Η Μάχη των Γιαννιτσών (1912)

Η μάχη των Γιαννιτσών ήταν μια από τις σημαντικότερες του Α’ Βαλκανικού Πολέμου. Ξεκίνησε στις 19 Οκτωβρίου 1912 με τον Ελληνικό Στρατό να επιτίθεται από τα δυτικά κατά των Τουρκικών δυνάμεων στα Γιαννιτσά και μετά από διήμερο σκληρό αγώνα να αναδεικνύεται νικητής. Η νίκη στα Γιαννιτσά άνοιξε το δρόμο για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης.

Η μάχη των Γιαννιτσών ήταν μια από τις σημαντικότερες του Α' Βαλκανικού Πολέμου.
Η μάχη των Γιαννιτσών

Συνθήκες και στρατηγικές

Η περιοχή των Γιαννιτσών, που το τούρκικο επιτελείο επέλεξε ως αμυντική τοποθεσία, εκτός από το μειονέκτημα ότι είχε ένα μεγάλο φυσικό κώλυμα στα νώτα της, τον Αξιό ποταμό, προσφέρονταν για άμυνα με μέτωπο προς τα δυτικά, καθώς απέκλειε την κύρια οδική αρτηρία της Θεσσαλονίκης και ταυτόχρονα στήριζε ικανοποιητικά τα πλευρά της στο όρος Πάικο και στη λίμνη των Γιαννιτσών. Επίσης η επάνδρωσή της απαιτούσε σχετικά περιορισμένες δυνάμεις. Στην περιοχή οι Τούρκοι εγκατέστησαν την 14η Μεραρχία Σερρών, ενισχυμένη με τις δυνάμεις που συμπτύχθηκαν από το Σαραντάπορο.

Η έλλειψη πληροφοριών σχετικά με το μέγεθος και τις προθέσεις του Tουρκικού στρατού, ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της μάχης. Το γεγονός αυτό, σε συνάρτηση με την ανάγκη άμεσης κατάληψης της Θεσσαλονίκης, ανάγκασε το ελληνικό Γενικό Στρατηγείο να προχωρήσει σε μάχη εκ συναντήσεως, χρησιμοποιώντας κατά την προέλασή του 6 μεραρχίες.

Η μάχη των Γιαννιτσών

Στις 19 Οκτωβρίου άρχισε η ελληνική προέλαση με τις 1η, 2η, 3η, 4η και 6η Μεραρχίες στον άξονα βόρεια της λίμνης και την 7η Μεραρχία, την Ταξιαρχία Ιππικού και το απόσπασμα ευζώνων Κωνσταντινοπούλου, στον άξονα νότια της λίμνης. Μέχρι το μεσημέρι, η 6η Μεραρχία κατάφερε να προωθηθεί στο χωριό Αμπελιές, η 4η Μεραρχία στο χωριό Μυλότοπος, η 1η και η 2η στο χωριό Καρυώτισσα και η 3η Μεραρχία στο χωριό Μελίσσι. Από τις θέσεις αυτές, οι Μεραρχίες που δρούσαν βόρεια της λίμνης εξαπέλυσαν επίθεση εναντίον της εχθρικής τοποθεσίας. Τις τελευταίες απογευματινές ώρες, τα ελληνικά τμήματα κατάφεραν να διασπάσουν την εχθρική γραμμή και να φτάσουν έξω από την πόλη των Γιαννιτσών. Οι δυνάμεις που δρούσαν νότια της λίμνης δεν μετακινήθηκαν από τις θέσεις τους.

Κατά την διάρκεια της νύχτας διακόπηκαν οι επιχειρήσεις και συνεχίστηκαν το πρωί της 20ης Οκτωβρίου. Ο τουρκικός στρατός βλέποντας την αρνητική έκβαση της μάχης, άρχισε να συμπτύσσεται. Την ίδια στιγμή, τα ελληνικά τμήματα νότια της λίμνης δεν κατάφεραν να περάσουν εγκαίρως τον Λουδία ποταμό και ως αποτέλεσμα οι Τούρκοι υποχώρησαν ανενόχλητοι περνώντας από τον Αξιό. Οι κακές καιρικές συνθήκες καθώς και η συγκέντρωση πολλών ελληνικών μονάδων στην περιοχή, δεν επέτρεψαν την επιτυχή καταδίωξη του αντιπάλου.

Συνέπειες της μάχης

Οι απώλειες του ελληνικού στρατού ανήλθαν σε 188 νεκρούς και σε 973 τραυματίες, όμως πιθανότατα ο πραγματικός αριθμός να είναι μεγαλύτερος. Οι τουρκικές δυνάμεις είχαν πολλαπλάσιους νεκρούς στο πεδίο της μάχης, περίπου 3.000.

Αμέσως μετά την μάχη, οι ελληνικές δυνάμεις, αφού επισκεύασαν τις γέφυρες που είχαν καταστρέψει οι Τούρκοι, πέρασαν την ανατολική όχθη του Αξιού και άρχιζαν να ετοιμάζουν την είσοδό τους στην Θεσσαλονίκη.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Η Κυπριακή Δημοκρατία (1960-…)

Η Κυπριακή Δημοκρατία ή Δημοκρατία της Κύπρου, όπως αναφέρεται στο Σύνταγμα, είναι νησιωτικό κράτος της ανατολικής Μεσογείου και το τρίτο μεγαλύτερο σε πληθυσμό και έκταση στην Μεσόγειο. Βρίσκεται γεωγραφικά νοτιοανατολικά της Ελλάδας, νοτίως της Τουρκίας, δυτικά του Λιβάνου και της Συρίας, βορειοδυτικά του Ισραήλ και βορείως της Αιγύπτου.

Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει εκ του νόμου κυριαρχία σε ολόκληρο το νησί, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, συμπεριλαμβανομένου της Αποκλειστικής Οικονομικής της Ζώνης (ΑΟΖ). Ωστόσο, το νησί εκ των πραγμάτων διοικείται από δύο κύρια μέρη. Την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία ελέγχει περίπου το 58% της έκτασης του νησιού και την ούτω καλούμενη «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» (37% του νησιού), η οποία προέκυψε ύστερα από την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το 1974 και αποτελεί υποτελή κατοχική διοίκηση του Τουρκικού κράτους. Περίπου το 5% του νησιού καταλαμβάνεται από τον ΟΗΕ (Πράσινη Γραμμή) και από το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο διατηρεί τις περιοχές κυρίαρχων βάσεων Ακρωτηρίου και Δεκέλειας. Το διεθνές δίκαιο και o OHΕ θεωρεί το βόρειο τμήμα του νησιού υπό κατοχή των τουρκικών στρατευμάτων και η ανακήρυξη ανεξαρτησίας της θεωρείται παράβαση του καταστατικού χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Κυπριακή Δημοκρατία, 1η Οκτωβρίου
Κυπριακή Δημοκρατία

Η 1η Οκτωβρίου, από το 1960 και μετά, σηματοδοτεί την επέτειο της ανακήρυξης της Ανεξαρτησίας της Κύπρου, μετά τον αγώνα ενάντια στους Άγγλους αποικιοκράτες, την περίοδο 1955-1959.

Η 1η Οκτωβρίου ωστόσο δεν είναι η πραγματική ημέρα κατά την οποία έγινε πράξη η ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αντιθέτως, η ημερομηνία κατά την οποία τέθηκαν σε ισχύ οι συμφωνίες εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι η 16η Αυγούστου του 1960.

Η Βρετανική κατοχή στην Κύπρο

Όταν έληξαν ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος (1877-1878) και το Συνέδριο του Βερολίνου η Κύπρος μεταβιβάστηκε στην Βρετανική Αυτοκρατορία που ανέλαβε την διοίκηση της (1878). Οι Βρετανοί στην πραγματικότητα συγκυβερνούσαν με τους Οθωμανούς και το Χεδιβάτο της Αιγύπτου μέχρι τις 5 Νοεμβρίου 1914. Οι Άγγλοι υποσχέθηκαν στους Τούρκους σαν αντάλλαγμα να χρησιμοποιήσουν το νησί σαν βάση για να τους προστατέψουν από την Ρωσική απειλή. Οι Άγγλοι χρησιμοποίησαν την Κύπρο σαν την σημαντικότερη ναυτική βάση για τις εξορμήσεις στις επαρχίες τους. Όταν ολοκληρώθηκε το λιμάνι της Αμμόχωστου (1906) η Κύπρος έγινε το σημαντικότερο στρατηγικό σημείο για τους Άγγλους, το λιμάνι είχε απ’ευθείας επικοινωνία με την Διώρυγα του Σουέζ που ήταν ο θαλάσσιος δρόμος των Βρετανών για την Ινδία την μεγάλη υπερπόντια επαρχία τους. Όταν ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και οι Οθωμανοί συμμάχησαν με τις Κεντρικές Δυνάμεις (5 Νοεμβρίου 1914) οι Άγγλοι προσάρτησαν πλήρως την Κύπρο, κατήργησαν το Χεδιβάτο της Αιγύπτου και δημιούργησαν το Σουλτανάτο της Αιγύπτου σαν Βρετανικό προτεκτοράτο. Οι Βρετανοί πρόσφεραν την Κύπρο στην Ελλάδα σε αντάλλαγμα να ενωθούν οι Έλληνες με τους Άγγλους αλλά ο Γερμανόφιλος Κωνσταντίνος Α’ της Ελλάδας το αρνήθηκε. Με την Συνθήκη της Λωζάννης η νεοσύστατη Τουρκική Δημοκρατία του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ παραιτήθηκε από τα δικαιώματα της στην Κύπρο που ανακηρύχτηκε αποικία του Βρετανικού στέμματος (1925). Πολλοί Έλληνο-Κύπριοι και Τούρκο-Κύπριοι πολέμησαν στους δυο Παγκόσμιους πολέμους στον Βρετανικό Στρατό Ξηράς. Όταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος πολλοί εντάχθηκαν στο Κυπριακό Σύνταγμα. Οι Έλληνο-Κύπριοι είχαν πολλές ελπίδες ότι η Βρετανική διοίκηση θα τους βοηθήσει να ενωθούν με την Ελλάδα. Η επιθυμία είχε ρίζες στην Μεγάλη Ιδέα των Ελλήνων να αναστήσουν την Βυζαντινή Αυτοκρατορία με την Μικρά Ασία, την Κύπρο και πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη. Η Εκκλησία της Κύπρου που τα μέλη της είχαν εκπαιδευθεί στην Ελλάδα ήταν πρωταγωνιστές, οι Έλληνο-Κύπριοι ίδρυσαν την Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών (EOKA). Οι Έλληνο-Κύπριοι έβλεπαν το νησί σαν τμήμα του Ελληνισμού και είδαν την ένωση τους με την μητέρα Ελλάδα σαν φυσικό δικαίωμα. Η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα έγινε από την δεκαετία του 1950 τμήμα της Ελληνικής εθνικής πολιτικής.

Οι Τούρκο-Κύπριοι με την σειρά τους υποστήριξαν τα πρώτα χρόνια την Βρετανική κατοχή. Όταν είδαν την ανάπτυξη των Ελληνικών εθνικών κινημάτων αποφάσισαν να αντιδράσουν επειδή φοβήθηκαν την εκδίωξη τους από το νησί, αντιστάθηκαν σκληρά στην δράση της ΕΟΚΑ. Οι Τούρκο-Κύπριοι έβλεπαν τον εαυτό τους σαν ξεχωριστή εθνική ενότητα και διεκδίκησαν την δημιουργία δικού τους κράτους στο νησί. Ο Τούρκος ηγέτης Αντνάν Μεντερές δήλωσε την δεκαετία του 1950 ότι η Κύπρος ήταν «επέκταση της Ανατολής», απέρριψε την ιδέα για την διαίρεση του νησιού και ζήτησε την προσάρτηση ολόκληρης της Κύπρου στην Τουρκία. Την εποχή του οι οπαδοί του στην Τουρκία χρησιμοποίησαν σκληρά εθνικιστικά συνθήματα όπως «η Κύπρος είναι Τουρκική». Οι Τούρκοι σύντομα κατάλαβαν ότι οι ελπίδες τους ήταν μάταιες επειδή ο Τουρκικός πληθυσμός στο νησί αποτελούσε χαμηλή μειοψηφία, έφτανε μόλις στο 20%. Οι Τούρκο-Κύπριοι ακολούθησαν την δεκαετία του 1950 το σύνθημα «Διαίρεση ή Θάνατος» που διαδόθηκε ευρύτατα την δεκαετία του 1960. Σε συσκέψεις που ακολούθησαν στην Ζυρίχη και το Λονδίνο οι Τούρκοι δέχτηκαν υποτονικά την ίδρυση Κυπριακού κράτους αλλά η μεγάλη τους επιθυμία ήταν πάντοτε η δημιουργία Τουρκικού κράτους στα βόρεια.

Η Βρετανική κυριαρχία στην Κύπρο

Η Κυπριακή εκκλησία οργάνωσε τον Ιανουάριο του 1950 το Ενωτικό δημοψήφισμα υπό την επίβλεψη της χωρίς την συμμετοχή Τούρκο – Κύπριων, το αποτέλεσμα ήταν 96% υπέρ της Ένωσης με την Ελλάδα. Οι Έλληνες σύμφωνα με την Δημογραφία της Κύπρου αποτελούσαν το 80,2% του συνολικού πληθυσμού του νησιού, οι Βρετανοί πρότειναν την ίδρυση μιας ημιαυτόνομης Τουρκικής επαρχίας αλλά οι Τούρκοι το απέρριψαν. Η ΕΟΚΑ δημιουργήθηκε το 1955 με στόχο την ένωση με την Ελλάδα με ένοπλο αγώνα, ταυτόχρονα δημιουργήθηκε από τους Τουρκοκύπριους η Τουρκική Οργάνωση Αντίστασης ή ΤΑΞΙΜ σαν αντίβαρο με στόχο την δημιουργία Τουρκικού κράτους στο νησί. Οι Βρετανοί αξιωματούχοι ενίσχυσαν μυστικά την ΤΑΞΙΜ όπως φαίνεται από γράμμα που έστειλαν στον διοικητή της Κύπρου (15 Ιουλίου 1958), του ζητούσαν να μην κάνει καμιά ενέργεια εναντίον της ΤΑΞΙΜ για να μην χαλάσουν οι σχέσεις της Βρετανίας με την Τουρκία.

Οι Βρετανοί φεύγουν από την Κύπρο

Την 1η Απριλίου 1955 Έλληνες από την Κύπρο και την Ελλάδα ξεκίνησαν επισήμως απελευθερωτικό αγώνα (οργάνωση ΕΟΚΑ) έναντι των Βρετανών με σκοπό την ένωση με την Ελλάδα. Ο αγώνας τερματίστηκε το 1959, οπότε έγιναν οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου.Τη νύχτα της 15ης προς την 16η Αυγούστου του 1960, στις 2 μετά τα μεσάνυκτα στη Λευκωσία, ο κυβερνήτης της Κύπρου Χιου Φουτ διάβασε στην αίθουσα του Μεταβατικού Υπουργικού Συμβουλίου (που αργότερα έγινε Μέγαρο της Βουλής των Αντιπροσώπων) την προκήρυξη της βασίλισσας της Μεγάλης Βρετανίας, με την οποία ανακοίνωσε την εγκατάλειψη της αγγλικής κυριαρχίας στην Κύπρο, στη βάση των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου. Στη συνέχεια οι γενικοί πρόξενοι της Ελλάδας και της Τουρκίας Γ. Χριστόπουλος και Β. Τουρέλ, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ΄ και ο αντιπρόεδρος Φαζίλ Κιουτσούκ, έπειτα από σύντομες ομιλίες τους, υπέγραψαν μαζί με τον τελευταίο Άγγλο κυβερνήτη τα κείμενα των συμφωνιών που καθόριζαν τα της ανεξαρτητοποίησης της Κύπρου. Λίγο πριν το μεσημέρι της 16ης Αυγούστου έγινε στο μέγαρο του Κυβερνείου η υποστολή της βρετανικής σημαίας και η έπαρση της κυπριακής. Πριν κλείσουν 24 ώρες από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Κύπρου, ο σερ Χιου Φουτ είχε ήδη εγκαταλείψει την Κύπρο.

Ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας

Οι συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου είχαν υπογραφεί η μεν πρώτη στο ξενοδοχείο Ντόλτερ της Ζυρίχης στις 11 Φεβρουαρίου του 1959 από τους Κωνσταντίνο Καραμανλή και Αντνάν Μεντερές, πρωθυπουργό της Τουρκίας, η δε δεύτερη στο Λάνκαστερ Χάουζ του Λονδίνου στις 19 Φεβρουαρίου του 1959, από τους δύο προαναφερθέντες συν τον Βρετανό ομόλογό τους Χάρολντ Μακμίλαν, ενώ κάποια συνημμένα κείμενα είχαν υπογραφεί και από τους Μακάριο και Κιουτσούκ, οι οποίοι είχαν γνώση του συνόλου των συμφωνιών. Επίσης τότε ορίστηκαν οι δύο επίσημες γλώσσες του κράτους, η ελληνική και η τουρκική.

Στις 24 Αυγούστου του 1960, το Συμβούλιο Ασφαλείας Ηνωμένων Εθνών αποφάσισε ομόφωνα να εισηγηθεί στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών την ένταξη της Κύπρου στον Ο.Η.Ε.. Ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Κύπρου στον Ο.Η.Ε., Ζήνων Ρωσσίδης, εκφώνησε τον πρώτο λόγο του στη γενική συνέλευση στις 21 Σεπτεμβρίου.

Στις 20 Ιανουαρίου του 1961 η βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ του Ηνωμένου Βασιλείου, κατευθυνόμενη με τον δούκα του Εδιμβούργου, Φίλιππο προς την Ινδία, στάθμευσε για λίγο στην Κύπρο. Εκεί, στη βρετανική βάση Ακρωτηρίου, συνομίλησε με την ηγεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας τον Πρόεδρο Μακάριο, τον Αντιπρόεδρο Κιουτσούκ και τον υπουργό εξωτερικών Κυπριανού. Οι συνομιλίες είχαν μάλλον τυπικό και όχι ουσιαστικό χαρακτήρα, αλλά η συνάντηση συμβόλιζε και υπογράμμιζε τον λόγο που είχε η Βρετανία στα κυπριακά πράγματα ως εγγυήτρια δύναμη. Ακόμη, η παρουσία της Ελισάβετ υπογράμμισε τους δεσμούς της πρώην αποικίας με τη Βρετανική Κοινοπολιτεία. Στις 13 Μαρτίου του 1961 η Κύπρος έγινε δεκτή στην Κοινοπολιτεία. Ο Μακάριος κλήθηκε στη διάσκεψη και συμμετείχε στις εργασίες της δύο ημέρες αργότερα, συνοδευόμενος από τον Τουρκοκύπριο υπουργό Άμυνας Οσμάν Ορέκ. Καθ’ οδόν προς Λονδίνο συναντήθηκε στην Αθήνα με τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή. Σε δηλώσεις του ο Μακάριος υπογράμμισε ότι η είσοδος στην Κοινοπολιτεία δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην είσοδο σε συνασπισμό και τόνισε ότι θα ακολουθήσει αδέσμευτη πολιτική.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Η ναυμαχία του Κατάκολου (1821)

Η ναυμαχία του Κατάκολου αφορά σε μία σελίδα της ιστορίας μας, σχετικά άγνωστη, όταν ο ελληνικός στόλος υπό τον Ανδρέα Μιαούλη στις 30 Σεπτεμβρίου 1821 αντιμετώπισε σφοδρή επίθεση του Καρά-Αλή που με τα βαριά εξοπλισμένα σκάφη του έφερε σε δυσμενή θέση τους Έλληνες ναυτικούς. Την κρίσιμη όμως εκείνη στιγμή ο Σπετσιώτης Μπόντασης επιχείρησε τόλμημα από το οποίο σώθηκε όλη η μοίρα.

Η ναυμαχία του Κατάκολου στις 30 Σεπτεμβρίου 1821
Το Κατάκολο

Όπως αναφέρεται, προχώρησε ταχύτατα με τη Νάβα του ανάμεσα από τουρκικά πλοία. Εκείνα αντί να στρέψουν τα πυροβόλα εναντίον του φοβούμενα ότι το Σπετσιώτικο πλοίο ήταν πυρπολικό έσπευσαν να απομακρυνθούν σε αρκετή απόσταση. Τότε ο Μπόντασης εξαπέλυσε εκεί μια βάρκα γεμάτη από εύφλεκτες ύλες και της έβαλε φωτιά δημιουργώντας τεχνητό καπνό στην επιφάνεια της θάλασσας. Ο καπνός ήταν τόσο πολύς ώστε μετά από λίγο τα πλοία έγιναν αφανή μεταξύ τους και ο Μποντασης γύρισε γρήγορα στα ελληνικά.

Οι Τούρκοι πιστεύοντας ότι η φλεγόμενη βάρκα ήταν το Σπετσιώτικο πλοίο φοβήθηκαν την εφόρμηση προς πυρπόληση και άρχισαν να κανονιοβολούν κατά της εστίας του καπνού και έτσι τα ελληνικά πλοία κατόρθωσαν να διαφύγουν ακτοπλούντα και να περάσουν γύρω από το Κατάκολο.

Πηγή: https://olympia.gr/2018/09/30/η-άγνωστη-ιστορία-της-ναυμαχίας-του-κα/

Please follow and like us:
error0

Η μάχη του Καρβασαρά (1825)

Η μάχη του Καρβασαρά, που έγινε στις 28 Σεπτεμβρίου του 1825, ήταν μάχη κατά των Τούρκων. Βασικοί λόγοι ήταν η έντονη εμπορική δραστηριότητα και η σημαντική στρατηγική θέση της πόλης.

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης στη μάχη του Καρβασαρά
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης

Καθώς μαίνονταν ακόμα η πολιορκία του Μεσολογγίου, το οποίο βρίσκεται σε κοντινή απόσταση με την Αμφιλοχία, ο Κιουταχής ξεκίνησε από την Ήπειρο με προορισμό το Μεσολόγγι για να συνδράμει με τις δυνάμεις του. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης προέβλεψε ότι ο Καρβασαράς (σημερινή Αμφιλοχία Αιτωλοακαρνανίας) ήταν σημαντικό κέντρο εμπορίου και ότι τα στρατεύματα του Κιουταχή θα αντιμετώπιζαν πρόβλημα, αν ανέκοπτε την τροφοδότηση τους από τα καραβάνια. Τότε ανέλαβε δράση και κατέφθασε στην περιοχή με σκοπό να τους εμποδίσει.

Τα ξημερώματα της 28ης Σεπτεμβρίου με αρχηγό τον Γεώργιο Καραΐσκάκη, οι Έλληνες οπλαρχηγοί όρμησαν στους Τούρκους και τους έπιασαν κυριολεκτικά στον ύπνο. Επί τέσσερις ώρες πολέμησαν μαζί τους, αφήνοντας τους μόνο δύο επιλογές, να σκοτωθούν στη μάχη ή να ριχτούν στη θάλασσα.

Παρόλο που αμφότερες οι στρατιωτικές μονάδες ήταν μικρές σε αριθμό, η μάχη του Καρβασαρά έφερε μεγάλη νίκη για τους Έλληνες. Συνολικά 300 Τούρκοι σκοτώθηκαν και όσοι γλίτωσαν από τα χέρια τους πνίγηκαν στη θάλασσα. Από την πλευρά των Ελλήνων υπήρχε μόλις μία απώλεια.
Σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες των ίδιων των πρωταγωνιστών, ακόμα και τα ευρωπαϊκά πλοία που ήταν δεμένα στο λιμάνι, απομακρύνθηκαν εκείνο το πρωινό από τον φόβο τους.

Πηγή: https://xiromeropress.gr

Please follow and like us:
error0

Η μάχη του Μυριοκέφαλου (1176)

Η μάχη του Μυριοκέφαλου διεξήχθη μεταξύ Βυζαντινών και Σελτζούκων του Ικονίου, στις 17 Σεπτεμβρίου 1176, στην ομώνυμη τοποθεσία (εγκαταλελειμμένος οικισμός) στη Φρυγία, κοντά στην πόλη Λαοδίκεια (σημερινό Ντενιζλί στην Τουρκία). Αν και η μάχη αυτή έληξε ισόπαλη με τεράστιες απώλειες από την πλευρά των Σελτζούκων, το γεγονός ότι οι Σελτζούκοι κατάφεραν να εξουδετερώσουν τις πολιορκητικές μηχανές των Βυζαντινών ακυρώνοντας την εκστρατεία τους πέρασε στην ιστορία ως «συντριπτική νίκη» του Σουλτάνου του Ικονίου Κιλίτς Αρσλάν Β΄ και ως «πανωλεθρία» του Μανουήλ Α΄ Κομνηνού.

Οι Τούρκοι πριν τη μάχη του Μυριοκέφαλου είχαν καταλάβει τις διαβάσεις της περιοχής
Μάχη του Μυριοκέφαλου

Τα γεγονότα πριν τη μάχη του Μυριοκέφαλου

Ο Μανουήλ Α’ Κομνηνός είχε ρήξει το βάρος των ενεργειών του προς τη Δύση χωρίς ωστόσο να παραμελήσει εντελώς τα ανατολικά ζητήματα. Προτίμησε να έχει ειρηνικές σχέσεις μαζί τους. Ο Σουλτάνος του Ικονίου Κιλίτς Αρσλάν επιδίωκε και αυτός καλές σχέσεις με τους Βυζαντινούς, ιδιαίτερα λόγω ενδοτουρκικών φιλονικιών.

Μετά το 1773 όμως ο Κιλίτς Αρσλάν υποκινούμενος από τον Φρειδερίκο Βαρβαρόσσα κινήθηκε μαζί με τους Αρμένιους της Κιλικίας εναντίον των Βυζαντινών. Για να προλάβει την επίθεση ο Μανουήλ έσπευσε να οχυρώσει το Δορύλαιο. Αυτή η οχύρωση αποτέλεσε την αφορμή για την όξυνση των σχέσεων Βυζαντίου και Σελτζούκων Τούρκων.

Τα γεγονότα της μάχης του Μυριοκέφαλου

Ο Μανουήλ αποφάσισε να επιτεθεί πρώτος για να προλάβει μεγαλύτερες δυσκολίες που θα παρουσιάζονταν αργότερα. Έτσι, το καλοκαίρι του 1176 οργάνωσε μεγάλη εκστρατεία εναντίον των Τούρκων για να συνεχίσει το έργο που άφησε ημιτελές τριάντα χρόνια πριν. Με πολυπληθές μισθοφορικό στράτευμα και διακεκριμένους στρατηγούς προχώρησε προς τη Φρυγία και συνάντησε τους Τούρκους στο Μυριοκέφαλο, «φρούριον δε τούτο παλαιόν και αοίκητον» κατά τον Μιχαήλ Χωνιάτη. Ο Κιλίτς Αρσλάν ζήτησε ειρήνη αλλά ο Μανουήλ στηριζόμενος στο πολυπληθές του στράτευμα απέρριψε το αίτημα του σουλτάνου και προτίμησε τον πόλεμο. Έπεσε έξω, όμως,στις εκτιμήσεις του.

Παρά την αυτοπεποίθηση του, η μάχη απέβη μοιραία για τον Μανουήλ γιατί οι Τούρκοι είχαν φροντίσει να καταλάβουν τις διαβάσεις της περιοχής και έτσι κατόρθωσαν να εμποδίσουν την προέλαση του βυζαντινού στρατού και την κατά μέτωπο επίθεση εναντίον τους. Η ήττα του αυτοκράτορος την 17η Σεπτεμβρίου υπήρξε δεινή. Ο στρατός του πανικοβλήθηκε, πολλοί σκοτώθηκαν και ο Μανουήλ ο ίδιος τραυματίστηκε και μόλις που διέφυγε τη σύλληψη. ύστερα από αυτή την ήττα ο Μανουήλ αναγκάστηκε να συνάψει ειρήνη με τον σουλτάνο έναντι φόρου και διαβεβαιώσεως κατεδαφίσεως των οχυρών του Δορυλαίου.

Αποτίμηση της μάχης του Μυριοκέφαλου

Η μάχη του Μυριοκέφαλου υπήρξε πολύ σημαντική. Πολλοί ιστορικοί την παρομοιάζουν με την μάχη του Ματζικέρτ. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια σνέχεις της συμφοράς του 1071, την οποία με επιτυχία ανέβαλε η ανατολική ποιτική του Ιωάννη Β’ . Μετά το Μυριοκέφαλο οι Τούρκοι συνέχισαν τις επιδρομές τους στην Καρία και τη Φρυγία και λεηλάτησαν πολλές πόλεις. Η δύναμη των Βυζαντινών μειώθηκε στη Μικρά Ασία με τεράστιες επιπτώσεις στον οικουμενικό οραματισμό του Μανουήλ αλλά και στην περαιτέρω τύχη και πολιτική ύπαρξη του Βυζαντίου.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Η μάχη του Ματζικέρτ (1071)

Η μάχη του Ματζικέρτ διεξήχθη τον Αύγουστο του 1071 στην περιοχή της λίμνης Βαν στη νοτιοανατολική Αρμενία, μεταξύ Βυζαντινών και Τούρκων. Η δεινή στρατιωτική ήττα των Βυζαντινών θα σημάνει την αρχή της παρακμής της αυτοκρατορίας.

Η στρατιωτική ήττα των Βυζαντινών στη μάχη του Ματζικέρτ θα σημάνει την αρχή της παρακμής της αυτοκρατορίας.
Η μάχη του Ματζικέρτ

Τα γεγονότα πριν τη μάχη του Ματζικέρτ

Ο αυτοκράτορας Ρωμανός Δ΄ξεκίνησε την Κυριακή της Ορθοδοξίας (13 Μαρτίου 1071) ακολούθησε τη βορεινή οδό, περνώντας τους ποταμούς Σαγγάριο και Άλυ και από τη Σεβάστεια κατευθύνθηκε στην Θεοδοσιούπολη (σημερινό Ερζερούμ). Ο Ρωμανός αγνοώντας τους κανόνες στρατηγικής και τακτικής χώρισε το στράτευμα, αποσπώντας αρκετές μονάδες κατά του Χλιάτ (γειτονική περιοχή του Ματζικέρτ) και με το υπόλοιπο προχώρησε προς το Ματζικέρτ, πόλη βυζαντινή που πριν λίγο είχαν καταλάβει οι Τούρκοι.

Το Ματζικέρτ παραδόθηκε, οι ακροβολισμοί συνεχίστηκαν, αλλά στρατιωτικοί και διπλωματικοί χειρισμοί του αυτοκράτορα αποδείχθηκαν ατυχείς. Παραβαίνοντας τη βασιλική διαταγή να σπεύσουν στο βασιλικό στρατόπεδο οι στρατηγοί του αποσπασθέντος στρατιωτικού σώματος, απέσυραν το στρατό στα αυτοκρατορικά εδάφη και, ακολουθώντας την οδό της Μεσοποταμίας, μόλις έμαθαν τον βιαστικό ερχομό του σουλτάνου στο θέατρο του πολέμου.

Ο σουλτάνος, απασχολημένος στο μέτωπο της Συρίας, με τους Φατιμίδες, διαβίβασε προτάσεις ειρηνευτικές (17 Αυγούστου 1071) στις οποίες ο Ρωμανός απάντησε με υπεροψία. Κι ενώ είχε δεχθεί τη διεξαγωγή συνομιλιών και περίμενε την απάντηση σε δικές του προτάσεις, αποφάσισε να επιτεθεί πεπεισμένος από τους συμβούλους του ότι οι προτάσεις ειρήνης του σουλτάνου ήταν πρόσχημα για να κερδίσει καιρό και να συγκεντρώσει δυνάμεις.

Τα γεγονότα της μάχης του Ματζικέρτ

Την πρωτοβουλία της επίθεσης ανέλαβε ο αυτοκράτορας στρατοπεδευμένος έξω από το Ματζικέρτ. Ο σουλτάνος, που έσπευσε από το μέτωπο της Συρίας στην Αρμενία, προτίμησε να παρασύρει τον αντίπαλο πέρα από τη βάση του. Ο αυτοκράτορας, καθώς δεν είχε απέναντι του άλλες εχθρικές δυνάμεις και το στρατόπεδο διέθετε μικρή φρουρά, διέταξε σύμπτυξη και επέστρεφε ομαλά με τα κοντινά τμήματα. Αλλά τα μακρινά, αγνοώντας την εντολή, θορυβήθηκαν όταν είδαν τη βασιλική σημαία να επιστρέφει και πίστεψαν τη σκόπιμη διάδοση του Ανδρόνικου Δούκα ότι πρόκειται για βασιλική υποχώρηση, καθώς τον είδαν να φεύγει τρέχοντας με τους δικούς του στρατιώτες. Τον πανικό εκμεταλλεύτηκε ο σουλτάνος, που έριξε αμέσως τις δυνάμεις του κατά των Βυζαντινών, τους οποίους ο αυτοκράτορας μάταια προσπάθησε να ανασυντάξει. Ο ίδιος ο Ρωμανός πολέμησε με γενναιότητα και αυτοθυσία, ακόμη και πεζός και πληγωμένος στο χέρι, ώσπου αιχμαλωτίστηκε.

Από τις πιο δραματικές ώρες τις βυζαντινής ιστορίας είναι η προσαγωγή του αιχμάλωτου αυτοκράτορα και η θαυμαστή συμπεριφορά του Τούρκου αρχηγού προς τον αντίπαλο, μεγαλόψυχη και τιμητική, σε έντονη αντίθεση με την ανόσια μεταχείριση που έτυχε από τους ομοεθνείς του.

Οι όροι της ειρήνης

Οι όροι της συμφωνίας αναγράφονται τόσο στις ελληνικές πηγές όσο και στις αραβικές. Συμφώνησαν για τη διατήρηση του εδαφικού καθεστώτος – η συνοριακή γραμμή από το Ματζικέρτ ως την Αντιόχεια μέσω Εδέσσης-Ιεραπόλεως περέμενε η ίδια – , την ειρηνική επικοινωνία τον δύο λαών, την αποχή των Τούρκων από τη λεηλασία της βυζαντινής επικράτειας, την ανταλλαγή των αιχμαλώτων Τούρκων εισβολέων και βυζαντινών στρατιωτών, την υπόσχεση του αυτοκράτορα καταβολής σημαντικών λύτρων και γάμου των παιδιών τους.

Αποτίμηση της μάχης του Ματζικέρτ

Η σύνεση και η μετριοπάθεια του σουλτάνου και η προτεραιότητα που απέδιδε στην ενοποίηση του μουσουλμανικού κόσμου υπό την ηγεσία του, αλλά και η διάσωση του μεγαλύτερου μέρους του βυζαντινού εκστρατευτικού σώματος (τα τμήματα που είχαν σταλεί στο Χλιάτ) και οι λιγοστές βυζαντινές απώλειες δεν έδιναν στη μάχη του Ματζικέρτ τον χαρακτήρα εθνικής καταστροφής. Το συντριπτικό ηθικώς και πολιτικώς ήταν η αιχμαλωσία του αυτοκράτορα. Η εθνική καταστροφή ακολούθησε όχι γιατί χάθηκε μια μάχη στις εσχατιές του κράτους – και στο παρελθόν είχαν χαθεί μάχες μέσα στην καρδιά της αυτοκρατορίας – αλλά γιατί άρχισε εμφύλιος πόλεμος και συνεχίστηκε η εσωτερική διαμάχη, που τις τελευταίες δεκαετίες δυναμίτιζε την ομαλότητα και μεθόδευε απερίσκεπτα τη στρατιωτική αποδυνάμωση του Βυζαντίου.

Πηγή: «Βυζαντινή Ιστορία», Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, εκδ. ΒΑΝΙΑΣ

Please follow and like us:
error0