Η Ρόδος (5300π.Χ.-…)

Η Ρόδος είναι το μεγαλύτερο νησί των Δωδεκανήδων και βρίσκεται σε απόσταση 250 μιλίων από τον Πειραιά. Πρωτεύουσα του νησιού είναι η πόλη της Ρόδου χωρισμένη σε νέα και παλιά που περιβάλλεται από μεσαιωνικά τείχη και μεταφέρει τον επισκέπτη στο παρελθόν.

Η προϊστορική Ρόδος

Η Ρόδος κατοικείται τουλάχιστον από την Ύστερη Νεολιθική εποχή (5300 – 4800 π.Χ.). Γενικώς αποδεκτή θεωρία είναι πως οι πρώτοι πληθυσμοί μετανάστευσαν στο νησί από τις απέναντι μικρασιατικές ακτές. Τα παλαιότερα ευρήματα στη Ρόδο προέρχονται από την ανατολική και βορειοανατολική πλευρά του νησιού. Στο σπήλαιο Ερημόκαστρο στις Καλυθιές οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν απολιθωμένα οστά νάνων ελεφάντων της Λίθινης εποχής. Η πρώτη ανθρώπινη δραστηριότητα μαρτυρείται στο σπήλαιο Κούμελο στον Αρχάγγελο και το σπήλαιο Αγίου Γεωργίου στις Καλυθιές. Τα ευρήματα περιλαμβάνουν ακονισμένες πέτρες και οστά ζώων (που χρησιμοποιούνταν ως εργαλεία κοπής ή/και όπλα), θραύσματα αγγείων με υπολείμματα δημητριακών, σκεύη μαγειρικής, εργαλεία για το γνέσιμο του μαλλιού κ.α.

Η Ρόδος
Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Καμείρου.

Στην περιοχή Ασώματος Κρεμαστής, στη βορειοδυτική πλευρά του νησιού, βρέθηκε ο παλαιότερος Νεολιθικός οικισμός, που χρονολογείται στο 2400 – 1950 π.Χ.. Δεν είναι ξεκάθαρο αν υπήρξε Μινωική αποίκιση στη Ρόδο, όμως ευρήματα αποδεικνύουν ότι υπήρχαν, τουλάχιστον, εμπορικές επαφές με τους Μινωίτες. Η γεωγραφική θέση της Ρόδου την κατέστησε, από νωρίς, κόμβο εμπορίου, με προϊστορικά ευρήματα να υποδεικνύουν εμπορικές επαφές, πέρα από τη Μινωική Κρήτη, με την Κύπρο, την Αίγυπτο, τη Φοινίκη και φυσικά τον Ελλαδικό χώρο.

Η αποίκιση της Ρόδου από τους Μυκηναίους χρονολογείται τον 15ο αιώνα π.Χ. Τα ευρήματα αυτής της περιόδου προέρχονται από τάφους, με ενδιαφέροντα κτερίσματα, όπως διάφορα αγγεία τελετουργικής χρήσης, ξίφη, δόρατα, χάλκινα εργαλεία καθημερινής χρήσης, αλλά και κοσμήματα υψηλής τεχνικής. Εκτιμάται πως τη Μυκηναϊκή εποχή χτίστηκε η αρχαιότερη πόλη της Ρόδου, η Αχαΐα, γνωστή από φιλολογικές πηγές. Κατά τις μετακινήσεις των ελληνικών φύλων τον 11ο αιώνα π.Χ., η Ρόδος αποικίστηκε από τους Δωριείς.

Η αρχαία και μεσαιωνική Ρόδος

Στα τέλη του επόμενου αιώνα, οι τρεις ηγέτιδες ροδιακές πόλεις (Λίνδος, Ιαλυσός, Κάμειρος) αποτέλεσαν τη βάση για τη δημιουργία της πανίσχυρης Δωρικής Εξάπολης. Τον 6ο αιώνα π.Χ. στη Λίνδο αναδείχθηκε τύραννος ο Κλεόβουλος ο Ρόδιος. Ο βίος και η πολιτεία του τον κατέταξαν στους Επτά Σοφούς της Αρχαιότητας. Στα 408 π.Χ. Λίνδος, Ιαλυσός και Κάμειρος ενώθηκαν και σχημάτισαν την πόλη της Ρόδου. Με θαυμαστούς εμπορικούς νόμους και με ικανότατο ναυτικό, η Ρόδος για μακρά περίοδο εξελίχθηκε σε θαλασσοκράτειρα.

Τον 4ο π.Χ. αιώνα έφτασε σε πολύ μεγάλη ακμή με 3.000 αγάλματα να την κοσμούν καθώς συγκέντρωνε στο έδαφος της πολλούς καλλιτέχνες. Ανάμεσα τους και ο Λίσιππος, επίσημος ανδριαντοποιός του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Μαθητής του Λίσιππου ήταν ο χαλκουργός Χάρης, ο οποίος φιλοτέχνησε τον περίφημο Κολοσσό της Ρόδου.

Οι Ρόδιοι αντιστάθηκαν στον Αντίγονο, έναν από τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου που θέλησε να τους συμπεριλάβει στο πρόσκαιρο κράτος του. Με εξαίρεση τη συμμαχία με τον Αντίοχο Α΄(βασιλιά της Συρίας) και τον Αντίγονο Γονατά (βασιλιά της Μακεδονίας) σε μαι σύγκρουση με τον Πτολεμαίο της Αιγύπτου οι Ρόδιοι έζησαν μεγάλη ειρηνική περίοδο, διατηρώντας δύσκολη ουδετερότητα.

Από τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. η Ρόδος αναπτυσσόταν ως μεγάλο εμπορικό και οικονομικό κέντρο, όπου είχαν την έδρα τους εξειδικευμένοι «εμπορικοί πράκτορες». Ροδίτικα αγγεία αυτής της εποχής βρέθηκαν στην κυρίως Ελλάδα στη Μικρά Ασία, την Αίγυπτο, τη Συρία, την Παλαιστίνη, τις βόρειες ακτές του  Εύξεινου Πόντου, την Ιταλία και την Καρχηδόνα. Και αυτό σημαίνει τεράστιο δίκτυο εξαγωγικού εμπορίου. Η οικονομία του νησιού πήγαινε τόσο καλά, ώστε δεν σημειώθηκαν εκεί εξεγέρσεις όπως σε άλλες περιοχές. Αν και το πολίτευμα ήταν δημοκρατικό τη Ρόδο διοικούσαν λίγες πλούσιες οικογένειες. Άλλωστε, η κοινωνία των Ροδίων ήταν αρκετά συντηρητική: Αν Ρόδιος παντρευόταν μια ξένη, τα παιδιά τους δεν θα είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα.

Οι αρχές της Ρόδου συντηρούσαν στρατό και στόλο, όπου οι γόνοι των «λαών οικογενειών» κατατάσσονταν για να εξασφαλίσουν ναυτική σταδιοδρομία. Οι λεπτές διπλωματικές ισορροπίες παραμερίστηκαν αργότερα, όταν οι Ρόδιοι συμμάχησαν με τους Ρωμαίους και κατάφεραν να κυριαρχήσουν στην περιοχή, καθώς ασκούσαν έξυπνη εξωτερική πολιτική. Στα 44 π.Χ., συνωμοσία δημοκρατικών με αρχηγούς τον Μάρκο Ιούνιο Βρούτο και τον Λογγίνο Γάιο Κάσιο, κατέληξε στη δολοφονία του Ιούλιου Καίσαρα στη Ρώμη. Οι συνωμότες δεν είχαν υπολογίσει την αντίδραση του Οκταβιανού και του Μάρκου Αντώνιου που τους κυνήγησαν. Δύο χρόνια αργότερα (42π.Χ.), οι δυνάμεις του Κάσσιου βρισκόταν στη Ρόδο. Ο Κάσσιος ζήτησε τη βοήθεια των ντόπιων. Του την αρνήθηκαν. Πολιόρκησε και  κατέστρεψε την πόλη. 

Οι Ρόδιοι όμως είχαν διαλέξει το σωστό στρατόπεδο. Την ίδια χρονιά, στους Φιλίππους, Βρούτος και Κάσσιος νικήθηκαν και αυτοκτόνησαν. Η Ρόδος συνήλθε από το χτύπημα και συνέχιζε να ακμάζει για διακόσια ακόμα χρόνια. Ο σεισμός, όμως, του 155 μ.Χ., που έπληξε το νησί, ήταν καταστροφικός. Η Ρόδος δεν μπόρεσε να ανακάμψει. Ξεκίνησε μακρά περίοδος παρακμής.

Μετά από δυόμισι αιώνες όταν το νησί ανήκε στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τη μετέπειτα Βυζαντινή Αυτοκρατορία, το νησί γνώρισε νέα άνθηση. Ήταν τα χρόνια που οι δρόμοι του θαλάσσιου εμπορίου διασταυρώνονταν στα νερά της.

Η ακμή είχε το δικό της κόστος. Σαρακηνοί πειρατές προκάλεσαν καταστροφές το 651μ.Χ. Μπήκαν στην πόλη, βρήκαν ριγμένο τον Κολοσσό της Ρόδου, τον τεμάχισαν και πήραν τα κομμάτια του να τα πουλήσουν για μέταλλο. Οι Άραβες Αλ Ρασίντ που μάχονταν το Βυζάντιο, αποβιβάστηκαν το 807 στη Ρόδο και προκάλεσαν νέες καταστροφές.

Το 1097 ήταν η σειρά των σταυροφόρων. Έπλεαν στους Αγίους Τόπους αλλά δεν έλεγαν «όχι» σε ληστείες και αρπαγές, όπου μπορούσαν. Ήταν οι «πολεμιστές του Χριστού» της Α΄ Σταυροφορίας. Η Β΄ Σταυροφορία απέτυχε, η Γ΄ Σταυροφορία προτίμησε να ασχοληθεί με την Κύπρο και η Δ΄ Σταυροφορία σταμάτησε στην Κωνσταντινούπολη. Η κατάληψη της Βασιλεύουσας από τους Φράγκους έκοψε τους δεσμούς της Ρόδου με τη μητρόπολη. Το νησί πέρασε στη δικαιοδοσία του τοπικού αφέντη Λέοντα Γαβαλά και στη συνέχεια του αδελφού του Ιωάννη.

Οι «Ιππότες» της Ρόδου

Στα 1309 ήρθαν οι «Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ». Ένα πανίσχυρο κάστρο περιέβαλλε την πόλη της Ρόδου. Επτά εντυπωσιακές πύλες επέτρεπαν την επικοινωνία με τον έξω κόσμο . Κάθε πύλη ανήκε στη δικαιοδοσία μιας από τις επτά «γλώσσες» των Ιπποτών, ανάλογα με την καταγωγή τους: Προβηγκία (Νότια Γαλλία), Ωβέρνη (Κεντρική Γαλλία), Γαλλία (λοιπή χώρα), Αγγλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία. Αργότερα η ισπανική «γλώσσα» χωρίστηκε στης Αραγονίας και της Καστίλης, χωρίς φυσικά να δημιουργηθεί καμία επιπλέον πύλη.  

Κάθε «γλώσσα» είχε το δικό της τόπο συγκέντρωσης αλλά οι Ιππότες διατηρούσαν κατοικίες στο «κολλάκιο», ένα είδος συνοικίας αποκλειστικά για τα μέλη του τάγματος. Στο τέρμα του δρόμου των Ιπποτών, υψώθηκε το παλάτι του Μεγάλου Μάγιστρου. Η πόλη διαμορφώθηκε στα πρότυπα του δυτικού κράτους της εποχής και η ζωή των Ιωαννιτών και των Ελλήνων εξελίχθηκε στα πλαίσια της εξυπηρέτησης του αμοιβαίου συμφέροντος.

Οι Έλληνες της πόλης εξελίχθηκαν σε σπουδαίους εμπόρους, τραπεζίτες, διπλωμάτες και διοικητικά στελέχη της μικτής κοινωνίας. Αναφέρεται πλήθος Ελλήνων που ανέλαβαν λεπτές διπλωματικές αποστολές, ενώ, το 1401, ο Δραγονέτος Κλαβέλλης αγόρασε τη Νίσυρο. Ο ίδιος εξελίχθηκε σε σύμβουλο του Μεγάλου Μαγίστρου και αργότερα σε διαχειριστή των οικονομικών του τάγματος. Οι Έλληνες της υπαίθρου, σε τουλάχιστον σε 45 οικισμούς, συνέχισαν γεωργοί και κτηνοτρόφοι, δουλοπάροικοι ή ελεύθεροι. Η πόλη, όπου δεν έλειπαν οι φτωχοί (σκλάβοι, πόρνες, εργάτες, τεχνίτες, ναυτικοί αποτελούσαν το υπόστρωμα, πάνω στο οποίο ζούσε η αριστοκρατία του πλούτου), τους είχε ανάγκη, καθώς ο αστικός πληθυσμός μεγάλωνε και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου ενίσχυε την κατανάλωση.

Κάποια στιγμή, απαγορεύτηκε η εξαγωγή σιταριού, λαδιού, κρασιού και παστού κρέατος επειδή η παραγωγή δεν κάλυπτε την ντόπια ζήτηση. Σε ροδίτικα κείμενα της εποχής αναφέρεται ότι «Φράγκισσες και Ρωμιές» είχαν τις ίδιες φορεσιές. Με όλα αυτά η πνευματική ανάπτυξη ήρθε φυσιολογικά. Με επακόλουθο να ανθήσουν τα Γράμματα και οι Τέχνες (ζωγραφική, γλυπτική, αγιογραφία), η πολεοδομία, η αρχιτεκτονική και η τέχνη των οχυρωματικών έργων.

Οι Τούρκοι στη Ρόδο

Στα 1522, στην επιτροπή των Ιπποτών που έκανε τις διαπραγματεύσεις με το σουλτάνο Σουλεϊμάν, υπήρχαν και Έλληνες. Χάρη σε αυτούς, οι κάτοικοι του νησιού μπόρεσαν να φύγουν μαζί με τα μέλη του τάγματος, ενώ, όσοι έμειναν, γλύτωσαν το τούρκικο μαχαίρι της εκδίκησης. Στους επόμενους αιώνες η Ρόδος είχε την κοινή τύχη των υπολοίπων από τα Δωδεκάνησα. Ενσωματώθηκε στην Ελλάδα στις 7 Μαρτίου 1948.

Άλωση της Κωνσταντινούπολης (29 Μαΐου 1453)

Ο Γεώργιος Φραντζής είναι ίσως η πιο αξιόπιστη πηγή όσον αφορά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Ο Γεώργιος Φραντζής ήταν επιστήθιος φίλος και μυστικοσύμβουλος του τελευταίου αυτοκράτορα των Ελλήνων Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μέρος του Χρονικού του Βυζαντινού συγγραφέα.

Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Βιβλίο Γ΄

Κεφάλαιο Η΄

Όταν μπήκαν οι εχθροί στην Πόλη, έδιωξαν τους χριστιανούς που είχαν απομείνει στα τείχη με τηλεβόα, βέλη, ακόντια και πέτρες. Έτσι έγιναν κύριοι ολόκληρης της Κωνσταντινούπολης, εκτός των πύργων του βασιλείου, του Λέοντος και του Αλεξίου, τους οποίους κρατούσαν οι ναύτες από την Κρήτη και πολέμησαν από τις 6 μέχρι τις 8 το απόγευμα και σκότωσαν πολλούς Τούρκους. Βλέποντας το πλήθος των εχθρών που είχαν κυριεύσει την πόλη, δεν ήθελαν να παραδοθούν αλλά έλεγαν ότι προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να ζήσουν. Κάποιος Τούρκος ειδοποίησε τότε το σουλτάνο για την ηρωική άμυνά τους κι εκείνος συμφώνησε να τους επιτρέψει να φύγουν με το πλοίο και όλα τα πράγματα που είχαν μαζί τους. Παρά τις υποσχέσεις του, όμως, ο σουλτάνος με πολύ κόπο κατάφερε να τους πείσει να αφήσουν τους πύργους κα να φύγουν. Δυο αδέλφια, οι Ιταλοί Παύλος κα Τρωίλος, πολέμησαν με γενναιότητα μαζί με αρκετούς άλλους στη θέση που είχαν αναλάβει. Κατά τη διάρκεια του αγώνα σκοτώθηκαν πολλοί κι από τις δυο πλευρές. Σε μια στιγμή ο Παύλος είδε τους εχθρούς μέσα στην πόλη και είπε στον αδελφό του: «Χάθηκαν τα πάντα. Κρύψου ήλιε και θρήνησε γη. Η Πόλη έπεσε. Ανώφελο πια να πολεμάμε. Ας κοιτάξουμε τουλάχιστον να σωθούμε εμείς οι ίδιοι».

Έτσι, οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Κωνσταντινούπολης την Τρίτη 29 Μαΐου 1453 στις δυόμισι το μεσημέρι. Άρπαζαν και αιχμαλώτιζαν όσους έβρισκαν μπροστά τους, έσφαζαν όσους επιχειρούσαν να αντισταθούν και σε ορισμένα μέρη δε διακρινόταν η γη από τα πολλά πτώματα που ήταν πεσμένα κάτω. Το θέαμα ήταν φρικτό. Παντού ακούγονταν θρήνοι και παντού γίνονταν αρπαγές γυναικών όλων των ηλικιών. Αρχόντισσες, νέες κοπέλες και καλόγριες σέρνονταν από τα μαλλιά έξω από τις εκκλησίες όπου είχαν καταφύγει, ενώ έκλαιγαν και οδύρονταν. Ποιος μπορούσε να περιγράψει τα κλάματα και τις φωνές των παιδιών ή τη βεβήλωση των ιερών εκκλησιών. Το Άγιο Σώμα και Αίμα του Χριστού χυνόταν στη γη. Οι Τούρκοι άρπαζαν τα ιερά σκεύη, τα έσπαζαν ή τα κρατούσαν για λογαριασμό τους. Το ίδιο έκαναν και με τα ιερά αναθήματα. Ποδοπατούσαν τις άγιες εικόνες, τους αφαιρούσαν το χρυσάφι, το ασήμι, τους πολύτιμους λίθους, και έφτιαχναν με αυτές κρεβάτια και τραπέζια. Άλλοι στόλιζαν τα άλογα τους με τα χρυσοΰφαντα μεταξωτά άμφια των ιερέων και άλλοι τα έκαναν τραπεζομάντηλα. Άρπαζαν τα πολύτιμα μαργαριτάρια από τα άγια κειμήλια, καταπατούσαν τα ιερά λείψανα των Αγίων, και, σαν πραγματικοί πρόδρομοι του διαβόλου, έκαναν αμέτρητα ανοσιουργήματα, που μόνο το θρήνο μπορούν να προκαλέσουν.  Χριστέ, βασιλιά μου, οι αποφάσεις Σου ξεπερνάνε το μυαλό του ανθρώπου! Μέσα στην απέραντη εκκλησία της Αγιάς Σοφιάς, τον επίγειο ουρανό, το θρόνο τα δόξας του  Θεού, το άρμα των Χερουβείμ, το θείο δημιούργημα, το αξιοθαύμαστο κατασκεύασμα, το στολίδι της γης, τον ωραιότερο από όλους τους ναούς, έβλεπε κανείς τους Τούρκους να τρων και να πίνουν στο Ιερό Βήμα και στην Αγία Τράπεζα ή να ασελγούν πάνω σε γυναίκες, νέες κοπέλες και μικρά παιδιά. Ποιος μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος και να μη θρηνήσει για την αγία εκκλησία μας; Όλοι πονούσαν από το κακό που έβλεπαν. Στα σπίτια θρήνοι και κλάματα, στους δρόμους οδυρμοί, στις εκκλησίες ανδρικές κραυγές πόνου, γυναικεία μοιρολόγια, βαρβαρότητες, φόνοι και βιασμοί. Οι ευγενείς ατιμάζονταν και οι πλούσιοι έχαναν τις περιουσίες τους. Σε όλες τις πλατείες και τις γωνιές της πόλης γίνονταν αμέτρητα κακουργήματα. Κανένα μέρος ή καταφύγιο δεν γλύτωσε από την έρευνα και τη βεβήλωση. Οι άπιστοι έσκαψαν κήπους και γκρέμισαν σπίτια για να βρουν χρήματα ή κρυμμένους θησαυρούς. Όσα βρήκαν, τα πήραν για να χορτάσουν την απληστία τους. Χριστέ, βασιλιά μου, γλίτωσε από τη θλίψη και τον πόνο όλες τις πόλεις και τις χώρες όπου κατοικούν χριστιανοί.

Γεώργιος Φραντζής

Το Καστελόριζο (5.000π.Χ.-…)

Το Καστελόριζο βρίσκεται στο πιο ανατολικό σημείο της ελληνικής επικράτειας, νότια στις νοτιοδυτικές ακτές της Μικράς Ασίας, 72 μίλια από τη Ρόδο, 320 από τον Πειραιά. Διοικητικά, υπάγεται στην επαρχία Ρόδου και έχει εξαρτημένα νησάκια τον Άγιο Γεώργιο (ή Γευ), την Στρογγύλη (ή Υψηλή), τη Ρω και πολλές βραχονησίδες.

Το Καστελόριζο
Χαλκογραφία του Καστελόριζου του 1837

Ο ένας και μοναδικός οικισμός του (Καστελόριζο ή Μεγίστη) βρίσκεται στον μυχό κόλπου στην βορειοανατολική ακτή. Κάποτε πάνω από το λιμάνι του Καστελόριζου δέσποζε το Κάστρο των Ιωαννιτών Ιπποτών. Σήμερα σώζονται μόνο λίγα τμήματά του.

Νεολιθικά ευρήματα μαρτυρούν την κατοίκηση του νησιού από το 5.000π.Χ. Το νησί πρέπει να υπήρξε μινωικός εμπορικός σταθμός, ενώ, στη συνέχεια, δέχτηκε Μυκηναίους αποίκους. Οικιστής του νησιού θεωρείται ο Μεγιστεύς (από τον οποίο πήρε το όνομα Μεγίστη), ενώ λατρευόταν ο Δίας ο Μεγιστεύς.

Στα ιστορικά χρόνια έφτασε σε μεγάλη ακμή και εξελίχθηκε σε μητρόπολη αποικιών στην απέναντι μικρασιατική ακτή της Λυκίας. Εντάχθηκε όπως και τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα στις Α΄ και Β΄ Αθηναϊκές Συμμαχίες. Πέρασε στη ρωμαϊκή κατοχή το 79π.Χ.

Το κάστρο πάνω από το λιμάνι χτίστηκε από τους Ιωαννίτες Ιππότες που το 1309 μ.Χ. εγκαταστάθηκαν στη Ρόδο. Επειδή στηρίζεται πάνω σε κόκκινα βράχια, το είπαν «Καστέλο Ρόσο» που παραφράστηκε σε Καστελόριζο, δίνοντας νέο όνομα στο νησί.

Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι κάτοικοι του Καστελόριζου απέκτησαν αξιόλογο εμπορικό στόλο και ναύλωναν τα καράβια τους στην «γραμμή» Αλεξάνδρεια (Αίγυπτο)-Ιταλία και Καραμανία (περιοχή Μικράς Ασίας)-Ιταλία, μεταφέροντας βαμβάκι και μέλι. Τον 17ο αιώνα, Νεοέλληνες μετανάστες πύκνωσαν τον πληθυσμό του νησιού. Στα μέσα του αιώνα αυτού, το νησί βρέθηκε στη δίνη του πολέμου ανάμεσα στη Βενετία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στις 22 Σεπτεμβρίου 1659, οι Βενετοί έκανα απόβαση στο νησί και κατέστρεψαν το κάστρο. Αργότερα, ο Τούρκοι ξαναπήραν το νησί και επιδιόρθωσαν το οχυρό.

Στα 1788, ξέσπασε ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος με τη Μεγάλη Αικατερίνη να επιζητεί το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στο Αιγαίο εμφανίστηκε ο μικρός στόλος του Λάμπρου Κατσώνη, χιλίαρχου της Αυτοκράτειρας. Στα μέσα Ιουνίου της ίδιας χρονιάς, με δέκα πλοία, περιέπλεε τα παράλια της Λυκίας και πολιορκούσε το Καστελόριζο. Η εκεί τουρκική φρουρά παραδόθηκε.

Ο Κατσώνης πέρασε τους Τούρκους στη μικρασιατική ακτή, κατεδάφισε το κάστρο και έπλευσε ανατολικά. Στα 1792, ο πόλεμος είχε τελειώσει. Οι Τούρκοι ξαναγύρισαν στο νησί. Διώχθηκαν το φθινόπωρο του 1821, όταν έφτασε εκεί ο επαναστατικός άνεμος.

Το Καστελόριζο έμεινε στην τουρκική κατοχή μετά το διακανονισμό των συνόρων (1830). Η αλλαγή περιορίστηκε στην άφιξη ενός αγά. Το νησί γνώρισε νέα άνθηση. Απογραφή του 1911 κατέγραψε εκεί 12.000 κατοίκους.

Στα 1913, έφτασαν στην Αθήνα πληροφορίες για σφαγές. Μοίρα του ελληνικού στόλου με αρχηγό τον αντιπλοίαρχο Δ. Παπαχρήστο έσπευσε εκεί (1η Απριλίου 1913) και διαπίστωσε ότι το μόνο που είχε γίνει ήταν ότι οι Καστελοριζιώτες είχαν κηρύξει την ένωση τους με την Ελλάδα, ενθουσιασμένοι με τις ελληνικές επιτυχίες στους Βαλκανικούς πολέμους. Οι Τούρκοι απάντησαν φυλακίζοντας κάποιους ως «πρωταίτιους». Ο Παπαχρήστος απέφυγε να επισημοποιήσει την ένωση, αφού δεν είχε τέτοια εξουσιοδότηση και γνωρίζοντας ότι ανάμεσα στο Καστελόριζο και την Ελλάδα υπήρχαν τα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα.

Στις 28 Δεκεμβρίου 1915, ενώ μαινόταν ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι Γάλλοι κατέλαβαν το Καστελόριζο, καθώς οι Τούρκοι εντάσσονταν στη συμμαχία των κεντρικών αυτοκρατοριών και οι Ιταλοί ήταν ακόμα ουδέτεροι. Στα 1920, με τη Συνθήκη των Σεβρών, η Τουρκία παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση του Καστελόριζου, υπέρ της Ιταλίας.

Οι Γάλλοι παρέδωσαν το νησί στους Ιταλούς, την 1η Μαρτίου 1921. Με τη Συνθήκη της Λωζάννης (1923), οι Ιταλοί απέκτησαν και τυπικά το νησί που βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς το 1943, όταν η Ιταλία συνθηκολόγησε. Πέντε χρόνια αργότερα μαζί με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα ενσωματωνόταν και το Καστελόριζο.

Τραπεζούντα: το κράτος των Κομνηνών

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους το 1204, δημιουργούνται κρατίδια, λατινικά αλλά και βυζαντινά, σε όλη την έκταση της πάλαι ποτέ Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ένα από αυτά έχει πρωτεύουσα την Τραπεζούντα, από την οποία και ονομάστηκε Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας.

Τραπεζούντα: το κράτος των Κομνηνών
Το έμβλημα των Κομνηνών

Η δημιουργία αυτής της Αυτοκρατορίας εντάσσεται στα πλαίσια της αντίστασης του βυζαντινού κόσμου κατά της ξένης κυριαρχίας και θεωρείται ως πολιτικό κατόρθωμα, αντίστοιχο με αυτά της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας και του Δεσποτάτου της Ηπείρου.

Η Τραπεζούντα των Γαβράδων

Ήδη από το τέλος του 11ου αιώνα η περιοχή της Τραπεζούντας, δηλαδή το θέμα Χαλδίας, έχει ουσιαστικά ξεφύγει από τον έλεγχο των κρατικών οργάνων της βυζαντινής πρωτεύουσας. Η τουρκική σελτζουκική απειλή απομακρύνθηκε χάρη στην ενεργό αντίδραση των τοπικών παραγόντων. Ο Θεόδωρος Γαβράς, γόνος πλούσιας οικογένειας της Τραπεζούντας, ελευθερώνει την πατρίδα του και την περιοχή της από τους Τούρκους, γύρω στο 1075. Ως το 1098, έτος του μαρτυρίου του, ο Γαβράς διοικεί τη Τραπεζούντα και την περιοχή της «ίδιον λάχος εαυτώ αποκληρωσάμενος», όπως τονίζει η Άννα Κομνηνή, δηλαδή ανεξάρτητα από την Κωνσταντινούπολη και την κυβέρνηση της. Απόγονοι του Θεόδωρου Γαβρά, ο Γρηγόριος, ο Κωνσταντίνος και άλλοι, θα κρατήσουν στα χέρια τους την τύχη της Τραπεζούντας ως την εποχή που ο Ιωάννης Β΄Κομνηνός θα αποκαταστήσει την βυζαντινή εξουσία και θα επαναφέρει την περιοχή στα πλαίσια της επαρχιακής διοίκησης. Είναι η εποχή που το Βυζάντιο αρχίζει να θεμελιώνει τον έλεγχο του στην περιοχή του ανατολικού Εύξεινου Πόντου.

Η Τραπεζούντα κέντρο του ποντιακού κόσμου

Η ύπαρξη και η ανάπτυξη του κράτους των Κομνηνών προϋπέθετε την ελεύθερη επικοινωνία της Τραπεζούντας με το εσωτερικό της Ασίας και με περιοχές της νότιας Ρωσίας. Η εξασφάλιση της ελεύθερης επικοινωνίας αποτέλεσε το κύριο μέλημα των αυτοκρατόρων της Τραπεζούντας και παρουσιάζεται ως προσπάθεια πότε προάσπισης της εδαφικής ακεραιότητας και πότε προστασίας του οικονομικού δυναμικού της χώρας. Η επιδίωξη των δύο αυτών σκοπών φέρνει την Τραπεζούντα αντιμέτωπη, από τη μια μεριά με τους Σελτζούκους Τούρκους και τους Τουρκομάνους της Μικράς Ασίας και από την άλλη τους Γενουάτες που χάρη στις ποντιακές τους εγκαταστάσεις, κυρίως μετά τη δημιουργία της αποικίας του Καφφά στην Ταυρική, διεκδικούν το μονοπώλιο του διαμετακομιστικού εμπορίου στον Πόντο.

Η ιστορία της Τραπεζούντας είναι μεστή από πολεμικές συγκρούσεις με τους Τούρκους που περιβάλλουν τα εδάφη της, απειλώντας ακόμα και την ίδια την πόλη της Τραπεζούντας. Η σύναψη συμμαχιών με τη Βενετία αποβλέπει σίγουρα στο να μειώσει τη θέση που καθημερινά η Γένουα κατακτά στον ανατολικό Πόντο.

Η μογγολική επέκταση από τον 13ο αιώνα στην Ταυρίδα και στη Μικρά Ασία στο εμπόριο της Δύσεως και στους πρωτεργάτες των διεθνών συναλλαγών, δηλαδή τις ιταλικές δημοκρατίες. Έτσι, το θέατρο αντιζηλίας Βενετίας και Γένουας μεταφέρεται στο βυζαντινό χώρο και ιδιαίτερα στην βορειανατολική περιοχή του Πόντου, στην Τραπεζούντα, στο σταυροδρόμι δηλαδή Ασίας και Ευρώπης.

Οι σχέσεις της Τραπεζούντας με το μογγολικό κράτος της Μικράς Ασίας είναι ανάλογες με τις σχέσεις με τους Σελτζούκους. Οι μογγολικές νίκες κατά των Σελτζούκων στα μέσα του 13ου αιώνα και η μογγολική προώθηση στη Γεωργία ανάγκασαν του Κομνηνούς να αναγνωρίσουν την εξουσία των Μογγόλων χωρίς αυτό να σημαίνει την υποταγή τους στο νέο ηγεμόνα της Ανατολής. Αντίθετα, η μογγολική κυριαρχία φαίνεται να λυτρώνει την Τραπεζούντα από τους Σελτζούκους, οι οποίοι κατά καιρούς επέβαλαν όρους φορολογικής υποταγής στην Αυτοκρατορία του Πόντου.

Εχθροί του κράτους των Κομνηνών τώρα είναι τα τουρκομανικά εμιράτα, ενώ η μογγολική κατάκτηση ανοίγει, χάρη στην πολιτική ενοποίηση που επέβαλε στην Ανατολή, νέους ορίζοντες στο διεθνές εμπόριο, που έχει για σταθμό την Τραπεζούντα.

Αμυτζαράντοι και Σχολάριοι

Το 1261 συντελείται η αποκατάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη από τον Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγο. Αυτό το γεγονός θα επιτρέψει την αναδιοργάνωση του χριστιανικού κόσμου, θα επιβάλει τη δημιουργία νέων παραγόντων ισορροπίας στον ποντιακό χώρο και θα προβάλει νέους όρους συμβίωσης μεταξύ των ελληνικών ορθόδοξων αυτοκρατοριών.

Η διπλωματία του Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγου θα καταφέρει να δημιουργήσει τις συνθήκες που κάνουν την Τραπεζούντα, αν όχι τμήμα του Βυζαντινού κράτους, οπωσδήποτε μέρος αναπόσπαστο της βυζαντινής κοινότητας. Ο γάμος του Ιωάννη Β΄Μεγάλου Κομνηνού με την Ευδοκία Παλαιολογίνα, το 1282, τη θυγατέρα του Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγου, θα ανοίξει τον δρόμο αδελφικών σχέσεων της Τραπεζούντας με την Κωνσταντινούπολη. Ο μονοκέφαλος αετός, σύμβολο της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, δένει την ποντιακή πόλη με την, πριν το 1204, Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης και θυμίζει την εξουσία της Τραπεζούντας στη χριστιανική Ανατολή.

Οι Τραπεζούντιοι βασιλείς πριν το τέλος του 13ου αιώνα θα εγκαταλείψουν τον τίτλο του βασιλιά των Ρωμαίων, ενώ η Κωνσταντινούπολη θα προσπαθήσει ακούραστα και μεθοδικά, κυρίως χάρη στην εγκατάσταση κωνσταντινοπολίτικων αριστοκρατικών οικογενειών στην Τραπεζούντα, να επιβάλει στη μικρασιατική ελληνική αυτοκρατορία του Πόντου την πολιτική των βυζαντινών συμφερόντων.

Ο εμφύλιος πόλεμος που συντάραξε τον κόσμο της Τραπεζούντας στα μέσα του 14ου αιώνα έχει σίγουρα στις ρίζες του στον ανταγωνισμό των αυτόχθονων οίκων της Τραπεζούντας, των Αμυτζαράντων, και των πιστών στην Κωνσταντινούπολη που είναι γνωστοί με το όνομα Σχολάριοι.

Η νίκη των Σχολάριων και η σφαγή των Αμυτζαράντων πνίγει στο αίμα κάθε αντικωνσταντινοπολίτικη πολιτική της Τραπεζούντας. Παρά τις εχθρικές, όμως, φάσεις που γνωρίζουν πότε πότε οι σχέσεις της Τραπεζούντας με την Κωνσταντινούπολη, είναι αναμφισβήτητο, ότι ως το τέλος της ποντιακής Αυτοκρατορίας, η Κωνσταντινούπολη μένει για την Τραπεζούντα η μητρόπολη του Γένους και της Εκκλησίας. Τον χαμό της Κωνσταντινούπολης το 1453 θα θρηνήσει πικρά ο ποντιακός λαός. Το πένθος για τη Ρωμανία και την Πόλη θα μείνει ολοζώντανο στα δημοτικά του τραγούδια, τους «Θρήνους», που περνούν αναλλοίωτοι τους αιώνες. Οι ποντιακοί στίχοι «Η Ρωμανία κι αν πέθανε ανθεί και φέρει κι άλλο», γαλούχησαν με αναστάσιμη ελπίδα σειρά ταπεινομένων γενιών της Ρωμιοσύνης και του Ελληνισμού.

Η Γενοκτονία των Ποντίων (1914-1923)

Η Γενοκτονία των Ποντίων αποτελεί μέρος της ευρύτερης γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης, ενώ εντάσσεται στο σχέδιο των Νεότουρκων και των κεμαλικών για την εξόντωση των ισχυρότερων μη μουσουλμανικών στοιχείων της Τουρκίας, μεταξύ των οποίων οι Έλληνες και οι Αρμένιοι.

Η Γενοκτονία των Ποντίων
Η Σημαία του Πόντου

Η εκστρατεία εξόντωσης χωρίζεται σε δύο χρονικές φάσεις: α΄φάση 1914-1918, β΄φάση 1919-1923. Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων δεν θα μαθευτεί, ίσως, ποτέ με ακρίβεια. Με διάφορους όμως υπολογισμούς υπολογίζεται σε 1.400.000, εκ των οποίων 353.000 ήταν Έλληνες.

Το σχέδιο της εξόντωσης συνέλαβε και άρχισε να εφαρμόζει η Τριανδρία των Νεότουρκων, Ταλαάτ μπέης, Ενβέρ πασάς και Τζελάλ πασάς, οι ποίοι σε συνεργασία με τον επικεφαλής της γερμανικής στρατιωτικής αποστολή, στρατηγό Λίμαν φον Σάντερς, κατάρτισαν τις λεπτομέρειες και το χρονοδιάγραμμα. Πληθώρα διπλωματικών εγγράφων αλλά και τουρκικών αρχειακών πηγών μαρτυρούν την ύπαρξη οργανωμένου σχεδίου εξόντωσης των Ελλήνων. Δεκάδες χιλιάδες σύρθηκαν βίαια στην εξορία, εκτεθειμένοι στις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, στην πείνα, σε βιασμούς των γυναικών, σε αρπαγές παιδιών, στις προσχεδιασμένες επιθέσεις ατάκτων Τούρκων. Η εξορία αυτή ήταν πραγματικά ένα «Άουσβιτς εν ροή», ένας «λευκός θάνατος».

Το 1915 οι διώξεις συνεχίστηκαν με νέα μέθοδο, τα «τάγματα εργασίας», όπου υπηρετούσαν μόνο Έλληνες και Αρμένιοι. Από το 1914 ως το 1918, 257.000 Έλληνες του Πόντου εξοντώθηκαν με τη μέθοδο αυτή. Από το Δεκέμβριο του 1916 άρχισε και η συστηματική άμεση εξόντωση των ανδρών των πόλεων από 16 έως 60 ετών.

Η λήξη του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου δεν αποσόβησε τα δεινά των Ελλήνων του Πόντου. Στις 19 Μαΐου 1919, ο Κεμάλ Ατατούρκ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα και ξεκινά έτσι η δεύτερη φάση της Γενοκτονίας, με αρχηγό τον Λαζό Τοπάλ Οσμάν. Τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την εξόντωση των Ποντίων Ελλήνων είναι: επιστράτευση και εξόντωση των νέων, εργατικά τάγματα, στρατόπεδα συγκέντρωσης, αλλά και απαγχονισμοί ύστερα από μεθοδευμένες δίκες. Η τραγωδία ήταν τόσο συγκλονιστική και εκτεταμένη, ώστε οι ύπατοι αρμοστές της Αγγλίας, τη Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ιαπωνίας αναγκάστηκαν να διαμαρτυρηθούν με κοινή επιστολή τους προς τον ίδιο τον Κεμάλ. Η απάντηση ήταν κυνική και επιβεβαίωσε ότι όλα τελούσαν εν γνώσει και γίνονταν με διαταγές της τότε τουρκικής κυβέρνησης. Η ιστορική έρευνα έχει φέρει στο φως της δημοσιότητας αναρίθμητα έγγραφα, μαρτυρίες και άλλα στοιχεία, που στοιχειοθετούν και τεκμηριώνουν το τεράστιο έγκλημα, πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Έτσι, στην περίπτωση των Ποντίων Ελλήνων οι πράξεις που εμπίπτουν στις διατάξεις της σύμβασης του ΟΗΕ, που τέθηκε σε ισχύ στις 12-1-1951, για την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος της γενοκτονίας είναι οι εξής:

  • σχεδιασμένη δολοφονία των μελών μιας συγκεκριμένης εθνικής ομάδας
  • σοβαρή προσβολή σωματικής και διανοητικής ακεραιότητας τους
  • υποβολή σε συνθήκες διαβίωσης που μπορούν να επιφέρουν πλήρη ή μερική καταστροφή της εθνικής ομάδας
  • βίαιη μεταφορά παιδιών σε άλλη εθνική ομάδα.

Η Γενοκτονία των Ποντίων και η αναγνώριση

Στις 24 Φεβρουαρίου 1994, η Βουή των Ελλήνων, με ομόφωνη απόφαση της, αναγνώρισε τη Γενοκτονία των Ποντίων και όρισε τη 19 Μαΐου ως ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού. Το Δ΄Παγκόσμιο Συνέδριο Ποντιακού Ελληνισμού, το 1997, αποφάσισε την προώθηση της αναγνώρισης της Γενοκτονίας.

Η αναγνώριση από τον Ο.Η.Ε και την ίδια την Τουρκία της Γενοκτονίας των Ποντίων Ελλήνων, ως πράξη που θα έχει μόνο ηθικές και πολιτικές συνέπειες, θα έχει τις εξής θετικές επιπτώσεις:

  • Θα αποτελέσει ελάχιστη πράξη εξιλέωσης της Τουρκίας, αλλά και της διεθνούς κοινότητας, που καλύπτει με πέπλο σιωπής, επί 101 χρόνια, αυτό το αποτρόπαιο έγκλημα.
  • Θα αποτελέσει αντικίνητρο και προληπτικό μέτρο για την διάπραξη νέων γενοκτονιών στο μέλλον, τόσο από την Τουρκία όσο και από άλλα κράτη, λόγω της διεθνούς κατακραυγής.
  • Θα συμβάλει στην καλύτερη διεθνή αναγνώριση του κουρδικού προβλήματος και της πολιτικής της Τουρκίας στον κουρδικό λαό.
  • Θα συμβάλει στην αντικειμενικότερη και πληρέστερη παρουσίαση του ιστορικού παρελθόντος.
  • Θα διευκολύνει τις σημερινές ελληνοτουρκικές σχέσεις να αναπτυχθούν σε βάση ειλικρίνειας και ανάληψης των ευθυνών για πράξεις του παρελθόντος.
  • Θα βοηθήσει την εσωτερική πολιτική ανάπτυξη και ωρίμανση στην Τουρκία, μέσω αυτής της πράξης αυτοκριτικής, που θα ενισχύσει τις ειρηνόφιλες και προοδευτικές δυνάμεις στη χώρα.
  • Θα συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση από τη διεθνή κοινότητα των ελληνικών ευαισθησιών και των ελληνικών ζωτικών συμφερόντων.
  • Θα συμβάλει στην επιτάχυνση της ανάπτυξης της διεθνούς ποινικής δικαιοδοσίας, καθώς θα αποδειχθεί ότι η λήθη δεν αποτελεί τρόπο αποφυγής καταλογισμού ευθυνών για διεθνή εγκλήματα.
  • Η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων από τα Ηνωμένα Έθνη θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη των Ελλήνων, αλλά και των άλλων εθνών, στον διεθνή οργανισμό ως προστάτη της διεθνούς νομιμότητας. Η εμπιστοσύνη αυτή δυστυχώς έχει τρωθεί τις τελευταίες δεκαετίες από την αδυναμία ή την απροθυμία ουσιαστικών παρεμβάσεων σε προβλήματα όπως το Κυπριακό, το Κουρδικό, το Παλαιστινιακό και το Μεταναστευτικό.

Γράμματα από τον Πόντο

Τα γράμματα, οι επιστολές ήταν για αιώνες ένας τρόπος επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων που βρίσκονταν μακριά ο ένας από τον άλλον. Τα περίμεναν με ανυπομονησία, ιδίως σε εποχές ταραγμένες, εποχές πολέμου, όπως ήταν η εποχή των αρχών του 20ου αιώνα. Μέσα από αυτές τις επιστολές εκφράζονταν οι ανησυχίες, η αγάπη, η νοσταλγία, η λαχτάρα για αντάμωση. Τα γράμματα από τον Πόντο, όμως, μας δείχνουν τις ανησυχίες αλλά και το σθένος των Ποντίων ηρώων που βασανίστηκαν και θανατώθηκαν από τους Τούρκους κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας των Ποντίων.

Γράμματα από τον Πόντο

Είναι άξια καταγραφής η μεγαλοψυχία του δημοσιογράφου και εκδότη της εφημερίδας Εποχή της Τραπεζούντας Νίκου Καπετανίδη, όχι μόνο καθ’ όλο το διάστημα της φυλάκισης αλλά και την ώρα της απολογίας: «Όταν ο πρόεδρος Εμίν μπέης του ανέγνωσε το κατηγορητήριο, ότι επεδίωκε την ανεξαρτησία του Πόντου, ο Τραπεζούντιος δημοσιογράφος Νίκος Καπετανίδης τον διέκοψε:

«Όχι, κύριε πρόεδρε! Εγώ ήθελα την απευθείας ένωσιν του Πόντου με την Ελλάδα!…»

Κάτω από τον ίσκιο της αγχόνης, άφοβος, αληθινός αγωνιστής, συνεπής με τα γραπτά του μέχρι την έσχατη ώρα, ψύχη μέχρι τα τρίσβαθα της ελληνική, αντίκρισε και τον θάνατο με το ίδιο υπεράνθρωπο θάρρος και ακόμη στα τελευταία γράμματα που έστελνε στο σπίτι του παρηγορούσε τους δικούς του και τους ενθάρρυνε.

«Θα μάθετε από ολίγους που θα περισωθούν ότι μήτε το θάρρος  μήτε η ψυχραιμία μ’ εγκατέλειψαν ως την τελευταία μου στιγμή… Εν τούτοις η ψυχή μου βαρύτατα πενθεί, διότι σας αφήνω για πάντα… Τέτοιος θάνατος σαν τον δικό μου είναι ωραίος, δοξασμένος… Γι’ αυτό μη λυπηθήτε… Εσύ, μανούλα μου, εγκαρτέρησε. Ετίμησα τα στήθια σου και τ’ όνομα σου με το θάνατό μου… Ο θάνατος είναι τιμή για όλους μας. Θαρσείτε και καρτερείτε, μια φορά κανείς πεθαίνει…».

………………………………………….

Γράμματα από τον Πόντο
Ο Αλέξανδρος Ακριτίδης, έμπορος, απαγχονίστηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 1921 στην Αμάσεια

Ο Αλέξανδρος Ακριτίδης από το Λυκάστη της Κρώμνης, εργοστασιάρχης, κοινοτικός άρχοντας της Τραπεζούντας, την παραμονή του θανάτου του, έγραψε στη γυναίκα του:

«Αγαπητή μου σύζυγε, Κλειώ,

Σήμερον εκάναμεν λειτουργίαν και κοινωνήσαμεν όλοι μας, 150 τον αριθμόν.

Καθημέραν ανά 60 τον αριθμόν απαγχονίζουν, αύριον είναι η δική μου η σειρά… πόσες φορές σήμερα έκλαψα, αλλά που οφελεί, όταν θα ακούσης το λυπηρόν γεγονός να μη χαλάση ο κόσμος, έτσι ήτον πεπρωμένον, τα παιδιά ας παίξουν και ας χορέψουν… ας σε βλέπω να κανονίσης όλα όπως ξέρεις εσύ. Ο αγαπητός μου Θεόδωρος ας αναλάβει τα πατρικά καθήκοντα, και να μην αδικήση κανένα, τα παιδιά τον Γέργον να τελειώσει το σχολείον και να γίνει καλός πολίτης. Τον Γιάννην ας τον έχει μαζί του στη δουλειά, τα μικρά τον Παναγιώτην να τον στείλης στο σχολείον, την Βαλλεντίνην να την μάθης και ραπτικήν. Την Φωφώ να μην χωρίζεσαι ενόσω ζης. Ο Θεόδωρος αν θέλει ας κάθεται μαζί σας να μην πληρώνη ενοίκιον, εσείς με τα ενοίκια να ζήσετε.

Ο αγαπητός Στάθιος ας διεκπεραιώσει τας υποθέσεις μου δωρεάν και ας έχει την ευχήν μου. Ο Παπα-Συμεών ας με μνημονεύση ενόσω ζη, να με κάνεις σαρανταλούτρογον, μνημόσυνον να δώσεις 5 λίρες στην Φιλόπτωχον, 5 λίρες στη Μεριμναν, 5 λίρες στου Λυκαστή το σχολείον.  Κι ας με συγχωρέσουν όλοι οι αδελφοί μου, οι νυφάδες και όλοι οι συγγενείς και φίλοι μου και είθε ο Θεός να μας αξιώσει τους στεφάνους ως ητοίμασεν.

Αντίο σας, βαίνω προς τον πατέρα μου και συγχωρέσατε μου.

Αλέξανδρος Ακριτίδης»

………………………………………….

Ο Ματθαίος Κωφίδης, βουλευτής της οθωμανικής βουλής, από το 1908 ως το 1918, με ολοφάνερη ψυχική ηρεμία έγραψε το τελευταίο γράμμα στη γυναίκα του στις 15 Σεπτεμβρίου 1921:

«Φυλακή Τιμαρχανέ-Αμάσειας, 15 Σεπτεμβρίου 1921

«Φιλτάτη Ουρανία, χθες ημέραν της Σταυροπροσκυνήσεως επαρουσιάσθην εις το Δικαστήριον Ιστικλάλ. Καμμίαν ελπίδαν δεν έχω πλέον, σήμερον θα δοθεί η απόφασις, η οποία θα είνε καταδικαστική. Σας αφήνω υγείαν και εις την προστασίαν του Πανάγαθου. Περιττά τα πολλά λόγια. Θάρρος και εγκαρτέρησις και ελπίς επί Κύριον, διά να ημπορέσης το κατά δύναμιν να σηκώσεις το βαρύ φορτίον σου. Σας γλυκοφιλώ όλους. Ο Ματθαίος σου.

«ΥΓ. Εις τα φίλτατα, την ευχήν μου, καλήν πρόοδον και καλήν διαγωγήν όπως η ψυχή μου και μακρόθεν αγάλλεται.

Ο ίδιος». 

Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου (1780-1821)

Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου (1780-7 Ιουνίου 1821) ήταν Ρουμάνος επαναστάτης και συνεργάτης των Φιλικών. Ξεκίνησε εξέγερση στη Μολδοβλαχία, παράλληλα με την Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου
Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου

Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου γεννήθηκε σε ένα χωριό της Ρουμανίας (τότε Μολδοβλαχία) το 1780. Οι γονείς του ήταν αγρότες. Ο Βλαντιμιρέσκου όμως πήρε αρκετά καλή μόρφωση. Υπηρέτησε στον ρωσικό στρατό και πήρε μέρος στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1806-1816. Ο Βλαντιμιρέσκου έγινε αρχηγός αγροτικού κινήματος με στόχο την κατάργηση του φεουδαρχισμού στην περιοχή της Μολδοβλαχίας.

Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης

Οι στόχοι του κινήματος του Βλαντιμιρέσκου ήταν διαφορετικοί από τις προθέσεις του Αλέξανδρου Υψηλάντη για την εξέγερση στη Μολδοβλαχία. Ο τελευταίος ήθελε να δημιουργήσει μέτωπο στην εκεί περιοχή, ώστε να διασπασθεί ο τουρκικός στρατός και να κατέβει με όσο το δυνατόν λιγότερες δυνάμεις στον ελλαδικό χώρο με το ξέσπασμα της Επανάστασης. Ακόμη και να εφοδιάζει την ελληνική Επανάσταση με πολεμιστές από τα πριγκιπάτα. Ο Τουντόρ Βλαντιμιρέσκου κατέβαινε με τη σημαία του εθνικού και κοινωνικού επαναστάτη. Επιζητούσε την κοινωνική μεταβολή και την ανατροπή του φεουδαρχικού-δουλοκτητικού καθεστώτος στα πριγκιπάτα.

Το Φεβρουάριο του 1821 ο Υψηλάντης πέρασε τον Προύθο. Ένα μήνα πριν ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου είχε κηρύξει στην Ολτέινα την έναρξη του αγώνα για την απελευθέρωση των πριγκιπάτων και τη συντριβή του καθεστώτος των Φαναριωτών και των Βογιάρων. Οι αγρότες προσέρχονταν με ενθουσιασμό στις γραμμές του. Το πρόγραμμα του ήταν σαφές και λαοφιλέστατο: αντικατάσταση των Φαναριωτών ηγεμόνων με Ρουμάνους διοικητές, αντιπροσωπευτική βουλή με συμμετοχή όλων των στρωμάτων του πληθυσμού, οργάνωση εθνικού στρατού και απομάκρυνση των τουρκικών φρουρών, φορολογικές μεταρρυθμίσεις υπέρ του λαού, κατάργηση του φόρου υποτέλειας των πριγκιπάτων στους Τούρκους.

Στις 2 Απριλίου ο Βλαντιμιρέσκου με 6.000 πεζούς και 2.500 ιππείς κατέλαβε το Βουκουρέστι, μέσα σε ένα κλίμα γενικού ενθουσιασμού του πληθυσμού. Σε μια βδομάδα μπήκε στο Βουκουρέστι και ο Υψηλάντης με το στρατό του. όλες οι ενδείξεις συνηγορούσαν για μια στενή συνεργασία των δύο κινημάτων που θα εξασφάλιζε την επιτυχία της εξέγερσης στα πριγκιπάτα.

Ωστόσο, μια σειρά από διεθνή και εσωτερικά γεγονότα, καθώς και οι ατελεύτητες μηχανορραφίες των Άγγλων και Αυστριακών πρακτόρων που δρούσαν στις ηγεμονίες και στην Πόλη, έφεραν τελικά τη διάσπαση. Η αγγλική διπλωματία, μόλις επεσήμανε τη σοβαρότητα της εξέγερσης στα πριγκιπάτα, έσπευσε να διακηρύξει στη ρωσική αυλή ότι «θα έβλεπε εχθρικώς πάσαν επέμβασιν της εις τας ελληνικάς υποθέσεις». Ήταν η πρώτη διπλωματική τροχοπέδη διεθνούς επιπέδου που έμπαινε στο κίνημα.

Στο μεταξύ, είχε συνέλθει στο Λάιμπαχ το συνέδριο της Ιεράς Συμμαχίας με στόχο τις εθνικοαπελευθερωτικές και αστικοδημοκρατικές ευρωπαϊκές λαϊκές εξεγέρσεις. Κάτω από την πίεση της Αυστρίας του Μέττερνιχ, ο τσάρος Αλέξανδρος συναινεί στην αποκήρυξη του κινήματος, ενώ από τον περίβολο του Πατριαρχείου εξαπολύεται αφορισμός του Πατριάρχη εναντίον του Υψηλάντη.

Τα διεθνούς σημασίας αυτά γεγονότα, καθώς και ο αφορισμός, επηρεάζουν το κίνημα. Από δω και στο εξής επισημαίνονται μια σειρά άστοχων πράξεων και στο ελληνικό και στο ρουμανικό στρατόπεδο, που οδηγούν στην αποτυχία της εξέγερση, αφού προηγήθηκε η μοιραία διάσπαση των Βλαντιμιρέσκου και Υψηλάντη.

Ρήξη Τούντορ Βλαντιμιρέσκου και Αλέξανδρου Υψηλάντη

Η αποκήρυξη του τσάρου βάρυνε και στον Βλαντιμιρέσκου και στον Υψηλάντη. Ο πρώτος, μη διαθέτοντας φόντα πολιτικού στοχαστή, τρομοκρατήθηκε κάτω από την έντονη πίεση των Βογιάρων και των Αγγλοαυστριακών πρακτόρων, ζητάει από τον Υψηλάντη να αποσυρθεί από το Βουκουρέστι και να φύγει για την Ελλάδα. Οι Βογιάροι και οι ξένοι πράκτορες του παριστούν τον Υψηλάντη σαν κίνδυνο για τα πριγκιπάτα, που στόχο έχει να εγκαταστήσει κυριαρχία κατακτητών πάνω στους Ρουμάνους. Και προς την πλευρά του Υψηλάντη γίνεται μια συστηματική διαβολή του Βλαντιμιρέσκου, τον οποίο παριστάνουν σαν έτοιμο να διαπραγματευτεί και να υπογράψει μονομερείς συμφωνίες με τους Τούρκους, προδίδοντας τη συνεργασία του με τους Φιλικούς.

Μέσα σε εκείνη τη θολή, από τα αλλεπάλληλα δυσμενή διπλωματικά γεγονότα, ατμόσφαιρα, η διαβολή έπιασε. Ο Υψηλάντης κλονισμένος στην πίστη του για τη νίκη, βλέποντας τις δυσκολίες περισσότερες από ό,τι τις προϋπολόγισε, δίνει εντολή στον Γεωργάκη Ολύμπιο να παρακολουθεί τον Βλαντιμιρέσκου. Ο Ολύμπιος δημιουργεί φιλικές προς αυτόν συνωμοτικές ομάδες μέσα στις γραμμές του Βλαντιμιρέσκου. Όταν το έκρινε σκόπιμο, οργάνωσε το κίνημα ανατροπής του από τα μέσα.

Το τέλος του Τούντορ Βλαντιμιρέσκου

Στο τρίτο δεκαήμερο του Μάη του 1821 ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου ανατρέπεται και συλλαμβάνεται, οδηγείται δέσμιος στο Τεργκοβίστε, περνάει από έκτακτο στρατοδικείο και τη νύχτα της 7 Ιουνίου εκτελείται. Οι μηχανορραφίες των εχθρών της εξέγερσης και της ενότητας των δύο κινημάτων στα πριγκιπάτα είχαν θριαμβεύσει.

Στις αρχές του χειμώνα του 1821 το κίνημα στα πριγκιπάτα έχει κατασταλεί εντελώς και οι Τούρκοι εγκαινίαζαν ένα απίστευτο καθεστώς τρομοκρατίας. Ωστόσο, η θυσία των αγωνιστών δεν πήγε χαμένη, παρά την αποτυχία του γενικού σχεδίου εξέγερσης στα Βαλκάνια.Η απασχόληση στα πριγκιπάτα σοβαρών τουρκικών δυνάμεων έδωσε την ευχέρεια να ανάψει και να φουντώσει μια άλλη επαναστατική εστία, ο ξεσηκωμός στην Ελλάδα.

Η Μάχη στο Βαλτέτσι (1821)

Η μάχη στο Βαλτέτσι (12 Μαΐου 1821) ήταν μία από τις νικηφόρες μάχες που διεξήχθησαν κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης. Ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη κατά την έναρξη της πολιορκίας της Τριπολιτσάς.

Η Μάχη στο Βαλτέτσι
Η Μάχη στο Βαλτέτσι

Τα γεγονότα πριν τη μάχη

Μετά την απελευθέρωση της Καρύταινας κύριος σκοπός ήταν η πολιορκία της Τρίπολης. Ο Κολοκοτρώνης είχε μείνει με λιγοστούς άνδρες και έκανε φιλότιμες προσπάθειες να μαζέψει αρκετό στρατό για την πολιορκία. Το στρατόπεδο που περικύκλωσε την Τρίπολη κράτησε μέχρι μέσα Μαΐου. Ο Χουρσίτ πασάς έστειλε σημαντικές δυνάμεις από τα Ιωάννινα για την καταστολή της Επανάστασης. Ο Μουσταφάμπεης κατευθύνθηκε προς την χερσόνησο. Στις 6 Μαΐου μπήκε στην Τρίπολη και η άφιξη του προκάλεσε ανησυχία στους πολιορκητές.

Η μάχη στο Βαλτέτσι

Ο Κολοκοτρώνης πρότεινε αμέσως μια ισχυρή δύναμη να καταλάβει το Βαλτέτσι. Συγκεντρώθηκαν εκεί και άλλοι οπλαρχηγοί και η δύναμη τους ήταν κάτι λιγότερο από χίλιους άνδρες. Ο Κολοκοτρώνης τους υπέδειξε πως να οχυρωθούν και έθεσε σε ετοιμότητα τα υπόλοιπα σώματα. Στις 12 Μαΐου ο Μουσταφάμπεης βάδισε στο Βαλτέτσι με 6.500 πεζικάριους, 1.500 ιππείς και 2 πυροβόλα, με σκοπό να σπάσει τον αποκλεισμό εκεί και να φτάσει στη Λακωνία για να υποτάξει όλη την Πελοπόννησο. Εκείνη τη στιγμή ο Κολοκοτρώνης βρισκόταν στο Χρυσοβίτσι που απείχε 2,5 ώρες από το Βαλτέτσι. Δεν συμμετείχε στην αρχή της μάχης, στην οποία πολέμησαν οι Κυριακούλης και Ηλίας Μαυρομιχάλης. Ύστερα από τρεις ώρες κατέφτασαν ο Κολοκοτρώνης από το Χρυσοβίτσι και ο Πλαπούτας από την Πιάνα και άρχισαν να κάνουν αντιπερισπασμό απ’ έξω στους εχθρούς. Οι πολεμιστές του Κυριακούλη αναθάρρησαν και συνέχισαν να αντιστέκονται ως το βράδυ. Τα μεσάνυχτα ο Κολοκοτρώνης μπήκε στο Βαλτέτσι. Μετά επέστρεψε στο δικό του στρατιωτικό σώμα, όμως άλλοι ικανοί πολεμιστές έφτασαν στο χωριό για ενίσχυση τη νύχτα. Έτσι, την επομένη επαναλήφθηκε η μάχη, αλλά όσοι βρίσκονταν μέσα στο Βαλτέτσι, αντί να αμύνονται όπως την προηγούμενη, επιτέθηκαν στους αντιπάλους και σύντομα τους έτρεψαν σε φυγή. Οι εχθροί συμπαρέσυραν στη φυγή τους το κύριο σώμα του Μουσταφάμπεη, ο οποίος σώθηκε, ενώ είχε χάσει το άλογο του.

Ο Κολοκοτρώνης είχε δώσει τέτοιες οδηγίες ώστε όλα τα εφόδια, τα φορτηγά και τα πυροβόλα των Τούρκων να περάσουν στα χέρια των δικών μας, που πήραν και άλλα πολλά λάφυρα. Το σπουδαιότερο, όμως, ήταν ότι ενισχύθηκε το θάρρος των Ελλήνων. Έτσι, η νίκη στο Βαλτέτσι θεωρήθηκε ο θεμέλιος λίθος της πελοποννησιακής ανεξαρτησίας.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Το Ηράκλειο (3000π.Χ.-…)

Το Ηράκλειο είναι η μεγαλύτερη πόλη της Κρήτης με 140.730 κατοίκους (απογραφή 2011). Αποτελεί έδρα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης, της Περιφέρειας Κρήτης (επανήλθε ως πρωτεύουσα το 1971), καθώς επίσης έδρα της Εκκλησίας της Κρήτης και του Αρχιεπισκόπου της. Ο Δήμος Ηρακλείου, όπως προέκυψε με το πρόγραμμα Καλλικράτης, είναι ο τέταρτος πολυπληθέστερος της χώρας με 173.993 κατοίκους.

Οι κύριοι οικονομικοί τομείς της πόλης είναι ο τουρισμός, η γεωργία και το εμπόριο. Διαθέτει βιομηχανική περιοχή 4 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του κέντρου. Η πόλη του Ηρακλείου ανακηρύχθηκε για το έτος 2017 ως η ταχύτερα τουριστικά αναπτυσσόμενη περιοχή στην Ευρώπη. Σύμφωνα με την κατάταξη το Ηράκλειο αναδείχθηκε ως 20η σε επισκεψιμότητα περιοχή στην Ευρώπη, ως 66η περιοχή στον Πλανήτη και ως 2η στην Ελλάδα για το έτος 2017, με 3,2 εκατομμύρια επισκέπτες και η 19η στην Ευρώπη για το 2018 με 3,4 εκατομμύρια επισκέπτες.

Το Ηράκλειο
Το λιμάνι του Ηρακλείου το βράδυ

Τα ονόματα του Ηρακλείου

Η πόλη στην πολύχρονη ιστορία της άλλαξε πολλά ονόματα, μερικά από τα οποία χρησιμοποιούνταν παράλληλα. Κάποια από τα πιο σημαντικά είναι τα εξής: Ηράκλειον (Μινωϊκή περίοδος, Μυκηναϊκή περίοδος, Οθωμανική Αυτοκρατορία, Κρητική Πολιτεία, Ελλάδα), Ηράκλεια, Κάστρο (Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία – Βυζαντινή), Ραμπντ Αλ Χάντακ (Άραβες), Χάνδαξ (Βυζαντινοί την περίοδο των Αράβων), Μεγάλο Κάστρο (Κρητικοί), Candida (Λατίνοι), Candia (Ενετοί, Ευρωπαίοι), Χώρα (Κρητικοί), Piazza, Καντιγιέ (Οθωμανική Αυτοκρατορία).

Το αρχαίο Ηράκλειο

Το Ηράκλειο βρίσκεται στα βόρεια παράλια της Κρήτης, έναντι της νησίδας Δία, στο ίδιο ακριβώς σημείο που βρισκόταν κατά την αρχαιότητα το δυτικότερο από τα τρία επίνεια της Κνωσού, που την περίοδο του μινωικού πολιτισμού είχε τη μεγαλύτερη συγκέντρωση πληθυσμού στην Κρήτη φέροντας ίδιο όνομα προς τιμή αρχαίου ιερού ναού του Ιδαίου Ηρακλέους.

Για την πόλη του Ηρακλείου δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες σχετικά με την ίδρυσή της. Η κατοίκηση όμως θεωρείται ότι ξεκινάει τουλάχιστον από την τρίτη χιλιετηρίδα προ Χριστού, ως επίνειο (λιμάνι) της Κνωσού. Ως επίνειο ήταν ένας μικρός οικισμός. Ευρήματα έχουν βρεθεί σε διάφορες περιοχές, στο φυσικό λόφο που σήμερα βρίσκεται το Αρχαιολογικό Μουσείο. Ίχνη κατοίκησης έχουν βρεθεί κατά τους κλασικούς, ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους. Η παλαιότερη μαρτυρία που έχουμε είναι από τον αρχαίο ιστορικό και γεωγράφο Στράβωνα(1ος αι. π.Χ.).

Σε όρυγμα σε βάθος 5μ μέσα στο ναό του Αγίου Πέτρου, βρέθηκε ρωμαϊκό νόμισμα του 169μ.Χ. Στο λάκκο αυτό βρέθηκαν και όστρακα Πρωτογεωμετρικής κεραμεικής (10ος – 9ος π.Χ. αιώνας).

Βυζαντινοί και Άραβες στο Ηράκλειο

Τη Βυζαντινή περίοδο, το Ηράκλειο ήταν μία μικρή αλλά περιτειχισμένη πόλη, όμως δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες. Στην περιοχή της Αγίας Αικατερίνης έχουν βρεθεί λείψανα του Α΄ Βυζαντινού ή Ρωμαϊκού τείχους.

Το 823 Άραβες Σαρακηνοί υπό τον Αμπού Χαφέζ, καταγόμενοι από την Κόρδοβα της σημερινής Ισπανίας, κατέλαβαν τη Κρήτη και κατέστρεψαν την μέχρι τότε πρωτεύουσα της νήσου Γόρτυνα. Αναζητώντας τότε μια νέα παράλια πόλη για πρωτεύουσα, επέλεξαν το Ηράκλειο, το οποίο και άρχισαν να οχυρώνουν το επόμενο έτος, 824, ενισχύοντας και επεκτείνοντας τα προγενέστερα ελληνιστικά και βυζαντινά τείχη δυτικότερα καθώς επεκτάθηκε και η πόλη και το όρισαν ως πρωτεύουσα του κράτους τους, το Εμιράτο της Κρήτης. Έχτισαν μεγάλο οχυρό, τμήμα του οποίου σώζεται μέχρι σήμερα, εντός της πόλης, πίσω από νεότερες κατασκευές επί τμημάτων των οδών Χάνδακος, Δαιδάλου και λιμένα, με μια περιμετρική μεγάλη τάφρο. Από την οχυρωματική εκείνη τάφρο, που εκτεινόταν από θάλασσα σε θάλασσα, οι Σαρακηνοί ονομάτισαν την πόλη αυτή Ραμπντ αλ Χάντακ (Φρούριο της Τάφρου), ή απλούστερα Χάντακ (Χάνδακας εξελληνισμένο), δημιουργώντας μία περίοδο μεγάλης ευμάρειας και πολιτισμού. Όμως, παράλληλα, επέτρεπαν στο λιμάνι να στρατοπεδεύουν πειρατές, κάτι διαδεδομένο εκείνη την εποχή, που όμως δημιούργησε πολλά προβλήματα και ενόχλησε τα γειτονικά κράτη.

Οι Βυζαντινοί τον Ιούλιο του 960, αποβιβάστηκαν στον κόλπο του Ηρακλείου, 3 χλμ δυτικά της πόλης. Ακολούθησε οκτάμηνη πολιορκία, στις 6 Μαρτίου του 961 οι δυνάμεις του Νικηφόρου Φωκά κυρίευσαν την πόλη. Ο Νικηφόρος Φωκάς μερίμνησε για την εγκατάσταση στην Κρήτη ευγενών-φεουδαρχικών οικογενειών από την Κωνσταντινούπολη για την εξύψωση του φρονήματος των Κρητών, τον έλεγχό τους και την επανασύσφιγξη των δεσμών με το Κράτος της Βασιλίδας. Αυτήν την πολιτική επικυρώνει το Διάταγμα του Αλεξίου Β΄ Κομνηνού (1182) με το οποίο εγκαθίστανται επίσημα στην Κρήτη, οι Αρχοντικές (Αρχηγικές) Οικογένειες, των γνωστών «Δώδεκα Αρχοντόπουλων».

Το Ηράκλειο της Ενετοκρατίας

Το 1204, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους, τμήμα της Κρήτης παραχωρήθηκε αρχικά στον Βονιφάτιο τον Μομφερατικό ο οποίος και την εκχώρησε (πούλησε) στους Ενετούς, (στον Δόγη Ερρίκο Δάνδολο). Οι Ενετοί εγκαθιστώντας ένα φεουδαλικό και ταυτόχρονα δημοκρατικό σύστημα διοίκησης, κατά τα πρότυπά τους, διατήρησαν τον Χάνδακα πρωτεύουσα της νήσου και έδρα του Δούκα, γενικού διοικητού της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας, παραφράζοντας το όνομα της πόλης σε «Κάντικα», «Κάντιγκα», «Κάντιντα» και τέλος Κάντια (Candia) όπως και επικράτησε και ως όνομα της νήσου με το επίσημο όνομα «Βασίλειο ή Δουκάτο της Κάντια».

Ακολούθως οι Ενετοί ανήγειραν σπουδαία κτίρια με τα οποία λάμπρυναν την πόλη όπως το Δουκικό Ανάκτορο, το Μέγαρο του Αρχιστράτηγου, το Μέγαρο του Αρχιναύαρχου, το Μέγαρο του Λατίνου Αρχιεπισκόπου, το ναό του Αγίου Μάρκου, καθώς και άλλους ναούς, όπως του Αγίου Φραγκίσκου, της Παναγίας των Σταυροφόρων κ.α., την Ενετική Λέσχη, την λεγόμενη κρήνη του Μοροζίνι (υδραγωγείο), τον ορθόδοξο ναό της Αγίας Αικατερίνης με συνεχιζόμενη τη Σιναϊτική Σχολή λογίων και ζωγράφων κ.ά. Το σημαντικότερο όμως ενετικό έργο ήταν το περίφημο μέγα τείχος του Ηρακλείου, ή Ενετικά τείχη Ηρακλείου που περιέλαβε όλη την πόλη, όπως στο μεταξύ είχε αυτή αναπτυχθεί, καθιστώντας την το ισχυρότερο φρούριο της Ανατολικής Μεσογείου. Αρχικά οι Ενετοί βελτίωσαν τις υπάρχουσες Αραβικές και Βυζαντινές οχυρώσεις.

Με τα έργα και τα κτίρια που έφτιαξαν οι Ενετοί, αλλά και άλλα που αφορούσαν τόσο τον εξωραϊσμό της πόλης, όσο και τα νέα διοικητικά μέτρα που παράλληλα καθιερώθηκαν δεν άργησε ο Χάνδακας να εξελιχθεί σε σπουδαίο εμπορικό κέντρο και να αποκτήσει τόση αίγλη που ποτέ πρωτύτερα δεν είχε γνωρίσει. Από τον λιμένα του, ο μεγαλύτερος τεχνητός που είχε κατασκευαστεί μέχρι τότε στην ανατολική Μεσόγειο, πραγματοποιούταν όλο το εμπόριο της Κρήτης, κυρίως εξαγωγικό προς Ευρώπη και Ασία, αποκαλύπτοντας έτσι την μεγάλη εμπορική οργάνωση της πόλης, φθάνοντας μάλιστα στο σημείο να χαρακτηριστεί «ψυχή της Βενετίας».

Από το μέσο της περιόδου της Ενετοκρατίας, ο Χάνδακας συγκέντρωνε ήδη τα 2/5 σχεδόν του συνολικού πληθυσμού της Κρήτης. Βασικοί κάτοικοι του Χάνδακα ήταν οι έποικοι Ενετοί Ευγενείς και άλλοι Λατίνοι υπάλληλοι του κράτους καθώς και έμποροι, Έλληνες γηγενείς, κατά το μεγαλύτερο μέρος, αλλά και έποικοι από άλλες περιοχές των ενετικών κτήσεων καθώς και κάποιοι Εβραίοι έμποροι. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Κρήτης την εποχή εκείνη αυξομειωνόταν από διάφορες αιτίες όπως επιδημίες αλλά και από εποικισμούς Ελλήνων, που σημειωνόταν τελευταία, από άλλες ενετικές κτήσεις που καταλήφθηκαν από τους Οθωμανούς. Η πόλη είχε περίπου 25.000 κατοίκους εντός των τειχών και 5.000 εκτός των τειχών.

Οθωμανοί και Αιγύπτιοι στο Ηράκλειο

Το 1647 μ.Χ. ξεκίνησε η πολιορκία της πόλης από τους Οθωμανούς Τούρκους, η οποία κράτησε 22 χρόνια και κόστισε τη ζωή σε 30.000 Κρητικούς, Ενετούς και Ευρωπαίους και 120.000 Οθωμανούς και εν τέλει έληξε με την παράδοση και συνθηκολόγηση της πόλης το 1669, στον Κιοπρουλού Φαζίλ Αχμέτ.

Μετά την παράδοση (6 Σεπτεμβρίου 1669), όλοι σχεδόν οι κάτοικοι της πόλεως αποχώρησαν και ως πρόσφυγες μετοίκησαν στα Ιόνια νησιά, στη Βενετία, στη Δαλματία κ.α.

Η πόλη αμέσως μετά την άλωση ήταν κατεστραμμένη, όμως οι Οθωμανοί, την επέλεξαν ως νέα τους πρωτεύουσα. Κατά την περίοδο της Οθωμανικής περιόδου η πόλη έγινε γνωστή και ως «Μεγάλο Κάστρο» ή «Κάστρο». Ακολούθησαν περίοδοι ειρήνης, κινήματα, επαναστάσεις και σκληρές καταστολές εκ μέρους των Οθωμανών (Τούρκων). Λόγω των συνεχώς επαναστάσεων και του συνεχούς αιτήματος για Ένωση με το νεοσύστατο Κράτος της Ελλάδας, η παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία παραχώρησε (πούλησε) την Κρήτη το 1830 στην Αίγυπτο υπό την οποία παρέμεινε έως το 1841. Η περίοδος αυτή υπήρξε πιο ομαλή και πραγματοποιήθηκαν πολλά δημόσια έργα. Το 1851, η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε από την Οθωμανική Διοίκηση, από το Ηράκλειο στα Χανιά για αμυντικούς λόγους (λιμάνι της Σούδας).

Οι Κρητικοί μην αντέχοντας την Τουρκική κατοχή επαναστάτησαν επανειλημμένα με κυριότερες επαναστάσεις το 1770, 1821, 1841, το 1858, το 1866-1869 και το 1897-1898. Τον Δεκέμβριο του 1913 κηρύσσεται επίσημα η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Έτσι, η Κρήτη αποτελεί πλέον αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού κράτους.

Μικρασιάτες στο Ηράκλειο

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και την ανταλλαγή πληθυσμών εγκαταστάθηκαν στο Ηράκλειο Έλληνες Μικρασιάτες πρόσφυγες που εμπλούτισαν τον τοπικό πολιτισμό. Προέρχονταν από διάφορες περιοχές της Μικράς Ασίας και οι περισσότεροι από τη Σμύρνη, τα Βουρλά, τα Αλάτσατα, το Νυμφαίο Ιωνίας, την περιοχή του Ικονίου, της Προύσας κ.α. Ακόμη, στις αφιχθείσες οικογένειες Ελλήνων προσφύγων περιλαμβάνονταν και αρκετές από την Ανατολική Θράκη. Δημιούργησαν τους συνοικισμούς που φέρουν τα ονόματα των πόλεων της Μικράς Ασίας από όπου προήλθαν, όπως Νέες Κλαζομενές, Νέα Αλικαρνασσός, Νέα Αλάτσατα, Νέα Βρύουλα. Η υποδοχή των προσφύγων από τους Κρήτες ήταν φιλόξενη και η συμβίωση ειρηνική.

Το Ηράκλειο και τα αδέλφια του

Το Ηράκλειο έχει αδελφοποιηθεί με τις εξής πόλεις:

  • Κωνστάντζα, Ρουμανία
  • Λεμεσός, Κύπρος
  • Οδησσός, Ουκρανία
  • Τολέδο, Ισπανία
  • Νίζνι Νόβγκοροντ, Ρωσία
  • Μπόζι Νταρ, Τσεχία
  • Τάμπα, Η.Π.Α.
  • Τσουκάριτσα, Σερβία

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ηράκλειο_Κρήτης

Ο Δασκαλογιάννης (1725-1771)

Μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τους Τούρκους το 1669 πολλοί Σφακιανοί προτίμησαν να μεταναστεύσουν σε περιοχές που δεν υπήρχαν πολλοί Τούρκοι. Κάποιοι πήγαν στα Επτάνησα, κάποιοι άλλοι στα νησιά του Αιγαίοι, κάποιοι άλλοι στη Μολδοβλαχία. Με τον καιρό, όμως, γύρισαν στην Κρήτη και οι παλιννοστούντες αποκλήθηκαν με το όνομα του τόπου προέλευσης τους. Μια οικογένεια που γύρισε από τη Μολδοβλαχία πήρε το επίθετο Βλάχος. Απόγονος της οποίας ήταν και ο Ιωάννης Βλάχος, ή ο Δασκαλογιάννης.

Ο Δασκαλογιάννης
Ο Δασκαλογιάννης

Ο Ιωάννης Βλάχος ήταν εμποροπλοίαρχος. Γύρω στα 1770, είχε τέσσερα δικά του τρικάταρτα πλοία. Έφταναν σε όλα τα λιμάνια της Μεσογείου και του Εύξεινου Πόντου. Είχε καλή μόρφωση και μιλούσε πολλές ξένες γλώσσες. Οι Σφακιανοί τον αποκαλούσαν Δάσκαλο: ο Δάσκαλος Γιάννης, ο Δασκαλογιάννης.

Στις αρχές του 1770, βρέθηκε στην Τεργέστη ακροατής του Αλεξέι Γκριγκόροβιτς Ορλόφ. Ο τελευταίος μιλούσε για μια Ελλάδα ελεύθερη. Ο Δασκαλογιάννης ακούγοντας τον πείστηκε ότι η Ρωσία ενδιαφερόταν για την Ελλάδα. Φόρτωσε ένα καράβι όπλα και πυρομαχικά και επέστρεψε στα Σφακιά. Προσκάλεσε τους πρόκριτους και τους οπλαρχηγούς σε σύσκεψη, όπου τους ανακοίνωσε ότι επέρχεται το τέλος της τουρκικής κυριαρχίας στο νησί. Τους επέδειξε επιστολές προς τη Μάνη, που μιλούσαν για συντονισμένη ενέργεια και τους κάλεσε να πάρουν τα όπλα.

Οι πολλοί συμφώνησαν. Λίγοι, και ανάμεσα τους ο Πρωτόπαπας, του ζήτησαν να συγκρατηθεί, ώσπου να βεβαιωθούν ότι πράγματι θα κηρυχθεί επανάσταση ταυτόχρονα σε όλη την Ελλάδα. Επειδή, αν έμεναν μόνοι κινδύνευαν να χάσουν τις ελευθερίες που απολάμβαναν.

Η πρώτη εκείνη σύσκεψη έληξε χωρίς τα μέλη της να πάρουν οριστικές αποφάσεις. Η πλάστιγγα έγειρε προς τις θέσεις του Δασκαλογιάννη, όταν έφτασε το γράμμα από Μάνη και πληροφορούσε ότι είχε ξεκινήσει εκεί η επανάσταση και ο στόλος του Ορλόφ περιέπλεε την Πελοπόννησο. Σε τουρκικό έγγραφο με ημερομηνία 31 Ιανουαρίου 1770 αναφέρεται ότι ο ρωσικός στόλος απαρτιζόταν από 28 γαλιόνια των 60 τηλεβόων το καθένα, 22 φρεγάτες και τέσσερα πλοία «μπόμπα».

Ακόμα και ο συντηρητικός Πρωτόπαπας ψήφισε υπέρ της επανάστασης στην επόμενη σύσκεψη. Ως πρώτη ενέργεια, στάλθηκε στον σουλτάνο επιστολή ζητώντας του να αποσύρει τα τουρκικά στρατεύματα από την Κρήτη για να μη χυθεί άδικα αίμα. Ο σουλτάνος παρήγγειλε στον πασά της Κρήτης να ξεθεμελιώσει τα Σφακιά.

Πριν προλάβουν οι Τούρκοι να οργανωθούν, 1.800 οπλισμένοι Σφακιανοί ξεχύθηκαν από την Ανώπολη, την πατρίδα του Δασκαλογιάννη. Μάταια προσπάθησαν οι κατακτητές να ανακόψουν την ορμή τους. Το σώμα του Δασκαλογιάννη προχωρούσε ακάθεκτο, ρημάζοντας το πάντα.

Οι Τούρκοι έσπευσαν να κλειστούν στις οχυρωμένες πόλεις. Ο Δασκαλογιάννης δημιούργησε ομάδα από εκατό ευέλικτους Σφακιανούς. Τους ονόμασε «νυχτοπολεμιστές» και τους ανέθεσε να πέφτουν νύχτα στα τούρκικα χωριά, αιφνιδιαστικά, και να καταστρέφουν ο,τιδήποτε ανήκε σε Τούρκους. Στα Χανιά συγκροτήθηκε στράτευμα από 12.000 Τούρκους που ξεκίνησαν με κατεύθυνση το Ρέθυμνο. Στη μέση της απόστασης, προστέθηκαν και άλλοι 6.000. Στους συνολικά 18.000 προστέθηκαν και 4.000 εξαναγκασμένοι Έλληνες ως κουβαλητές. Από τους Σφακιανούς 300 έμειναν στη Σαμαριά για να προστατεύσουν τα γυναικόπαιδα. Οι υπόλοιποι 1.500 περίμεναν τους Τούρκους στην περιοχή Κράπη. Το στράτευμα των 18.000 Τούρκων έπεσε πάνω στους 1.500 Σφακιανούς, αλλά πετσοκόπηκε. Τις δύο πρώτες μέρες, οι Τούρκοι είχαν πάνω από 300 νεκρούς έναντι 10 νεκρών και τραυματιών Σφακιανών.

Από την επόμενη μέρα, οι Τούρκοι έβαζαν μπροστά τους σαν ασπίδα τους Έλληνες μεταφορείς και προχωρούσαν πίσω τους. Οι Σφακιανοί δεν πτοήθηκαν. Συνέχισαν να σκοτώνουν Τούρκους και, αναγκαστικά, Έλληνες. Ο μέρες περνούσαν με το τουρκικό στράτευμα συνεχώς να χάνει άνδρες. Κι ενώ οι μάχες συνεχίζονταν, από τον Χάνδακα ξεκίνησε στρατός 8.000 Τούρκων με πορεία προς τον Νότο, στα Σφακιά.

Ο Δασκαλογιάννης και οι συμπολεμιστές του αποφάσισαν να σταλούν πεντακόσιοι από τη δύναμη τους να προασπίσουν τα Σφακιά, ενώ αντιπρόσωπος τους θα πήγαινε στην Πελοπόννησο να μάθει τι γίνεται εκεί και πότε σκόπευαν οι Ρώσοι να πάνε στην Κρήτη.

Η άμυνα συνεχιζόταν σε δύο μέτωπα σκληρή, με τον Δασκαλογιάννη να βρίσκεται πότε στη μία, πότε στην άλλη τοποθεσία. Οι Σφακιανοί αντιστέκονταν στην τεράστια τουρκική πίεση «ώσπου να έρθουν οι Ρώσοι». Αντί για Ρώσους, έφτασαν τουρκικά πλοία που αποβίβασαν νέα στρατεύματα στο νησί.

Οι 1.500 Σφακιανοί μαχητές που είχαν απομείνει έπρεπε πια να τα βγάλουν πέρα με 40.000 πάνοπλους Τούρκους. Σχεδόν ταυτόχρονα, έφτασε η είδηση ότι η επανάσταση στην Πελοπόννησο είχε σβήσει και ο στόλος του Ορλόφ είχε αποπλεύσει χωρίς να ρίξει τουφεκιά. Η Μεγάλη Αικατερίνη είχε πάρει αυτά που ήθελε και είχε ειρηνεύσει με την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Στα δύο μέτωπα όπου οι Σφακιανοί συνέχιζαν να πολεμούν, η αναλογία ήταν 1 προς 27. Και ελπίδα ενισχύσεων δεν υπήρχε πια. Ξεκίνησαν να υποχωρούν, συνεχίζοντας τον πόλεμο. Αποσύρθηκαν στις Μαδάρες, τις απάτητες κορυφές των Λευκών Ορέων. Οι Τούρκοι μπήκαν στα σφακιανά χωριά και κυριολεκτικά τα ξεθεμελίωσαν. Οι Σφακιανοί ρίχνονταν ξαφνικά πάνω τους, τους πετσόκοβαν και αποσύρονταν. Ο κλεφτοπόλεμος στοίχιζε στους Τούρκους κεφάλια και περιουσίες. Τρόπο αντίδρασης δεν είχαν. Ό,τι ήταν να κάψουν στα Σφακιά και να το ξεθεμελιώσουν, το είχαν ήδη κάνει. Οι Σφακιανοί δεν είχαν πια τίποτα να χάσουν.

Ο πασάς, που είχε χάσει 6.000 άνδρες, έστειλε επιστολή στον Δασκαλογιάννη με την οποία του υποσχόταν ότι θα εκκένωνε αμέσως τα Σφακιά αν ο ίδιος και μόνο αυτός παραδινόταν. Η επιστολή συνοδευόταν και από άλλη του αιχμάλωτου αδελφού του, που τον διαβεβαίωνε ότι πως δεν είχε τίποτα να φοβηθεί αν εμφανιζόταν μπροστά στον πασά. Μόνο που ο αδελφός του είχε βάλει και ένα σημάδι που ειδοποιούσε τον Δασκαλογιάννη ότι τον περίμενε ο θάνατος αν παρουσιαζόταν.

Ο Δασκαλογιάννης σκέφτηκε ότι ναι μεν θα τον σκότωναν, αλλά ο πόλεμος θα τελείωνε. Και ήταν αυτός που είχε παρασύρει τους συμπατριώτες του να επαναστατήσουν. Αποφάσισε να παρουσιαστεί στον πασά. Εκείνος αρχικά τον δέχτηκε καλά. Πάνω απ’ όλα ήθελε ένα χαρτί που να βεβαιώνει «κάθε ενδιαφερόμενο» ότι νίκησε. Το χρειαζόταν για να γλυτώσει το δικό του κεφάλι σε πιθανή κλήση του στην Κωνσταντινούπολη.

Για να γλυτώσουν τον αρχηγό τους οι Σφακιανοί το έστειλαν ως συνθήκη: έχασαν, στο εξής θα πληρώνουν ετήσιο φόρο 5.000 γρόσια, θα συνέχιζαν να ζουν όπως πριν την επανάσταση, αλλά ο Δασκαλογιάννης θα έμενε τρία χρόνια στον Χάνδακα φιλοξενούμενος του πασά.

Ο τουρκικός στρατός επέστρεψε στον Χάνδακα «νικητής». Ο Δασκαλογιάννης περιορίστηκε στο μέγαρο της διοίκησης συντροφιά με την κόρη του. Πήγαν να τον επισκεφτούν 7 ιερείς και 75 Σφακιανοί καπετάνιοι. Ρίχτηκαν στις φυλακές. Ο πασάς έβαλε τον Δασκαλογιάννη να γράψει στα υπόλοιπα αδέλφια του να τον επισκεφτούν. Αυτός ανταποκρίθηκε, αλλά έβαλε το γνωστό σημάδι που σήμαινε θάνατο. Τα αδέλφια του Δασκαλογιάννη ποτέ δε φάνηκαν. Πέρασαν τρεις μήνες και ο πασάς είχε πια απελπιστεί ότι θα τους πιάσει. Διέταξε να θανατωθεί ο Δασκαλογιάννης. Η εκτέλεση ήταν αντάξια του τουρκικού πολιτισμού. Τον έγδαραν ζωντανό στις 17 Ιουνίου 1771.

Ο αιχμάλωτος αδελφός του που είδε το μαρτύριο του Δασκαλογιάννη έχασε τα λογικά του. Η κόρη του, Ανθούσα, αυτοκτόνησε πέφτοντας σε πηγάδι. Η κόρη του Μαρία, που τον είχε ακολουθήσει στον Χάνδακα, δόθηκε ως σύζυγος του Αμπλού Αχμέτ πασά, διευθυντή οικονομικών υποθέσεων του νησιού, που την αγάπησε και της επέτρεψε να διατηρήσει την χριστιανική της πίστη. Ο Αμπλού Αχμέτ γύρισε στην Κωνσταντινούπολη ως υπασπιστής του σουλτάνου. Έτσι η Μαρία έζησε αρχοντικά, έχοντας μετατρέψει ένα δωμάτιο του σπιτιού της σε κρυφό εκκλησάκι. Στα 1820, χήρα πια, πήγε καλόγρια στη Τήνο. Το 1821, χρηματοδότησε την επανάσταση στην Κρήτη. Πέθανε το 1823.

Η σύζυγος του Δασκαλογιάννη, οι γιοι του και τα αδέλφια του κατέφυγαν στα Κύθηρα. Ο ένας από τους γιους του Δασκαλογιάννη έγινε ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Οι δύο έγιναν καπετάνιοι στα καράβια του Ανδρέα Κριαρά και ο τέταρτος αρχηγός σωματοφυλακής του Ναπολέοντα Βοναπάρτη.

Η επανάσταση του Δασκαλογιάννη ήταν το πρώτο σκίρτημα ελευθερίας στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη, αλλά και η πρώτη οδυνηρή εμπειρία για τις τραγικές συνέπειες της αποτυχίας.