Η τελευταία πεντηκονταετία της τουρκοκρατίας στην Κύπρο οριοθετήθηκε από δύο χαρακτηριστικές εκδηλώσεις στη εξέλιξη του κυπριακού κινήματος. Το 1828 ο νεοεκλεγμένος αρχιεπίσκοπος Πανάρετος, οι ιεράρχες και οι προύχοντες της Κύπρου απηύθυναν έκκληση προς τον Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια να συμπεριλάβει τη νήσο στην υπό ίδρυση Ελληνική Πολιτεία. Αυτή ήταν μια σαφέστατη διατύπωση του αιτήματος για εθνική αποκατάσταση και ελευθερία της Κύπρου που είχαν διακηρύξει για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 1821 στη Μασσαλία οι Κύπριοι κληρικοί και προύχοντες που είχαν σωθεί από τις σφαγές του Ιουλίου του 1821. Η έκκληση των Κυπρίων στον Καποδίστρια επαναλήφθηκε λιγότερο επίσημα το 1830. Στο τέλος της περιόδου, ο αρχιεπίσκοπος Σωφρόνιος υποδέχθηκε τον πρώτο Άγγλο Αρμοστή, διακηρύσσοντας ότι οι Κύπριοι έβλεπαν την έλευση των Άγγλων σαν απλό σταθμό που θα οδηγούσε στην ένωση με την Ελλάδα, σύμφωνα με το προηγούμενο της Επτανήσου.

Αυτές οι δύο εκδηλώσεις του ενωτικού αιτήματος αποτελούν ορόσημα στην ιστορία του εθνικού κινήματος του κυπριακού ελληνισμού. Οι εκδηλώσεις και οι μορφές που αυτό πήρε στη φθίνουσα τουρκοκρατία επιτρέπουν να μιλήσουμε για ένα πολιτικό προσανατολισμό των ηγετικών ομάδων της κυπριακής κοινωνίας, που αργά αλλά σταθερά απέκτησε συγκεκριμένο ιδεολογικό περιεχόμενο και λαϊκή βάση.
Η ιδεολογία που ενέπνεε το εθνικό κίνημα στην Κύπρο ήταν εκείνη της Μεγάλης Ιδέας που από τη δεκαετία του 1840 κυριαρχούσε στη νεοελληνική πολιτική σκέψη. Από τους πολιτικούς κύκλους και τη διανόηση της Αθήνας η ιδεολογία αυτή εισέδυσε σταδιακά στα κέντρα του αλύτρωτου ελληνισμού και στην ελληνική περιφέρεια.
Πρωταρχικός φορέας του πνεύματος του αλυτρωτισμού στην Κύπρο την περίοδο αυτή είναι η Εκκλησία, λόγω της ηγετικής θέσης που της εξασφάλιζαν τα εθναρχικά της δικαιώματα. Μέσα από αυτό το εκπαιδευτικό σύστημα, που αυτή συντηρούσε και κατηύθυνε, η ιδεολογία αυτή διοχετευόταν συστηματικά προς τον πληθυσμό και η επέκταση του δικτύου των σχολείων, πρώτα στις πόλεις και αργότερα στην ύπαιθρο, αποτέλεσε συνάμα και δείκτη της επέκτασης των εστιών της ιδεολογίας του αλυτρωτισμού που με τον τρόπο αυτό αποκτούσε τη μαζική της βάση.
Οι γηγενείς αυτοί μηχανισμοί ενισχύονταν από τη σταδιακή εισροή στην Κύπρο και άλλων φορέων της Μεγάλης Ιδέας που προέρχονταν από τα μεγάλα εθνικά κέντρα. Στα αμέσως επαναστατικά χρόνια άρχισαν να γυρίζουν, Έλληνες υπήκοοι πια, οι Κύπριοι αγωνιστές που είχαν λάβει μέρος στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, να συσπειρώνονται γύρω από τις ελληνικές προξενικές αρχές και να γίνονται προπαγανδιστές του αλυτρωτισμού. Το ίδιο πνεύμα ενσταλαζόταν και στους Κύπριους μαθητές που φοτούσαν στα Γυμνάσια του Ναυπλίου, της Αθήνας και τυς Ερμούπολης στα χρόνια 1830 με 1860.
Σε όλο τον 19ο αιώνα η Κύπρος είχε συνεχή επικοινωνία εμπορική και πολιτιστική με τα μεγάλα ελληνικά κέντρα της ανατολικής Μεσογείου, με την Επτάνησο και με τις παροικίες της ελληνικής διασποράς στην Ιταλία και στην ανατολική Ευρώπη. Η πολιτιστική πλευρά των σχέσεων αυτών είναι αναμφισβήτητα η σημαντικότερη. Τα περισσότερα βιβλία και περιοδικά έντυπα που κυκλοφορούσαν στην Κύπρο αυτήν την περίοδο ήταν εκδόσεις της Κωνσταντινούπολης, της Σμύρνης, της Τεργέστης, της Αλεξάνδρειας.
Η κυπριακή εκπαίδευση ενισχύθηκε συστηματικά από τον Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως κα οι Κύπριοι που επιζητούσαν ανώτερη μόρφωση στρέφονταν κυρίως προς τη Θεολογική Σχολή του Σταυρού των Ιεροσολύμων και κατά δεύτερο λόγο προς το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η διακίνηση προσώπων από και προς την Κύπρο ήταν πυκνότερη με την Αίγυπτο, την Μικρά Ασία και την Επτάνησο παρά με το ελληνικό βασίλειο.
Με την Αθήνα οι σχέσεις της Κύπρου είχαν κυρίως επίσημο διοικητικό περιεχόμενο. Η πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους δεν ήταν παρά ένα από τα κέντρα του μείζονος ελληνισμού της εποχής με τα οποία η Κύπρος διατηρούσε οργανικούς οικονομικούς, κοινωνικούς και πολιτιστικούς δεσμούς. Μόνο αργότερα με την ένταση του νεοελληνικού εθνικισμού θα ενισχυθεί το πλέγμα των σχέσεων της Κύπρου με την Αθήνα σε όλους αυτούς τους τομείς.
Οι δεσμοί της Κύπρου με τα μεγάλα ελληνικά κέντρα της ανατολικής Μεσσογείου, που άκμαζαν την εποχή αυτή, υπήρξαν αποφασιστικοί για την επιβίωση του κυπριακού ελληνισμού στην αρχαία του κοιτίδα. Με τους δεσμούς αυτούς ενισχύθηκε η δημογραφική και πολιτιστική αντοχή του ελληνισμού της Κύπρου, που δοκιμάστηκε σκληρά και αντιμετώπισε μεγάλους εθνολογικούς κινδύνους στους τρεις αιώνες της τουρκοκρατίας.
Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
