Ο Ιανός Λάσκαρις (1445-1534)

Ο Ιανός Λάσκαρις (βαπτιστικό όνομα Ιωάννης) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και πέθανε στη Ρώμη. Βυζαντινός λόγιος, συγγραφέας με έμφαση στα επιγράμματα, διπλωμάτης, πρεσβευτής της Γαλλίας στη Βενετία. Σύμφωνα με τον Έρασμο η φιλολογική του παραγωγή θα ήταν μεγαλύτερη αν οι συχνές του πρεσβείες και οι ασχολίες του για τα πράγματα δεν τον είχαν απομακρύνει από τις Μούσες.

Ο Ιανός Λάσκαρις
Ο Ιανός (Ιωάννης) Λάσκαρις

Ο φιλόλογος Ιανός Λάσκαρις

Οι σύγχρονοι του τον αναφέρουν ως Ρυνδακηνό, όχι γιατί γεννήθηκε στη Ρύνδακο, πολίχνη της Προποντίδας, αλλά διότι οι πρόγονοι του κατοικούσαν εκεί ή κατάγονταν από εκεί. όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη ήταν 8 ετών. Τα πρώτα του χρόνια τα πέρασε εκεί. Μετά οδηγήθηκε στην Κρήτη και από εκεί στη Βενετία, με εντολή του καρδιναλίου Βησσαρίωνα. Η Βενετία ήταν ακόμη το δεύτερο Βυζάντιο, ο δε Βησσαρίων είχε συγκεντρώσει γύρω του κύκλο λογίων, γνωστό, ως «Ακαδημία του Βησσαρίωνα». Το 1463 ο Βησσαρίων ορίζεται αποστολικός απεσταλμένος του πάπα στη Βενετία, κηρύσσοντας σταυροφορία κατά των Τούρκων. Με εντολή του μεγάλου αυτού κληρικού ο νεαρός Ιανός Λάσκαρις αποστέλλεται στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβας, όπου δίδασκε ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, ο οποίος υπήρξε διδάσκαλος και προστάτης. Έμεινε εκεί μέχρι το 1472. Ο θάνατος του Βησσαρίωνα υπήρξε πλήγμα όχι μόνο για τον Λάσκαρι, αλλά για όλους τους Έλληνες υπήρξε εθνικό πένθος.

Ο Ιανός Λάσκαρις ήταν τότε 28 ετών και αναχώρησε για τη Φλωρεντία, στην αυλή του Λαυρέντιου του Μεγαλοπρεπούς. Το 1360 η σύγκλητος της Φλωρεντίας είχε ιδρύσει έδρα ελληνικών σπουδών -η πρώτη έδρα ελληνικής όχι μόνο στην Ιταλία αλλά και σε όλη τη Δυτική Ευρώπη. Ο πρώτος καθηγητής ήταν ο Λεόντιος Πιλάτος, διδάσκαλος του Πετράρχη και του Βοκάκιου, αλλά και γνωστός μεταφραστής στη λατινική της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Το Πανεπιστήμιο εκείνο οργανώθηκε από τον Μανουήλ Χρυσολωρά.

Με την άνοδο του οίκου των Μεδίκων αρχίζει καινούργια εποχή. Η μόδα είναι η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας. Ο Ιανός Λάσκαρις ανοίγει Φροντιστήριο στη Φλωρεντία και έχει σωθεί ένα από τα πρώτα του μαθήματα. Στο μάθημα αυτό ο Λάσκαρις ήθελε να αποδείξει ότι ο πολιτισμός των Ρωμαίων κτίστηκε πάνω στα ίχνη του ελληνικού πολιτισμού. Στην πρωτεύουσα της Τοσκάνης έμεινε πάνω από 20 χρόνια.

Ένας από τους γνωστούς μαθητές του ήταν ο Μάρκος Μουσούρος, ο οποίος είχε έρθει στη Φλωρεντία 1486. Ο Λαυρέντιος ο Μεγαλοπρεπής, παρά τις οικονομικές του δυσκολίες, δαπανούσε 30.000 δουκάτα για την αγορά χειρογράφων και την αμοιβή των αντιγραφέων και ο Λάσκαρις κλήθηκε να διευθύνει τη περίφημη Λαυρεντιανή Βιβλιοθήκη. Ο Ιανός Λάσκαρις στάλθηκε στην ελληνική Ανατολή για την αναζήτηση ελληνικών χειρογράφων. Ο Ιανός Λάσκαρις έκανε δύο ταξίδια στην Ελλάδα και κατέγραψε σε πίνακα τους συγγραφείς που έπρεπε να αναζητήσει. Σε άλλο πίνακα ο Λάσκαρις κατέγραψε τους τόπους και τα πρόσωπα που έπρεπε να επισκεφθεί.

Ο Ιανός Λάσκαρις στη Γαλλία

Ενώ ο Λάσκαρις απασχολείται με τη διοργάνωση της Βιβλιοθήκης, μεγάλα γεγονότα διαδραματίζονται στην Ιταλική χερσόνησο, τα οποία διαταράσσουν την ηρεμία του μεγάλου σοφού. Κατά το Μεσαίωνα ως απελευθερωτές του Πανάγιου Τάφου θεωρούσαν τους Γάλλους βασιλείς και σε αυτούς προσέτρεχαν σε βοήθεια οι Ρωμαίοι Πάπες. Ο Γάλλος βασιλιάς Κάρολο Η’ στο δρόμο για τον Πανάγιο Τάφο εισήλθε στη Φλωρεντία το 1494. Ο Πάπας, φοβούμενος την εμφάνιση του Γάλλου βασιλιά, έκανε ανοίγματα προς τον σουλτάνο. Ακολούθησε μαι σειρά επιστολών μεταξύ Πάπα και Σουλτάνου. Οι επιστολές κατασχέθηκαν και στάλθηκαν στον Κάρολο τον Η’ στη Φλωρεντία. Δεδομένου ότι ήταν γραμμένες στην τουρκική γλώσσα. Για να αποδειχθεί η γνησιότητα των επιστολών η μετάφραση βεβαιώθηκε από συμβολαιογράφο και χρησιμοποιήθηκαν τρεις πολύγλωσσοι μεταφραστές, ανάμεσα τους και ο Ιανός Λάσκαρις. Ο τελευταίος χρησιμοποιήθηκε λόγω της συμπάθειας του προς τα γαλλικά συμφέροντα, αλλά και για την γνώση της τουρκικής.

Ο Κάρολος Η’ αναχώρησε για τη Νεάπολη, αφού ο Πάπας επικύρωσε τα δικαιώματα του πάνω στο βυζαντινό θρόνο, που ήταν και ο βασικός στόχος του Γάλλου βασιλιά. Μετά την αναχώρηση των Γάλλων οι Μέδικοι έχασαν την εξουσία και ανέλαβε ο καλόγερος Σαβοναρόλα, άνθρωπος διακείμενος εχθρικά προς τα κλασικά γράμματα. Ο Ιανός Λάσκαρις είχε ανάγκη από καινούργιο μαικήνα. Γνώριζε τα σχέδια του Γάλλου βασιλιά και την αγάπη του για τα γράμματα και στρέφεται στην Γαλλία.

Οι γαλλικοί πνευματικοί κύκλοι έβλεπαν στο πρόσωπο του Λάσκαρι όχι μόνο τον εκφραστή της Αναγέννησης αλλά και τον άμεσο κληρονόμο μιας νέας αντίληψης για την Αρχαιότητα. Δεν ήταν μόνο γόνος επιφανούς βυζαντινής αυτοκρατορικής οικογένειας, αλλά και το ζωντανό παράδειγμα της ελληνικής παράδοσης. Πέρα από τις σχέσεις με τους λογίους της γαλλικής αυλής, συνδέεται με το διπλωματικό σώμα, πράγμα που εξηγεί τη μετέπειτα διπλωματική του καριέρα.

Ο νεαρός Γάλλος βασιλιάς πέθανε ξαφνικά το 1498. Νέος βασιλιάς ήταν ο Λουδοβίκος ΙΒ’. Ο διάδοχος χρησιμοποιεί τον Λάσκαρι και σε άλλες θέσεις και τότε αρχίζει η διπλωματική του πορεία. Ο τουρκικός κίνδυνος διαφάνηκε και πάλι και ο Λουδοβίκος ΙΒ’ εισβάλλει δύο φορές στη βόρεια Ιταλία και καταλαμβάνει το Μιλάνο. Ο Λάσκαρις τον ακολουθεί. Φαίνεται ότι εκεί συνάντησε και το φίλο το Μάρκο Μουσούρο και συνομίλησαν για τις ελληνικές σπουδές.

Ο Ιανός Λάσκαρις επιστρέφοντας στη Γαλλία απασχολείται με τις πρώτες μεταφράσεις των κειμένων του Πλουτάρχου. Ο Πλούταρχος έως τότε ήταν άγνωστος στη Δύση και τον σύστησαν στους Δυτικούς λόγιους οι Έλληνες λόγιοι του Βυζαντίου. Το 1504 ο Λάσκαρις με επιστολή του στον Άλδο Μανούτιο, γραμμένη στα ιταλικά, τον ενθαρρύνει στις εκδόσεις για τους Έλληνες συγγραφείς. Προσπαθεί να πείσει τον Μανούτιο για τη σπουδαιότητα των Ελλήνων συγγραφέων, οι οποίοι, προς απογοήτευση των ελληνιστών, δεν βρίσκονταν σε αφθονία.

Στόχος του Ιανού Λάσκαρι, όπως και του Βησσαρίωνα, ήταν η απελευθέρωση του Βυζαντίου από τους Τούρκους εν είδει σταυροφορίας. Το 1501 οι συνομιλίες του εν όψει του πολέμου κατά των απίστων επαναλαμβάνονται και ο Γάλλος βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΒ’, με τη βοήθεια της Βενετίας και του βασιλιά της Ουγγαρίας, στέλνει δύο στόλους στο Αιγαίο, εκ των οποίων ο ένας αποτυγχάνει μπροστά τη Μυτιλήνη.

Η Γαλλία έχει ανάγκη περαιτέρω σύσφιξης των σχέσεων με τη Βενετία και ο Ιανός Λάσκαρις αποστέλλεται πρεσβευτής στη Βενετία. Εκεί έμεινε δύο μήνες, διότι οι Βενετοί έμειναν ουδέτεροι μην επιθυμώντας να εμπλακούν στις διαμάχες των μεγάλων δυνάμεων της εποχής.

Επιγράμματα του Ιανού Λάσκαρι

Ο Ιανός Λάσκαρις συνεργάστηκε με τον Γκιγιόμ Μπιντέ (Βουδαίος) για την μεταφορά ελληνικών χειρογράφων από το Μπλουά στην πόλη του Φοντενεμπλό. Ο Μπιντέ ήταν ο επίσημος βιβλιοθηκάριος και ο Λάσκαρις ο βοηθός του. Υπάρχει επίγραμμα μνημείο της συνεργασίας των δύο μεγάλων φιλολόγων: «Του Αυγούστου, σαν τον Βάρρωνα, τη βιβλιοθήκη αυξάνει ο Βουδαίος με την προσφορά της Παλλάδας/ και οι δύο είναι σοφοί και ο κριτής αυτός είναι δικαιότερος εκείνου/ ο οποίος αυξάνει τις ελληνικές φωνές, ενώ εκείνος τις αφαιρούσε». Ο Λάσκαρις είχε την ευκαιρία να συνομιλεί με το βασιλιά Φραγκίσκο και του δώρισε μαι υδρόγειο σφαίρα και ένα μανδύα με το εξής επίγραμμα: «Το πέπλο αυτό που κατασκευάστηκε με επιμέλεια από ελληνικό χέρι, έργο της Αθηνάς, αφού το δεχθείς, βασιλιά του Παρισιού, να το ζωστείς, γιατί εάν σε αγγίξω, όμοιο όπως είμαι με το στολίδι της Αριάδνης θα λάμψω στον ουρανό».

Ο Ιανός Λάσκαρις πέθανε το 1534 στη Ρώμη. Τάφηκε στην εκκλησία της Αγίας Αγάθης. Στον τάφο του γράφτηκε επίγραμμα το οποίο είχε συνθέσει ο ίδιος, με επίγραμμα για τη γυναίκα του, Κατερίνα Ράλλη, που πέθανε αργότερα. Το επίγραμμα είναι το εξής: «Σε ξένη γη θάφτηκε ο Λάσκαρις. Μάθε ότι δεν λυπάται για τη φιλοξενία αυτή. Τη βρήκε γλυκιά. Ο πόνος είναι ότι η πατρίδα δεν δίνει πια ελεύθερο χώμα για την ταφή των Ελλήνων». Η μεγάλη θλίψη για την απώλεια του μεγαλύτερου Έλληνα φιλολόγου στη Δύση γίνεται αντιληπτή από στίχους που έγραψαν διάφοροι λόγιοι.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Μάρκος Μουσούρος (1470-1517)

Ο Μάρκος Μουσούρος (Ηράκλειο, 1470 – Ρώμη, 24 Οκτωβρίου 1517) ήταν Έλληνας λόγιος, εκδότης, άνθρωπος των γραμμάτων κι ένας από τους σημαντικότερους φιλολόγους της Αναγέννησης για τον οποίο ο Έρασμος, που ήταν μαθητής του, έγραψε: «...άνδρας πολυμαθέστατος και πανεπιστήμων, κλειδοκράτωρ της ελληνικής γλώσσας και θαυμάσιος ειδήμων της λατινικής φωνής...».

Ο Μάρκος Μουσούρος
Χαλκογραφία με το Μάρκο Μουσούρο

Ο Μάρκος Μουσούρος από την Κρήτη στην Βενετία

Ο Μάρκος Μουσούρος γεννήθηκε στο Ηράκλειο και πέθανε στη Ρώμη. Από μικρός είχε δείξει την κλίση του στα γράμματα και αρχικά σπούδασε την ελληνική γλώσσα στο σχολείο της Αγίας Αικατερίνης του Σινά, στον Χάνδακα. Το 1486 πήγε στη Φλωρεντία όπου σπούδασε δίπλα στο Ιανό Λάσκαρι. Τα ελληνικά και τα λατινικά τα έμαθε σε εκπληκτικό βαθμό τελειότητας. Επανήλθε για λίγο καιρό στην Κρήτη, αλλά το 1494 είχε επιστρέψει στην Ιταλία και συγκεκριμένα στη Βενετία. Εκεί γνώρισε τον εκδότη-τυπογράφο Άλδο Μανούτιο, ο οποίος εκτίμησε τις γνώσεις του νεαρού Μάρκου Μουσούρου και τον προσέλαβε ως βοηθό του και επιστημονικό συνεργάτη στα έργα που εξέδιδε στο τυπογραφείο του. Λίγα χρόνια αργότερα ο Μουσούρος είχε αποκτήσει αρκετή εμπειρία και το 1497 δημοσιεύτηκε το Dictionarium graegorum copiosissimum με επίγραμμα του Μουσούρου. Το επόμενο έτος δημοσιεύτηκαν με επιστασία του Μουσούρου εννέα κωμωδίες του Αριστοφάνη και το Μάρτιο του 1499, σε δύο τόμους, οι Έλληνες Επιστολογράφοι. Το έργο περιελάμβανε μια συλλογή επιστολών που αποδίδονταν σε είκοσι έξι κλασικούς και πρώιμους χριστιανούς συγγραφείς.

Πλέον, η φήμη του Μάρκου Μουσούρου ως εκδότη επιστημονικού επόπτη και γνώστη της αρχαίας ελληνικής και της λατινικής γλώσσας άρχισε να διαδίδεται έξω από τη Βενετία, σε όλη την ουμανιστική Ιταλία. Στις αρχές του 1500, έπειτα από σύσταση του Άλδου Μανούτιου, πήγε στο Κάρπι, μια κωμόπολη κοντά στη Φερράρα και δίδαξε ελληνικά και λατινικά τον δούκα Αλμπέρτο Πίο, ο οποίος έκτοτε έγινε στενός του φίλος. Η ήσυχη ζωή σε αυτή την κωμόπολη γρήγορα έκανε τον Μάρκο Μουσούρο να επιθυμήσει πάλι την κοσμοπολίτικη Βενετία, στην οποία και επέστρεψε σύντομα. Αυτήν την εποχή είχε ιδρυθεί από τους Άλδο Μανούτιο, Ιωάννη Γρηγορόπουλο και Σκιπίωνα Καρτερόμαχο η λεγόμενη Νέα Ακαδημία, η οποία ήταν μια εταιρεία λογίων της Βενετίας για την προαγωγή των ελληνικών σπουδών. Εκεί πήγαινε αρκετές φορές και Μουσούρος και δίδασκε αρκετά συχνά τα ελληνικά. Μέλη της Ακαδημίας αυτής ήταν περίπου σαράντα Έλληνες και Ιταλοί ουμανιστές και όλοι μιλούσαν τα ελληνικά. Η εταιρεία είχε σκοπό, πέρα από τα άλλα, τη μελέτη των εκδόσεων των αρχαίων συγγραφέων.

Στη Βενετία ο Μουσούρος άρχισε να αποκτά φιλίες με μέλη της ανώτερης κοινωνικής τάξης. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να εκτιμηθούν ακόμη περισσότερο οι εξαιρετικές του ικανότητες από αυτήν την ίδια τη διοίκηση της Βενετίας. Έτσι η Βενετική Γερουσία του απένειμε το αξίωμα «Publica Graecarum Literarum Officina» το 1503. Στην ουσία επρόκειτο για το αξίωμα του Λογοκριτού για τα ελληνικά βιβλία που τυπώνονταν στη Βενετία, σύμφωνα με το οποίο κάθε ελληνικό βιβλίο που εκδιδόταν στη Βενετία και στις κτήσεις της έπρεπε να έχει την έγκριση του ότι ήταν σύμφωνο με τη θρησκεία και την ηθική. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1516.

Το 1503-1504 ο Άλδος Μανούτιος εξέδωσε δεκαεπτά τραγωδίες του Ευριπίδη των οποίων την έκδοση επιμελήθηκε ο Μάρκος Μουσούρος. Η Βενετική Γερουσία τον διόρισε καθηγητή της ελληνικής γλώσσας στη Βενετία και αργότερα καθηγητή των ελληνικών γραμμάτων στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβας. Εκεί δίδασκε το πρωί ελληνική γραμματική και το απόγευμα Ησίοδο, Όμηρο, Θεόκριτο και άλλους. Επιπλέον, δίδασκε μετάφραση από τα ελληνικά στα λατινικά και αντίστροφα.

Κατά τα έτη 1509-1516 η Βενετία ενεπλάκη σε σκληρό πόλεμο με εχθρούς της μέσα στην Ιταλία. Έτσι, ο Μάρκος Μουσούρος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Πάντοβα και να επανέλθει στη Βενετία. Χάρη στις ενέργειες του Φραγκίσκου Φατζιουόλι (Francesco Fragiuoli) ιδρύθηκε πάλι στη Βενετία η έδρα των ελληνικών και ο Μουσούρος έγινε καθηγητής. Ο ακάματος Άλδος Μανούτιος, παρά τον πόλεμο, δεν σταμάτησε το έργο του. Εκεί εξέδωσε το 1512 μαζί με το Μουσούρο μια γραμματική ελληνικών του Μανουήλ Χρυσολωρά, γνωστή με τον τίτλο Ερωτήματα. Το επόμενο έτος ο Μανούτιος με τον Μουσούρο εξέδωσαν ίσως το σημαντικότερο από τα έργα τους, τα Άπαντα του Πλάτωνος, με αφιέρωση του Μάρκου Μουσούρου στο φιλόμουσο Πάπα Λέοντα Ι’.

Τα επόμενα έτη το αυτό δίδυμο των εκδόσεων εξέδωσαν τον Ησύχιο, τον Αθηναίο και τον Θεόκριτο. Η Βενετική Γερουσία παρέδωσε στον Μάρκο Μουσούρο και σε έναν Βενετό λόγιο οχτακόσια χειρόγραφα του Βησσαρίωνα, για να τα ταξινομήσουν, δημιουργώντας έτσι τα πρώτα τμήματα της βιβλιοθήκης που τότε ιδρύθηκε στην πλατεία του Αγίου Μάρκου και που σήμερα ονομάζεται Μαρκιανή. Το 1515 ο Άλδος Μανούτιος πεθαίνει και ο Μάρκος Μουσούρος συγκλονίζεται από το γεγονός.

Ο Μάρκος Μουσούρος στη Ρώμη

Ο Μάρκος Μουσούρος μεταναστεύει στη Ρώμη και εκεί βοηθά το δάσκαλο του Ιανό Λάσκαρι στην οργάνωση του Ελληνικού Γυμνασίου και στη διδασκαλία των ελληνικών σε αυτό. Στη Ρώμη ο Μάρκος Μουσούρος, παράλληλα με τη διδασκαλία, συνέχισε την έκδοση και άλλων κλασικών.

Στη Ρώμη είχε γίνει και ιερέας, είχε διορισθεί από τον Πάπα Λέοντα Ι’ ως επίσκοπος Ιεράπετρας Κρήτης και αργότερα Μονεμβασίας, αλλά δεν πρόφτασε ποτέ να πάει εκεί. Ύστερα από δίμηνη ασθένεια απεβίωσε ξημερώματα της 25ης Νοεμβρίου 1517 στη Ρώμη, όπου και τάφηκε στην εκκλησία της Σάντα Μαρία ντε Πάτσε (Santa Maria de Pace). Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε μεγάλη θλίψη σε όλη την Ιταλία, ιδιαίτερα στους κόλπους των ουμανιστών. Στην κηδεία παρευρέθηκαν αρκετοί επίσκοποι, ο πρεσβευτής Πορτογαλίας στη Ρώμη, ο πρεσβευτής της Βενετίας, οι αντιπρόσωποι του καρδιναλίου Ιουλίου των Μεδίκων και μελλοντικού Πάπα Κλήμη Ζ’ και πολλοί άλλοι.

Αποτίμηση του έργου του Μάρκου Μουσούρου

Ο Μάρκος Μουσούρος αφιέρωσε τη ζωή του στο να υπηρετεί από το πόστο του την σκλαβωμένη Ελλάδα. Λιτός, αφιλοχρήματος και μεγάλος εραστής των γραμμάτων, πίστευε ακράδαντα ότι τα ελληνικά φώτα και η μόρφωση ήταν τα μόνα εφόδια με τα οποία οι σκλαβωμένοι Έλληνες μπορούσαν σιγά σιγά να αντιληφθούν την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν και να ελπίζουν σε κάτι καλύτερο, δηλαδή την απελευθέρωση τους.

Καλλιέργησε την ιδέα της ένοπλης επέμβασης στην Ελλάδα από τη μεριά της Ευρώπης για την απελευθέρωση της. Πέρα από αυτά, η αξία του Μάρκου Μουσούρου ως μεγάλου δασκάλου της ελληνικής και λατινικής γλώσσας, με εμβέλεια που ξεπερνούσε τα όρια της ουμανιστικής Ιταλίας, φαίνεται και από το γεγονός ότι στα μαθήματα του προσέρχονταν αρκετοί φοιτητές, Ιταλοί και Ευρωπαίοι. Οι σχολιασμένες εκδόσεις του Μάρκου Μουσούρου αποκαλύπτουν την απέραντη αρχαιομάθεια του και την κριτική οξύνοια του, πράγματα για τα οποία ο Μάρκος Μουσούρος αναγνωρίστηκε από τους συγχρόνους του και τους μεταγενέστερους ως ο δεινότερος ελληνιστής των χρόνων της Αναγέννησης.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Θωμάς Διπλοβατάτζης (1468-1541)

Ο Θωμάς Διπλοβατάτζης (Κέρκυρα, 1468-Πέζαρο, Ιταλία 1541) αποκαλούσε τον εαυτό του «Πατρίκιο Κωνσταντινούπολης», όπως και οι σύγχρονοι του διανοούμενοι, ιστορικοί και ουμανιστές. Ο Διπλοβατάτζης ήταν και παρέμεινε ο μοναδικός ερευνητής-μελετητής του δικαίου με τη βοήθεια φιλολογικών και ιστορικών κειμένων.

Ο Θωμάς Διπλοβατάτζης
Εικόνα νομικού σε αρχίγραμμα νομικού κειμένου

Ο νομικός Θωμάς Διπλοβατάτζης

Ο Θωμάς Διπλοβατάτζης γεννήθηκε στην Κέρκυρα, όπου είχαν καταφύγει οι γονείς του και διέμεναν εκεί από το 1457 έως το 1477. Πατέρας του ήταν ο πρίγκιπας Γεώργιος Διπλοβατάτζης, από μεγάλη ομώνυμη οικογένεια της Θράκης, Μακεδονίας και Πελοποννήσου, «δεσπότης» της Λήμνου, την οποία παρέδωσε τη Ρωμαϊκή Εκκλησία της Ρόδου το 1457, προκειμένου η νήσος αυτή να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων, αυτός δε «να ανακτήσει άλλους τόπους και άλλες υποθέσεις της Αγίας Σταυροφορίας» στη Δύση.

Η μητέρα του Μαρία Λασκάρεως ήταν αδελφή του γνωστού γραμματικού Κωνσταντίνου, ο οποίος ευρίσκετο ήδη στην Ιταλία κατά την άφιξη εκεί της οικογένειας της αδελφής του. Η Παπική Εκκλησία δεν τήρησε τη συμφωνία με τον Γεώργιο Διπλοβατάτζη «για άλλους τόπους» και έτσι ο τελευταίος κατέφυγε στην αυλή των Ισπανών βασιλιάδων, Φερδινάνδου και Ισαβέλλας και ως σταυροφόρος πλέον της άλλοτε Βυζαντινής Αυτοκρατορίας εφονεύθη μοχόμενος ηρωικώς ως αρχηγός ιππικού κατά των Μαυριτανών στη Γρανάδα το 1481. Η Μαρία Λασκάρεως απέσπασε το γιο της, Θωμά, από το φιλολογικό προσανατολισμό του θείου του Κωνσταντίνου και μετανάστευσε στη βόρεια Ιταλία, δίνοντας στο γιο της την ευκαιρία να σπουδάσει νομικά στα Πανεπιστήμια της Πάντοβας και της Φεράρας. Εκεί ο Θωμάς αναγορεύτηκε διδάκτωρ του φεουδαρχικού «…και του άλλοτε (ρωμαϊκού) δικαίου…» το 1490.

Ο Θωμάς Διπλοβατάτζης εισέρχεται στην υπηρεσία του Ιωάννη Σφόρτσα, ηγεμόνα του Κρατιδίου του Πισαύρου (Πέζαρο), προστατευόμενος της αδελφής του τελευταίου Καμίλλης. Το 1493 διορίστηκε σύμβουλος του Ηγεμονικού Συμβουλίου. Με αφορμή Διάταγμα του Σφόρτσα για τη σύνθεση του Συμβουλίου και τη σχετική «πρωτοκαθεδρία» των συμβούλων (νομικών, ιατρών και πιθανώς κληρικών), ο Θωμάς υποστήριξε ότι οι «δόκτορες» έπρεπε να προηγούνται των στρατιωτικών και να κάθονται πλησιέστερα στον ηγεμόνα. Για να αποδείξει του λόγου το αληθές άρχισε τη μελέτη και συγγραφή του κυριότερου έργου του Praestantia Doctorum (Περί της υπεροχής των δοκτόρων). Το έργο αυτό δεν βρέθηκε ολόκληρο, το περιεχόμενο του όμως μας είναι γνωστό: η ύλη ήταν κατανεμημένη σε 12 βιβλία. Τα πρώτα 8 αφορούσαν στα Ιδρύματα (σχολές, Πανεπιστήμια) τα οποία απένεμαν τα διδακτορικά διπλώματα, καθώς και για τις σχετικές διαδικασίες φοίτησης, σπουδών, επιστημονικούς κλάδους.

Το ένατο βιβλίο, το οποίο σώθηκε από αντίγραφο, περιλαμβάνει τις βιογραφίες κατά χρονολογική σειρά, περισσοτέρων από 600 νομοθετών, νομομαθών, νομοδιδασκάλων της προκλασικής Ελλάδας, τον Μωυσή και σχεδόν όλους τους νομοθέτες της κλασικής Ελλάδας και της Κάτω Ιταλίας, τους Ρωμαίους της κλασικής και της μετακλασικής περιόδου, τους Βυζαντινούς της Ιουστινιανείου περιόδου και τέλος τους νομομαθείς διαφόρων «εθνοτήτων» της τότε Ευρώπης (Ιταλούς, Γάλλους, Ισπανούς, Άγγλους, Ελβετούς, Γερμανούς) έως το έτος 1511.

Το διασωθέν έργο είναι γραμμένο στη λατινική γλώσσα της εποχής και σε αυστηρή και ενίοτε άκομψη διατύπωση, έχει βέβαια φιλολογικές ελλείψεις και παρατυπίες. Το περιεχόμενο του είναι επίσης διάσπαρτο με αλφαβητικά σύμβολα, με αναφορές βιβλίων, με παραπομπές στην Ιουστινιάνειο Νομοθεσία, αλλά ακριβές, πρωτότυπο και εν πολλοίς αποκαλυπτικό, με μοναδικό πρωτογενές υλικό, το οποίο ο Θωμάς κατείχε στη μεγάλη του βιβλιοθήκη και κατέγραψε. Οι βιογραφίες του Θωμά Διπλοβατάτζη αποτελούν αποκλειστική πηγή τόσο για τη γνωριμία με εκατοντάδες Ευρωπαίους νομομαθείς και ταυτοχρόνως κλειδί για την πληρέστερη και καλύτερη κατανόηση των ιστορικών, φιλολογικών και κοινωνικών πλαισίων γένεσης της σύγχρονης ευρωπαϊκής νομικής επιστήμης ως κοινού πολυεθνικού φιλολογικού προϊόντος, στις απαρχές της αναγεννησιακής εποχής.

Αποτίμηση του Θωμά Διπλοβατάτζη

Το μέγεθος της γενικής αναγνώρισης του Θωμά Διπλοβατάτζη συνοψίζεται και εκφράζεται με την ομόφωνη, ταυτόσημη και επιγραμματική διατύπωση Ιταλών, Γερμανών και Γάλλων νομικών, ιστορικών, φιλολόγων και κοινωνιολόγων, σύμφωνα με τους οποίους ο Θωμάς Διπλοβατάτζης ήταν «Ιδρυτής της Φιλολογικής Ιστορίας του Δικαίου» και «Πρόδρομος της Ιστορικής Σχολής του Δικαίου».

Η αξιολόγηση του νομικού έργου του Θωμά Διπλοβατάτζη, τόσο με κριτήρια της εποχής του όσο και με μεταγενέστερα, οδηγεί σε πολλά συμπεράσματα. Κατ’ αρχάς ο Θωμάς Διπλοβατάτζης, λόγω της κλασικής ελληνικής του παιδείας, πέρα από την επίκτητη ρωμαϊκή και ιταλική, ήταν σε πλεονεκτική θέση σε σύγκριση με σύγχρονούς του αλλά και μεταγενέστερους ιστορικούς του δικαίου, για να προβεί σε μια ολική, διαχρονική και διεθνιστική εποπτεία της γένεσης και εξέλιξης της ζωής και του έργου των νομομαθών. Η ενοραματική αυτή αντίληψη για συγκρίσιμες παραμέτρους παραγωγής, διάδοσης, διάπλασης και βίωσης ενός από τα κυριότερα πολιτιστικά αγαθά του αρχαίου, μεσαιωνικού και αναγεννησιακού κόσμου, όπως το Δίκαιο, ήταν και παρέμεινε μοναδική για την εποχή του και αξεπέραστη για τους αιώνες που ακολούθησαν.

Δεύτερο στοιχείο του έργου του Θωμά Διπλοβατάτζη είναι η πρωτότυπη επιλογή της μορφής αλλά και του περιεχομένου του. Ο Διπλοβατάτσης δεν ασχολήθηκε με τους θεσμούς του ουσιαστικού δικαίου αλλά υπεισήλθε στη βάση της αθρωπογένεσης και της διαμόρφωσης του δικαίου, με τις προσωπικότητες που παρήγαγαν τους κανόνες δικαίου, αλλά και με τα υφιστάμενα κοινωνικοπολιτικά πλαίσια της εποχής τους. Με την επιλογή αυτή κατόρθωσε να εισχωρήσει στις ρίζες και τις υποκείμενες συνθήκες διαμόρφωσης της πλούσιας ετερότητας, αλλά και της εσωτερικής ενότητας της επικρατούσας διαχρονικής έννομης συμβίωσης των ανθρώπων.

Για την πραγμάτωση αυτής της μεθόδου του, προτάσσει τα πρόσωπα, δηλαδή τους νομοθέτες και επιστήμονες, από τη ζωή και δράση των οποίων παράγεται και εξαρτάται το παρόν δίκαιο. Ο Θωμάς Διπλοβατάτζης δεν περιορίζεται σε μια μονότονη παράθεση βιογραφικών και κοινωνικών πληροφοριών σε παράλληλα πορεία. Για κάθε βιογραφούμενο παραθέτει, σύμφωνα με λογική σειρά, το όνομα, την καταγωγή, την εθνότητα, την κοινωνική και άλλη προέλευση, την παιδεία του, τη χρονολογία, τις γνώσεις σύγχρονων και μεταγενέστερων. Προβαίνει σε αξιολόγηση της προσωπικότητας και του έργου κάθε βιογραφούμενου. Περατώνει πάντα, κάνοντας μνεία του χρόνου θανάτου των πρωταγωνιστών του έργου του. Τέλος, επικαλείται και διανθίζει τα κείμενα του και ιδιαίτερα εκείνα της μεσαιωνικής περιόδου, με ποικίλες αναφορές και παράθεση φιλολογικών, εκτός από των νομικών, πηγών με στίχους και αποφθέγματα γνωστών φιλολόγων και ποιητών καθώς και φιλοσόφων, ιστορικών και ιστοριογράφων όλων των εποχών.

Το μεγάλο πλεονέκτημα του έργου του Θωμά Διπλοβατάτζη έγκειται στις εξής τρεις πρωτότυπες προσφορές του: ήταν ο πρώτος νομομαθής της εποχής του ο οποίος έκανε υπέρβαση της θεώρησης, μελέτης και εφαρμογής του δικαίου με τη μέθοδο των αποσπασματικών σχολίων των πηγών του Ρωμαϊκού Δικαίου. ήταν και παρέμεινε ο μοναδικός ερευνητής-μελετητής του Δικαίου με τη βοήθεια συγκριτικών φιλολογικών και ιστορικών κειμένων, καθώς και πρωτογενών βιωματικών δεδομένων εντάσσοντας έτσι το θεματικό κύκλο του νομικού βίου στον ευρύτερο και συνολικό πολιτιστικό, ανθρωπιστικό και κοινωνιολογικό, όντα ο ίδιος ο πρώτος νομικός-ανθρωπιστής-φιλόλογος και ο πρώτος κοινωνιογράφος-κοινωνιολόγος του δικαίου.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Καρλ Ότφριντ Μίλερ (1791-1840)

Ο Καρλ Ότφριντ Μίλερ (γερμανικά: Karl Otfried Müller, 28 Αυγούστου 1797 – 1 Αυγούστου 1840) ή εκλατινισμένα ως Κάρολους Μίλερ, ο Σιλέσιος (Carolus Müller Silecius), ήταν Γερμανός λόγιος και κλασικιστής ο οποίος εισήγαγε την σύγχρονη μελέτη της ελληνικής μυθολογίας.

Ο Καρλ Ότφριντ Μίλερ

Προτομή του Μίλερ στο πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν

Ο Βίος του Καρλ Ότφριντ Μίλερ

Ο Καρλ Ότφριντ Μίλερ γεννήθηκε στην πόλη Μπρίεγκ της Σιλεσίας (σημερινό Μπρζεγκ στην Πολωνία) η οποία κατά την εποχή εκείνη αποτελούσε μέρος του γερμανικού βασιλείου της Πρωσίας. Ο πατέρας του ήταν ιερέας στον πρωσικό στρατό και στο οικογενειακό περιβάλλον κυριαρχούσε η ατμόσφαιρα του προτεσταντικού πιετισμού. Τα αδέρφια του ήταν ο Τζούλιους Μίλερ (Julius Müller, θεολόγος) και ο Έντουαρντ Μίλερ (Eduard Müller, φιλόλογος). Παρακολούθησε μαθήματα στο γυμνάσιο της πόλης, ενώ έλαβε την πανεπιστημιακή του εκπαίδευση στο Μπρέσλαου (σημερινό Βρότσλαβ), και εν μέρει και στο Βερολίνο όπου του προξένησε το ενδιαφέρον η μελέτη της λογοτεχνίας, τέχνης και ιστορίας της αρχαίας Ελλάδας υπό την επιρροή του κλασικιστή Άουγκουστ Μπεκ (August Bekk). Το 1817 εξέδοσε στα λατινικά τη διδακτορική διατριβή του με τίτλο Aegineticorum liber (Ελεύθερη Αίγινα, ή Επί της νήσου της Αιγίνης), διορίστηκε καθηγητής στο Μπρέσλαου, και το 1819 έγινε επίκουρος καθηγητής αρχαίας λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν, με την ειδικότητα του να είναι στην αρχαιολογία και ιστορία της αρχαίας τέχνης. Μελέτησε βαθιά την αρχαία ελληνική τέχνη ταξιδεύοντας το καλοκαίρι του 1822 στις βιβλιοθήκες και ιδρύματα της Ολλανδίας, Αγγλίας και Γαλλίας.

Σε αντίθεση με την κοινή αντίληψη κατά την εποχή του Διαφωτισμού όπου η ελληνική μυθολογία θεωρούνταν ως ένα παράδειγμα μιας παγκόσμιας θρησκείας στη γένεση της, ο Μίλερ επικεντρώθηκε σε μια ουσιοκρατικού τύπου αντιμετώπιση της η οποία στηρίζονταν στη θεωρία πως η μυθολογία αυτή ήταν το αποτέλεσμα των ανθρώπων και του χαρακτήρα τους οι οποίοι έζησαν κατά την εποχή εκείνη, ενώ σε γενικές γραμμές θεωρούσε πως ο πυρήνας του κάθε πολιτισμού παραμένει μοναδικός και αμετάβλητος, και έτσι διαφωνούσε σχετικά με την ύπαρξη επιρροής της αιγυπτιακής τέχνης στην ελληνική.

Ο Μίλερ αντιμετώπισε δυσκολίες κατά την εργασία του στο Γκέτινγκεν καθώς την περίοδο εκείνη υπήρξαν πολιτικές αναταραχές ως συνέπεια της ανάληψης των καθηκόντων του νέου βασιλιά του Ανόβερου Ερνέστου Αύγουστου Α’ το 1837, και 2 χρόνια αργότερα έφυγε από την Γερμανία, διαχειμάζοντας αρχικά στην Ιταλία και κατόπιν ταξιδεύοντας στην Ελλάδα. Εξερεύνησε τα ερείπια των αρχαίων κτισμάτων στην Αθήνα, επισκέφτηκε πολλές τοποθεσίες στην Πελοπόννησο, και τελικά κατέληξε στους Δελφούς όπου και ξεκίνησε ανασκαφές.

Προσβλήθηκε από πυρετό και πέθανε στην Αθήνα το 1840. Ο τάφος του βρίσκεται στον λόφο του Κολωνού, δίπλα από αυτόν του Γάλλου αρχαιολόγου Σαρλ Λενορμάν. Η επιτύμβια στήλη του μνήματος του Μίλερ, που φέρει ανθέμιο στο ύφος των αρχαίων ταφικών μνημείων, είναι έργο του Χριστιανού Χάνσεν και έχει χαραγμένη την επιγραφή: ΚΑΡΟΛΟΣ ΟΔΟΦΡΗΔΟΣ ΜΥΛΛΕΡΟΣ, ΕΓΕΝΝΗΘΗ ΕΝ ΒΡΙΓΗΙ ΤΗΣ ΣΙΛΕΣΙΑΣ, ΕΤΕΙ ,ΑΨΗΖ’, ΑΠΕΘΑΝΕΝ ΑΘΗΝΗΣΙΝ, ΕΤΕΙ ,ΑΩΜ’, ΙΟΥΛΙΟΥ Κ.

Ο Καρλ Ότφριντ Μίλερ
Τα μνημεία του Μίλερ (βάθος) και του Λενορμάν (έμπροσθεν) στον λόφο του Κολωνού

Το έργο Καρλ Ότφριντ Μίλερ

Ο στόχος του Μίλερ ήταν να δημιουργήσει μια λεπτομερή περιγραφή της ελληνικής ζωής στο σύνολο της και επιθυμούσε να καταγράψει τα αποτελέσματα των πολυετών ερευνών του στο magnum opus του με τίτλο Geschichten hellenischen Stämme und Städte (Ιστορία των ελληνικών φυλών και πόλεων). Ωστόσο, από το φιλόδοξο αυτό έργο αυτό κατόρθωσε να συγγράψει μόνο 2 τόμους, τον Orchomenos und die Minyer (Ορχομενός και Μινύες, 1820) και τον Die Dorier (Οι Δωριείς, 1824), ο οποίος περιέχει και την έρευνα του με τίτλο Über die Makedonier (Σχετικά με τους Μακεδόνες) στην οποία ασχολήθηκε με τους οικισμούς, καταγωγή και πρώιμη ιστορία των Μακεδόνων. Ο Μίλερ είχε την πεποίθηση πως το πολίτευμα της δημοκρατίας ευνοεί τη μεγάλη μάζα και μισεί τις διαφοροποιήσεις. Παράλληλα, καθιέρωσε ένα νέο επίπεδο ως προς την χαρτογραφική ακρίβεια των τοποθεσιών της αρχαίας Ελλάδας, ενώ το 1828 συνέγραψε μια μελέτη σχετικά με τις Ετρουσκικές αρχαιότητες με τίτλο Die Etrusker (Οι Ετρούσκοι).

Η πραγματεία του με τίτλο Prolegomena zu einer wissenschaftlichen Mythologie (Προλεγόμενα στην επιστημονική μυθολογία, 1825), έθεσε τις βάσεις για την επιστημονική μελέτη των μύθων διασταυρώνοντας τους με τις λογοτεχνικές και ιστορικές πηγές καθώς και μελετώντας τις διαφοροποιήσεις που μπορεί να εισήχθηκαν από τους συγγραφείς και ποιητές όπως ο Όμηρος και ο Ησίοδος. Επιπλέον ασχολήθηκε με τη μελέτη της αρχαίας τέχνης στο Handbuch der Archäologie der Kunst (Εγχειρίδιο αρχαιολογίας της τέχνης, 1830) και το Denkmäler der alten Kunst (Μνημεία της αρχαίας τέχνης, 1832), το οποίο συνέγραψε με τον ιστορικό της τέχνης Καρλ Αίστερλαϋ (Carl Oesterley). Το έργο αυτό επεκτάθηκε αργότερα και ολοκληρώθηκε από τον φιλόλογο Φρίντριχ Βίζελερ (Friedrich Wieseler).

Το 1833 μετέφρασε τις Ευμενίδες του Αισχύλου συνοδεία εκτενών εισαγωγικών σχολίων, κάτι που προκάλεσε την έντονη αντίδραση του κλασικιστή Γιόχαν Γκότφριντ Γιάκομπ Χέρμαν (Johann Gottfried Jakob Hermann) και των οπαδών του οι οποίοι του επιτέθηκαν με ιδιαίτερα αιχμηρή κριτική. Άλλες μεταφράσεις που έκανε ήταν αυτές του De lingua latina (Η λατινική γλώσσα, 1833) του Μάρκου Τερέντιου Βάρρωνα και του De significatione verborum (Η έννοια των λέξεων, 1839) του Σέξτου Πομπηίου Φέστου (Sextus Pompeius Festus).

Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του εργάστηκε για τη σύνταξης της ιστορίας της αρχαιοελληνικής γραμματείας, η οποία εκδόθηκε μεταθανάτια το 1841 με τον τίτλο Geschichte der griechischen Litteratur bis auf das Zeitalter Alexanders (Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας έως την εποχή του Αλεξάνδρου). Το έργο αυτό μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε στα ελληνικά πρώτα το 1867-68 και κατόπιν το 1885 ως «Ιστορία της ελληνικής φιλολογίας».

Οι μέλετες του Μίλερ είχαν άμεση επίδραση στη διαμόρφωση και προώθηση της αρχαιολογίας ως επιστημονικού αντικειμένου στο νεοσύστατο ελληνικό πανεπιστήμιο. Ο πρώτος καθηγητής της έδρας, το 1837, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (τότε Οθώνειον) Λουδοβίκος Ρος συνέγραψε το σύγγραμμά του, Εγχειρίδιον της αρχαιολογίας των τεχνών (1841), ως διασκευή της ομότιτλης μελέτης του 1830 του Μίλερ. Η αποδοχή του Μίλερ από την ελληνική κοινωνία της εποχής ήταν καθολική και αφορούσε τόσο τον επιστήμονα, όσο και τον άνθρωπο: ο αιφνίδιος θάνατός του λίγους μήνες αφότου είχε πατήσει το πόδι του στη Ελλάδα, τον ανύψωσε άμεσα σε μια από τις σπουδαίες μορφές στο πάνθεον του φιλελληνισμού.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Κάρλ_Ότφριντ_Μίλερ

Ο Εμμανουήλ Κριαράς (1906-2014)

Ο Εμμανουήλ Κριαράς (Πειραιάς, 28 Νοεμβρίου 1906 – Θεσσαλονίκη, 22 Αυγούστου 2014) ήταν Έλληνας φιλόλογος, καθηγητής και αργότερα  ομότιμος καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Ο Εμμανουήλ Κριαράς
Ο Εμμανουήλ Κριαράς

Ο Βίος του Εμμανουήλ Κριαρά

Ο Εμμανουήλ Κριαράς γεννήθηκε στις 28 Νοεμβρίου του 1906 στον Πειραιά από οικογένεια κρητικής καταγωγής (Σφακιά), ενώ τα πρώτα παιδικά του χρόνια έζησε στη Μήλο. Το 1914 με την οικογένειά του εγκαταστάθηκε στα Χανιά της Κρήτης, όπου και τελείωσε τις γυμνασιακές του σπουδές. Το 1924 ξεκίνησε τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε το 1929. Από το 1930 έως το 1950 εργάστηκε στο Μεσαιωνικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών, αρχικά ως συνεργάτης και από το 1939 ως διευθυντής. Παράλληλα με την εργασία του στο Μεσαιωνικό Αρχείο συνέχισε τις σπουδές του. Το 1930 μετέβη στο  Μόναχο με υποτροφία της Ακαδημίας Αθηνών για να ενημερωθεί σε θεωρητικά και τεχνικά ζητήματα της λεξικογραφίας στο περιβάλλον του Thesaurus Linguae Latinae, το 1938-1939 και το 1945-1948, ως διδάκτορας πλέον, για μετεκπαίδευση στο Παρίσι, την πρώτη φορά στη βυζαντινολογία και τη δεύτερη στη συγκριτική γραμματολογία. Πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα το 1938 από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, με τη διατριβή «Μελετήματα περί τας πηγάς του Ερωτοκρίτου». Το 1944 φυλακίστηκε στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου.

Το 1948 ήταν υποψήφιος για την έδρα της νέας ελληνικής φιλολογίας στην Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, την οποία όμως κατέλαβε ο Λίνος Πολίτης. Δύο χρόνια αργότερα, εκλέχτηκε στην θέση του τακτικού καθηγητή της μεσαιωνικής ελληνικής φιλολογίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Στη Θεσσαλονίκη δίδαξε κυρίως μεσαιωνική φιλολογία, εκτάκτως μεσαιωνική ελληνική ιστορία, νεοελληνική φιλολογία, αλλά και γενική και συγκριτική γραμματολογία, αφού χάρη στις δικές του ενέργειες ιδρύθηκε το 1965 η πρώτη – και για πολλά χρόνια μοναδική στην Ελλάδα – έκτακτη αυτοτελής έδρα της Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας. Το διδακτικό έργο του Εμμανουήλ Κριαρά διακόπηκε βίαια τον Ιανουάριο του 1968, όταν η Χούντα των Συνταγματαρχών τον απέλυσε για τα δημοκρατικά του φρονήματα. Η απόλυσή του από το Πανεπιστήμιο τον έστρεψε με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα στη σύνταξη του «Λεξικού της μεσαιωνικής ελληνικής δημώδους γραμματείας (1100-1669)» (την απόφαση για τη συγκρότησή του είχε ήδη πάρει το 1956) και συνέχισε το ερευνητικό και συγγραφικό του έργο μέχρι το τέλος της ζωής του. Η σύζυγός του, καθηγήτρια της ψυχοτεχνικής στη Βιομηχανική Σχολή της Θεσσαλονίκης (σημερινό Πανεπιστήμιο Μακεδονίας), Αικατερίνη Στριφτού-Κριαρά, με την οποία είχε παντρευτεί το 1936, απεβίωσε την 1η Μαΐου του 2000. Ο Κριαράς πέθανε από ανακοπή καρδιάς, στο σπίτι του στη Θεσσαλονίκη, το βράδυ της 22ης Αυγούστου 2014. Ήταν 107 ετών.

Το επιστημονικό έργο του Εμμανοήλ Κριαρά

Ο Εμμανουήλ Κριαράς ήταν ένας πολυγραφότατος νεοέλληνας επιστήμονας, όπως παρατηρούσε το 2008 ο Παναγιώτης Ζιώγας: «Αν προσεγγίσουμε την παράμετρο Σελίδες των δημοσιευμάτων Κριαρά, τότε καταλήγουμε στις ακόλουθες διαπιστώσεις. Από τις είκοσι περίπου χιλιάδες σελίδες του μετρημένου έργου του Ε. Κριαρά, συντριπτική υπεροχή έχουν τα Λεξικογραφικά που υπερβαίνουν τις οκτώμισι χιλιάδες σελίδες, ακολουθούν τα Γραμματολογικά με περίπου έξι χιλιάδες, τα Σύμμικτα που υπερβαίνουν τις τρεις χιλιάδες, έπονται τα Επιστολογραφικά με περίπου χίλιες πεντακόσιες σελίδες, με τελευταία τα καθαρά Γλωσσικά που εγγίζουν τις εννιακόσιες σελίδες».

Από τα περισσότερα από 1.000 άρθρα και τα περίπου 60 βιβλία που έχει εκδώσει αυτοτελώς μέχρι σήμερα ο Κριαράς, ξεχωρίζουν οι μονογραφίες του για τον Γιάννη Ψυχάρη, τον Διονύσιο Σολωμό και τον Κωστή Παλαμά, οι εκδόσεις των παλαιότερων κειμένων της νεοελληνικής λογοτεχνίας (Πανώριας του Γεωργίου Χορτάτση, των θεατρικών του Πέτρου Κατσαΐτη, κ.ά), οι ποικίλες μελέτες του για τον  δημοτικισμό και κυρίως οι 14 πρώτοι τόμοι του Λεξικού της μεσαιωνικής ελληνικής δημώδους γραμματείας (1100-1669) που έχει καθιερωθεί διεθνώς ως  Λεξικό Κριαρά και αποτελεί αδιαμφισβήτητα το σημαντικότερο έργο του. Το 1997, λόγω προχωρημένης ηλικίας, ο Ε. Κριαράς εγκατέλειψε το μεσαιωνικό λεξικό του, παραδίδοντας το σχετικό λεξικογραφικό του αρχείο στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας της Θεσσαλονίκης. Το Κέντρο συνεχίζει την επεξεργασία του αρχείου και έχει εκδώσει μέχρι τώρα 7 ακόμη τόμους τού ΛΜΕΔΓ: 15ος (2006), 16ος (2008), 17ος (2011), 18oς (2012), 19ος (2014), 20ός (2016) και 21ος (2019). Εξέδωσε επίσης δίτομη επιτομή των πρώτων 14 τόμων (με την επιμέλεια Ιωάννη Ν. Καζάζη και Τ. Α. Καραναστάση), η οποία είναι διαθέσιμη στο διαδίκτυο. Στον λεξικογραφικό χώρο ανήκει και η σύνταξη από τον Ε. Κριαρά του  Λεξικού της σύγχρονης ελληνικής δημοτικής γλώσσας, γραπτής και προφορικής που εξέδωσε το 1995 η Εκδοτική Αθηνών.

Ο δημοτικισμός και ο Εμμανουήλ Κριαράς

Παρά το πολυσχιδές επιστημονικό του έργο ο Κριαράς δεν υπήρξε «επιστήμονας του εργαστηρίου». Όπως δήλωσε σε συνέντευξή του στην Ο. Αντωνοπούλου το 2002, «ο επιστήμονας δεν πρέπει να μένει μόνο στο εργαστήριο. Βέβαια το εργαστήριο χρειάζεται, διότι αλλιώς εργασία δε θα υπάρξει. Αλλά δε φτάνει αυτό. Εκείνος που έχει συνείδηση των καθηκόντων του των πνευματικών, πρέπει όσο γίνεται να εκλαϊκεύει την επιστήμη του. Αυτό επιδίωξα γενικότερα στη ζωή μου, αλλά κυρίως μετά το ’74, όταν αποκαταστάθηκε η Δημοκρατία στον τόπο μας. Ο επιστήμονας πρέπει να είναι και ερευνητής και δάσκαλος, εκλαϊκευτής».

Ο Κριαράς υπήρξε υπέρμαχος του δημοτικισμού από τα μαθητικά του χρόνια, συγκεκριμένα από το 1923, και αγωνίστηκε με όλα τα μέσα που διέθετε για τα γλωσσικά του πιστεύω. Σημαντική ήταν η συνεισφορά του τόσο στην αναγνώριση της δημοτικής ως επίσημης γλώσσας του ελληνικού κράτους όσο και στην καθιέρωση του μονοτονικού συστήματος γραφής. Με το νόμο 309/23.1.76 η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή με υπουργό παιδείας το Γεώργιο Ράλλη αποφάσισε την αναγνώριση της δημοτικής στο χώρο της παιδείας και της δημόσιας διοίκησης. Τότε δόθηκε στη σχολική χρήση ανασυγκροτημένη γραμματική της δημοτικής γλώσσας με βάση τη Νεοελληνική Γραμματική του Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Γραμματική του Τριανταφυλλίδη, τυπωμένη το 1941, για να χρησιμεύσει στην εκπαίδευση χρειαζόταν συντόμευση και κάποια προσαρμογή στην εκπαιδευτική και γλωσσική πραγματικότητα. Το έργο αυτό ανέλαβε ειδική επιτροπή της οποίας μέλος υπήρξε και ο Κριαράς. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1981-1982, η κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου πήρε δύο συμπληρωματικές αποφάσεις: πρώτον, να συντάσσονται οι νόμοι στη δημοτική γλώσσα και να μεταγραφούν οι σημαντικότεροι δικαστικοί κώδικες στη δημοτική και, δεύτερον, να καθιερωθεί το μονοτονικό σύστημα γραφής. Ο Κριαράς ήταν ο πρόεδρος της εικοσαμελούς επιτροπής που ανέλαβε και έφερε εις πέρας το δύσκολο έργο της μεταγραφής των δικαστικών κωδίκων και επίσης πρόεδρος της επιτροπής που εισηγήθηκε το είδος του μονοτονικού που επρόκειτο να εφαρμοστεί. Μετά την καθιέρωση της δημοτικής και μέχρι το θάνατό του ο Κριαράς συνέχισε να υπερασπίζεται τη χρήση της δημοτικής. Αρθρογραφούσε συχνά, προσπαθώντας να αντιμετωπίσει επιμέρους δυσκολίες στη χρήση της γλώσσας και προτείνοντας λύσεις. Παράλληλα, προσπάθησε να διαφωτίσει και το πλατύ κοινό για επιμέρους γλωσσικά ζητήματα μέσα από τηλεοπτικές εκπομπές (Τα πεντάλεπτα στην ΕΡΤ από το 1985 έως το 1987).

Βραβεία-Διακρίσεις

Η πολύπλευρη προσφορά του καθηγητή Κριαρά τόσο στην επιστήμη όσο και ευρύτερα στο ελληνικό έθνος αναγνωρίστηκε και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Η Ελληνική Δημοκρατία του απένειμε τα παράσημα του Σταυρού των Ταξιαρχών του Τάγματος του Φοίνικος (δις), του Σταυρού των Ταξιαρχών του Τάγματος Γεωργίου Α΄ και του Ταξιάρχη του Τάγματος Τιμής. Η Γαλλία του απένειμε το παράσημο του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής και η Ιταλία το παράσημο του Ταξιάρχη επί τιμή της Ιταλικής Δημοκρατίας. Το 1977 για το συνολικό επιστημονικό του έργο του απονεμήθηκε στη Βιέννη από το γερμανικό Alfred Toepfler Stiftung το σημαντικό Βραβείο Herder, ενώ έργα του τιμήθηκαν με τα βραβεία Zappas της Γαλλίας (το διδακτορικό του), Γουλανδρή (η μονογραφία του για το Σολωμό), Γεωργίου Φωτεινού της Ακαδημίας Αθηνών (η έκδοση της Πανώριας), κ.ά. Ο Κριαράς ήταν, μεταξύ πολλών άλλων, επίτιμος πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας, της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, επίτιμο μέλος του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας και του Σικελικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών. Παράλληλα, είχε εκλεγεί αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και ξένος εταίρος της Ακαδημίας Arcadia της Ρώμης και της Ακαδημίας του Παλέρμο. Το 2006, με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννησή του, τιμήθηκε από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης με την ανώτατη τιμητική του διάκριση, το Χρυσό Αριστοτέλη, ενώ την ίδια χρονιά αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Πανεπιστημίου Αθηνών. 

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Εμμανουήλ _Κριαράς

Ο Ιωάννης Συκουτρής (1901-1937)

Ο Ιωάννης Συκουτρής (Σμύρνη, 1 Δεκεμβρίου 1901 — Κόρινθος, 21 Σεπτεμβρίου 1937) ήταν διακεκριμένος Έλληνας φιλόλογος. Καταγόταν από τη Χίο και φοίτησε στην Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης, ενώ αργότερα δίδαξε στην Αθήνα, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι ιδιαίτερα γνωστός για το εξαιρετικής ποιότητας έργο του, στο οποίο δεσπόζουν οι εκδόσεις και οι εισαγωγές στην Ποιητική του Αριστοτέλη και το Συμπόσιο του Πλάτωνα, αλλά και για την αυτοκτονία του σε νεαρή ηλικία.

Ο Ιωάννης Συκουτρής, διακεκριμένος Έλληνας φιλόλογος.
Ο Ιωάννης Συκουτρής

Ο Βίος του Ιωάννη Συκουτρή

Ο Ιωάννης Συκουτρής γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1901. Τα οικονομικά μέσα της οικογένειάς του ήταν περιορισμένα αλλά οι εξαιρετικές σχολικές επιδόσεις του τού εξασφάλιζαν την οικονομική υποστήριξη της αρχιεπισκοπής Σμύρνης ώστε να κατορθώσει να ολοκληρώσει την φοίτησή του στο σχολείο. Οι φιλολογικές του επιδόσεις φάνηκαν ήδη από τα κείμενα που έγραφε σε σχολικό περιοδικό και από την ικανότητα χειρισμού της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Το 1918 αποφοίτησε από την Ευαγγελική Σχολή και διορίστηκε δάσκαλος στο χωριό Γκιαούρκιοϊ της Μαγνησίας.

Το 1919 γράφτηκε αναδρομικά ως δευτεροετής στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε το 1922. Τα χρόνια των σπουδών του τα οικονομικά προβλήματα συνεχίζονταν, αλλά κάλυπτε τις ανάγκες του με την εργασία του ως βοηθού στο Σπουδαστήριο της Φιλοσοφικής Σχολής και με τα έσοδα από τις υποτροφίες του Σεβαστοπούλειου Διαγωνισμού, στον οποίον συμμετείχε δύο φορές.

Η εκπαιδευτική πορεία του Ιωάννη Συκουτρή

Τα επόμενα δύο χρόνια μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε ως καθηγητής στο Παγκύπριο Ιεροδιδασκαλείο της Λάρνακας και παράλληλα ασχολήθηκε με την μελέτη ποικίλων εκφάνσεων του κυπριακού πολιτισμού και προσπάθησε να οργανώσει την πνευματική και επιστημονική ζωή του τόπου ιδρύοντας συλλόγους και εκδίδοντας το περιοδικό Κυπριακά Χρονικά.

Το 1924 επέστρεψε στην Αθήνα, ενώ το 1925 αναγορεύτηκε διδάκτορας και αναχώρησε για σπουδές Κλασικής Φιλολογίας στην Γερμανία, όπου παρέμεινε μέχρι το 1929. Σπούδασε στα πανεπιστήμια του Βερολίνου και της Λειψίας κοντά σε μεγάλους φιλολόγους όπως ο Ούλριχ Βιλαμόβιτς και ο Βέρνερ Γιαίγκερ. Εκείνα τα χρόνια ήταν τα πιο παραγωγικά σε φιλολογικές μελέτες τις οποίες δημοσίευε σε πολλά φιλολογικά περιοδικά. Η διδακτορική του διατριβή είχε θέμα τον Επιτάφιο του Δημοσθένη για τους πεσόντες Αθηναίους οπλίτες της Χαιρώνειας, οποίος εθεωρείτο νόθο έργο και ο Συκουτρής απέδειξε ότι ήταν γνήσιος. Ενδεικτικό της φήμης που απέκτησε είναι το γεγονός ότι ο Βιλαμόβιτς τον είχε εντάξει στον φιλολογικό σύλλογο Graeca Wilamowitziana, τον οποίον αποτελούσαν φιλόλογοι οι οποίοι στις συναντήσεις του ερμήνευαν κλασικούς Έλληνες συγγραφείς. Ο Συκουτρής ήταν το μόνο μη γερμανικής καταγωγής μέλος που συμμετείχε στον σύλλογο. Εκτός από τις ποικίλες δημοσιεύσεις σε φιλολογικά περιοδικά ο Συκουτρής ανέλαβε και την έκδοση των λόγων του Δημοσθένη για τον εκδοτικό οίκο Teubner.

Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα άρχισε να διδάσκει στο Αρσάκειο και το 1930 εξελέγη υφηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το εναρκτήριο μάθημά του είχε το θέμα «Φιλολογία και ζωή». Παράλληλα με τις παραδόσεις μαθημάτων στο Πανεπιστήμιο και τις δημοφιλείς διαλέξεις και τα σεμινάρια σε ποικίλα θέματα, όχι μόνο κλασικής, αλλά και νεοελληνικής και σύγχρονης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, συνέχισε το επιστημονικό του έργο. Ανέλαβε την πρωτοβουλία για την οργάνωση της σειράς Ελληνική Βιβλιοθήκη της Ακαδημίας Αθηνών, η οποία θα περιελάμβανε σχολιασμένες και μεταφρασμένες εκδόσεις κειμένων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Το 1934 εξέδωσε τον πρώτο τόμο της σειράς, το Συμπόσιο του Πλάτωνα, και άρχισε να προετοιμάζει την έκδοση της Ποιητικής του Αριστοτέλη, η οποία εκδόθηκε το 1937 μετά τον θάνατό του.

Το Συμπόσιον του Ιωάννη Συκουτρή

Το 1933 προτάθηκε στον Ιωάννη Συκουτρή η έδρα της κλασικής φιλολογία του Πανεπιστημίου της Πράγας, αλλά δεν αποδέχτηκε την θέση. Το 1934 εκδίδεται το Συμπόσιον σε επιμέλεια (μετάφραση και σχόλια) και γίνεται δεκτό με ενθουσιασμό. Είναι το πρώτο έργο της Ελληνικής Βιβλιοθήκης της Ακαδημίας Αθηνών. Το 1936 υπέβαλε υποψηφιότητα για την έδρα καθηγητή της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στην Φιλοσοφική Σχολή. Από εκείνη την χρονιά, και με αφορμή το κεφάλαιο της εισαγωγής του Συμποσίου που αναφερόταν στις γενετήσιες σχέσεις στην αρχαία Ελλάδα και ειδικότερα στην παιδεραστία, άρχισε να δέχεται πολλές επιθέσεις από ακαδημαϊκούς και εξωακαδημαϊκούς κύκλους, αρχικά από την εφημερίδα Επιστημονική Ηχώ και στην συνέχεια από διάφορους συλλόγους και από την Ιερά Σύνοδο. Για το ίδιο θέμα κατατέθηκαν εναντίον του δύο μηνύσεις. Ο Συκουτρής ανέτρεψε όλα τα επιχειρήματα των αντιπάλων με δημοσίευμά του «Η εκστρατεία κατά του Συμποσίου. Τα κείμενα και οι κουλουροπώλαι, 1937». Απογοητευμένος από τον κοινωνικό του περίγυρο και την πολεμική που δέχτηκε, κλείστηκε στον εαυτό του και τελικά οδηγήθηκε στην αυτοκτονία.

Το τέλος του Ιωάννη Συκουτρή

Ο Ιωάννης Συκουτρής αυτοκτόνησε στην Κόρινθο στις 21 Σεπτεμβρίου του 1937. Τον εντόπισε νεκρό το επόμενο πρωί ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου «Κεντρικόν» όπου διέμενε. Λίγες ώρες πριν από τον θάνατό του είχε περπατήσει στον Ακροκόρινθο. Η κηδεία του έγινε από το Πρώτο Νεκροταφείο στις 22 Σεπτεμβρίου, παρουσία της συζύγου του (είχε παντρευτεί την Χαρά Πετυχάκη με την οποία δεν είχαν παιδιά), λίγων καθηγητών του Πανεπιστημίου και μαθητών του. Αρχικά είχε ανακοινωθεί ότι πέθανε από συγκοπή, αλλά αργότερα έγινε γνωστό ότι είχε πάρει δηλητήριο.

Το έργο του Ιωάννη Συκουτρή

Ο Ιωάννης Συκουτρής δημοσίευσε πλήθος μελετών για ποικίλα θέματα και, παρά τη σύντομη ζωή του, η επίδραση του γραπτού και προφορικού λόγου του στα πνεύματα της εποχής αλλά και στους μεταγενέστερους υπήρξε μεγάλη.

Σε ό,τι αφορά την κλασική αρχαιότητα, ο Συκουτρής συνέγραψε μελέτες όπως, μεταξύ άλλων, «Κριτικά εις Αντιφώντα (1925), «Ο ψευδολουκιάνειος Ωκύπους (1929)», «Και πάλιν ο Επιτάφιος του Δημοσθένους» (1931), «Επιστολές των Σωκρατικών» (1931), «Πλατωνικός Ευαγγελισμός» (1932), «Θεοκρίτεια» (1933). Επιπλέον, ασχολήθηκε ιδιαιτέρως με θέματα βυζαντινής φιλολογίας. Το διδακτορικό που ολοκλήρωσε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών είχε θέμα βυζαντινής φιλολογίας («Μιχαήλ Ψελλού, Βίος και Πολιτεία του οσίου Αυξεντίου κατά πρώτον εκδιδόμενος») και μία από τις σημαντικότερες μελέτες του ήταν η ανακοίνωσή του για τα προβλήματα της βυζαντινής επιστολογραφίας. Συνέγραψε κριτικές και συμβουλές σε κείμενα του Προκοπίου, του Μιχαήλ Ψελλού και του Λέοντος διακόνου.

Ασχολήθηκε επίσης και με θέματα λογοτεχνίας (όπως τα άρθρα του «Γραμματολογία» και «Κριτική», που συνέταξε για την Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια το 1929 και το 1931) και ειδικότερα νεοελληνικής φιλολογίας, στην οποία η συμβολή του ήταν πολύ σημαντική τόσο με μελέτες, όπως η ερμηνεία του Δωδεκάλογου του Γύφτου του Κωστή Παλαμά ή το άρθρο για τις κριτικές εκδόσεις νεοελληνικών κειμένων, όσο και με θεωρητικά κείμενα για τη βιβλιογραφία της νεοελληνικής λογοτεχνίας (1933-1934), τις κριτικές εκδόσεις νεοελληνικών λογοτεχνημάτων (1935) και την αναγκαιότητα της διδασκαλίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας, την οποία θεωρούσε αναγκαία για την κατανόηση της κλασικής γραμματείας. Είχε μάλιστα προτείνει το 1932 την ίδρυση αυτόνομης έδρας Νεοελληνικής Φιλολογίας, η οποία έως τότε ήταν ενιαία με την έδρα Μεσαιωνικής Φιλολογίας.

Σε κρίσεις του για τον Ιωάννη Συκουτρή, ο Τέλλος Άγρας έγραψε ότι «έζησεν αδιάκοπα με υψωμένο το θερμόμετρο», ο Άγγελος Σικελιανός τον θρήνησε με σονέτο, ενώ την επιβίωσή του διείδε προφητικά με στίχους του ο Κωστής Παλαμάς.

Η βιβλιοθήκη της Ακαδημίας Αθηνών φέρει το όνομά του.

Εργογραφία

  • Κυπριακά Χρονικά, 1924. Περιοδικό.
  • Φιλολογία και ζωή, 1931. Εναρκτήρια ομιλία. (= Philologie et vie, Budapest 1938)
  • Υπόμνημα προς την Φιλοσοφικήν Σχολήν του Πανεπιστημίου Αθηνών: (αντί χειρογράφου), 13 Δεκεμβρίου 1933
  • Δημοσθένους Λόγοι, Μετάφραση στα Γερμανικά.
  • Πλάτωνος, Συμπόσιον, κείμενον, μετάφρασις και ερμηνεία υπό Ι. Συκουτρή, Ακαδημία Αθηνών, Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήναι 1934
  • Αριστοτέλους, Περί Ποιητικής. Μετάφρασις υπό Σίμου Μενάρδου. Εισαγωγή, κείμενον και ερμηνεία υπό Ι. Συκουτρή. Ακαδημία Αθηνών, Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήναι 1937 (έκδοση μετά θάνατο)

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ιωάννης_Συκουτρής