Ύδρα (19ος αιώνας)

Με το ξημέρωμα ανακαλύψαμε την Ύδρα. Η πόλη παρουσιάζει μια ευχάριστη όψη. Είναι χτισμένη πάνω σε πολλούς πυραμιδοειδείς βράχους που σχηματίζουν αμφιθέατρο γύρω από το λιμάνι και στην κορυφή τους έχουν ανεμόμυλους ιδιότυπης κατασκευής και οι οποίοι είναι εφοδιασμένοι με έξι ως οκτώ φτερά.

Ύδρα
Η Ύδρα το 1800
Χαρακτικό

Σχεδόν όλα τα σπίτια είναι χτισμένα με πέτρες και περίπου με το ίδιο σχέδιο: είναι τετράγωνα, με μικρό αριθμό παραθύρων, μόνο με έναν όροφο. Μερικά καλύπτονται από στέγες ιταλικού τύπου,, αλλά η πλειονότητα τους καταλήγει σε ταράτσα. Είναι ασβεστωμένα. Αυτό το επίχρισμα τους δίνει την όψη της καθαριότητας και τα κάνει να ξεχωρίζουν τόσο από το πράσινο που τα περιβάλλει όσο και από την καφέ απόχρωση του βράχου που χρησίμευσε για θεμέλιο.

Το λιμάνι είναι μικρό αλλά βαθύ και καλά προστατευμένο. Τα πλοία μπορούν να προσεγγίσουν και να αγκυροβολήσουν στις πιο όμορφες αποβάθρες. Διακρίνουμε στοές που χρησίμευαν για περίπατο και όπου βρίσκονται τα πλούσια σε προϊόντα καταστήματα.

Τη στιγμή που ρίχναμε άγκυρα πολλά υδραίικα καράβια σήκωναν πανιά: τα πάντα ήταν σε κίνηση, η αποβάθρα ήτα γεμάτη από κατοίκους, γυναίκες στα υψώματα κουνούσαν τα μαντήλια τους και με φωνές και χειρονομίες χαρακτηριστικές έστελναν το αντίο στους συζύγους ή τους αγαπημένους τους. Για να τις διακρίνουν περισσότερη ώρα ανέβαιναν διαδοχικά σε ψηλότερα σημεία.

Τα πλοία ήταν σημαιοστολισμένα: παπάδες μέσα σε στολισμένες βάρκες πήγαιναν από το ένα στο άλλο, για να τα ευλογήσουν, να ραντίσουν τη γέφυρα και να προσευχηθούν για το καλό ταξίδι. Αξιωματικοί, ναύτες, επιβάτες, όλοι γονατιστοί στη διάρκεια της ψαλμωδίας, μπροστά στην περιβεβλημένη από λαμπάδες εικόνα της Παναγίας. Αυτή η τελετή φαινόταν να γίνεται με πολλή τάξη από περισυλλογή κι όταν οι ιερείς επιβιβάζονταν ξανά στις βάρκες, τους χαιρετούσαν με ομοβροντία πυροβολικού, στην οποία ανταπαντούσαν με κωδωνοκρουσία των καμπαναριών των εκκλησιών.

Η ιδιότητα των Γάλλων μας επιφύλαξε υποδοχή ελάχιστα ευνοϊκή στην Ύδρα. Με το που πατήσαμε στη στεριά ένα τσούρμο από παιδιά μας επιτέθηκαν με λιθοβολισμούς που μας ακολούθησαν ως ένα καφενείο όπου καταφύγαμε. Ζητήσαμε να μάθουμε το λόγο της αφιλόξενης υποδοχής: μας είπαν πως οι Υδραίοι στη διάρκεια σιτοδείας μετέφεραν σιτάρι στη Μασσαλία και είχαν κακοπληρωθεί. Δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί κανείς να πιστέψει αυτήν την κατηγορία, διότι οι κάτοικοι της Ύδρας από τότε έγιναν πλουσιότεροι και αύξησαν τον αριθμό των πλοίων τους. Ο καπετάνιος μας τους απείλησε με την οργή του Καπουδάν πασά. Αλλά αδιαφόρησαν. Φαίνεται πως ελάχιστα φοβούνταν τους Τούρκους. Ο καπετάνιος οδηγήθηκε στους πρόκριτους της πόλης για να παραπονεθεί για την προσβολή που μας έγινε. Αυτοί αρκέστηκαν στην προσφορά φρουράς για να μας συνοδεύει, χωρίς ωστόσο να την πραγματοποιήσουν.

Είχαμε χάσει μια άγκυρα που μας ήταν πολύτιμη: ελπίζαμε να την αντικαταστήσουμε στην Ύδρα, και ο καπετάνιος υπέβαλε αίτημα στο όνομα της Υψηλής Πύλης. Οι Υδραίοι απάντησαν πως ευχαρίστως συμφωνούν να μας την προμηθεύσουν, αρκεί να τους πληρώσουμε μετρητοίς, αρνούμενοι χρέωση της Κωνσταντινούπολης. Τους είπαμε να ξανασκεφτούν αυτή την άρνηση, η οποία μπορεί να τους εκθέσει σε κίνδυνο, επιμείναμε σε μια γρήγορη απόφαση, όντας ευνοϊκός ο άνεμος και η αποστολή, την οποία είχαμε αναλάβει, δεν έπαιρνε αναβολή. Απάντησαν με βαρύτητα: «Η θάλασσα είναι ανοιχτή».  Επισημάναμε επίσης πως καθίστανται υπεύθυνοι για ενδεχόμενο ατυχές γεγονός που μπορούσε να μας συμβεί ελλείψει άγκυρας. «Ο Θεός είναι μεγάλος. Θα σας οδηγήσει». Απάντησαν πάντα με την ίδια ψυχραιμία και το ίδιο λακωνικά. Αυτό ήταν ό,τι μπορέσαμε να κερδίσουμε από αυτούς.

Πήγαμε να επισκεφτούμε τη μητρόπολη, της οποίας η όψη μας εντυπωσίασε μπαίνοντας στο λιμάνι. Είναι ένα κτίριο σε σχήμα παραλληλόγραμμου, απομονωμένο, που περιβάλλεται από στοές παρόμοιου σχήματος, με αψίδες υποστηριζόμενες από κολόνες. Αυτό το περιστύλιο της αυλής χρησιμεύει για κατοικία των ιερέων. Ανεβαίνουμε πολλά σκαλιά για να φτάσουμε στο περιστύλιο της εκκλησίας, το οποίο είναι διακοσμημένο επίσης με λευκές μαρμάρινες κολόνες, οι οποίες στηρίζουν τους θόλους.  Στην πρόσοψη έχουν διανοίξει τρεις πόρτες.

Εισερχόμενοι, εκπλαγήκαμε και γοητευθήκαμε από την πολυτέλεια της εκκλησίας. Η Αγία Τράπεζα, ο άμβωνας, τα θεωρεία είναι επιχρυσωμένα και χαραγμένα με λεπτότητα. Το ιερό χωρίζεται από το νάρθηκα με ένα τέμπλο στολισμένο με μαρμάρινους στύλους και με πλούσια ξύλινα αραβουργήματα, όπου παρεμβάλλονται πίνακες και εικόνες αγίων, μερικές των οποίων είναι ζωγραφισμένες με επίχρυσο φόντο. Αυτοί οι πίνακες που μοιάζουν παλαιοί είναι μέτριας τεχνικής, αντίθετα οι μορφές έχουν ένα ορισμένο ύφος, σωστή απόδοση και τα χρώματα διατηρούνται τέλεια. Είναι ζωγραφισμένα με τέμπερα, με επένδυση από ωραίο βερνίκι. Αυτός ο τρόπος ζωγραφικής, ο οποίος ανάγεται σε αιώνες προγενέστερους της ζωγραφικής με λάδι και ίσως στην αρχαιότητα, εφαρμόζεται ακόμη σε όλη την Ανατολή. Υπάρχουν, πάνω από τις πόρτες και στα άκρα της εκκλησίας, υπερυψωμένες και κλειστές θέσεις που προορίζονται για τις γυναίκες. Το φως της ημέρας δεν περνά, παρά μόνο μέσα από θολά βιτρό.

Εδώ και καιρό δεν είδαμε ναό με χαρακτηριστικά χριστιανικής λατρείας. Μέσα σε αυτόν μας διαπέρασε το αίσθημα του σεβασμού: η σιωπή που βασίλευε, η θέα ιερών αντικειμένων, φωτισμένων από ένα μυστηριώδες φως, το άρωμα του θυμιάματος, όλα συνέβαλαν στο να εμπνεύσουν αυτό το συναίσθημα.

Η εξωτερική όψη αυτού του οικοδομήματος είναι ευχάριστη. Είναι χτισμένο με σωστές αναλογίες: το καμπαναριό, που βρίσκεται πάνω από την είσοδο, κατά τον ιταλικό τρόπο, είναι κομψό, φαίνεται φτιαγμένο σχεδόν όλο από μάρμαρο. Το σχέδιο του περιστυλίου της αυλής που περιβάλλει την εκκλησία είναι απλό, όπως επίσης και το συνολικό σχέδιο του μνημείου, το οποίο, με κάποια σοφή κατανομή, μοιάζει πολύ ευρύτερο από ό,τι πραγματικά είναι.

Εφοδιαστήκαμε με αρκετές προμήθειες, πληρώνοντας τες, αλήθεια, πολύ ακριβά. Υποχρεωμένοι να ζούμε εδώ και λίγο καιρό με σουπιές, το ψωμί της Ύδρας μας φάνηκε απολαυστικό. Έχει ένα λευκό χρώμα, είναι νόστιμο και μάλιστα λίγο γλυκό. Ωστόσο το φουρνίσαμε δύο φορές, αφού το ψωμί στην Ανατολική Μεσόγειο ίσα που ψήνεται και είναι σχεδόν χωρίς μαγιά. Το κρασί μας φάνηκε λίγο δυνατό. Όσο για το νερό στάθηκε αδύνατον να μας προμηθεύσουν αρκετό. Αυτό που υπάρχει σε πηγές και σε πηγάδια είναι σε μικρή ποσότητα και ίσα που αρκεί για την κατανάλωση των κατοίκων. Στείλαμε τις βάρκες για να φέρουν νερό από την ξηρά.

Μας μίλησαν για ένα φημισμένο πηγάδι που βρίσκεται έξω από την πόλη, σε μεγάλο ύψος. Πήγαμε, φαίνεται είναι έργο των αρχαίων. Είναι πλατύ, βαθύ, κτισμένο στέρεα και με τρόπο που σου επιτρέπει να το κατέβεις σε ορισμένες περιπτώσεις. Όταν φτάσαμε εκεί, τριγύρω  υπήρχαν γυναίκες που αντλούσαν νερό, με τη δύναμη του χεριού, σε χάλκινα δοχεία δεμένα στην άκρη με μακριά σκοινιά. Μεταξύ των γυναικών υπήρχαν ορισμένες αρκετά όμορφες, μα πάρα πολύ μελαχρινές. Η ενδυμασία τους δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο, εκτός από το ότι αφήνουν ακάλυπτο το πρόσωπο και δεν φορούν παρά ένα μεγάλο πέπλο στο κεφάλι που δένεται απλά κάτω από το πηγούνι και πέφτει με φαρδιές πτυχές πίσω από τους ώμους. Παρατηρήσαμε με έκπληξη μεγάλα αγόρια να τρέχουν εντελώς γυμνά στην ακτή και η έκπληξη μας μεγάλωνε βλέποντας νεαρά κορίτσια οχτώ ή εννιά χρονών, που δεν είχαν άλλο ένδυμα πλην των μακριών μαλλιών τους. Συμμετείχαν στα παιχνίδια των αγοριών στη θάλασσα, κολυμπούσαν πάρα πολύ καλά, και για να στεγνώσουν κυλιόντουσαν στην άμμο. Έτσι το δέρμα τους εκτεθειμένο διαρκώς στον ήλιο ήταν σχεδόν μαύρο.

Η Ύδρα διαφέρει από την πλειονότητα των άλλων νησιών της Ελλάδας, όπου συναντάει κανείς έναν λαό εκφυλισμένο, ταπεινωμένο κάτω από ξένη κυριαρχία, φτωχό μέσα σε μια πλούσια χώρα, άθλιο και νοσηρό κάτω από ένα κλίμα-βάλσαμο. Στην Ύδρα αναγνωρίζεις τον ελληνικό χαρακτήρα σε πλήρη ενέργεια: οι Υδραίοι είναι χαρούμενοι, ρωμαλέοι και δραστήριοι. Η πόλη μεγαλώνει καθημερινά, τα σπίτια καθαρά, αερισμένα, πιστοποιούν προκοπή, αφθονία και μάλιστα μια κάποια πολυτέλεια. Βλέπουμε μαγαζιά γεμάτα προϊόντα της βιομηχανίας και του εμπορίου, ένα ναό κομψής αρχιτεκτονικής, επενδυμένο με μάρμαρο, και του οποίου το εσωτερικό είναι πλούσια διακοσμημένο. Πλήθος πλοίων γεμίζουν το λιμάνι ή μεταφέρουν μακριά τα προϊόντα της Ευρώπης, της Ασίας, της Αφρικής και ακόμη το άφθονο αγροτικό πλεόνασμα της Ινδίας. Είναι οι Υδραίοι αυτοί που εφοδιάζουν την Κωνσταντινούπολη και τις σκάλες της Μεσογείου, που επιτρέπουν σε όλους μας να απολαμβάνουμε τα σκορπισμένα πλούτη των αποικιών: φέρνουν πορτοκάλια της Μάλτας, αρώματα και καφέ της Αραβίας, ρύζι της Αιγύπτου, σταφίδα της Ζακύνθου, λάδι της Ιταλίας και της Προβηγκίας, χουρμάδες της Μικράς Ασίας, βιομηχανικά προϊόντα της Γαλλίας και μικροτεχνήματα της Βενετίας.

Αυτοί είναι που διενεργούν το εμπόριο σιτηρών σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα. Οι Υδραίοι, σχετικά ανεξάρτητοι, δεν πληρώνουν παρά ένα μικρό φόρο υποτέλειας στην Οθωμανική Πύλη. Οι Τούρκοι αποκομίζουν πάρα πολλά από αυτή τη χώρα για να σκεφτούν να την υποδουλώσουν ολοκληρωτικά. Η Ύδρα και τα Ψαρά, άλλο ανεξάρτητο νησί, τους εφοδιάζουν με τους καλύτερους ναυτικούς και μάλιστα με το μεγαλύτερο μέρος των αξιωματικών του ναυτικού. Αυτοί οι νησιώτες, διενεργώντας σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους ακτοπλοϊκό εμπόριο, γνωρίζουν τέλεια τις ακτές της Μεσογείου και αποκτούν αρκετά εκτεταμένες πρακτικές γνώσεις. Είναι αλήθεια πως τους λείπει η θεωρητική κατάρτιση και σπάνια ριψοκινδυνεύουν στην ανοιχτή θάλασσα. Αλλά αυτό περισσότερο οφείλεται σε μια συνήθεια που τους έχει μεταδοθεί προ αμνημονεύτων ετών και στα μικρά πλοιάρια τους, παρά στη μικροψυχία για την οποία δε μπορεί κανείς να τους κατηγορήσει.

Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ των Ελλήνων της Ύδρας και των γειτόνων τους της ξηράς, αυτή είναι η επιρροή της κυβέρνησης στα ήθη και την ευδαιμονία των λαών. Ο Υδραίος εργάζεται για τον εαυτό του, βρίσκει στην πατρίδα του ένα σίγουρο καταφύγιο. Δεν ξοδεύεται στην απόλαυση της περιουσίας που απέκτησε από τη δουλειά του. Αυτό το νησί, η Ύδρα, είναι ένας ξερός βράχος, δεν υπάρχουν ούτε δασύλλια, ούτε κήποι, ούτε καν ένα ρυάκι, εντούτοις παρατηρούμε έναν λαό έξυπνο, δραστήριο και ευτυχισμένο. Ο Τούρκος, φιλάργυρος και ανέμελος, πεθαίνει από αθλιότητα και πλήξη εν μέσω των θησαυρών της ελεύθερης φύσης και ο Έλληνας ελεύθερος μετατρέπει τους βράχους σε γόνιμη πηγή πλούτου.

Antoine-Laurent Castellan

Τα μέτρα του Καποδίστρια

Πολύς θόρυβος έχει γίνει τον τελευταίο καιρό για το κλείσιμο των εκκλησιών, για να αποφευχθεί μια πιθανή μόλυνση των πιστών από τον κορωνοϊό COVID-19. Δεν είναι όμως η πρώτη φορά που κλείνουν οι εκκλησίες. Έκλεισαν και τον 19ο αιώνα για παρόμοιο λόγο. Ήταν ένα από τα μέτρα του Καποδίστρια για να αντιμετωπιστεί μια επιδημία που ξέσπασε κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του.

Τα μέτρα του Καποδίστρια

Είναι γνωστό ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν πολύ πιστός Χριστιανός. Ορισμένοι τον χαρακτηρίζουν ακόμα και θρησκόληπτο. Πολλές από τις πράξεις του μπορούν να εξηγηθούν μόνο μέσα από αυτό το πρίσμα. Θεωρούσε τον εαυτό του υπερασπιστή της Ορθοδοξίας και ήρθε σε σύγκρουση με όποιον θεωρούσε ότι την απειλούσε. Όμως ο Καποδίστριας ήταν επίσης ένας υπεύθυνος ηγέτης που ήταν έτοιμος να λάβει δύσκολες αποφάσεις και μάλιστα από την πρώτη στιγμή που έφτασε στην Ελλάδα.

Τα μέτρα του Καποδίστρια

Δεν είχαν περάσει ούτε τρεις μήνες από την άφιξή του στην Ελλάδα. Ο άνθρωπος είχε απελπιστεί με την κατάσταση που ανέλαβε. Ήταν χειρότερη απ’ ό,τι φοβόταν. Ο Ιμπραήμ βρισκόταν ακόμα στην Πελοπόννησο και η Ελληνική Κυβέρνηση δεν είχε κανένα σταθερό έσοδο. Οι Έλληνες ζούσαν από την γενναιόδωρη αμερικανική βοήθεια (ιδιωτική, όχι κρατική). Δεν θα μπορούσαν τα πράγματα να είναι χειρότερα όταν ξέσπασε και η επιδημία πανώλης.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας θεωρούσε ότι τα πρώτα δύο μέτρα που έπρεπε να λάβει μια κυβέρνηση αμέσως μετά την εμφάνιση επιδημίας σε μια περιοχή είναι ο υποχρεωτικός εγκλεισμός στις οικίες όλων των κατοίκων και το κλείσιμο των εκκλησιών. Οι εκκλησίες έκλεισαν για αόριστο χρονικό διάστημα και οι αντιδράσεις ήταν ελάχιστες. Οι Έλληνες τον σέβονταν, τον θαύμαζαν και κυρίως τον εμπιστεύονταν. Διότι ο Καποδίστριας ήταν επίσης και ένας πολύ καλός γιατρός και μάλιστα με αξιόλογη πρακτική πείρα που απέκτησε πολύ πριν ασχοληθεί πλήρως με την πολιτική.

Στις 20 Αυγούστου του 1828 εξέδωσε Ψήφισμα «Περί υγειονομικών διατάξεων» (Ψηφ. 15/20.8.1828). Εκεί προβλέπεται το εξής στο άρθρο 285, εδ. 3. «Εμποδίζεται πάσα θρησκευτική τελετή. Δεν σημαίνονται οι κώδωνες.» Οι δε κάτοικοι υποχρεώνονται να μείνουν κλεισμένοι στα σπίτια τους. Σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του Ψηφίσματος, τα προληπτικά μέτρα εφαρμόζονται ΑΜΕΣΩΣ μόλις εμφανιστεί επιδημία στην Ελλάδα ή στα σύνορα της Ελλάδας. Το ψήφισμα υπογράφει ο ίδιος ο Κυβερνήτης («Ι.Α. Καποδίστριας»), καθώς και ο Γραμματέας της Επικράτειας («Σ. Τρικούπης»).

Δεν είναι βέβαιο από πού μεταδόθηκε η πανώλη, οι Έλληνες κατηγορούσαν τους Αιγύπτιους. Επιπλέον είχαν παρουσιαστεί τα πρώτα κρούσματα πανώλης στην Εύβοια και στην Κέα από τα τέλη Ιανουαρίου του 1828. Πάντως η επιδημία χτύπησε σχεδόν ταυτόχρονα Έλληνες (στην Ύδρα πρώτα) και Αιγύπτιους (στο κάστρο της Μεθώνης) στις αρχές Απριλίου. Ο Καποδίστριας έστειλε στις 17 Απριλίου 1828 τον γιατρό Σπυρίδωνα Καλογερόπουλο στην Ύδρα και τις Σπέτσες. Ο Καλογερόπουλος κατάλαβε αμέσως ότι η κατάσταση ήταν κρίσιμη και έλαβε ο ίδιος τα πρώτα αυστηρά μέτρα με εξουσιοδότηση της κυβέρνησης. Ένα από αυτά ήταν το κλείσιμο των Εκκλησιών.

Ο Καλογερόπουλος ενημέρωσε την Κυβέρνηση και ο Καποδίστριας, χωρίς να διστάσει, ανέλαβε ο ίδιος προσωπικά να αντιμετωπίσει την επιδημία. Έστειλε στις 18 Απριλίου στα δύο νησιά τον Γενικό Έφορο Υγείας Αναστάσιο Λόντο και τον γιατρό Νικόλαο Καλογερόπουλο για να κάνουν την πρώτη επιθεώρηση. Στις 21 Απριλίου έδωσε εντολή στον συνταγματάρχη Κάρολο Φαβιέρο να οργανώσει μια θαλάσσια υγειονομική αλυσίδα γύρω από τα δύο νησιά, χρησιμοποιώντας μια γολέτα και πέντε ένοπλες λέμβους. Κανονικός ναυτικός αποκλεισμός δηλαδή.

Ακόμη, έστειλε ειδικούς απεσταλμένους σε όλες τις επαρχίες της ηπειρωτικής Ελλάδας και όλα τα νησιά, ενημερώνοντας τις τοπικές διοικήσεις για τα μέτρα που ελήφθησαν και παρέχοντας αναλυτικές οδηγίες για τα μέτρα που θα πρέπει να υιοθετηθούν σε τοπικό επίπεδο για να δημιουργηθούν υγειονομικές ζώνες. Διόρισε έκτακτους επιτρόπους στην Πελοπόννησο και τους ζήτησε να αναχωρήσουν αυθημερόν για τις επαρχίες ευθύνης τους.

Στις 22 Απριλίου ο Κυβερνήτης εξέδωσε διάγγελμα στο οποίο τόνιζε: «Νομίζω ότι ο καλύτερος τρόπος για να εκπληρώσω το καθήκον μου είναι να επισκεφτώ ο ίδιος τους τόπους που έχουν πληγεί και να λάβω αυστηρά μέτρα για να προφυλάξω από την επιδημία την υπόλοιπη Ελλάδα». Αμέσως μετά αναχώρησε για να επισκεφτεί τα δύο νησιά, χρησιμοποιώντας τη ρωσική φρεγάτα «Ελένη». Στις 24 Απριλίου επισκέφτηκε τις Σπέτσες. Εκεί συσκέφθηκε με τους δημογέροντες και τους τοπικούς γιατρούς. Διόρισε τον Ιωάννη Κωλέττη, Έκτακτο Επίτροπο της Υγείας για τις Σπέτσες. Τον εφοδίασε με στρατιωτικές δυνάμεις και αναλυτικές οδηγίες. Στις 25 Απριλίου έφτασε στην Ύδρα ο Ολλανδός ναύαρχος του ρωσικού στόλου Λογγίνος Χέυδεν (ένας από τους τρεις ναυάρχους στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου) με δύο δίκροτα και ένα μπρίκι και συναντήθηκε με τη φρεγάτα «Ελένη» στα ανοικτά της Ύδρας. Ο Κυβερνήτης συνάντησε τον Ναύαρχο, τηρώντας όλες τις υγειονομικές προφυλάξεις και ζήτησε τη βοήθειά του στον έλεγχο της θαλάσσιας υγειονομικής ζώνης.

Στις 26 Απριλίου ο Κυβερνήτης μετέβη στην Ύδρα. Συσκέφτηκε με τους προκρίτους εκεί και άκουσε τις αναφορές των γιατρών. Διαβεβαίωσε τους Υδραίους ότι θα τους δώσει το ταχύτερο ό,τι βοήθεια ήταν αναγκαία, με κάθε μέσο. Ο Κυβερνήτης επέστρεψε στην Αίγινα στις 29 Απριλίου αλλά παρέμεινε πάνω στη ρωσική φρεγάτα. Από εκεί έστελνε εντολές με μεγάλο αριθμό πλοιαρίων στους διοικητές και τις κοινότητες της ελληνικής επικράτειας. Γαλλικά και βρετανικά πλοία βοήθησαν στην αυστηρή εφαρμογή της θαλάσσιας υγειονομικής ζώνης. Ο Κυβερνήτης αποβιβάστηκε στην Αίγινα την 1η Μαΐου και κατέλυσε στην αγροικία του Δημητρίου Βούλγαρη στον κόλπο της Περιβόλας, μια τοποθεσία με ιδιαίτερα υγιεινό κλίμα. Την ίδια ημέρα έστειλε στις Σπέτσες και την Ύδρα δύο πλοία με τρόφιμα και χρήματα για να εξασφαλιστεί η βασική διατροφή για τους φτωχότερους κατοίκους των δύο νησιών. Διόρισε τον αδελφό του, Βιάρο Καποδίστρια, Έκτακτο Επίτροπο της Υγείας για την Ύδρα. Ο Βιάρος αναχώρησε αμέσως μαζί με τον γιατρό Νικόλαο Καλογερόπουλο. Έλαβε πολύ αυστηρά μέτρα που παρέλυσαν το εμπόριο και οδήγησαν στην πρώτη σύγκρουση Υδραίων-Καποδίστρια.

Στις 3 Μαΐου η Κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι στην Πελοπόννησο, στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα και τη Σύρο δεν έχει εμφανιστεί κανένα κρούσμα. Την ίδια ημέρα η κυβέρνηση έλαβε επιστολή των προκρίτων της Ύδρας σύμφωνα με την οποία από τις 23 Απριλίου και έπειτα κανένα νέο κρούσμα δεν εμφανίστηκε, κανείς ασθενής δεν πέθανε, επιβίωσαν όλοι όσοι νοσηλεύτηκαν σε καραντίνα. Στις 4 Μαΐου επέστρεψε ο Βιάρος Καποδίστριας από την Ύδρα επιβεβαιώνοντας τα παραπάνω. Κανένα νέο κρούσμα, κανένας θάνατος στην Ύδρα από 23 Απριλίου μέχρι 3 Μαΐου. Το ίδιο και στις Σπέτσες, σύμφωνα με επιστολές του Ιωάννη Κωλέττη από εκεί. Στις 5 Μαΐου η Κυβέρνηση αποφάσισε να διατηρήσει τα υγειονομικά μέτρα προφύλαξης για αόριστο χρόνο, τηρώντας τα με μεγάλη αυστηρότητα, ιδιαίτερα στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ των δύο νησιών και της Πελοποννήσου.

Όμως η αρρώστια έπληξε μετά τη Μεθώνη και άλλα μέρη που βρίσκονταν ακόμα υπό αιγυπτιακό έλεγχο (όπως ο Πύργος Ηλείας). Ταυτόχρονα παρουσιάστηκαν κρούσματα στη Σαλαμίνα, τα Μέγαρα, τον Πόρο και την Χαλκίδα αλλά με αυστηρά μέτρα περιορίστηκαν αμέσως. Στις αρχές Αυγούστου ο Κυβερνήτης ανακοίνωσε την άρση των μέτρων και πέρασε το Ψήφισμα 15. Στα μέσα Δεκεμβρίου, όμως, η ασθένεια έπληξε την Αχαΐα, ξεκινώντας από τα Καλάβρυτα. Τον αποκλεισμό της περιοχής επέβαλε ο Κυβερνήτης με τη βοήθεια του γαλλικού στρατιωτικού σώματος, υπό τον στρατηγό Νικόλαο-Ιωσήφ Μαιζών. Τον επόμενο χρόνο, το 1829, τα κρούσματα ήταν ελάχιστα και περιορίστηκαν ακαριαία. Στον περιορισμό της επιδημίας συνέβαλλε καθοριστικά ένας φιλελεύθερος φιλέλληνας που είχε φτάσει ένα χρόνο νωρίτερα στην Ελλάδα, o ελβετός γιατρός Louis-André Gosse (1791-1873) από τη Γενεύη.

Πηγή: Protagon.gr

Ο Νεόφυτος Βάμβας (1776-1855)

Ο Νεόφυτος Βάμβας (Χίος 1776 – Αθήνα, 9 Ιανουαρίου 1855) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λόγιους και είναι ένας από τους λεγόμενους «Δασκάλους του Γένους», εκπρόσωπος του νεοελληνικού Διαφωτισμού. Είχε την πεποίθηση ότι η Αγία Γραφή έπρεπε να μεταφραστεί στη καθομιλουμένη, για να γίνει κτήμα του λαού, τη μετέφρασε αλλά αυτό τον έφερε αντιμέτωπο με σφοδρές συγκρούσεις που τελικά δεν επέτρεψαν στην προσπάθεια του να εδραιωθεί.

Ο Νεόφυτος Βάμβας
Ο Νεόφυτος Βάμβας

Ο Βίος του Νεοφύτου Βάμβα

Ο Νεόφυτος Βάμβας γεννήθηκε στη Χίο. Γονείς του ήταν ο Ισίδωρος και η Σταματούλα, που τους περιγράφει ο ίδιος ως «εκ γονέων πενήτων μέν, πλουσίων ὅμως εἰς εὐσέβειαν καί ἀρετήν». Αρχίζει τις σπουδές στη γενέτειρά του, τη Χίο και από νεαρή ηλικία εκδήλωσε αξιοσημείωτη φιλομάθεια. Εκτός από τη φιλολογία, τον ενδιέφεραν ιδιαίτερα η φιλοσοφία και οι θετικές επιστήμες. Συνεχίζει τις σπουδές του στη Σίφνο, όπου στα 1793 μεταβαίνει για να φοιτήσει στην ακμάζουσα εκεί σχολή με δάσκαλο τον Μισαήλ τον Πάτμιο. Εκεί φοιτά κάτω από μεγάλες στερήσεις και βοηθούμενος από ντόπιες οικογένειες αλλά και τους δασκάλους του. Γυρίζει στη Χίο και παρά τις αντιδράσεις των γονιών του πηγαίνει στην Πάτμο, όπου έχει ως δάσκαλό του τον Δανιήλ τον Κεραμέα. Η μονομερής όμως διδασκαλία του που επικεντρωνόταν μόνο στα ελληνικά δεν τον ικανοποιούσε κι έφυγε. Αρχικά σχεδιάζει να μεταβεί στην Πίζα της Ιταλίας, το ταξίδι όμως αναβάλλεται. Επανέρχεται στη Χίο, για να παρακολουθήσει τα μαθήματα του Δωρόθεου Πρώιου που δίδασκε και μαθηματικά. Το 1791 χειροτονείται ιεροδιάκονος. Ακολουθεί στα 1796 στην Κωνσταντινούπολη τον Δωρόθεο Πρώιο. Συνοδεύει τον Πρώιο στο Βουκουρέστι, πρωτεύουσα τότε της οθωμανικής Βλαχίας και σύντομα πάλι μαζί πίσω στην Κωνσταντινούπολη. Γίνεται δάσκαλος στην οικογένεια του Γεώργιου Μαυροκορδάτου και του Κωνσταντίνου Χατζερή, διερμηνέα του Οθωμανικού στόλου. Aκολουθεί και πάλι τον Πρώιο στην Βλαχία όταν τον παίρνει μαζί του ο Χατζερής. Το 1804 αποκεφαλίζεται ο Χατζερής κι ο Βάμβας επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί διδάσκει σε οικογένειες Φαναριωτών (της Ευφροσύνης Μαυροκορδάτου και του Κωνσταντίνου Σούτσου), ενώ συμμετέχει στη σύνταξη της «Κιβωτού», μεγάλου λεξικού της Ελληνικής γλώσσας που διεύθυνε ο Πρώιος και γίνεται μέλος του «Μουσείου του Γένους», σύμφωνα με ψήφισμα που είχε συντάξει ο Δωρόθεος Πρώιος, Σχολάρχης (το 1804) της Μεγάλης του Γένους Σχολής.

Ο Νεόφυτος Βάμβας και ο Αδαμάντιος Κοραής

Ο Νεόφυτος Βάμβας το 1808 πηγαίνει στο Παρίσι να διευρύνει τις σπουδές του και να βρει τον Αδαμάντιο Κοραή, αφού περάσει από τη Βιέννη, τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου, ταξίδι όχι εύκολο λόγω της κακής υγείας του και της έλλειψης χρημάτων. Στον Κοραή τον συστήνει ο Πασχάλης Βασιλείου, μαικήνας των γραμμάτων στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος στέλνει μια συστατική επιστολή στον αδελφό του Αλέξανδρο Βασιλείου, με σκοπό να μεσολαβήσει στον Αδαμάντιο Κοραή. Ο συμπατριώτης του από τη Χίο, του συμπαρίσταται οικονομικά και του χορηγεί 50 φράγκα το μήνα για να του διορθώνει τα κείμενα που γράφει. Στη Γαλλική πρωτεύουσα ο Νεόφυτος Βάμβας ασχολείται με τη σπουδή των θετικών επιστημών, τη φιλοσοφία και τα γράμματα. Παρακολουθεί μαθήματα του χημικού Thenard, του οποίου το βιβλίο «Traite de chimie elementaire» (πραγματεία στοιχειώδους Χημείας) (Παρίσι 1813-1816) θα μεταφράσει όταν βρεθεί σχολάρχης στη Χίο, χωρίς όμως να εκδώσει ποτέ, και του φιλοσόφου ελληνιστή Francois Thurot. Αλλά και ο ίδιος ο Βάμβας ζει από τη διδασκαλία της Ελληνικής και την εμπορία ταπήτων(χαλιών). Η σχέση του με τον Κοραή είναι στενή: συνεργάζονται στη διόρθωση της Γραμματικής του Buttmann την οποία είχε μεταφράσει ο Στέφανος Οικονόμος. Συχνά τρώνε μαζί οι δύο άντρες, λέει ο Κοραής σε επιστολή του προς τον Αλέξανδρο Βασιλείου στα 1810, «Τον λαμβάνω (ενν. τον Βάμβα) πολλάκις εις το πενιχρόν μου γεύμα, και μετά το γεύμα καμμιάν φορά και συνθεατήν των Ρακίνειων τραγωδιών εις το Γαλλικόν θέατρον» Ο Κοραής φροντίζει και καθοδηγεί τις σπουδές του νεαρού Βάμβα, του εξασφαλίζει τα μέσα του βιοπορισμού του, του παραστέκει στις πρώτες συγγραφικές του επιδόσεις. Το πρωτόλειο του Βάμβα, η Ρητορική, γράφεται στα γόνατα του Κοραή κι εδίδεται το 1813.

Το 1815 επιστρέφει στη Χίο κι ανέλαβε την διεύθυνση της τοπικής ανώτερης σχολής όπου συνέβαλε καθοριστικά ώστε να μειωθεί η επίδραση που άσκησε στην τοπική παιδεία επί δεκαετίες ο Αθανάσιος Πάριος (Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας εκ των ηγετών του κολυβάδικου κινήματος και αντιβολταιρικός).

Ο Νεόφυτος Βάμβας και η Ελληνική Επανάσταση

Αφού μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση, πήγε τον Απρίλιο του 1821 (πριν την καταστροφή της Χίου) στην Ύδρα, όπου με θέρμη παρότρυνε τους Υδραίους να εκστρατεύσουν στην ιδιαίτερη πατρίδα του, αφού στη Χίο υπήρχε αρκετός πλούτος και η επανάσταση θα ενισχυόταν οικονομικά. Οι αδερφοί Κουντουριώτηδες τον άκουσαν, ταλαντεύτηκαν αλλά δεν πείστηκαν. Η έκβαση αυτή έπληξε το κύρος του. «Η αποτυχημένη αυτή επιχείρηση πρέπει να μέτρησε πολύ στις μετέπειτα αποφάσεις του Βάμβα», σχολιάζει ο Μιχαηλάρης.

Στην Ύδρα ο Νεόφυτος Βάμβας εντυπωσιάστηκε από την προσωπικότητα του Δημητρίου Υψηλάντη και αποφάσισε να τον ακολουθήσει ως γραμματέας του στα μέτωπα των μαχών. Εκεί εμψύχωνε με τους λόγους του στα στρατόπεδα τους πολεμιστές, «προτρέπων τούς πάντας εἰς αὐταπάρνησιν καί ὁμόνοιαν». Διασώζεται ένα περιστατικό κατά το οποίο, ενώ βρισκόταν να αγορεύει τότε προς το πλήθος, «προέτρεπεν ἕνα ἕκαστον νά ἐκπληρώνῃ τό χρέος του»· κάποιοι όμως ραδιούργοι παραμόρφωσαν την τελευταία αυτή φράση του στο να «πληρώσῃ ἕκαστος τά χρέη του». Τούτο ήταν επόμενο να ερεθίσει το αγαθό πλήθος σε αποδοκιμασία, την οποία εκείνος υπέμεινε «μετ’ εὐαγγελικῆς πραότητος».

Απογοητευμένος από τις εμφύλιες διενέξεις και συντετριμμένος από το γεγονός της καταστροφής της πατρίδας του, αποφάσισε να αφοσιωθεί στο εκπαιδευτικό και συγγραφικό του έργο, με το οποίο ήταν περισσότερο εξοικειωμένος. Άφησε την Πελοπόννησο το 1822 και λόγῳ τρικυμίας βρέθηκε στη Μήλο μαζί με συγγενείς του που είχαν έρθει να τον βρουν μετά τη σφαγή της Χίου.

Τα επόμενα χρόνια εγκαταστάθηκε στα Επτάνησα, που τότε ήταν υπό αγγλική αρμοστεία. Αρχικά στην Κεφαλλονιά, όπου παρέμεινε για πέντε χρόνια, διδάσκοντας στη σχολή και κηρύττοντας στους ναούς. Το 1828 μετέβη στην Κέρκυρα, για να αναλάβει καθηγητής στην Ιόνιο Ακαδημία, που είχε ιδρύσει ο φιλέλληνας Φρέντερικ Νορθ (κόμης του Γκίλφορντ).

Ο Νεόφυτος Βάμβας στη Σύρο

Το 1833 ο Νεόφυτος Βάμβας αποδέχεται την πρόσκληση των Συριανών να αναλάβει τη διεύθυνση του πρώτου τοπικού Γυμνασίου. Οργάνωσε το δημόσιο Γυμνάσιο με πρότυπο τη σχολή της Χίου, αλλά με σύστημα εξαετούς φοιτήσεως. Πραγματοποίησε πληθώρα ομιλιών, δίδαξε φιλοσοφία και φιλολογία, εξέδωσε το βιβλίο του «Ἐσωτερικαί ἐνάργειαι τῆς ἐμπνεύσεως τῶν θείων γραφῶν» και συνέχισε τη μετάφραση της Αγίας Γραφής, είχε εμπνευστεί κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι.

Η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης ξεκίνησε στην Κέρκυρα και ολοκληρώθηκε στη Σύρο. Η απόδοση από το εβραϊκό κείμενο και όχι το καθιερωμένο των Εβδομήκοντα, η επιλογή να μεταφραστεί σε απλή γλώσσα και η συνεργασία του με την αγγλική Βιβλική Εταιρεία, προκάλεσαν αντιδράσεις από άλλους κληρικούς λογίους. Προχώρησε στη μετάφραση και της Καινής Διαθήκης.

Τα τελευταία χρόνια του Νεόφυτου Βάμβα

Το 1836 ο Νεόφυτος Βάμβας άφησε τη Σύρο και πήγε να εγκατασταθεί στον Πειραιά. Εκεί σκοπός του ήταν η υποστήριξη των συμπατριωτών του στη συγκρότηση του συνοικισμού τους και στη δημιουργία σχολείου. Πριν διοριστεί καθηγητής παρέδιδε κατ΄ οίκον μαθήματα. Διορίστηκε με βασιλικό διάταγμα της 24ης Απριλίου 1837 με την πρώτη ομάδα των τριάντα τεσσάρων καθηγητών, ως «τακτικός καθηγητής της φιλοσοφίας» και ανέλαβε σχολάρχης της Φιλοσοφικής Σχολής αφού «θεωρήθηκε υπερβολικά «ριζοσπάστης» για να διορισθεί στην Θεολογική. Ο Δημαράς αποδίδει τον διορισμό του στην ιδεολογική συγγένεια του με τον Κοραή, τον οποίο ο αντιβασιλέας Μάουρερ και ο υπουργός Δικαιοσύνης Κωνσταντίνος Σχινάς θαύμαζαν. Αργότερα έγινε πρύτανης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Χειροτονήθηκε Ορθόδοξος Αρχιμανδρίτης. Αξιόλογη ήταν η συγγραφική δράση του. Υπήρξε βασικός συντελεστής της Νεοελληνικής Μετάφρασης της Αγίας Γραφής (1850), η οποία προκάλεσε μεγάλη αντίδραση και έντονες προσωπικές επιθέσεις από τους υποστηρικτές της Ορθόδοξης παράδοσης με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Οικονόμο. Ο ίδιος υποστήριζε πως «όστις εμποδίζει την μετάφραση των γραφών κλείει την Βασιλεία του Θεού έμπροσθεν των ανθρώπων και υπόκειται εις «το Ουαί», εις το οποίο καταδίκασε ο Κύριος ημών τους Γραμματείς και Φαρισαίους».

Στο ζήτημα της απόσχισης της εκκλησίας της Ελλάδας από το  Οικουμενικό Πατριαρχείο υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής των ιδεών του Θεόκλητου Φαρμακίδη που ήταν υπέρ της απόσχισης, ανεπίσημα από το 1833 κι αναγνωρισμένη ως αυτοκέφαλη από το Πατριαρχείο το 1850.

Στή θέση του καθηγητή παρέμεινε μέχρι το 1854, συμμετέχοντας ενεργά στην ακαδημαϊκή ζωή. Δίδαξε φιλοσοφία και ρητορική, πραγματοποίησε πολλές ομιλίες, δημοσίευσε στον τύπο, διετέλεσε Κοσμήτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής και συνέχισε την έκδοση των βιβλίων του. Απεβίωσε στις αρχές του 1855 στην Αθήνα.

Το συγγραφικό έργο του Νεοφύτου Βάμβα

Κατά κύριο λόγο τα συγγράμματά του είναι «διδακτικά», ενώ πολυάριθμες είναι και οι ομιλίες του. Επίσης έχει κάνει και μεταφράσεις, ενώ δεν είναι λίγα και τα άρθρα του σε εφημερίδες. Επίσης ανέπτυξε και φιλολογία σχετική με την μετάφραση της Αγίας Γραφής-απολογητικά-υπερασπιστικά αυτής.