεγεί ως αρχιεπίσκοπος και εθνάρχης της Κύπρου, -το αίτημα της αυτοδιάθεσης, ήταν πάνω από όλα ένα αίτημα εθνικής και πολιτικής ελευθερίας από το αποικιακό καθεστώς. Η επιδίωκη των Ελληνοκυπρίων -80% του πληθυσμού του νησιού τους, πλειοψηφία σε κάθε τμήμα του- να ενωθούν με την Ελλάδα ήταν απόλυτα αναμενόμενη, καθώς, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ιδέα της δημοκρατικής κα φιλελεύθερης πολιτικής διακυβέρνησης και της εθνικής ελευθερίας είχε προωθηθεί σημαντικά.

Είναι αλήθεια πως με δεδομένες τις βρετανικές προτεραιότητες, το αίτημα αυτό ήταν προορισμένο να συναντήσει την έντονη αντίδραση του Λονδίνου και υποστηρίζεται ότι αν δεν είχε μεσολαβήσει η σύγκρουση του 1955-59, η Αγγλία ίσως να συναινούσε στην Ένωση. Αλλά, όταν εξετάζεται η δεκαετία του1950, δεν πρέπει να παραβλέπεται η πικρία και η απογοήτευση ης ελληνοκυπριακής πλευράς από τις εξελίξεις των προηγούμενων ετών.

Ο πόλεμος ειχε συνεγείρει τους λαούς στην ιδέα της ελευθερίας, η Ινδία είχε αποκτήσει ανεξαρτησία. Ήδη εξελισσόταν ο Ψυχερός Πόλεμος στο όνομα της ελευθερίας. Τελικά, δεν ήταν δυνατόν στη δεκαετία του 1950, όταν μεσουρανούσε η ρητορική περί του «ελεύθερου κόσμου» να αποδεχτούν μισό εκατομμύριο Έλληνες να παραμείνουν εσαεί υπό αποικικαή διοίκηση, όσο «φιλελεύθερη» και «φωτισμένη» και αν ήταν. Η επιδίωξη αυτών των στόχων -στρατηγικών από τη βρετανική πλευρά, εθνικής και πολιτικής ελευθερίας από την ελληνική- ώθησε σταδιακά τις δύο πλευρές σε θέσεις που έμελλαν να προετοιμάσουν τη μελλοντική σύγκρουση.

Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.