Τα Ψαρά

Τα Ψαρά είναι ένα μικρό νησάκι άγονο και αλίμενο έκτασης 42 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Αυτό το μικρό νησάκι, όμως, κατάφερε να αναδειχθεί σε σημαντική ναυτική και οικονομική δύναμη κατά το δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα.

Τα Ψαρά

Τα Ψαρά ήταν κατοικημένα από τους αρχαίους χρόνους. Εγκαταλείφθηκε όμως την βυζαντινή περίοδο. Τον 17ο αιώνα Έλληνες από την Εύβοια, την Θεσσαλομαγνησία, τη Δυτική Ήπειρο και αργότερα τη Χίο, που δεν μπορούσαν να ανεχτούν την τουρκική καταπίεση και αναζητούσαν καλύτερη τύχη, εγκαταστάθηκαν στα Ψαρά. Σύμφωνα με τον Νικόδημο, τον  ιστορικό του νησιού, ο πρώτος που εγκαταστάθηκε στα Ψαρά ήταν ο Ανδρέας ο Καναλιεύς, από τα Κανάλια, χωριό του Πηλίου, το 1643 μαζί με την οικογένεια του και 17 οπλοφόρους. Στο νησί υπήρχαν Οθωμανοί κάτοικοι που πουλούσαν τα κτήματα τους στον ολοένα και αυξανόμενο ελληνικό πληθυσμό και έφευγαν.

Στην αρχή οι Ψαριανοί καλλιέργησαν τη γη, αλλά όταν ο πληθυσμός αυξήθηκε γη παραγωγή δεν επαρκούσε και έτσι αναγκάστηκαν να στραφούν στη θάλασσα και στο εμπόριο. Κατασκεύασαν πλοιάρια (σακολέβες) και με κεφάλαια των Χιωτών και των Σμυρναίων ταξίδευαν στα παράλια της Μικράς Ασίας, στη Χίο, στη Λέσβο και τη Θεσσαλομαγνησία για να ανταλλάξουν τα δικά τους εμπορεύματα με άλλα πιο αναγκαία για την καθημερινή επιβίωση τους.

Γύρω στα 1740 το νησί, σύμφωνα με τον Άγγλο περιηγητή Richard Pococke, είχε περίπου 1.000 κατοίκους και στα 1785, σύμφωνα με το νεαρό Άγγλο γιατρό και περιηγητή Julius Griffiths, είχε 1.500 κατοίκους περίπου και καλοχτισμένα σπίτια. Ο Γάλλος βοηθός του προξένου, Auguste de Jassaud, γράφει ότι το νησί ήταν πετρώδες, υπήρχαν αμπελώνες, ελαιώνες, πορτοκαλεώνες και κήποι που καλλιεργούσαν οι γυναίκες. Υπήρχαν μοναστήρια εκκλησίες και στο νοτιοδυτικό τμήμα του 2.500 καλοχτισμένες και πολυόροφες κατοικίες, καταστήματα, καφενεία, μια πλούσια αγορά και ναυπηγεία, στα οποία είχαν κατασκευαστεί έως το 1802 περισσότερα από 150 πλοία. Οι Ψαριανοί για να προφυλαχθούν από πειρατικές επιδρομές έφτιαξαν ένα κάστρο, στο οποίο αποσύρονταν κάθε βράδυ με τα ζώα τους.

Εφαρμόζοντας δημοκρατική διοίκηση οι Ψαριανοί, έρχονταν κάθε χρόνο το Μάρτιο στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου και εξέλεγαν 40 άτομα από όλες τις κοινωνικές τάξεις, τα οποία αναδείκνυαν τους νέους δημογέροντες. Στη συνέλευση οι παλαιοί δημογέροντες έδιναν στους νέους τις σφραγίδες της διοίκησης που ήταν δύο, της Παναγίας και του Αγίου Νικολάου. Η πρώτη ήταν χωρισμένη σε τέσσερα κομμάτια και κάθε δημογέροντας έπαιρνε από ένα και για να σφραγιστεί ένα έγγραφο έπρεπε να είναι παρόντες και οι τέσσερις δημογέροντες. Οι δημογέροντες ασκούσαν τη διοίκηση, εκτελούσαν τις αποφάσεις της συνέλευσης, εισέπρατταν τους φόρους και δίκαζαν κοινές υποθέσεις των πολιτών.

Με αυτό το δημογεροντικό σύστημα διοικήθηκε το νησί ως το 1815, οπότε για να αντιμετωπιστούν οι φατρίες έναν διοικητή που εκλεγόταν επίσης κάθε χρόνο. Ο διοικητής ασκούσε την εκτελεστική εξουσία πάντοτε με την έγκριση των δημογερόντων. Τότε χώρισαν και την σφραγίδα της Παναγίας σε πέντε κομμάτια και έδωσαν το κεντρικό στο διοικητή. Ο θεσμός αυτός διατηρήθηκε ως το 1821, οπότε και συγκροτήθηκε η Βουλή των Ψαρών.

Εντυπωσιακό είναι ότι όλοι οι Ψαριανοί γνώριζαν ανάγνωση και γραφή, που τους δίδασκαν οι ιερείς, ενώ τους νεαρούς ναύτες μάθαιναν γράμματα οι μεγαλύτεροι σύντροφοι. Το πρώτο ελληνικό σχολείο στο νησί το σύστησε ο ιερομόναχος Γρηγόριος Μώρος και το 1806 με έξοδα του Ιωάννη Βαρβάκη χτίστηκε το σχολείο, το οποίο διατηρήθηκε ως την καταστροφή των Ψαρών.

Τα Ψαρά υπάγονταν κατ’ ευθείαν στον καπουδάν πασά. Έναντι του προνομίου της αυτοδιοίκησης που απολάμβαναν, ήταν υποχρεωμένοι να καλύπτουν έναν αριθμό ναυτών στον οθωμανικό στόλο, 50 έως 100 εν καιρώ ειρήνης και 200 εν καιρώ πολέμου. Αργότερα έστελναν ετερόχθονες και στο τέλος μόνο τα χρήματα για τη συντήρηση ενός τέτοιου σώματος. Με την υποχρεωτική αυτή υπηρεσία οι Ψαριανοί μάθαιναν την τέχνη του πολέμου.

Μετά τη συνθήκη του Πασάροβιτς του 1718 μεταξύ Βενετών και Τούρκων, που έφερε ειρήνη στο Αιγαίο, άρχισε να αναπτύσσεται η εμπορική ναυτιλία των Ψαρών και των άλλων νησιών, την οποία ενίσχυσε η Πύλη με τις πολλές διευκολύνσεις που παρείχε στους Έλληνες πλοιάρχους για να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό των ευρωπαϊκών κρατών.

Το νησάκι των Ψαρών εμφανίζεται για πρώτη φορά ως υπολογίσιμη δύναμη στο Αιγαίο κατά τη διάρκεια του πρώτου Ρωσοτουρκικού πολέμου (1769-1774). Τον Ιούνιο του 1770 μετά την ατυχή έκβαση του πολέμου στην Πελοπόννησο ο Αλέξιος Ορλόφ, ως αρχηγός του στόλου, έπλευσε προς το Αιγαίο και ξεσήκωσε πολλά νησιά. Οι Ψαριανοί αρχικά απέφευγαν να συμπράξουν με τους Ρώσους. Μετά τη ναυμαχία, όμως, του Τσεσμέ, όπου ο ρωσικός στόλος καταναυμάχησε τον οθωμανικό, ενθουσιάστηκαν με την ιδέα της μελλοντικής τους ελευθερίας και επαναστάτησαν.

Τότε μετέτρεψαν 25 σακολέβες, από τις 36 που διέθεταν, σε καταδρομικά και κατασκεύασαν και 46 μικρότερα πλοία, τις γαλιότες, που ήταν καταλληλότερα ως καταδρομικά.

Με τα πλοία τους άρχισαν τις καταδρομές στα παράλια της Μικράς Ασίας, της Μακεδονίας, της Συρίας, αλλά και σε ελληνικά νησιά, στη Χίο, στη Λέσβο και τη Λήμνο.

Μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (10 Ιουλίου 1774), με την οποία έληξε ο πρώτος Ρωσοτουρκικός πόλεμος, βρέθηκαν σε δύσκολη θέση οι Ψαριανοί. Οι εισηγήσεις όμως, του δραγουμάνου Νικολάου Μαυρογένη, στον καπουδάν πασά Χασάν μπέη, και κυρίως η κακή κατάσταση μετά τη ναυμαχία του Τσεσμέ του τουρκικού στόλου, που δεν μπορούσε να κάνει τίποτε εναντίον τους, συνετέλεσαν ώστε οι Ψαριανοί να αμνηστευτούν και να μην υποστούν καμία συνέπεια. Επωφελήθηκαν μάλιστα από τα πλεονεκτήματα της συνθήκης του 1774 εξασφάλισε στην Ρωσία, η οποία αναγνωρίστηκε ως προστάτιδα των χριστιανών υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με τη ρωσική σημαία, που διευκόλυνε τα ταξίδια τους, προώθησαν το εμπόριο τους  μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα και την Αδριατική.

Τα πλοία που χρησιμοποιήθηκαν μετά το 1774 ήταν οι σακολέβες, ενώ τις γαλιότες -τα καταδρομικά- τις κατέστρεψαν για να μην εγείρουν τις υποψίες των Τούρκων, οι οποίοι εξακολουθούσαν να δυσπιστούν απέναντι τους και να αποκαλούν τα Ψαρά «Κιουτσούκ Μάλτα», δηλαδή «Μικρή Μάλτα» και τους Ψαριανούς «χιρσίζ αντάμ» δηλαδή «κλέφτες».

Όταν ξέσπασε ο δεύτερος Ρωσοτουρκικός πόλεμος η Πύλη για να αποφύγει τη συμμετοχή των Ψαριανών απαίτησε από αυτούς να στείλουν στην Κωνσταντινούπολη να υπηρετήσουν στον οθωμανικό στόλο τα δύο μεγάλα πλοία των Μαρκή Μηλαΐτη και των αδελφών Μαμούτη.

Δεν επαναστάτησαν οι Ψαριανοί, αλλά δεν έλειψαν από το στόλο του Λάμπρου Κατσώνη. Μεταξύ των εθελοντών ήταν και ο Νικολής Αποστόλης, ο μετέπειτα ναύαρχος των Ψαρών. Μετά την ήττα του Κατσώνη κοντά στην Άνδρο από τον οθωμανικό στόλο, ενισχυμένο με αλγερινά πλοία, οι Τούρκοι συνέλαβαν πολλούς «λαμπρινούς» -όπως λέγονταν οι οπαδοί του Κατσώνη- μεταξύ των οποίων και δέκα Ψαριανούς, που εστάλησαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου και απαγχονίστηκαν. Με τη συνθήκη του Ιασίου με την οποία έληξε ο δεύτερος Ρωσοτουρκικός πόλεμος, διατηρήθηκαν τα προηγούμενα προνόμια των προηγούμενων συνθηκών.

Η μεγάλη οικονομική ανάπτυξη των Ψαρών σημειώθηκε μετά την έναρξη της Γαλλικής Επανάστασης. Η εξαφάνιση του βενετσιάνικου ναυτικού και η κάμψη του γαλλικού εμπορίου στην ανατολική Μεσόγειο δημιούργησαν ευνοϊκές συνθήκες για να κυριαρχήσουν οι Έλληνες ναυτικοί και έμποροι. Κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους τα Ψαρά συγκέντρωσαν τεράστια κέρδη μονοπωλώντας το εμπόριο των σιτηρών. Φόρτωναν σιτάρια από τη Μαύρη Θάλασσα και τα πουλούσαν σε υπέρογκες τιμές στα λιμάνια της Δυτικής Μεσογείου, διασπώντας τον αποκλεισμό που επέβαλλε ο αγγλικός στόλος.

Η συσσώρευση τόσης δύναμης και πλούτου στα Ψαρά, την Ύδρα και τις Σπέτσες την περίοδο της Τουρκοκρατίας οφείλεται στην ανάπτυξη του πνεύματος της συνεργασίας στη ναυτιλία και στο ναυτεμπόριο. 

Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα του απαιτούμενου κεφαλαίου για τη ναυπήγηση των πλοίων και τη διεξαγωγή του εμπορίου συνεταιρίζονταν κεφαλαιούχοι, ναυτικοί, ξυλουργοί, ξυλέμποροι, σχοινοποιοί, εργατοτεχνίτες και έμποροι τροφίμων. Μοιράζονταν έτσι το κόστος και τον κίνδυνο της ναυτιλίας, αλλά και τα τεράστια κέρδη που απέφερε το εμπόριο στη θάλασσα. Κύριοι παράγοντες των ναυτικών επιχειρήσεων ήταν οι κεφαλαιούχοι-πλοιοκτήτες, που τότε ονομάζονταν νοικοκυραίοι και καραβοκύρηδες, και οι ναύτες, που αποκαλούνταν σύντροφοι, ή συντροφοναύτες. Τα κέρδη χωρίζονταν σε τρία μερίδια, ένα έπαιρνε το πλοίο, ένα το πλήρωμα και το τρίτο οι κεφαλαιούχοι. Κατά την ίδια αναλογία επιμερίζονταν οι ζημιές.

Μετά την επικράτηση της ειρήνης το 1815 το ψαριανό ναυτικό εμπόριο υπέστη κάμψη γιατί σταμάτησε η κερδοσκοπία, οι τιμές μειώθηκαν και το αγγλικό και γαλλικό εμπόριο ξαναβγήκαν στη Μεσόγειο. Η οικονομική αυτή κρίση ίσως ένας από τους λόγους που επιτάχυναν την επανάσταση. Οι Ψαριανοί μετέτρεψαν τα εμπορικά πλοία τους σε πολεμικά και μπήκαν στον Αγώνα. 

Η γενοκτονία της Χίου (1822)

Σύμφωνα με τη Σύμβαση του ΟΗΕ, που εγκρίθηκε ομόφωνα από τη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού στις 12 Δεκεμβρίου 1948 και τέθηκε σε ισχύ στις 12 Ιανουαρίου 1951 όταν επικυρώθηκε από τον προβλεπόμενο αριθμό κρατών, ο όρος γενοκτονία σημαίνει: «την εκτέλεση ορισμένων ενεργειών με πρόθεση την καταστροφή -μερική ή ολική- μιας εθνικής, εθνολογικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας». Με βάση λοιπόν τα παραπάνω μπορεί το έγκλημα που συντελέστηκε στη Χίο το 1822 να χαρακτηριστεί ως «Η γενοκτονία της Χίου»;

Η γενοκτονία της Χίου
Η γενοκτονία της Χίου

Οι ενέργειες που συνιστούν γενοκτονία είναι: 1) ο φόνος μελών της ομάδας, 2) η προξένηση σοβαρής σωματικής ή διανοητικής βλάβης σε μέλη της ομάδας, 3) η σκόπιμη επιβολή στην ομάδα συνθηκών ζωής που υπολογίζεται να επιφέρουν τη φυσική της καταστροφή ολικώς ή μερικώς, 4) η επιβολή μέτρων με την πρόθεση αποτροπής τεκνογονίας εντός της ομάδας, 5) η βίαιη μεταφορά παιδιών της ομάδας σε άλλη ομάδα.

Το άρθρο 1 της Σύμβασης αναφέρει ότι «η γενοκτονία θεωρείται, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, διεθνές έγκλημα είτε διαπράττεται σε καιρό ειρήνης ή πολέμου» και τα κράτη μέλη του ΟΗΕ αναλαμβάνουν την υποχρέωση «να προλάβουν και να τιμωρήσουν» τη γενοκτονία.

Επίσης, τα κράτη-μέλη δεσμεύονται 1) να θεσπίσουν τους αναγκαίους νόμους με σκοπό να υλοποιήσουν τις πρόνοιες της, ιδιαίτερα όσον αφορά την αποτελεσματική τιμωρία,, 2) να δικάζουν τα άτομα που κατηγορούνται με τέτοια εγκλήματα στα αρμόδια εθνικά δικαστήρια, 3) να εκδίδουν τα άτομα αυτά, δεδομένου ότι οι πράξεις γενοκτονίας δεν θεωρούνται πολιτικά εγκλήματα.

Το άρθρο 4 της Σύμβασης διακηρύσσει ότι οι ένοχοι του εγκλήματος της γενοκτονίας θα τιμωρούνται είτε είναι συνταγματικά υπεύθυνοι άρχοντες, δημόσιοι λειτουργοί ή ιδιώτες.

Οι ακόλουθες πράξεις θεωρούνται επίσης κολάσιμες: συνωμοσία για διάπραξη γενοκτονίας, άμεση και δημόσια παρακίνηση για διάπραξη γενοκτονίας, απόπειρα διάπραξης γενοκτονίας και συνενοχή σε γενοκτονία.

Πάντως, σύμφωνα με όλα τα διεθνή δεδομένα και τα υπάρχοντα ντοκουμέντα (μαρτυρίες επιζώντων και η επιβεβαίωση τους από διπλωμάτες ξένων χωρών που υπηρετούσαν στη Χίο, και ξένων εφημερίδων και περιοδικών, καθώς και κορυφαίων ξένων δημιουργών -Ουγκώ, Ντελακρουά κ.α.), οι μαζικές σφαγές και οι λοιπές ενέργειες αιχμαλωσίας, αγοραπωλησίας κ.λ.π. των Ελλήνων της Χίου (γερόντων, γυναικοπαίδων, ακόμη και ασθενών και βρεφών) καθώς και άλλων περιοχών της Ελλάδας από τους Τούρκους υπεύθυνους, συνιστούν αναμφισβήτητα γενοκτονία.

Το εύλογο όμως ερώτημα είναι γιατί κάποιες χώρες και οι ηγεσίες τους αποφεύγουν να θίγουν τέτοια θέματα. Ίσως, οι ηγεσίες αυτών των χωρών να έχουν ενοχές για τα «εγκλήματα» του παρελθόντος και θέλουν με κάθε μέσο ν’ αποτρέψουν την αναβίωση εφιαλτικών αναμνήσεων και των ενδεχόμενων συνεπειών ηθικών και πολιτικών, αλλά ιδιαίτερα νομικών και οικονομικών.

Είναι, συνεπώς, κατανοητό το γεγονός ότι προφανώς εξαιτίας εξωτερικών πιέσεων, κάποιοι και στη χώρα μας είναι διστακτικοί στο να προβάλλουν το ζήτημα. Οπωσδήποτε, όμως, η καταδίκη σήμερα τέτοιων εγκλημάτων δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως καταδίκη των τωρινών ηγετών και της χώρας στην οποία ή από την οποία διαπράχθηκαν αυτά τα εγκλήματα τότε.

Όμως, κάποιοι αξιέπαινοι ηγέτες ορισμένων χωρών ζήτησαν συγνώμη για τα εγκλήματα της χώρας τους στο παρελθόν και αυτό αποδεικνύει το επίπεδο πολιτισμού τους και -το σπουδαιότερο- ότι τα παθήματα γίνονται μαθήματα ώστε οι τωρινές και οι επερχόμενες γενιές να μη γίνουν πάλι θύματα της νοσηρής νοοτροπίας εξαιτίας της οποίας η ανθρωπότητα έχει θρηνήσει πολλές δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπινες ψυχές, εκτός από τις υπόλοιπες τραγικές συνέπειες.

Πηγή: https://www.enet.gr

Ο Νεόφυτος Βάμβας (1776-1855)

Ο Νεόφυτος Βάμβας (Χίος 1776 – Αθήνα, 9 Ιανουαρίου 1855) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λόγιους και είναι ένας από τους λεγόμενους «Δασκάλους του Γένους», εκπρόσωπος του νεοελληνικού Διαφωτισμού. Είχε την πεποίθηση ότι η Αγία Γραφή έπρεπε να μεταφραστεί στη καθομιλουμένη, για να γίνει κτήμα του λαού, τη μετέφρασε αλλά αυτό τον έφερε αντιμέτωπο με σφοδρές συγκρούσεις που τελικά δεν επέτρεψαν στην προσπάθεια του να εδραιωθεί.

Ο Νεόφυτος Βάμβας
Ο Νεόφυτος Βάμβας

Ο Βίος του Νεοφύτου Βάμβα

Ο Νεόφυτος Βάμβας γεννήθηκε στη Χίο. Γονείς του ήταν ο Ισίδωρος και η Σταματούλα, που τους περιγράφει ο ίδιος ως «εκ γονέων πενήτων μέν, πλουσίων ὅμως εἰς εὐσέβειαν καί ἀρετήν». Αρχίζει τις σπουδές στη γενέτειρά του, τη Χίο και από νεαρή ηλικία εκδήλωσε αξιοσημείωτη φιλομάθεια. Εκτός από τη φιλολογία, τον ενδιέφεραν ιδιαίτερα η φιλοσοφία και οι θετικές επιστήμες. Συνεχίζει τις σπουδές του στη Σίφνο, όπου στα 1793 μεταβαίνει για να φοιτήσει στην ακμάζουσα εκεί σχολή με δάσκαλο τον Μισαήλ τον Πάτμιο. Εκεί φοιτά κάτω από μεγάλες στερήσεις και βοηθούμενος από ντόπιες οικογένειες αλλά και τους δασκάλους του. Γυρίζει στη Χίο και παρά τις αντιδράσεις των γονιών του πηγαίνει στην Πάτμο, όπου έχει ως δάσκαλό του τον Δανιήλ τον Κεραμέα. Η μονομερής όμως διδασκαλία του που επικεντρωνόταν μόνο στα ελληνικά δεν τον ικανοποιούσε κι έφυγε. Αρχικά σχεδιάζει να μεταβεί στην Πίζα της Ιταλίας, το ταξίδι όμως αναβάλλεται. Επανέρχεται στη Χίο, για να παρακολουθήσει τα μαθήματα του Δωρόθεου Πρώιου που δίδασκε και μαθηματικά. Το 1791 χειροτονείται ιεροδιάκονος. Ακολουθεί στα 1796 στην Κωνσταντινούπολη τον Δωρόθεο Πρώιο. Συνοδεύει τον Πρώιο στο Βουκουρέστι, πρωτεύουσα τότε της οθωμανικής Βλαχίας και σύντομα πάλι μαζί πίσω στην Κωνσταντινούπολη. Γίνεται δάσκαλος στην οικογένεια του Γεώργιου Μαυροκορδάτου και του Κωνσταντίνου Χατζερή, διερμηνέα του Οθωμανικού στόλου. Aκολουθεί και πάλι τον Πρώιο στην Βλαχία όταν τον παίρνει μαζί του ο Χατζερής. Το 1804 αποκεφαλίζεται ο Χατζερής κι ο Βάμβας επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί διδάσκει σε οικογένειες Φαναριωτών (της Ευφροσύνης Μαυροκορδάτου και του Κωνσταντίνου Σούτσου), ενώ συμμετέχει στη σύνταξη της «Κιβωτού», μεγάλου λεξικού της Ελληνικής γλώσσας που διεύθυνε ο Πρώιος και γίνεται μέλος του «Μουσείου του Γένους», σύμφωνα με ψήφισμα που είχε συντάξει ο Δωρόθεος Πρώιος, Σχολάρχης (το 1804) της Μεγάλης του Γένους Σχολής.

Ο Νεόφυτος Βάμβας και ο Αδαμάντιος Κοραής

Ο Νεόφυτος Βάμβας το 1808 πηγαίνει στο Παρίσι να διευρύνει τις σπουδές του και να βρει τον Αδαμάντιο Κοραή, αφού περάσει από τη Βιέννη, τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου, ταξίδι όχι εύκολο λόγω της κακής υγείας του και της έλλειψης χρημάτων. Στον Κοραή τον συστήνει ο Πασχάλης Βασιλείου, μαικήνας των γραμμάτων στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος στέλνει μια συστατική επιστολή στον αδελφό του Αλέξανδρο Βασιλείου, με σκοπό να μεσολαβήσει στον Αδαμάντιο Κοραή. Ο συμπατριώτης του από τη Χίο, του συμπαρίσταται οικονομικά και του χορηγεί 50 φράγκα το μήνα για να του διορθώνει τα κείμενα που γράφει. Στη Γαλλική πρωτεύουσα ο Νεόφυτος Βάμβας ασχολείται με τη σπουδή των θετικών επιστημών, τη φιλοσοφία και τα γράμματα. Παρακολουθεί μαθήματα του χημικού Thenard, του οποίου το βιβλίο «Traite de chimie elementaire» (πραγματεία στοιχειώδους Χημείας) (Παρίσι 1813-1816) θα μεταφράσει όταν βρεθεί σχολάρχης στη Χίο, χωρίς όμως να εκδώσει ποτέ, και του φιλοσόφου ελληνιστή Francois Thurot. Αλλά και ο ίδιος ο Βάμβας ζει από τη διδασκαλία της Ελληνικής και την εμπορία ταπήτων(χαλιών). Η σχέση του με τον Κοραή είναι στενή: συνεργάζονται στη διόρθωση της Γραμματικής του Buttmann την οποία είχε μεταφράσει ο Στέφανος Οικονόμος. Συχνά τρώνε μαζί οι δύο άντρες, λέει ο Κοραής σε επιστολή του προς τον Αλέξανδρο Βασιλείου στα 1810, «Τον λαμβάνω (ενν. τον Βάμβα) πολλάκις εις το πενιχρόν μου γεύμα, και μετά το γεύμα καμμιάν φορά και συνθεατήν των Ρακίνειων τραγωδιών εις το Γαλλικόν θέατρον» Ο Κοραής φροντίζει και καθοδηγεί τις σπουδές του νεαρού Βάμβα, του εξασφαλίζει τα μέσα του βιοπορισμού του, του παραστέκει στις πρώτες συγγραφικές του επιδόσεις. Το πρωτόλειο του Βάμβα, η Ρητορική, γράφεται στα γόνατα του Κοραή κι εδίδεται το 1813.

Το 1815 επιστρέφει στη Χίο κι ανέλαβε την διεύθυνση της τοπικής ανώτερης σχολής όπου συνέβαλε καθοριστικά ώστε να μειωθεί η επίδραση που άσκησε στην τοπική παιδεία επί δεκαετίες ο Αθανάσιος Πάριος (Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας εκ των ηγετών του κολυβάδικου κινήματος και αντιβολταιρικός).

Ο Νεόφυτος Βάμβας και η Ελληνική Επανάσταση

Αφού μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση, πήγε τον Απρίλιο του 1821 (πριν την καταστροφή της Χίου) στην Ύδρα, όπου με θέρμη παρότρυνε τους Υδραίους να εκστρατεύσουν στην ιδιαίτερη πατρίδα του, αφού στη Χίο υπήρχε αρκετός πλούτος και η επανάσταση θα ενισχυόταν οικονομικά. Οι αδερφοί Κουντουριώτηδες τον άκουσαν, ταλαντεύτηκαν αλλά δεν πείστηκαν. Η έκβαση αυτή έπληξε το κύρος του. «Η αποτυχημένη αυτή επιχείρηση πρέπει να μέτρησε πολύ στις μετέπειτα αποφάσεις του Βάμβα», σχολιάζει ο Μιχαηλάρης.

Στην Ύδρα ο Νεόφυτος Βάμβας εντυπωσιάστηκε από την προσωπικότητα του Δημητρίου Υψηλάντη και αποφάσισε να τον ακολουθήσει ως γραμματέας του στα μέτωπα των μαχών. Εκεί εμψύχωνε με τους λόγους του στα στρατόπεδα τους πολεμιστές, «προτρέπων τούς πάντας εἰς αὐταπάρνησιν καί ὁμόνοιαν». Διασώζεται ένα περιστατικό κατά το οποίο, ενώ βρισκόταν να αγορεύει τότε προς το πλήθος, «προέτρεπεν ἕνα ἕκαστον νά ἐκπληρώνῃ τό χρέος του»· κάποιοι όμως ραδιούργοι παραμόρφωσαν την τελευταία αυτή φράση του στο να «πληρώσῃ ἕκαστος τά χρέη του». Τούτο ήταν επόμενο να ερεθίσει το αγαθό πλήθος σε αποδοκιμασία, την οποία εκείνος υπέμεινε «μετ’ εὐαγγελικῆς πραότητος».

Απογοητευμένος από τις εμφύλιες διενέξεις και συντετριμμένος από το γεγονός της καταστροφής της πατρίδας του, αποφάσισε να αφοσιωθεί στο εκπαιδευτικό και συγγραφικό του έργο, με το οποίο ήταν περισσότερο εξοικειωμένος. Άφησε την Πελοπόννησο το 1822 και λόγῳ τρικυμίας βρέθηκε στη Μήλο μαζί με συγγενείς του που είχαν έρθει να τον βρουν μετά τη σφαγή της Χίου.

Τα επόμενα χρόνια εγκαταστάθηκε στα Επτάνησα, που τότε ήταν υπό αγγλική αρμοστεία. Αρχικά στην Κεφαλλονιά, όπου παρέμεινε για πέντε χρόνια, διδάσκοντας στη σχολή και κηρύττοντας στους ναούς. Το 1828 μετέβη στην Κέρκυρα, για να αναλάβει καθηγητής στην Ιόνιο Ακαδημία, που είχε ιδρύσει ο φιλέλληνας Φρέντερικ Νορθ (κόμης του Γκίλφορντ).

Ο Νεόφυτος Βάμβας στη Σύρο

Το 1833 ο Νεόφυτος Βάμβας αποδέχεται την πρόσκληση των Συριανών να αναλάβει τη διεύθυνση του πρώτου τοπικού Γυμνασίου. Οργάνωσε το δημόσιο Γυμνάσιο με πρότυπο τη σχολή της Χίου, αλλά με σύστημα εξαετούς φοιτήσεως. Πραγματοποίησε πληθώρα ομιλιών, δίδαξε φιλοσοφία και φιλολογία, εξέδωσε το βιβλίο του «Ἐσωτερικαί ἐνάργειαι τῆς ἐμπνεύσεως τῶν θείων γραφῶν» και συνέχισε τη μετάφραση της Αγίας Γραφής, είχε εμπνευστεί κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι.

Η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης ξεκίνησε στην Κέρκυρα και ολοκληρώθηκε στη Σύρο. Η απόδοση από το εβραϊκό κείμενο και όχι το καθιερωμένο των Εβδομήκοντα, η επιλογή να μεταφραστεί σε απλή γλώσσα και η συνεργασία του με την αγγλική Βιβλική Εταιρεία, προκάλεσαν αντιδράσεις από άλλους κληρικούς λογίους. Προχώρησε στη μετάφραση και της Καινής Διαθήκης.

Τα τελευταία χρόνια του Νεόφυτου Βάμβα

Το 1836 ο Νεόφυτος Βάμβας άφησε τη Σύρο και πήγε να εγκατασταθεί στον Πειραιά. Εκεί σκοπός του ήταν η υποστήριξη των συμπατριωτών του στη συγκρότηση του συνοικισμού τους και στη δημιουργία σχολείου. Πριν διοριστεί καθηγητής παρέδιδε κατ΄ οίκον μαθήματα. Διορίστηκε με βασιλικό διάταγμα της 24ης Απριλίου 1837 με την πρώτη ομάδα των τριάντα τεσσάρων καθηγητών, ως «τακτικός καθηγητής της φιλοσοφίας» και ανέλαβε σχολάρχης της Φιλοσοφικής Σχολής αφού «θεωρήθηκε υπερβολικά «ριζοσπάστης» για να διορισθεί στην Θεολογική. Ο Δημαράς αποδίδει τον διορισμό του στην ιδεολογική συγγένεια του με τον Κοραή, τον οποίο ο αντιβασιλέας Μάουρερ και ο υπουργός Δικαιοσύνης Κωνσταντίνος Σχινάς θαύμαζαν. Αργότερα έγινε πρύτανης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Χειροτονήθηκε Ορθόδοξος Αρχιμανδρίτης. Αξιόλογη ήταν η συγγραφική δράση του. Υπήρξε βασικός συντελεστής της Νεοελληνικής Μετάφρασης της Αγίας Γραφής (1850), η οποία προκάλεσε μεγάλη αντίδραση και έντονες προσωπικές επιθέσεις από τους υποστηρικτές της Ορθόδοξης παράδοσης με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Οικονόμο. Ο ίδιος υποστήριζε πως «όστις εμποδίζει την μετάφραση των γραφών κλείει την Βασιλεία του Θεού έμπροσθεν των ανθρώπων και υπόκειται εις «το Ουαί», εις το οποίο καταδίκασε ο Κύριος ημών τους Γραμματείς και Φαρισαίους».

Στο ζήτημα της απόσχισης της εκκλησίας της Ελλάδας από το  Οικουμενικό Πατριαρχείο υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής των ιδεών του Θεόκλητου Φαρμακίδη που ήταν υπέρ της απόσχισης, ανεπίσημα από το 1833 κι αναγνωρισμένη ως αυτοκέφαλη από το Πατριαρχείο το 1850.

Στή θέση του καθηγητή παρέμεινε μέχρι το 1854, συμμετέχοντας ενεργά στην ακαδημαϊκή ζωή. Δίδαξε φιλοσοφία και ρητορική, πραγματοποίησε πολλές ομιλίες, δημοσίευσε στον τύπο, διετέλεσε Κοσμήτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής και συνέχισε την έκδοση των βιβλίων του. Απεβίωσε στις αρχές του 1855 στην Αθήνα.

Το συγγραφικό έργο του Νεοφύτου Βάμβα

Κατά κύριο λόγο τα συγγράμματά του είναι «διδακτικά», ενώ πολυάριθμες είναι και οι ομιλίες του. Επίσης έχει κάνει και μεταφράσεις, ενώ δεν είναι λίγα και τα άρθρα του σε εφημερίδες. Επίσης ανέπτυξε και φιλολογία σχετική με την μετάφραση της Αγίας Γραφής-απολογητικά-υπερασπιστικά αυτής.