Το διοικητικό καθεστώς που επιβλήθηκε στην Κύπρο με την αγγλική κατοχή τερμάτισε τρεις αιώνες οθωμανικής διοικητικής πρακτικής και εισήγαγε για πρώτη φορά συγχρονισμένες μορφές διακυβέρνησης στην ιστορία του τόπου. Από διεθνή άποψη, σύμφωνα με την Αγγλοτουρκική Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, η Αγγλία αναλάμβανε την κατοχή και διοίκηση της Κύπρου, αλλά η de jure κυριαρχία του νησιού εξακολουθούσε να ανήκει στον σουλτάνο. Το διεθνές αυτό καθεστώς ίσχυσε ως την προσάρτηση της Κύπρου στην βρετανική αυτοκρατορία το 1914.

Υπό το νέο καθεστώς η Κύπρος πέρασε στη διοίκηση Βρετανού ύπατου αρμοστή που θα ασκούσε όλες τις εξουσίες, που στην αμέσως προηγούμενη περίοδο ασκούνταν από τον βαλή της Ρόδου και τον μουτεσαρίφη. Διάφορες διπλωματικές περιπλοκές γύρω από το καθεστώς της Κύπρου προέκυψαν από τις προνομιακές παραχωρήσεις των Διομολογήσεων σε διάφορες ευρωπαϊκές δυνάμεις, αλλά μετά από σχετικές συνεννοήσεις συμφωνήθηκε μεταξύ Αγγλίας και των άλλων Δυνάμεων ότι οι Διομολογήσεις δεν θα ίσχυαν στην Κύπρο, ενόσω διαρκούσε η αγγλική κατοχή.
Το παράδοξο καθεστώς που επιβλήθηκε στην Κύπρο, με το διαχωρισμό μεταξύ de jury και de facto κυριαρχίας, είχε συνέπειες για το προσωπικό καθεστώς των Κυπρίων σχετικά με την υπηκοότητα τους. Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων με τις τουρκικές αρχές οι Κύπριοι εξακολουθούσαν να θεωρούνται Οθωμανοί υπήκοοι ως το 1914, αν και οι Βρετανοί πρόξενοι στην Οθωμανική αυτοκρατορία είχαν οδηγίες να τους παρέχουν ανεπίσημα την προστασία τους.
Ο ύπατος αρμοστής της Κύπρου υπαγόταν αρχικά στο Υπουργείο των Εξωτερικών. Από το Δεκέμβριο του 1880 όμως οι υποθέσεις της Κύπρου μεταφέρθηκαν στο Υπουργείο Αποικιών. Με την αγγλική κατάληψη η εσωτερική διοίκηση της Κύπρου γνώρισε σημαντική αναδιοργάνωση. Την εκτελεστική εξουσία ασκούσε ο ύπατος αρμοστής με μια ομάδα ανώτερων Άγγλων διοικητικών υπαλλήλων. Ένα εκτελεστικό συμβούλιο, που το συγκροτούσαν οι ανώτατοι Άγγλοι υπάλληλοι, είχε αρμοδιότητες καθαρά συμβουλευτικές στο έργο του αρμοστή. Στις διοικητικές αυτές αλλαγές βρίσκονταν οι απαρχές της οργάνωσης μιας ικανής και αποτελεσματικής δημόσιας υπηρεσίας, που αποτέλεσε μία από τις θετικότερες προσφορές της αγγλοκρατίας στην Κύπρο.
Η περιφερειακή διοίκηση αναδιαρθρώθηκε, ώστε το παλαιότερο οθωμανικό σύστημα των καζάδων αντικαταστάθηκε με τη συγκρότηση έξι διοικητικών επαρχιών (Λευκωσία, Αμμοχώστου, Λεμεσού, Λάρνακας, Πάφου, Κερύνειας) που διοικούνταν από Άγγλους τοπικούς διοικητές. Στο τοπικό επίπεδο εδραιώθηκε η δημοτική και κοινοτική αυτοδιοίκηση με την εκλογή από τους κατοίκους των οικείων αρχών.
Η πιο σπουδαία συμβολή του αγγλικού καθεστώτος στη βελτίωση των διοικητικών μεθόδων στην Κύπρο παρατηρήθηκε στον τομέα της οργάνωσης και απονομής της δικαιοσύνης. Η αγγλοκρατία έθεσε οριστικό τέρμα στην αυθαιρεσία που χαρακτήριζε την απονομή της δικαιοσύνης κάτω από τους Οθωμανούς. Οι Άγγλοι δικαστές που αντικατέστησαν τους Τούρκους καδήδες εισήγαγαν συγχρονισμένους και αμερόληπτους δικαστικούς θεσμούς που μετέφεραν το αγγλοσαξωνικό νομικό σύστημα στην Κύπρο.
Η σημαντικότερη όμως αλλαγή που έφερε η αγγλοκρατία στο σύστημα διακυβέρνησης της Κύπρου ήταν η εισαγωγή για πρώτη φορά στην ιστορία του τόπου, κάποιας μορφής κοινοβουλευτικών θεσμών, με την ίδρυση του Νομοθετικού Συμβουλίου. Το σύστημα αυτό λειτούργησε σε διάφορες αγγλικές αποικίες. Στην Κύπρο εγκαθιδρύθηκε από τον Σεπτέμβριο του 1878 με σχετική εκτελεστική απόφαση του αρμοστή. Το Συμβούλιο θα αποτελούσαν έξι επίσημα διορισμένα μέλη από τις ανώτερες βαθμίδες της διοικητικής ιεραρχίας και αιρετοί αντιπρόσωποι του πληθυσμού, εννέα Έλληνες και τρεις Τούρκοι, οι οποίοι, υπό την προεδρία του αρμοστή, θα εξασκούσαν νομοθετικό έργο. Οι νομοθετικές αυτές αποφάσεις όμως δεν μπορούσαν να τεθούν σε ισχύ χωρίς την τελική έγκριση του βρετανικού στέμματος, που εκπροσωπούσε ο αρμοστής.
Για την εκλογή των αιρετών μελών, το νησί διαιρέθηκε σε τρεις εκλογικές περιφέρειες που εξέλεγαν η καθεμία τέσσερις βουλευτές (τρεις χριστιανούς και έναν μωαμεθανό). Δικαίωμα ψήφου είχαν όλοι οι άρρενες κάτοικοι Οθωμανοί η Βρετανοί υπήκοοι που είχαν συμπληρώσει το 21ο έτος της ηλικίας τους, που πλήρωναν κάποιου είδους φόρο και βρίσκονταν εγκατεστημένοι στην Κύπρο τουλάχιστον μια πενταετία. Οι εκλογές διεξάγονταν κάθε τρία χρόνια. Τα πρώτα χρόνια η ψηφοφορία ήταν φανερή, αργότερα όμως αντικαταστάθηκε από μυστική. Ο κυπριακός λαός αποκτούσε, αν και σε πολύ περιορισμένο βαθμό, την εμπειρία της αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης.
Ο αγώνας για την ουσιαστική αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση ήταν αλληλένδετος με τις προσπάθειες για αποτελεσματικό έλεγχο στα οικονομικά της Κύπρου από τους φορολογούμενους κατοίκους της Κύπρου και την επίτευξη δικαιότερης φορολογίας. Το τέλος της τουρκοκρατίας σήμανε κάποια ανακούφιση από τον κυκεώνα της καταπιεστικής και αυθαίρετης φορολογίας, που απομυζούσε τους τοπικούς πόρους χωρίς να παρέχει σε αντάλλαγμα οποιεσδήποτε δημόσιες υπηρεσίες. Η αγγλική διακυβέρνηση όμως δεν έφερε και το τέρμα της φορολογικής εκμετάλλευσης και κακοδαιμονίας της Κύπρου. Πολλές από τις οθωμανικές επιβαρύνσεις διατηρήθηκαν για χρόνια από τους Άγγλους.
Το κυριότερο πρόβλημα, που αποτέλεσε επίκεντρο συνεχών πολιτικών διαμαρτυριών των Κυπρίων από την αρχή της αγγλοκρατίας, προέκυπτε από τις επαχθείς φορολογικές επιβαρύνσεις που αποσκοπούσαν στη συλλογή του ποσού της αποζημίωσης του σουλτάνου για την παραχώρηση της Κύπρου στην Αγγλία. Αυτή η διευθέτηση προβλεπόταν στη Σύμβαση του 1878 και σήμαινε ότι η Κύπρος αν και ήταν υπό αγγλική διοίκηση, πλήρωνε φόρο υποτέλειας στην Πύλη.
Αυτή η εξαιρετικά υψηλή οικονομική επιβάρυνση παρουσιάστηκε στους Κυπρίους σαν τίμημα της απαλλαγής από τον τουρκικό ζυγό. Στην πραγματικότητα το ποσό του φόρου ποτέ δεν μεταβιβάστηκε από την Αγγλία στο οθωμανικό θησαυροφυλάκιο, αλλά χρησιμοποιήθηκε για την καταβολή τόκων στους Άγγλους και Γάλλους ομολογιούχους του Οθωμανικού Δημοσίου Δανείου του 1855, που η Οθωμανική κυβέρνηση είχε καταγγείλει το 1875 και έπρεπε να αποπληρωθεί από τις εγγυήτριες κυβερνήσεις Αγγλίας και Γαλλίας.
Για τους Κυπρίους η διευθέτηση αυτή σήμαινε τεράστιες οικονομικές επιβαρύνσεις και θυσίες για υπόθεση που ουσιαστικά δεν τους αφορούσε. Αυτό φυσικά προκαλούσε συνεχείς διαμαρτυρίες και αγανάκτηση που το δίκαιο τους αναγνωρίστηκε επανειλημένα από Άγγλους αξιωματύχους, συμπεριλαμβανομένου και του Ουίστον Τσώρτσιλ, όταν ως υφυπουργός Αποικιών επισκέφθηκε την Κύπρο το 1907.
Η απομύζηση αυτή των πενιχρών δυνατοτήτων του κυπριακού δημοσίου εισοδήματος σήμαινε σοβαρή καθυστέρηση στην ανάπτυξη της κυπριακής οικονομίας και η έντονη συναίσθηση της αδικίας και εκμετάλλευσης που προκαλούσε στους Κύπριους αποτέλεσε ένα από τα σοβαρότερα κίνητρα των πολιτικών τους διεκδικήσεων από τους νέους κυριάρχους.
Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
Discover more from δρακοπουλιάδα
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
