Δραστηριότητα για την επίλυση του κυπριακού ζητήματος

Ο νέος αρχιεπίσκοπος της Κύπρου Μακάριος Γ’ από όταν ανέβηκε στον επισκοπικό θρόνο της Κύπρου ανέπτυξε σημαντική δραστηριότητα για την επίλυση του κυπριακού ζητήματος και την αυτοδιάθεση του κυπριακού λαού. Από την αρχή προέτρεψε τον ελληνοκυπριακό λαό να μην συνεργάζεται με την αποικιακή διοίκηση. Οι Βρεταννοί ενίσχυσαν την νομοθεσία καταστολής, γεγονός που όμως δεν εμπόδισε την οργάνωση μεγάλων αντιβρεταννικών διαδηλώσεων στο νησί. Το 1951-52 ο Μακάριος αναμόρφωσε το Εθναρχικό Συμβούλιο και συγκρότησε οργανώσεις νεολαίας καθώς και την Παγκύπρια Εθνική Συνέλευση. Ακόμη, αναδιοργάνωσε το προσκείμενο στην Εθναρχία συνδικαλιστικό κίνημα. Με τις πρωτοβουλίες του αυτές, απέκτησε κεντρική θέση στην ελληνοκυπριακή πολιτική σκηνή.

Δραστηριότητα για την επίλυση του κυπριακού ζητήματος
Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ’

Κύριος αντίπαλος του ο Μητοπολίτης Κυρήνειας, Κυπριανός, ο οποίος σταθερά επιδίωκε την άμεση Ένωση και επιδείκνυε ιδιαίτερα δύσπιστη στάση απέναντι στους Βρεταννούς. Αντίστοιχα, η επιρροή του ΑΚΕΛ άρχισε να υποχωρεί σταδιακά μπροστά στον δυναμισμό του νέου Εθνάρχη, αλλά και εξατίας της εσωτερικής κρίσης που αντιμετώπισε το κόμμα το 1952 και οδήγησε στη διαγραφή ορισμένων από τα ικανότερα στελέχη του. Στο κλίμα αυτό ο Μακάριος μπορούσε να απορρίπτει σταθερά τις εκκλήσεις για ισότιμη συνεργασία που του απηύθυνε ο ηγέτης του ΑΚΕΛ Εζεκίας Παπαϊωάννου.

Παράλληλα, ο Μακάριος έστρεψε την προσοχή του στη διεθνή σκηνή, προωθώντας την ιδέα της προσφυγής στον ΟΗΕ με αίτημα της εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης στην Κύπρο. Πρώτιστα απευθυνόταν στην ελληνική κυβέρνηση, από την οποία ζητούσε να προσεγγίσει τη Βρεταννία και σε επρίπτωση αρνητικής απάντησης, να υποβάλει την προσφυγή. Στην προσπάθεια του αυτή είχε την στήριξη της Ελλαδικής Εκκλησίας κα του ελλαδικού τύπου.

Στην Αθήνα, οι ασταθείς κυβερνήσεις συνασπισμού του κέντρου αποδείχθηκαν απρόθυμες να αναλάβουν μια τέτοια πρωτοβουλία, που θα έφερνε τη χώρα σε σύγκρουση με την Βρετανία και μάλιστα σε μια εποχή κατά την οποία η Ελλάδα προσπαθούσε να ενταχθεί το ΝΑΤΟ, εξέλιξη την οποία θα μπορούσε να αποτρέψει το Λονδίνο.

Τέλος, οι Βρετανοί είχαν ήδη προσεγγίσει τους Αμερικανούς με επιχειρηματολογία εναντίον μιας ενδεχόμενης προσφυγής στον διεθνή οργανισμό. Οι ΗΠΑ έκανα σαφές ότι δεν ενέκριναν την απόλυτη εμμονή της βρεταννικής κυβέρνησης στη διατήρηση του αποικιακού καθεστώτος. Τάχθηκαν όμως εναντίον της προσφυγής στον ΟΗΕ, η οποία θα οδηγούσε σε δημόσια σύγκρουση μεταξύ των συμμάχων του ΝΑΤΟ και θα ωφελούσε άμεσα τον σοβιετικό συνασπισμό. Η θέση αυτή των ΗΠΑ βάρυνε καθοριστικά στη στάση της Αθήνας ως το 1953.

Τον Μάρτιο του 1951, ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’ επισκέφθηκε την πρώτη φορά την Ελλάδα με τη νέα του ιδιότητα. Έγινε δεκτός από τον βασιλιά Παύλο, τον πρωθυπουργό Σοφοκλή Βενιζέλο και τον Αριχιεπίσκοπο Αθηνών Σπυρίδωνα. Ο Βενιζέλος ήταν αρνητικός στην προοπτική της προσφυγής στον ΟΗΕ, δέχτηκε όμως να εξετάσει το ενδεχόμενο να προτείνει στη Βρεταννία την επίλυση του Κυπριακού. Στις 21 Μαρτίου συγκάλεσε σύσκεψη με τη συμμετοχή των αρχρηγών των κοινοβουλευτικών κομμάτων, οι οποίοι συμφώνησαν ότι, σε αντάλλαγμα για την Ένωση, σε «λογικό» χρονικό διάστημα η Ελλάδα θα υποσχόταν την παραχώρηση στην Βρεταννία μιας βάσης στην Κύπρο και μίας στην Ελλάδα. Αν αυτό δεν ήταν δυνατόν το Λονδίνο θα έπρεπε να κάνει σαφές ότι θα συζητούσε το ζήτημα στο μέλλον.

Στις 2 Μαΐου η πρόταση διαβιβάστηκε στη βρεταννική κυβέρνηση η οποία όμως την απέρριψε. Παράλληλα, και ο τουρκικός Τύπος είχε εκδηλωθεί κατά της προοπτικής της Ένωσης, ο υπουργός Εξωτερικών έκανε σχετικές δηλώσεις και η Άγκυρα πληροφόρησε την Ουάσιγκτον ότι αλλαγή ακθεστώτος της Κύπρου δεν θα έπρεπε να γίνει χωρίς τη δικής της σύμφωνη γνώμη. Τέλος, οι Βρεταννοί προσπάθησαν να εξασφαλίσουν μια κοινή δήλωση με την Ουάσιγκτον υπέρ της διατήρησης της βρεταννικής κυριαρχίας. Οι Αμερικανοί συμφώνησαν με την ανάγκη να αποφευχθεί προσφυγή στον ΟΗΕ, αρνήθηκαν όμως να κάνουν κοινή δήλωση με το Λονδίνο.

Το φθινόπωρο σημειώθηκαν κυβερνητικές αλλαγές και στη Βρεταννία και την Ελλάδα. Η άνοδος και πάλι στην εξουσία των Συντηρητικών του Ουίνστον Τσώρτσιλ, με υπουργό των Εξωτερικών τον Άντονυ Ήντεν, σηματοδότησε επίταση της εμμονής της Βρεταννίας στη διατήρησης πλήρους κυριαρχίας στην Κύπρο. Παράλληλα έφτασε στην Αθήνα ο νέος Βρεταννός πρέσβης, ο σερ Τσαρλς Πηκ, διπλωμάτης προσανατολισμένος στη διατήρηση της αυτοκρατορίας και διατεθειεμένος να υποτιμήσει την ισχύ των αισθημάτων της ελλαδικής κονής γνώμης στο Κυπριακό.

Στην Ελλάδα και πάλι δεν προέκυψε ισχυρή κυβέρνηση από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου. Αντίθετα, η εκλογική επιτυχία του Ελληνικού Συναγερμού υπό τον στρατάρχη Αλέξανδρο Παπάγο δημιούργησε μια εξαιρετικά ισχυρή αντιπολίτευση. Μόλις ένα μήνα μετά, σχηματίστηκε νέα κυβέρνηση συνασπισμού, υπό τον Νικόλαο Πλαστήρα, με αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και υπουργό Εξωτερικών τον Βενιζέλο.

Πάντως, τον Νοέμβριο στη σύνοοδ του ΟΗΕ, ο Έλληνας αντιπρόσωπος Ιωάννης Πολίτης αναφέρθηκε στα αποικιακά καθεστώτα και ο Γεώργιος Μαύρος, μέλος της αντιπροσωπείας, αναφέρθηκε στην Κύπρο ειδικότερα. Οι πρωτοβουλίες αυτές δεν ικανοποίησαν την Εθναρχία, προκάλεσαν όμως παρέμβαση της Άγκυρας, που διαβίβασε στην Αθήνα την άποψη ότι θα ήταν «επικίνδυνο» να ανακινηθεί το Κυπριακό. Στις 22 Νοεμβρίου, μεγάλη διαδήλωση στην Αθήνα για την Κύπρο κατέληξε σε συγκρούσεις με την αστυνομία. Τον ίδιο μήνα, ο υφυπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας έθεσε το κυπριακό στον Ήντεν, ο οποίος αρνήθηκε να συζητήσει το θέμα. Τον Μάιο του 1952, κατά τη διάρκεια επίσκεψης στηνν ΑΘήνα του Βρετανού στρατάρχη Μπέρναρντ Μοντγκόμερυ, οργανώθηκαν νέες μεγάλες διαδηλώσεις που και πάλι κατέληξαν σε συγκρούσεις με την αστυνομία, ενώ ο Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων άσκησε δημόσια κριτική στην πολιτική της κυβένησης.

Στο μεταξύ ο Μακάριος ενέτεινε την πίεση στην Αθήνα, υπονοώντας ότι αν η ελληνική κυβέρνηση αρνούνταν να υποβάλει προσφυγή στον ΟΗΕ, από τη συριακή να το κάνει. Το 1952, περιόδευε στον Λίβανο, στη Συρία και την Αίγυπτο. Τον Ιούνιο και τον Ιούλιο επισκέφθηκε εκ νέου την Αθήνα , όπου ο Βενιζέλος του εξήγησε ότι για να αποφασίσει την προσφυγή, η κυβέρνηση θα χρειαζόταν τη σύμφωνη γνώμη της αντιπολίτευσης. Ωστόσο, ο Παπάγος δήλωσε στον Μακάριο ότι το θέμα ανήκε στις αρμοδιότητες της πλειοψηφίας.

Ακολούθησε νέα βρεταννική δήλωση ότι το ζήτημα της Κύπρου ήταν «κλειστό», που έφερε σε ακόμη πιο δύσκολη θέση την Αθήνα. Στις 4 Ιουλίου, η ΠΕΑΕΚ οργάνωσε πανελλαδική απεργία και ο Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων επισκέφθηκε τον Βενιζέλο ζητώντας την υποβολή της προσφυγής. Αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα πιέσεις από το εσωτερικό και την αδιαλλαξία του Λονδίνου, ο Βενιζέλος υποσχέθηκε να εξετάσει το θέμα της προφυγής στο μέλλον, αλλά ο Μακάριος αναχωρώντας από την ελληνική πρωτεύουσα στις 26 ιουλίου, κατήγγειλε την κυβέρνηση για έλλειψη πατριωτισμού.

Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους


Discover more from δρακοπουλιάδα

Subscribe to get the latest posts sent to your email.