Έγριπος

Και το νησί της Εύβοιας και η μεγαλύτερη πόλη που ονομάζονται Έγριπος μια προφανής διαστρέβλωση του ονόματος Εύριπος, το οποίο οι Τούρκοι προφέρουν Γριμπός ή Εγριμπός.

Το σαντζάκι του Εγρίπου (Εύβοιας) περιελάμβανε τους καζάδες της Αθήνας, της Θήβας, της Λιβαδειάς, των Σαλώνων και της Αταλάντης, αλλά τα έσοδα από όλες αυτές τις περιοχές τα διαχειρίζονται βοεβόδες, οι οποίοι διορίζονται κάθε χρόνο από την Πύλη. Η δύναμη του πασά σε καιρό ειρήνης δεν ξεπερνά τα όρια του νησιού.

Έγριπος
Χαλκίδα

Αυτόν τον καιρό ο πασάς απουσιάζει και η διακυβέρνηση είναι στα χέρια του μουσελίμη. Τα έσοδα από την επαρχία ανέρχονται σε περίπου 400 γρόσια και προέρχονται από την πώληση της δεκάτης όλων των χωραφιών που δεν είναι φέουδα, ή από τα χωράφια του σπαχή που έχουν προσαρτηθεί στην επαρχία, καθώς επίσης και από τους δασμούς και το χαράτσι, από το φόρο στα σιτηρά και άλλα καταναλωτικά προϊόντα, και από τις δωροδοκίες για να επιτραπεί η απαγορευμένη εξαγωγή καλαμποκιού και βουτύρου. Η κύρια παραγωγή του νησιού είναι το κρασί. Μόνο από την Κύμη και τον Καστρεβαλά 20.000 βαρέλια των 54 οκάδων στέλνονται στη Σμύρνη και τη Μαύρη Θάλασσα, η μέση τιμή των οποίων στην περιοχή είναι 5 γρόσια το βαρέλι. Σιτάρι και λάδι εξάγονται μόνο όταν οι συνθήκες παραγωγής και ζήτησης είναι ευνοϊκές. Εξάγονται επίσης μικρές ποσότητες σαπούνι, βαμβάκι, μαλλί, πίσσα και νέφτι.

Ο Ρώσος πρέσβης αναγκάστηκε από τους ανωτέρους του να εγκαταλείψει την ευχάριστη διαμονή του στην Αθήνα και να έρθει σε αυτό το μίζερο μέρος, όχι εξαιτίας του εμπορίου, που είναι μικρό αλλά επειδή εδώ είναι η κατοικία του κυβερνήτη αυτού του μέρους της Ελλάδας, και με αυτόν τον τρόπο προστατεύει καλύτερα τα πολυάριθμα ελληνικά πλοία που τώρα πλέουν υπό ρωσική σημαία, ή εκείνα της Δημοκρατίας των Επτανήσων.

Για την προσωπική του προστασία θεώρησε απαραίτητο να πάρει στη δούλεψη του έναν γενίτσαρο με το όνομα Χασάν και επώνυμο Καραμπερέρ ή Μαύρο Πιπέρι, εξαιτίας της σκούρας επιδερμίδας του και της φήμης που απέκτησε εδώ στα νιάτα του, έχοντας σκοτώσει πολλούς συμπατριώτες του σε καυγάδες, για τους οποίους οι Τούρκοι της Χαλκίδας είναι ευρέως γνωστοί.

Τα καλύτερα χωράφια του νησιού βρίσκονται στα χέρια τριάντα τούρκικων οικογενειών που κατοικούν κυρίως στην Κάρυστο, στις Ροβιές, στους Ωρεούς, στον Καστρεβαλά και σε μερικά άλλα μικρότερα μέρη, και αποτελούν ολόκληρο τον τουρκικό πληθυσμό του νησιού. Οι χριστιανοί είναι πέντε φορές περισσότεροι, αλλά στην πόλη του Εγρίπου δεν αποτελούν ούτε το ένα τρίτο των κατοίκων. Πολλά σπίτια έξω από την πόλη είναι κατεστραμμένα και ακατοίκητα, ειδικά στη νότια πλευρά. Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στην πανούκλα που χτύπησε τον πληθυσμό.

Η πόλη παίρνει νερό από πηγάδια, τα καλύτερα από τα οποία, που ήταν παλιάς τεχνοτροπίας, φράχτηκαν πριν μήνες από τη λάσπη που δημιούργησε μια δυνατή βροχόπτωση που διήρκεσε 48 ώρες. Η διάσημη Αρετούσα, που συγκλονίστηκε από σεισμούς τα προηγούμενα έτη, έχει εξαφανιστεί εντελώς.

Τα μόνα απομεινάρια της αρχαίας Χαλκίδας είναι κάποια κομμάτια άσπρου μαρμάρου στους τοίχους των τζαμιών και των σπιτιών, καθώς και το μπούστο κάποιου αγάλματος στον τοίχο ενός σπιτιού στο κάστρο. Το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου παραμένει στην πόρτα του κάστρου. Πολλά από τα καλύτερα σπίτια είναι βενετσιάνικης κατασκευής και υπάρχει και μία εκκλησία με υπερυψωμένο μυτερό τρούλο κα γοτθικά παράθυρα που προφανώς κτίστηκε από τους ίδιους ανθρώπους, καθώς το μέρος βρισκόταν υπό την κατοχή τους τρεις αιώνες πριν τους διαδεχθεί ο Μωάμεθ ο Β΄ το 1470.

Το πιο χαρακτηριστικό τουρκικό μνημείο είναι ένα τεράστιο κανόνι, όπως αυτό στα Δαρδανέλια, που υπερασπίζεται τη νότια πλευρά του κάστρου. Αυτό το κάστρο κατασκευάστηκε σταδιακά κατά τη διάρκεια διαφορετικών περιόδων. Τετράγωνοι πύργοι ανεγέρθηκαν πριν από την εφεύρεση της πυρίτιδας και ενώθηκαν με βενετσιάνικους προμαχώνες αρχαίας κατασκευής και με τουρκικούς ασβεστωμένους τοίχους και πολεμίστρες. Υπάρχει μια ξερή τάφρος, που μπορούσε να πλημμυρίσει κατά βούληση, αλλά τώρα είναι γεμάτη σκουπίδια. Η πλευρά του κάστρου καταλαμβάνεται από το τουρκικό νεκροταφείο, πέρα από το οποίο είναι η χριστιανική πόλη περιτριγυρισμένη από τείχη σε αξιολύπητη κατάσταση, που κυκλώνουν το ακρωτήριο του κάστρου με μορφή μισοφέγγαρου, από κόλπο σε κόλπο.

Ο κόλπος στη βόρεια πλευρά του Εγρίπου ονομάζεται Άγιος Μηνάς, ενώ αυτός στη νότια πλευρά Βούρκο ή Βούλκο, όνομα που έχει άμεση σχέση με τη ρηχή και λασπώδη μορφή του. Αυτός ο κόλπος επικοινωνεί μέσω ενός στενού ανοίγματος με ένα μακρύ πορθμό με στροφές, που εκτείνεται περίπου 6χλμ. έως ότου συναντήσει ένα δεύτερο στενό άνοιγμα, όπου βρίσκεται ένας πύργος πάνω σε ένα χαμηλό σημείο της ευβοϊκής ακτής, στην πεδιάδα των Βασιλικών. Μόνο βάρκες μπορούν να προσεγγίσουν στη νότια πλευρά του Εγρίπου, πιο πέρα από τον πύργο. Από το Βορρά δεν υπάρχει δυσκολία προσέγγισης, καθώς ο κόλπος έχει βάθος 4 οργιές ή περισσότερο από 6μ. κοντά στα τείχη. Ούτε υπάρχει κίνδυνος στο αραξοβόλι, αν και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ολόκληρος ο πορθμός, ανάμεσα στο νησί και την ενδοχώρα, μαστίζεται από άγρια μπουρίνια από τα βουνά. Ο Εύριπος για να ακριβολογούμε δεν είναι μεγαλύτερος από στενότερο κομμάτι του πορθμού ανάμεσα στους πρόποδες του βουνού Καραμπαμπά και τα δυτικά τείχη του κάστρου, χωρίζεται, σε σχέση με το πλάτος του, σε ανόμοια μέρη, από ένα μικρό τετράγωνο κάστρο χτισμένο πάνω σε ένα βράχο, το οποίο έχει στρογγυλό πύργο στη βορειοδυτική πλευρά του. Μια πέτρινη γέφυρα, μήκους 18-20μ., συνδέει τη βοιωτική ακτή με αυτό το κάστρο, στο οποίο εισέρχονται από κινητή γέφυρα κοντά στο βορειοανατολικό τμήμα. Μια άλλη ξύλινη γέφυρα, μήκους 100μ., η οποία μπορεί να σηκωθεί και από τις δύο πλευρές για να επιτρέπει το πέρασμα των πλοίων, συνδέει το μικρό κάστρο με την πύλη του μεγάλου κάστρου και βρίσκεται σε έναν πύργο που εξέχει από τα τείχη. Το εσωτερικό κανάλι λέγεται ότι πάντα είχε βάθος γύρω στα 3μ.. Κάτω από την πέτρινη γέφυρα το νερό είναι πολύ πιο ρηχό.

Οι άνθρωποι του Εγρίπου πιστεύουν ότι το μικρό κάστρο στο βράχο του Ευρίπου δεν υπήρχε τον καιρό των Βενετών αλλά χτίστηκε από τους Τούρκους αμέσως μετά την κατάκτηση. Ο Κορονέλι, ωστόσο, ένα χρόνο πριν την κατάκτηση της Αθήνας και την πολιορκία του Νεγροπόντε (Εύβοια) από τους Βενετούς, δηλώνει ότι για την είσοδο του από τη Βοιωτία πρώτα διέσχισε μια πέτρινη γέφυρα με 5 καμάρες, με μήκος περίπου 30 βήματα, μετά πέρασε στη βάση του βενετσιάνικου πύργου πάνω από την πόρτα του οποίου βρισκόταν ακόμη το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου (αν και οι Τούρκοι είχαν καταλάβει το μέρος για 200 χρόνια), και μπήκε στην πόλη πάνω από μια ξύλινη κινητή γέφυρα. Αυτές οι παρατηρήσεις είναι αρκετές για να εξηγήσουν ότι ο κυκλικός πύργος είναι βενετσιάνικος, ενώ το υπόλοιπο κομμάτι του έργου είναι τουρκικό. Ο δρόμος επικοινωνίας της πέτρινης γέφυρας με το τμήμα πάνω από το εσωτερικό κανάλι τώρα περνάει μέσα από τη βορειοανατολική πλευρά του κάστρου, ενώ ο κυκλικός πύργος παραμένει στα δεξιά, πράγμα που συμφωνεί με τον Κορονέλι.   

William Martin Leake

Λιβαδειά (19ος αιώνας)

Η Λιβαδειά έχει επιβλητική εμφάνιση από τα βόρεια, συνθέτοντας ένα σκηνικό όμορφο και μοναδικό. Τα περισσότερα σπίτια της περιστοιχίζονται από κήπους και έτσι καταλαμβάνουν μεγάλο χώρο πάνω σε κάποιες απότομες πλαγιές, στους πρόποδες ενός απόκρημνου υψώματος που στεφανώνεται με ένα κατεστραμμένο κάστρο που λέγεται ότι χτίστηκε από τους Καταλανούς. Αυτό το ύψωμα αποτελεί μια απότομη, βόρεια απόληξη του όρους Ελικώνα και χωρίζεται προς τα ανατολικά από παρόμοιους λόφους με ένα χείμαρρο, που αναβλύζει από το βουνό ανάμεσα σε ψηλούς γκρεμούς και πέφτει με μεγάλη ταχύτητα πάνω σε ένα βραχώδες μέρος, αφού διασχίσει το κέντρο της πόλης. Είναι η αρχαία Έρκυνα. Πάνω από το κάστρο το τοπίο είναι γενικά ξερό.

Λιβαδειά
Η Λιβαδειά το 1819

Η κύρια παροχή νερού γίνεται από κάποιες πηγές στο νότιο άκρο της πόλης και στους κήπους που περιζώνουν τα σπίτια. Υπάρχουν επίσης πηγές σε πολλά μέρη σε αυτήν την πλευρά, έτσι ώστε όλη αυτή η υπερβολή σε νερό, σε συνδυασμό και με το φυσικό καταφύγιο που δημιουργούν τα βουνά που κρέμονται από πάνω, να κάνει τον αέρα το καλοκαίρι, στο βόρειο μέρος της πόλης για κάναδυο ώρες το πρωί και το βράδυ, ευχάριστα δροσερό.

Τα ίδια αυτά βουνά ωστόσο, αν εξαιρέσει κανείς το αεράκι που φυσάει συχνά, κάνουν τη θερμοκρασία πολύ υψηλή, ενώ το χειμώνα δημιουργούν υγρασία στερώντας από την πόλη τις ακτίνες του ήλιου. Ο ήλιος δεν ζεσταίνει ούτε χαμηλότερα σημεία της πόλης της Λιβαδειάς μετά τις δύο το μεσημέρι. Εξαιτίας αυτών των συνθηκών, το κλίμα δεν θεωρείται ευχάριστο ή υγιεινό. Λέγεται δε, ότι το καλοκαίρι, λόγω των αναγκών για εξαερισμό, οι βλαβερές αναθυμιάσεις των ποτιστικών χωραφιών με βαμβάκι και ρύζι γίνονται παντού αισθητές, αν και απέχουν κοντά 3χλμ. από το βόρειο τμήμα της πόλης. Η Βελίτσα, που έχει παρόμοια θέση και θέα, επηρεάζεται από το γειτονικό βουνό, με τον ίδιο τρόπο, και εκεί το χωριό ήταν στη σκιά ακόμη και πριν το μεσημέρι. Η αλήθεια είναι ότι σε όλες τις αρχαίες πόλεις της Δωρίδας, της Φωκίδας και της Βοιωτίας που καταλάμβαναν τις ισχυρές και άλλοτε προνομιούχες κάτω από τις βόρειες πλευρές του Παρνασσού και του Ελικώνα, βίωναν τα ίδια προβλήματα και είχαν το ίδιο κλίμα το χειμώνα, όπως σημειώνει ο Παυσανίας, ειδικά στη Λιλαία.

Η Λιβαδειά έχει ένα γενικότερο αέρα χλιδής σε σχέση με όλα τα άλλα μέρη στην Ελλάδα, χωρίς να εξαιρούνται τα Ιωάννινα. Αυτό οφείλεται και στον μικρό αριθμό Τούρκων, που γενικά δεν είναι μόνον οι ίδιοι φτωχοί, αλλά και αιτία φτώχειας για τους άλλους. Εκεί οφείλεται εν μέρει και η κατασκευή μεγάλων ελληνικών σπιτιών, τα οποία έχοντας ευρύχωρα δωμάτια και εξώστες, σύμφωνα με το τουρκικό στυλ, φαίνεται ότι χτίζονται προωθώντας την πόλη προς τον απότομο γκρεμό του λόφου. Μπορεί να παρατηρηθεί, ωστόσο, ότι αυτή η αρχιτεκτονική, αποτέλεσμα της ελληνικής ματαιοδοξίας πάντα έτοιμης να μιμηθεί το τουρκικό μεγαλείο, αν και ευχάριστη το καλοκαίρι, δεν ταιριάζει σε ένα μέρος όπου ο χειμώνας είναι βαρύς και μεγάλος. Υπάρχουν περίπου χίλια πεντακόσια σπίτια στην πόλη της Λιβαδειάς, από τα οποία μόνο τα εκατόν τριάντα είναι τούρκικα.

Το πιο ευδιάκριτο σημείο στην πόλης της Λιβαδειάς είναι ένας πύργος με ένα ρολόι. Στην περιοχή υπάρχουν εβδομήντα χωριά, από τα οποία το μεγαλύτερο είναι το Δαδί και η Αράχοβα. Το Ξεροχώρι, η Φίλα και πολλά άλλα στην Εύβοια έχουν καταχωρισθεί στο βιλαέτι, καθώς επίσης και ο Κάλαμος, και κάποια άλλα στην Αττική.

Η ομηρική Μήδεια βρισκόταν σύμφωνα με τον Παυσανία σε ένα ύψωμα από όπου οι κάτοικοι, υπό την καθοδήγηση του Λέβαδου, ενός Αθηναίου, μετακινήθηκαν σε χαμηλότερο σημείο και εκεί έχτισαν μια πόλη που της έδωσαν το όνομα Λιβαδειά. Φαίνεται δηλαδή ότι η Μήδεια βρισκόταν στην πλευρά του κάστρου και προς το δυτικό τμήμα της καινούργιας πόλης. Στην ανατολική της πλευρά περιβαλλόταν από την Έρκυνα, ενώ η Λιβαδειά κατελάμβανε το χαμηλότερο μέρος της σημερινής πόλης. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς, ωστόσο, ότι το κάστρο δεν ήταν ποτέ μέρος της αρχαίας πόλης μια και ήταν τόσο σημαντικό για την ασφάλεια της. Οι μόνες αρχαιότητες είναι κάποιες τετράγωνες ελληνικές πέτρες στα τοιχώματα, του κατεστραμμένου κάστρου, και λίγες επιγραφές και αρχιτεκτονικά κομμάτια διάσπαρτα στην πόλη. Αυτή η ισχυρή και πλούσια σε νερό πόλη, που πάντα είχε μεγάλο πληθυσμό, έχει επιδοθεί σε πολλές ανακατασκευές με βάση τα αρχαία υλικά ώστε τίποτε πλέον δεν έχει παραμείνει στη θέση του.

Η Λιβαδειά σαν βακούφι, διοικείται από βοεβόδα που εκμισθώνει τα εισοδήματα από τη διαχείριση των βασιλικών τζαμιών (της Πύλης). Ή πιο συχνά από βεκίλη ή αντιπρόσωπο, στον όποιο ο βοεβόδας δίνει αναφορά. Ο Τούρκος που τώρα κατοικεί στη Λιβαδειά είναι αντιπρόσωπος, αλλά συλλέγει ο ίδιος και εκμεταλλεύεται τους φόρους.

Η δημοτική εξουσία μοιράζεται ανάμεσα σε τρεις κυρίαρχες ελληνικές οικογένειες, από τις οποίες η πρώτη είναι του Γιάννη Χονδροδήμα ή Λογοθέτη, εξαιτίας του αξιώματος του στην εκκλησία. Όλες οι υποθέσεις της πόλης περνούν από τα χέρια ενός γραμματικού που τον ορίζουν οι παραπάνω άρχοντες. Ούτε ο Τούρκος βοεβόδας, ούτε ο καδής (ιεροδικαστής) ανακατεύονται, εκτός και αν η υπόθεση αφορά Τούρκο. Ειδικά ο πρώτος απέχει ολοκληρωτικά, καθώς φοβάται μήπως χάσει τα συνηθισμένα δώρα που παίρνει από τους Έλληνες, καθώς και τα αποτελέσματα των διαμαρτυριών τους στην Κωνσταντινούπολη. Η κύρια ασχολία του είναι να συλλέγει τους φόρους του σουλτάνου, που δίνονται προς το παρόν στα τρία παραπάνω πρόσωπα για 2.500 γρόσια το χρόνο. Αυτοί οι φόροι είναι το μίρι, ή δεκάτη ή αβαρέσι ή φόρος στην προσωπική περιουσία, και το χαράτσι ή κεφαλικός φόρος.

Το πρώτο υπενοικιάζεται σε μερίδια κάθε χρόνο. Αυτοί που το εκμισθώνουν επισκέπτονται τα χωριά τον καιρό του θερισμού και παίρνουν το μερίδιο τους, που για τα χωράφια που ανήκουν στους Έλληνες είναι περίπου το ένα όγδοο. Ό,τι απομείνει μοιράζεται σε αναλογία δύο τρίτων ανάμεσα στον ιδιοκτήτη και σε αυτόν που έχει την αποθήκη και προμηθεύει τον σπόρο του καλαμποκιού. Οι θεριστές πληρώνονται κυρίως σε είδος δηλαδή, ή μια συμφωνημένη ποσότητα την ημέρα, ή το ένα δέκατο της σοδειάς: ό,τι μένει είναι το μερίδιο του μεταπράτη και μοιράζεται σε ισότιμα μερίδια. Αρκετές φορές τη δεκάτη την εκμεταλλεύεται ο Έλληνας ιδιοκτήτης, αλλά σε αυτήν την περίπτωση το μερίδιο του από το θερισμό είναι δεκαεφτά εικοστά τέταρτα.

Μερικά χωράφια στη Λιβαδειά είναι του σπαχή (ιππέα του οθωμανικού στρατού) και τα διατηρεί καθ’ όλη την διάρκεια της φεουδαρχικής θητείας από τον καιρό της κατάκτησης. Αυτά αποδίδουν λιγότερη δεκάτη στον σπαχή από ό,τι τα ελληνικά χωράφια στον εκμεταλλευτή του βακουφιού. Συνήθως ενοικιάζονται από Έλληνες της Λιβαδειάς και καλλιεργούνται όπως τα άλλα. Τυχαίνει μερικές φορές οι τελευταίοι να έχουν και αυτά του σπαχή, και συμβαίνει ενίοτε ο Έλληνας να έχει τη θέση του σπαχή στο χωριό. Συνήθως, όμως, αυτά τα χωράφια βρίσκονται στα χέρια των Αλβανών στρατιωτών, που τα θεωρούν ως ένα καλό τρόπο για να μαζεύουν αποθέματα, όπως οι σπαχήδες, πέρα από τη δεκάτη, που σύμφωνα με το έθιμο αντιστοιχεί σε ένα γρόσι το χρόνο για κάθε ενήλικο άνδρα και μισό και κάθε αγόρι στο χωριό, συν μια συγκεκριμένη μερίδα φαγητού, που πάντα παίρνουν οι Αλβανοί για τη συντήρηση τους, και άλλα προνόμια που η θέση του μουσουλμάνου στρατιώτη τους προσφέρει. Μερικές φορές τυχαίνει ο σπαχής να μένει στην περιοχή και να μην εισπράττει τη δεκάτη παρά μόνο ως φέουδο και ό,τι άλλο μπορεί να αποσπάσει εκβιαστικά.

Ο φτωχός Έλληνας χωρικός δεν παίρνει παρά ψίχουλα από τη γη που κατέχουν οι ομόθρησκοι του. Αν και σπάνια μπορεί να καταφέρει ένα τίμιο παζάρεμα για το μερίδιο του στην παραγωγή, γενικώς πρέπει και από αυτό να δίνει τον υπέρμετρο τόκο που ο Έλληνας ιδιοκτήτης γης ή ο σπαχής τον έχουν αναγκάσει να δίνει, αφού του έχουν δημιουργήσει την ανάγκη να δανειστεί: με λίγα λόγια δεν βρίσκεται σε καλύτερη θέση από έναν εργάτη σε ένα τούρκικο τσιφλίκι. Η δυστυχία του ολοκληρώνεται, επειδή η ανώτερη τάξη των Ελλήνων στη Λιβαδειά είναι τόσο προκλητική και αναίσθητη προς τους κατώτερους της, όσο ζηλεύονται με κακεντρέχεια και μεταξύ τους. Αν και δεν μπορούμε να αρνηθούμε το γεγονός ότι ταυτόχρονα διαθέτουν όλη τη φιλοξενία, την εξυπνάδα και την κοινωνική προδιάθεση του λαού, και αντίθετα προς τους θησαυρίζοντες Εβραίους και Αρμένιους, γενικά ζουν τη ζωή τους.

Τον Αλή πασά φοβούνται στη Λιβαδειά πιο πολύ από ό,τι την Πύλη. Και προσφέρονται να στείλουν κάθε άνοιξη μια αντιπροσωπεία από άρχοντες στα Ιωάννινα με δώρο να ανέρχεται στα 100 γρόσια. Λίγο καιρό πριν ο Αλή πασάς προσπάθησε να κατακτήσει το Δαδί, αλλά με την παρέμβαση των αρχηγών της Λιβαδειάς η καταστροφή της ανερχόμενης αυτής κοινότητας αποφεύχθηκε προσωρινά. Οι επιδιώξεις του, ωστόσο, τείνουν να αυξάνονται προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ ο γιος του, Βελής, πρόσφατα κατέκτησε την επαρχία της Αταλάντης

William Martin Leake

Ναύπακτος (19ος αιώνας)

Η Ναύπακτος αν και κατά κύριο λόγο αποκτά τη φήμη της στο απόγειο της ελληνικής ιστορίας, εξαιτίας του λιμανιού της στην είσοδο του Κορινθιακού κόλπου, οφείλει τη θέση της στον ισχυρό λόφο, στις γόνιμες πεδιάδες και τα άφθονα τρεχούμενα νερά της.

Ναύπακτος
Η κοιλάδα του Πλειστού

Η πεδιάδα στη δυτική πλευρά της πόλης, που εκτείνεται μέχρι το όρος Κακή Σκάλα, έχει πλάτος ένα μίλι προς το μέρος κοντά στην πόλη. Καλύπτεται με ελιές και χωράφια με καλαμπόκι, καθώς κα με λίγα αμπέλια. Η Πιλαλά, ανατολικότερα, είναι γυμνή, αλλά παράγει κριθάρι, βαμβάκι και λίγα σταφύλια, που, ως συνήθως, στην ηπειρωτική Ελλάδα βρίσκονται σε χαμηλές θαμνώδεις περιοχές, αν και η εμπειρία δείχνει ότι το καλό κρασί βγαίνει μόνο στους λόφους. Τέτοιες θέσεις όμως απαιτούν περισσότερη δουλειά από ό,τι οι πεδιάδες. Οι τελευταίες αποδίδουν μεγαλύτερο και περισσότερο καρπό. Αλλά στην Ελλάδα δεν υπάρχει αρκετή ζήτηση κρασιού υψηλότερης τιμής όπως αυτό που παράγεται στα υψώματα.

Το κάστρο και η πόλη καταλαμβάνουν τη νοτιοανατολική και τις ανατολικότερες πλευρές του λόφου, ο οποίος είναι ένας από τους πρόποδες του όρους Ρίγανη και φτάνει μέχρι τη θάλασσα, χωρίζοντας την πεδιάδα, της Πιλαλάς από αυτήν που είναι προς το κάστρο της Ρούμελης και του βουνού Κακή Σκάλα. Το μέρος είναι οχυρωμένο με το συνήθη στους αρχαίους τρόπο, που χρησιμοποιούνταν για θέσεις παρόμοιες με αυτήν της Ναυπάκτου, δηλαδή καταλαμβάνει μια τριγωνική πλαγιά με μια ακρόπολη στην κορυφή, και έναν ή περισσότερους τοίχους που διασταυρώνονται και το χωρίζουν σε ενδιάμεσα μέρη. Στη Ναύπακτο υπάρχουν περίπου πέντε εσοχές ανάμεσα στην κορυφή και τη θάλασσα, με πύλες επικοινωνίας από τη μία στην άλλη, και μια παράπλευρη πύλη προς τα δυτικά, που οδηγεί στην έξοδο του κάστρου από τη δεύτερη εσοχή μέχρι την κάθοδο. Είναι πιθανόν τα καινούργια τείχη να ακολουθούν ακριβώς το αρχαίο σχέδιο του κάστρου, γιατί σε πολλά σημεία στηρίζονται πάνω σε αρχαιοελληνικά θεμέλια, διατηρώντας ακόμη κομμάτια του αρχαίου τείχους που έχουν ενσωματωθεί στο νέο. Η σημερινή πόλη καταλαμβάνει μόνο τη χαμηλότερη εσοχή, στη μέση της οποίας υπάρχει το μικρό λιμάνι, που απέκτησε τόσο σπουδαία φήμη στην αρχαία ιστορία. Σήμερα είναι γεμάτο με σκουπίδια και δεν μπορεί να δεχθεί τις μεγαλύτερες βάρκες που πλέουν στον κόλπο.

Μέσα στα τείχη της Ναυπάκτου κατοικούν περίπου 400 τούρκικες οικογένειες και 30 εβραϊκές. Οι Τούρκοι ζουν σε κατεστραμμένα σπίτια, στη μιζέρια και τη φτώχεια, πολύ περήφανοι για να δουλέψουν, και με την αυθάδεια και την καταπίεση που ασκούν εμποδίζουν την εγκατάσταση των Ελλήνων εδώ. Στους τελευταίους, όπως συνηθίζεται, στις οχυρωμένες πόλεις της Τουρκίας, δεν επιτρέπεται να κατοικούν μέσα στα τείχη. Τα σπίτια τους δημιουργούν ένα προάστιο στις δύο πλευρές, στην καθεμία από τις οποίες υπάρχουν 100 σπίτια, αλλά τώρα κατοικούνται μόνο τα μισά.

Οι Έλληνες ασχολούνται μόνο με την καλλιέργεια των κήπων και με τα χωράφια με τα πορτοκάλια και τα λεμόνια, τα οποία θα απέδιδαν εδώ λόγω του άφθονου νερού, αν οι παράνομοι και οι πεινασμένοι ακόλουθοι του πασά, δεν κατέστρεφαν και δεν κατανάλωναν τα πάντα πριν ωριμάσουν. Τέτοια είναι η κατάσταση στη Ναύπακτο, που από εδώ μέχρι την Πάτρα δεν μπορεί κανείς να αγοράσει ούτε βότανα, ούτε λάδι, ούτε κρασί, πληρώνει 24 παράδες την οκά για το κρέας μιας προβατίνας, ενώ 20 είναι η τιμή του καλύτερου κρέατος στην Πάτρα.

Ο Μουζά πασάς ήταν κυβερνήτης της Θεσσαλονίκης και τον έστειλαν εδώ σαν ένα είδος εξορίας. Ζει κυρίως με συνεισφορές από τις γειτονικές περιοχές, ακόμη και από τη Βοστίτσα και κάποια άλλα μέρη στο Μοριά. Το βιλαέτι περιελάμβανε πριν όλη την περιοχή, μέχρι τα σαντζάκια της Άρτας και το Ευρίπου, δηλαδή την ευρύτερη περιοχή της Ακαρνανίας, Αιτωλίας και Λοκρίδας. Αλλά ο Αλή πασάς την περιόρισε μέχρι λίγο πιο πέρα από τα τείχη αυτής της πόλης. Ο Μουζά κατάγεται από οικογένεια της Λάρισας και παίρνει 150 γρόσια το χρόνο από γη στο Mollalik. Η Ναύπακτος του αποφέρει άλλα τόσα, αλλά οι απαιτήσεις της Πύλης, και τα δώρα που είναι υποχρεωμένος να στέλνει εκεί, τον κάνουν τόσο φτωχό, που σύμφωνα με την έκφραση του πληροφοριοδότη μου, το πιλάφι του γίνεται από λάδι, γιατί δεν έχει βούτυρο. Οι υπηρέτες του, με την ανοχή του αφέντη τους, πρόσφατα έκλεψαν καυσόξυλα, που είχαν κοπεί στον Ψαθόπυργο, από τον πρόξενο μας στην Πάτρα, για να σταλούν στη Μάλτα με πλοίο. Η ποσότητα που πήραν αρκούσε για όλη τη χειμερινή κατανάλωση που είχε ο πασάς στο χαμάμ και στην κουζίνα του. Τώρα προσπαθεί να συγκεντρώσει αρκετά γρόσια για να αγοράσει το επαρχείο του Μοριά. Τα λεφτά του πρέπει να είναι μαζεμένα μέχρι το επόμενο Μπαϊράμι, όταν η λίστα με τους κυβερνήτες που είναι στην εξουσία παρουσιάζεται στο σουλτάνο, ο οποίος ανακοινώνει τις αλλαγές στο Κουρμπάν Μπαϊράμι, 70 μέρες μετά το πρώτο.

Η Πύλη απαίτησε τελευταίως από τον Μουζά να στείλει στην Κωνσταντινούπολη 40-50 χιλιάδες γρόσια σε αξία καλαμποκιού, δίνοντας σύμφωνα με το έθιμο και κάποια τιμή στους καλλιεργητές, που δεν επαρκεί ούτε για το κόστος παραγωγής. Ο πασάς, όπως συμβαίνει με τους Τούρκους σε αντιπαλότητα, είναι πολύ ταπεινός και πολιτισμένος. Όπως συμβαίνει συνήθως με τους ανθρώπους που βρίσκονται σε υψηλές θέσεις, και αυτός και ο καγιάς του ασχολούνται με επιστημονικά θέματα: ο καγιάς μιλάει για γεωγραφία και ο πασάς για ιατρική.

Ο πλουσιότερος Τούρκος ιδιοκτήτης στη Ναύπακτο είναι ο Αντέμπεης, που πατέρας του ήταν ο πασάς. Έχει εισόδημα πάνω από 150 γρόσια το χρόνο και είναι τόσο φιλόξενος που ξοδεύει όλο του το εισόδημα στη φιλοξενία. Πρόσφατα έχτισε ένα σπίτι, που, αν και καλύτερο από φράγκικο αχυρώνα, όσον αφορά τα υλικά και την αρχιτεκτονική, εδώ θεωρείται σαν κάτι υπερβολικό. Αλλά το χτίσιμο κοστίζει ακριβά στην Ελλάδα, γιατί είναι ακριβή η εργασία, τα μαδέρια, τα τζάμια και τα καρφιά. Όλα, εκτός από την πέτρα και τους όλμους, έρχονται από την Τεργέστη και το Φιούμε. Ένα καλούτσικο σπιτάκι δεν μπορεί να χτιστεί με λιγότερο από 10.000 γρόσια, που, αν και ποσόν που δεν υπερβαίνει τις 600 στερλίνες, είναι μεγάλο για αυτή τη φτωχή χώρα.

William Martin Leake

Στα Σάλωνα

Φθάσαμε στα Σάλωνα, διασχίσαμε το Πλειστό, μετά περάσαμε ένα ανοιχτό μέρος στην Κρισαία πεδιάδα, και φθάσαμε στην αριστερή όχθη του ξεροπόταμου των Σαλώνων. Ακολουθήσαμε τον ποταμό, περνώντας μέσα από ένα χωράφι με ελιές, και τον διασχίσαμε για λίγο, κάτω από την είσοδο της κοιλάδας των Σαλώνων. όπου το επίπεδο στις όχθες του είναι λιγότερο από ένα μίλι σε πλάτος, και οριοθετείται από ένα βράχο του βουνού Χρισσού προς τα δεξιά και από μια προέκταση από άλλα βραχώδη βουνά στα αριστερά. Πέρα από το στενό, η κοιλάδα φαρδαίνει, ο δρόμος στρίβει περισσότερο προς τα δυτικά, πάλι μέσα από ελαιώνες, και δύο μίλια από τα Σάλωνα διασχίζουμε πάλι μια ανοιχτή πεδιάδα.

Στα Σάλωνα
Σάλωνα

Το κάστρο των Σαλώνων είναι ένα εκτεταμένο ερείπιο χτισμένο από τους Φράγκους ή από τους Έλληνες στο κατώτερο σημείο του, πάνω στα απομεινάρια των τειχών μιας αρχαίας πόλης. Ο κεντρικός πύργος του κάστρου βρίσκεται στην ακρόπολη και οι εξωτερικοί τοίχοι ακολουθούν σχεδόν εκείνους της πόλης. Τα απομεινάρια των δύο από τους ελληνικούς πύργους φαίνονται στην κατωφέρεια του λόφου προς το Βορρά, πάνω στην κορυφή μιας βραχώδους πλαγιάς, που κρέμεται πάνω από τα καινούργια σπίτια σε αυτό το σημείο.

Η αρχαία πόλη δεν φαίνεται να είχε μεγάλες διαστάσεις και είχε θέα προς τα βουνά. Κάτω από τους βράχους του κάστρου, προς τα νότια, αναβλύζει μια πολύ πλούσια πηγή με πολλούς πίδακες, που σχηματίζουν την κύρια πηγή του ποταμού. Υπάρχει μια άλλη πηγή, με λίγο νερό, στην πλαγιά του λόφου. Ο ποταμός ενώνεται με έναν παραπόταμο από το Βορρά, αλλά το νερό καταναλώνεται στο πότισμα των χωραφιών στην κοιλάδα, και αν δεν πέσουν δυνατές βροχές δεν φτάνει καθόλου νερό στον Πλειστό.

Στα Σάλωνα υπάρχουν 300 τούρκικες και 400 ή 500 ελληνικές οικογένειες. Στα χωριά της περιοχής ζουν μόνο Έλληνες. Σύμφωνα με έναν πρόχειρο υπολογισμό του κοτζαμπάση, υπάρχουν 100.000 ρίζες ελιές, δηλαδή τα ελαιόδεντρα στην περιοχή παράγουν περίπου 5 λίτρα κατά μέσο όρο το καθένα, που είναι για όλη την περιοχή μισό εκατομμύριο λίτρα. Όταν εξάγονται 3 καλά φορτωμένα πλοία, τότε είναι καλή χρονιά. Το λάδι είναι άριστης ποιότητας. Τώρα μαζεύουν τον καρπό, με τον ίδιο τρόπο που τον μαζεύουν και στην Αθήνα, τινάζοντας τα κλαδιά με μια μακριά βέργα, που έχει αποτέλεσμα να πέφτουν κάτω και πολλά φύλλα και μικρά κλαδιά. Οι κάτοικοι λένε ότι αυτό δεν καταστρέφει τον καρπό της επόμενης χρονιάς, γιατί τα δέντρα παράγουν άφθονες ελιές μόνο μια φορά στα δυο χρόνια, χωρίς να σκέφτονται ότι αυτός ο βάναυσος τρόπος που μαζεύουν τις ελιές μπορεί να είναι η κύρια αιτία που οι ελιές δεν παράγουν καρπό κάθε χρόνο.

William Martin Leake

Δεσφίνα

Η γη στη Δεσφίνα καλλιεργείται με κριθάρι και σιτάρι μόνο μια φορά στα δύο χρόνια, εκτός από συγκεκριμένα μέρη ανάμεσα στους βράχους, όπου καίνε τους θάμνους, ή εκεί που το χώμα εμπλουτίζεται με την κοπριά των προβάτων και των κατσικιών, τα οποία βρίσκονται σε μαντριά στους βράχους.

Δεσφίνα
Παρνασσός

Αυτές οι περιοχές καλλιεργούνται κάθε χρόνο χωρίς όργωμα. Φέτος (1805), όλο το νότιο άκρο της είναι ακαλλιέργητο, ενώ το βόρειο είναι καλλιεργημένο. Το χωριό Δεσφίνα ή Τζεσφίνα βρίσκεται στη δυική πλαγιά του ψηλού βραχώδους λόφου, στην κορυφή του οποίου υπάρχει ένα ξωκκλήσι και ένα μεγάλο πουρνάρι. Το ύψωμα χωρίζεται από τους βραχώδεις πρόποδες του βουνού Ξηρογιάννη με ένα ρέμα, με βόρεια κατεύθυνση, το οποίο αναβλύζει το οποίο αναβλύζει λίγο πιο πάνω από το χωριό, σε ένα σχίσιμο του βράχου ανάμεσα στα δυο βουνά: απέναντι από το χωριό το φαράγγι φαρδαίνει, και κάτω από αυτό εκτείνεται προς την πεδιάδα.

Το χωριό κατοικείται από περίπου 170 οικογένειες, οι περισσότερες από τις οποίες ζουν σε σπίτια με δυο πατώματα, άνετα, αν τα συγκρίνουμε με τα φτωχά αγροτόσπιτα των χωρικών της αλβανικής φυλής στην Αττική και τη Βοιωτία. Εδώ, όπως και στην Αράχοβα, και προς τα δυτικά, η αλβανική γλώσσα είναι άγνωστη, αν και πολύ κοντά στα χωριά και τα μοναστήρια του όρους Ελικώνα η γλώσσα αυτή μιλιέται ευρέως, και πολλές από τις γυναίκες δεν γνωρίζουν ούτε καν ελληνικά.

Αν και η Δεσφίνα βρίσκεται στην περιφέρεια Σαλώνων, ένα μεγάλο μέρος των οποίων ανήκει στους Τούρκους, δεν υπάρχει Τούρκος κάτοικος ή ιδιοκτήτης στην περιοχή της Δεσφίνας. Ο μουκατάς (ενοικίαση προσόδων) και τα χωράφια του σπαχή αγοράζονται από ένα ντόπιο Έλληνα, που μαζεύει τους φόρους και δίνει λόγο στο βοεβόδα των Σαλώνων για δεκάτη του ενός ενάτου στο καλαμπόκι, στα σταφύλια και τις ελιές, για δύο παράδες το κεφάλι στα βοοειδή, και πέντε γρόσια το κεφάλι κατά μέσο όρο για όλους τους άνδρες που υπόκεινται στο χαράτσι. Για τον εαυτό του, παίρνει σαν σπαχής ένα άσπρο το κεφάλι στα βοοειδή και τέσσερα γρόσια το στρέμμα στα αμπέλια.

Τελικώς, το χωριό συνεισφέρει 48 γρόσια το χρόνο στο βοεβόδα, ώστε να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Αλή πασά. Τα μοναστήρια πληρώνουν μόνο το χαράτσι για τους καλόγερους, τη δεκάτη για τη γη τους, και το ασπροκέφαλο για τα πράγματα, ή φόρο ενός άσπρου το κεφάλι για τα βοοειδή όλων των ειδών. όταν ρωτάω εδώ αν κάποιος ταξιδιώτης σαν εμένα, έχει επισκεφτεί ποτέ τη Δεσφίνα, κανένας δε θυμάται τίποτα, αν και ένας άνδρας μου δήλωσε ότι θυμάται να έχει δει έναν από τους ανθρώπους που ονομάζονται μιλόρδοι, πολύ κοντά στην Αράχοβα.

William Martin Leake

Μονή Βαρνάκοβας

Στη Στερεά Ελλάδα συνεχίζουμε το ταξίδι μας μέσα από δάση με βελανιδιές και κακοτράχαλα, λασπωμένα μονοπάτια. Φτάσαμε στην οροσειρά από όπου ο δρόμος αρχίζει να κατεβαίνει προς την παραλία. Από κει έχουμε πολύ ωραία θέα της εισόδου του κόλπου της Κορίνθου με τα δυο της κάστρα, της παραλίας του Μοριά μέχρι το ακρωτήρι Άραξος, και της θάλασσας κοντά στο Χλεμούτσι. Στην κάθοδο μας προς την παραλιακή πεδιάδα, που είχε διάρκεια μιάμισης ώρας πέρασε η ώρα και έπρεπε να σκεφτούμε που θα περάσουμε τη νύχτα. Επειδή η Ναύπακτος ήταν πολύ μακριά, τελικά αποφασίσαμε να πάμε στη Μονή Βαρνάκοβας.

Μονή Βαρνάκοβας
Παναγία Βαρνάκοβα

Η Μονή Βαρνάκοβας βρίσκεται στην κορυφή μιας απότομης οροσειράς, ανάμεσα στα δάση με τις βελανιδιές στα δεξιά. Ένας Τούρκος, στον οποίο ανήκουν τα περισσότερα από τα άλογα, συμφωνεί πρόθυμα με την απόφαση, καθώς αυτό μεγαλώνει την απόσταση από τη Ναύπακτο. Απορρίπτεται όμως η απόφαση από τους Αλβανούς στρατιώτες και αφού αρχίσαμε να ανεβαίνουμε μέσα από το δάσος πάνω σε κάποιους απότομους λόφους, περάσαμε μέσα από το ζευγολατιό του μοναστηριού, στο οποίο φτάσαμε αργά το απόγευμα και λίγο αργότερα οι αποσκευές μας.

Οι καλόγεροι μας απαγόρευσαν την είσοδο, με το πρόσχημα των διαταγών που είχε δώσει ο ίδιος ο βοεβόδας, δηλαδή να μην ανοίγουν οι πόρτες μετά το ηλιοβασίλεμα. Αρχίσαμε ακόμη μια διαπραγμάτευση που όμως κράτησε πολύ ώρα, εξαιτίας του φόβου των καλογέρων, της εθνικής τάσης που υπάρχει προς τη λογομαχία και της αντιξοότητας που δημιουργούσε η συζήτηση στην πόρτα. Πάνω από όλα όμως δυσκολευτήκαμε να του δώσουμε να καταλάβουν ποιοι ακριβώς είμαστε, μια και δεν είχαν δει στο παρελθόν τέτοιους «περίεργους» χαρακτήρες, όπως εγώ και οι σύντροφοι μου. Μ τα πολλά, έπειτα από καθυστέρηση μιάμισης ώρας, οι πόρτες άνοιξαν, επειδή ο Αλβανός φρουρός που ήταν στο μοναστήρι γνώριζε καλά κάποιον από τους συνοδούς μου. Μόλις είχε στρώσει το στρώμα μου στο έδαφος και ετοιμαζόμουν να περάσω η νύχτα έξω.

Ανάμεσα σε καλόγερους και Αλβανούς στρατιώτες, ο χώρος ήταν απολύτως γεμάτος: για τους τελευταίους το μοναστήρι είναι καλή περιοχή και άνετος σταθμός για τις επιχειρήσεις τους εναντίον των κλεφτών, οι οποίοι τώρα χάνουν τη βοήθεια του μοναστηριού, που στο παρελθόν ήταν η κύρια πηγή ανεφοδιασμού τους.

Στον καταυλισμό του μοναστηριού υπάρχουν γύρω στα τριάντα άτομα. Οι περισσότεροι είναι κοσμικοί. Ανταγωνίζονται τους Αλβανούς φρουρούς στην αγριότητα και τη βρομιά, αν και τα οικονομικά του μοναστηριού είναι σε καλή κατάσταση και τώρα χτίζεται μια καινούργια εκκλησία.

William Martin Leake

Αταλάντη (19ος αιώνας)

Η Αταλάντη έχει περίπου 300 σπίτια, από τα οποία το 1/3 είναι τούρκικα. Κάποια από αυτά είναι μεγάλα, έχουν κήπους και φαντάζουν ωραία από μακριά. Το μεγαλύτερο ποσοστό των σπιτιών είναι έρημα και ερειπωμένα, εν μέρει εξ αιτίας μιας πανούκλας που εξολόθρευσε ολόκληρες οικογένειες λίγα χρόνια πριν.

Αταλάντη

Κυβερνήτης είναι ο Ισέντ μπέης, γιος του Kapijilar Kiayassy (αξιωματούχος) του Αλή πασά. Το ελληνικό τμήμα χωρίζεται από το τούρκικο. Ο επίσκοπος, Αταλάντης που είναι τοποτηρητής της Μητρόπολης Αθηνών, είναι ο αρχηγός της κοινότητας και διατηρεί ένα καλούτσικο σπίτι στην Επισκοπή. Το σπίτι του έχει ένα κήπο με πορτοκαλιές, λεμονιές και άλλα φρούτα, που αν και είναι απεριποίητος, είναι ο καλύτερος στην Αταλάντη και θεωρείται κάτι εξεζητημένο για την περιοχή.

Οι πεδιάδες είναι πολύ εύφορες, αλλά δεν καλλιεργούνται ιδιαίτερα εξαιτίας της έλλειψης εργατικών χεριών. Τα ελώδη μέρη προς τη θάλασσα παράγουν καλαμπόκι, η υπόλοιπη πεδιάδα σιτάρι, σταφύλια, από τα οποία γίνεται ένα καλούτσικο κρασί, και λίγα ελαιόδεντρα τα οποία αποδίδουν αρκετά. Το μεροκάματο είναι το ίδιο με την Αθήνα, τη Λιβαδειά κ.λ.π., δηλαδή 40 παράδες τη μέρα και μια οκά κρασί.

Η περιοχή έχει 30 με 40 χωριά. Τα περισσότερα είναι πολύ μικρά και σχεδόν τα μισά κατοικούνται. Πολλοί από τους κατοίκους έχουν μεταναστεύσει στις περιοχές της Λιβαδειάς και της Αθήνας από τότε που ο Αλή Πασάς κατέλαβε το μέρος. Ο έλεγχος είναι τώρα στα χέρια του γιου του, Βελή πασά, που προσπαθεί να πείσει τους μετανάστες να επιστρέψουν υποσχόμενος να μετριάσει την επιβολή φόρων.

Η Αταλάντη βρίσκεται εξ ολοκλήρου στην πεδιάδα, ακριβώς στους πρόποδες ενός απότομου και ψηλού βουνού, που ονομάζεται Ρόδα. Αυτό συνδέεται με το Χλωμό, και ένα κομμάτι του κόβει τη θέα του νοτιοανατολικού άκρου του κόλπου, ενώ μια ψηλή κορυφογραμμή του, που ονομάζεται Ξηροβούνι, κόβει τη θέα προς τα βόρεια αφήνοντας την πεδιάδα μόνη της ανάμεσα στα βουνά, ορατή από την πόλη, και πέρα από αυτή τον κόλπο της Αταλάντης, το Ευβοϊκό κανάλι και την καλλιεργημένη περιοχή γύρω από τις Ροβιές στην Εύβοια, που στην μία και στην άλλη πλευρά τους, αλλά ειδικά προς τα νότια, αυτή η παραλία αποτελείται από απότομους, ψηλούς βράχους.

Το νησί της Αταλάντη, που τώρα ονομάζεται Ταλαντονήσι, χωρίζεται από τις ακτές της Βοιωτίας με ένα μικρό κολπίσκο και εκτείνεται μέχρι το κέντρο του κόλπου της Αταλάντης. Είναι μπροστά από τη Σκάλα, δηλαδή το λιμάνι της Αταλάντης, που απέχει μια ώρα από την Αταλάντη, προς τα ανατολικά.

Είναι προφανές ότι η πόλη πήρε το όνομα της από το νησί, μια και η απώλεια του αρχικού φωνήεντος είναι συνηθισμένη κατά τη μετάβαση από τα αρχαία ονόματα σε σύγχρονα, και έτσι ο Τάλαντας αποτελεί ένα ακόμα από τα πολλά παραδείγματα στην Ελλάδα, που διατήρησαν το όνομα τους με αλλαγή.

William Martin Leake

Κλέφτες και Αρματολοί

Ο πόλεμος ανάμεσα στους κλέφτες και τον Δερβέντ αγά ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την καταστροφή αυτής της γωνιάς της Θεσσαλίας που άλλοτε ανθούσε. Το Κουφό που βρίσκεται σε ψηλό σημείο του όρους Όθρυς και συντηρείται χάρη στους αμπελώνες και τα αγώγια του -μεταφορά ανθρώπων και εμπορευμάτων σε όλη τη χώρα- είναι το πλέον εκτεθειμένο στους κλέφτες και το λιγότερο ικανό, εξαιτίας της έλλειψης μέσων να αντιμετωπίζει τις ζημιές.

Κλέφτες και Αρματολοί
Κλέφτες και Αρματολοί

Όταν οι κλέφτες έχουν πρόθεση να επιτεθούν σε ένα χωριό, συνήθως βρίσκουν ένα σημείο-αρχηγείο κοντά σε αυτό, από όπου στέλνουν γράμμα στον κοτζάμπαση το οποίο ξεκινά ως εξής: «Αγαπημένε μου προεστέ». Με το γράμμα αυτό τον προσκαλούν να έρθει να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του μαζί τους. Η απάντηση είναι συνήθως η φυγή το ίδιου και των κατοίκων του χωριού του, οπότε οι κλέφτες, που δεν αντιμετωπίζουν πια αντίσταση, μπαίνουν στο χωριό, πυρπολούν τα σπίτια, σφάζουν τα κοπάδια και αρπάζουν παιδιά και γυναίκες που δεν πρόλαβαν να φύγουν. Παίρνουν μάλιστα επιλεκτικά εκείνες που ξέρουν ότι θα τις ανταλλάξουν με μεγαλύτερα ποσά.

Συνέπεια όλων αυτών είναι ότι τα χωριά που βρίσκονται κοντά σε λημέρια ληστών εξ ανάγκης ικανοποιούν τις απαιτήσεις και προσπαθούν να διατηρούν καλές σχέσεις μαζί τους. Η συμπεριφορά αυτή όμως από την άλλη προκαλεί την εκδικητικότητα του Δερβέντ αγά, ο οποίος φυλακίζει τους προεστούς στα Ιωάννινα και στέλνει Αλβανούς να αντιμετωπίσουν τους κλέφτες. Την ίδια τακτική ακολουθούν και οι αρματολοί, οι οποίοι χρησιμοποιούνται κατά των κλεφτών από περιοχές του όρους Όθρυς, όπως το Ζητούνι, το Κοκούς και το Αρμυρό. Το ίδιο φαίνεται πως ισχύει σε κάθε περιοχή της Ελλάδας την οποία λυμαίνονται οι κλέφτες. Αν «προσκυνούν» ή υποτάσσονται με τη θέληση τους, αντιμετωπίζονται ευνοϊκά τουλάχιστον εκείνη τη στιγμή, αν και στο μέλλον απειλούνται με καταστροφή. Αν εξάλλου δεν έχουν δώσει στο βεζίρη αφορμή να τους υποπτεύεται, τότε τους κάνεις δερβεντλίδες (φύλακες των περασμάτων).

Πολλοί από αυτούς έχουν αδέλφια και ξαδέλφια μεταξύ των κλεφτών, οπότε υπάρχει μυστική αλληλογραφία ανάμεσα στις δύο πλευρές. Ο καλύτερος τρόπος για να γίνει επίθεση σε ένα χωριό υποδεικνύεται συνήθως από κάποιον αντίπαλο των κλεφτών, ο οποίος, μπαίνοντας στο χωριό δήθεν για να παρακολουθεί τις κινήσεις των κλεφτών, διαλέγει να μείνει σε κάποιο συγκεκριμένο σπίτι με μόνο στόχο να εξετάσει την περιουσία του ιδιοκτήτη και να μηχανευθεί πως θα τον κατακλέψει. Στη συνέχεια ενημερώνει τους κλέφτες για το πότε και που θα στήσουν καρτέρι στο θύμα. Αυτός δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι ανίκανος να πληρώσει τα λύτρα μιας και οι απαγωγείς του ξέρουν με λεπτομέρεια κάθε περιουσιακό του στοιχείο.

Τέτοιες ιστορίες δόλου ήταν καθημερινό φαινόμενο πριν ο Αλή γίνει κύριος μεγάλου μέρους της Ελλάδας και περιορίσει την πρακτική εφαρμογή της εφευρετικότητας των κλεφτών. Ωστόσο, σε μια τέτοια ορεινή περιοχή, αλλά και στα όρια των υπό έλεγχο ζωνών, ο Αλή δεν ήταν δυνατόν να εξαλείψει τελείως τους κλέφτες. Ίσως και να μην ήθελε κάτι τέτοιο. Αν ο Αλή δεν ήθελε να έχει έμπρακτα παραδείγματα ώστε να πείσει την Πύλη για την ανάγκη διατήρησης δικών του φρουρών στους δρόμους και τα περάσματα και να επωφεληθεί από αυτό, θα επικρατούσε τέλεια ασφάλεια και ηρεμία. Αν είχε αυτό στο μυαλό του ή αν απλώς παρέθετε τα πραγματικά γεγονότα δεν ξέρουμε. Πάντως ο Αλή παραδέχτηκε ότι μόνο με τα δικά του στρατεύματα και χωρίς βοήθεια των κατοίκων, δεν θα μπορούσε να προστατεύσει τα ελληνικά βουνά και να φέρει μια κατάσταση ηρεμίας.

William Martin Leake

Σχολές των Ιωαννίνων

Ένα από τα χαρακτηριστικά των Ιωαννίνων είναι οι δύο σχολές και οι βιβλιοθήκες τους. Συλλογή συγγραμμάτων βρίσκει κανείς και στον καθεδρικό ναό, αν και οι καλόγεροι θα μπορούσαν να καυχώνται μόνο για τους ιερούς Πατέρες και τη Βυζαντινή Ιστορία. Επικεφαλής της παλιάς σχολής, της οποίας η αυθεντικότητα ξεπερνά την παράδοση, είναι ο Κοσμάς Μπαλάνος, ένας αξιοσέβαστος γέροντας του οποίου ο πατέρας ήταν και εκείνος διευθυντής. Σε αυτή τη σχολή που στηρίζεται κυρίως από τους Ζωσιμάδες, διδάσκονται γραμματική και Έλληνες συγγραφείς, όπως και σε πολλά σχολεία της Ελλάδας.

Στην άλλη σχολή 100 μαθητές διδάσκονται ελληνικά, ιστορία, γεωγραφία, και φιλοσοφία. Το κολλέγιο αυτό ιδρύθηκε από τον Πικροζώη, έναν ντόπιο έμπορο, που κληροδότησε 800 βαλάντια, των οποίων ο τοκισμός συν κάποιες άλλες δωρεές αρκούν για να πληρώνεται με περίπου 2.000 πιάστρα ο αρχιδιδάσκαλος Αθανάσιος Ψαλίδας, για το μισθό δύο βοηθών και για μια μικρή υποτροφία που δίνεται ετησίως σε κάθε μαθητή. Ο Πικροζώης έχτισε επίσης στα Ιωάννινα μια εκκλησία και ένα νοσοκομείο. Το σύνολο των διαφόρων ή ετήσιων τόκων από την περιουσία των δύο σχολείων είναι περίπου 60 βαλάντια. Εκτός από αυτά τα ιδρύματα πολλά ακόμα, υπάρχουν μικρά, τα οποία συντηρούν ιδιώτες, αλλά η γνώση που παρέχουν δεν ξεπερνά τα ελληνικά των ελληνικών ευαγγελίων.

Στο μέσο του καλοκαιριού δεν είναι σύνηθες να βλέπει κανείς κάποιον από τους δασκάλους αυτούς να κάθεται κάτω από ένα δέντρο στα προάστια της πόλης, περιβαλλόμενος από τριάντα-σαράντα μαθητές. Συνήθως οι δάσκαλοι παίρνουν ένα πιάστρο από τους φτωχότερους μαθητές.

Λέγεται εδώ ότι το μεγαλύτερο αποτέλεσμα στην προσπάθεια για να πειστούν οι Έλληνες ότι τα σχολεία είναι ο καλύτερος τρόπος για να βελτιωθεί το έθνος έφερε το έργο του μοναχού από το Απόκουρο, του Κοσμά του Αιτωλού, ο οποίος για οκτώ χρόνια ταξίδευε στη χώρα κάνοντας κήρυγμα με κεντρικό θέμα αυτήν ακριβώς την ανάγκη. Ο Κοσμάς ήταν και για άλλους λόγους μεταρρυθμιστής, καθώς έπεισε τις γυναίκες του Ζαγορίου να αλλάξουν ένα μεγάλο, δίχως σχήμα κεφαλομάντηλο παρόμοιο με εκείνα των γυναικών του Αιγαίου, με ένα απλό μαντήλι. Μαρτύρησε το 1780, δολοφονηθείς από τον Κουρτ πασά.

Ο βεζίρης ενθαρρύνει την εκπαίδευση των Ελλήνων ίσως γιατί αδιαφορεί για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες μιας τέτοιας στάσης και επειδή υποθέτει ότι άμεσα ωφελείται. Συχνά λοιπόν διατυπώνει αυτή την συμβουλή προς τους επισκόπους, οι περισσότεροι των οποίων -καθώς έχουν το μυαλό τους μόνο στο να κάνουν κομπόδεμα και ενεργούν ακριβώς όπως οι Τούρκοι που βρίσκονται στην εξουσία- τείνουν να την αγνοούν. Και με τον παλιό διδάσκαλο Μπαλάνο ο βεζίρης χρησιμοποιεί την ίδια γλώσσα ξορκίζοντας τον να διδάσκει τους μαθητές που αφήνονται στα χέρια του με φιλοπονία, να τους δίνει το καλό παράδειγμα και να μην τους αφήσει καμία αμφιβολία ότι θα έχουν την εύνοια και την προστασία του.

Η καταπίεση που επιδεικνύει απέναντι στα μοναστήρια είναι πολύ μικρότερη από ό,τι στα χωριά και τους ιδιώτες. Τελευταίως μάλιστα έδειξε εύνοια στο μοναστήρι του Αγίου Ναούμ, που βρίσκεται ανάμεσα στην Κορυτσά και την Αχρίδα. Δεν ξοδεύεται βέβαια ο ίδιος όταν υπάρχει ανάγκη. Πρόσφατα, όταν ένας βράχος έπεσε πάνω στη μονή του Αγίου Παντελεήμονα στο νησί των Ιωαννίνων, διέταξε τα έξοδα για τις επισκευές να πληρώσουν ορισμένοι από τους προεστούς των Ιωαννίνων. Και, τελικά, την πτώση του βράχου πλήρωσε ο μεγαλύτερος έμπορος της πόλης, ο οποίος είχε δυσαρεστήσει με μια ενέργεια του το βεζίρη.

Τα ελληνικά μιλιούνται στα Ιωάννινα είναι πιο εξευγενισμένα από οπουδήποτε αλλού στην κυρίως Ελλάδα. Οι φράσεις είναι πιο ελληνικές και η δομή περισσότερο γραμματική. Αυτό συνιστά συνέπεια του γεγονότος ότι οι σχολές λειτουργούσαν από πολλά χρόνια και οι διαμένουν στην πόλη πολλοί έμποροι οι οποίοι έχουν ταξιδέψει ή κατοικήσει στην πολιτισμένη Ευρώπη. Τούτο πάντως ισχύει μόνο στην περίπτωση των Ελλήνων. Τούρκοι και μουσουλμάνοι Αλβανοί χρησιμοποιούν μια τούρκικη λέξη κάθε δέκα ελληνικές. Αυτές οι τούρκικες, μάλιστα, είναι ό,τι ξέρουν όλο κι όλο οι ιθαγενείς μωαμεθανοί.

Στην Ήπειρο, όπως και σε όλη την Ελλάδα, οι αγροίκοι χρησιμοποιούν ορισμένες λέξεις με γνήσιες ελληνικές ρίζες, δεν συνηθίζονται όμως αλλού, ούτε βέβαια και στις ανώτερες τάξεις εδώ, οι οποίες μιλούν εξευγενισμένα ελληνικά. Τις λέξεις αυτές μπορεί να μην τις βρούμε ούτε στους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς που διασώζονται ούτε βέβαια και να τις ακούσουμε στις πόλεις, αλλά διατηρήθηκαν στη γλώσσα των χωρικών όπως συμβαίνει σε κάθε χώρα.

Κάποιες από αυτές τις λέξεις είναι ο «τροχοτός», ή ρεύμα τη λίμνης, και το «σκιάδιον», άλλως το καπέλο που φορούν οι χωρικοί την εποχή του θερισμού, το οποίο όμως οι ψαράδες της λίμνης, που επίσης το χρησιμοποιούν, το λένε «καλαμία». Οι λέξεις «αντλώ, αντλία, τροπωτήρι», χρησιμοποιούνται από τους ναυτικούς του Αιγαίου. Στο Ζαγόρι η «θύρα» σημαίνει «πόρτα». Η δεύτερη αυτή λέξη είναι που χρησιμοποιείται ανά την Ελλάδα. Το «προθηλάζω» χρησιμοποιείται στην ίδια περιοχή και περιγράφει τη στιγμή που ένα προβατάκι πίνει γάλα από το στήθος της προβατίνας που δεν είναι η μάνα του. «Κατεθροήθησαν τα όρνια» δηλαδή οι κότες είναι ανήσυχες, είναι μια ακόμα έκφραση που χρησιμοποιείται στο Ζαγόρι. Στην τοπική διάλεκτο τα ίχνη της άφησε και η σλαβική φυλή περισσότερο όμως στα τοπωνύμια , την κατάληξη και την προφορά λέξεων ελληνικής προέλευσης. Στην ντοπιολαλιά έχουν επίσης ενταχθεί ιταλικές λέξεις από τα γειτονικά νησιά, εξαιτίας του εμπορίου που διατηρούν τα Ιωάννινα με την Ιταλία.

William Martin Leake

Στη Σιάτιστα (19ος αιώνας)

Ξεκινάμε νωρίς το πρωί με σκοπό να φτάσουμε στα Γρεβενά και από εκεί στη Σιάτιστα. Διασχίζουμε το ποτάμι και αφού ακολουθούμε την αριστερή του όχθη, ανεβαίνουμε σε ένα μικρότερο παραπόταμο και φτάνουμε τη Μητρόπολη των Γρεβενών, όπου βρίσκεται ο καθεδρικός ναός και το επισκοπικό μέγαρο ανάμεσα σε περίπου είκοσι ελληνικά σπίτια.

Στη Σιάτιστα
Αρχοντικό στη Σιάτιστα

Ο τουρκικός μαχαλάς των Γρεβενών βρίσκεται σε απόσταση ενός μιλίου. προς τα βορειοανατολικά και παρ’ όλο που φιλοξενεί μόνο ογδόντα οικογένειες θεωρείται το πιο σημαντικό σημείο της πόλης, που μάλιστα περιλαμβάνει τουρκικά χωριά. και τσιφλίκια. η περιοχή, που μοιάζει με τη Βόρεια Ευρώπη πιο πολύ από ό,τι η Ήπειρος ή άλλα μέρη της Ελλάδας, παρουσιάζει την εικόνα μιας κυματοειδούς επιφάνειας που τροφοδοτείται με άφθονο νερό, καθώς συναντώνται εκεί διάφορα υδάτινα ρεύματα. Το τοπίο πλουτίζει η παρουσία πανέμορφων δασυλλίων με βελανιδιές και άλλα δέντρα που προμηθεύουν ξυλεία. Σε αυτόν τον τόπο δεν βλέπει κανείς ούτε ελιές, ούτε μουριές, παρά μόνον σιτηρά, λίγα κλήματα και κοπάδια ζώων. Το έδαφος δεν είναι κακό, αλλά η παραγωγή καλαμποκιού θα ήταν σαφώς μεγαλύτερη αν υπήρχε μια αρμονία μεταξύ του πληθυσμού και των φυσικών πόρων.

Σε αντίθεση με τις μεγάλες πεδιάδες της Άρτας, των Ιωαννίνων και του Αργυρόκαστρου, εδώ χρησιμοποιούνται κάρα, με τέσσερις γερούς τροχούς και ένα τετράγωνο χώρο για το φόρτωμα, ο οποίος είναι φτιαγμένος από καλάμια. Από τις «φορτωμένες πραμάτειες», δηλαδή τα άλογα και τα μουλάρια που συναντήσαμε καθ’ οδόν από το Μέτσοβο, τα περισσότερα φορτωμένα με αλεύρι, καταλάβαμε ότι η περιοχή εξακουλουθεί να τροφοδοτεί την Ήπειρο και τα νησιά με ψωμί.

Από τα τούρκικα χωριά των Γρεβενών ο δρόμος περνά μέσα από ένα πλούσιο και ευχάριστο τοπίο, όπου δεν υπάρχουν πολλές καλλιέργειες, και φθάνουμε σε ένα χάνι και μια ψηλή, στενή γέφυρα με έξι αψίδες που ονομάζεται Πασά Κιούπρι. Η γέφυρα διασχίζει τον Βίστριτσα στο σημείο που στρίβει αριστερά κατά μήκος του βουνού Βουρίνου. Στη συνέχεια αφήνουμε στα δεξιά το δρόμο προς τη Βένια και τα Σέρβια και ανεβαίνουμε την πλαγιά που οδηγεί στη Σιάτιστα, αφήνοντας πίσω μας, προς τα αριστερά, το τούρκικο χωριό Γιάνκοβο. Από ένα άνοιγμα μπαίνουμε ανάμεσα στο βουνό της Σιάτιστας και το όρος Βούρινος και βλέπουμε το νουνό της Βέροιας, το αρχαίο Βέρμιο.

Αμέσως μετά μπαίνουμε στους αμπελώνες της Σιάτιστα και ανεβαίνοντας στον πετρώδη λόφο φθάνουμε στο κεντρικό μαχαλά που λέγεται χώρα. Ύστερα από κάποια ώρα μας στέλνουν την κάτω γειτονιά, τη «γιεράνη», κι από κει και πάλι στη χώρα στο σπίτι ενός από τους άρχοντες και ανηψιό του επισκόπου της Σιάτιστας, που το σπίτι του είναι εδώ, αλλά αυτός είναι στη Σέλιτζα. Ο τίτλος του είναι επίσκοπος Σισανίου και Σιατίστης, της οποίας η βαριά προφορά είναι Σάτστα. Ανώτερος του είναι ο επίσκοπος Αχρίδας.

Η πόλη, που αποτελείται από 500 σπίτια, βρίσκεται μεταξύ του υψηλού και του χαμηλού επιπέδου του πετρώδους όρους, στους πρόποδες του οποίου βρίσκονται αμπελώνες. Από τα σταφύλια οι Σιατιστάνοι παράγουν μερικά από τα καλύτερα κρασιά της Ρούμελης τα οποία πουλάνε πολύ στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία, σπανίως όμως στέλνονται στην Ήπειρο εξαιτίας της δυσκολίας τους στη μεταφορά τους μέσω της Πίνδου. Το κρασί είναι τεσσάρων ποικιλιών: 1) Το «ηλιούμενον», που βγαίνει από άσπρα και κόκκινα σταφύλια, τα οποία αφήνονται για οκτώ μέρες στον ήλιο ή για έξι εβδομάδες σε έναν καλυμμένο χώρο και παράγουν λευκό γλυκό κρασί με δυνατή μυρωδιά και παχιά υφή, 2) Ένα ξηρό λευκό κρασί, 3) Ένα ξηρό κόκκινο κρασί, 4) το αψιθινό, που φτιάχνεται και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας και παίρνει τη μυρωδιά από κάποιες ποικιλίες Αρτεμίσιας, που βγαίνει από τα σταφύλια μετά την επεξεργασία τους στη στροφιλιά. Το κρασί είναι γλυκό και με δυνατή μυρωδιά, όχι όμως και το καλύτερο αψιθινό. Οι Σιατιστανοί κρατούν τα κρασιά τους για τρία, τέσσερα, πέντε χρόνια, πολλές φορές και για μεγαλύτερα διάστημα. Κάθε σοβαρός ιδιοκτήτης έχει πρέσα κρασιού, ενώ κελάρια υπάρχουν κάτω από όλα τα μεγάλα σπίτια, όπου εκτίθενται σε ένα πολύ ωραίο θέαμα με βαρέλια, τακτοποιημένα, όπως στην πολιτισμένη Ευρώπη. Μου έκανε εντύπωση πόσο έντονα είναι τα σημάδια της ξηρασίας στα αμπέλια, καθώς ο καιρός εδώ είναι πολύ διαφορετικός από της Ηπείρου. Αποδεικνύει πράγματι τη σημαντική κλιματολογική διαφορά μεταξύ των δύο πλευρών της Πίνδου.

Εκτός από το κρασί τους οι Σιατιστάνοι μπορούν να καυχώνται και για το προβατίσιο κρέας τους -τα πρόβατα τρέφονται με χορτάρι από το βουνό ασβεστόλιθου- αλλά και για το κυνήγι τους. Οι λαγοί είναι μάλιστα τόσο πολλοί, που συχνά δημιουργούν προβλήματα. Όταν το χιόνι έχει καλύψει τους αμπελώνες, πράγμα που συμβαίνει συχνά το χειμώνα και για πολλές ημέρες, συνηθίζεται το κυνήγι των λαγών χωρίς σκύλους. Οι κάτοικοι χτυπούν τα ζώα με ξύλα και τα σκοτώνουν εύκολα, μιας και αυτά, καθώς είναι πεινασμένα, είναι αδύνατον να τρέξουν για να ξεφύγουν.

Ούτε εδώ ούτε σε κάποιο άλλο μέρος της Ελλάδας έχω δει κυνήγι πέρδικας, όπως εμείς το συνηθίζουμε, με όπλα. Τα πουλιά εδώ είναι μεγαλύτερα, πιο άγρια, όλα τα είδη με κόκκινα πόδια και η πτήση τους διαρκεί περισσότερο. Έτσι, είναι μάλλον δύσκολο να τα πυροβολήσεις. Συνήθως οι Έλληνες τα πιάνουν με δίχτυ αλλά και πάλι σπανίως θα τα δεις να πουλιούνται στην αγορά. Πάντως στη Μακεδονία και την Ήπειρο συναντά κανείς πολύ περισσότερα πουλιά απ’ ό,τι στη Νότια Ελλάδα.

Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι στη Σιάτιστα έχουν κάποιο μέλος της οικογένειας τους στην Ιταλία, την Ουγγαρία, την Αυστρία ή άλλα μέρη της Γερμανίας και λίγοι είναι οι ηλικιωμένοι που δεν έχουν περάσει δέκα ή δώδεκα χρόνια της ζωής τους σε αυτές τις χώρες. Τα γερμανικά ομιλούνται ευρέως και τα ιταλικά σχεδόν το ίδιο.

Τα σπίτια είναι άνετα, καθαρά και όμορφα επιπλωμένα και ο κόσμος με τις περισσότερες ιδιαιτερότητες στο τραπέζι από κάθε άλλον στην Ελλάδα. Το φαγητό στη Σιάτιστα ίσως είναι τελικά η μόνη πηγή ασθενειών, μια και το κλίμα καθώς και η ατμόσφαιρα είναι εξαίρετα. Όμως πίνουν πολύ, από το δικό τους καλό κρασί. Μάλιστα ένας Σιατιστανός, που ήπιε πολύ, έπεσε από το άλογο και τώρα πεθαίνει.

William Martin Leake