Εκκλησιαστική τέχνη

Μέρος της βυζαντινής τέχνης ήταν και η εκκλησιαστική τέχνη, την οποία απάρτιζαν έπιπλα και ιερά σκεύη. Οι εκκλησίες δέχονταν μικροαντικείμενα ως δώρα από αυτοκράτορες καθώς και από επισκόπους ή από εύπορες οικογένειες. Πρέπει ωστόσο διευκρινιστεί ότι η διακόσμηση των εκκλησιών με έργα μικροτεχνίας δεν ήταν απλώς εκδήλωση φιλοκαλίας ή ανταγωνισμού προς τον αυτοκράτορα και την αυλή του. Πολλοί από αυτούς τους δωρητές, γνωστοί και άγνωστοι δώριζαν ωραιότατα αντικείμενα από καθαρή ευλάβεια και πίστη, και με την πεποίθηση πως καθετί εξαιρετικά ωραίο και πολύτιμο ανήκει στο Θεό.

Εκκλησιαστική τέχνη
Η ελεφάντινη καθέδρα του επισκόπου της Ραβέννας Μαξιμιανού

Η περίφημη καθέδρα του επισκόπου Μαξιμιανού, που εικονίζεται στο ψηφιδωτό της Ραβέννας, είναι ένα έργο εξαιρετικής ποιότητας τόσο για το υλικό του -ένας ολόκληρος θρόνος από ελεφαντόδοντο- όσο και για την ομορφιά του. Εκτός από το ωραίο σχέδιο του πλαισίου, όπου διάφορα πουλιά και θηρία ζωντανεύουν τα φυλλώματα κληματίδων, υπήρχαν τριάντα εννέα διάχωρα με σκηνές από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Η τεχνοτροπία δεν είναι ομοιογενής. Οι σκηνές της Καινής Διαθήκης αποδίδονται με σχετικά λιγότερο έξεργο ανάγλυφο που υπάρχει μια προσωποποίηση του ποταμού Ιορδάνη που συνήθως συνδέεται με την ζωγραφικότερη αλεξανδρινή τεχνοτροπία. Η τεχνοτροπία των διάχωρων με τα επεισόδια από την ζωή του Ιωσήφ είναι διαφορετική. Ορισμένοι επιστήμονες βασιζόμενοι σε αυτή την θεματολογία, συνέδεαν τον θρόνο με την Αλεξάνδρεια, ενώ τα έξεργα διακοσμητικά σχέδια του πλαισίου συνδέθηκαν με έργα συριακής παραγωγής. Έχουν γίνει διάφορες προσπάθειες να συμβιβασθούν όλα αυτά τα στοιχεία, καμία όμως δεν ήταν πραγματικά πειστική.

Η συλλογή Dumbarton Oaks της Ουάσιγκτον περιέχει μερικά από τα εκλεκτότερα δείγματα αυτού του είδους. Ένα αργυρό ποτήριο ξεχωρίζει για την κομψή τεχνοτροπία του, τις ωραίες αναλογίες του και για τον τύπο που αντιπροσωπεύει, τύπο που διατηρήθηκε στην αυτοκρατορία επί αιώνες και τελικά διαδόθηκε και στη Δύση. Γύρω από το χείλος του ποτηριού υπάρχει η επιγραφή με την καθιερωμένη σε όλες τις ελληνικές λειτουργίες ρήση: «τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν, Κύριε». Σύμφωνα με την παράδοση, η ίδια ρήση χρησιμοποιήθηκε από τον Ιουστινιανό στην επιγραφή που χαράχθηκε στην Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας.

Στα ποτήρια για τον οίνο της Θείας Ευχαριστίας αντιστοιχούν οι δίσκοι, στους οποίους τοποθετούσαν τον άρτο. Στη συλλογή της Ουάσιγκτον υπάρχει ένας δίσκος στο κέντρο του οποίου εικονίζεται εν μέρει επίχρυση έκτυπη παράσταση της Κοινωνίας των Αποστόλων, με τον τρόπο που τελούνταν κατά τα πρώτα χρόνια της Εκκλησίας. Ο Χριστός εικονίζεται δύο φορές, μοιράζοντας στους Αποστόλους και τον άρτο και τον οίνο χωριστά. Τα πρόσωπα των Αποστόλων εμφανίζονται εξιδανικευμένα και το έργο έχει μεγάλη πνευματικότητα, όπως αρμόζει στη χρήση του. Έρχεται έτσι σε αντίθεση με τα διάφορα έργα κοσμικής χρήσης, όπου παρατηρείται ακόμη η ελληνιστική, ρευστή τεχνοτροπία. Πρέπει να τονισθεί εδώ ότι αυτή η αποπνευματοποιημένη τεχνοτροπία γίνεται συνηθέστερη στα τέλη του 6ου αιώνα. Ωστόσο η άλλη, η κλασικότερη τεχνοτροπία δεν εξαφανίστηκε. Φαίνεται ότι την καλλιεργούσαν σε μη εκκλησιαστικά έργα, τα οποία προφανώς προδίδουν τις καλαισθητικές προτιμήσεις των πελατών.

Τα επαρχιακά εργασήρια ακολουθούν διαφορετικές τεχνοτροπίες. Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί ο χάλκινος αναθηματικός σταυρός του 6ου αιώνα που βρίσκεται σήμερα στο παρεκκλήσιο των Αγίων Πατέρων, στη μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά. Φέρει ελληνική επιγραφή και δύο εγχάρακτες παραστάσεις του Μωυσέως, ο οποίος ανεβαίνει στο Σινά για να παραλάβει το Νόμο, και του Μωυσέως μπροστά στη φλεγόμενη Βάτο. Η νευρώδης και δυναμική ποιότητα του σχεδίου θυμίζει τις γνωστές μικρογραφίες του ψαλτηρίου της Ουτρέχτης, που εικονογράφηθηκε αργότερα, την εποχή του Καρλομάγνου.

Μεταξύ των δύο υπάρχουν διαφορές, αλλά εέει υποστηριχθεί η τεχνοτροπία του ψαλτηρίου που είναι μοναδική στην εικονογράφηση χειρογράφων πριν από τον Καλομάγνο, είναι ίσως αποτέλεσμα μιας σχεδιασικής τεχνοτροπίας, η οποία κατάγεται από τη βυζαντινή τέχνη του 6ου και του 7ου αιώνα και έφτασε την καρολίνεια τέχνη όπου προσαρμόστηκε στην ιδιοσυγκρασία των καλλιτεχνών των Ρημών και στη δυτική εικονογραφία. Αν όντως ισχύει αυτό, πρόκειται για μια ακόμη συμβολή της βυζαντινής τέχνης στην τέχνη της Δύσης.

Τα μη πολύτιμα μέταλλα χρησιμοποιήθηκαν για άλλα, κοινότερα αντικείμενα, τα οποία έπρεπε να είναι φθηνά, επειδή προορίζονταν κυρίως και προσκυνητές των Αγίων Τόπων και γι΄αυτό κατασκευάζονταν από χαλκό ή μόλυβδο. Χρησιμοποιήθηκαν επίσης και άλλα υλικά, ακόμη φθηνότερα, όπως ο πηλός. Από τα ενθύμια αυτά, πολύ σημαντικές είναι οι λεγόμενες φιάλες της Monza και του Bobbio. Χρονολογούνται γύρω στο 600 και δωρήθηκαν από τον πάπα Γρηγόριο τον Μέγα στη βασίλισσα Θευδελίνδα των Λογγιβάρδων. Στις φιάλες αυτές οι προσκυνητές μετέφεραν θαυματουργό λάδι από το ξύλο του Τίμιου Σταυρού ή από τα καντήλια που έκαιγαν στους Αγίους Τόπους. Φέρουν εκτυπωμένες παραστάσεις των μεγάλων γεγονότων του Χριστιανισμού, που συνέβησαν σε διάφορες παλαιστινιακές τοποθεσίες. Πιθανό οι φιάλες αυτές να αντιγράφουν τις εικονογραφικές συνθέσεις που κοσμούσαν τότε τις εκκλησίες των Αγίων Τόπων.

Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.