Η Ναυμαχία του Γέροντα

Η Ναυμαχία του Γέροντα ή της Μανδαλιάς υπήρξε πολεμική ναυτική συμπλοκή της Επανάστασης του 1821 κατά την οποία οι Έλληνες κατήγαγαν μεγάλη νίκη εναντίον του συνασπισμένου τουρκοαιγυπτιακού στόλου. Έλαβε χώρα στις 29 Αυγούστου 1824 στον κόλπο του Γέροντα (Τσάταλα), απέναντι από τη Λέρο. Αρχηγοί του τουρκοαιγυπτιακού στόλου ήταν ο Αιγύπτιος Ισμαήλ Γιβραλτάρ και ο Τούρκος Χοσρέφ Πασάς, ενώ τον ελληνικό στόλο, που συνεπικουρούνταν από πυρπολικά από την Ύδρα και τις Σπέτσες, διοικούσε ο Ανδρέας Μιαούλης.

Η Ναυμαχία του Γέροντα ή της Μανδαλιάς
Ναυμαχία του Γέροντα

Μετά την καταστροφή της Κάσου (29 Μαΐου 1824) και των Ψαρών (21 Ιουνίου 1824), το ηθικό του ελληνικού ναυτικού είχε καταπέσει. Η βοήθεια που παρείχε ο χεβίδης της Αιγύπτου Μωχάμετ Άλι στον Σουλτάνο Μαχμούτ έθετε σε κίνδυνο την Ελληνική Επανάσταση. Στόχος του Μωχάμετ Άλι ήταν να συντρίψει το ελληνικό ναυτικό για να μπορέσει ο γιος του Ιμπραήμ Πασάς να αποβιβασθεί με τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια στη Πελοπόννησο και να καταστείλει την ελληνική επανάσταση. Άλλωστε, το έπαθλο για τον πανέξυπνο Αλβανό εκ Καβάλας ήταν μεγάλο. Αν επιτύγχανε τον στόχο του, ο σουλτάνος θα τον επιβράβευε με την παραχώρηση της Κρήτης και της Πελοποννήσου.

Στο πλαίσιο του κοινού τουρκοαιγυπτιακού σχεδίου, ο Τούρκος ναύαρχος Χοσρέφ Πασάς επιχείρησε στις αρχές Αυγούστου του 1824 να καταλάβει τη Σάμο. Ο ελληνικός στόλος, που αποτελείτο από υδραίϊκα, σπετσιώτικα και λίγα ψαριανά πλοία, τον εμπόδισε να πλησιάσει το νησί με μια σειρά συγκρούσεων, που κράτησαν περίπου μία εβδομάδα. Ο Χοσρέφ δεν είχε άλλη επιλογή από το να καταφύγει με τον στόλο του ανάμεσα στην Κω και την Αλικαρνασσό και να περιμένει ενισχύσεις από τον στόλο του Ιμπραήμ, που κατέφθασε στην περιοχή στις 19 Αυγούστου.

Πέντε ημέρες αργότερα έγιναν οι πρώτες αψιμαχίες μεταξύ των δύο στόλων, οι οποίες συνεχίστηκαν και τις επόμενες ημέρες. Η αποφασιστική ναυμαχία δόθηκε στις 29 Αυγούστου, ημέρα Παρασκευή. Τα εχθρικά πλοία προσπάθησαν να κυκλώσουν τα ελληνικά, αλλά ο Μιαούλης με εννέα πλοία και δύο πυρπολικά προχώρησε προς τον κόλπο του Γέροντα. Τα αιγυπτιακά πλοία, που κάλυπταν το δεξιό άκρο του εχθρικού στόλου, αποφάσισαν να τα χτυπήσουν, καθώς ήταν απομονωμένα. Ο Παπανικολής προσπάθησε να τα εμποδίσει να πλησιάσουν τα πλοία του Μιαούλη, αλλά δέχθηκε ομαδικό πυρ και αναγκάστηκε να υποχωρήσει, αφού έκαψε πρώτα το πυρπολικό του. Η νηνεμία που επικρατούσε στη θάλασσα δεν επέτρεψε τη δράση των πυρπολικών του Ματρόζου, του Πιπίνου και του Νικόδημου.

Η κατάσταση μεταβλήθηκε γύρω στο μεσημέρι, όταν ο άνεμος έγινε ευνοϊκός για τον ελληνικό στόλο. Τα ελληνικά πλοία διείσδυσαν ανάμεσα στα εχθρικά, με αποτέλεσμα να μην πρόκειται πλέον για ναυμαχία εκ παρατάξεως (θα ήταν χαμένη υπόθεση για τον ελληνικό στόλο, λόγω της ποιοτικής και ποσοτικής υπεροχής του εχθρού), αλλά για μια σύγκρουση, όπου όλα μαζί τα πλοία μάχονταν ανακατεμένα. Η κίνηση τακτικής του Μιαούλη ευνοούσε τα πυρπολικά, που ανέλαβαν δράση, κρίνοντας την έκβαση της ναυμαχίας.

Ο σπετσιώτης μπουρλοτιέρης Λάζαρος Μουσούς κατόρθωσε να προσκολλήσει το πυρπολικό του σ’ ένα αιγυπτιακό μπρίκι. Έντρομοι οι 300 άνδρες που αποτελούσαν το πλήρωμά του έπεσαν στη θάλασσα και το μπρίκι ακυβέρνητο παρασύρθηκε από το ρεύμα και λίγο πιο κάτω ανατινάχθηκε. Δύο πυρπολικά υπό τους Παπαντώνη και Βατικιώτη κατόρθωσαν να κολλήσουν σε μια μεγάλη αιγυπτιακή φρεγάτα με 44 κανόνια, η οποία κάηκε μέσα σε λίγα λεπτά, παρασύροντας στον βυθό τούς περισσότερους από τους 1.100 άνδρες του πληρώματός της.

Μετά τη δυσμενή γι’ αυτόν εξέλιξη, ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος άρχισε να υποχωρεί προς την Κω, ενώ ο ελληνικός αγκυροβόλησε και πάλι στον Γέροντα. Η επιτυχία αυτή του ελληνικού ναυτικού αναπτέρωσε το ηθικό των ανδρών του, διέσωσε τη Σάμο και καθυστέρησε την απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο.

Η ναυμαχία του Γέροντα είναι μία από τις λαμπρότερες σελίδες της Επανάστασης του ’21. Οι αντίπαλες δυνάμεις ήταν τόσο πολύ άνισες, που η θετική έκβαση της ναυμαχίας για τους Έλληνες προκάλεσε τον θαυμασμό των ξένων. Ο Γάλλος ναύαρχος Εντμόν Ζιριέν ντε λα Γκραβιέρ (1812-1892), αναφερόμενος στη ναυμαχία του Γέροντα, παρατηρεί: «Η ναυτική ιστορία ίσως να μην έχει σελίδα περισσότερο ενδιαφέρουσα από αυτήν για έναν ναυτικό».

Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/662

Please follow and like us:
error0

Η Ναυμαχία της Σάμου (1824)

Η Ναυμαχία της Σάμου ήταν μια ιστορική ναυμαχία που έλαβε χώρα στη θαλάσσια περιοχή της Σάμου εξ ου και η ονομασία της, μεταξύ των δύο συνασπισμένων στόλων των ελληνικών νήσων Ύδρας και Σπετσών, κατά του Οθωμανικού στόλου στις 5 Αυγούστου του 1824, κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, με περήφανη νίκη του τότε Ελληνικού Ναυτικού.

Η Ναυμαχία της Σάμου, μια ιστορική ναυμαχία
Η Ναυμαχία της Σάμου 

Μετά την καταστροφή των Ψαρών ο εχθρικός στόλος είχε αποσυρθεί στην Μυτιλήνη και διέμενε εκεί για περίπου ένα μήνα. Ο φόβος των Ελλήνων ήταν μεγάλος, ότι μετά από αυτό θα κινδύνευε και ή Σάμος. Ακολούθως ο Ελληνικός στόλος παίρνοντας δάνειο περί τις 90 χιλιάδες δίστηλα ετοιμάστηκε, η μεν πρώτη μοίρα υπό τον Σαχτούρη είκοσι επτά Υδραίικα και οκτώ Σπετσιώτικα πλοία, η δε δεύτερη μοίρα υπό τον Μιαούλη.

Στις 28 Ιουλίου του 1824 ξεκινάει ο Χοσρέφ Πασάς με σχεδόν ολόκληρο τον οθωμανικό στόλο αποτελούμενο από 300 πλοία και πλοιάρια κατά της Σάμου. Ο δε ανασυγκροτηθείς ελληνικός στόλος άρχισε να πλέει προς την περιοχή όπου η πρώτη μοίρα εντοπίζοντας σαράντα μικρά πλοία, αναμεταξύ τους και είκοσι σακολέβες με Τουρκική σημαία, πλέοντας προς την Σάμο και φέροντας δύο χιλιάδες στρατιώτες προς απόβαση ξημερώθηκε στις 30 Ιουλίου στην Ικαρία και είδε σαράντα μικρά πλοία, αναμεταξύ τους και είκοσι σακολέβες με Τουρκική σημαία, πλέοντας προς την Σάμο και φέροντας δύο χιλιάδες στρατιώτες προς απόβαση. Η Ελληνική μοίρα κατεδίωξε τα καράβια αυτά, και τα ανάγκασε να φύγουν μακριά ή να πέσουν στην ξηρά. Φτάνοντας στην Μυκάλη είδαν πλήθος στρατευμάτων έτοιμα προς αποβίβαση σε δύο μπρίκια και πλήθος μικρών πλοίων. Τα μπρίκια έκοψαν τις άγκυρες και έφυγαν.

Ο Οθωμανικός στόλος βρίσκονταν ελλιμενισμένος πίσω από το ερημονήσι Μαρίνα. Εκεί ο Ελληνικός στόλος τους ανακάλυψε, και αφού έριξε μια κανονιά άραξε και έκανε την μεταβίβαση του στρατού αδύνατη. Τέσσερις ώρες μετά την ανατολή του ήλιου δεκαοκτώ πλοία της πρώτης τάξης κατέπλευσαν κατά των Ελληνικών. Ο Σαχτούρης έδωσε διαταγή να ναυμαχήσουν, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Το απόγευμα όρμησαν κατά των εχθρών δύο πυρπολικά του Ρομπότση και του Τζάπελα. Οι Τούρκοι φοβήθηκαν και απομακρύνθηκαν. Το ίδιο συνέβη και την επόμενη μέρα. Στις 5 Αυγούστου κατέπλευσε ο Οθωμανικός στόλος κατά του Ελληνικού. 17 πλοία με τον αντιναύαρχο και τον Κωνσταντίνο Κανάρη με το πυρπολικό του όρμησαν πάνω στον εχθρό και ναυμάχησαν επί πέντε ώρες, μέχρι που ανάγκασαν τον εχθρό να απομακρυνθεί. Ο Οθωμανικός στόλος μάταια αποπειράθηκε να κινηθεί και τις επόμενες μέρες. Η αγκυροβολιά των Ελλήνων συνεχίστηκε για πέντε εβδομάδες χωρίς αποτέλεσμα, και μετά αποχώρησαν.

Please follow and like us:
error0

Η μάχη της Άμπλιανης

Η Μάχη της Άμπλιανης ήταν πολεμική εμπλοκή της επανάστασης του 1821 με αποτέλεσμα νίκη των Ελλήνων με πολλά λάφυρα και κατατρόπωση των Οθωμανών. Η μάχη της Άμπλιανης έγινε στις 14 Ιουλίου 1824.

Η μάχη της Άμπλιανης, πολεμική εμπλοκή της επανάστασης του 1821
Η Μάχη της Άμπλιανης

Τα γεγονότα πριν τη μάχη

Καινούργιος στρατιωτικός ορίστηκε ο Δερβίς Πασάς, στον οποίο ο Σουλτάνος έδωσε ρητή εντολή να προστάξει και τους Πασάδες των Ιωαννίνων Βριώνη και της Ευβοίας Καρυστινό, ο μεν να εισβάλει στην Ακαρνανία, ο δε στην Αττική. Αυτός δε, ο Δερβίς Πασάς να ενωθεί με τους Πασσάδες Μπερκόφτζαλη, Ιουσούφ Πασά και Αμπάζ Πασά Ντίμπρα να εισβάλει στην Ανατολική Στερεά με δεκαπέντε χιλιάδες στρατό.

Ο Δερβίς όμως αντί να βάλει σε ενέργεια τις διαταγές αποφάσισε να ενεργήσει μόνος του. Με τ’ ασκέρι του, που έφτανε τις δώδεκα χιλιάδες, ξεκίνησε από το Ζητούνι, τη σημερινή Λαμία, στα μέσα τού Ιούνη. Αφού πέρασε το Σπερχειό κι έ­φτασε στις Θερμοπύλες, έστησε στρατόπεδο για να κρατήσει ανοιχτό το δρόμο του ανεφοδιασμού του. Έμεινε ο ίδιος σ’ αυτό με 2500 πεζούς και 500 κα­βαλάρηδες κι έστειλε τις αποδέλοιπες δυνάμεις του, κάτω από τις διαταγές τού Αμπάζ πασά και τού Περκόφτσαλη, να χτυπήσουν τα Σάλωνα.

Οι Έλληνες ήταν στρατοπεδευμένοι στην Άμπλιανη, ανάμεσα δηλαδή στα Σάλωνα και το Χάνι της Γραβιάς. Βρίσκονταν εκεί ο Νάκος Πανουριάς, ο Γιώργης Δράκος, ο Γιώτης Δαγκλής, ο Διαμαντής Ζέρβας κι ο Περραιβός με διακόσιους πενήντα Σουλιώτες.

Η προφυλακή τού τούρκικου ασκεριού έπιασε, στις 6 του Ιούλη, το Χάνι της Γραβιάς, αφού πριν ζώγρησε ως τρακόσιες φαμελιές από τα γύρω Βλα­χοχώρια. Την ίδια νύχτα ο Μήτσος Κοντογιάννης, ο Σκαλτσοδήμος κι ο Σιαφάκας ρίχνονται αιφνιδια­στικά στους εχθρούς, τους βάζουν σ’ αναταραχή κι ελευθερώνουν τις φαμελιές.

Στις 8 τού Ιούλη μια σημαντική τούρκικη δύναμη παράτησε το Χάνι της Γραβιάς και προχωρά προς το Λιδωρίκι, όπου βρισκόταν με λίγα παλικάρια ο Σκαλτσάς. Τους χτυπάνε οι Τούρκοι και θα τους έλιωναν όλους αν δεν έφτανε σε βοήθειά τους ο Σαφάκας με τρακόσιους πενήντα Κραβαρίτες. Τρεις φορές πάτησαν τις θέσεις των δικών μας οι εχθροί και τρεις φορές οι Έλληνες τους ξεφώλιασαν απ’ αυτές. Στο τέλος οι Τούρκοι πισωδρόμησαν παίρ­νοντας μαζί τους ίσαμε οχτώ χιλιάδες γιδοπρόβατα.

Ο Κίτσος Τζαβέλας βρισκόταν στα Τριζόνια της Λωρίδας. Απ’ αυτά γράφει στις 10 τού Ιούλη στην κυβέρνηση:

«Ενταύθα επληροφορήθην ότι επλησίαζον οι εχθροί εις τα Σάλωνα. είδον τον κίνδυνον της πατρίδος και την απελπισίαν των αδυνάτων, και απεφάσισα να υπά­γω αυτός εγώ εναντίον των».

Στις 13 τού Ιούλη κινήθηκε από το Χάνι της Γραβιάς όλη η Τούρκικη δύναμη που είχε συναχτεί εκεί, πάνω από οχτώ χιλιάδες, έχοντας μαζί της και δυο κανόνια. Τράβαγαν για τα Σάλωνα.

Η εξέλιξη των γεγονότων

Οι Έλληνες ήταν στρατοπεδευμένοι στην Άμπλιανη, ανάμεσα δηλαδή στα Σάλωνα και το Χάνι της Γραβιάς. Βρίσκονταν εκεί ο Νάκος Πανουριάς, ο Γιώργης Δράκος, ο Γιώτης Δαγκλής, ο Διαμαντής Ζέρβας κι ο Περραιβός με διακόσιους πενήντα Σουλιώτες. Ο Πανουργιάς όταν έμαθε τα σχέδια αυτά κατασκεύασε στο μέρος αυτό ισχυρούς προμαχώνες, τους οποίους ενίσχυσε με πολλούς κορμούς χονδρών δέντρων. Η δύναμη του Πανουργιά δεν ήταν αρκετή για να αντέξει την ορμή των Οθωμανών. Ευτυχώς όμως έφτασαν ενισχύσεις από το Σούλι υπό τους οπλαρχηγούς Δράκο, Γιώτη Δαγκλή, Διαμάντη Ζέρβα και άλλους. Ακολούθως έφτασαν και ο Κίτσος Τζαβέλας και ο Π. Νοταράς αλλά και ο επίσης ντόπιος οπλαρχηγός Δήμος Σκαλτσάς.

Έτσι συνολικά δύο χιλιάδες γινόμενοι περίμεναν τους εχθρούς, οι οποίοι στις 14 Ιουλίου επιτέθηκαν στους Έλληνες, έχοντας και δύο πεδινά κανόνια. Η μάχη άρχισε στις 9 το πρωί, όταν χύθηκαν οι Τούρκοι να πάρουν με γιουρούσι τους δικούς μας. Μα ήταν τόση η φωτιά των Ελλήνων, που καρφώθηκαν μπροστά από τα έλατα, μη μπορώντας να κάνουν μήτε βήμα παραπέρα.

Ο πόλεμος, πεισματικός κι από τα δυο μέρη. Ο πόλεμος άρχισε με ακροβολισμούς, αλλά αμέσως οι Οθωμανοί όρμησαν με τα ξίφη στα χέρια εναντίον των Ελλήνων για να ανοίξουν δρόμο. Οι Έλληνες τους αντιμετώπισαν με γενναιότητα και τους ανάγκασαν να οπισθοχωρήσουν με μεγάλη φθορά. Οι Οθωμανοί δοκίμασαν και δεύτερη και τρίτη φορά, αλλά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Μα να, φτάνουν να συντρέξουν τους δικούς μας οι Σαλωνίτες με τον Καλμούκη. Και η ζυγαριά αρχίζει να γέρνει. Ο Γιώργος Τζαβέλας, ο Λάμπρος Ζάρμπας, ο Γιαννούσης Πανομάρας γκαρδιώνουν τα παλικάρια τους, παρατάνε τα πόστα τους και κάνουνε τώρα αυτοί από τα πλάγια γιουρούσι πάνω στους Τούρ­κους. Ο Κίτσος Τζαβέλας, ο Γ. Δράκος, ο Χρ. Περραιβός, ο Δ. Ζέρβας αδράχνουν την ευκαιρία, μπήγουν τις νικητήριες φωνές και ρίχνονται πάνω στην Τουρκιά.

Η μάχη διήρκησε μέχρι το απόγευμα, ώσπου οι Σουλιώτες έτρεψαν τον εχθρό σε φυγή. Όλος ο ελληνικός στρατός έτρεξε από πίσω καταδιώκοντας τον εχθρό. Πανικόβλητοι οι εχθροί έτρεχαν πίσω να φτάσουν στο Χάνι της Γραβιάς και να γλιτώσουν. Μα οι δικοί μας δεν τους δίνανε καιρό μήτε ν’ ανασάνουν. Όλος ο ελληνικός στρατός έτρεξε από πίσω καταδιώκοντας τον εχθρό. Κι όπως οι εχθροί σπρώχνονταν ποιος θα προσπεράσει τον άλλον γκρεμίζονταν στο βάραθρο και τσακίζονταν πάνω στα βράχια. Οι Έλληνες στείλανε εκείνη τη μέρα «εις τον Άδην υπέρ τους πεντακοσίους». Από τους δικούς μας σκοτώθηκαν και πληγώθηκαν τριάντα εφτά. Πήραν λάφυρα τρία κανόνια, πολλά όπλα, πολεμοφόδια, σημαίες και άλογα, καθώς και την σκηνή του Μπερκόφτζαλη. Τα υπολείμματα του οθωμανικού στρατού επέστρεψαν στο Ζητούνι και διαλύθηκαν στις αρχές Οκτωβρίου.

Επιστολή του Δήμου Σκαλτσά, μετά την νίκη της Άμπλιανης

Επιστολή την 19 Ιουλίου 1824

Προς
τον εξοχότατον Γενικόν Διευθυντήν της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος
Μαυροκορδάτον.

Σας ειδοποιούμεν τα εδώ τρέχοντα εις τας 14 του παρόντος (Ιουλίου 1824) εκστράτευσε ο Ρούμελης Βαλέσης Δερβίς Πασάς διά τα Σάλωνα με 12.000 χιλ. Την αυτήν ημέραν συναντηθήκαμεν και ο πόλεμος ήρχισεν παρευθύς η ώρα ήταν εις τας 3 1/2 της ημέρας και εξ’ αυτής της ώρας μέχρι της δωδεκάτης της εσπέρας η μάχη εξηκολούθει αδιακόπως με πολύν θυμόν και με μεγάλην αντίστασιν των ένδοξων Ελλήνων.
Μετά εσπέρας έφθασαν εις βοήθειάν μας διάφορα ελληνικά σώματα στρατιωτικά και ερρίφθησαν αμέσως όλοι οι Έλληνες ως λέοντες κατ`επάνω του εχθρού. Αφού του επεριώρισαν όλους τους δρόμους, τον εκτύπησαν από όλα τα μέρη. Εσκότωσαν υπέρ τους χιλίους βαρβάρους. Του επήραν τρία κανόνια, όπου είχον, επτά φορτία φουσέκια και επτά σημαίας. Τις να μετρήση το πλήθος των τουφεκίων, γιαταγανιών και σπαθιών και ομοίων;
Πώς να διηγηθή κανείς την λαμπράν νίκην μας; Αι σκηναί, οι γουρνάδες και όλαι αποσκευαί των Τούρκων έγιναν λάφυρα των Ελλήνων. Άλλοι μεν από τους εχθρούς έπεσαν από τους βράχους, άλλοι δε επιάσαντο ζωντανοί από τους Έλληνας, και αν η νύχτα δεν εδιαφέντευε τους αυτούς εχθρούς εχάνοντο όλοι. Ελπίζομεν όμως να εύρωμεν σήμερον πολλοτάτους τρυπωμένους εις τους λόγγους.
Ας πανηγυρίση λοιπόν και αυτού η πόλις Μεσολογγίου αυτήν την λαμπράν νίκην, επειδή είναι μία νίκη όπου ομοιάζει με τας πλέον παλαιάς των προγόνων μας. Οι Τούρκοι ετράβηξαν προς το μέρος της Γραβιάς και οι ιδικοί μας τρέχουν από κοντά των ως λέοντες ορυόμενοι και ούτω ελπίζομεν εις την θείαν δύναμιν να τους ξεκάνωμεν όλους “.
Ταύτα και με το προσήκον σέβας

15 Ιουλίου Άμπλιανη
Δήμος Σκαλτσάς

Πηγή: https://www.impantokratoros.gr/338F03C7.el.aspx

Πηγή: https://olympia.gr/2018/07/14/μάχη-της-άμπλιανης-κατατρόπωση-των-οθ/

Please follow and like us:
error0

Η Μάχη του Μαραθώνα, η νεότερη

Πολεμική αναμέτρηση μεταξύ των 3.000 Οθωμανών Τούρκων του Ομέρ Πασά και 600 Ελλήνων υπό τον Γιάννη Γκούρα, στην πεδιάδα του Μαραθώνα, εκεί όπου ο Μιλτιάδης είχε νικήσει τον στρατό των Περσών το 490 π.Χ. Η δεύτερη μάχη του Μαραθώνα έγινε στις 5 Ιουλίου 1824 και έληξε, όπως και η πρώτη, με επικράτηση των ελληνικών όπλων.

Τον Ιούνιο του 1824 ο πασάς της Καρύστου Ομέρ έλαβε εντολή να στραφεί κατά της Αττικής, σε μια εποχή που οι Έλληνες σπαράζονταν από εμφύλιες έριδες. Την ίδια περίοδο (24 Ιουνίου 1824), ο πρόεδρος του Εκτελεστικού, Γεώργιος Κουντουριώτης, όρισε φρούραρχο της Ακρόπολης τον δυναμικό οπλαρχηγό Γιάννη Γκούρα.

Πράγματι, στις αρχές Ιουλίου ο Ομέρ Πασάς αποβιβάστηκε στον Ωρωπό με 3.000 άνδρες (εκ των οποίων οι 2.000 γενίτσαροι), πυροβολικό και ιππικό. Αφού λεηλάτησε τη γύρω περιοχή, κατευθύνθηκε προς την Αθήνα. Μόλις πληροφορήθηκε το γεγονός ο Γκούρας συγκρότησε σώμα από 600 άνδρες, με τη συμμετοχή των χιλιάρχων Μαμούρη, Ρούκη και Πρεβεζιάνου και αποφάσισε να αναχαιτίσει τους Οθωμανούς στον Μαραθώνα. Στις 3 Ιουλίου 1824 κατέλαβε τον λοφίσκο (τύμβο) της πεδιάδας του Μαραθώνα με το παλαιό τείχος, απ’ όπου θα διάβαινε αναγκαστικά ο Ομέρ με τον στρατό του.

Οι πρώτες αψιμαχίες μεταξύ των δύο αντιπάλων έγιναν στις 5 Ιουλίου 1824. Πρώτα το πυροβολικό του Ομέρ άρχισε να βάλει κατά των ελληνικών θέσεων και στη συνέχεια ανέλαβαν δράση οι γενίτσαροι με το ιππικό, οι οποίοι αποκρούσθηκαν με σημαντικές απώλειες. Ο αγώνας εξελισσόταν αμφίρροπος και ο Γκούρας προσπαθούσε να ανεβάσει το ηθικό των στρατιωτών του, θυμίζοντάς τους τον άθλο των Αθηναίων κατά τον Περσών στον ίδιο χώρο πριν από 2.000 χρόνια.

Τότε, ως από μηχανής θεός, εμφανίσθηκε στο πεδίο της μάχης ο στρατηγός Διονύσιος Ευμορφόπουλος, προερχόμενος από την Κόρινθο. Είχε μάθει για την απόβαση των Τούρκων στην Αττική και έσπευσε με τους άνδρες του να βοηθήσει. Η απρόσμενη ενίσχυση αναπτέρωσε το ηθικό των Ελλήνων. Ο Γκούρας «σάλπισε» την αντεπίθεση και με την καθοριστική συνεισφορά των ανδρών του χιλίαρχου Γιάννη Ρούκη αιφνιδίασαν τους αντιπάλους τους και τους έτρεψαν σε φυγή. Οι Τούρκοι άφησαν στο πεδίο της μάχης 260 νεκρούς, τον αρχηγό των γενιτσάρων Ιμπραήμ, καθώς και πλούσια λάφυρα, όπλα και δύο σημαίες.

Μετά τη μάχη, ο Γκούρας, μιμούμενος το βάρβαρο επινίκιο τουρκικό έθιμο, έκοψε τριάντα κεφάλια από τους Τούρκους πεσόντες και τα απέστειλε στην Αθήνα μαζί με τις δύο πολεμικές σημαίες, εν είδει θριάμβου. Παράλληλα, με επιστολή του προς τους δημογέροντες των Αθηνών χαρακτήρισε τη νίκη του ανώτερη σε ηρωισμό από εκείνη της Γραβιάς (8 Μαΐου 1821), γιατί «ενίκησαν εκεί όπου ενίκησε πάλαι ποτέ και ο Μιλτιάδης».

Ο Ομέρ Πασάς, μετά την ήττα του, υποχώρησε με τον στρατό του στο Καπανδρίτι, ενώ ο Γκούρας με τον Ευμορφόπουλο επέστρεψαν στην Αθήνα για να ετοιμάσουν την  άμυνα της πόλης. Ο Οθωμανός πολέμαρχος θα επιχειρούσε να καταλάβει την Αθήνα για δεύτερη φορά στις αρχές Αυγούστου του 1824.

Πηγή : https://www.sansimera.gr/articles/542

Please follow and like us:
error0