Ιθάκη, Κάλαμος, Μεγανήσι

Η Ιθάκη έχει πληθυσμό 8.000 άτομα, από τα οποία τα 1.300 λείπουν. Είτε εργάζονται ως έμποροι στην Κωνσταντινούπολη εισάγοντας σιτηρά και σίδερο στην πόλη από τη Μαύρη Θάλασσα, είτε είναι ναυτικοί και δουλεύουν σε πλοία που ανήκουν στους εμπόρους του νησιού. Γενικά τα δύο επαγγέλματα συνδυάζονται και συμβιώνουν. Υπάρχουν 50 πλοία που ανήκουν στους κατοίκους της Ιθάκης και περίπου άλλες τόσες βάρκες που μεταφέρουν ανθρώπους από το νησί στα κοντινά νησιά και από τις δύο ακτές της ηπείρου. Περίπου 20 από αυτά ναυπηγήθηκαν στο νησί.

Ιθάκη, Κάλαμος, Μεγανήσι
Το Βαθύ της Ιθάκης

Η Ιθάκη εξάγει τα εξής: σταφίδες αξίας 250.000 βενετικών λιρών, τώρα αποτιμώνται σε 25.000 πιάστρα, 6.000 βαρέλια κρασί που αξίζουν 60.000 πιάστρα και 1.500 βαρέλια λάδι κάθε χρόνο που έχουν αξία 30.000 πιάστρα. Το νησί παράγει ακόμη αρκετό λάδι και κρασί για τη δική του κατανάλωση, 20.000 κιλά βρώμη και σιτάρι και μια μικρή ποσότητα τυριού. Τα σιτηρά δεν είναι αρκετά ούτε για την κατανάλωση που χρειάζεται το νησί για διάρκεια μισού χρόνου. Γίνονται επίσης και εισαγωγές παστών ψαριών και ζώων για σφαγή. Οι σταφίδες του νησιού που στέλνονταν στην Αγγλία από τους εμπόρους της Ζακύνθου είχαν την καλύτερη φήμη, και τώρα αγοράζονται από τους Σλάβους και τους Μοραΐτες. Το κρασί αποστέλλεται στην Κέρκυρα και την ηπειρωτική Ευρώπη, το λάδι στην Τεργέστη και τη Βενετία και το τυρί στη Ζάκυνθο. Η αμοιβή για μια ημέρα εργασίας είναι περίπου 80 παράδες, χωρίς όμως τροφή, αμοιβή που είναι υψηλότερη από τα άλλα νησιά, γιατί στην Ιθάκη υπάρχει έλλειψη χεριών.

Η κοιλάδα γύρω από το Βαθύ είναι γεμάτη καλαμπόκια και οι γύρω λόφοι είναι φυτεμένοι με αμπέλια. Η υπόλοιπη έκταση του νησιού είναι βραχώδης και καλυμμένη με θάμνους. Στα νοτιοδυτικά της πόλης υψώνεται το ψηλότερο βουνό της νότιας χερσονήσου και δίπλα στο βουνό Ανωγή βρίσκεται το ψηλότερο σημείο του νησιού. Ονομάζεται Στεφανοβούνι ή Μεροβίγλι και στις πλαγιές του είναι χτισμένα τα χωριά Περαχώρα και Μοναστήρι των Αρχαγγέλων. Στην άλλη πλευρά στα δυτικά του το βουνό κατεβαίνει απότομα στο πέρασμα της Κεφαλονιάς.

Η υπεροχή που παρουσιάζει το Βαθύ τόσο στο θέμα της γονιμότητας του εδάφους όσο και στην άνεση που παρέχει το λιμάνι, ενισχύει την άποψη ότι εδώ ήταν μία από τις πόλης της Ιθάκης, αν όχι η πρωτεύουσα -και αυτή η άποψη υποστηρίζεται από τις αναρίθμητες πλάκες από τους αρχαίους ελληνικούς χρόνους, που βρίσκονται στα σπίτια, τους δρόμους και τους φράχτες της πόλης.

Οι τρεις σπουδαιότερες οικογένειες της Ιθάκης είναι ο Πεταλάδες, οι Καραβάδες και οι Δενδρινοί. Κάποιοι από την πρώτη οικογένεια ονομάζονται και «Ζαβοί», γιατί ένας από τους προγόνους του σημερινού υποπρόξενου μας ήταν ηλίθιος. Σε αυτήν την οικογένεια ανήκει και η κοιλάδα του Αετού, το μεγαλύτερο μέρος του βουνού Ανώι, και μέρος της γης κοντά στο Βαθύ -οι υπόλοιπες εκτάσεις γύρω από το Βαθύ ανήκουν στους Δενδρινούς, και μάλιστα στον αρχηγό τους Ασημάκη Δρακολέοντα. Η κοιλάδα Εξωγή είναι η πιο παραγωγική περιοχή του νησιού και ανήκει στους Βρετούς, παρακλάδι της οικογένειας των Καραβάδων. Ένας Βρετός από την περιοχή Βασιλικό στη Λευκάδα ήρθε και εγκαταστάθηκε στο νησί 200 χρόναι πριν, και από αυτόν προήλθαν 150 οικογένειες με αυτό το όνομα.

Ένα ύψωμα νοτιοανατολικά του Βαθιού διακρίνεται εύκολα από την ακαρνανική ακτή και αποτελεί ένα εξαίρετο γεωγραφικό σημείο που έχει ενδιαφέρουσα θέα στη θάλασσα και περικυκλώνεται από την Λευκάδα, την Ιθάκη, την Ακαρνανία και τα πολλά νησάκια που αναδύονται στην επιφάνεια της θάλασσας από περιοχές τόσο μακριά όσο το ακρωτήρι Κελονάτας στην Πελοπόννησο. Τα νησάκια Κάλαμος, Καστός, Άτοκος και όλες οι Εχινάδες εξαρτώνται από την Ιθάκη -το Μεγανήσι, το Αρκούδι και τα μικρά νησάκια κοντά στο Κλιμινό υπάγονται στην Λευκάδα. Καθώς πολλά από αυτά είναι τόσο κοντά στην οθωμανική ακτή, τόσο που φθάνει ο πυροβολισμός από τη μια πλευρά στην άλλη, η Επτανησιακή Δημοκρατία θα είχε δυσκολίες να απαιτήσει περισσότερα δικαιώματα κατοχής τους, από τα αναμφισβήτητα δικαιώματα κατοχής επί πολλούς αιώνες, εκτός και αν υπήρχε κάποια ειδική συνθήκη με την οποία να μεταβιβάζονταν στους Ενετούς, άγνωστη όμως σε κάθε άνθρωπο που ρώτησα.

Ο Πρωτόγερος του Καλάμου, που τυχαίνει να βρίσκεται στο Βαθύ, με πληροφορεί ότι στο νησί ζουν 100 οικογένειες στα δύο χωριά Μουλή και Επισκοπή -το πρώτο βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του βουνού και το δεύτερο στην δυτική. Το νησί δεν παράγει τίποτα, παρά μόνο σιτηρά και βρώμη -τα σιτηρά είναι τόσο καλά που θεωρούνται τα καλύτερα σε όλα τα Επτάνησα.

Στη βόρεια άκρη του νησιού, κοντά στις Καντήλες, βρίσκεται το λιμάνι του Αγίου Δονάτου με αποθήκες όπλων και ένα κάστρο στην ακτή, που ονομάζεται Ισπανικό, και στην πλαγιά πάνω από το λιμάνι υπάρχουν μνημεία αρχαίας ελληνικής τεχνοτροπίας. Στην κορυφή του λόφου που βλέπει τη Στερεά υπάρχει ένα αρχαίο ελληνικό κάστρο ή Ακρόπολη χτισμένο με τεράστιες πέτρες. Αυτό το βουνό είναι λόγο χαμηλότερο από το κεντρικό ψηλό σημείο του νησιού που κατεβαίνει απότομα προς το νοτιοδυτικό ακρωτήριο Κεφάλι στην ανατολική πλευρά του οποίου και απέναντι από τον Καστό βρίσκεται το λιμάνι του Γερολιμιόνα. Το νησί Καστός, στο ποίο ζουν 20-30 οικογένειες, είναι σχεδόν μισό σε μέγεθος από το νησί Κάλαμος. Τα δυο νησιά είναι μακρόστενα και η λωρίδα θάλασσας που τα χωρίζει έχει πλάτος που φθάνει τα 2,5 χλμ στο πιο φαρδύ τους σημείο.

Στη βόρεια πλευρά του Καστού βρίσκεται ένα μικρό νησί, το Προβατάκι, που είναι καλυμμένο με άγριες ελιές, οι οποίες έχουν μπολιαστεί αλλά χωρίς επιτυχία. Στο Μεγανήσι ζουν περίπου 200 οικογένειες σε δύο χωριά, το έδαφος είναι γόνιμο και παράγουν τη διπλή ποσότητα καλαμποκιού από αυτή που παράγει ο Κάλαμος. Οι Μεγανησιώτες προσποιούνται ότι το σιτάρι τους είναι ανώτερο από αυτό του Καλάμου. Το νησί ουσιαστικά είναι μια ραχοκοκαλιά που σχηματίζει ένα ημικύκλιο γύρω από ένα κόλπο στην ανατολική πλευρά και το ύψος και το πλάτος του μειώνεται όπως πηγαίνουμε από το Βορρά στο Νότο. Η νότια πλευρά του νησιού είναι βραχότοπος και κοντά του βρίσκεται ένα άλλο νησάκι, το Κίτρο, που χωρίζεται από το Μεγανήσι με μια στενή λωρίδα θάλασσας, αλλά από απόσταση μοιάζει σαν να είναι μέρος του νησιού.

William Martin Leake

Τσακωνιά ή Λακωνία

Η Τσακωνιά αποτελείται από τα χωριά Καστάνιτσα, Σίταινα, Πραστός, Λεωνίδιο, Μελανό και Δερό καθώς και τα καλύβια του Αγίου Ανδρέα. Τα μοναστήρια της Τσακωνιάς είναι η Κονδολίνα στην περιοχή της Καστάνιτσας και Ορθοκωστά, Ροδινό, Καρυά, Κλεισούρα, Σίνζα και Ελώνα στην περιοχή του Πραστού.

Τσακωνιά ή Λακωνία
Πάρνωνας

Η Καστάνιτσα ήταν η πιο σημαντική πόλη στην Τσακωνιά. Τώρα, όμως, έχουν μείνει μόνο 100 οικογένειες. Πολλά από τα σπίτια είναι άδεια και οι κάτοικοι έχουν μεταναστεύσει στην Ύδρα, στις Σπέτσες και την Κωνσταντινούπολη. Ο Πραστός έχει συγκεντρώσει τώρα όλο τον πλούτο και τον πληθυσμό των γύρω περιοχών. ήταν κάποτε τόσο κατώτερος, όπως λένε οι κάτοικοι της Καστάνιτσας, από τη δική τους πόλη, σαν να ήταν τα καλύβια της. Τα σπίτια τους είναι ευρύχωρα, καλά χτισμένα και με ωραία έπιπλα. Τα μεγαλύτερα έχουν τρία πατώματα από τα οποία το κατώτερο είναι ο στάβλος, το μεσαίο ένα είδος έκθεσης και επίδειξης των επίπλων και των όπλων, που αυτοί οι ορεσίβιοι έχουν αρκετά. Τα πάνω πάτωμα αποτελείται από δύο αίθουσες από τις οποίες η εσωτερική έχει τζάκι και η εξωτερική έναν καναπέ, αφού θεωρείται το δωμάτιο υποδοχής.

Τα τσακώνικα είναι διάλεκτος, που ομιλείται μόνο στα χωριά που αποτελούν την Τσακωνιά. Οι Έλληνες πιστεύουν ότι έχει διατηρήσει πολλούς αρχαίους δωρικούς τύπους. Μου είπαν ότι η λέξη «αμέρα», δηλαδή «ημέρα», ήταν αρχαία τσακώνικα, που δεν περιλαμβάνεται στην κοινή ελληνική, πράγμα που δε σημαίνει τίποτα παραπάνω από το ότι πρόκειται για έναν αρχαίο δωρικό τύπο. Είναι βέβαιο ότι υπάρχουν μερικές δωρικές λέξεις σε καθημερινή χρήση, όπως «νεμά» (βοσκή) και «ταν πορείαν» (δρόμος).

Η διάλεκτος της Τσακωνιάς φαίνεται να είναι σημαντική, επειδή έχει διατηρήσει λέξεις της κοινής ελληνικής σε μεγαλύτερο αριθμό από αυτές που βρίσκονται σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Οι παρακάτω ελληνισμοί είναι σε κοινή χρήση στην Τσακωνιά: «όρα» (βλέπε), «νομείς» (βοσκοί), «ερίφια» (κατσίκια), «παρήτε» (ελάτε). Μερικές από τις παραπάνω λέξεις αποτελούν δείγματα ελληνισμών αν όχι δωρισμών. Άλλες πάλι μπορεί να είναι παραφθορά των ελληνικών τύπων: «προύατα» (πρόβατα), «τζούα» (δρυς), «ίον» )νερό), «βότζια» (σταφύλια), «ατζάπο» (άνθρωπος).

Μερικοί τύποι των θεωρούμενων δωρικών τύπων των τσακώνικων είναι εφεύρεση των διδασκάλων. Με λίγα λόγια, καθώς τα πραγματικά τσακώνικα σπάνια γράφτηκαν ή δεν γράφτηκαν ποτέ και καθώς η κοινή ελληνική χρησιμοποιείται σε όλες τις συναλλαγές που χρειάζονται γραφή, αφού είναι που καταλαβαίνει ο απλός κόσμος και αυτή είναι που ομιλείται από τους λογίους είναι αναμφίβολο ότι οι ιδιομορφίες αυτής της μικρής περιοχής γρήγορα θα ξεχαστούν, ενώ οι λέξεις της κοινής ελληνικής που διατηρεί θα αποκτήσουν γενική χρήση με την πρόοδο της γλώσσας στην Ελλάδα.

Οι κάτοικοι της περιοχής με διαβεβαίωσαν ότι μόνο οι προαναφερθείσες περιοχές θεωρούνται Τσακωνιά. Μπορεί κανείς εύκολα να αντιληφθεί ότι το όνομα «Τσακωνιά» είναι παραφθορά του ονόματος «Λακωνία». και ίσως αρχικά να κάλυπτε μεγαλύτερο γεωγραφικό χώρο, και ότι τα σύνορα της συρρικνώθηκαν, καθώς η διάλεκτος που διέκρινε τους αρχικούς κατοίκους σταδιακά εκτοπίστηκε από αποίκους από την Αλβανία, τη Βουλγαρία, τα νησιά ή από την Ελλάδα πάνω από τον Ισθμό.

Το έδαφος της Καστάνιτσας δεν παράγει λάδι, ούτε σιτάρι, ούτε κριθάρι, παρά μόνο μήλα, κάστανα, σταφύλια και σίκαλη. Η τελευταία φύεται σε μερικά από τα ψηλότερα μέρη στα βουνά, όπου τη θερίζουν τον Αύγουστο και σπέρνουν κατευθείαν. Οι κάτοικοι κερδίζουν τα προς το ζην διατηρώντας μαγαζιά στο Μυστρά στο Ναύπλιο, στην Τριπολιτσά, στις Σπέτσες και στην Κωνσταντινούπολη. Μερικοί φτάνουν μέχρι τη Ρωσία, ενώ άλλοι δουλεύουν σε σπετσιώτικα πλοία, ως ναύτες. Δεν εκμεταλλεύονται καθόλου τα δάση ελάτου του όρους Πάρνωνα.

William Martin Leake

Καλάβρυτα (19ος αιώνας)

Για να φτάσουμε στα Καλάβρυτα διασχίσαμε το ύψωμα πίσω από τη Βυζίτσα, συναντήσαμε το κάστρο του Γαλατά και το ομώνυμο μέρος με τέσσερα σπίτια. Το κάστρο, το οποίο είναι μεσαιωνικό, έχει μερικούς ψηλούς στρογγυλούς πύργους και βρίσκεται πάνω σε έναν απότομο λόφο. Υπολογίζεται ότι βρίσκεται σε απόσταση 3,5 ωρών από τη Δημητσάνα.

Καλάβρυτα
Λιθογραφία με το Μέγα Σπήλαιο

Περάσαμε από το χωριό Κατσουλιά, μέσα από ένα δάσος με βελανιδιές από το χωριό Συριάμου Κουρταγή ή αλλιώς Συριαμάκος. Διασχίσαμε έναν παραπόταμο του Λάδωνα που κυλάει μέσα σε ένα φαράγγι πάνω από το οποίο είναι η Κεριτινή.

Διασχίσαμε και το Γεφύρι της Κυράς. Φτάσαμε στη Στρέζοβα, μια πόλη 100-150 σπιτιών, η οποία ανήκει στο βιλαέτι των Καλαβρύτων. Ένας Τούρκος αγάς κατέχει έναν πύργο και υπάρχει ένας Έλληνας καπετάνιος των Αρματολών που λέγεται Μακρής Βασίλης. Εδρεύει εδώ με 25 άνδρες. Αυτός ο τρόπος φύλαξης από τους ληστές φαίνεται να δείχνει ότι η κατάσταση της κοινωνίας σε αυτή τη χώρα είναι ανάλογη με εκείνη που επικρατούσε στην Αγγλία την εποχή της βασιλείας του Αλφρέδου, για τον οποίο λέγεται ότι φόρτωσε στα χωριά τα έξοδα και την ευθύνη για να διατηρήσει τη χώρα ελεύθερη από ληστές.

Τα Καλάβρυτα προφανώς ονομάστηκαν έτσι από τις «καλές βρύσες». Η πόλη βρίσκεται απάνω από την άκρη της πεδιάδας στη μία πλευρά της κοίτης του άγριου χειμάρρου που κατεβαίνει απ΄ευθείας από το όρος Χελμός, η δυτική κορυφή του οποίου, σκεπασμένη με χιόνι, φαίνεται πάνω από την πόλη. Ένα προσκείμενο βουνό δυτικά λέγεται Κυνηγού. Τα Καλάβρυτα έχουν μόλις 100 τούρκικές οικογένειες, οι υπόλοιπες, μέχρι το συνολικό αριθμό 500, είναι ελληνικές. Και οι Έλληνες και οι Τούρκοι έχουν κτήματα, που τα υπενοικιάζουν κυρίως σε Έλληνες.

Το μεγαλύτερο μέρος των 114 χωριών της περιοχής είναι κεφαλοχώρια, που κατοικούνται από Έλληνες που καλλιεργούν τη δική τους γη, ή από έναν ακόμη μεγαλύτερο αριθμό που ζουν από το προϊόν των κοπαδιών τους, ή φροντίζουν εκείνα που ανήκουν σε Τούρκους ή Έλληνες ιδιοκτήτες, με το βούτυρο και το τυρί να αποτελούν το κύριο εξαγώγιμο προϊόν της περιοχής. Ο αριθμός των φορολογουμένων φτάνει στους 6.000 και καθώς το βιλαέτι έχει διατηρήσει τον πληθυσμό καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη περιοχή του Μοριά, εκτός της Μάνης, ο κατά κεφαλήν φόρος δεν είναι βαρύς.

Στο δρόμο για τη Βοστίτσα (Αίγιο) υπάρχει η γυναικεία μονή του Μεγάλου Σπηλαίου, η μεγαλύτερη στην Ελλάδα που ονομάζεται έτσι γιατί έχει δημιουργηθεί μέσα σε ένα σπήλαιο. Κατέχει πολλά μετόχια, μερικά από τα οποία είναι ολόκληρα χωριά. Η κοιλάδα των Καλαβρύτων έχει προσανατολισμό ανατολικό-δυτικό. Ένα βαθύ ποταμάκι, το οποίο πηγάζει από το όρος Ωλονός, διασχίζει την κοιλάδα και μετά τις χαράδρες του Μεγάλου Σπηλαίου κυλάει προς τη θάλασσα που τη συναντάει κοντά στο Διακοφτό ανατολικά της Βοστίτσας. Η κοιλάδα είναι βαλτώδης, κυρίως απέναντι από την πόλη, και επειδή τα βουνά που την περιβάλλουν είναι ψηλά και πολύ κοντά δεν επιτρέπουν τον καλό αερισμό της περιοχής, με αποτέλεσμα αυτή η περιοχή να είναι μια από τις πιο ανθυγιεινές του Μοριά.

Ο Πολύβιος περιγράφει το κλίμα και την τοποθεσία της Κυναίθας ως την πιο δυσάρεστη στην Αρκαδία. Η πεδιάδα έχει γίνει πιο παραγωγική και λιγότερο βλαβερή για την υγεία από τότε που κυριάρχησε η αποστράγγιση της γης.

Τα μόνα απομεινάρια αρχαιοτήτων που καταφέραμε να διακρίνουμε είναι στην άκρη της κοιλάδας ακριβώς απέναντι από τη πόλη. Εδώ έχουν ανασκαφεί δύο μεγάλες κατακόμβες στο βράχο, που η κάθε μια τους έχει έναν θάλαμο με μαρκίζες στο πλάι του που προορίζονταν για φέρετρα. Μία από τις κατακόμβες έχει μετατραπεί σε ιερό μιας εκκλησίας, από τους τοίχους της οποίας υπάρχουν ίχνη προς την έξοδο του σπηλαίου, μαζί με δύο τμήματα ενός απλού κίονα με δωρικό κιονόκρανο.

William Martin Leake

Καρύταινα και Δημητσάνα

Η Καρύταινα είναι ένα από τα στρατηγικά σημεία του Μοριά. Το κάστρο, που τώρα είναι ερειπωμένο, καταλαμβάνει την κορυφή ενός ψηλού βράχου, πολύ απότομου, προς τον Αλφειό, που συνδέεται ανατολικά με το βουνό που βρίσκεται ανάμεσα στην παρακείμενη πεδιάδα του Αλφειού και την κοιλάδα του Ατσίχολου. Στα βόρεια και νότια ο λόφος κατεβαίνει πιο ήπια και στις πλαγιές αυτές βρίσκεται η πόλη.

Καρύταινα και Δημητσάνα
Καρύταινα

Το βιλαέτι της Καρύταινας περιλαμβάνει κάπου εκατό χωριά και εκτείνεται βόρεια μέχρι τα Καλάβρυτα. Μερικά από τα χωριά του είναι μεγάλα, όπως η Στεμνίτσα, το Ζυγοβίτσι, η Δημητσάνα και η Ζάτουνα που βρίσκονται στους πλησίον λόφους βόρεια της Καρύταιανας, ενώ πιο μακριά στην ίδι ακετεύθυνση βρίσκονται τα χωριά Αλωνίσταινα, Βυτίνα, Μαγούλιανα, Βαλτεσινίκο, Λαγκάδια, Βυζίκι και Βερβίτσα.

Εκτός από το μήκος της κοιλάδας του Αλφειού κοντά στην Καρύταινα όλη η περιοχή είναι ορεινή αλλά εύφορη σε γενικές γραμμές. Παράγει σχεδόν ίσες ποσότητες σιταριού, κριθαριού και καλαμποκιού. Τυρί και βούτυρο παράγονται σε μεγαλύτερες ποσότητες στα ορεινά χωριά. Βαμβάκι, λινάρι και αμπέλια καλλιεργούνται στα πεδινότερα μέρη. Βελανίδια συλλέγονται σε όλα τα δασώδη μέρη της περιοχής.

Η πόλη της Καρύταινας έχει πρόσφατα μειωθεί πολύ πληθυσμιακά. Παραμένουν ακόμη 200 οικογένειες από τις οποίες οι τουρκικές δεν είναι πάνω από 20: οι μετανάστες έχουν πάει κυρίως στην περιοχή Καρά Οσμάν Ογλού, στη Μικρά Ασία, όπου υπόκεινται μόνο στο φόρο της γης και στο χαράτσι και ασχολούνται κυρίως με την καλλιέργια της εύφορης γης της Περγάμου και της Μαγνησίας.

Η Καρύταινα ήταν έγγειος χορηγία του σουλτάνου προς την αδελφή του, ενώ ο Μυστράς και το Άργος παραχωρήθηκαν σε άλλη αδελφή του βασιλιά των βαρβάρων.

Από την Καρύταινα στη Δημητσάνα

Φτάνοντας στο ψηλότερο σημείο του περάσματος μεταξύ των βουνών Νιμνίτσας και Μαγουλιάνων, αφήνουμε στα αριστερά μας μια μικρή πεδιάδα. Αυτή η πεδιάδα είναι η αρχή ενός μικρού ποταμού που φτάνει στη Δημητσάνα.

Το σχολείο της Δημητσάνας είναι το πιο φημισμένο στο Μοριά, και το οποίο πιθανά να υπήρχε πριν την τουρκική κατάκτηση. Η βιβλιοθήκη του περιέχει μερικές πολύτιμες εκδόσεις των κλασικών, πολλές του Άλδου Μανούτιου και πολυάριθμες θεολογικές εργασίες, αλλά όχι χειρόγραφα. Το σχολείο έχει λίγους μαθητές και αυτοί που μαθαίνουν αρχαία ελληνικά διαβάζουν αποσπάσματα από τους Πατέρες της Ελληνικής Εκκλησίας και Λουκιανό, που γενικά είναι το πρώτο βιβλίο που πιάνουν στα χέρια τους. Το σχολείο αυτό, όμως, τελευταία βρίσκεται σε παρακμή. Με την αυξανόμενη αθλιότητα και ερήμωση της Πελοποννήσου, η αναζήτηση της μόρφωσης έχει σχεδόν μηδενιστεί.

Έχουν ιδρυθεί και μικρότερα σχολεία στον Μυστρά, στο Άργος, στη Βυτίνα και στα Καλάβρυτα όπου διδάσκεται μια επιφανειακή γνώση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας που θεωρείται αρκετή για τα αγόρια που προορίζονται για την Εκκλησία. Ο καημένος ο δάσκαλος παραπονιέται αξιολύπητα για αυτές τις αλλαγές που πήγαν από το κακό στο χειρότερο, και το αποτέλεσμα των οποίων είναι ότι το δικό του εισόδημα ζωής μειώνεται και ότι προβληματίζεται να βρει κάποιον που πραγματικά εκτιμά το επάγγελμά του ή με τον οποίο μπορεί να απολαύσει μια συζήτηση για τα θέματα που τον ενδιαφέρουν. Φαίνεται λογικός και ευχάριστος, με καλούτσικη γνώση των αρχαίων συγγραφέων και καλή μνήμη.

Γύρω από την πόλη της Δημητσάνας υπάρχουν απομεινάρια από ένα ελληνικό τείχος, μερικά τμήματα του οποίου είναι αναμεμειγμένα με τις αυλές, τους τοίχους, τα θεμέλια των ιδιωτικών κατοικιών. Σε μερικά σημεία έχουν παραμείνει κάποια δείγματα αρχιτεκτονικής.

Αν λέει αλήθεια ο Παυσανίας, αυτά πρέπει να είναι τα ερείπια της Τευθίδος. Υπάρχουν μερικά ελληνικά θεμέλια στα αμπέλια στην πλαγιά του βουνού. που δείχνουν ότι αυτή η πλαγιά ήταν μέρος της αρχαίας πόλης. Το μέρος της σύγχρονης πόλης που βρίσκεται στην κορυφογραμμή, προς τα ανατολικά, φαίνεται να είναι έξω από τον αρχαίο περίβολο. Τα τείχη που ανιχνεύονται γύρω από τη σύγχρονη πόλη πιθανόν να είναι μόνο εκείνα της ακρόπολης.

Η τοποθεσία της Δημητσάνας είναι δροσερή, υγιεινή και εξαιρετικά όμορφη. Προς τα νότια δεσπόζει η θέα του δυτικού μέρους της πεδιάδας της Μεγαλόπολης και των βουνών πίσω από το Λεοντάρι Οι άνθρωποι στη Δημητσάνα έχουν φιλικές σχέσεις μεταξύ τους.

Ο μουκατάς (ενοικίαση προσόδου) της Δημητσάνας και των γύρω χωριών ανήκει στον Οσμάν, ένα από τους 12 χότζα-χαν (ανώτεροι θρησκευτικοί ηγέτες) της Κωνσταντινούπολης. τα κρατάει με τον όρο να πληρώνει 3 πουγκιά (1.500 γρόσια) για κάποιο τζαμί στη Κωνσταντινούπολη και 4 στην Πύλη για το χαράτσι. Ο αντιπρόσωπος του Οσμάν εισπράττει 12 πουγκιά από τον Χασάν μπέη της Τρίπολης, αδελφό του Αλί εφέντη. Ο κοτζαμπάσης και οι πρόκριτοι το νοίκιασαν από τον Χασάν μπέη για 13 πουγκιά το χρόνο, ίσως και περισσότερο. Η δεκάτη για τους καλλιεργητές εδώ είναι το 1/7: οι ιδιοκτήτες της γης είναι όλοι Έλληνες. Στην πόλη υπάρχουν 300 οικογένειες, όλες ελληνικές.

William Martin Leake

Έγριπος

Και το νησί της Εύβοιας και η μεγαλύτερη πόλη που ονομάζονται Έγριπος μια προφανής διαστρέβλωση του ονόματος Εύριπος, το οποίο οι Τούρκοι προφέρουν Γριμπός ή Εγριμπός.

Το σαντζάκι του Εγρίπου (Εύβοιας) περιελάμβανε τους καζάδες της Αθήνας, της Θήβας, της Λιβαδειάς, των Σαλώνων και της Αταλάντης, αλλά τα έσοδα από όλες αυτές τις περιοχές τα διαχειρίζονται βοεβόδες, οι οποίοι διορίζονται κάθε χρόνο από την Πύλη. Η δύναμη του πασά σε καιρό ειρήνης δεν ξεπερνά τα όρια του νησιού.

Έγριπος
Χαλκίδα

Αυτόν τον καιρό ο πασάς απουσιάζει και η διακυβέρνηση είναι στα χέρια του μουσελίμη. Τα έσοδα από την επαρχία ανέρχονται σε περίπου 400 γρόσια και προέρχονται από την πώληση της δεκάτης όλων των χωραφιών που δεν είναι φέουδα, ή από τα χωράφια του σπαχή που έχουν προσαρτηθεί στην επαρχία, καθώς επίσης και από τους δασμούς και το χαράτσι, από το φόρο στα σιτηρά και άλλα καταναλωτικά προϊόντα, και από τις δωροδοκίες για να επιτραπεί η απαγορευμένη εξαγωγή καλαμποκιού και βουτύρου. Η κύρια παραγωγή του νησιού είναι το κρασί. Μόνο από την Κύμη και τον Καστρεβαλά 20.000 βαρέλια των 54 οκάδων στέλνονται στη Σμύρνη και τη Μαύρη Θάλασσα, η μέση τιμή των οποίων στην περιοχή είναι 5 γρόσια το βαρέλι. Σιτάρι και λάδι εξάγονται μόνο όταν οι συνθήκες παραγωγής και ζήτησης είναι ευνοϊκές. Εξάγονται επίσης μικρές ποσότητες σαπούνι, βαμβάκι, μαλλί, πίσσα και νέφτι.

Ο Ρώσος πρέσβης αναγκάστηκε από τους ανωτέρους του να εγκαταλείψει την ευχάριστη διαμονή του στην Αθήνα και να έρθει σε αυτό το μίζερο μέρος, όχι εξαιτίας του εμπορίου, που είναι μικρό αλλά επειδή εδώ είναι η κατοικία του κυβερνήτη αυτού του μέρους της Ελλάδας, και με αυτόν τον τρόπο προστατεύει καλύτερα τα πολυάριθμα ελληνικά πλοία που τώρα πλέουν υπό ρωσική σημαία, ή εκείνα της Δημοκρατίας των Επτανήσων.

Για την προσωπική του προστασία θεώρησε απαραίτητο να πάρει στη δούλεψη του έναν γενίτσαρο με το όνομα Χασάν και επώνυμο Καραμπερέρ ή Μαύρο Πιπέρι, εξαιτίας της σκούρας επιδερμίδας του και της φήμης που απέκτησε εδώ στα νιάτα του, έχοντας σκοτώσει πολλούς συμπατριώτες του σε καυγάδες, για τους οποίους οι Τούρκοι της Χαλκίδας είναι ευρέως γνωστοί.

Τα καλύτερα χωράφια του νησιού βρίσκονται στα χέρια τριάντα τούρκικων οικογενειών που κατοικούν κυρίως στην Κάρυστο, στις Ροβιές, στους Ωρεούς, στον Καστρεβαλά και σε μερικά άλλα μικρότερα μέρη, και αποτελούν ολόκληρο τον τουρκικό πληθυσμό του νησιού. Οι χριστιανοί είναι πέντε φορές περισσότεροι, αλλά στην πόλη του Εγρίπου δεν αποτελούν ούτε το ένα τρίτο των κατοίκων. Πολλά σπίτια έξω από την πόλη είναι κατεστραμμένα και ακατοίκητα, ειδικά στη νότια πλευρά. Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στην πανούκλα που χτύπησε τον πληθυσμό.

Η πόλη παίρνει νερό από πηγάδια, τα καλύτερα από τα οποία, που ήταν παλιάς τεχνοτροπίας, φράχτηκαν πριν μήνες από τη λάσπη που δημιούργησε μια δυνατή βροχόπτωση που διήρκεσε 48 ώρες. Η διάσημη Αρετούσα, που συγκλονίστηκε από σεισμούς τα προηγούμενα έτη, έχει εξαφανιστεί εντελώς.

Τα μόνα απομεινάρια της αρχαίας Χαλκίδας είναι κάποια κομμάτια άσπρου μαρμάρου στους τοίχους των τζαμιών και των σπιτιών, καθώς και το μπούστο κάποιου αγάλματος στον τοίχο ενός σπιτιού στο κάστρο. Το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου παραμένει στην πόρτα του κάστρου. Πολλά από τα καλύτερα σπίτια είναι βενετσιάνικης κατασκευής και υπάρχει και μία εκκλησία με υπερυψωμένο μυτερό τρούλο κα γοτθικά παράθυρα που προφανώς κτίστηκε από τους ίδιους ανθρώπους, καθώς το μέρος βρισκόταν υπό την κατοχή τους τρεις αιώνες πριν τους διαδεχθεί ο Μωάμεθ ο Β΄ το 1470.

Το πιο χαρακτηριστικό τουρκικό μνημείο είναι ένα τεράστιο κανόνι, όπως αυτό στα Δαρδανέλια, που υπερασπίζεται τη νότια πλευρά του κάστρου. Αυτό το κάστρο κατασκευάστηκε σταδιακά κατά τη διάρκεια διαφορετικών περιόδων. Τετράγωνοι πύργοι ανεγέρθηκαν πριν από την εφεύρεση της πυρίτιδας και ενώθηκαν με βενετσιάνικους προμαχώνες αρχαίας κατασκευής και με τουρκικούς ασβεστωμένους τοίχους και πολεμίστρες. Υπάρχει μια ξερή τάφρος, που μπορούσε να πλημμυρίσει κατά βούληση, αλλά τώρα είναι γεμάτη σκουπίδια. Η πλευρά του κάστρου καταλαμβάνεται από το τουρκικό νεκροταφείο, πέρα από το οποίο είναι η χριστιανική πόλη περιτριγυρισμένη από τείχη σε αξιολύπητη κατάσταση, που κυκλώνουν το ακρωτήριο του κάστρου με μορφή μισοφέγγαρου, από κόλπο σε κόλπο.

Ο κόλπος στη βόρεια πλευρά του Εγρίπου ονομάζεται Άγιος Μηνάς, ενώ αυτός στη νότια πλευρά Βούρκο ή Βούλκο, όνομα που έχει άμεση σχέση με τη ρηχή και λασπώδη μορφή του. Αυτός ο κόλπος επικοινωνεί μέσω ενός στενού ανοίγματος με ένα μακρύ πορθμό με στροφές, που εκτείνεται περίπου 6χλμ. έως ότου συναντήσει ένα δεύτερο στενό άνοιγμα, όπου βρίσκεται ένας πύργος πάνω σε ένα χαμηλό σημείο της ευβοϊκής ακτής, στην πεδιάδα των Βασιλικών. Μόνο βάρκες μπορούν να προσεγγίσουν στη νότια πλευρά του Εγρίπου, πιο πέρα από τον πύργο. Από το Βορρά δεν υπάρχει δυσκολία προσέγγισης, καθώς ο κόλπος έχει βάθος 4 οργιές ή περισσότερο από 6μ. κοντά στα τείχη. Ούτε υπάρχει κίνδυνος στο αραξοβόλι, αν και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ολόκληρος ο πορθμός, ανάμεσα στο νησί και την ενδοχώρα, μαστίζεται από άγρια μπουρίνια από τα βουνά. Ο Εύριπος για να ακριβολογούμε δεν είναι μεγαλύτερος από στενότερο κομμάτι του πορθμού ανάμεσα στους πρόποδες του βουνού Καραμπαμπά και τα δυτικά τείχη του κάστρου, χωρίζεται, σε σχέση με το πλάτος του, σε ανόμοια μέρη, από ένα μικρό τετράγωνο κάστρο χτισμένο πάνω σε ένα βράχο, το οποίο έχει στρογγυλό πύργο στη βορειοδυτική πλευρά του. Μια πέτρινη γέφυρα, μήκους 18-20μ., συνδέει τη βοιωτική ακτή με αυτό το κάστρο, στο οποίο εισέρχονται από κινητή γέφυρα κοντά στο βορειοανατολικό τμήμα. Μια άλλη ξύλινη γέφυρα, μήκους 100μ., η οποία μπορεί να σηκωθεί και από τις δύο πλευρές για να επιτρέπει το πέρασμα των πλοίων, συνδέει το μικρό κάστρο με την πύλη του μεγάλου κάστρου και βρίσκεται σε έναν πύργο που εξέχει από τα τείχη. Το εσωτερικό κανάλι λέγεται ότι πάντα είχε βάθος γύρω στα 3μ.. Κάτω από την πέτρινη γέφυρα το νερό είναι πολύ πιο ρηχό.

Οι άνθρωποι του Εγρίπου πιστεύουν ότι το μικρό κάστρο στο βράχο του Ευρίπου δεν υπήρχε τον καιρό των Βενετών αλλά χτίστηκε από τους Τούρκους αμέσως μετά την κατάκτηση. Ο Κορονέλι, ωστόσο, ένα χρόνο πριν την κατάκτηση της Αθήνας και την πολιορκία του Νεγροπόντε (Εύβοια) από τους Βενετούς, δηλώνει ότι για την είσοδο του από τη Βοιωτία πρώτα διέσχισε μια πέτρινη γέφυρα με 5 καμάρες, με μήκος περίπου 30 βήματα, μετά πέρασε στη βάση του βενετσιάνικου πύργου πάνω από την πόρτα του οποίου βρισκόταν ακόμη το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου (αν και οι Τούρκοι είχαν καταλάβει το μέρος για 200 χρόνια), και μπήκε στην πόλη πάνω από μια ξύλινη κινητή γέφυρα. Αυτές οι παρατηρήσεις είναι αρκετές για να εξηγήσουν ότι ο κυκλικός πύργος είναι βενετσιάνικος, ενώ το υπόλοιπο κομμάτι του έργου είναι τουρκικό. Ο δρόμος επικοινωνίας της πέτρινης γέφυρας με το τμήμα πάνω από το εσωτερικό κανάλι τώρα περνάει μέσα από τη βορειοανατολική πλευρά του κάστρου, ενώ ο κυκλικός πύργος παραμένει στα δεξιά, πράγμα που συμφωνεί με τον Κορονέλι.   

William Martin Leake

Λιβαδειά (19ος αιώνας)

Η Λιβαδειά έχει επιβλητική εμφάνιση από τα βόρεια, συνθέτοντας ένα σκηνικό όμορφο και μοναδικό. Τα περισσότερα σπίτια της περιστοιχίζονται από κήπους και έτσι καταλαμβάνουν μεγάλο χώρο πάνω σε κάποιες απότομες πλαγιές, στους πρόποδες ενός απόκρημνου υψώματος που στεφανώνεται με ένα κατεστραμμένο κάστρο που λέγεται ότι χτίστηκε από τους Καταλανούς. Αυτό το ύψωμα αποτελεί μια απότομη, βόρεια απόληξη του όρους Ελικώνα και χωρίζεται προς τα ανατολικά από παρόμοιους λόφους με ένα χείμαρρο, που αναβλύζει από το βουνό ανάμεσα σε ψηλούς γκρεμούς και πέφτει με μεγάλη ταχύτητα πάνω σε ένα βραχώδες μέρος, αφού διασχίσει το κέντρο της πόλης. Είναι η αρχαία Έρκυνα. Πάνω από το κάστρο το τοπίο είναι γενικά ξερό.

Λιβαδειά
Η Λιβαδειά το 1819

Η κύρια παροχή νερού γίνεται από κάποιες πηγές στο νότιο άκρο της πόλης και στους κήπους που περιζώνουν τα σπίτια. Υπάρχουν επίσης πηγές σε πολλά μέρη σε αυτήν την πλευρά, έτσι ώστε όλη αυτή η υπερβολή σε νερό, σε συνδυασμό και με το φυσικό καταφύγιο που δημιουργούν τα βουνά που κρέμονται από πάνω, να κάνει τον αέρα το καλοκαίρι, στο βόρειο μέρος της πόλης για κάναδυο ώρες το πρωί και το βράδυ, ευχάριστα δροσερό.

Τα ίδια αυτά βουνά ωστόσο, αν εξαιρέσει κανείς το αεράκι που φυσάει συχνά, κάνουν τη θερμοκρασία πολύ υψηλή, ενώ το χειμώνα δημιουργούν υγρασία στερώντας από την πόλη τις ακτίνες του ήλιου. Ο ήλιος δεν ζεσταίνει ούτε χαμηλότερα σημεία της πόλης της Λιβαδειάς μετά τις δύο το μεσημέρι. Εξαιτίας αυτών των συνθηκών, το κλίμα δεν θεωρείται ευχάριστο ή υγιεινό. Λέγεται δε, ότι το καλοκαίρι, λόγω των αναγκών για εξαερισμό, οι βλαβερές αναθυμιάσεις των ποτιστικών χωραφιών με βαμβάκι και ρύζι γίνονται παντού αισθητές, αν και απέχουν κοντά 3χλμ. από το βόρειο τμήμα της πόλης. Η Βελίτσα, που έχει παρόμοια θέση και θέα, επηρεάζεται από το γειτονικό βουνό, με τον ίδιο τρόπο, και εκεί το χωριό ήταν στη σκιά ακόμη και πριν το μεσημέρι. Η αλήθεια είναι ότι σε όλες τις αρχαίες πόλεις της Δωρίδας, της Φωκίδας και της Βοιωτίας που καταλάμβαναν τις ισχυρές και άλλοτε προνομιούχες κάτω από τις βόρειες πλευρές του Παρνασσού και του Ελικώνα, βίωναν τα ίδια προβλήματα και είχαν το ίδιο κλίμα το χειμώνα, όπως σημειώνει ο Παυσανίας, ειδικά στη Λιλαία.

Η Λιβαδειά έχει ένα γενικότερο αέρα χλιδής σε σχέση με όλα τα άλλα μέρη στην Ελλάδα, χωρίς να εξαιρούνται τα Ιωάννινα. Αυτό οφείλεται και στον μικρό αριθμό Τούρκων, που γενικά δεν είναι μόνον οι ίδιοι φτωχοί, αλλά και αιτία φτώχειας για τους άλλους. Εκεί οφείλεται εν μέρει και η κατασκευή μεγάλων ελληνικών σπιτιών, τα οποία έχοντας ευρύχωρα δωμάτια και εξώστες, σύμφωνα με το τουρκικό στυλ, φαίνεται ότι χτίζονται προωθώντας την πόλη προς τον απότομο γκρεμό του λόφου. Μπορεί να παρατηρηθεί, ωστόσο, ότι αυτή η αρχιτεκτονική, αποτέλεσμα της ελληνικής ματαιοδοξίας πάντα έτοιμης να μιμηθεί το τουρκικό μεγαλείο, αν και ευχάριστη το καλοκαίρι, δεν ταιριάζει σε ένα μέρος όπου ο χειμώνας είναι βαρύς και μεγάλος. Υπάρχουν περίπου χίλια πεντακόσια σπίτια στην πόλη της Λιβαδειάς, από τα οποία μόνο τα εκατόν τριάντα είναι τούρκικα.

Το πιο ευδιάκριτο σημείο στην πόλης της Λιβαδειάς είναι ένας πύργος με ένα ρολόι. Στην περιοχή υπάρχουν εβδομήντα χωριά, από τα οποία το μεγαλύτερο είναι το Δαδί και η Αράχοβα. Το Ξεροχώρι, η Φίλα και πολλά άλλα στην Εύβοια έχουν καταχωρισθεί στο βιλαέτι, καθώς επίσης και ο Κάλαμος, και κάποια άλλα στην Αττική.

Η ομηρική Μήδεια βρισκόταν σύμφωνα με τον Παυσανία σε ένα ύψωμα από όπου οι κάτοικοι, υπό την καθοδήγηση του Λέβαδου, ενός Αθηναίου, μετακινήθηκαν σε χαμηλότερο σημείο και εκεί έχτισαν μια πόλη που της έδωσαν το όνομα Λιβαδειά. Φαίνεται δηλαδή ότι η Μήδεια βρισκόταν στην πλευρά του κάστρου και προς το δυτικό τμήμα της καινούργιας πόλης. Στην ανατολική της πλευρά περιβαλλόταν από την Έρκυνα, ενώ η Λιβαδειά κατελάμβανε το χαμηλότερο μέρος της σημερινής πόλης. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς, ωστόσο, ότι το κάστρο δεν ήταν ποτέ μέρος της αρχαίας πόλης μια και ήταν τόσο σημαντικό για την ασφάλεια της. Οι μόνες αρχαιότητες είναι κάποιες τετράγωνες ελληνικές πέτρες στα τοιχώματα, του κατεστραμμένου κάστρου, και λίγες επιγραφές και αρχιτεκτονικά κομμάτια διάσπαρτα στην πόλη. Αυτή η ισχυρή και πλούσια σε νερό πόλη, που πάντα είχε μεγάλο πληθυσμό, έχει επιδοθεί σε πολλές ανακατασκευές με βάση τα αρχαία υλικά ώστε τίποτε πλέον δεν έχει παραμείνει στη θέση του.

Η Λιβαδειά σαν βακούφι, διοικείται από βοεβόδα που εκμισθώνει τα εισοδήματα από τη διαχείριση των βασιλικών τζαμιών (της Πύλης). Ή πιο συχνά από βεκίλη ή αντιπρόσωπο, στον όποιο ο βοεβόδας δίνει αναφορά. Ο Τούρκος που τώρα κατοικεί στη Λιβαδειά είναι αντιπρόσωπος, αλλά συλλέγει ο ίδιος και εκμεταλλεύεται τους φόρους.

Η δημοτική εξουσία μοιράζεται ανάμεσα σε τρεις κυρίαρχες ελληνικές οικογένειες, από τις οποίες η πρώτη είναι του Γιάννη Χονδροδήμα ή Λογοθέτη, εξαιτίας του αξιώματος του στην εκκλησία. Όλες οι υποθέσεις της πόλης περνούν από τα χέρια ενός γραμματικού που τον ορίζουν οι παραπάνω άρχοντες. Ούτε ο Τούρκος βοεβόδας, ούτε ο καδής (ιεροδικαστής) ανακατεύονται, εκτός και αν η υπόθεση αφορά Τούρκο. Ειδικά ο πρώτος απέχει ολοκληρωτικά, καθώς φοβάται μήπως χάσει τα συνηθισμένα δώρα που παίρνει από τους Έλληνες, καθώς και τα αποτελέσματα των διαμαρτυριών τους στην Κωνσταντινούπολη. Η κύρια ασχολία του είναι να συλλέγει τους φόρους του σουλτάνου, που δίνονται προς το παρόν στα τρία παραπάνω πρόσωπα για 2.500 γρόσια το χρόνο. Αυτοί οι φόροι είναι το μίρι, ή δεκάτη ή αβαρέσι ή φόρος στην προσωπική περιουσία, και το χαράτσι ή κεφαλικός φόρος.

Το πρώτο υπενοικιάζεται σε μερίδια κάθε χρόνο. Αυτοί που το εκμισθώνουν επισκέπτονται τα χωριά τον καιρό του θερισμού και παίρνουν το μερίδιο τους, που για τα χωράφια που ανήκουν στους Έλληνες είναι περίπου το ένα όγδοο. Ό,τι απομείνει μοιράζεται σε αναλογία δύο τρίτων ανάμεσα στον ιδιοκτήτη και σε αυτόν που έχει την αποθήκη και προμηθεύει τον σπόρο του καλαμποκιού. Οι θεριστές πληρώνονται κυρίως σε είδος δηλαδή, ή μια συμφωνημένη ποσότητα την ημέρα, ή το ένα δέκατο της σοδειάς: ό,τι μένει είναι το μερίδιο του μεταπράτη και μοιράζεται σε ισότιμα μερίδια. Αρκετές φορές τη δεκάτη την εκμεταλλεύεται ο Έλληνας ιδιοκτήτης, αλλά σε αυτήν την περίπτωση το μερίδιο του από το θερισμό είναι δεκαεφτά εικοστά τέταρτα.

Μερικά χωράφια στη Λιβαδειά είναι του σπαχή (ιππέα του οθωμανικού στρατού) και τα διατηρεί καθ’ όλη την διάρκεια της φεουδαρχικής θητείας από τον καιρό της κατάκτησης. Αυτά αποδίδουν λιγότερη δεκάτη στον σπαχή από ό,τι τα ελληνικά χωράφια στον εκμεταλλευτή του βακουφιού. Συνήθως ενοικιάζονται από Έλληνες της Λιβαδειάς και καλλιεργούνται όπως τα άλλα. Τυχαίνει μερικές φορές οι τελευταίοι να έχουν και αυτά του σπαχή, και συμβαίνει ενίοτε ο Έλληνας να έχει τη θέση του σπαχή στο χωριό. Συνήθως, όμως, αυτά τα χωράφια βρίσκονται στα χέρια των Αλβανών στρατιωτών, που τα θεωρούν ως ένα καλό τρόπο για να μαζεύουν αποθέματα, όπως οι σπαχήδες, πέρα από τη δεκάτη, που σύμφωνα με το έθιμο αντιστοιχεί σε ένα γρόσι το χρόνο για κάθε ενήλικο άνδρα και μισό και κάθε αγόρι στο χωριό, συν μια συγκεκριμένη μερίδα φαγητού, που πάντα παίρνουν οι Αλβανοί για τη συντήρηση τους, και άλλα προνόμια που η θέση του μουσουλμάνου στρατιώτη τους προσφέρει. Μερικές φορές τυχαίνει ο σπαχής να μένει στην περιοχή και να μην εισπράττει τη δεκάτη παρά μόνο ως φέουδο και ό,τι άλλο μπορεί να αποσπάσει εκβιαστικά.

Ο φτωχός Έλληνας χωρικός δεν παίρνει παρά ψίχουλα από τη γη που κατέχουν οι ομόθρησκοι του. Αν και σπάνια μπορεί να καταφέρει ένα τίμιο παζάρεμα για το μερίδιο του στην παραγωγή, γενικώς πρέπει και από αυτό να δίνει τον υπέρμετρο τόκο που ο Έλληνας ιδιοκτήτης γης ή ο σπαχής τον έχουν αναγκάσει να δίνει, αφού του έχουν δημιουργήσει την ανάγκη να δανειστεί: με λίγα λόγια δεν βρίσκεται σε καλύτερη θέση από έναν εργάτη σε ένα τούρκικο τσιφλίκι. Η δυστυχία του ολοκληρώνεται, επειδή η ανώτερη τάξη των Ελλήνων στη Λιβαδειά είναι τόσο προκλητική και αναίσθητη προς τους κατώτερους της, όσο ζηλεύονται με κακεντρέχεια και μεταξύ τους. Αν και δεν μπορούμε να αρνηθούμε το γεγονός ότι ταυτόχρονα διαθέτουν όλη τη φιλοξενία, την εξυπνάδα και την κοινωνική προδιάθεση του λαού, και αντίθετα προς τους θησαυρίζοντες Εβραίους και Αρμένιους, γενικά ζουν τη ζωή τους.

Τον Αλή πασά φοβούνται στη Λιβαδειά πιο πολύ από ό,τι την Πύλη. Και προσφέρονται να στείλουν κάθε άνοιξη μια αντιπροσωπεία από άρχοντες στα Ιωάννινα με δώρο να ανέρχεται στα 100 γρόσια. Λίγο καιρό πριν ο Αλή πασάς προσπάθησε να κατακτήσει το Δαδί, αλλά με την παρέμβαση των αρχηγών της Λιβαδειάς η καταστροφή της ανερχόμενης αυτής κοινότητας αποφεύχθηκε προσωρινά. Οι επιδιώξεις του, ωστόσο, τείνουν να αυξάνονται προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ ο γιος του, Βελής, πρόσφατα κατέκτησε την επαρχία της Αταλάντης

William Martin Leake

Ναύπακτος (19ος αιώνας)

Η Ναύπακτος αν και κατά κύριο λόγο αποκτά τη φήμη της στο απόγειο της ελληνικής ιστορίας, εξαιτίας του λιμανιού της στην είσοδο του Κορινθιακού κόλπου, οφείλει τη θέση της στον ισχυρό λόφο, στις γόνιμες πεδιάδες και τα άφθονα τρεχούμενα νερά της.

Ναύπακτος
Η κοιλάδα του Πλειστού

Η πεδιάδα στη δυτική πλευρά της πόλης, που εκτείνεται μέχρι το όρος Κακή Σκάλα, έχει πλάτος ένα μίλι προς το μέρος κοντά στην πόλη. Καλύπτεται με ελιές και χωράφια με καλαμπόκι, καθώς κα με λίγα αμπέλια. Η Πιλαλά, ανατολικότερα, είναι γυμνή, αλλά παράγει κριθάρι, βαμβάκι και λίγα σταφύλια, που, ως συνήθως, στην ηπειρωτική Ελλάδα βρίσκονται σε χαμηλές θαμνώδεις περιοχές, αν και η εμπειρία δείχνει ότι το καλό κρασί βγαίνει μόνο στους λόφους. Τέτοιες θέσεις όμως απαιτούν περισσότερη δουλειά από ό,τι οι πεδιάδες. Οι τελευταίες αποδίδουν μεγαλύτερο και περισσότερο καρπό. Αλλά στην Ελλάδα δεν υπάρχει αρκετή ζήτηση κρασιού υψηλότερης τιμής όπως αυτό που παράγεται στα υψώματα.

Το κάστρο και η πόλη καταλαμβάνουν τη νοτιοανατολική και τις ανατολικότερες πλευρές του λόφου, ο οποίος είναι ένας από τους πρόποδες του όρους Ρίγανη και φτάνει μέχρι τη θάλασσα, χωρίζοντας την πεδιάδα, της Πιλαλάς από αυτήν που είναι προς το κάστρο της Ρούμελης και του βουνού Κακή Σκάλα. Το μέρος είναι οχυρωμένο με το συνήθη στους αρχαίους τρόπο, που χρησιμοποιούνταν για θέσεις παρόμοιες με αυτήν της Ναυπάκτου, δηλαδή καταλαμβάνει μια τριγωνική πλαγιά με μια ακρόπολη στην κορυφή, και έναν ή περισσότερους τοίχους που διασταυρώνονται και το χωρίζουν σε ενδιάμεσα μέρη. Στη Ναύπακτο υπάρχουν περίπου πέντε εσοχές ανάμεσα στην κορυφή και τη θάλασσα, με πύλες επικοινωνίας από τη μία στην άλλη, και μια παράπλευρη πύλη προς τα δυτικά, που οδηγεί στην έξοδο του κάστρου από τη δεύτερη εσοχή μέχρι την κάθοδο. Είναι πιθανόν τα καινούργια τείχη να ακολουθούν ακριβώς το αρχαίο σχέδιο του κάστρου, γιατί σε πολλά σημεία στηρίζονται πάνω σε αρχαιοελληνικά θεμέλια, διατηρώντας ακόμη κομμάτια του αρχαίου τείχους που έχουν ενσωματωθεί στο νέο. Η σημερινή πόλη καταλαμβάνει μόνο τη χαμηλότερη εσοχή, στη μέση της οποίας υπάρχει το μικρό λιμάνι, που απέκτησε τόσο σπουδαία φήμη στην αρχαία ιστορία. Σήμερα είναι γεμάτο με σκουπίδια και δεν μπορεί να δεχθεί τις μεγαλύτερες βάρκες που πλέουν στον κόλπο.

Μέσα στα τείχη της Ναυπάκτου κατοικούν περίπου 400 τούρκικες οικογένειες και 30 εβραϊκές. Οι Τούρκοι ζουν σε κατεστραμμένα σπίτια, στη μιζέρια και τη φτώχεια, πολύ περήφανοι για να δουλέψουν, και με την αυθάδεια και την καταπίεση που ασκούν εμποδίζουν την εγκατάσταση των Ελλήνων εδώ. Στους τελευταίους, όπως συνηθίζεται, στις οχυρωμένες πόλεις της Τουρκίας, δεν επιτρέπεται να κατοικούν μέσα στα τείχη. Τα σπίτια τους δημιουργούν ένα προάστιο στις δύο πλευρές, στην καθεμία από τις οποίες υπάρχουν 100 σπίτια, αλλά τώρα κατοικούνται μόνο τα μισά.

Οι Έλληνες ασχολούνται μόνο με την καλλιέργεια των κήπων και με τα χωράφια με τα πορτοκάλια και τα λεμόνια, τα οποία θα απέδιδαν εδώ λόγω του άφθονου νερού, αν οι παράνομοι και οι πεινασμένοι ακόλουθοι του πασά, δεν κατέστρεφαν και δεν κατανάλωναν τα πάντα πριν ωριμάσουν. Τέτοια είναι η κατάσταση στη Ναύπακτο, που από εδώ μέχρι την Πάτρα δεν μπορεί κανείς να αγοράσει ούτε βότανα, ούτε λάδι, ούτε κρασί, πληρώνει 24 παράδες την οκά για το κρέας μιας προβατίνας, ενώ 20 είναι η τιμή του καλύτερου κρέατος στην Πάτρα.

Ο Μουζά πασάς ήταν κυβερνήτης της Θεσσαλονίκης και τον έστειλαν εδώ σαν ένα είδος εξορίας. Ζει κυρίως με συνεισφορές από τις γειτονικές περιοχές, ακόμη και από τη Βοστίτσα και κάποια άλλα μέρη στο Μοριά. Το βιλαέτι περιελάμβανε πριν όλη την περιοχή, μέχρι τα σαντζάκια της Άρτας και το Ευρίπου, δηλαδή την ευρύτερη περιοχή της Ακαρνανίας, Αιτωλίας και Λοκρίδας. Αλλά ο Αλή πασάς την περιόρισε μέχρι λίγο πιο πέρα από τα τείχη αυτής της πόλης. Ο Μουζά κατάγεται από οικογένεια της Λάρισας και παίρνει 150 γρόσια το χρόνο από γη στο Mollalik. Η Ναύπακτος του αποφέρει άλλα τόσα, αλλά οι απαιτήσεις της Πύλης, και τα δώρα που είναι υποχρεωμένος να στέλνει εκεί, τον κάνουν τόσο φτωχό, που σύμφωνα με την έκφραση του πληροφοριοδότη μου, το πιλάφι του γίνεται από λάδι, γιατί δεν έχει βούτυρο. Οι υπηρέτες του, με την ανοχή του αφέντη τους, πρόσφατα έκλεψαν καυσόξυλα, που είχαν κοπεί στον Ψαθόπυργο, από τον πρόξενο μας στην Πάτρα, για να σταλούν στη Μάλτα με πλοίο. Η ποσότητα που πήραν αρκούσε για όλη τη χειμερινή κατανάλωση που είχε ο πασάς στο χαμάμ και στην κουζίνα του. Τώρα προσπαθεί να συγκεντρώσει αρκετά γρόσια για να αγοράσει το επαρχείο του Μοριά. Τα λεφτά του πρέπει να είναι μαζεμένα μέχρι το επόμενο Μπαϊράμι, όταν η λίστα με τους κυβερνήτες που είναι στην εξουσία παρουσιάζεται στο σουλτάνο, ο οποίος ανακοινώνει τις αλλαγές στο Κουρμπάν Μπαϊράμι, 70 μέρες μετά το πρώτο.

Η Πύλη απαίτησε τελευταίως από τον Μουζά να στείλει στην Κωνσταντινούπολη 40-50 χιλιάδες γρόσια σε αξία καλαμποκιού, δίνοντας σύμφωνα με το έθιμο και κάποια τιμή στους καλλιεργητές, που δεν επαρκεί ούτε για το κόστος παραγωγής. Ο πασάς, όπως συμβαίνει με τους Τούρκους σε αντιπαλότητα, είναι πολύ ταπεινός και πολιτισμένος. Όπως συμβαίνει συνήθως με τους ανθρώπους που βρίσκονται σε υψηλές θέσεις, και αυτός και ο καγιάς του ασχολούνται με επιστημονικά θέματα: ο καγιάς μιλάει για γεωγραφία και ο πασάς για ιατρική.

Ο πλουσιότερος Τούρκος ιδιοκτήτης στη Ναύπακτο είναι ο Αντέμπεης, που πατέρας του ήταν ο πασάς. Έχει εισόδημα πάνω από 150 γρόσια το χρόνο και είναι τόσο φιλόξενος που ξοδεύει όλο του το εισόδημα στη φιλοξενία. Πρόσφατα έχτισε ένα σπίτι, που, αν και καλύτερο από φράγκικο αχυρώνα, όσον αφορά τα υλικά και την αρχιτεκτονική, εδώ θεωρείται σαν κάτι υπερβολικό. Αλλά το χτίσιμο κοστίζει ακριβά στην Ελλάδα, γιατί είναι ακριβή η εργασία, τα μαδέρια, τα τζάμια και τα καρφιά. Όλα, εκτός από την πέτρα και τους όλμους, έρχονται από την Τεργέστη και το Φιούμε. Ένα καλούτσικο σπιτάκι δεν μπορεί να χτιστεί με λιγότερο από 10.000 γρόσια, που, αν και ποσόν που δεν υπερβαίνει τις 600 στερλίνες, είναι μεγάλο για αυτή τη φτωχή χώρα.

William Martin Leake

Στα Σάλωνα

Φθάσαμε στα Σάλωνα, διασχίσαμε το Πλειστό, μετά περάσαμε ένα ανοιχτό μέρος στην Κρισαία πεδιάδα, και φθάσαμε στην αριστερή όχθη του ξεροπόταμου των Σαλώνων. Ακολουθήσαμε τον ποταμό, περνώντας μέσα από ένα χωράφι με ελιές, και τον διασχίσαμε για λίγο, κάτω από την είσοδο της κοιλάδας των Σαλώνων. όπου το επίπεδο στις όχθες του είναι λιγότερο από ένα μίλι σε πλάτος, και οριοθετείται από ένα βράχο του βουνού Χρισσού προς τα δεξιά και από μια προέκταση από άλλα βραχώδη βουνά στα αριστερά. Πέρα από το στενό, η κοιλάδα φαρδαίνει, ο δρόμος στρίβει περισσότερο προς τα δυτικά, πάλι μέσα από ελαιώνες, και δύο μίλια από τα Σάλωνα διασχίζουμε πάλι μια ανοιχτή πεδιάδα.

Στα Σάλωνα
Σάλωνα

Το κάστρο των Σαλώνων είναι ένα εκτεταμένο ερείπιο χτισμένο από τους Φράγκους ή από τους Έλληνες στο κατώτερο σημείο του, πάνω στα απομεινάρια των τειχών μιας αρχαίας πόλης. Ο κεντρικός πύργος του κάστρου βρίσκεται στην ακρόπολη και οι εξωτερικοί τοίχοι ακολουθούν σχεδόν εκείνους της πόλης. Τα απομεινάρια των δύο από τους ελληνικούς πύργους φαίνονται στην κατωφέρεια του λόφου προς το Βορρά, πάνω στην κορυφή μιας βραχώδους πλαγιάς, που κρέμεται πάνω από τα καινούργια σπίτια σε αυτό το σημείο.

Η αρχαία πόλη δεν φαίνεται να είχε μεγάλες διαστάσεις και είχε θέα προς τα βουνά. Κάτω από τους βράχους του κάστρου, προς τα νότια, αναβλύζει μια πολύ πλούσια πηγή με πολλούς πίδακες, που σχηματίζουν την κύρια πηγή του ποταμού. Υπάρχει μια άλλη πηγή, με λίγο νερό, στην πλαγιά του λόφου. Ο ποταμός ενώνεται με έναν παραπόταμο από το Βορρά, αλλά το νερό καταναλώνεται στο πότισμα των χωραφιών στην κοιλάδα, και αν δεν πέσουν δυνατές βροχές δεν φτάνει καθόλου νερό στον Πλειστό.

Στα Σάλωνα υπάρχουν 300 τούρκικες και 400 ή 500 ελληνικές οικογένειες. Στα χωριά της περιοχής ζουν μόνο Έλληνες. Σύμφωνα με έναν πρόχειρο υπολογισμό του κοτζαμπάση, υπάρχουν 100.000 ρίζες ελιές, δηλαδή τα ελαιόδεντρα στην περιοχή παράγουν περίπου 5 λίτρα κατά μέσο όρο το καθένα, που είναι για όλη την περιοχή μισό εκατομμύριο λίτρα. Όταν εξάγονται 3 καλά φορτωμένα πλοία, τότε είναι καλή χρονιά. Το λάδι είναι άριστης ποιότητας. Τώρα μαζεύουν τον καρπό, με τον ίδιο τρόπο που τον μαζεύουν και στην Αθήνα, τινάζοντας τα κλαδιά με μια μακριά βέργα, που έχει αποτέλεσμα να πέφτουν κάτω και πολλά φύλλα και μικρά κλαδιά. Οι κάτοικοι λένε ότι αυτό δεν καταστρέφει τον καρπό της επόμενης χρονιάς, γιατί τα δέντρα παράγουν άφθονες ελιές μόνο μια φορά στα δυο χρόνια, χωρίς να σκέφτονται ότι αυτός ο βάναυσος τρόπος που μαζεύουν τις ελιές μπορεί να είναι η κύρια αιτία που οι ελιές δεν παράγουν καρπό κάθε χρόνο.

William Martin Leake

Δεσφίνα

Η γη στη Δεσφίνα καλλιεργείται με κριθάρι και σιτάρι μόνο μια φορά στα δύο χρόνια, εκτός από συγκεκριμένα μέρη ανάμεσα στους βράχους, όπου καίνε τους θάμνους, ή εκεί που το χώμα εμπλουτίζεται με την κοπριά των προβάτων και των κατσικιών, τα οποία βρίσκονται σε μαντριά στους βράχους.

Δεσφίνα
Παρνασσός

Αυτές οι περιοχές καλλιεργούνται κάθε χρόνο χωρίς όργωμα. Φέτος (1805), όλο το νότιο άκρο της είναι ακαλλιέργητο, ενώ το βόρειο είναι καλλιεργημένο. Το χωριό Δεσφίνα ή Τζεσφίνα βρίσκεται στη δυική πλαγιά του ψηλού βραχώδους λόφου, στην κορυφή του οποίου υπάρχει ένα ξωκκλήσι και ένα μεγάλο πουρνάρι. Το ύψωμα χωρίζεται από τους βραχώδεις πρόποδες του βουνού Ξηρογιάννη με ένα ρέμα, με βόρεια κατεύθυνση, το οποίο αναβλύζει το οποίο αναβλύζει λίγο πιο πάνω από το χωριό, σε ένα σχίσιμο του βράχου ανάμεσα στα δυο βουνά: απέναντι από το χωριό το φαράγγι φαρδαίνει, και κάτω από αυτό εκτείνεται προς την πεδιάδα.

Το χωριό κατοικείται από περίπου 170 οικογένειες, οι περισσότερες από τις οποίες ζουν σε σπίτια με δυο πατώματα, άνετα, αν τα συγκρίνουμε με τα φτωχά αγροτόσπιτα των χωρικών της αλβανικής φυλής στην Αττική και τη Βοιωτία. Εδώ, όπως και στην Αράχοβα, και προς τα δυτικά, η αλβανική γλώσσα είναι άγνωστη, αν και πολύ κοντά στα χωριά και τα μοναστήρια του όρους Ελικώνα η γλώσσα αυτή μιλιέται ευρέως, και πολλές από τις γυναίκες δεν γνωρίζουν ούτε καν ελληνικά.

Αν και η Δεσφίνα βρίσκεται στην περιφέρεια Σαλώνων, ένα μεγάλο μέρος των οποίων ανήκει στους Τούρκους, δεν υπάρχει Τούρκος κάτοικος ή ιδιοκτήτης στην περιοχή της Δεσφίνας. Ο μουκατάς (ενοικίαση προσόδων) και τα χωράφια του σπαχή αγοράζονται από ένα ντόπιο Έλληνα, που μαζεύει τους φόρους και δίνει λόγο στο βοεβόδα των Σαλώνων για δεκάτη του ενός ενάτου στο καλαμπόκι, στα σταφύλια και τις ελιές, για δύο παράδες το κεφάλι στα βοοειδή, και πέντε γρόσια το κεφάλι κατά μέσο όρο για όλους τους άνδρες που υπόκεινται στο χαράτσι. Για τον εαυτό του, παίρνει σαν σπαχής ένα άσπρο το κεφάλι στα βοοειδή και τέσσερα γρόσια το στρέμμα στα αμπέλια.

Τελικώς, το χωριό συνεισφέρει 48 γρόσια το χρόνο στο βοεβόδα, ώστε να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Αλή πασά. Τα μοναστήρια πληρώνουν μόνο το χαράτσι για τους καλόγερους, τη δεκάτη για τη γη τους, και το ασπροκέφαλο για τα πράγματα, ή φόρο ενός άσπρου το κεφάλι για τα βοοειδή όλων των ειδών. όταν ρωτάω εδώ αν κάποιος ταξιδιώτης σαν εμένα, έχει επισκεφτεί ποτέ τη Δεσφίνα, κανένας δε θυμάται τίποτα, αν και ένας άνδρας μου δήλωσε ότι θυμάται να έχει δει έναν από τους ανθρώπους που ονομάζονται μιλόρδοι, πολύ κοντά στην Αράχοβα.

William Martin Leake

Μονή Βαρνάκοβας

Στη Στερεά Ελλάδα συνεχίζουμε το ταξίδι μας μέσα από δάση με βελανιδιές και κακοτράχαλα, λασπωμένα μονοπάτια. Φτάσαμε στην οροσειρά από όπου ο δρόμος αρχίζει να κατεβαίνει προς την παραλία. Από κει έχουμε πολύ ωραία θέα της εισόδου του κόλπου της Κορίνθου με τα δυο της κάστρα, της παραλίας του Μοριά μέχρι το ακρωτήρι Άραξος, και της θάλασσας κοντά στο Χλεμούτσι. Στην κάθοδο μας προς την παραλιακή πεδιάδα, που είχε διάρκεια μιάμισης ώρας πέρασε η ώρα και έπρεπε να σκεφτούμε που θα περάσουμε τη νύχτα. Επειδή η Ναύπακτος ήταν πολύ μακριά, τελικά αποφασίσαμε να πάμε στη Μονή Βαρνάκοβας.

Μονή Βαρνάκοβας
Παναγία Βαρνάκοβα

Η Μονή Βαρνάκοβας βρίσκεται στην κορυφή μιας απότομης οροσειράς, ανάμεσα στα δάση με τις βελανιδιές στα δεξιά. Ένας Τούρκος, στον οποίο ανήκουν τα περισσότερα από τα άλογα, συμφωνεί πρόθυμα με την απόφαση, καθώς αυτό μεγαλώνει την απόσταση από τη Ναύπακτο. Απορρίπτεται όμως η απόφαση από τους Αλβανούς στρατιώτες και αφού αρχίσαμε να ανεβαίνουμε μέσα από το δάσος πάνω σε κάποιους απότομους λόφους, περάσαμε μέσα από το ζευγολατιό του μοναστηριού, στο οποίο φτάσαμε αργά το απόγευμα και λίγο αργότερα οι αποσκευές μας.

Οι καλόγεροι μας απαγόρευσαν την είσοδο, με το πρόσχημα των διαταγών που είχε δώσει ο ίδιος ο βοεβόδας, δηλαδή να μην ανοίγουν οι πόρτες μετά το ηλιοβασίλεμα. Αρχίσαμε ακόμη μια διαπραγμάτευση που όμως κράτησε πολύ ώρα, εξαιτίας του φόβου των καλογέρων, της εθνικής τάσης που υπάρχει προς τη λογομαχία και της αντιξοότητας που δημιουργούσε η συζήτηση στην πόρτα. Πάνω από όλα όμως δυσκολευτήκαμε να του δώσουμε να καταλάβουν ποιοι ακριβώς είμαστε, μια και δεν είχαν δει στο παρελθόν τέτοιους «περίεργους» χαρακτήρες, όπως εγώ και οι σύντροφοι μου. Μ τα πολλά, έπειτα από καθυστέρηση μιάμισης ώρας, οι πόρτες άνοιξαν, επειδή ο Αλβανός φρουρός που ήταν στο μοναστήρι γνώριζε καλά κάποιον από τους συνοδούς μου. Μόλις είχε στρώσει το στρώμα μου στο έδαφος και ετοιμαζόμουν να περάσω η νύχτα έξω.

Ανάμεσα σε καλόγερους και Αλβανούς στρατιώτες, ο χώρος ήταν απολύτως γεμάτος: για τους τελευταίους το μοναστήρι είναι καλή περιοχή και άνετος σταθμός για τις επιχειρήσεις τους εναντίον των κλεφτών, οι οποίοι τώρα χάνουν τη βοήθεια του μοναστηριού, που στο παρελθόν ήταν η κύρια πηγή ανεφοδιασμού τους.

Στον καταυλισμό του μοναστηριού υπάρχουν γύρω στα τριάντα άτομα. Οι περισσότεροι είναι κοσμικοί. Ανταγωνίζονται τους Αλβανούς φρουρούς στην αγριότητα και τη βρομιά, αν και τα οικονομικά του μοναστηριού είναι σε καλή κατάσταση και τώρα χτίζεται μια καινούργια εκκλησία.

William Martin Leake