Κυβερνήτης της Ελλάδας

Ο Ιωάννης Καποδίστριας εξελέγη «Κυβερνήτης» της Ελλάδας από την Γ’ Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων στην Τροιζήνα. Η θητεία του είχε οριστεί για 7 χρόνια, αλλά κυβέρνησε μόνο 45 μήνες εξαιτίας της δολοφονίας του το Σεπτέμβριο του 1831.

Κυβερνήτης της Ελλάδας
Η λιτή επίπλωση του γραφείου του Ιωάννη Καποδίστρια

Ενώ η διπλωματική δραστηριότητα του Καποδίστρια στην υπηρεσία της υπερδύναμης Ρωσίας εκτιμάται ως ειλικρινής, δημοκρατική και φιλελεύθερη, η κυβερνητική του θητεία έχει δεχθεί πολλές και αντικρουόμενες αναγνώσεις. Υπήρξαν εποχές που ο Καποδίστριας μονοπωλούνταν από τη συντηρητική παράταξη, ενώ ο Ρήγας Βελεστινλής ήταν το σύμβολο της αριστερής διανόησης και των ριζοσπαστικών ιδεών.

Ο Κυβερνήτης σκοπό είχε την οικονομική και κοινωνική αναβάθμιση του ελληνικού λαού, τη δημιουργία μεσαίας τάξης, την περιθωριοποίηση του πολιτικού και κοινωνικού κατεστημένου της εποχής, την αποδέσμευση της διοίκησης από τις τοπικές κεντρόφυγες δυνάμεις, τη δημιουργία ενός εθνικού συγκεντρωτικού κράτους δυτικού τύπου. Όταν θα είχε επιτευχθεί η ποθούμενη αναβάθμιση του λαού, όταν ο απλός λαός θα είχε φθάσει στην πολιτική ωριμότητα και χειραφέτηση του, τότε ο Κυβερνήτης θα προχωρούσε στην παραχώρηση των συνταγματικών ελευθερίων. Σε αντίθετη περίπτωση ο φιλελευθερισμός θα γινόταν μανδύας των δημαγωγών που θα παρέσυραν το λαό.

Ο Καποδίστριας υποστήριζε ότι ο λαός έπρεπε να διαπαιδαγωγηθεί φιλολογικά και ηθικά προκειμένου να αποκτήσει τις απαραίτητες αντιστάσεις και να μη γίνει θύμα δημαγωγών. Επισήμανε το «πνεύμα της χριστιανικής αδελφοσύνης» που έπρεπε να διέπει τις θέσεις των πολιτών, απορρίπτοντας συγχρόνως τη θρησκοληψία: «Είμαστε θρήσκοι από συναίσθημα κι όχι από πειθαρχία».

Το έργο του πρώτου Κυβερνήτη

Το έργο του Κυβερνήτη έχει συγκεντρώσει θετικές και αρνητικές προσεγγίσεις ανάλογα με τα πρότυπα και τις συλλογικές νοοτροπίες κάθε εποχής και το ιδεολογικό φορτίο των εκάστοτε ιστορικών.

Δεδομένου ότι υπήρχαν πολλά και ανυπέρβλητα προβλήματα, έπρεπε να υπάρξει ισχυρή και συγκεντρωτική κυβέρνηση για να τα αντιμετωπίσει. Γι’ αυτό αυτοδιαλύθηκε η Βουλή, ψηφίστηκε νέο κυβερνητικό σύστημα, η Προσωρινή Διοίκησις της Επικρατείας, που αντιστοιχούσε με ένα είδος Προεδρικής Δημοκρατίας με την εξουσία του προέδρου προσωρινά ενισχυμένη λόγω των έκτακτων περιστάσεων. Συστήθηκε ένα επταμελές γνωμοδοτικό σώμα το «Πανελλήνιο», το οποίο διαιρέθηκε σε τρία τμήματα: Οικονομικό, Εσωτερικών και Πολέμου. Σε κάθε τμήμα συνεπικουρούσαν δύο γραμματείς. Τους 7 υπουργούς και 185 αρχιγραμματείς που βρήκε να έχει η κεντρική διοίκηση, περιόρισε σε 11 γραμματείς και 1 γενικό γραμματέα, το γραμματέα της Επικρατείας, που μαζί με τον Κυβερνήτη θα προσυπέγραφε τα ψηφίσματα και την αλληλογραφία. Όταν ξαναΐδρυσε τα υπουργεία, φρόντισε να έχουν το απόλυτα απαραίτητο προσωπικό. Η νομοθετική εξουσία ανήκε στον Κυβερνήτη με τη σύμπραξη του Πανελληνίου. Στα ανώτατα όργανα της κυβέρνησης ανήκαν το Υπουργικό Συμβούλιο, το Πολεμικό Συμβούλιο και η Εκκλησιαστική Επιτροπή.

Το συγκεντρωτικό αυτό κυβερνητικό σύστημα, για το οποίο επικρίθηκε πολύ ο Καποδίστριας, υπαγορευόταν από τα επείγοντα προβλήματα της χώρας, τα οποία χρειάζονταν ταχύτατη αντιμετώπιση. Άλλος σημαντικός λόγος ήταν η αναμενόμενη αντίδραση από τις ισχυρές κοινωνικές και οικονομικές ομάδες (π.χ. γαιοκτήμονες Πελοποννήσου, πλούσιοι πλοιοκτήτες Ύδρας), εφόσον τα μέτρα της κυβέρνησης για το λαό θα έθιγαν τα συμφέροντα τους. Εξίσου σημαντικό ήταν να παρουσιαστεί το σύνταγμα της Ελλάδας στο εξωτερικό ως συντηρητικό. Οι Τρεις Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) που θα διαπραγματεύονταν το ελληνικό ζήτημα ήταν συντηρητικές. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ κατηγορείται από τους αντιπάλους του στο εσωτερικό της χώρας ως δεσποτικός, την ίδια περίοδο θεωρείται αρκετά φιλελεύθερος από τις κυβερνήσεις των χωρών της Ιεράς Συμμαχίας. Επίσης ο Καποδίστριας είχε σταθμίσει τις διαθέσεις τους από την περιοδεία που είχε κάνει πριν κατέβει στην Ελλάδα. Συνεπώς υπήρχε κίνδυνος περιπλοκής και επιδείνωσης της θέσης της Ελλάδας.

Ο Κυβερνήτης είχε να αντιμετωπίσει ένα άλλο πρόβλημα, ίσως το σημαντικότερο: η πολιτική ανωριμότητα του λαού, που τον βάραιναν τέσσερις αιώνες δουλείας και επτά πολεμικής δοκιμασίας, και εύκολα μπορούσε να γίνει θύμα δημαγωγών. Όπως έχει ήδη αποδειχθεί από τη μέχρι τότε δημόσια ζωή του, ο Καποδίστριας ήταν φιλελεύθερος και υπερασπιστής των συνταγματικών θεσμών. Όταν όμως ήρθε στη Ελλάδα, η συντριπτική πλειονότητα του λαού βρισκόταν σε κατάσταση απόλυτης ένδειας. όπως γράφει ο Γρηγόριος Δαφνής «το λαό αποτελούσαν πεινασμένοι και δυστυχισμένοι. Και οι πεινασμένοι και δυστυχισμένοι δε μπορούν να γίνουν πολίτες και μάλιστα δημοκρατικοί».

Ο Κυβερνήτης της ατομικής ιδιοκτησίας

Ο Καποδίστριας σκόπευε να οργανώσει συνταγματικά τη χώρα με μία αναγκαία όμως προϋπόθεση: την ύπαρξη ατομικής ιδιοκτησίας. Η απόκτηση έστω και μικρής ιδιοκτησίας θα βοηθούσε τον καλλιεργητή, τον αγωνιστή και τα θύματα του πολέμου να συνειδητοποιήσουν την πραγματική απελευθέρωση τους, με αποτέλεσμα να συνδεθούν πιο στενά με το κράτος, πιστεύοντας ότι δεν αγνοήθηκαν από αυτό. Με τη δημιουργία μεσαίας τάξης θα μειωνόταν η δύναμη των προκρίτων και της αντιπολίτευσης. Κατά τον Καποδίστρια έπρεπε να προηγηθεί οικονομική και κοινωνική αναδιοργάνωση τους κράτους, έπρεπε να επιτευχθεί ο αστικός μετασχηματισμός της ελληνικής κοινωνίας και μετά να προβεί σε θεσμικές αλλαγές. Η δημιουργία και ενίσχυση της μεσαίας τάξης θα οδηγούσε στον περιορισμό της δύναμης των προκρίτων και των Φαναριωτών, οι οποίοι τελικά και αντιπολιτεύτηκαν το έργο του. Οι πρόκριτοι ήταν η πολιτική δύναμη που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκειας της Τουρκοκρατίας ως ανάγκη της εποχής εκείνης. Η περιγραφή του ίδιου του Κυβερνήτη για την παραδοσιακά αυτή ηγετική ομάδα είναι πολύ εύστοχη και δηλώνει με ανάγλυφο τρόπο τη νοοτροπία της: «άνθρωποι υπό την τουρκικήν εξουσίαν πολύν χρόνον μαθητευθέντες, δεν καταλαμβάνουσιν ευκόλως ότι διά μόνης της ευνόμου συστάσεως της ιδιοκτησίας δύνανται να συντάξωσιν και την πολιτείαν των, αλλά προτιμώσι την παρούσαν κατάστασιν, θέλοντες είναι πάντοτε αρχηγοί μάλλον ακτημόνων ανθρώπων παρά πολίται έχοντες έκαστοι νόμιμον ιδιοκτησίαν, έστω και ολίγων στρεμμάτων».

Ο Καποδίστριας αποφασισμένος να περιθωριοποιήσει τη δύναμη των κοτζαμπάσηδων και να αποκαταστήσει τους ακτήμονες αγωνιστές, ζήτησε την έγκριση της Γερουσίας για τη διανομή σε ακτήμονες των εθνικών γαιών και τη δημιουργία μιας μεσαίας κοινωνικής τάξης. Απώτερος στόχος του ήταν ο σχηματισμός μιας νέας κοινωνικής δομής, που θα αποτελείτο από δύο τάξεις: την ανώτερη, που θα περιελάμβανε τους παλιούς πολιτικούς και τους κοτζαμπάσηδες και την μεσαία, την οποία θα αποτελούσαν οι μικροκαλλιεργητές (πρώην ακτήμονες), οι έμποροι και οι βιοτέχνες. Η μεσαία τάξη θα στήριζε το πολιτικό σύστημα του κράτους.

Ο Κυβερνήτης, όμως, δε μπορούσε να προχωρήσει στην εφαρμογή αυτού του σχεδίου πριν χορηγήσουν οι Δυνάμεις το δάνειο των 60.000.000 φράγκων που είχε ζητήσει, μέρος του οποίου θα χρησιμοποιούσε για την οικονομική ενίσχυση των δικαιούχων. Τα εθνικά κτήματα ήταν η μοναδική περιουσία του κράτους και επομένως η μοναδική εγγύηση για τη χορήγηση δανείου, που τελικά δεν δόθηκε. Βασικό εμπόδιο στάθηκε η υποθήκη των κτημάτων στους Άγγλους ομολογιούχους για τα γνωστά ληστρικά δάνεια της Ανεξαρτησίας του 1824 και 1825. Το πρόγραμμα του Καποδίστρια προέβλεπε την αποδέσμευση τους από τις υποθήκες, υπολογίζοντας πολύ στη διανομή τους. Η έγκριση της Γερουσίας, όμως, κωλυσιέργησε, ώσπου τον πρόλαβε ο θάνατος.

Ο Κυβερνήτης και οι εκλογές

Τον Ιούλιο του 1829 συνήλθε η Δ΄Εθνική Συνέλευση στο Άργος. Ο Καποδίστριας, μετά την αλλαγή του κυβερνητικού συστήματος, είχε υποσχεθεί ότι θα διενεργούσε εκλογές για Εθνική Συνέλευση τον Απρίλιο του 1828. Η έλλειψη διοικητικής οργάνωσης, όμως, και η πανώλη που χτύπησε την Πελοπόννησο και τα ναυτικά νησιά, τον ανάγκασαν να τις αναβάλει με τη σύμφωνη γνώμη του Πανελληνίου. Επιδίωκε να νομιμοποιήσει όλες τις ως τότε πράξεις του και να εξασφαλίσει ένα είδος γενικής εξουσιοδότησης για το μέλλον, εφαρμόζοντας το άρθρο 5 του Συντάγματος το 1827 ότι «η κυριαρχία ενυπάρχει εις το έθνος. Πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού». Επίσης, με τη περιφρούρηση της λαϊκής κυριαρχίας δημιουργούσε κατάσταση που θα παρεμπόδιζε τις τρεις Δυνάμεις να επιβάλουν απολυταρχικό πολίτευμα, όπως είχαν αποφασίσει.

Δεν ευσταθεί, λοιπόν, η κατηγορία ότι ο Καποδίστριας επιδίωξε να κυβερνήσει αυταρχικά, γιατί σ’ αυτήν την περίπτωση θα επιζητούσε να αποσπάσει από τη συνέλευση γενική εντολή για άσκηση απόλυτης εξουσίας.

Η επαρχιακή διοίκηση του Πρώτου Κυβερνήτη

Παράλληλα, ο Κυβερνήτης προχώρησε στη διοικητική διαίρεση και οργάνωση, φροντίζοντας την αναδιοργάνωση της επαρχιακής διοίκησης. Με το Ψήφισμα 1 της 13ης Απριλίου του 1828 καθορίστηκε η διοικητική διαίρεση της χώρας σε 13 Τμήματα. Τα τμήματα αποτελούσαν ένας είδος νομαρχιακής αποκέντρωσης με επικεφαλής τον Έκτακτο Επίτροπο, που διοριζόταν από την κυβέρνηση. Οι Έκτακτοι Επίτροποι και οι Προσωρινοί Διοικητές των πόλεων ήταν οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης και τα ανώτερα όργανα της για την εφαρμογή των κυβερνητικών αποφάσεων και την οργάνωση των κρατικών υπηρεσιών στις επαρχίες. Παράλληλα, βεβαίως, όφειλαν να ενημερώνουν την κεντρική διοίκηση για την εσωτερική κατάσταση της περιφέρειας τους.

Με διάταγμα της 16 Απριλίου του ίδιου χρόνου ρυθμιζόταν η περαιτέρω διοικητική διαίρεση της χώρας. Κάθε τμήμα διαιρείτο σε επαρχίες και αυτές σε πόλεις κώμες και χωριά. Στην πρωτοβάθμια αυτοδιοίκηση βρισκόταν οι πόλεις, οι κώμες και τα χωριά, ενώ στην δευτεροβάθμια η επαρχιακή δημογεροντία, δηλαδή οι αντιπρόσωποι των κοινοτήτων κάθε επαρχίας. Η κεντρική πόλη κάθε επαρχίας είχε μια επαρχιακή δημογεροντία, η οποία αποτελείτο από τρία ή πέντε μέλη. Από τον αριθμό των οικογενειών κάθε χωριού καθοριζόταν ο αριθμός των δημογερόντων. Τα χωριά με 100, 200, 300 οικογένειες εξέλεγαν ανά ένα, δύο και τρεις δημογέροντες, ενώ από 400 οικογένειες και άνω εξέλεγαν τέσσερις.

Οι δημογέροντες εκλέγονταν κατά τη γενική συνέλευση το ανδρικού πληθυσμού, όπου επιστατούσε ο Έκτακτος Επίτροπος ή ο εκπρόσωπος του, προκειμένου να διασφαλίζεται η νομιμότητα της διαδικασίας. Ο ρόλος του Έκτακτου Επιτρόπου ήταν ουσιαστικός και όχι τυπικός, αφού μεταξύ των καθηκόντων του ήταν και η σύνταξη μαζί με τους δημογέροντες του καταλόγου των υποψηφίων που θα εξέλεγε η συνέλευση. Εκλογείς ήταν όλοι οι άνδρες πολίτες που είχαν συμπληρώσει τα 25 χρόνια, ενώ εκλόγιμοι όσοι πλήρωναν περισσότερους φόρους και ήταν 35 ετών, εισάγοντας έτσι ένα είδος τιμοκρατικού συστήματος. Το ψηφοδέλτιο ήταν ενιαίο, ο κατάλογος των υποψηφίων ανακοινωνόταν λίγο πριν την έναρξη της εκλογικής διαδικασίας.

Με τον τρόπο αυτό ο Κυβερνήτης ήλπιζε ότι θα αντιμετωπίσει τη διαφθορά, τις φατρίες και τους τοπικούς ανταγωνισμούς. Ο Καποδίστριας προσπάθησε να εντάξει τους κοινοτικούς θεσμούς στον κρατικό μηχανισμό, εφαρμόζοντας σύστημα διοικητικής αποκέντρωσης και τοπικής αυτοδιοίκησης.

Το σύστημα αυτό εντάσσεται στην πολιτική του ιδεολογία για περιορισμό των τοπικών δυνάμεων, μείωση των πελατειακών σχέσεων και ενίσχυση της παρουσίας του κράτους. Ο Κυβερνήτης επεδίωκε τη ριζική αναδιάρθωση της ελληνικής κοινωνίας, τη μεταβολή και κατάργηση ακόμη και των θεσμών που συντηρούσαν τις παλιές κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές δομές.

Η αλλαγή των νοοτροπιών μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα αποδείχθηκε ανέφικτο εγχείρημα, ενώ οι παραδοσιακές ηγετικές ομάδες, υπό τον μανδύα του αιτήματος των συνταγματικών ελευθεριών, πρόβαλαν σθεναρή αντίδραση υποβοηθούμενες από τις Δυνάμεις. Το αποτέλεσμα ήταν σχεδόν αναμενόμενο, αλλά και οδυνηρό για το μέλλον της χώρας. Σύμφωνα με τον καθηγητή Γ. Κοντογιώργη «η φυσική εξόντωση του Καποδίστρια σήμανε το τέλος μιας εποχής, που έκλεισε με την πλήρη επικράτηση των δυνάμεων του προυχοντισμού πάνω στα αγροτικά κυρίως στρώματα. Επικράτηση που έμελλε να οριστικοποιηθεί κάτω από τη στέγη του οθωνικού συγκεντρωτικού και απολυταρχικού κράτους. Και τελικά να θριαμβεύσει επί της οθωνικής δυναστείας με το επιχείρημα και πάλι του Συντάγματος. Τώρα πια το πρόβλημα για τους θιασιώτες του προυχοντικού πνεύματος δεν ήταν κάποια πολυκεντρική προοπτική, αλλά η κατάκτηση του συγκεντρωτικού κράτους μέσα από τη λογική του πελατειακού συστήματος».

Η Τρίπολη (14ος αιώνας-…)

Η Τρίπολη (γνωστή παλαιότερα και ως Τριπολιτσά και Τρομπολιτσά) είναι πόλη στην κεντρική Πελοπόννησο, η μεγαλύτερη πόλη και πρωτεύουσα του Νομού Αρκαδίας και της τέως επαρχίας Μαντινείας. Είναι επίσης έδρα της Περιφέρειας Πελοποννήσου. Ο πληθυσμός του ομώνυμου Δήμου είναι 47.457 κάτοικοι.

Η Τρίπολη είναι χτισμένη στην καρδιά της Πελοποννήσου σε ένα οροπέδιο που περικλείεται από το Μαίναλο, το Παρθένιο, το Αρτεμίσιο, τον Πάρνωνα και τον Κτενιά. Βρίσκεται σε υψόμετρο 660 μέτρων. Μοναδική πόλη στον ελληνικό χώρο πολυάνθρωπη που είναι χτισμένη σε τόσο ψηλό σημείο. Στη μεγαλύτερη πλατεία της Τρίπολης, στην Πλατεία του Άρεως έχουν τοποθετήσει τα οστά του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, του «Γέρου του Μοριά».

Η Τρίπολη
Η Τρίπολη (1950)

Τα ονόματα της Τρίπολης

Οι αρχαίες πόλεις Καλλία, Δίποινα, Νωνάκριδα αναφέρονται από τον Παυσανία ως Τρίπολις. Μάλλον δεν έχουν σχέση με τη σημερινή Τρίπολη. Η σημερινή Τρίπολη, αρχικά,ήταν ένας συνοικισμός που δημιουργήθηκε από Έλληνες τον 14ο αιώνα. Κτίστηκε μετά τη πτώση της Κωνσταντινούπολης. Σε ένα Βενετσιάνικο κείμενο, η Τρίπολη αναφέρεται ως όνομα κάστρου που έχει ερημωθεί. Σε χάρτη του 1545 αναφέρεται ως Ντροπολιτζά. Σε έγγραφο του αρχιεπισκόπου Ναυπλίου το 1577 ονομάζεται Υδροπολιτσά. Το 1695 λέγεται Τριπολιτσία. Οι Τούρκοι την έλεγαν Ταραμπουλούζ, ενώ την Τρίπολη της Λιβύης Ταραμπολούζ μισίρ. Μετά την απελευθέρωση οι Έλληνες την είπαν Τρίπολη και αυτό επικράτησε.

Η Τρίπολη τον 18ο αιώνα

Όταν στα 1717 η Πελοπόννησος πέρασε στα χέρια στην Οθωμανική αυτοκρατορία, η Τρίπολη ήταν ένα άσημο χωριό. Εξήντα χρόνια αργότερα, είχε εξελιχθεί σε πόλη, έδρα του διοικητή Αρκαδίας (μουτεσαρίφη).

Η Τρίπολη βρέθηκε στο κέντρο των γεγονότων στα Ορλωφικά, όταν την πολιόρκησαν οι άνδρες του Ρώσου λοχαγού Μαρκόφ, με τον οποίο συνέπρατταν ο Μυκονιάτης πλοίαρχος Αντώνιος Ψαράς και οι σύντροφοι του (29Μαρτίου 1770). Οι Τούρκοι έσφαξαν κάποιους κατοίκους έβαψαν με το αίμα τους τα άλογα τους και τσάκισαν τους πολιορκητές. Ο Μαρκόφ και οι σύντροφοι του γλύτωσαν. Τελειώνοντας με την επανάσταση, οι Τούρκοι αποκεφάλισαν ακόμα τρεις χιλιάδες, ανάμεσα τους και ο μητροπολίτης και κάμποσους προκρίτους.

Στα 1785 η Τρίπολη έγινε διοικητική έδρα της Πελοποννήσου και απέκτησε ισχυρό τείχος. Στην ασφάλεια έσπευσαν να βρεθούν οι Τούρκοι της υπαίθρου, όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση. Τότε, η πόλη αριθμούσε 30.000 κατοίκους. Έπεσε στους Έλληνες στις 23 Σεπτεμβρίου 1821.

Η Τρίπολη και η Ελληνική Επανάσταση

Όταν μετά την εκστρατεία του Ιμπραήμ, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αποφυλακίστηκε για να αναλάβει τον Αγώνα εναντίον των Αιγυπτίων, πρότεινε στην ελληνική κυβέρνηση να κάψουν την πόλη, ώστε να μην βρουν κατάλυμα οι εισβολείς. Η πρόταση απορρίφθηκε.

Ο Ιμπραήμ πήρε την πόλη, αλλά στα 1828, μετά τη ναυμαχία του Ναβαρίνου, υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την Πελοπόννησο. Ήταν 9 Φεβρουαρίου του 1828, όταν ο ίδιος ξεκίνησε την κατεδάφιση του τείχους. Το έργο συμπλήρωσαν οι άνδρες του τις επόμενες πέντε μέρες. Μετά άρχισε η κατεδάφιση των δημοσίων κτιρίων και των ναών. Στις 16 Φεβρουαρίου πυρπολήθηκαν όσα σπίτια υπήρχαν όρθια.

Μετά την απελευθέρωση η πόλη χτίστηκε από την αρχή. Το 1830 ο πληθυσμός της Τρίπολης ήταν μόλις 3.380 ψυχές και τα σπίτια, μαζί με τα εργαστήρια, περί τα 750, τα περισσότερα μονώροφα. Μεταξύ 1842-57 εγκαταστάθηκαν αρκετοί Κρήτες στην Τρίπολη. Το πρώτο σχολείο εγκαινιάστηκε το 1831, ενώ το πρώτο Γυμνάσιο το 1850. Πρώτος Δήμαρχος της Τρίπολης διετέλεσε ο Γιαννάκος Πετρινός το 1835.

Με πληροφορίες από: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Με πληροφορίες από: https://el.wikipedia.org/wiki/Τρίπολη_Αρκαδίας

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης (1792-1828)

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης (12 Δεκεμβρίου 1792 – 31 Ιανουαρίου 1828) ήταν Έλληνας πρίγκιπας, στρατιωτικός, λόγιος και αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας.

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης
Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης

Ο Βίος του Αλέξανδρου Υψηλάντη

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1792 και ήταν γιος του Ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας και γόνου εύπορης και ισχυρής Φαναριώτικης οικογένειας Κωνσταντίνου Υψηλάντη και της Ελισάβετ Βακαρέσκου.

Η καταγωγή της οικογένειας είναι από τα Ύψηλα της Τραπεζούντας, η δε ύπαρξή της χρονολογείται από την εποχή που κατέφυγαν οι Κομνηνοί στην Τραπεζούντα. Το 1655 ο Αντίοχος Υψηλάντης εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Το 1810 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης κατατάχτηκε με το βαθμό του ανθυπίλαρχου (ανθυπολοχαγός του Ιππικού) στο σώμα των εφίππων σωματοφυλάκων του Τσάρου Αλέξανδρου Α΄ της Ρωσίας. Διακρίθηκε στους πολέμους κατά του Ναπολέοντα, όπου στη μάχη της Δρέσδης, (27 Αυγούστου 1813), έχασε το δεξί του χέρι (21 ετών). Το 1814-1815 συμμετείχε και αυτός ως μέλος της αυτοκρατορικής ακολουθίας στο Συνέδριο της Βιέννης με το βαθμό του υποστράτηγου.

Ο χαρακτήρας του Αλέξανδρου Υψηλάντη

Η φυσιογνωμία του είχε τον τύπο της ανατολίτικης (Πολίτικης) ανδρικής ομορφιάς με έντονα χαρακτηριστικά μάτια. Ήταν αγαθός, ευγενής, μελαγχολικός, ονειροπόλος, ευσυγκίνητος και ενθουσιώδης. Κληρονόμος των μεγάλων παραδόσεων και προσπαθειών της οικογένειας των Υψηλάντηδων είχε θέσει ως μεγάλο σκοπό και όνειρο της ζωής του την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους. Εξ αυτού και ο φλογερός ενθουσιασμός του και η μεγάλη φαντασία του εύκολα μπορούσαν να τον παρασύρουν σε πολύ παράτολμα εγχειρήματα. Μάλιστα, στο Συνέδριο της Βιέννης, εξέφρασε την άποψη ότι το ζήτημα των Ελλήνων είναι υπόθεση του χριστιανισμού και του ανθρωπισμού που θα πρέπει να αναχθεί σε υπόθεση όλων των Βασιλικών Αυλών της Ευρώπης.

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ο Αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας

Οι Φιλικοί είχαν σαφείς πληροφορίες για τα πατριωτικά του αισθήματα, τα οποία σε στενούς κύκλους Ελλήνων και Φιλελλήνων φέρεται να είχε δηλώσει πως οι συμπατριώτες του θα έπρεπε να υπολογίζουν στη συνδρομή του, αν τυχόν παρουσιαζόταν κάποια ευκαιρία μόνο εκ του ονόματός του και της θέσης που κατείχε χωρίς καμία άλλη εγγύηση.

Έτσι με τη μεσολάβηση του Φιλικού Κωνσταντίνου Καντιώτη που ήταν υπάλληλος παρά τον Καποδίστρια, μετά την άρνηση του τελευταίου να αναλάβει αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, προσέτρεξε ο Εμμανουήλ Ξάνθος στον ξάδελφο των Υψηλάντηδων, Ιωάννη Μάνο, προκειμένου να τον φέρει σε επαφή με τον Πρίγκιπα Αλέξανδρο Υψηλάντη. Η συνάντηση αυτή φαίνεται να ήταν μια από τις ευτυχέστερες στιγμές της ζωής του Ε. Ξάνθου που έμειναν χαραγμένες στη μνήμη του, σε αντίθεση με την απαγοήτευση που του δημιούργησε ο Καποδίστριας, που αποδίδει με κάθε λεπτομέρεια και νοσταλγία στα απομνημονεύματά του.

Στη συνάντηση εκείνη (Πετρούπολη, 11 Απριλίου 1820) ο Αλέξανδρος Υψηλάντης τον δέχθηκε με ευγένεια και ύστερα από κάποιες ερωτήσεις για την καταγωγή του και διάφορες άλλες υποθέσεις του ζήτησε να μάθει πώς περνούν οι Έλληνες. Ο Ξάνθος του απήντησε ότι οι Τούρκοι τους τυραννούν παντού και η τυραννία τους αυτή έχει γίνει πλέον αφόρητη. Στη συνέχεια ακολούθησε ο εξής δραματικός διάλογος:
– Υψηλάντης: «Γιατί οι Έλληνες δεν προσπαθούν να ενεργήσουν ώστε, αν δεν δύνανται να ελευθερωθούν από τον ζυγόν, τουλάχιστον να τον ελαφρώσουν;»
– Ξάνθος: «Πρίγκιψ, με ποία μέσα και με ποίους οδηγούς να ενεργήσωσιν οι δυστυχείς Έλληνες την βελτίωσιν της πολιτικής των καταστάσεως; Αυτοί έμειναν εγκαταλελειμμένοι από εκείνους, οίτινες εδύναντο να τους οδηγήσωσι, διότι όλοι οι καλοί ομογενείς καταφεύγουν εις ξένους τόπους και αφήνουν τους ομογενείς των ορφανούς. Ιδού ο Κόμης Καποδίστριας υπηρετεί τη Ρωσίαν, ο μακαρίτης πατήρ σας κατέφυγε εδώ και ο Καρατζάς εις την Ιταλίαν, υμείς ο ίδιος υπηρετούντες την Ρωσίαν εχάσατε υπέρ αυτής την δεξιάν χείρα σας, και άλλοι ίσοι καλοί καταφεύγοντες εις την χριστιανικήν Ευρώπην μένουν εκεί, χωρίς να φροντίζουν δια τους δυστυχείς αδελφούς των.»
– Υψηλάντης: «Αν εγώ εγνώριζον ότι οι ομογενείς μου είχον ανάγκην από εμέ και εστοχάζοντο, ότι εδυνάμην να συντελέσω εις την ευδαιμονίαν των, σου λέγω εντίμως, ότι ήθελον μετά προθυμίας κάμω κάθε θυσίαν, ακόμη και την κατάστασίν μου, και τον εαυτόν μου θα εθυσίαζον υπέρ αυτών».
– Ξάνθος (σηκώνεται όρθιος και συγκινημένος): «Δος μοι Πρίγκιψ, την χείρα σας εις βεβαίωσιν των όσων εκφράσθητε».
Κοιτάζοντάς τον κατάματα ο Υψηλάντης με κάποιο θαυμασμό του έδωσε το χέρι του.

Η στιγμή της συμφωνίας εκείνης είναι η ίσως η μεγαλύτερη ιστορική στιγμή στην νεότερη ιστορία του ελληνικού έθνους που αποφάσιζε πλέον την τύχη του. Ο Υψηλάντης ενθουσιώδης μεν πατριώτης, αν και ακατατόπιστος στα τότε ελληνικά και διεθνή ζητήματα, δεν άργησε να κυριευθεί από το δραματικό τόνο της φωνής του Ξάνθου, καθώς και από το δικό του ενθουσιασμό και τη βαθιά πίστη του στα όνειρα του ελληνικού έθνους. Έτσι, η αποστολή του ενός είχε εκπληρωθεί, ενώ οι φιλοδοξίες του άλλου, να γίνει ο ελευθερωτής του έθνους του, άρχισαν να πραγματοποιούνται.

Την επόμενη ημέρα ο Ξάνθος επισκέπτεται απ΄ ευθείας πλέον τον πρίγκιπα και του φανερώνει τα μυστικά της Φιλικής Εταιρείας και εκείνος με συγκίνηση και ενθουσιασμό δέχθηκε να υπηρετήσει τη μεγάλη υπόθεση. Στη συνέχεια, την ίδια μέρα κατηχείται και ορκίζεται κατά το τυπικό της εταιρείας, όπου και αναγνωρίζεται Γενικός Επίτροπος της Αρχής. Του δόθηκε το ψευδώνυμο «Καλός» και τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου «α.ρ.» για να υπογράφει τις επιστολές του.

Η Φιλική Εταιρεία είχε πλέον τον Αρχηγό της (Πετρούπολη 12 Απριλίου 1820).

Η Φιλική Εταιρεία του Αλέξανδρο Υψηλάντη

Με την ανάληψη της αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας αποβλέποντας στη χρησιμότητα του υφιστάμενου θεσμού των εφορειών της Εταιρείας, όχι μόνο τον διατήρησε αλλά και τον ενίσχυσε με δικές του οδηγίες που απέβλεπαν περισσότερο στην επιλογή και επιτήρηση των μελών, στη βοήθεια των αδυνάτων και στον τρόπο εισδοχής των προσήλυτων.
Ταυτόχρονα έστειλε εγκυκλίους στις εφορείες και έντυπα γραμμάτια για τις εκούσιες συνεισφορές των ομογενών. Τα γραμμάτια εκείνα επείχαν θέση σύγχρονων εθνικών ομολόγων που ήταν υπογεγραμμένα από τον ίδιο τον Υψηλάντη ή από τους αντιπροσώπους του. Παράλληλα, απαγόρευσε τη χρήση των δημοσίων χρημάτων χωρίς τη διαταγή του, ενώ άνοιξε αλληλογραφία με τα επιφανέστερα (πνευματικά) μέλη, καθώς και με τα πλέον δραστήρια στα οποία ανακοίνωνε την εκλογή του ως Γενικού Επιτρόπου, θυμίζοντάς τους τα καθήκοντά τους και καθοδηγώντας τα για τη δημιουργία νέων εφορειών και συγκέντρωση εισφορών.

Επαινούσε δε τους επιτρόπους εκείνους που επιδείκνυαν ιδιαίτερη δραστηριότητα, όπως εκείνους της «Φιλόγενης Κάσσας» της Μόσχας, ιδρύοντας ένα κεντρικό ταμείο της Φιλικής στη Κωνσταντινούπολη. Και οι δύο αυτοί οργανισμοί προορίζονταν να καλύψουν τις ανάγκες της Εταιρείας για τη χρηματοδότηση του μελλοντικού αγώνα των Ελλήνων.

Περί τα τέλη του 1820, ο αδελφός του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ο Νικόλαος Υψηλάντης συντάσσει και υποβάλει προς έγκριση στρατιωτικό οργανισμό για τον υπό οργάνωση εθελοντικό στρατό. Σύμφωνα με αυτόν, ο στρατός της ελληνικής επανάστασης θα αποτελούνταν κυρίως από χιλιαρχίες και τα στελέχη του θα είχαν τους εξής βαθμούς: πεντηκόνταρχου, εκατόνταρχου, ταγματάρχη, χιλίαρχου και πολέμαρχου.
Η ελληνική σημαία θα έφερε τρία χρώματα: άσπρο μαύρο και κόκκινο. Η σημαία της ξηράς θα έφερε στη μία πλευρά το μυθικό φοίνικα μέσα σε φλόγες και τον «ακτινοβόλο παντόπτη οφθαλμό« με την επιγραφή «εκ της τέφρας αναγεννώμαι», στη δε άλλη, τον αρχαίο ελληνικό σταυρό, μέσα σε δάφνινo στεφάνι και κάτω την επιγραφή «Εν τούτω τω σημείω νίκα».

  • Σημειώνεται ότι τελικά από τα παραπάνω μέτρα του Υψηλάντη και τα σχέδια των Φιλικών τα μόνα που αποδείχθηκαν, βάσει των ιστορικών στοιχείων, να είχαν ουσιαστική σημασία στην ελληνική παλιγγενεσία, ήταν ο θεσμός των εφορειών,, που επέδρασε ως προαιώνιος κοινοτικός οργανισμός των Ελλήνων και η οργάνωση των λεγομένων «αποστόλων». Αντίθετα, η υλική οργάνωση του όλου κινήματος, δηλαδή ο εφοδιασμός των Ελλήνων με τα αναγκαία πολεμοφόδια, τρόφιμα κ.λπ. χαρακτηρίστηκε από πολύ πρόχειρος μέχρι ανύπαρκτος. Όλοι σχεδόν οι ιστορικοί και ιστοριογράφοι της εποχής εκείνης απορούν πώς πέτυχε η επανάσταση, όταν η συγκέντρωση του υλικού οφειλόταν κυρίως σε ατομικές πρωτοβουλίες, σπασμωδικές και ασυντόνιστες.
    Γενικά η συμβολή της Φιλικής σε αυτόν τον τομέα υπήρξε ασήμαντη. Ακόμα και οι Αγωνιστές του 21, όταν ελεύθεροι πια, ύστερα από τον εννιάχρονο σχεδόν, αιματηρό εκείνο αγώνα αναλογίζονταν την επικίνδυνη περιπέτεια, συχνά δοκίμαζαν τα αισθήματα ιλίγγου και τρόμου που αισθάνεται μετά τη σωτηρία του όποιος κινδύνευσε σοβαρά. Χαρακτηριστικά ο «Γέρος του Μοριά» επαναλάμβανε θυμοσοφικά: «Ο κόσμος μας έλεγε τρελλούς, εμείς αν δεν είμεθα τρελλοί, δεν εκάναμεν την επανάστασιν, διατί ηθέλαμεν συλλογισθή πρώτον δια πολεμοφόδια, καβαλλαρία μας, πυροβολικό μας, πυριτοθήκες μας, τα μαγαζιά μας, ηθέλαμεν λογαριάσει τη δύναμιν την εδικήν μας, τη τουρκική δύναμη. Τώρα όπου ενικήσαμεν, όπου ετελειώσαμεν με το καλό τον πόλεμό μας, μακαριζόμεθα, επαινώμεθα, αν δεν ευτυχούσαμεν, ηθέλαμεν τρώγει κατάρες και αναθέματα».

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης υψώνει τη σημαία της Επανάστασης

Κατά την οργάνωση του σχεδίου η Επανάσταση θα ξεκινούσε από την Πελοπόννησο. Στην απόφαση αυτή συνέβαλαν όχι τόσο οι αβάσιμες υποσχέσεις κάποιων θερμόαιμων και υπεραισιόδοξων φιλικών, όσο η πεποίθηση του ίδιου του Υψηλάντη ότι οι τότε περιστάσεις ήταν οι πλέον ευνοϊκές. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία αντιμετώπιζε τότε μια σειρά αντιδραστικών κινήσεων διαφόρων Πασάδων, ιδίως των περιοχών  Τούνεσι και Μπαρμπαριάς. Σημαντικότερος όμως αντιπερισπασμός για τους Έλληνες τότε ήταν η ανταρσία του Αλή Πασά, που έκανε κι αυτούς ακόμα τους Σουλιώτες να επιστρέψουν και να συμμαχήσουν με τον πρώην διώκτη τους, κατά της Αυτοκρατορίας. Έπειτα υπήρχε η βεβαιότητα ότι στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες θα ξέσπαγαν ταραχές πολύ σύντομα χάρη των ήδη γενομένων μυστικών ενεργειών του Ξάνθου και άλλων φιλικών από τους μυημένους οπλαρχηγούς των περιοχών αυτών, όπως του Γιωργάκη Νικολάου, από τον Όλυμπο, του Σάββα Καμινάρη, από την Πάτμο, του Γιάννη Φαρμάκη από το Μπλάτσι κ.ά.

Προτομή του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Νέα Τραπεζούντα Πιερίας
Προτομή του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Νέα Τραπεζούντα Πιερίας

Έτσι πιεσμένος από τις καταστάσεις ο Αλέξανδρος Υψηλάντης εκδίδει προκήρυξη ανεξαρτησίας, περνάει τον ποταμό Προύθο στις 22 Φεβρουαρίου 1821 και υψώνει τελικά τη σημαία της Επανάστασης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και συγκεκριμένα στο Ιάσιο της Μολδοβλαχίας, δύο μέρες αργότερα, στις 24 Φεβρουαρίου εκδίδοντας επαναστατική προκήρυξη με τον τίτλο Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος. Η επιλογή της Μολδαβίας και της Βλαχίας θα πρέπει μάλλον να αναζητηθεί στο γεγονός ότι στις περιοχές αυτές απαγορευόταν η παραμονή του Τουρκικού στρατού, ενώ από το 1709 οι τοπικοί άρχοντες ήταν Έλληνες Φαναριώτες.

Στις 26 Φεβρουαρίου 1821 στο ναό των Τριών Ιεραρχών τελείται δοξολογία, κατά την οποία ο Μητροπολίτης Βενιαμίν ευλογεί πρόχειρη σημαία με έμβλημα το Σταυρό και, κατά το βυζαντινό τυπικό, παραδίδει το ξίφος στον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Κατόπιν διενεργείται έρανος για τη συλλογή ενός εκατομμυρίου γροσίων και παράλληλα εθελοντές από ολόκληρη την Ευρώπη καταφθάνουν στη Μολδαβία για να καταταχθούν στο στρατιωτικό σώμα που δημιούργησε, οργανώνοντας μάλιστα το πρώτο τμήμα του Πυροβολικού με δύο πυροβόλα υπό τις διαταγές του Γάλλου συνταγματάρχη Ολιβιέ Βουτιέ (Olivier Voutier).

Συγκροτείται ο Ιερός Λόχος αποτελούμενος από 500 σπουδαστές. Στις 4 Μαρτίου οι Έλληνες ναυτικοί κυριεύουν και εξοπλίζουν 15 πλοία, ενώ στις 17 Μαρτίου ο Υψηλάντης υψώνει τη σημαία στο Βουκουρέστι, αντιμετωπίζοντας το στρατό τριών πασάδων στο Γαλάτσι, το Δραγατσάνι, τη Σλατίνα, το Σκουλένι και το Σέκο.

Ο στρατός του Υψηλάντη καταστράφηκε στη μάχη του Δραγατσανίου στις 7 Ιουνίου 1821 και υποχώρησε προς τα αυστριακά σύνορα. Οι λόγοι της αποτυχίας του θα πρέπει να αναζητηθούν κυρίως στην έλλειψη αξιόμαχων δυνάμεων, στην άρνηση του ηγέτη των Βλάχων Θεόδωρου Βλαδιμιρέσκου να τον συνδράμει οικονομικά και στρατιωτικά και στον αφορισμό του Υψηλάντη από τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’, κατόπιν πιέσεων της Υψηλής Πύλης για σφαγές των Χριστιανών σε αντίποινα.

Το τέλος του Αλέξανδρου Υψηλάντη

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης παραδόθηκε στους Αυστριακούς, φυλακίστηκε και απελευθερώθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1827. Η κλονισμένη υγεία του δεν του επέτρεψε έκτοτε να βοηθήσει το επαναστατημένο έθνος. Δύο μήνες μετά την αποφυλάκισή του στις 31 Ιανουαρίου 1828 πέθανε στη Βιέννη. Η τελευταία του επιθυμία ήταν η καρδιά του να απομακρυνθεί από το σώμα του και να σταλεί στην Ελλάδα. Η επιθυμία πραγματοποιήθηκε από το Γεώργιο Λασσάνη και τώρα βρίσκεται στο Αμαλιείο Ορφανοτροφείο στην Αθήνα. Η ζωή του και οι τρόποι του υποδεικνύουν ότι είχε Μυοτονική δυστροφία (DM). Η DM είναι μια κληρονομική διαταραχή πολλαπλών συστημάτων η οποία μειώνει τη ζωή.

Το σώμα του αρχικά θάφτηκε στο νεκροταφείο του Αγ. Μάρκου της Βιέννης και αργότερα τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στο κάστρο Υψηλάντη-Σινά στην Rappoltenkirchen Αυστρίας από μέλη της οικογένειάς του στις 18 Φεβρουαρίου του 1903. H τελευταία μεταφορά του συνέβη τον Αύγουστο του 1964, όταν τελικά μεταφέρθηκε στην εκκλησία των Αγίων Ταξιαρχών στο Πεδίον του Άρεως στην Αθήνα, 136 χρόνια μετά το θάνατό του. H Ypsilanti Township στο Michigan των ΗΠΑ πήρε το όνομά της προς τιμήν του. Αργότερα η πόλη της Ypsilanti, η οποίο βρίσκεται εντός του δήμου, πήρε το όνομά της από τον αδελφό του, Δημήτριο.

https://el.wikipedia.org/wiki/Αλέξανδρος_Υψηλάντης_(φιλικός)