Στα χρόνια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας οι φιλοδοξίες των αρχιτεκτόνων δεν έχουν ως κύριο αντικείμενο την κατασκευή λαμπρών ναών όπως παλαιότερα. Οι ναοί εξακολουθούν να υπακούν στην παλαιά συντηρητική παράδοση. Αντίθετα τα δημόσια έργα, όπως χώροι δημοσίων θεαμάτων, βιβλιοθήκες, θέρμες, υδραγωγεία, νυμφαία, εκφράζουν την αρχιτεκτονική της εποχής.

Θέατρα
Με πολλή τόλμη και εξαιρετική γνώση αντιμετωπίζουν οι αρχιτέκτονες το πρόβλημα της κατασκευής του θεάτρου. Παλαιότερα, το φυσικό κεκλιμένο επίπεδο κάποιου λόφου αποτελούσε προϋπόθεση απαραίτητη για το κτίσιμο ενός τέτοιου οικοδομήματος. Τώρα, μπορούν να υψώσουν τον όγκο του κοίλου οπουδήποτε θελήσουν στηρίζοντας τον επάνω σε τοξοτές και καμαρωτές υποκατασκευές.
Στα θέατρα ελληνικού τύπου σκηνή και κοίλο αποτελούσαν δύο ξεχωριστά στοιχεία. Τώρα συνδέονται με καμάρες που στεγάζουν τις εισόδους και τα κλιμακοστάσια και πετυχαίνουν έτσι τη συγκρότηση ενός σφικτοδεμένου αρχιτεκτονικού συνόλου. Συγχρόνως η σκηνή αποκτά τη μορφή πολυώροφης πρόσοψης κτιρίου και φθάνει στο ίδιο ύψος με τα τελευταία καθίσματα του κοίλου. Η ορχήστρα και το κοίλο είναι κανονικά ημικύκλια. Το μέτωπο της σκηνής έχει τρεις τουλάχιστον μεγάλες πύλες για την επικοινωνία της σκηνής με το λογείο όπου παιζόταν η παράσταση. Το μέτωπο αυτό διακοσμείται με αλλεπάλληλες σειρές από κίονες και κόγχες που περιέχουν αγάλματα. Την επίστεψή του αποτελεί ο πλούσιος θλαστός θριγκός και η καταστόλιστη φατνωματική οροφή.
Στα ρωμαϊκά χρόνια πολλά από τα παλιότερα ελληνικά θέατρα επισκευάζονται και προσαρμόζονται στις ανάγκες της εποχής. Μεγαλώνει σε πλάτος το λογείο, η σκηνή γίνεται μόνιμη και αποκτά ύψος, στεγάζονται οι πάροδοι με καμάρες. Σε ορισμένες περιπτώσεις αφαιρούνται οι πρώτες σειρές των καθισμάτων και στη θέση τους υψώνεται ένα πόδιο με προστατευτικό κιγκλίδωμα για να μη διατρέχουν κίνδυνο οι θεατές στις θηριομαχίες. Για τα άγρια αυτά θεάματα δημιουργείται στη Δύση ένας καινούργιος τύπος κτιρίου, το αμφιθέατρο. Στις ανατολικές επαρχίες τα παραδείγματα αυτών των κτιρίων είναι ελάχιστα.
Βιβλιοθήκες
Τα μεγάλα αστικά κέντρα την ρωμαϊκή εποχή φιλοδοξούν να αποκτήσουν δημόσιες βιβλιοθήκες. Αρχικά οι βιβλιοθήκες ήταν απλά αποθήκες όπου φυλλάσονταν τα βιβλία. Χώρους για την ανάγνωσή τους αποτελούν οι γειτονικές στοές και αίθουσες. Αργότερα η βιβλιοθήκη μεγαλώνει σε μέγεθος και μπορεί να χρησιμεύει ταυτόχρονα και ως αναγνωστήριο. Οι πάπυροι και οι περγαμηνές, τοποθετημένοι μέσα σε κυλινδρικές θήκες, φυλάσσονται σε ξύλινα ράφια, όπου βρίσκονται μέσα σε ορθογώνιες κόγχες των τοίχων. Για τη μόνωση της βιβλιοθήκης από την υγρασία ένας δεύτερος τοίχος περιβάλλει τις τρεις πλευρές του κτιρίου αφήνοντας ένα κενό διάστημα ανάμεσά τους.
Θέρμες-λουτρά
Ανάμεσα στα κτίρια κοινής ωφέλειας ξεχωρίζουν τα δημόσια λουτρά, οι θέρμες. Δημιουργείται τώρα για πρώτη φορά ένας τεράστιος αρχιτεκτονικός όγκος ενιαίος και παντού στεγασμένος. Το εμβαδόν του κτιρίου συχνά ξεπερνά τα 5.000 τμ. Σειρές από αίθουσες για διάφορες χρήσεις δίνουν την ευκαιρία σε άπειρες κατασκευαστικές λύσεις: κόγχες, αψίδες, σφαιρικές οροφές, πεσσοτοιχίες, σειρές από παράθυρα, κλπ.
Το δάπεδο ποικίλλεται με περίτεχνα μαρμαροθετήματα και ψηφιδωτά. Ο τοίχοι επενδύονται με πολύχρωμα μάρμαρα. Στους κεντρικούς χώρους υψώνονται πολυώροφες προσόψεις, όπως εκείνες των θεάτρων, στολισμένες με έργα πλαστικής τέχνης. Το υποβλητικό μέγεθος του συγκροτήματος, η βαθμιαία συσκότιση, ο ζεστός αέρας και η θολή από τους ατμούς ατμόσφαιρα έκαναν έντονη την ψευδαίσθηση ενός εξωγήινου κόσμου, μια εντύπωση που ήξερε να εκτιμά ο πολίτης των αυτοκρατορικών χρόνων.
Η καινούργια αυτή αρχιτεκτονική κατάκτηση με δισταγμό καθιερώνεται στις ανατολικές επαρχίες. Εδώ οι θέρμες αποτελούν αρχικά ένα τμήμα του γυμνασίου. Στον 2ο όμως και στον 3ο μ.Χ. αιώνα μεγαλώνουν σε βάρος του γυμνασίου που αποτελεί τώρα πια το ένα τέταρτο μονάχα στο σύνολο του οικοδομικού συγκροτήματος.
Υδραγωγεία-Δεξαμενές-Νυμφαία
Στα ρωμαϊκά χρόνια λύνεται με αξιοθαύμαστο τρόπο και το ζωτικό πρόβλημα της ύδρευσης των μεγάλων πόλεων. Οι πυκνοκατοικημένες πόλεις και τα μεγάλα συγκροτήματα των θερμών απαιτούν τώρα όλο και περισσότερο νερό, υποχρεώνοντας έτσι τους αρχιτέκτονες να κατασκευάσουν μεγάλα υδραγωγεία, πολλά από τα οποία είναι περίφημα έργα τεχνικής και εξακολουθούν να λειτουργούν πολλούς αιώνες μετά τη θεμελίωσή τους.
Η μεταφορά του νερού γινόταν με πήλινους αγωγούς μήκους πολλών χιλιομέτρων. Παρόλο που η αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων ήταν από παλαιότερα γνωστή, πολλές ρεματιές και κοιλάδες γεφυρώθηκαν με τοξοστοιχίες που στήριζαν τον κτιστό αγωγό, προσφέροντας στον αρχιτέκτονα τη δυνατότητα να δημιουργήσει αληθινά αρχιτεκτονικά κομψοτεχνήματα.
Από κεντρικές δεξαμενές το νερό διοχετευόταν στο δίκτυο της πόλης. Ειδικοί μεγάλοι αγωγοί κατευθύνονταν προς τις θέρμες και τα κρηναία οικοδομήματα, που είναι γνωστά ως νυμφαία. Οι μεγάλες δημόσιες κρήνες έγιναν τότε αντικείμενο ιδιαίτερης φροντίδας και η αρχιτεκτονική των μνημείων αυτών γνώρισε κανινούργια λάμψη. Πολυώροφες προσόψεις, με αλλεπάλληλες σειρές κιόνων, κόγχες με αγάλματα, θλαστοί θριγκοί, αετωματικές και τοξωτές απολήξεις σε άπειρους συδυασμούς και με πολύχρωμα μάρμαρα δίνουν ένα φαντασμαγορικό χαρακτήρα στα κτίρια αυτά. Συχνά το νερό τρέχει από δύο μαρμάρινα αγγεία που τα κρατούν νύμφες, σάτυροι, ποτάμιοι θεοί και άλλες προσωποποιήσεις της φύσης. Δεν λείπει και το άγαλμα του αυτοκράτορα ή του δωρητή.
Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
