Οι τουρκικοί λαοί στην Ανατολία

Οι προ-οθωμανικοί τουρκόφωνοι λαοί αποτέλεσαν μια μεγάλη ομοσπονδία τουρανικών φυλών κοινής κεντροασιατικής καταγωγής από τους Ογούζους των Αλταΐων ορέων. Πρωτοεμφανίστηκαν δυναμικά από τον 4ο αιώνα με τις εισβολές των Ούννων, του πρώτου τουρκικού λαού που διά μέσου των τουρκικών στεπών εισέβαλε στην Ευρώπη. Το κράτος, με το οποίο οι τουρκικοί λαοί ήρθαν σε πυκνότερη επαφή σχεδόν επί έντεκα αιώνες, ήταν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Οι τουρκικοί λαοί στην Μικρά Ασία
Εικόνα από το Χρονικό του Ιωάννη Σκυλίτζη που απεικονίζει ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ του Βυζαντινού Αυτοκράτορα και του χαλίφη

Οι τουρκικοί λαοί

Το Βυζάντιο αντιμετώπισε αλλεπάλληλες επιθέσεις συνεχών «κυμάτων» Τούρκων στο βόρειο μέτωπο (Ούννοι, Άβαροι, Ουτίγουροι, Κουτρίγουροι, Ονόγουροι Βούλγαροι, Ούγγροι, Ούζοι, Πατζινάκοι ή Πετσενέγγοι και Κομάνοι), καθώς και στο ανατολικό μέτωπο (Σελτζούκοι, Αρτουκίδες, Ντανισμεντίδες, Τουρκομάνοι, αλλά και Μογγόλοι και Τούρκοι των μικρασιατικών εμιράτων), μέχρι ότου το ραγδαίο αναπτυσσόμενο οθωμανικό σουλτανάτο ανέλαβε πρωταγωνιστικό ρόλο στις εξελίξεις, ιδρύοντας μέσα σε διάστημα τριών αιώνων μία από τις μεγαλύτερες αυτοκρατορίες, την Οθωμανική (14ος-16ος αιώνας).

Η επιστήμη θεωρεί κοινούς εθνολογικούς και φυλετικούς προγόνους των διαφόρων τουρκικών φυλών του Μεσαίωνα τους Ογούζους Τούρκους, μια μεγάλη συνομοσπονδία νομαδικών λαών στην αχανή κεντροασιατική στέπα, αν και πρέπει να τονιστεί ότι υπήρχαν ορισμένες γλωσσικές διαφορές ανάμεσα στους λαούς αυτούς, που στα αραβικά και περσικά κείμενα αποκαλούνται «Γουζ» και στα τουρκικά «Ογούζ».

Οι πρώτες γραπτές μαρτυρίες για τις αρχικές τους εγκαταστάσεις στη Μογγολία, νότια της Βαϊκάλης Λίμνης, προέρχονται από επιγραφές του ποταμού Ορχόν βόρεια της Κίνας, και χρονολογούνται στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες. Τον 6ο αιώνα ο πολυαριθμότερος κλάδος τους οι «Εννέα Ογούζοι», κατόρθωσαν να δημιουργήσουν μια εκτενή τουρανική νομαδική αυτοκρατορία, έναν εκτενή συνασπισμό που χαρακτηριζόταν από χαλαρή συνεκτικότητα καθώς και από την υιοθέτηση τουρανικών διαλέκτων του νοτιοδυτικού ασιατικού γλωσσικού κλάδου.

Κατά τον 9ο και 10ο αιώνα ο ογκώδης αυτός συνασπισμός διασπάστηκε. Το πυκνότερο τμήμα του εγκαταστάθηκε σταδιακά στις περιοχές της Υπερωξιανής, ανατολικά της Αράλης λίμνης, στις εύφορες κοιλάδες μεταξύ των ποταμών Ιαξάρτη και Ωξού. Τον 10ο αιώνα κύριο κέντρο των Ογούζων Τούρκων έγινε η πόλη Τζαντ, στον κάτω ρου του Ιαξάρτη, ενώ στο δεύτερο μισό του ίδιου αιώνα το σημαντικότρο ανάμεσα στα ογουζικά φύλα, οι Σελτζούκοι Τούρκοι, ασπάστηκαν τη μουσουλμανική θρησκεία. Σημαντικές αναφορές στους Ογούζους των πρώτων αιώνων έκανα και τα κινεζικά χρονικά του πρώιμου Μεσαίωνα.

Οι Τούρκοι ανήκαν φυλετικά στον κεντροανατολικό ασιατικό τύπο αλλά και στον κεντροδυτικό που στην επιστήμη είναι αντίστοιχα γνωστοί ως ουραλοαλταϊκός ή φιννουγριανός ή φιννοουγγριτικός. Οι βυζαντινές πηγές παρέχουν πολύτιμα στοιχεία για την ιστορία και την εξέλιξη των τουρκικών φυλών του Μεσαίωνα, ιδιαίτερα για την περίοδο 4ος-13ος αιώνας, ενώ και για τους Οθωμανούς (τέλη 13ου αιώνα και εξής) οι μαρτυρίες των βυζαντινών χρονικών είναι σημαντικότατες: οι Βυζαντινοί ιστορικοί χρησιμοποιούν αρχαιοπρεπείς επικλήσεις για τους διάφορους τουρκικούς λαούς των Βαλκανίων, της Εγγύς και Μέσης Ανατολής καθώς και της κεντρικής και Άπω Ασίας, όπως «Σκύθες». «Ταυροσκύθες», «Παίονες», «Πέρσες». Οι Βούλγαροι του Α’ βασιλείου αποκαλούνταν «Μοισοί» ή και «Ούννοι», ενώ ως «Τόχαροι» ή «Μουγούλιοι» ήταν γνωστοί οι Μογγόλοι και Τάταροι. Τέλος, ιδίως για τους Τούρκους της Ανατολής χρησιμοποιούνταν και οι όροι «Σαρακηνοί» και «Μουσουλμάνοι».

Οι Σελτζούκοι Τούρκοι μέσα σε λίγες δεκαετίες κατέλαβαν μεγάλες εκτάσεις σε Περσία, Μεσοποταμία, Ινδία, Συρία, Μικρά Ασία, αλλά και στο Πακιστάν και το Αφγανιστάν. Το 1040 συνέτριψαν σε μάχη τους ιρανόφωνους Γανζεβίδες και το 1055 ο μεγάλος τους κατακτητής, Τογρούλ Μπεγ. κατέλαβε τη Βαγδάτη και έγινε ο πρώτος Σελτζούκος «σουλτάνος» και επικυρίαρχος το χαλιφάτου των Αββασιδών.

Οι Σελτζούκοι Τούρκοι και το Βυζάντιο

Το Βυζάντιο αρχικά ήρθε σε πολεμικές συγκρούσεις με τους τρεις πρώτους Σελτζούκους σουλτάνους Τουγρούλ Μπεγ, Αλπ Αρσλάν, και Μαλίκ Σαχ. Το κυριότερο γεγονός των σχέσεων αυτών υπήρξε η μεγάλη ήττα της Αυτοκρατορίας στη μάχη του Μαντζικέρτ, που έβαλε τη σφραγίδα της στις απαρχές της απώλειας της ελληνικής Μικρασίας, παρά το γεγονός ότι ο νικητής της μάχης Αλπ Αρσλάν δεν είχε αρχικό στόχο το χριστιανικό Βυζάντιο, αλλά τους εχθρούς του αιρετικούς (σιίτες) μουσουλμάνους της Αιγύπτου, τους Φατιμίδες.

Στη μακρά περίοδο δύο αιώνων (11ος-13ος) οι βυζαντινοσελτζουκικές σχέσεις πέρασαν διάφορα στάδια και το σημαντικότερο γεγονός τους υπήρξε η δεύτερη μεγάλη ήττα των Βυζαντινών στη μάχη του Μυριοκέφαλου, που έθεσε τέρμα στις βυζαντινές φιλοδοξίες για πιθανή ανακατάληψη της Ανατολίας.

Το αξιολογότερο ίσως τμήμα των σχέσεων του Βυζαντίου με τους Σελτζούκους Τούρκους συνδέεται με τις συχνότατα μαρτυρούμενες πολιτιστικές τους επαφές και με ποικίλες καλλιτεχνικές ανταλλαγές και αλληλεπιδράσεις, ενώ ορισμένες πτυχές της διοίκησης των Σελτζούκων πιθανόν να επηρεάστηκαν από βυζαντινά πρότυπα.

Το Οθωμανικό εμιράτο

Η παρακμή των Σελτζούκων που εκτός από αξιόλογο διοικητικό σύστημα ανέπτυξαν και σημαντικότατο πολιτισμό με έδρα την πρωτεύουσα τους Ικόνιο, έλαβε γρήγορους ρυθμούς μετά τη μεγάλη ήττα του σουλτάνου Καϊχοσρόη Β’ από τους Μογγόλους στη μάχη των Σατάλων ή Κιοσέ Νταγ το 1243, την οποία ακολούθησε ένα καθεστώς μογγολικής επικυριαρχίας από τους Ιλχανίδες στην κεντροανατολική Μικρά Ασία.

Εκεί, άρχισαν σταδιακά να εγκαθιδρύονται διάφορα διάδοχα των Σελτζούκων τουρκομανικά εμιράτα, ένα των οποίων, το Οθωμανικό. Το τελευταίο από τις αρχές του 14ου αιώνα άρχισε να ξεχωρίζει στη περιοχή μέχρις ότου απορρόφησε τα υπόλοιπα εμιράτα ως το β’ μισό του 15ου αιώνα και να μετεξελίχθηκε σε μια ισχυρή Αυτοκρατορία.

Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι 333 χρόνια πριν

Το 1687 ο Παρθενώνας, η κορυφαία αυτή στιγμή της καλλιτεχνικής δημιουργίας, βρίσκεται στην αρχική του αρχιτεκτονική κατάσταση. Περί τα μέσα του 6ου αιώνα μετατρέπεται σε χριστιανικό ναό και αφιερώνεται, αρχικά στην Αγία Σοφία και αργότερα στην Παναγία την Αθηνιώτισσα, με αλλαγές που περιορίζονται μόνο στο εσωτερικό του. Η είσοδος μεταφέρεται από την ανατολική πλευρά στη δυτική και η οροφή γίνεται θολωτή. Στις αρχές του 13ου αιώνα μετατρέπεται σε καθολική εκκλησία και το 1458 σε τουρκικό τέμενος. Οι μεταβολές που υφίσταται είναι εσωτερικές με εξαίρεση ένα μιναρέ στη δυτική πλευρά του ναού. Ο Παρθενώνας είναι ακέραιος όπως τον έχουν σχεδιάσει οι περιηγητές της εποχής κατά τους αιώνες της τουρκοκρατίας. Μετά ήρθε ο Φραντσέσκο Μοροζίνι.

Ο Φραγκίσκος Μοροζίνι 333 χρόνια πριν
Ο Παρθενώνας

Στις 6 Σεπτεμβρίου 1669 ο Βενετός αρχιστράτηγος συνθηκολογούσε στην Κρήτη και παρέδιδε το Κάστρο στους Τούρκους, ύστερα από πολιορκία που κράτησε εικοσιπέντε χρόνια. Ο τουρκοβενετικός πόλεμος, όμως, θα συνεχισθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα. Τον Αύγουστο του 1687 τα στρατεύματα του Μοροζίνι καταλαμβάνουν την Κόρινθο και τον Σεπτέμβριο την Αίγινα. Ήρθε έπειτα η σειρά της Αττικής. Τη νύχτα της 21ης Σεπτεμβρίου ο κόμης Κένιγκσμαρκ, υπαρχηγός της βενετικής αρμάδας, αποβιβάζει δέκα χιλιάδες άνδρες στον Πειραιά. Οι Τούρκοι αιφνιδιάζονται, υποχωρούν και οχυρώνονται στην Ακρόπολη.

Την ίδια νύχτα τα βενετικά στρατεύματα φθάνουν μπροστά στην Ακρόπολη, στήνουν τα κανόνια και αρχίζουν την πολιορκία. Οι βομβαρδισμοί δεν απέδωσαν αποτελέσματα και ο αρχιστράτηγος ανησυχεί επειδή αναμένονταν τουρκικές ενισχύσεις. Πληροφορούνται τότε ότι μέσα στον Παρθενώνα οι Τούρκοι είχαν εναποθηκεύσει μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών. Τα κανόνια κατευθύνουν τις βολές τους εναντίον του ναού. Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι παραβλέποντας την ανεκτίμητη αξία των μνημείων έδωσε την εντολή στα πυροβόλα του που είχαν στηθεί στο Λόφο των Μουσών για τον βομβαρδισμό στις 26 Σεπτεμβρίου του 1687.

Μια «τυχαία βολή», όπως την αποκάλεσε ο ίδιος αργότερα προς την κυβέρνηση της Βενετίας, είχε ως αποτέλεσμα να ανατιναχτεί η τουρκική πυριτιδαποθήκη και, μαζί της, τμήμα του Παρθενώνα. Αυτόπτης μάρτυρας στην καταστροφή ήταν ο Σουηδός ναύαρχος Ότο Βίλχελμ Κένιγκσμαρκ, ακόλουθος του οποίου θα έγραφε λίγο αργότερο πως «η εξοχότητά του απογοητεύτηκε όταν είδε την καταστροφή αυτού του όμορφου ναού που έστεκε επί 3.000 χρόνια».

Λίγες ημέρες αργότερα, στρατιώτες του Μοροζίνι, επιχείρησαν να αποκαθηλώσουν (ενδεχομένως μετά από εντολή του στρατηγού τους) τμήμα από τη δυτική πλευρά του ναού, στο οποίο απεικονίζονταν τα άλογα της Αθηνάς. Κατά τη διαδικασία και, προφανώς, λόγω κάποιων αδέξιων χειρισμών το τμήμα αποσπάστηκε και έπεσε στο έδαφος όπου και θρυμματίστηκε.

Οι Αθηναίοι του 1687 είχαν συνείδηση του μεγέθους της καταστροφής όπως γράφει ο Λαμπόρντ : «Οι απόγονοι των Αθηναίων του Περικλέους δεν μιλούσαν βέβαια τη γλώσσα του Δημοσθένους και είχαν λησμονήσει ολότελα την καλλιέργεια των τεχνών και των γραμμάτων. Είχαν όμως διατηρήσει το ευγενικό κλίμα της ράτσας κι’ ακόμα την ίδια ευφυΐα και το σεβασμό για ό,τι ενθουσίαζε τους προγόνους τους».

Οι μισθοφόροι του Μοροζίνι θα καταλάβουν την Ακρόπολη ύστερα από την ανατίναξη του Παρθενώνα. Θα την εγκαταλείψουν, όμως, άδοξα και επαίσχυντα ύστερα από μερικούς μήνες. Αλλά ο Φραντσέσκο Μοροζίνι φιλοδοξεί να μεταφέρει στη Βενετία ένα τρόπαιο από την Ακρόπολη για να στηθεί στην πλατεία του Αγίου Μάρκου και να ανταγωνίζεται το τέθριππο άρμα που άρπαξαν οι Βενετοί το 1204 από τον ιππόδρομο της Κωνσταντινουπόλεως. Σκέφθηκε ότι ο Ποσειδών του δυτικού διαζώματος θα ήταν το πιο άξιο τρόπαιο.

Στην αναφορά του προς την βενετική Σύγκλητο ο Μοροζίνι εξηγεί λακωνικά και ψυχρά την επιχείρηση: «’Επί τη προβλέψει της εγκαταλείψεως των Αθηνών συνέλαβον το σχέδιον αποσπάσεως μερικών εκ των ωραιότερων έργων τέχνης τα όποια θα ηδύναντο να προσθέσουν νέαν λάμψιν εις την Δημοκρατίαν. Διέταξα δήθεν, να αφαιρεθεί από την πρόσοψιν του ναού, τής Αθηνάς, όπου υπάρχουν τα ωραιότερα γλυπτά, το άγαλμα ενός Διός και τα ανάγλυφα δύο μεγαλοπρεπών ίππων. Ευθύς όμως, ως ήρχισεν η εργασία κατέρρευσεν ολόκληρον το άνω τμήμα της κορωνίδος του ναού. Και αποτελεί θαύμα το γεγονός ότι ουδείς εκ των τεχνιτών έπαθε τι. Η αδυναμία τοποθετήσεως ικριωμάτων και μεταφοράς επί του φρουρίου κεραιών εκ των γαλέρων και άλλων μηχανημάτων δια την κατασκευήν βαρούλκων, κατέστησε δύσκολον και έπικίνδυνον οιανδήποτε νέαν προσπάθειαν. Διέταξα, όθεν, την διακοπήν των εργασιών. Πολλώ μάλλον επειδή, μη υπάρχοντος πλέον του σημαντικωτέρου τμήματος του ναού, ό,τι απέμεινεν μου εφάνη κατώτερον και κατεστραμμένον από την διαβρωτικήν επενέργειαν του χρόνου. Εν τούτοις, απεφάσισα να παραλάβω μίαν λέαιναν άριστης τέχνης, ακέφαλον όμως. Θά ήτο δυνατή η τελεία αντικατάστασις της κεφαλής με άλλην μαρμαρίνην, παρομοίαν προς την άρχικήν. Πόρτο Λιόν, 19 Μαρτίου 1688.»

Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι δεν εγκατέλειψε την Αττική χωρίς τρόπαια. Πρόσταξε την αρπαγή δύο ακόμη λεόντων πού βρίσκονταν στο Θησείο και ενός τρίτου πού στόλιζε το λιμάνι του Πειραιά. Το παράδειγμά του ακολούθησαν και άλλοι και κανείς δε γύρισε στην πατρίδα του με άδεια χέρια. Ο λόρδος Έλγιν θα «ολοκλήρωνε» το έργο που ξεκίνησαν οι Βενετοί 110 χρόνια αργότερα.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Εκκλησία της Ανατολής (19ος αιώνας)

Τι πρέπει να σκεφτεί κανείς για μια Εκκλησία της οποίας ο ηγέτης, αντί να οριστεί από το Άγιο Πνεύμα, πολύ συχνά διορίζεται από το σουλτάνο ή τον πρώτο βεζύρη του, οι οποίοι αποστρέφονται ό,τι χριστιανικό! Τι πιο λυπηρό από το να βλέπεις τους ίδιους τους Έλληνες να είναι δημιουργοί αυτής της απέχθειας.

Εκκλησία της Ανατολής
Έλληνας παπάς και Ορθόδοξος επίσκοπος

Οι Τούρκοι δεν απαίτησαν ποτέ τίποτα, εκτός από ένα χρηματικό ποσόν για να εκχωρήσουν τα δικαιώματα στο νέο Πατριάρχη. Πρώτοι οι Έλληνες έθεσαν το Πατριαρχείο σε πλειστηριασμό χωρίς να περιμένουν, όπως προβλεπόταν, το θάνατο του αρχιερέα τους. Το αξίωμα αυτό πωλείται σήμερα 60.000 τάλιρα. Το ποσό αυτό δίνεται για την επικύρωση μιας κανονικής εκλογής: πολύ συχνά ο Πατριάρχης εκθρονίζει κάποιον άλλο και υπάρχουν περιπτώσεις που, αφού απώλεσαν τη θέση τους, μια ή δυο φορές, επανήλθαν στον άμβωνα τους.

Υπάρχουν άγια πρόσωπα στην Ελληνική Εκκλησία που δεν θα ήθελαν να αγοράσουν το αξίωμα αυτό σε οποιαδήποτε τιμή και που μετά την εκλογή τους, με πράξη κανονικού Δικαίου από τους επισκόπους, να δίνουν στο βεζύρη το σύνηθες ποσόν με μόνο σκοπό να αποκτήσουν προνόμια.

Ο νέος Πατριάρχης κοινοποιεί τη διαταγή του σουλτάνου σε όλους τους αρχιεπισκόπους και επισκόπους του κλήρου του. Επίσης δεν προσφωνείται απλώς με τον τίτλο «η Αγιότητα Σας» αλλά «η Παναγιότητα Σας». Ντύνεται πάντα ως απλός καλόγερος και ασπάζονται το χέρι του ή το κομποσκοίνι του.

Η ιεραρχία της Ελληνικής Εκκλησίας αποτελείται από μερικούς Πατριάρχες οι οποίοι αναγνωρίζουν ως αρχηγό αυτόν της Κωνσταντινούπολης. Οι Πατριάρχες αυτοί είναι: των Ιεροσολύμων, της Αντιόχειας, της Αλεξάνδρειας. όλες ο άλλες ελληνικές Εκκλησίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εξαρτώνται άμεσα από τον Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης. Τους Πατριάρχες ακολουθούν οι αρχιεπίσκοποι και αυτών έπονται οι επίσκοποι. Έπειτα ακολουθούν οι αρχιμανδρίτες, ύστερα οι παπάδες και τέλος οι καλόγεροι. Όταν χαιρετούν ένα αρχιεπίσκοπο ή έναν επίσκοπο, του φιλούν το χέρι και τον αποκαλούν «η Πανιεροσύνη Σας» ή «η Μακαριότητα Σας». Τους ιερείς τους προσφωνούν με την προσφώνηση «η Αγιότητα Σας».

Οι παπάδες και οι καλόγεροι ξεχωρίζουν από μια λευκή ταινία μεγέθους περίπου ενός δαχτύλου, που φαίνεται στο κάτω μέρος του καλύμματος των παπάδων. Σε πολλές περιοχές οι παπάδες και οι καλόγεροι φορούν ένα μάλλινο μαύρο ρούχο μέσα από τη σκούφια τους το οποίο κρέμεται στον ώμο τους. Αυτό τους δίνει ύφος ιεράρχη. όλοι οι σκούφοι είναι το ίδιο μοντέλο και φτιάχνονται στο Άγιο Όρος. Το ένδυμα τους, μαύρο ή σκούρο, είναι ένα ράσο πολύ απλό, πάνω στο οποίο βάζουν μια ζώνη με τα ίδια χρώματα.

Οι καλόγεροι στην Ελληνική Εκκλησία

Οι καλόγεροι ανήκουν στο τάγμα του Αγίου Βασιλείου. Δεν υπάρχει κάτι παράξενο στην ενδυμασία τους. Το σώμα αυτό εφοδιάζει όλους τους ιεράρχες της Ελληνικής Εκκλησίας. Οι παπάδες στην ουσία δεν είναι παρά απλοί λαϊκοί ιερείς και δεν μπορούν να γίνουν εφημέριοι και πρωθιερείς. Ο πρώτος τίτλος που απονέμεται σε αυτούς που προορίζονται για την εκκλησία είναι του Αναγνώστη, που καθήκον του έχει να διαβάσει την Αγία Γραφή στο λαό τις ημέρες των μεγάλων εορτών. Οι αναγνώστες γίνονται ψάλτες, κατόπιν υποδιάκονοι και ψάλλουν τις επιστολές των Αποστόλων στη λειτουργία. Στη συνέχεια γίνονται διάκονοι και ψάλλουν το Ευαγγέλιο. η τελευταία τάξη είναι η ιεροσύνη. όσον αφορά την κληρικότητα, δεν την υπολογίζουν ως εκκλησιαστική τάξη. Ονομάζουν κληρικό, οποιοδήποτε άτομο ανήκει στο σώμα του κλήρου. Οι παπάδες επιτρέπεται να νυμφευθούν μόνο μία φορά στη ζωή τους.

Οι καλόγεροι δεν λειτουργούν, αν θέλουν να διατηρηθούν στο μοναχικό τάγμα τους. ν γίνουν ιερείς γίνονται ιερομόναχοι και λειτουργούν μόνο τος μεγάλες εορτές. Γι΄αυτό σε όλες τις μονές υπάρχουν παπάδες. Όσοι επιθυμούν να γίνουν καλόγεροι απευθύνονται σε ιερομόναχο για να λάβουν το μοναχικό ένδυμα και η τελετή αυτή στοιχίζει περίπου δώδεκα τάλιρα. Πριν από την παρακμή της Ελληνικής Εκκλησίας, ο ηγούμενος της μονής εξέταζε υποψήφιο μοναχό με προσοχή και για να δοκιμάσει την κλίση του τον υποχρέωνε να μείνει 3 χρόνια μέσα στο μοναστήρι. Μετά τη λήξη αυτού του χρονικού ορίου, αν ο υποψήφιος επέμενε στο όραμα του, ο ηγούμενος τον οδηγούσε στην εκκλησία και του απηύθυνε σχετικά με την περίσταση λόγια.

Σήμερα δεν υπάρχει πια πειθαρχία μεταξύ των Ελλήνων. Δέχονται τους κληρικούς από πολύ νέους, και ιδιαίτερα στις μονές, όπου συχνά πρόκειται για τους γιους των παπάδων, που τους μαθαίνουν γραφή και ανάγνωση. Εξάλλου τους χρησιμοποιούν για τις χειρότερες εργασίες, κι αυτό θεωρείται ως μαθητεία. Στα πιο οργανωμένα μοναστήρια, ο χρόνος επιμηκύνεται για ακόμη δύο χρόνια μετά τη λήψη του ενδύματος. Πρόκειται για τις μονές του Αγίου Όρους, του Αγίου Λουκά στη Θήβα, του Αρκαδίου της Κρήτης, της Νέας Μονής στη Χίο, του Μαυροβολίου στον Βόσπορο, των μοναστηριών στα Πριγκιποννήσια κ.α.

Αναχωρητές και ασκητές στην Ελληνική Εκκλησία

Υπάρχουν τοποθεσίες στην Ελλάδα όπου οι καλόγεροι διαχωρίζονται σε αναχωρητές και ασκητές ή ερημίτες. Οι αναχωρητές διαβιούν από κοινού τρεις ή τέσσερις μαζί σε οικία που εξαρτάται από τη μονή και από την οποία την ενοικιάζουν δια βίου. Διαθέτουν το εκκλησάκι και μετά την προσευχή τους καλλιεργούν λαχανικά, αμπέλια, ελαιόδεντρα, συκιές και άλλα δέντρα που τους προσφέρουν τους καρπούς της χρονιάς. οι μοναχοί αυτοί διαφέρουν από τους συμβατικούς μόνο επειδή επικοινωνούν λιγότερο με τον κόσμο και ζουν σε ολιγάριθμη ομάδα στο καταφύγιο τους.

Εκκλησάκια

Χωρίς αμφιβολία ο μεγάλος αριθμός αυτών των ανθρώπων πολλαπλασίασε τα ξωκκλήσια στην Ελλάδα. Καθημερινά έχτιζαν καινούργια μολονότι έπρεπε να αγοράσουν την άδεια από τον καδή. Μάλιστα απαγορευόταν να αναστηλώσουν όσα είχαν πέσει ή καεί πριν πληρώσουν τέλη στον ανώτερο αξιωματούχο. Κάθε παπάς πιστεύει ότι δικαιούται να κατέχει ένα εκκλησάκι.

Οι Έλληνες χρησιμοποιούν μικρές καμπάνες. Από τότε που οι Τούρκοι τους απαγόρευσαν τη χρήση, κρεμούν με σκοινί πάνω στα κλαδιά δένδρων σιδερένια μεταλλικά ελάσματα παρόμοια με αυτά που χρησιμοποιούν για να καλύπτουν τις ρόδες των κάρων. Έχουν σχήμα κυρτό, πάχος περίπου μισό δάχτυλο, φάρδος τρία-τέσσερα δάχτυλα και στο μήκος τους έχουν μικρές τρύπες. Χτυπούν δυνατά πάνω στα ελάσματα με μικρά σιδερένια σφυριά για να ειδοποιήσουν τους καλόγερους να προσέλθουν στη εκκλησία.

Στη Νάξο, το «λατινικό» νησί

Στη Νάξο υπάρχει ένα κάστρο, το οποίο βρίσκεται στο πιο ψηλό σημείο της πόλης. Είναι κυκλικό με μεγάλους πύργους στα άκρα του, ανάμεσα στους οποίους υπάρχει ένα μεγάλος, τετράγωνος με παχιά τοιχώματα και ο οποίος ήταν κάποτε το παλάτι των δουκών. Οι απόγονοι των Λατίνων ευγενών που εγκαταστάθηκαν στο νησί υπό την αρχηγία αυτών των πριγκίπων κατέχουν ακόμη την τοποθεσία του κάστρου.

Στη Νάξο, το «λατινικό» νησί
Χαλκογραφία με το Κάστρο της Νάξου

Οι Έλληνες, οι οποίοι είναι πολύ περισσότεροι, κατέχουν όλη την περιοχή από το κάστρο μέχρι τη θάλασσα. Η έχθρα μεταξύ των Ελλήνων και των Λατίνων της μικρής αριστοκρατίας είναι αγεφύρωτη: οι Λατίνοι προτιμούσαν να κάνουν δεσμό με τη φτωχότερη αγρότισσα παρά να παντρευτούν Ελληνίδες κυρίες -πράγμα το οποίο τους έκανε να εξασφαλίσουν άδεια από τη Ρώμη να παντρευτούν ξαδέλφια τους από τη Γερμανία.

Οι Τούρκοι αντιμετωπίζουν όλους αυτούς τους ευγενείς των δύο πλευρών με τον ίδιο τρόπο. Με την άφιξη του ταπεινότερου μπέη μιας γαλιότας, ούτε οι Λατίνοι, ούτε οι Έλληνες τολμούν να εμφανιστούν παρά μόνο με κόκκινα φέσια σαν τους κοινούς δούλους μιας γαλέρας και τρέμουν μπροστά στον κατώτατο αξιωματούχο.

Μόλις αποσυρθούν οι Τούρκοι η ευγενική τάξη της Νάξου ανακτά το αγέρωχο ύφος, δεν βλέπει κανείς παρά βελούδινα καπέλα και δεν ακούει παρά μόνο για γενεαλογικά δέντρα. Μερικοί θεωρούν ότι είναι απόγονοι των Παλαιολόγων και των Κομνηνών. Άλλοι ότι κατάγονται από τους Ιουστινιάνι και τους Γκριμάλντι.

Ο σουλτάνος δεν πρέπει να φοβάται πιθανή εξέγερση σε αυτό το νησί: τη στιγμή που ξεσηκώνεται ένας Λατίνος, οι Έλληνες το αναφέρουν στον καδή. Και αν ένας Έλληνας ανοίξει το στόμα του, ο καδής ξέρει τι θέλει να πει πριν το κλείσει.

Οι αρχόντισσες εδώ είναι ματαιόδοξες μέχρι γελοιότητας. Θα δει κανείς να επιστρέφουν από την ύπαιθρο μετά τον τρύγο με συνοδεία 30-40 γυναικών, οι μισές με τα πόδια και οι άλλες μισές πάνω στα γαϊδούρια, ή μία να έχει στο κεφάλι της μία ή δύο βαμβακερές πετσέτες, ή ένα μεσοφόρι της κυράς της. Άλλη περπατάει κρατώντας ένα ζευγάρι κάλτσες, ένα πέτρινο τσουκάλι ή μερικά πήλινα πιάτα.

Όλα τα έπιπλα του σπιτιού γίνονται δημόσιο θέαμα και η κυρία, αξιοθρήνητα θρονιασμένη πάνω στο γάιδαρο, κάνει την είσοδο της στην πόλη θριαμβευτικά, στην κεφαλή αυτής της πομπής. Τα παιδιά είναι στο μέσον αυτής της καβαλαρίας και ο σύζυγος συνήθως ουραγός.

Οι ευγενείς της Νάξου μένουν όλοι στην ύπαιθρο, στους πανέμορφους τετράγωνους πύργους τους και επισκέπτονται σπάνια ο ένας τον άλλον. Η κυριότερη ασχολία τους είναι το κυνήγι. Όταν τους επισκέπτεται ένα φιλικό πρόσωπο, διατάζουν έναν υπηρέτη να φέρει το πρώτο ζυγούρι ή μοσχάρι που μπορεί να βρεθεί στο κτήμα τους: το ζώο που πιάνεται είναι αδέσποτο, κατάσχεται και σφάζεται σύμφωνα με το έθιμο της περιοχής και ακολουθεί γλέντι με το σφαχτό.

Μερικά χρόνια πριν 12 οικογένειες στη Νάξο ασπάστηκαν τον μωαμεθανισμό: οι χριστιανοί της λατινικής κοινότητας έβαλαν τους κουρσάρους να τους αρπάξουν και να τους μεταφέρουν στη Μάλτα. Από εκείνη τη στιγμή και μετά δεν πέρασε από το μυαλό κανενός να γίνει μωαμεθανός στη Νάξο.

Joseph Pitton de Tournefort

Σίφνος ή Σίφαντος

30 μίλια από τη Μήλο βρίσκεται η Σίφνος, ή Σίφαντος. Τη Σίφνο συναντήσαμε κάτω από έναν όμορφο ουρανό ακόμη πιο γοητευτικό από της Μήλου. Στη Σίφνο συναντούμε γερόντους εκατόν είκοσι ετών. Ο αέρας, τα νερά, τα φρούτα, το θήραμα, τα πουλερικά, όλα άριστης ποιότητας. Τα σταφύλια της είναι υπέροχα, όμως η γη που τα παράγει είναι πολύ σκληρή και τα κρασιά της δεν είναι εκλεκτά. Γι΄αυτό το λόγο πίνουμε Μήλου και Σαντορίνης.

Σίφνος ή Σίφαντος
Κάτοικος της Σίφνου

Παρ΄ότι η Σίφνος καλύπτεται από πετρώματα μαρμάρου και γρανίτη, ωστόσο είναι από τα πιο γόνιμα και τα καλύτερα καλλιεργημένα νησιά του Αρχιπελάγους. Προμηθεύει τους σημερινούς ευγενικούς κατοίκους της αρκετούς καρπούς. Τα ήθη των προγόνων τους είναι πολύ υποτιμημένα. Όταν μέμφονταν κάποιον ότι ζει με τρόπο σιφαντίνικο και ότι ο λόγος του είναι σιφαντίνικικος ισοδυναμούσε με μεγάλη ύβρι.

Οι κάτοικοι προσπαθούν να αξιοποιήσουν το λάδι και την κάππαρη τους. Επίσης, το μετάξι τους είναι πολύ όμορφο, αλλά παράγεται σε μικρή ποσότητα και τα βαμβακερά υφάσματα, αρκετά περιζήτητα, είναι δύο ειδών: το σκαμίτι είναι υφασμένο ενιαία, το δίμιτο είναι ύφασμα δίκλωστο, σταυρωτό, ωραιότερο, πιο γερό και μεγαλύτερης κατανάλωσης. Έτσι, καταναλώνεται όχι μόνο το βαμβάκι του νησιού, αλλά και αυτό των γειτονικών νησιών. Τα υπόλοιπα εμπορεύσιμα είδη της Σίφνου είναι τα σύκα, τα κρεμμύδια, το κερί, το μέλι, το σουσάμι. Εργάζονται στην παραγωγή ψάθινων καπέλων που πωλούνται σε όλο το Αρχιπέλαγος με το όνομα καστόρι της Σίφνου.Το νησί αυτό, όπου μετράμε πάνω από 5.000 ψυχές, φορολογείται προς 1.700 ως 4.000 τάλιρα για κεφαλικούς και άμεσους φόρους.

Εκτός από το Κάστρο, που βρίσκεται στο βράχο της άκρης της θάλασσας και ίσως χτίστηκε στα ερείπια της αρχαίας Απολλωνίας, υπάρχουν πέντε χωριά, ο Αρτέμωνας, το Σταβρί, η Κατεβατή, τα Εξάμπελα και το Πεταλί, τέσσερις μονές καλογέρων, της Βρύσης ή Πηγής, του Μουγκού, του Αγίου Χρυσοστόμου και του Προφήτη Ηλία, δύο μονές καλογραιών, η μία με περίπου 20 κοπέλες και η άλλη με 40, στον οικισμό που φέρει το όνομα Καμάρες. Τα κορίτσια έρχονται μερικές φορές από τα νησιά του Αρχιπελάγους για να κάνουν το τάμα τους. Όσο για τα παρεκκλήσια, υπάρχουν γύρω στα πεντακόσια και οι εξήντα παπάδες τα λειτουργούν μόνο μια φορά ετησίως, την ημέρα του Αγίου τους.

Τα λιμάνια του νησιού είναι ο Φάρος, το Βαθύ, η Κιτριανή, η Χερσόνησος, και του Κάστρου. Ο Φάρος σίγουρα διατήρησε το όνομα κάποιου παλαιού φάρου που χρησίμευε ως οδηγός των πλοίων. Τα λιμάνια της Σίφνου ήταν αρκετά πολυσύχναστα πριν από πολλά χρόνια.

Η Σίφνος άλλοτε ήταν πασίγνωστο και πλούσιο νησί χάρη στα μεταλλεία χρυσού και αργύρου. Σήμερα ίσα που γνωρίζουν που βρίσκονται. Στο νησί είναι ιδιαίτερα συνηθισμένος και ο μόλυβδος. Οι βροχές τον αποκαλύπτουν σχεδόν παντού. Το μεταλλείο είναι γκριζόχρωμο, στιλπνό και αποδίδει μολύβι που πλησιάζει τον κασσίτερο. Όταν οι αγρότες θέλουν να κυνηγήσουν, τον παίρνουν από τα χωράφια και τον λιώνουν για να φτιάξουν σκάγια. Το μολύβι αυτό, που είναι σαν φυσικό ψιμύθιο, υαλοποιείται εύκολα, γεγονός που κάνει άριστης ποιότητας τις χύτρες του νησιού.

Ο Θεόφραστος, ο Πλίνιος, ο Ισίδωρος βεβαιώνουν ότι στη Σίφνο σμίλευαν κάποια πέτρα μαλακή και έφτιαχναν πήλινες χύτρες οι οποίες, αφού τις περιέχυναν με κάποιο λάδι, γίνονταν μαύρες και πολύ σκληρές. Πολύ καλά θεωρούνταν και τα ποτήρια που έφτιαχναν στο νησί.

Οι Εβραίοι της Σίφνου

Πριν από περίπου πενήντα χρόνια έφτασαν στη Σίφνο Εβραίοι απεσταλμένοι της Υψηλής Πύλης για να εξετάσουν τα μεταλλεία μολύβδου. Όμως οι αστοί του νησιού, φοβούμενοι μήπως τους εξαναγκάσουν να εργαστούν σε αυτά, πλήρωσαν τον καπετάνιο της γαλέρας, που είχε φέρει τους Εβραίους και την είχαν φορτώσει με μετάλλευμα, να τους οδηγήσει στην Θεσσαλονίκη. Ο ανωτέρω αξιωματικός έριξε σε ξέρα το πλοίο του και ενώ αυτό βυθιζόταν αυτός διασώθηκε με τη βάρκα του, Κάποιοι Εβραίοι που ξαναήρθαν στη Σίφνο με την ίδια αποστολή δεν φάνηκαν καλύτεροι έμποροι.

Οι Σίφνιοι για να απαλλαγούν από αυτούς μια και καλή, έδωσαν ένα ποσόν σε κάποιον Προβηγκιανό πειρατή που βρισκόταν στη Μήλο και αυτός τρύπησε με κανονιοβολισμούς μία δεύτερη γαλέρα φορτωμένη με μετάλλευμα από τους Εβραίους. Το αποτέλεσμα της επίθεσης ήταν τόσο καλό, που Τούρκοι και Εβραίοι εγκατέλειψαν αυτήν την προσπάθεια τους.

Ο Τούρκοι δεν τολμούσαν και πολύ να εμφανιστούν στα νησιά πριν από την πλήρη αναχώρηση των Γάλλων, οι οποίο έφευγαν συχνά για να τους συλλάβουν και να τους αιχμαλωτίσουν στη συνέχεια στις κορυφές των γύρω βουνών. Οι Έλληνες διευκόλυναν ατές τις βιαιοπραγίες, ωστόσο παρηγορούσαν τους μουσουλμάνους και τους δάνειζαν χρήματα για την πληρωμή των λύτρων.

Η Σίφνος αλλάζει χρήση στους αρχαίους τάφους

Οι αρχαιότητες του νησιού είναι παραμελημένες. Στο δρόμο από το λιμάνι προς το κάστρο υπάρχει ένας αρχαίος τάφος που χρησιμεύει σαν σκάφη για να πίνουν νερό τα ζώα. Είναι ένα κομμάτι μάρμαρο υψηλής αισθητικής με μήκος έξι πόδια κι οκτώ ίντσες, επί δύο πόδια και οκτώ ίντσες φάρδος και δύο πόδια και τέσσερις ίντσες ύψος. Ο τάφο φέρει φύλλα ακάνθου, μηλοέλατου και άλλων καρπών. Πολύ κοντά στο μνημείο αυτό βρίσκεται μία άλλη μαρμάρινη πέτρα ενσωματωμένη στον τοίχο, λείψανο ενός άλλου τάφου.

Στους πρόποδες ενός λόφου, λίγο μακρύτερα από εκεί, βρίσκονται τα ερείπια ενός αρχαίου ναού, που θα μπορούσε να είναι του θεού Πάνα, ο οποίος λατρευόταν στο νησί κατά την αρχαιότητα. Επίσης, βλέπουμε έναν μαρμάρινο τάφο οκτώ πόδια μήκος και τέσσερις ίντσες ύψος και δύο πόδια και οκτώ ίντσες φάρδος, όμως τα κτερίσματα είναι πενιχρά και φαίνονται μικροτεχνήματα. Απεικονίζουν παιδιά που κρατούν στεφάνια από όπου κρέμεται ένα μεγάλο τσαμπί σταφύλι.

Στο μοναστήρι της Βρύσης ή Πηγής, υπάρχει ένας τάφος από μάρμαρο με πολύ διαφορετική χρήση από αυτήν που προοριζόταν, αφού πλέον χρησιμοποιείται σαν ποτίστρα. Αυτός ο τάφος έχει ύψος τρία πόδια και οκτώ ίντσες και μολονότι τα κτερίσματα του είναι κατεστραμμένα, ο χρόνος δεν άφησε τα σημάδια του σε τρία παιδιά στην πρόσοψη του, που μαρτυρούν ότι όλο είχε γίνει από εξαιρετικό τεχνίτη. Τα παιδιά κρατούν την άκρη ενός στεφανιού.

Πάνω στην πύλη της Χώρας, στην έξοδο με κατεύθυνση το λιμάνι, είναι εντοιχισμένα τμήματα δύο μορφών από μάρμαρο, μέτριας τεχνικής. Η μία είναι γυμνή και η άλλη καλυμμένη. Σε μια γωνιά ενός τετραγώνου πύργου, στα αριστερά της πύλης του Κάστρου, διακρίνεται ένα ανάγλυφο από μάρμαρο που το αναφέρουν ως ιστορία του Tobie. Γνώμη μου είναι ότι πρόκειται για λείψανο κάποιου τάφου. Στον ίδιο τοίχο, έχουν χτίσει ό,τι απέμεινε από ένα λιοντάρι, ενώ φαίνεται μόνο το κεφάλι και το στήθος του.

Οι Λατίνοι της Σίφνου

Η Σίφνος έχει διαχωριστεί από το δουκάτο της Νάξου. Είναι βέβαιο ότι ο Μάρκος Σανούδος το κυρίευσε και το προσάρτησε στο δουκάτο αυτό υπό τον Ερρίκο Β’, Λατίνο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης. Η οικογένεια των Γοζαδίνι κατείχε τη Σίφνο μέχρι την περίοδο που ο Μπαρμπαρόσα έγινε κυρίαρχος υπό τον Σουλεϊμάν Β’. Η οικογένεια αυτή σήμερα έχει περιοριστεί σε τρία αδέλφια, τα οποία σχεδόν όλο το χρόνο είναι στο κρεβάτι, αφού όλα υποφέρουν από βαριές παθήσεις.

Joseph Pitton de Tournefort

Μάνη, οι ελεύθεροι Έλληνες

Στη Μάνη αντί για την ερειπωμένη και άτονη ατμόσφαιρα άλλων περιοχών της Ελλάδας, υπάρχει μια αίσθηση σφριγηλής ευμάρειας. Δεν υπήρχε ούτε σπιθαμή διαθέσιμου εδάφους που να μην ήταν καλλιεργημένο και φυτεμένο με πνεύμα οικονομίας, καθώς το έδαφος ήταν φτωχό και βραχώδες. Τα χωριά ήταν καθαρά και χωρίς εικόνα φτώχειας και πιο πυκνοκατοικημένα από τις υπόλοιπες περιοχές της Ελλάδας. Τα πρόσωπα των ανδρών ήταν χαρούμενα και ανοιχτά, οι γυναίκες κομψότερες και οι φορεσιές τους πιο ταιριαστές.

Η ελευθερία φαίνεται ότι άλλαξε εξ ολοκλήρου την όψη και τους τρόπους των ανθρώπων προς τη χαρά και την ευτυχία. όλοι μας χαιρέτισαν καθώς περνούσαμε και η μητέρα του οικοδεσπότη μας βγήκε έξω με έκδηλη χαρά να προϋπαντήσει. Άλλοι ήρθαν και με πολύ εγκάρδιο τρόπο μας εύχονταν χρόνια πολλά, μια ευγένεια σπάνια για την Ελλάδα. Τα αγόρια συνωστίζονταν γύρω μας και έλεγαν ότι οι Άγγλοι είναι πολύ καλοί φίλοι και απορούσαν που δεν είχαμε όπλα. Μετά κουνούσαν τις γροθιές τους προς την τουρκική ακτή και έλεγαν ότι αυτοί οι παλιάνθρωποι δεν τολμούσαν να έρθουν ανάμεσα στους Μανιάτες.

Η οικογένεια του οικοδεσπότη μας είχε μαγειρέψει κοτόπουλα για μας. Καθώς τρώγαμε ήρθαν πολλοί επισκέπτες, κυρίως γυναίκες που δεν είχαν δει ποτέ Φράγκους, μας κοίταζαν και μας ρωτούσαν διάφορα. Γελούσαν πολύ και συζητούσαν, αλλά ο κάθε άνδρας ήταν βαριά οπλισμένος.

Μετά το δείπνο βγήκαμε για έναν περίπατο και επισκεφτήκαμε μερικά πολύ όμορφα χωριά. Όλα ήταν προς το εσωτερικό. Οι εκκλησίες επίσης ήταν πολύ ωραίες. Όλες είχαν ένα ψηλό καμπαναριό γοτθικού τύπου με καμπάνες, που ένα αγόρι, περήφανο για την ελευθερία του και ανυπομονώντας να τη δείξει, ανέβαινε γρήγορα πάνω, και τις χτυπούσε καθώς πλησιάζαμε. Γιατί ούτε καμπαναριά, ούτε καμπάνες επιτρέπονται από τους Τούρκους.

Είδαμε έναν καινούργιο πύργο, τον πύργο του μπέη, ή καπετάνιου των Μανιατών, εξοπλισμένο με δύο βαριά πυροβόλα, και που παρ΄ότι δεν ήταν τόσο στέρεα χτισμένος, είχε μια σπουδαία θέση. Μας είπαν ότι όλοι αυτοί οι πύργοι έχουν προμήθειες για περίπτωση πολιορκίας, και ότι ένας από αυτούς είχε τρόφιμα για 5 χρόνια, πράγμα που το θεωρώ απίθανο.

Μας εντυπωσίασε αυτή η σύντομη γνωριμία μας με τους ελεύθερους Έλληνες στη Μάνη, τους Έλληνες που ήταν πάντοτε ελεύθεροι από την εποχή της Σπάρτης, που είχαν διατηρήσει την ανεξαρτησία τους με τους Ρωμαίους, τους Φράγκους, τους Βενετούς, τους Τούρκους.

Charles Robert Cockerell

Καρύταινα και Δημητσάνα

Η Καρύταινα είναι ένα από τα στρατηγικά σημεία του Μοριά. Το κάστρο, που τώρα είναι ερειπωμένο, καταλαμβάνει την κορυφή ενός ψηλού βράχου, πολύ απότομου, προς τον Αλφειό, που συνδέεται ανατολικά με το βουνό που βρίσκεται ανάμεσα στην παρακείμενη πεδιάδα του Αλφειού και την κοιλάδα του Ατσίχολου. Στα βόρεια και νότια ο λόφος κατεβαίνει πιο ήπια και στις πλαγιές αυτές βρίσκεται η πόλη.

Καρύταινα και Δημητσάνα
Καρύταινα

Το βιλαέτι της Καρύταινας περιλαμβάνει κάπου εκατό χωριά και εκτείνεται βόρεια μέχρι τα Καλάβρυτα. Μερικά από τα χωριά του είναι μεγάλα, όπως η Στεμνίτσα, το Ζυγοβίτσι, η Δημητσάνα και η Ζάτουνα που βρίσκονται στους πλησίον λόφους βόρεια της Καρύταιανας, ενώ πιο μακριά στην ίδι ακετεύθυνση βρίσκονται τα χωριά Αλωνίσταινα, Βυτίνα, Μαγούλιανα, Βαλτεσινίκο, Λαγκάδια, Βυζίκι και Βερβίτσα.

Εκτός από το μήκος της κοιλάδας του Αλφειού κοντά στην Καρύταινα όλη η περιοχή είναι ορεινή αλλά εύφορη σε γενικές γραμμές. Παράγει σχεδόν ίσες ποσότητες σιταριού, κριθαριού και καλαμποκιού. Τυρί και βούτυρο παράγονται σε μεγαλύτερες ποσότητες στα ορεινά χωριά. Βαμβάκι, λινάρι και αμπέλια καλλιεργούνται στα πεδινότερα μέρη. Βελανίδια συλλέγονται σε όλα τα δασώδη μέρη της περιοχής.

Η πόλη της Καρύταινας έχει πρόσφατα μειωθεί πολύ πληθυσμιακά. Παραμένουν ακόμη 200 οικογένειες από τις οποίες οι τουρκικές δεν είναι πάνω από 20: οι μετανάστες έχουν πάει κυρίως στην περιοχή Καρά Οσμάν Ογλού, στη Μικρά Ασία, όπου υπόκεινται μόνο στο φόρο της γης και στο χαράτσι και ασχολούνται κυρίως με την καλλιέργια της εύφορης γης της Περγάμου και της Μαγνησίας.

Η Καρύταινα ήταν έγγειος χορηγία του σουλτάνου προς την αδελφή του, ενώ ο Μυστράς και το Άργος παραχωρήθηκαν σε άλλη αδελφή του βασιλιά των βαρβάρων.

Από την Καρύταινα στη Δημητσάνα

Φτάνοντας στο ψηλότερο σημείο του περάσματος μεταξύ των βουνών Νιμνίτσας και Μαγουλιάνων, αφήνουμε στα αριστερά μας μια μικρή πεδιάδα. Αυτή η πεδιάδα είναι η αρχή ενός μικρού ποταμού που φτάνει στη Δημητσάνα.

Το σχολείο της Δημητσάνας είναι το πιο φημισμένο στο Μοριά, και το οποίο πιθανά να υπήρχε πριν την τουρκική κατάκτηση. Η βιβλιοθήκη του περιέχει μερικές πολύτιμες εκδόσεις των κλασικών, πολλές του Άλδου Μανούτιου και πολυάριθμες θεολογικές εργασίες, αλλά όχι χειρόγραφα. Το σχολείο έχει λίγους μαθητές και αυτοί που μαθαίνουν αρχαία ελληνικά διαβάζουν αποσπάσματα από τους Πατέρες της Ελληνικής Εκκλησίας και Λουκιανό, που γενικά είναι το πρώτο βιβλίο που πιάνουν στα χέρια τους. Το σχολείο αυτό, όμως, τελευταία βρίσκεται σε παρακμή. Με την αυξανόμενη αθλιότητα και ερήμωση της Πελοποννήσου, η αναζήτηση της μόρφωσης έχει σχεδόν μηδενιστεί.

Έχουν ιδρυθεί και μικρότερα σχολεία στον Μυστρά, στο Άργος, στη Βυτίνα και στα Καλάβρυτα όπου διδάσκεται μια επιφανειακή γνώση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας που θεωρείται αρκετή για τα αγόρια που προορίζονται για την Εκκλησία. Ο καημένος ο δάσκαλος παραπονιέται αξιολύπητα για αυτές τις αλλαγές που πήγαν από το κακό στο χειρότερο, και το αποτέλεσμα των οποίων είναι ότι το δικό του εισόδημα ζωής μειώνεται και ότι προβληματίζεται να βρει κάποιον που πραγματικά εκτιμά το επάγγελμά του ή με τον οποίο μπορεί να απολαύσει μια συζήτηση για τα θέματα που τον ενδιαφέρουν. Φαίνεται λογικός και ευχάριστος, με καλούτσικη γνώση των αρχαίων συγγραφέων και καλή μνήμη.

Γύρω από την πόλη της Δημητσάνας υπάρχουν απομεινάρια από ένα ελληνικό τείχος, μερικά τμήματα του οποίου είναι αναμεμειγμένα με τις αυλές, τους τοίχους, τα θεμέλια των ιδιωτικών κατοικιών. Σε μερικά σημεία έχουν παραμείνει κάποια δείγματα αρχιτεκτονικής.

Αν λέει αλήθεια ο Παυσανίας, αυτά πρέπει να είναι τα ερείπια της Τευθίδος. Υπάρχουν μερικά ελληνικά θεμέλια στα αμπέλια στην πλαγιά του βουνού. που δείχνουν ότι αυτή η πλαγιά ήταν μέρος της αρχαίας πόλης. Το μέρος της σύγχρονης πόλης που βρίσκεται στην κορυφογραμμή, προς τα ανατολικά, φαίνεται να είναι έξω από τον αρχαίο περίβολο. Τα τείχη που ανιχνεύονται γύρω από τη σύγχρονη πόλη πιθανόν να είναι μόνο εκείνα της ακρόπολης.

Η τοποθεσία της Δημητσάνας είναι δροσερή, υγιεινή και εξαιρετικά όμορφη. Προς τα νότια δεσπόζει η θέα του δυτικού μέρους της πεδιάδας της Μεγαλόπολης και των βουνών πίσω από το Λεοντάρι Οι άνθρωποι στη Δημητσάνα έχουν φιλικές σχέσεις μεταξύ τους.

Ο μουκατάς (ενοικίαση προσόδου) της Δημητσάνας και των γύρω χωριών ανήκει στον Οσμάν, ένα από τους 12 χότζα-χαν (ανώτεροι θρησκευτικοί ηγέτες) της Κωνσταντινούπολης. τα κρατάει με τον όρο να πληρώνει 3 πουγκιά (1.500 γρόσια) για κάποιο τζαμί στη Κωνσταντινούπολη και 4 στην Πύλη για το χαράτσι. Ο αντιπρόσωπος του Οσμάν εισπράττει 12 πουγκιά από τον Χασάν μπέη της Τρίπολης, αδελφό του Αλί εφέντη. Ο κοτζαμπάσης και οι πρόκριτοι το νοίκιασαν από τον Χασάν μπέη για 13 πουγκιά το χρόνο, ίσως και περισσότερο. Η δεκάτη για τους καλλιεργητές εδώ είναι το 1/7: οι ιδιοκτήτες της γης είναι όλοι Έλληνες. Στην πόλη υπάρχουν 300 οικογένειες, όλες ελληνικές.

William Martin Leake

Η Άνδρος (1500π.Χ.-…)

Το δεύτερο σε μέγεθος νησί των Κυκλάδων, η Άνδρος, βρίσκεται στο βορειότερο σημείο του συμπλέγματος, νοτιοανατολικά της Εύβοιας, της οποίας το ακρωτήρι Καφηρέας (γνωστό και ως Κάβο Ντόρο) απέχει 7 μίλια. Η Άνδρος απλώνεται βορειοδυτικά της Τήνου, από την οποία τη χωρίζει ο μικρούς πάτους πορθμός του Στενού. Το μήκος της Άνδρου είναι 39χλμ. και 200μ. κια το πλάτος 16χλμ. και 600 μ.

Η Άνδρος
Η Άνδρος σε έγχρωμο χάρτη του 1580

Η πρωτεύουσα του νησιού, Άνδρος ή Χώρα, στον μυχό κόλπου, πλαγιάζει ως τη θάλασσα με βορειοανατολική προέκταση της , το Νημποριό, περίφημη αγορά και λιμάνι από το 1578 και σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και το Παραπόρτι νοτιοανατολικά. Στην πλατεία της Άνδρου έχει στηθεί το άγαλμα του Αφανή Ναύτη, έργο του Μιχάλη Τόμπρου.

Ψηλά, τέσσερα χιλιόμετρα από τη χώρα, τα Αποίκια εκπλήσσουν με την διάταξη των κτιρίων τους. Εκεί βρίσκεται και η πηγή «Σάριζα». Πέντε χιλιόμετρα από το κύριο λιμάνι του νησιού, το Γαύριο, σώζεται ο πενταώροφος κολουροκωνικός πύργος του «Αγίου Πέτρου».

Η Άνδρος στον ρου της ιστορίας

Τριγυρνούσε στους δρόμους της Αττικής η Κρέουσα, κόρη του αυτόχθονα Ερεχθέα. Την είδε ο θεός Απόλλωνας, την ερωτεύτηκε, και απέκτησε μαζί της τον Ξούθο (γενάρχη των Ιώνων) και τον Ανία. Του τελευταίου γιος ήταν ο Άνδρος ή Ανδρέας, που διδάχθηκε τη μαντική από τον πατέρα του και εξελίχθηκε σε μεγάλο στρατηγό του Ραδάμανθυ, αδελφού του βασιλιά της Κρήτης Μίνωα.

Εκείνη την εποχή η Κρήτη ήταν πολυάνθρωπη και υπήρχε ανάγκη να φύγουν κάποιοι και να δημιουργήσουν αποικίες. Ο Ραδάμανθυς διάλεξε τον Άνδρο και τον έχρισε οικιστή του νησιού που πήρε το όνομα του. Σύντομα επανάσταση στο νησί τον ανάγκασε να φύγει. Πήρε τις πιστές του οικογένειες και πήγε στην περιοχή της Ίδας (στη μικρασιατική Τροία), όπου έχτισε νέα πόλη την Άντανδρο.

Στην Άνδρο εντοπίστηκαν μυκηναϊκοί οικισμοί από το 1500π.Χ. και νεότεροι. Γύρω στο 1000π.Χ. Ίωνες έφθασαν και κατέκλυσαν το νησί.

Οι κάτοικοι της Άνδρου είχαν δεσμούς με την Χαλκίδα της Εύβοιας, με την οποία συνεργάστηκαν και έχτισαν νέες αποικίες στη Χαλκιδική και τη Θράκη, το 900π.Χ. Ενώ το 8ο αιώνα π.Χ. υπάρχουν ενδείξεις ότι το νησί βρισκόταν κάτω από την κυριαρχία της Ερέτριας. Τον 6ο αιώνα π.Χ., όπως και άλλα νησιά των Κυκλάδων, η Άνδρος πέρασε στην επιρροή της Νάξου.

Μια εκστρατεία του Θεμιστοκλή μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας απέτυχε και έγινε αιτία για να δημιουργηθεί έχθρα ανάμεσα στην άνδρο και την Αθήνα. Παρ΄όλα αυτά το νησί εντάχθηκε το 476π.Χ. στην Αθηναϊκή Συμμαχία. Εβδομήντα χρόνια αργότερα, η Άνδρος στάθηκε στο πλευρό των Σπαρτιατών στον Πελοποννησιακό πόλεμο.

Το νησί βρέθηκε στη δίνη των πολέμων ανάμεσα στους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου και διαδοχικά πέρασε στην κατοχή των Πτολεμαίων, του Αντίγονου, και του βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππου Ε΄και το 199π.Χ. της Ρώμης. Τότε εκδιώχθηκαν οι κάτοικοι της Άνδρου και στάλθηκαν στο Δήλιο της Βοιωτίας. Το νησί, αργότερα, επανοικίστηκε αφού οι Ρωμαίου το χάρισαν στον βασιλιά Άτταλο της Περγάμου. Ο τελευταίος βασιλιάς Άτταλος ο Γ΄άφησε το νησί κληρονομιά στη Ρώμη. Το 31π.Χ η Άνδρος έγινε ρωμαϊκή επαρχία.

Οι κάτοικοι του νησιού εκχριστιανίστηκαν νωρίς, ενώ στην εποχή Βυζαντινής αυτοκρατορίας η Άνδρος έγινε ναυτική δύναμη και εμπορικό κέντρο μεταξωτών.

Το 1207, ο Βενετός Μάρκος Σανούδος κατέλαβε τα νησιά των Κυκλάδων και χάρισε την Άνδρο στον Μαρίνο Δάνδολο, το κάστρο του οποίου βρίσκεται στη Χώρα του νησιού. Ο νέος κυρίαρχος γνώρισε την επικυριαρχία του Σανούδου και εγκαταστάθηκε φεουδάρχης στο νησί. Ο Μαρίνος Δάνδολος ακολούθησε πολιτική ανεξιθρησκείας σε τέτοιο βαθμό που να φυλακίσει ένα Λατίνο επίσκοπο και να αφοριστεί το 1233 από τον πάπα Γρηγόριο τον Θ΄.

Η Άνδρος γνώρισε σειρά φεουδαρχών που «έσπειραν» κάστρα στο νησί. Στα 1440 πέρασε στην κατοχή του βαρόνου της Πάρου, Κρουστίνου Σομαρίπα. Στα 1537 την πήρε για λογαριασμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα. Την εποχή εκείνη ο γεννημένος στην Πορτογαλία Εβραίος Ιωσήφ Νάζι ήταν δώδεκα χρονών. ότνα μεγάλωσε έγονε πάμπλουτος τραπεζίτης. Έγινε φίλος με τον σουλτάνο Σουλεϊμάν Β΄το μεγαλοπρεπή και αργότερα με το διάδοχο του Σελήμ Β΄. Έχτισε ένα ανάκτορο στην περιοχή του Πέρα στην Κωνσταντινούπολη και εγκαταστάθηκε εκεί. Έγινε ρυθμιστής της οικονομικής ζωής της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Στα 1566 ο Σελήμ Β΄τον ονόμασε δούκα της Νάξου και της Άνδρου και του χάρισε τα δύο αυτά νησιά μαζί με το παλιό δουκάτο. Τα κυβέρνησε ως το θάνατό του με αντιπροσώπους, σκληρά αλλά σύμφωνα με τα τοπικά έθιμα. Μετά το θάνατο του Νάζι η Άνδρος έγινε τιμάριο και δόθηκε στην βαλιδέ σουλτάνα.

Στο νησί τοποθετούνταν μουσουλμάνοι αλλά και χριστιανοί βοεβόδες. Με τον καιρό οι κάτοικοι του νησιού απέκτησαν προνόμια και απολάμβαναν ελευθερίες. Πλούτισαν, απέκτησαν εμπορικά πλοία και γρήγορα μετασκευάστηκαν σε ικανά να αποκρούουν πειρατικές επιθέσεις και ζούσαν χωρίς ή με ελάχιστη τουρκική παρουσία. Η ευημερία κράτησε δύο αιώνες.

Στα 1770 με 1774 η Άνδρος κυριεύθηκε από Ρώσους. Και στον πόλεμο της Ρωσίας με την Τουρκία είδε την άτυχη ναυμαχία του Λάμπρου Κατσώνη. ήταν 6 Απριλίου όταν ο χιλίαρχος της Μεγάλης Αικατερίνης, Λάμπρος Κατσώνης, επικεφαλής επτά πολεμικών πλοίων συναντήθηκε με 15 του τουρκικού στόλου στο ακρωτήρι του Καφηρέα. Η ναυμαχία ήταν επική. Οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Επέστρεψαν την επομένη με άλλα 12 αλγερινά πλοία. Έπειτα από κραταιά αντίσταση ο Κατσώνης αναγκάστηκε να υποχωρήσει διασώζοντας μόνο 2 πλοία. Τα υπόλοιπα πέντε ανατινάχθηκαν από τους καπετάνιους που προτίμησαν το θάνατο από την αιχμαλωσία.

Μια γενιά αργότερα η Άνδρος επαναστάτησε. Την επαναστατική σημαία ύψωσε ο Θεόφιλος Καΐρης. Σήμερα τιμάται ως ήρωας της Άνδρου. Ένας δρόμος και μια πλατεία με το άγαλμά του στη Χώρα του νησιού φέρουν το όνομά του. Το αναπλαιωμένο σπίτι του και η Βιβλιοθήκη κατέχουν σημαντική θέση στα αξιοθέατα του νησιού.

Η Κάσος, οι Θερμοπύλες του Αιγαίου

Ένας βράχος που ξεπροβάλλει από τη θάλασσα, μόλις τρία μίλια νοτιοδυτικά της Καρπάθου, η Κάσος, είναι το πιο νότιο νησί των Δωδεκανήσων, σε απόσταση 255 μιλίων από τον Πειραιά.

Η Κάσος
Πανοραμική άποψη του Φρυ σε καρτποστάλ των πρώτων χρόνων της ιταλικής κατοχής

Το βουνό Πρίωνας εμποδίζει τη πρόσβαση στα βόρεια του νησιού ενώ οι απότομες πλαγιές του όρους Περίολας ορθώνονται στα νότια. Ανάμεσα τους το βουνό Σίσφιο, φράζει την πρόσβαση στην ανατολική ακτή. Έτσι, οι οικισμοί στριμώχνονται σε ακτίνα έως τρία χιλιόμετρα από το λιμάνι και πρωτεύουσα Φρυ περίπου στη μέση της δυτικής ακτής, εκεί όπου σχηματίζεται όρμος σαν φρύδι, εξ ου και το όνομα.

Εκτός από το Φρυ στην Κάσο υπάρχουν ακόμη τέσσερις οικισμοί: η μεσόγεια Αγία Μαρίνα με διατηρημένα σπίτια καπεταναίων, το επίσης μεσόγειο Αρβανιτοχώρι, ο Εμπορειός, πιο ψηλά η Παναγιά και ακόμη πιο πάνω το Πόλι.

Η ιστορική αναδρομή των κατοίκων είναι συνδεδεμένη με αυτή της γειτονικής Καρπάθου. Στα 1824, όμως, οι Κάσιοι ανέδειξαν το νησί τους σε νεότερες Θερμοπύλες του Αιγαίου. Ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Απριλίου του 1821, πρώτοι από όλους στα Δωδεκάνησα, με πρωτεργάτες τους Θεόδωρο Κονταρτσόγλου και Παπακανάρη. Εκείνα τα χρόνια εξοπλισμένα εμπορικά πλοία τους ήταν σχεδόν ένα έτοιμος στόλος.

Τολμηροί ναυτικοί και εμπειροπόλεμοι, όργωναν τις θάλασσες και αντιμετώπιζαν με επιτυχία τους πειρατές. Όταν επαναστάτησε και η Κρήτη ο πια «πολεμικός στόλος» της Κάσου έσπευσε να την στηρίξει.

Οι Κάσιοι ανδραγάθησαν και απέδειξαν έμπρακτα στον Αιγύπτιο Χουσεΐν ότι ήταν υποχρεωμένος να τους υπολογίζει. Τέλη Απριλίου του 1824, η Επανάσταση στην Κρήτη είχε σβήσει. Τα καράβια της Κάσου επέστρεψαν στη βάση τους. Οι κάτοικοι γνώριζαν πολύ καλά ότι είχε έρθει η σειρά τους. Ήταν η εποχή της ελληνικής εμφύλιας σύρραξης και της οθωμανικής επίθεσης στα μέτωπα της Επανάστασης.

Ο Αιγύπτιος Ιμπραήμ ορίστηκε αρχηγός των χερσαίων δυνάμεων, ενώ ο αιγυπτιακός στόλος δρούσε στο Αιγαίο. Ο Χουσεΐν μπέης ήταν ακόμα απασχολημένος στην Κρήτη, όταν μοίρα του αιγυπτιακού στόλου φάνηκε ανοιχτά της Κάσου. Προδομένοι από την αδιαφορία και τις καθυστερήσεις της κεντρικής διοίκησης στη λήψη αποφάσεων, οι νησιώτες γνώριζαν καλά ότι δεν είχαν να περιμένουν από πουθενά.

Οργάνωσαν την άμυνα τους και με τριάντα κανόνια μπροστά από τα χωριά Αγία Μαρίνα, Αρβανιτοχώρι, Παναγιά και Πόλι και έστησαν βίγλες στις απόκρημνες περιοχές του νησιού, να προσέχουν τα νώτα τους. Στις 14 Μαΐου 1824, τα αιγυπτιακά πλοία παρατάχθηκαν έξω από την Κάσο. Οι εξακόσιοι Κρητικοί που είχαν έρθει πρόσφυγες στο νησί ενώθηκαν με τους υπερασπιστές, ανεβάζοντας τη δύναμη σε υπολογίσιμο αριθμό.

Στήθηκε συνεδρίαση καπετάνιων και προκρίτων με θέμα αν θα έπρεπε να δηλώσουν υποταγή ή να αμυνθούν. Την απόφαση πήραν οι Αιγύπτιοι που ξεκίνησαν κανονιοβολισμό της παραλίας. Τα ελληνικά κανόνια απάντησαν.

Η αιγυπτιακή ναυαρχίδα «Αφρική» θέλησε να πλησιάσει πιο κοντά. Έπεσε σε ύφαλο, έπαθε μεγάλη ζημιά και αποχώρησε Δυο μέρες αργότερα αποχώρησαν και τα υπόλοιπα αιγυπτιακά πλοία.

Στις 27 Μαΐου 1824 ξαναφάνηκαν. Αυτή τη φορά στόλος από 25 πλοία με 4.000 Αλβανούς υπό το ναύαρχο Ισμαήλ Γιβραλτάρ, με γενικό αρχηγό τον Χουσεΐν μπέη. Αγκυροβόλησαν μπροστά από το νησάκι Μακρά και άρχισαν τους κανονιοβολισμούς. Η Κάσος απάντησε.

Οι κανονιοβολισμοί συνεχίστηκα για 48 ώρες. Τη νύχτα προς το τρίτο ξημέρωμα, 18 «αποβατικά» γεμάτα στρατό κινήθηκαν προς τα βόρεια της Αγίας Μαρίνας. Η προσοχή των αμυνόμενων στράφηκε προς αυτό το σημείο. Την ίδια ώρα περίπου τριάντα βάρκες με οπλισμένους Αλβανούς, αρχηγό τον χιλίαρχο Μουσά και αρχηγό τον Κάσιο Ζαχαριά (σύγχρονο της Επανάστασης Εφιάλτη), έπλεαν μέσα στο σκοτάδι προς τη νότια πλευρά της Αγίας Μαρίνας, στον Αντιπέρατο.

Κανένας δεν υπήρχε εκεί, να τους δει και να ειδοποιήσει, καθώς ο τόπος είναι απρόσιτος. Και μονάχα ένα μονοπάτι κακοτράχαλο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για αναρρίχηση. Είχαν τοποθετηθεί έξι νησιώτες να προσέχουν, αλλά και αυτοί δε μπορούσαν να φανταστούν ότι υπήρχε προδότης που «ξεναγούσε» τον εχθρό. Αιφνιδιάστηκαν. Αν είχαν έγκαιρα αντιληφθεί τους Αλβανούς μπορούσαν να τους κρατήσουν, ώσπου να έρθουν ενισχύσεις, καθώς η τοποθεσία τούς το επέτρεπε. Οι τρεις σκοτώθηκαν, οι άλλοι τρεις πρόλαβαν να φύγουν.

Έχοντας αποκτήσει ισχυρό προγεφύρωμα ο Χουσεΐν έστειλε στον Αντιπέρατο και άλλους, συνολικά δυο χιλιάδες Αλβανούς. Ξημερώματα έπεσαν αιφνιδιαστικά στα νώτα των Κασίων. Οι υπερασπιστές του νησιού απέκρουσαν με γενναιότητα αλλά δεν μπορούσαν πια να εμποδίσουν την απόβαση στην παραλία, μπροστά στην Αγία Μαρίνα. Βρέθηκαν ανάμεσα σε δύο πυρά.

Ο Χουσεΐν τους μήνυσε να παραδοθούν και σε αντάλλαγμα εγγυάτο τη ζωή και την ελευθερία τους. Γνώριζαν από την εμπειρία τους στην Κρήτη ότι ο Αιγύπτιος τιμούσε το λόγο του. Γνώριζαν ότι ο αγώνας τους ήταν χαμένος. Απάντησαν όμως με μια κασιωτική παραλλαγή του «Μολών λαβέ».

Η μάχη συνεχίστηκε στήθος με στήθος. Κάποια στιγμή με ηρωικό γιουρούσι διέσπασαν τις εχθρικές γραμμές. Κάποιοι έφτασαν στην ακτή, πρόλαβαν να μουν σε ελληνικά πλοία και έφυγαν στην Κάρπαθο. Άλλοι πήραν τα βουνά, υποχωρώντας και πολεμώντας.

Ο πλοίαρχος Μάρκος Μαλλιαράκης με σαράντα ναύτες οχυρώθηκε στη Λαγκά. Συνέχισε να πολεμά ώσπου οι περισσότεροι άνδρες του έπεσαν και ίδιος αιχμαλωτίστηκε. Τον οδήγησαν δεμένο στο Χουσεΐν. Ο Αιγύπτιος ήταν πρακτικός άνθρωπος. Του πρότεινε να αναλάβει πλοίαρχος σε καράβι του στόλου του Ισμαήλ Γιβραλτάρ καθώς το ναυτικό του έπασχε από ικανούς αξιωματικούς. Ο Μαλλιαράκης δέχθηκε και ο Χουσεΐν διέταξε να τον λύσουν. Αμέσως ο Μαλλιαράκης αφόπλισε έναν Αιγύπτιο και με το σπαθί του σκότωσε τρεις άλλους. Χίμηξαν απάνω του οι υπόλοιποι και τον έσφαξαν.

Η άρνηση των υπερασπιστών στην πρόταση να παραδοθούν θεωρήθηκε από τον Χουσεΐν ότι ακύρωνε τις υποσχέσεις του. Επί 24 ώρες, οι άνδρες σφάζονταν, γυναίκες και παιδιά βιάζονταν, ενώ τα σπίτια λεηλατήθηκαν. Δυο χιλιάδες νησιώτες αρπάχτηκαν για να πουληθούν στα σκλαβοπάζαρα. Στο τέλος του 24ώρου ο Χουσεΐν διέταξε να σταματήσουν τα έκτροπα. Σκότωσε με τα χέρια του όσους δεν πειθάρχησαν.

Στους δρόμους κείτονταν άλλες δύο χιλιάδες νεκροί, μαχητές και άμαχοι. Στην έρημη Κάσο εγκαταστάθηκε Τούρκος διοικητής. Η γειτονική Κάρπαθος δήλωσε υποταγή. Ο Χουσεΐν γύρισε στην Κρήτη.

Μόλις 16 χρόνια αργότερα, το 1840, η Κάσος άρχισε πάλι να γνωρίζει ανάπτυξη. Τότε χτίστηκε και η σημερινή της πρωτεύουσα, το Φρυ.

Ο Ρήγας Βελεστινλής (1755-1798)

Στα χρόνια της βαριάς σκλαβιάς, όταν η Θεσσαλία στέναζε από τον τουρκικό ζυγό, γεννήθηκε ο Ρήγας Βελεστινλής, στο Βελεστίνο Μαγνησίας, όπου ήταν η αρχαία πόλη Φεραί, εκ της οποίας ο Ρήγας απέκτησε το προσωνύμιο Φεραίος. Ο ίδιος ο Ρήγας πάντοτε ανέγραφε «Ρήγας Βελεστινλής Θετταλός» στα βιβλία κα τα έργα του κατά τη συνήθεια των λογίων της εποχής του, που ως προσωνύμιο χρησιμοποιούσαν τον τόπο καταγωγής τους.

Ο Ρήγας Βελεστινλής
Ο Ρήγας Βελεστινλής σε πίνακα του Θεόφιλου

Ο Ρήγας σπούδασε στα σχολεία της Ζαγοράς, όπου μελετούσε και αρχαίους κλασικούς συγγραφείς. Δεκαοκτώ χρονών μεταβαίνει στην Κωνσταντινούπολη, όπου μαθαίνει ξένες γλώσσες και αρχίζει να μεταφράζει το πρώτο του βιβλίο. Πάλι φεύγει και εγκαθίσταται στις Παρίστριες Ηγεμονίες, που γειτνίαζαν με την Ευρώπη και είχαν κάποια ελευθερία. Στο Βουκουρέστι αναπτύσσει πλούσια δραστηριότητα και έρχεται σε επαφή με τον Δημήτριο Καταρτζή. Γίνεται γραμματικός ηγεμόνων και συμμετέχει στα κοινά της περιοχής του. Εκλέγεται εκπρόσωπος της γειτονιάς του σε μια περίπτωση διάνοιξης του δρόμου και σε μια επιδημία πανώλους τού ανατίθεται ο έλεγχος των σπιτιών για τη διαπίστωση αρρώστων. Ο Ρήγας το 1790 μεταβαίνει για πρώτη φορά στη Βιέννη, ως γραμματικός και διερμηνέας ενός τοπάρχου, που θα τιμούνταν από τον Αυτοκράτορα της Αυστρίας.

Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της επαναστατικής σκέψης του Ρήγα και τη σύλληψη του συγκεκριμένου επαναστατικού σχεδίου του θα πρέπει να διαδραμάτισαν, εκτός από τις μελέτες του, και σημαντικά γεγονότα της εποχής του: τα Ορλωφικά, όπως αποκλήθηκαν τα αιματηρά γεγονότα που ακολούθησαν μετά την εξέγερση των παρακινηθέντων ραγιάδων από τους απεσταλμένους της τσαρίνας Αικατερίνης, Ορλόφ, οι οποίοι όμως εγκατέλειψαν τους εξεργεμένους Έλληνες στα χέρια των κατακτητών. Επίσης η Γαλλική Επανάσταση κα ο πόλεμος των «Τριών Ιμπερίων» και οι συνθήκες που ακολούθησαν (Σιστόβ και Ιασίου) μεταξύ Αυστρίας, Ρωσίας και Οθωμανικής Πύλης αντίστοιχα. Οι συμφωνίες αυτές διέψευσαν τις ελπίδες των σκλαβωμένων, πως τάχα τα χριστιανικά κράτη θα απελευθέρωναν  τους Έλληνες και τους άλλους Βαλκανικούς λαούς από τον οθωμανικό δεσποτισμό και την τυραννία.

Ο Ρήγας Βελεστινλής είχε πάρει διαβατήριο από τις αυστριακές αρχές για να μεταβεί στην Ελλάδα, αλλά, όταν έφτασε στην Τεργέστη τελευταία πόλη της επικράτειας της Αυστρίας συλλαμβάνεται, έπειτα από προδοσία ενός Έλληνα εμπόρου.  Η αυστριακή αστυνομία μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε αντιληφθεί την επαναστατική κίνηση του Ρήγα, γι’ αυτό και αναστατώθηκε μιας και ο Ρήγας εκμηδένισε την τόσο καλή οργάνωση της. Ανακρίνεται, φυλακίζεται, βασανίζεται επί έξι μήνες και τελικά μεταφέρεται σιδεροδέσμιος στο Βελιγράδι, όπου παραδίδεται στους Τούρκους, οι οποίοι τον θανατώνουν με τους άλλους επτά συντρόφους του στον πύργο Ντεμπόιζα, τον Ιούνιο του 1798.

Για την απελευθέρωση της Ελλάδας και των άλλων βαλκανικών λαών από την οθωμανική τυραννία, ο Ρήγας ως πραγματικός ηγέτης φρόντισε για την προετοιμασία της επανάστασης και την εφαρμογή της. Έδωσε σημασία πρώτα στην ανύψωση του ηθικού των σκλαβωμένων και στη δημιουργία επαναστατικής διάθεσης για να πάρουν τα όπλα εναντίον του τυράννου. Κατά την εφαρμογή του επαναστατικού του σχεδίου χρησιμοποίησε τα δύο σημαντικά μέσα επικοινωνίας, τον ήχο και την εικόνα. Σε μια εποχή που όλοι ανυμνούσαν τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη, ο Ρήγας δεν έγραψε ούτε έναν στίχο γι’ αυτόν, δεν τον ύμνησε. Εξέδωσε την εικόνα του Μεγάλου Αλεξάνδρου με τους τέσσερις στρατηγούς του και τέσσερις παραστάσεις με τα κατορθώματά του. Το πρόσφερε στους σκλαβωμένους ως πρότυπο ανδρείας και αποφασιστικότητας. Με το τραγούδι, με τον επαναστατικό παιάνα «Θούριο», προσπαθεί να εμψυχώσει τους σκλαβωμένους και να τους ωθήσει στη μεγάλη απόφαση, την επανάσταση.

Ο Ρήγας κατά την προετοιμασία του επαναστατικού του σχεδίου σκέφτηκε πως είναι απαραίτητη η εκπαίδευση των σκλαβωμένων στην πολεμική τέχνη και σύμφωνα με τις ισχύουσες απόψεις της εποχής του, για να είναι σε θέση να αντιπαραταχθούν στο στρατό του σουλτάνου. Για το σκοπό αυτό μεταφράζει το «Στρατιωτικόν Εγκόλπιον» ενός Γερμανού στρατηγού.

Την έναρξη της επανάστασης τη σχεδίαζε να γίνει από την περιοχή που βρίσκονταν οι εμπειροπόλεμοι πληθυσμοί της Μάνης και της Ηπείρου. Στη συνέχεια η επανάσταση θα επεκτεινόταν στα υπόλοιπα μέρη της Ελλάδας και στις άλλες βαλκανικές περιοχές.

Ο Ρήγας στήριζε την επανάσταση του στις ντόπιες, γηγενείς δυνάμεις των σκλαβωμένων. Δεν υπάρχει στα έργα του έκκληση στις Μεγάλες Δυνάμεις Ανατολής και Δύσης για βοήθεια στην επανάσταση του. Πίστευε ότι οι ξένες δυνάμεις θα εξυπηρετούσαν τα δικά τους συμφέροντα και μόνο.

Με την επικράτηση της επανάστασης του, στη θέση του οθωμανικού δεσποτισμού θα δημιουργούσε τη Νέα Πολιτική Διοίκηση του, τη νέα τάξη πραγμάτων στο βαλκανικό χώρο, με την εφαρμογή του Δημοκρατικού Καταστατικού Συντάγματος και των Δικαίων του Ανθρώπου. Στήριζε τη νέα πολιτική κατάσταση στη δημοκρατία και όχι στην κληρονομική εξουσία. Πρότυπα του ήταν η Δημοκρατία των αρχαίων Αθηνών και η Γαλλική Επανάσταση.