Η Κάσος, οι Θερμοπύλες του Αιγαίου

Ένας βράχος που ξεπροβάλλει από τη θάλασσα, μόλις τρία μίλια νοτιοδυτικά της Καρπάθου, η Κάσος, είναι το πιο νότιο νησί των Δωδεκανήσων, σε απόσταση 255 μιλίων από τον Πειραιά.

Η Κάσος
Πανοραμική άποψη του Φρυ σε καρτποστάλ των πρώτων χρόνων της ιταλικής κατοχής

Το βουνό Πρίωνας εμποδίζει τη πρόσβαση στα βόρεια του νησιού ενώ οι απότομες πλαγιές του όρους Περίολας ορθώνονται στα νότια. Ανάμεσα τους το βουνό Σίσφιο, φράζει την πρόσβαση στην ανατολική ακτή. Έτσι, οι οικισμοί στριμώχνονται σε ακτίνα έως τρία χιλιόμετρα από το λιμάνι και πρωτεύουσα Φρυ περίπου στη μέση της δυτικής ακτής, εκεί όπου σχηματίζεται όρμος σαν φρύδι, εξ ου και το όνομα.

Εκτός από το Φρυ στην Κάσο υπάρχουν ακόμη τέσσερις οικισμοί: η μεσόγεια Αγία Μαρίνα με διατηρημένα σπίτια καπεταναίων, το επίσης μεσόγειο Αρβανιτοχώρι, ο Εμπορειός, πιο ψηλά η Παναγιά και ακόμη πιο πάνω το Πόλι.

Η ιστορική αναδρομή των κατοίκων είναι συνδεδεμένη με αυτή της γειτονικής Καρπάθου. Στα 1824, όμως, οι Κάσιοι ανέδειξαν το νησί τους σε νεότερες Θερμοπύλες του Αιγαίου. Ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Απριλίου του 1821, πρώτοι από όλους στα Δωδεκάνησα, με πρωτεργάτες τους Θεόδωρο Κονταρτσόγλου και Παπακανάρη. Εκείνα τα χρόνια εξοπλισμένα εμπορικά πλοία τους ήταν σχεδόν ένα έτοιμος στόλος.

Τολμηροί ναυτικοί και εμπειροπόλεμοι, όργωναν τις θάλασσες και αντιμετώπιζαν με επιτυχία τους πειρατές. Όταν επαναστάτησε και η Κρήτη ο πια «πολεμικός στόλος» της Κάσου έσπευσε να την στηρίξει.

Οι Κάσιοι ανδραγάθησαν και απέδειξαν έμπρακτα στον Αιγύπτιο Χουσεΐν ότι ήταν υποχρεωμένος να τους υπολογίζει. Τέλη Απριλίου του 1824, η Επανάσταση στην Κρήτη είχε σβήσει. Τα καράβια της Κάσου επέστρεψαν στη βάση τους. Οι κάτοικοι γνώριζαν πολύ καλά ότι είχε έρθει η σειρά τους. Ήταν η εποχή της ελληνικής εμφύλιας σύρραξης και της οθωμανικής επίθεσης στα μέτωπα της Επανάστασης.

Ο Αιγύπτιος Ιμπραήμ ορίστηκε αρχηγός των χερσαίων δυνάμεων, ενώ ο αιγυπτιακός στόλος δρούσε στο Αιγαίο. Ο Χουσεΐν μπέης ήταν ακόμα απασχολημένος στην Κρήτη, όταν μοίρα του αιγυπτιακού στόλου φάνηκε ανοιχτά της Κάσου. Προδομένοι από την αδιαφορία και τις καθυστερήσεις της κεντρικής διοίκησης στη λήψη αποφάσεων, οι νησιώτες γνώριζαν καλά ότι δεν είχαν να περιμένουν από πουθενά.

Οργάνωσαν την άμυνα τους και με τριάντα κανόνια μπροστά από τα χωριά Αγία Μαρίνα, Αρβανιτοχώρι, Παναγιά και Πόλι και έστησαν βίγλες στις απόκρημνες περιοχές του νησιού, να προσέχουν τα νώτα τους. Στις 14 Μαΐου 1824, τα αιγυπτιακά πλοία παρατάχθηκαν έξω από την Κάσο. Οι εξακόσιοι Κρητικοί που είχαν έρθει πρόσφυγες στο νησί ενώθηκαν με τους υπερασπιστές, ανεβάζοντας τη δύναμη σε υπολογίσιμο αριθμό.

Στήθηκε συνεδρίαση καπετάνιων και προκρίτων με θέμα αν θα έπρεπε να δηλώσουν υποταγή ή να αμυνθούν. Την απόφαση πήραν οι Αιγύπτιοι που ξεκίνησαν κανονιοβολισμό της παραλίας. Τα ελληνικά κανόνια απάντησαν.

Η αιγυπτιακή ναυαρχίδα «Αφρική» θέλησε να πλησιάσει πιο κοντά. Έπεσε σε ύφαλο, έπαθε μεγάλη ζημιά και αποχώρησε Δυο μέρες αργότερα αποχώρησαν και τα υπόλοιπα αιγυπτιακά πλοία.

Στις 27 Μαΐου 1824 ξαναφάνηκαν. Αυτή τη φορά στόλος από 25 πλοία με 4.000 Αλβανούς υπό το ναύαρχο Ισμαήλ Γιβραλτάρ, με γενικό αρχηγό τον Χουσεΐν μπέη. Αγκυροβόλησαν μπροστά από το νησάκι Μακρά και άρχισαν τους κανονιοβολισμούς. Η Κάσος απάντησε.

Οι κανονιοβολισμοί συνεχίστηκα για 48 ώρες. Τη νύχτα προς το τρίτο ξημέρωμα, 18 «αποβατικά» γεμάτα στρατό κινήθηκαν προς τα βόρεια της Αγίας Μαρίνας. Η προσοχή των αμυνόμενων στράφηκε προς αυτό το σημείο. Την ίδια ώρα περίπου τριάντα βάρκες με οπλισμένους Αλβανούς, αρχηγό τον χιλίαρχο Μουσά και αρχηγό τον Κάσιο Ζαχαριά (σύγχρονο της Επανάστασης Εφιάλτη), έπλεαν μέσα στο σκοτάδι προς τη νότια πλευρά της Αγίας Μαρίνας, στον Αντιπέρατο.

Κανένας δεν υπήρχε εκεί, να τους δει και να ειδοποιήσει, καθώς ο τόπος είναι απρόσιτος. Και μονάχα ένα μονοπάτι κακοτράχαλο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για αναρρίχηση. Είχαν τοποθετηθεί έξι νησιώτες να προσέχουν, αλλά και αυτοί δε μπορούσαν να φανταστούν ότι υπήρχε προδότης που «ξεναγούσε» τον εχθρό. Αιφνιδιάστηκαν. Αν είχαν έγκαιρα αντιληφθεί τους Αλβανούς μπορούσαν να τους κρατήσουν, ώσπου να έρθουν ενισχύσεις, καθώς η τοποθεσία τούς το επέτρεπε. Οι τρεις σκοτώθηκαν, οι άλλοι τρεις πρόλαβαν να φύγουν.

Έχοντας αποκτήσει ισχυρό προγεφύρωμα ο Χουσεΐν έστειλε στον Αντιπέρατο και άλλους, συνολικά δυο χιλιάδες Αλβανούς. Ξημερώματα έπεσαν αιφνιδιαστικά στα νώτα των Κασίων. Οι υπερασπιστές του νησιού απέκρουσαν με γενναιότητα αλλά δεν μπορούσαν πια να εμποδίσουν την απόβαση στην παραλία, μπροστά στην Αγία Μαρίνα. Βρέθηκαν ανάμεσα σε δύο πυρά.

Ο Χουσεΐν τους μήνυσε να παραδοθούν και σε αντάλλαγμα εγγυάτο τη ζωή και την ελευθερία τους. Γνώριζαν από την εμπειρία τους στην Κρήτη ότι ο Αιγύπτιος τιμούσε το λόγο του. Γνώριζαν ότι ο αγώνας τους ήταν χαμένος. Απάντησαν όμως με μια κασιωτική παραλλαγή του «Μολών λαβέ».

Η μάχη συνεχίστηκε στήθος με στήθος. Κάποια στιγμή με ηρωικό γιουρούσι διέσπασαν τις εχθρικές γραμμές. Κάποιοι έφτασαν στην ακτή, πρόλαβαν να μουν σε ελληνικά πλοία και έφυγαν στην Κάρπαθο. Άλλοι πήραν τα βουνά, υποχωρώντας και πολεμώντας.

Ο πλοίαρχος Μάρκος Μαλλιαράκης με σαράντα ναύτες οχυρώθηκε στη Λαγκά. Συνέχισε να πολεμά ώσπου οι περισσότεροι άνδρες του έπεσαν και ίδιος αιχμαλωτίστηκε. Τον οδήγησαν δεμένο στο Χουσεΐν. Ο Αιγύπτιος ήταν πρακτικός άνθρωπος. Του πρότεινε να αναλάβει πλοίαρχος σε καράβι του στόλου του Ισμαήλ Γιβραλτάρ καθώς το ναυτικό του έπασχε από ικανούς αξιωματικούς. Ο Μαλλιαράκης δέχθηκε και ο Χουσεΐν διέταξε να τον λύσουν. Αμέσως ο Μαλλιαράκης αφόπλισε έναν Αιγύπτιο και με το σπαθί του σκότωσε τρεις άλλους. Χίμηξαν απάνω του οι υπόλοιποι και τον έσφαξαν.

Η άρνηση των υπερασπιστών στην πρόταση να παραδοθούν θεωρήθηκε από τον Χουσεΐν ότι ακύρωνε τις υποσχέσεις του. Επί 24 ώρες, οι άνδρες σφάζονταν, γυναίκες και παιδιά βιάζονταν, ενώ τα σπίτια λεηλατήθηκαν. Δυο χιλιάδες νησιώτες αρπάχτηκαν για να πουληθούν στα σκλαβοπάζαρα. Στο τέλος του 24ώρου ο Χουσεΐν διέταξε να σταματήσουν τα έκτροπα. Σκότωσε με τα χέρια του όσους δεν πειθάρχησαν.

Στους δρόμους κείτονταν άλλες δύο χιλιάδες νεκροί, μαχητές και άμαχοι. Στην έρημη Κάσο εγκαταστάθηκε Τούρκος διοικητής. Η γειτονική Κάρπαθος δήλωσε υποταγή. Ο Χουσεΐν γύρισε στην Κρήτη.

Μόλις 16 χρόνια αργότερα, το 1840, η Κάσος άρχισε πάλι να γνωρίζει ανάπτυξη. Τότε χτίστηκε και η σημερινή της πρωτεύουσα, το Φρυ.

Ο Ρήγας Βελεστινλής (1755-1798)

Στα χρόνια της βαριάς σκλαβιάς, όταν η Θεσσαλία στέναζε από τον τουρκικό ζυγό, γεννήθηκε ο Ρήγας Βελεστινλής, στο Βελεστίνο Μαγνησίας, όπου ήταν η αρχαία πόλη Φεραί, εκ της οποίας ο Ρήγας απέκτησε το προσωνύμιο Φεραίος. Ο ίδιος ο Ρήγας πάντοτε ανέγραφε «Ρήγας Βελεστινλής Θετταλός» στα βιβλία κα τα έργα του κατά τη συνήθεια των λογίων της εποχής του, που ως προσωνύμιο χρησιμοποιούσαν τον τόπο καταγωγής τους.

Ο Ρήγας Βελεστινλής
Ο Ρήγας Βελεστινλής σε πίνακα του Θεόφιλου

Ο Ρήγας σπούδασε στα σχολεία της Ζαγοράς, όπου μελετούσε και αρχαίους κλασικούς συγγραφείς. Δεκαοκτώ χρονών μεταβαίνει στην Κωνσταντινούπολη, όπου μαθαίνει ξένες γλώσσες και αρχίζει να μεταφράζει το πρώτο του βιβλίο. Πάλι φεύγει και εγκαθίσταται στις Παρίστριες Ηγεμονίες, που γειτνίαζαν με την Ευρώπη και είχαν κάποια ελευθερία. Στο Βουκουρέστι αναπτύσσει πλούσια δραστηριότητα και έρχεται σε επαφή με τον Δημήτριο Καταρτζή. Γίνεται γραμματικός ηγεμόνων και συμμετέχει στα κοινά της περιοχής του. Εκλέγεται εκπρόσωπος της γειτονιάς του σε μια περίπτωση διάνοιξης του δρόμου και σε μια επιδημία πανώλους τού ανατίθεται ο έλεγχος των σπιτιών για τη διαπίστωση αρρώστων. Ο Ρήγας το 1790 μεταβαίνει για πρώτη φορά στη Βιέννη, ως γραμματικός και διερμηνέας ενός τοπάρχου, που θα τιμούνταν από τον Αυτοκράτορα της Αυστρίας.

Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της επαναστατικής σκέψης του Ρήγα και τη σύλληψη του συγκεκριμένου επαναστατικού σχεδίου του θα πρέπει να διαδραμάτισαν, εκτός από τις μελέτες του, και σημαντικά γεγονότα της εποχής του: τα Ορλωφικά, όπως αποκλήθηκαν τα αιματηρά γεγονότα που ακολούθησαν μετά την εξέγερση των παρακινηθέντων ραγιάδων από τους απεσταλμένους της τσαρίνας Αικατερίνης, Ορλόφ, οι οποίοι όμως εγκατέλειψαν τους εξεργεμένους Έλληνες στα χέρια των κατακτητών. Επίσης η Γαλλική Επανάσταση κα ο πόλεμος των «Τριών Ιμπερίων» και οι συνθήκες που ακολούθησαν (Σιστόβ και Ιασίου) μεταξύ Αυστρίας, Ρωσίας και Οθωμανικής Πύλης αντίστοιχα. Οι συμφωνίες αυτές διέψευσαν τις ελπίδες των σκλαβωμένων, πως τάχα τα χριστιανικά κράτη θα απελευθέρωναν  τους Έλληνες και τους άλλους Βαλκανικούς λαούς από τον οθωμανικό δεσποτισμό και την τυραννία.

Ο Ρήγας Βελεστινλής είχε πάρει διαβατήριο από τις αυστριακές αρχές για να μεταβεί στην Ελλάδα, αλλά, όταν έφτασε στην Τεργέστη τελευταία πόλη της επικράτειας της Αυστρίας συλλαμβάνεται, έπειτα από προδοσία ενός Έλληνα εμπόρου.  Η αυστριακή αστυνομία μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε αντιληφθεί την επαναστατική κίνηση του Ρήγα, γι’ αυτό και αναστατώθηκε μιας και ο Ρήγας εκμηδένισε την τόσο καλή οργάνωση της. Ανακρίνεται, φυλακίζεται, βασανίζεται επί έξι μήνες και τελικά μεταφέρεται σιδεροδέσμιος στο Βελιγράδι, όπου παραδίδεται στους Τούρκους, οι οποίοι τον θανατώνουν με τους άλλους επτά συντρόφους του στον πύργο Ντεμπόιζα, τον Ιούνιο του 1798.

Για την απελευθέρωση της Ελλάδας και των άλλων βαλκανικών λαών από την οθωμανική τυραννία, ο Ρήγας ως πραγματικός ηγέτης φρόντισε για την προετοιμασία της επανάστασης και την εφαρμογή της. Έδωσε σημασία πρώτα στην ανύψωση του ηθικού των σκλαβωμένων και στη δημιουργία επαναστατικής διάθεσης για να πάρουν τα όπλα εναντίον του τυράννου. Κατά την εφαρμογή του επαναστατικού του σχεδίου χρησιμοποίησε τα δύο σημαντικά μέσα επικοινωνίας, τον ήχο και την εικόνα. Σε μια εποχή που όλοι ανυμνούσαν τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη, ο Ρήγας δεν έγραψε ούτε έναν στίχο γι’ αυτόν, δεν τον ύμνησε. Εξέδωσε την εικόνα του Μεγάλου Αλεξάνδρου με τους τέσσερις στρατηγούς του και τέσσερις παραστάσεις με τα κατορθώματά του. Το πρόσφερε στους σκλαβωμένους ως πρότυπο ανδρείας και αποφασιστικότητας. Με το τραγούδι, με τον επαναστατικό παιάνα «Θούριο», προσπαθεί να εμψυχώσει τους σκλαβωμένους και να τους ωθήσει στη μεγάλη απόφαση, την επανάσταση.

Ο Ρήγας κατά την προετοιμασία του επαναστατικού του σχεδίου σκέφτηκε πως είναι απαραίτητη η εκπαίδευση των σκλαβωμένων στην πολεμική τέχνη και σύμφωνα με τις ισχύουσες απόψεις της εποχής του, για να είναι σε θέση να αντιπαραταχθούν στο στρατό του σουλτάνου. Για το σκοπό αυτό μεταφράζει το «Στρατιωτικόν Εγκόλπιον» ενός Γερμανού στρατηγού.

Την έναρξη της επανάστασης τη σχεδίαζε να γίνει από την περιοχή που βρίσκονταν οι εμπειροπόλεμοι πληθυσμοί της Μάνης και της Ηπείρου. Στη συνέχεια η επανάσταση θα επεκτεινόταν στα υπόλοιπα μέρη της Ελλάδας και στις άλλες βαλκανικές περιοχές.

Ο Ρήγας στήριζε την επανάσταση του στις ντόπιες, γηγενείς δυνάμεις των σκλαβωμένων. Δεν υπάρχει στα έργα του έκκληση στις Μεγάλες Δυνάμεις Ανατολής και Δύσης για βοήθεια στην επανάσταση του. Πίστευε ότι οι ξένες δυνάμεις θα εξυπηρετούσαν τα δικά τους συμφέροντα και μόνο.

Με την επικράτηση της επανάστασης του, στη θέση του οθωμανικού δεσποτισμού θα δημιουργούσε τη Νέα Πολιτική Διοίκηση του, τη νέα τάξη πραγμάτων στο βαλκανικό χώρο, με την εφαρμογή του Δημοκρατικού Καταστατικού Συντάγματος και των Δικαίων του Ανθρώπου. Στήριζε τη νέα πολιτική κατάσταση στη δημοκρατία και όχι στην κληρονομική εξουσία. Πρότυπα του ήταν η Δημοκρατία των αρχαίων Αθηνών και η Γαλλική Επανάσταση.

Η Ρόδος (5300π.Χ.-…)

Η Ρόδος είναι το μεγαλύτερο νησί των Δωδεκανήδων και βρίσκεται σε απόσταση 250 μιλίων από τον Πειραιά. Πρωτεύουσα του νησιού είναι η πόλη της Ρόδου χωρισμένη σε νέα και παλιά που περιβάλλεται από μεσαιωνικά τείχη και μεταφέρει τον επισκέπτη στο παρελθόν.

Η προϊστορική Ρόδος

Η Ρόδος κατοικείται τουλάχιστον από την Ύστερη Νεολιθική εποχή (5300 – 4800 π.Χ.). Γενικώς αποδεκτή θεωρία είναι πως οι πρώτοι πληθυσμοί μετανάστευσαν στο νησί από τις απέναντι μικρασιατικές ακτές. Τα παλαιότερα ευρήματα στη Ρόδο προέρχονται από την ανατολική και βορειοανατολική πλευρά του νησιού. Στο σπήλαιο Ερημόκαστρο στις Καλυθιές οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν απολιθωμένα οστά νάνων ελεφάντων της Λίθινης εποχής. Η πρώτη ανθρώπινη δραστηριότητα μαρτυρείται στο σπήλαιο Κούμελο στον Αρχάγγελο και το σπήλαιο Αγίου Γεωργίου στις Καλυθιές. Τα ευρήματα περιλαμβάνουν ακονισμένες πέτρες και οστά ζώων (που χρησιμοποιούνταν ως εργαλεία κοπής ή/και όπλα), θραύσματα αγγείων με υπολείμματα δημητριακών, σκεύη μαγειρικής, εργαλεία για το γνέσιμο του μαλλιού κ.α.

Η Ρόδος
Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Καμείρου.

Στην περιοχή Ασώματος Κρεμαστής, στη βορειοδυτική πλευρά του νησιού, βρέθηκε ο παλαιότερος Νεολιθικός οικισμός, που χρονολογείται στο 2400 – 1950 π.Χ.. Δεν είναι ξεκάθαρο αν υπήρξε Μινωική αποίκιση στη Ρόδο, όμως ευρήματα αποδεικνύουν ότι υπήρχαν, τουλάχιστον, εμπορικές επαφές με τους Μινωίτες. Η γεωγραφική θέση της Ρόδου την κατέστησε, από νωρίς, κόμβο εμπορίου, με προϊστορικά ευρήματα να υποδεικνύουν εμπορικές επαφές, πέρα από τη Μινωική Κρήτη, με την Κύπρο, την Αίγυπτο, τη Φοινίκη και φυσικά τον Ελλαδικό χώρο.

Η αποίκιση της Ρόδου από τους Μυκηναίους χρονολογείται τον 15ο αιώνα π.Χ. Τα ευρήματα αυτής της περιόδου προέρχονται από τάφους, με ενδιαφέροντα κτερίσματα, όπως διάφορα αγγεία τελετουργικής χρήσης, ξίφη, δόρατα, χάλκινα εργαλεία καθημερινής χρήσης, αλλά και κοσμήματα υψηλής τεχνικής. Εκτιμάται πως τη Μυκηναϊκή εποχή χτίστηκε η αρχαιότερη πόλη της Ρόδου, η Αχαΐα, γνωστή από φιλολογικές πηγές. Κατά τις μετακινήσεις των ελληνικών φύλων τον 11ο αιώνα π.Χ., η Ρόδος αποικίστηκε από τους Δωριείς.

Η αρχαία και μεσαιωνική Ρόδος

Στα τέλη του επόμενου αιώνα, οι τρεις ηγέτιδες ροδιακές πόλεις (Λίνδος, Ιαλυσός, Κάμειρος) αποτέλεσαν τη βάση για τη δημιουργία της πανίσχυρης Δωρικής Εξάπολης. Τον 6ο αιώνα π.Χ. στη Λίνδο αναδείχθηκε τύραννος ο Κλεόβουλος ο Ρόδιος. Ο βίος και η πολιτεία του τον κατέταξαν στους Επτά Σοφούς της Αρχαιότητας. Στα 408 π.Χ. Λίνδος, Ιαλυσός και Κάμειρος ενώθηκαν και σχημάτισαν την πόλη της Ρόδου. Με θαυμαστούς εμπορικούς νόμους και με ικανότατο ναυτικό, η Ρόδος για μακρά περίοδο εξελίχθηκε σε θαλασσοκράτειρα.

Τον 4ο π.Χ. αιώνα έφτασε σε πολύ μεγάλη ακμή με 3.000 αγάλματα να την κοσμούν καθώς συγκέντρωνε στο έδαφος της πολλούς καλλιτέχνες. Ανάμεσα τους και ο Λίσιππος, επίσημος ανδριαντοποιός του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Μαθητής του Λίσιππου ήταν ο χαλκουργός Χάρης, ο οποίος φιλοτέχνησε τον περίφημο Κολοσσό της Ρόδου.

Οι Ρόδιοι αντιστάθηκαν στον Αντίγονο, έναν από τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου που θέλησε να τους συμπεριλάβει στο πρόσκαιρο κράτος του. Με εξαίρεση τη συμμαχία με τον Αντίοχο Α΄(βασιλιά της Συρίας) και τον Αντίγονο Γονατά (βασιλιά της Μακεδονίας) σε μαι σύγκρουση με τον Πτολεμαίο της Αιγύπτου οι Ρόδιοι έζησαν μεγάλη ειρηνική περίοδο, διατηρώντας δύσκολη ουδετερότητα.

Από τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. η Ρόδος αναπτυσσόταν ως μεγάλο εμπορικό και οικονομικό κέντρο, όπου είχαν την έδρα τους εξειδικευμένοι «εμπορικοί πράκτορες». Ροδίτικα αγγεία αυτής της εποχής βρέθηκαν στην κυρίως Ελλάδα στη Μικρά Ασία, την Αίγυπτο, τη Συρία, την Παλαιστίνη, τις βόρειες ακτές του  Εύξεινου Πόντου, την Ιταλία και την Καρχηδόνα. Και αυτό σημαίνει τεράστιο δίκτυο εξαγωγικού εμπορίου. Η οικονομία του νησιού πήγαινε τόσο καλά, ώστε δεν σημειώθηκαν εκεί εξεγέρσεις όπως σε άλλες περιοχές. Αν και το πολίτευμα ήταν δημοκρατικό τη Ρόδο διοικούσαν λίγες πλούσιες οικογένειες. Άλλωστε, η κοινωνία των Ροδίων ήταν αρκετά συντηρητική: Αν Ρόδιος παντρευόταν μια ξένη, τα παιδιά τους δεν θα είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα.

Οι αρχές της Ρόδου συντηρούσαν στρατό και στόλο, όπου οι γόνοι των «λαών οικογενειών» κατατάσσονταν για να εξασφαλίσουν ναυτική σταδιοδρομία. Οι λεπτές διπλωματικές ισορροπίες παραμερίστηκαν αργότερα, όταν οι Ρόδιοι συμμάχησαν με τους Ρωμαίους και κατάφεραν να κυριαρχήσουν στην περιοχή, καθώς ασκούσαν έξυπνη εξωτερική πολιτική. Στα 44 π.Χ., συνωμοσία δημοκρατικών με αρχηγούς τον Μάρκο Ιούνιο Βρούτο και τον Λογγίνο Γάιο Κάσιο, κατέληξε στη δολοφονία του Ιούλιου Καίσαρα στη Ρώμη. Οι συνωμότες δεν είχαν υπολογίσει την αντίδραση του Οκταβιανού και του Μάρκου Αντώνιου που τους κυνήγησαν. Δύο χρόνια αργότερα (42π.Χ.), οι δυνάμεις του Κάσσιου βρισκόταν στη Ρόδο. Ο Κάσσιος ζήτησε τη βοήθεια των ντόπιων. Του την αρνήθηκαν. Πολιόρκησε και  κατέστρεψε την πόλη. 

Οι Ρόδιοι όμως είχαν διαλέξει το σωστό στρατόπεδο. Την ίδια χρονιά, στους Φιλίππους, Βρούτος και Κάσσιος νικήθηκαν και αυτοκτόνησαν. Η Ρόδος συνήλθε από το χτύπημα και συνέχιζε να ακμάζει για διακόσια ακόμα χρόνια. Ο σεισμός, όμως, του 155 μ.Χ., που έπληξε το νησί, ήταν καταστροφικός. Η Ρόδος δεν μπόρεσε να ανακάμψει. Ξεκίνησε μακρά περίοδος παρακμής.

Μετά από δυόμισι αιώνες όταν το νησί ανήκε στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τη μετέπειτα Βυζαντινή Αυτοκρατορία, το νησί γνώρισε νέα άνθηση. Ήταν τα χρόνια που οι δρόμοι του θαλάσσιου εμπορίου διασταυρώνονταν στα νερά της.

Η ακμή είχε το δικό της κόστος. Σαρακηνοί πειρατές προκάλεσαν καταστροφές το 651μ.Χ. Μπήκαν στην πόλη, βρήκαν ριγμένο τον Κολοσσό της Ρόδου, τον τεμάχισαν και πήραν τα κομμάτια του να τα πουλήσουν για μέταλλο. Οι Άραβες Αλ Ρασίντ που μάχονταν το Βυζάντιο, αποβιβάστηκαν το 807 στη Ρόδο και προκάλεσαν νέες καταστροφές.

Το 1097 ήταν η σειρά των σταυροφόρων. Έπλεαν στους Αγίους Τόπους αλλά δεν έλεγαν «όχι» σε ληστείες και αρπαγές, όπου μπορούσαν. Ήταν οι «πολεμιστές του Χριστού» της Α΄ Σταυροφορίας. Η Β΄ Σταυροφορία απέτυχε, η Γ΄ Σταυροφορία προτίμησε να ασχοληθεί με την Κύπρο και η Δ΄ Σταυροφορία σταμάτησε στην Κωνσταντινούπολη. Η κατάληψη της Βασιλεύουσας από τους Φράγκους έκοψε τους δεσμούς της Ρόδου με τη μητρόπολη. Το νησί πέρασε στη δικαιοδοσία του τοπικού αφέντη Λέοντα Γαβαλά και στη συνέχεια του αδελφού του Ιωάννη.

Οι «Ιππότες» της Ρόδου

Στα 1309 ήρθαν οι «Ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ». Ένα πανίσχυρο κάστρο περιέβαλλε την πόλη της Ρόδου. Επτά εντυπωσιακές πύλες επέτρεπαν την επικοινωνία με τον έξω κόσμο . Κάθε πύλη ανήκε στη δικαιοδοσία μιας από τις επτά «γλώσσες» των Ιπποτών, ανάλογα με την καταγωγή τους: Προβηγκία (Νότια Γαλλία), Ωβέρνη (Κεντρική Γαλλία), Γαλλία (λοιπή χώρα), Αγγλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία. Αργότερα η ισπανική «γλώσσα» χωρίστηκε στης Αραγονίας και της Καστίλης, χωρίς φυσικά να δημιουργηθεί καμία επιπλέον πύλη.  

Κάθε «γλώσσα» είχε το δικό της τόπο συγκέντρωσης αλλά οι Ιππότες διατηρούσαν κατοικίες στο «κολλάκιο», ένα είδος συνοικίας αποκλειστικά για τα μέλη του τάγματος. Στο τέρμα του δρόμου των Ιπποτών, υψώθηκε το παλάτι του Μεγάλου Μάγιστρου. Η πόλη διαμορφώθηκε στα πρότυπα του δυτικού κράτους της εποχής και η ζωή των Ιωαννιτών και των Ελλήνων εξελίχθηκε στα πλαίσια της εξυπηρέτησης του αμοιβαίου συμφέροντος.

Οι Έλληνες της πόλης εξελίχθηκαν σε σπουδαίους εμπόρους, τραπεζίτες, διπλωμάτες και διοικητικά στελέχη της μικτής κοινωνίας. Αναφέρεται πλήθος Ελλήνων που ανέλαβαν λεπτές διπλωματικές αποστολές, ενώ, το 1401, ο Δραγονέτος Κλαβέλλης αγόρασε τη Νίσυρο. Ο ίδιος εξελίχθηκε σε σύμβουλο του Μεγάλου Μαγίστρου και αργότερα σε διαχειριστή των οικονομικών του τάγματος. Οι Έλληνες της υπαίθρου, σε τουλάχιστον σε 45 οικισμούς, συνέχισαν γεωργοί και κτηνοτρόφοι, δουλοπάροικοι ή ελεύθεροι. Η πόλη, όπου δεν έλειπαν οι φτωχοί (σκλάβοι, πόρνες, εργάτες, τεχνίτες, ναυτικοί αποτελούσαν το υπόστρωμα, πάνω στο οποίο ζούσε η αριστοκρατία του πλούτου), τους είχε ανάγκη, καθώς ο αστικός πληθυσμός μεγάλωνε και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου ενίσχυε την κατανάλωση.

Κάποια στιγμή, απαγορεύτηκε η εξαγωγή σιταριού, λαδιού, κρασιού και παστού κρέατος επειδή η παραγωγή δεν κάλυπτε την ντόπια ζήτηση. Σε ροδίτικα κείμενα της εποχής αναφέρεται ότι «Φράγκισσες και Ρωμιές» είχαν τις ίδιες φορεσιές. Με όλα αυτά η πνευματική ανάπτυξη ήρθε φυσιολογικά. Με επακόλουθο να ανθήσουν τα Γράμματα και οι Τέχνες (ζωγραφική, γλυπτική, αγιογραφία), η πολεοδομία, η αρχιτεκτονική και η τέχνη των οχυρωματικών έργων.

Οι Τούρκοι στη Ρόδο

Στα 1522, στην επιτροπή των Ιπποτών που έκανε τις διαπραγματεύσεις με το σουλτάνο Σουλεϊμάν, υπήρχαν και Έλληνες. Χάρη σε αυτούς, οι κάτοικοι του νησιού μπόρεσαν να φύγουν μαζί με τα μέλη του τάγματος, ενώ, όσοι έμειναν, γλύτωσαν το τούρκικο μαχαίρι της εκδίκησης. Στους επόμενους αιώνες η Ρόδος είχε την κοινή τύχη των υπολοίπων από τα Δωδεκάνησα. Ενσωματώθηκε στην Ελλάδα στις 7 Μαρτίου 1948.

Άλωση της Κωνσταντινούπολης (29 Μαΐου 1453)

Ο Γεώργιος Φραντζής είναι ίσως η πιο αξιόπιστη πηγή όσον αφορά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Ο Γεώργιος Φραντζής ήταν επιστήθιος φίλος και μυστικοσύμβουλος του τελευταίου αυτοκράτορα των Ελλήνων Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μέρος του Χρονικού του Βυζαντινού συγγραφέα.

Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Βιβλίο Γ΄

Κεφάλαιο Η΄

Όταν μπήκαν οι εχθροί στην Πόλη, έδιωξαν τους χριστιανούς που είχαν απομείνει στα τείχη με τηλεβόα, βέλη, ακόντια και πέτρες. Έτσι έγιναν κύριοι ολόκληρης της Κωνσταντινούπολης, εκτός των πύργων του βασιλείου, του Λέοντος και του Αλεξίου, τους οποίους κρατούσαν οι ναύτες από την Κρήτη και πολέμησαν από τις 6 μέχρι τις 8 το απόγευμα και σκότωσαν πολλούς Τούρκους. Βλέποντας το πλήθος των εχθρών που είχαν κυριεύσει την πόλη, δεν ήθελαν να παραδοθούν αλλά έλεγαν ότι προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να ζήσουν. Κάποιος Τούρκος ειδοποίησε τότε το σουλτάνο για την ηρωική άμυνά τους κι εκείνος συμφώνησε να τους επιτρέψει να φύγουν με το πλοίο και όλα τα πράγματα που είχαν μαζί τους. Παρά τις υποσχέσεις του, όμως, ο σουλτάνος με πολύ κόπο κατάφερε να τους πείσει να αφήσουν τους πύργους κα να φύγουν. Δυο αδέλφια, οι Ιταλοί Παύλος κα Τρωίλος, πολέμησαν με γενναιότητα μαζί με αρκετούς άλλους στη θέση που είχαν αναλάβει. Κατά τη διάρκεια του αγώνα σκοτώθηκαν πολλοί κι από τις δυο πλευρές. Σε μια στιγμή ο Παύλος είδε τους εχθρούς μέσα στην πόλη και είπε στον αδελφό του: «Χάθηκαν τα πάντα. Κρύψου ήλιε και θρήνησε γη. Η Πόλη έπεσε. Ανώφελο πια να πολεμάμε. Ας κοιτάξουμε τουλάχιστον να σωθούμε εμείς οι ίδιοι».

Έτσι, οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Κωνσταντινούπολης την Τρίτη 29 Μαΐου 1453 στις δυόμισι το μεσημέρι. Άρπαζαν και αιχμαλώτιζαν όσους έβρισκαν μπροστά τους, έσφαζαν όσους επιχειρούσαν να αντισταθούν και σε ορισμένα μέρη δε διακρινόταν η γη από τα πολλά πτώματα που ήταν πεσμένα κάτω. Το θέαμα ήταν φρικτό. Παντού ακούγονταν θρήνοι και παντού γίνονταν αρπαγές γυναικών όλων των ηλικιών. Αρχόντισσες, νέες κοπέλες και καλόγριες σέρνονταν από τα μαλλιά έξω από τις εκκλησίες όπου είχαν καταφύγει, ενώ έκλαιγαν και οδύρονταν. Ποιος μπορούσε να περιγράψει τα κλάματα και τις φωνές των παιδιών ή τη βεβήλωση των ιερών εκκλησιών. Το Άγιο Σώμα και Αίμα του Χριστού χυνόταν στη γη. Οι Τούρκοι άρπαζαν τα ιερά σκεύη, τα έσπαζαν ή τα κρατούσαν για λογαριασμό τους. Το ίδιο έκαναν και με τα ιερά αναθήματα. Ποδοπατούσαν τις άγιες εικόνες, τους αφαιρούσαν το χρυσάφι, το ασήμι, τους πολύτιμους λίθους, και έφτιαχναν με αυτές κρεβάτια και τραπέζια. Άλλοι στόλιζαν τα άλογα τους με τα χρυσοΰφαντα μεταξωτά άμφια των ιερέων και άλλοι τα έκαναν τραπεζομάντηλα. Άρπαζαν τα πολύτιμα μαργαριτάρια από τα άγια κειμήλια, καταπατούσαν τα ιερά λείψανα των Αγίων, και, σαν πραγματικοί πρόδρομοι του διαβόλου, έκαναν αμέτρητα ανοσιουργήματα, που μόνο το θρήνο μπορούν να προκαλέσουν.  Χριστέ, βασιλιά μου, οι αποφάσεις Σου ξεπερνάνε το μυαλό του ανθρώπου! Μέσα στην απέραντη εκκλησία της Αγιάς Σοφιάς, τον επίγειο ουρανό, το θρόνο τα δόξας του  Θεού, το άρμα των Χερουβείμ, το θείο δημιούργημα, το αξιοθαύμαστο κατασκεύασμα, το στολίδι της γης, τον ωραιότερο από όλους τους ναούς, έβλεπε κανείς τους Τούρκους να τρων και να πίνουν στο Ιερό Βήμα και στην Αγία Τράπεζα ή να ασελγούν πάνω σε γυναίκες, νέες κοπέλες και μικρά παιδιά. Ποιος μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος και να μη θρηνήσει για την αγία εκκλησία μας; Όλοι πονούσαν από το κακό που έβλεπαν. Στα σπίτια θρήνοι και κλάματα, στους δρόμους οδυρμοί, στις εκκλησίες ανδρικές κραυγές πόνου, γυναικεία μοιρολόγια, βαρβαρότητες, φόνοι και βιασμοί. Οι ευγενείς ατιμάζονταν και οι πλούσιοι έχαναν τις περιουσίες τους. Σε όλες τις πλατείες και τις γωνιές της πόλης γίνονταν αμέτρητα κακουργήματα. Κανένα μέρος ή καταφύγιο δεν γλύτωσε από την έρευνα και τη βεβήλωση. Οι άπιστοι έσκαψαν κήπους και γκρέμισαν σπίτια για να βρουν χρήματα ή κρυμμένους θησαυρούς. Όσα βρήκαν, τα πήραν για να χορτάσουν την απληστία τους. Χριστέ, βασιλιά μου, γλίτωσε από τη θλίψη και τον πόνο όλες τις πόλεις και τις χώρες όπου κατοικούν χριστιανοί.

Γεώργιος Φραντζής

Το Καστελόριζο (5.000π.Χ.-…)

Το Καστελόριζο βρίσκεται στο πιο ανατολικό σημείο της ελληνικής επικράτειας, νότια στις νοτιοδυτικές ακτές της Μικράς Ασίας, 72 μίλια από τη Ρόδο, 320 από τον Πειραιά. Διοικητικά, υπάγεται στην επαρχία Ρόδου και έχει εξαρτημένα νησάκια τον Άγιο Γεώργιο (ή Γευ), την Στρογγύλη (ή Υψηλή), τη Ρω και πολλές βραχονησίδες.

Το Καστελόριζο
Χαλκογραφία του Καστελόριζου του 1837

Ο ένας και μοναδικός οικισμός του (Καστελόριζο ή Μεγίστη) βρίσκεται στον μυχό κόλπου στην βορειοανατολική ακτή. Κάποτε πάνω από το λιμάνι του Καστελόριζου δέσποζε το Κάστρο των Ιωαννιτών Ιπποτών. Σήμερα σώζονται μόνο λίγα τμήματά του.

Νεολιθικά ευρήματα μαρτυρούν την κατοίκηση του νησιού από το 5.000π.Χ. Το νησί πρέπει να υπήρξε μινωικός εμπορικός σταθμός, ενώ, στη συνέχεια, δέχτηκε Μυκηναίους αποίκους. Οικιστής του νησιού θεωρείται ο Μεγιστεύς (από τον οποίο πήρε το όνομα Μεγίστη), ενώ λατρευόταν ο Δίας ο Μεγιστεύς.

Στα ιστορικά χρόνια έφτασε σε μεγάλη ακμή και εξελίχθηκε σε μητρόπολη αποικιών στην απέναντι μικρασιατική ακτή της Λυκίας. Εντάχθηκε όπως και τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα στις Α΄ και Β΄ Αθηναϊκές Συμμαχίες. Πέρασε στη ρωμαϊκή κατοχή το 79π.Χ.

Το κάστρο πάνω από το λιμάνι χτίστηκε από τους Ιωαννίτες Ιππότες που το 1309 μ.Χ. εγκαταστάθηκαν στη Ρόδο. Επειδή στηρίζεται πάνω σε κόκκινα βράχια, το είπαν «Καστέλο Ρόσο» που παραφράστηκε σε Καστελόριζο, δίνοντας νέο όνομα στο νησί.

Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι κάτοικοι του Καστελόριζου απέκτησαν αξιόλογο εμπορικό στόλο και ναύλωναν τα καράβια τους στην «γραμμή» Αλεξάνδρεια (Αίγυπτο)-Ιταλία και Καραμανία (περιοχή Μικράς Ασίας)-Ιταλία, μεταφέροντας βαμβάκι και μέλι. Τον 17ο αιώνα, Νεοέλληνες μετανάστες πύκνωσαν τον πληθυσμό του νησιού. Στα μέσα του αιώνα αυτού, το νησί βρέθηκε στη δίνη του πολέμου ανάμεσα στη Βενετία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στις 22 Σεπτεμβρίου 1659, οι Βενετοί έκανα απόβαση στο νησί και κατέστρεψαν το κάστρο. Αργότερα, ο Τούρκοι ξαναπήραν το νησί και επιδιόρθωσαν το οχυρό.

Στα 1788, ξέσπασε ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος με τη Μεγάλη Αικατερίνη να επιζητεί το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στο Αιγαίο εμφανίστηκε ο μικρός στόλος του Λάμπρου Κατσώνη, χιλίαρχου της Αυτοκράτειρας. Στα μέσα Ιουνίου της ίδιας χρονιάς, με δέκα πλοία, περιέπλεε τα παράλια της Λυκίας και πολιορκούσε το Καστελόριζο. Η εκεί τουρκική φρουρά παραδόθηκε.

Ο Κατσώνης πέρασε τους Τούρκους στη μικρασιατική ακτή, κατεδάφισε το κάστρο και έπλευσε ανατολικά. Στα 1792, ο πόλεμος είχε τελειώσει. Οι Τούρκοι ξαναγύρισαν στο νησί. Διώχθηκαν το φθινόπωρο του 1821, όταν έφτασε εκεί ο επαναστατικός άνεμος.

Το Καστελόριζο έμεινε στην τουρκική κατοχή μετά το διακανονισμό των συνόρων (1830). Η αλλαγή περιορίστηκε στην άφιξη ενός αγά. Το νησί γνώρισε νέα άνθηση. Απογραφή του 1911 κατέγραψε εκεί 12.000 κατοίκους.

Στα 1913, έφτασαν στην Αθήνα πληροφορίες για σφαγές. Μοίρα του ελληνικού στόλου με αρχηγό τον αντιπλοίαρχο Δ. Παπαχρήστο έσπευσε εκεί (1η Απριλίου 1913) και διαπίστωσε ότι το μόνο που είχε γίνει ήταν ότι οι Καστελοριζιώτες είχαν κηρύξει την ένωση τους με την Ελλάδα, ενθουσιασμένοι με τις ελληνικές επιτυχίες στους Βαλκανικούς πολέμους. Οι Τούρκοι απάντησαν φυλακίζοντας κάποιους ως «πρωταίτιους». Ο Παπαχρήστος απέφυγε να επισημοποιήσει την ένωση, αφού δεν είχε τέτοια εξουσιοδότηση και γνωρίζοντας ότι ανάμεσα στο Καστελόριζο και την Ελλάδα υπήρχαν τα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα.

Στις 28 Δεκεμβρίου 1915, ενώ μαινόταν ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι Γάλλοι κατέλαβαν το Καστελόριζο, καθώς οι Τούρκοι εντάσσονταν στη συμμαχία των κεντρικών αυτοκρατοριών και οι Ιταλοί ήταν ακόμα ουδέτεροι. Στα 1920, με τη Συνθήκη των Σεβρών, η Τουρκία παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση του Καστελόριζου, υπέρ της Ιταλίας.

Οι Γάλλοι παρέδωσαν το νησί στους Ιταλούς, την 1η Μαρτίου 1921. Με τη Συνθήκη της Λωζάννης (1923), οι Ιταλοί απέκτησαν και τυπικά το νησί που βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς το 1943, όταν η Ιταλία συνθηκολόγησε. Πέντε χρόνια αργότερα μαζί με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα ενσωματωνόταν και το Καστελόριζο.

Τραπεζούντα: το κράτος των Κομνηνών

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους το 1204, δημιουργούνται κρατίδια, λατινικά αλλά και βυζαντινά, σε όλη την έκταση της πάλαι ποτέ Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ένα από αυτά έχει πρωτεύουσα την Τραπεζούντα, από την οποία και ονομάστηκε Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας.

Τραπεζούντα: το κράτος των Κομνηνών
Το έμβλημα των Κομνηνών

Η δημιουργία αυτής της Αυτοκρατορίας εντάσσεται στα πλαίσια της αντίστασης του βυζαντινού κόσμου κατά της ξένης κυριαρχίας και θεωρείται ως πολιτικό κατόρθωμα, αντίστοιχο με αυτά της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας και του Δεσποτάτου της Ηπείρου.

Η Τραπεζούντα των Γαβράδων

Ήδη από το τέλος του 11ου αιώνα η περιοχή της Τραπεζούντας, δηλαδή το θέμα Χαλδίας, έχει ουσιαστικά ξεφύγει από τον έλεγχο των κρατικών οργάνων της βυζαντινής πρωτεύουσας. Η τουρκική σελτζουκική απειλή απομακρύνθηκε χάρη στην ενεργό αντίδραση των τοπικών παραγόντων. Ο Θεόδωρος Γαβράς, γόνος πλούσιας οικογένειας της Τραπεζούντας, ελευθερώνει την πατρίδα του και την περιοχή της από τους Τούρκους, γύρω στο 1075. Ως το 1098, έτος του μαρτυρίου του, ο Γαβράς διοικεί τη Τραπεζούντα και την περιοχή της «ίδιον λάχος εαυτώ αποκληρωσάμενος», όπως τονίζει η Άννα Κομνηνή, δηλαδή ανεξάρτητα από την Κωνσταντινούπολη και την κυβέρνηση της. Απόγονοι του Θεόδωρου Γαβρά, ο Γρηγόριος, ο Κωνσταντίνος και άλλοι, θα κρατήσουν στα χέρια τους την τύχη της Τραπεζούντας ως την εποχή που ο Ιωάννης Β΄Κομνηνός θα αποκαταστήσει την βυζαντινή εξουσία και θα επαναφέρει την περιοχή στα πλαίσια της επαρχιακής διοίκησης. Είναι η εποχή που το Βυζάντιο αρχίζει να θεμελιώνει τον έλεγχο του στην περιοχή του ανατολικού Εύξεινου Πόντου.

Η Τραπεζούντα κέντρο του ποντιακού κόσμου

Η ύπαρξη και η ανάπτυξη του κράτους των Κομνηνών προϋπέθετε την ελεύθερη επικοινωνία της Τραπεζούντας με το εσωτερικό της Ασίας και με περιοχές της νότιας Ρωσίας. Η εξασφάλιση της ελεύθερης επικοινωνίας αποτέλεσε το κύριο μέλημα των αυτοκρατόρων της Τραπεζούντας και παρουσιάζεται ως προσπάθεια πότε προάσπισης της εδαφικής ακεραιότητας και πότε προστασίας του οικονομικού δυναμικού της χώρας. Η επιδίωξη των δύο αυτών σκοπών φέρνει την Τραπεζούντα αντιμέτωπη, από τη μια μεριά με τους Σελτζούκους Τούρκους και τους Τουρκομάνους της Μικράς Ασίας και από την άλλη τους Γενουάτες που χάρη στις ποντιακές τους εγκαταστάσεις, κυρίως μετά τη δημιουργία της αποικίας του Καφφά στην Ταυρική, διεκδικούν το μονοπώλιο του διαμετακομιστικού εμπορίου στον Πόντο.

Η ιστορία της Τραπεζούντας είναι μεστή από πολεμικές συγκρούσεις με τους Τούρκους που περιβάλλουν τα εδάφη της, απειλώντας ακόμα και την ίδια την πόλη της Τραπεζούντας. Η σύναψη συμμαχιών με τη Βενετία αποβλέπει σίγουρα στο να μειώσει τη θέση που καθημερινά η Γένουα κατακτά στον ανατολικό Πόντο.

Η μογγολική επέκταση από τον 13ο αιώνα στην Ταυρίδα και στη Μικρά Ασία στο εμπόριο της Δύσεως και στους πρωτεργάτες των διεθνών συναλλαγών, δηλαδή τις ιταλικές δημοκρατίες. Έτσι, το θέατρο αντιζηλίας Βενετίας και Γένουας μεταφέρεται στο βυζαντινό χώρο και ιδιαίτερα στην βορειανατολική περιοχή του Πόντου, στην Τραπεζούντα, στο σταυροδρόμι δηλαδή Ασίας και Ευρώπης.

Οι σχέσεις της Τραπεζούντας με το μογγολικό κράτος της Μικράς Ασίας είναι ανάλογες με τις σχέσεις με τους Σελτζούκους. Οι μογγολικές νίκες κατά των Σελτζούκων στα μέσα του 13ου αιώνα και η μογγολική προώθηση στη Γεωργία ανάγκασαν του Κομνηνούς να αναγνωρίσουν την εξουσία των Μογγόλων χωρίς αυτό να σημαίνει την υποταγή τους στο νέο ηγεμόνα της Ανατολής. Αντίθετα, η μογγολική κυριαρχία φαίνεται να λυτρώνει την Τραπεζούντα από τους Σελτζούκους, οι οποίοι κατά καιρούς επέβαλαν όρους φορολογικής υποταγής στην Αυτοκρατορία του Πόντου.

Εχθροί του κράτους των Κομνηνών τώρα είναι τα τουρκομανικά εμιράτα, ενώ η μογγολική κατάκτηση ανοίγει, χάρη στην πολιτική ενοποίηση που επέβαλε στην Ανατολή, νέους ορίζοντες στο διεθνές εμπόριο, που έχει για σταθμό την Τραπεζούντα.

Αμυτζαράντοι και Σχολάριοι

Το 1261 συντελείται η αποκατάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη από τον Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγο. Αυτό το γεγονός θα επιτρέψει την αναδιοργάνωση του χριστιανικού κόσμου, θα επιβάλει τη δημιουργία νέων παραγόντων ισορροπίας στον ποντιακό χώρο και θα προβάλει νέους όρους συμβίωσης μεταξύ των ελληνικών ορθόδοξων αυτοκρατοριών.

Η διπλωματία του Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγου θα καταφέρει να δημιουργήσει τις συνθήκες που κάνουν την Τραπεζούντα, αν όχι τμήμα του Βυζαντινού κράτους, οπωσδήποτε μέρος αναπόσπαστο της βυζαντινής κοινότητας. Ο γάμος του Ιωάννη Β΄Μεγάλου Κομνηνού με την Ευδοκία Παλαιολογίνα, το 1282, τη θυγατέρα του Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγου, θα ανοίξει τον δρόμο αδελφικών σχέσεων της Τραπεζούντας με την Κωνσταντινούπολη. Ο μονοκέφαλος αετός, σύμβολο της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, δένει την ποντιακή πόλη με την, πριν το 1204, Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης και θυμίζει την εξουσία της Τραπεζούντας στη χριστιανική Ανατολή.

Οι Τραπεζούντιοι βασιλείς πριν το τέλος του 13ου αιώνα θα εγκαταλείψουν τον τίτλο του βασιλιά των Ρωμαίων, ενώ η Κωνσταντινούπολη θα προσπαθήσει ακούραστα και μεθοδικά, κυρίως χάρη στην εγκατάσταση κωνσταντινοπολίτικων αριστοκρατικών οικογενειών στην Τραπεζούντα, να επιβάλει στη μικρασιατική ελληνική αυτοκρατορία του Πόντου την πολιτική των βυζαντινών συμφερόντων.

Ο εμφύλιος πόλεμος που συντάραξε τον κόσμο της Τραπεζούντας στα μέσα του 14ου αιώνα έχει σίγουρα στις ρίζες του στον ανταγωνισμό των αυτόχθονων οίκων της Τραπεζούντας, των Αμυτζαράντων, και των πιστών στην Κωνσταντινούπολη που είναι γνωστοί με το όνομα Σχολάριοι.

Η νίκη των Σχολάριων και η σφαγή των Αμυτζαράντων πνίγει στο αίμα κάθε αντικωνσταντινοπολίτικη πολιτική της Τραπεζούντας. Παρά τις εχθρικές, όμως, φάσεις που γνωρίζουν πότε πότε οι σχέσεις της Τραπεζούντας με την Κωνσταντινούπολη, είναι αναμφισβήτητο, ότι ως το τέλος της ποντιακής Αυτοκρατορίας, η Κωνσταντινούπολη μένει για την Τραπεζούντα η μητρόπολη του Γένους και της Εκκλησίας. Τον χαμό της Κωνσταντινούπολης το 1453 θα θρηνήσει πικρά ο ποντιακός λαός. Το πένθος για τη Ρωμανία και την Πόλη θα μείνει ολοζώντανο στα δημοτικά του τραγούδια, τους «Θρήνους», που περνούν αναλλοίωτοι τους αιώνες. Οι ποντιακοί στίχοι «Η Ρωμανία κι αν πέθανε ανθεί και φέρει κι άλλο», γαλούχησαν με αναστάσιμη ελπίδα σειρά ταπεινομένων γενιών της Ρωμιοσύνης και του Ελληνισμού.

Η Γενοκτονία των Ποντίων (1914-1923)

Η Γενοκτονία των Ποντίων αποτελεί μέρος της ευρύτερης γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης, ενώ εντάσσεται στο σχέδιο των Νεότουρκων και των κεμαλικών για την εξόντωση των ισχυρότερων μη μουσουλμανικών στοιχείων της Τουρκίας, μεταξύ των οποίων οι Έλληνες και οι Αρμένιοι.

Η Γενοκτονία των Ποντίων
Η Σημαία του Πόντου

Η εκστρατεία εξόντωσης χωρίζεται σε δύο χρονικές φάσεις: α΄φάση 1914-1918, β΄φάση 1919-1923. Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων δεν θα μαθευτεί, ίσως, ποτέ με ακρίβεια. Με διάφορους όμως υπολογισμούς υπολογίζεται σε 1.400.000, εκ των οποίων 353.000 ήταν Έλληνες.

Το σχέδιο της εξόντωσης συνέλαβε και άρχισε να εφαρμόζει η Τριανδρία των Νεότουρκων, Ταλαάτ μπέης, Ενβέρ πασάς και Τζελάλ πασάς, οι ποίοι σε συνεργασία με τον επικεφαλής της γερμανικής στρατιωτικής αποστολή, στρατηγό Λίμαν φον Σάντερς, κατάρτισαν τις λεπτομέρειες και το χρονοδιάγραμμα. Πληθώρα διπλωματικών εγγράφων αλλά και τουρκικών αρχειακών πηγών μαρτυρούν την ύπαρξη οργανωμένου σχεδίου εξόντωσης των Ελλήνων. Δεκάδες χιλιάδες σύρθηκαν βίαια στην εξορία, εκτεθειμένοι στις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, στην πείνα, σε βιασμούς των γυναικών, σε αρπαγές παιδιών, στις προσχεδιασμένες επιθέσεις ατάκτων Τούρκων. Η εξορία αυτή ήταν πραγματικά ένα «Άουσβιτς εν ροή», ένας «λευκός θάνατος».

Το 1915 οι διώξεις συνεχίστηκαν με νέα μέθοδο, τα «τάγματα εργασίας», όπου υπηρετούσαν μόνο Έλληνες και Αρμένιοι. Από το 1914 ως το 1918, 257.000 Έλληνες του Πόντου εξοντώθηκαν με τη μέθοδο αυτή. Από το Δεκέμβριο του 1916 άρχισε και η συστηματική άμεση εξόντωση των ανδρών των πόλεων από 16 έως 60 ετών.

Η λήξη του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου δεν αποσόβησε τα δεινά των Ελλήνων του Πόντου. Στις 19 Μαΐου 1919, ο Κεμάλ Ατατούρκ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα και ξεκινά έτσι η δεύτερη φάση της Γενοκτονίας, με αρχηγό τον Λαζό Τοπάλ Οσμάν. Τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την εξόντωση των Ποντίων Ελλήνων είναι: επιστράτευση και εξόντωση των νέων, εργατικά τάγματα, στρατόπεδα συγκέντρωσης, αλλά και απαγχονισμοί ύστερα από μεθοδευμένες δίκες. Η τραγωδία ήταν τόσο συγκλονιστική και εκτεταμένη, ώστε οι ύπατοι αρμοστές της Αγγλίας, τη Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ιαπωνίας αναγκάστηκαν να διαμαρτυρηθούν με κοινή επιστολή τους προς τον ίδιο τον Κεμάλ. Η απάντηση ήταν κυνική και επιβεβαίωσε ότι όλα τελούσαν εν γνώσει και γίνονταν με διαταγές της τότε τουρκικής κυβέρνησης. Η ιστορική έρευνα έχει φέρει στο φως της δημοσιότητας αναρίθμητα έγγραφα, μαρτυρίες και άλλα στοιχεία, που στοιχειοθετούν και τεκμηριώνουν το τεράστιο έγκλημα, πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Έτσι, στην περίπτωση των Ποντίων Ελλήνων οι πράξεις που εμπίπτουν στις διατάξεις της σύμβασης του ΟΗΕ, που τέθηκε σε ισχύ στις 12-1-1951, για την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος της γενοκτονίας είναι οι εξής:

  • σχεδιασμένη δολοφονία των μελών μιας συγκεκριμένης εθνικής ομάδας
  • σοβαρή προσβολή σωματικής και διανοητικής ακεραιότητας τους
  • υποβολή σε συνθήκες διαβίωσης που μπορούν να επιφέρουν πλήρη ή μερική καταστροφή της εθνικής ομάδας
  • βίαιη μεταφορά παιδιών σε άλλη εθνική ομάδα.

Η Γενοκτονία των Ποντίων και η αναγνώριση

Στις 24 Φεβρουαρίου 1994, η Βουή των Ελλήνων, με ομόφωνη απόφαση της, αναγνώρισε τη Γενοκτονία των Ποντίων και όρισε τη 19 Μαΐου ως ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού. Το Δ΄Παγκόσμιο Συνέδριο Ποντιακού Ελληνισμού, το 1997, αποφάσισε την προώθηση της αναγνώρισης της Γενοκτονίας.

Η αναγνώριση από τον Ο.Η.Ε και την ίδια την Τουρκία της Γενοκτονίας των Ποντίων Ελλήνων, ως πράξη που θα έχει μόνο ηθικές και πολιτικές συνέπειες, θα έχει τις εξής θετικές επιπτώσεις:

  • Θα αποτελέσει ελάχιστη πράξη εξιλέωσης της Τουρκίας, αλλά και της διεθνούς κοινότητας, που καλύπτει με πέπλο σιωπής, επί 101 χρόνια, αυτό το αποτρόπαιο έγκλημα.
  • Θα αποτελέσει αντικίνητρο και προληπτικό μέτρο για την διάπραξη νέων γενοκτονιών στο μέλλον, τόσο από την Τουρκία όσο και από άλλα κράτη, λόγω της διεθνούς κατακραυγής.
  • Θα συμβάλει στην καλύτερη διεθνή αναγνώριση του κουρδικού προβλήματος και της πολιτικής της Τουρκίας στον κουρδικό λαό.
  • Θα συμβάλει στην αντικειμενικότερη και πληρέστερη παρουσίαση του ιστορικού παρελθόντος.
  • Θα διευκολύνει τις σημερινές ελληνοτουρκικές σχέσεις να αναπτυχθούν σε βάση ειλικρίνειας και ανάληψης των ευθυνών για πράξεις του παρελθόντος.
  • Θα βοηθήσει την εσωτερική πολιτική ανάπτυξη και ωρίμανση στην Τουρκία, μέσω αυτής της πράξης αυτοκριτικής, που θα ενισχύσει τις ειρηνόφιλες και προοδευτικές δυνάμεις στη χώρα.
  • Θα συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση από τη διεθνή κοινότητα των ελληνικών ευαισθησιών και των ελληνικών ζωτικών συμφερόντων.
  • Θα συμβάλει στην επιτάχυνση της ανάπτυξης της διεθνούς ποινικής δικαιοδοσίας, καθώς θα αποδειχθεί ότι η λήθη δεν αποτελεί τρόπο αποφυγής καταλογισμού ευθυνών για διεθνή εγκλήματα.
  • Η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων από τα Ηνωμένα Έθνη θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη των Ελλήνων, αλλά και των άλλων εθνών, στον διεθνή οργανισμό ως προστάτη της διεθνούς νομιμότητας. Η εμπιστοσύνη αυτή δυστυχώς έχει τρωθεί τις τελευταίες δεκαετίες από την αδυναμία ή την απροθυμία ουσιαστικών παρεμβάσεων σε προβλήματα όπως το Κυπριακό, το Κουρδικό, το Παλαιστινιακό και το Μεταναστευτικό.

Γράμματα από τον Πόντο

Τα γράμματα, οι επιστολές ήταν για αιώνες ένας τρόπος επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων που βρίσκονταν μακριά ο ένας από τον άλλον. Τα περίμεναν με ανυπομονησία, ιδίως σε εποχές ταραγμένες, εποχές πολέμου, όπως ήταν η εποχή των αρχών του 20ου αιώνα. Μέσα από αυτές τις επιστολές εκφράζονταν οι ανησυχίες, η αγάπη, η νοσταλγία, η λαχτάρα για αντάμωση. Τα γράμματα από τον Πόντο, όμως, μας δείχνουν τις ανησυχίες αλλά και το σθένος των Ποντίων ηρώων που βασανίστηκαν και θανατώθηκαν από τους Τούρκους κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας των Ποντίων.

Γράμματα από τον Πόντο

Είναι άξια καταγραφής η μεγαλοψυχία του δημοσιογράφου και εκδότη της εφημερίδας Εποχή της Τραπεζούντας Νίκου Καπετανίδη, όχι μόνο καθ’ όλο το διάστημα της φυλάκισης αλλά και την ώρα της απολογίας: «Όταν ο πρόεδρος Εμίν μπέης του ανέγνωσε το κατηγορητήριο, ότι επεδίωκε την ανεξαρτησία του Πόντου, ο Τραπεζούντιος δημοσιογράφος Νίκος Καπετανίδης τον διέκοψε:

«Όχι, κύριε πρόεδρε! Εγώ ήθελα την απευθείας ένωσιν του Πόντου με την Ελλάδα!…»

Κάτω από τον ίσκιο της αγχόνης, άφοβος, αληθινός αγωνιστής, συνεπής με τα γραπτά του μέχρι την έσχατη ώρα, ψύχη μέχρι τα τρίσβαθα της ελληνική, αντίκρισε και τον θάνατο με το ίδιο υπεράνθρωπο θάρρος και ακόμη στα τελευταία γράμματα που έστελνε στο σπίτι του παρηγορούσε τους δικούς του και τους ενθάρρυνε.

«Θα μάθετε από ολίγους που θα περισωθούν ότι μήτε το θάρρος  μήτε η ψυχραιμία μ’ εγκατέλειψαν ως την τελευταία μου στιγμή… Εν τούτοις η ψυχή μου βαρύτατα πενθεί, διότι σας αφήνω για πάντα… Τέτοιος θάνατος σαν τον δικό μου είναι ωραίος, δοξασμένος… Γι’ αυτό μη λυπηθήτε… Εσύ, μανούλα μου, εγκαρτέρησε. Ετίμησα τα στήθια σου και τ’ όνομα σου με το θάνατό μου… Ο θάνατος είναι τιμή για όλους μας. Θαρσείτε και καρτερείτε, μια φορά κανείς πεθαίνει…».

………………………………………….

Γράμματα από τον Πόντο
Ο Αλέξανδρος Ακριτίδης, έμπορος, απαγχονίστηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 1921 στην Αμάσεια

Ο Αλέξανδρος Ακριτίδης από το Λυκάστη της Κρώμνης, εργοστασιάρχης, κοινοτικός άρχοντας της Τραπεζούντας, την παραμονή του θανάτου του, έγραψε στη γυναίκα του:

«Αγαπητή μου σύζυγε, Κλειώ,

Σήμερον εκάναμεν λειτουργίαν και κοινωνήσαμεν όλοι μας, 150 τον αριθμόν.

Καθημέραν ανά 60 τον αριθμόν απαγχονίζουν, αύριον είναι η δική μου η σειρά… πόσες φορές σήμερα έκλαψα, αλλά που οφελεί, όταν θα ακούσης το λυπηρόν γεγονός να μη χαλάση ο κόσμος, έτσι ήτον πεπρωμένον, τα παιδιά ας παίξουν και ας χορέψουν… ας σε βλέπω να κανονίσης όλα όπως ξέρεις εσύ. Ο αγαπητός μου Θεόδωρος ας αναλάβει τα πατρικά καθήκοντα, και να μην αδικήση κανένα, τα παιδιά τον Γέργον να τελειώσει το σχολείον και να γίνει καλός πολίτης. Τον Γιάννην ας τον έχει μαζί του στη δουλειά, τα μικρά τον Παναγιώτην να τον στείλης στο σχολείον, την Βαλλεντίνην να την μάθης και ραπτικήν. Την Φωφώ να μην χωρίζεσαι ενόσω ζης. Ο Θεόδωρος αν θέλει ας κάθεται μαζί σας να μην πληρώνη ενοίκιον, εσείς με τα ενοίκια να ζήσετε.

Ο αγαπητός Στάθιος ας διεκπεραιώσει τας υποθέσεις μου δωρεάν και ας έχει την ευχήν μου. Ο Παπα-Συμεών ας με μνημονεύση ενόσω ζη, να με κάνεις σαρανταλούτρογον, μνημόσυνον να δώσεις 5 λίρες στην Φιλόπτωχον, 5 λίρες στη Μεριμναν, 5 λίρες στου Λυκαστή το σχολείον.  Κι ας με συγχωρέσουν όλοι οι αδελφοί μου, οι νυφάδες και όλοι οι συγγενείς και φίλοι μου και είθε ο Θεός να μας αξιώσει τους στεφάνους ως ητοίμασεν.

Αντίο σας, βαίνω προς τον πατέρα μου και συγχωρέσατε μου.

Αλέξανδρος Ακριτίδης»

………………………………………….

Ο Ματθαίος Κωφίδης, βουλευτής της οθωμανικής βουλής, από το 1908 ως το 1918, με ολοφάνερη ψυχική ηρεμία έγραψε το τελευταίο γράμμα στη γυναίκα του στις 15 Σεπτεμβρίου 1921:

«Φυλακή Τιμαρχανέ-Αμάσειας, 15 Σεπτεμβρίου 1921

«Φιλτάτη Ουρανία, χθες ημέραν της Σταυροπροσκυνήσεως επαρουσιάσθην εις το Δικαστήριον Ιστικλάλ. Καμμίαν ελπίδαν δεν έχω πλέον, σήμερον θα δοθεί η απόφασις, η οποία θα είνε καταδικαστική. Σας αφήνω υγείαν και εις την προστασίαν του Πανάγαθου. Περιττά τα πολλά λόγια. Θάρρος και εγκαρτέρησις και ελπίς επί Κύριον, διά να ημπορέσης το κατά δύναμιν να σηκώσεις το βαρύ φορτίον σου. Σας γλυκοφιλώ όλους. Ο Ματθαίος σου.

«ΥΓ. Εις τα φίλτατα, την ευχήν μου, καλήν πρόοδον και καλήν διαγωγήν όπως η ψυχή μου και μακρόθεν αγάλλεται.

Ο ίδιος». 

Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου (1780-1821)

Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου (1780-7 Ιουνίου 1821) ήταν Ρουμάνος επαναστάτης και συνεργάτης των Φιλικών. Ξεκίνησε εξέγερση στη Μολδοβλαχία, παράλληλα με την Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου
Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου

Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου γεννήθηκε σε ένα χωριό της Ρουμανίας (τότε Μολδοβλαχία) το 1780. Οι γονείς του ήταν αγρότες. Ο Βλαντιμιρέσκου όμως πήρε αρκετά καλή μόρφωση. Υπηρέτησε στον ρωσικό στρατό και πήρε μέρος στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1806-1816. Ο Βλαντιμιρέσκου έγινε αρχηγός αγροτικού κινήματος με στόχο την κατάργηση του φεουδαρχισμού στην περιοχή της Μολδοβλαχίας.

Ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης

Οι στόχοι του κινήματος του Βλαντιμιρέσκου ήταν διαφορετικοί από τις προθέσεις του Αλέξανδρου Υψηλάντη για την εξέγερση στη Μολδοβλαχία. Ο τελευταίος ήθελε να δημιουργήσει μέτωπο στην εκεί περιοχή, ώστε να διασπασθεί ο τουρκικός στρατός και να κατέβει με όσο το δυνατόν λιγότερες δυνάμεις στον ελλαδικό χώρο με το ξέσπασμα της Επανάστασης. Ακόμη και να εφοδιάζει την ελληνική Επανάσταση με πολεμιστές από τα πριγκιπάτα. Ο Τουντόρ Βλαντιμιρέσκου κατέβαινε με τη σημαία του εθνικού και κοινωνικού επαναστάτη. Επιζητούσε την κοινωνική μεταβολή και την ανατροπή του φεουδαρχικού-δουλοκτητικού καθεστώτος στα πριγκιπάτα.

Το Φεβρουάριο του 1821 ο Υψηλάντης πέρασε τον Προύθο. Ένα μήνα πριν ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου είχε κηρύξει στην Ολτέινα την έναρξη του αγώνα για την απελευθέρωση των πριγκιπάτων και τη συντριβή του καθεστώτος των Φαναριωτών και των Βογιάρων. Οι αγρότες προσέρχονταν με ενθουσιασμό στις γραμμές του. Το πρόγραμμα του ήταν σαφές και λαοφιλέστατο: αντικατάσταση των Φαναριωτών ηγεμόνων με Ρουμάνους διοικητές, αντιπροσωπευτική βουλή με συμμετοχή όλων των στρωμάτων του πληθυσμού, οργάνωση εθνικού στρατού και απομάκρυνση των τουρκικών φρουρών, φορολογικές μεταρρυθμίσεις υπέρ του λαού, κατάργηση του φόρου υποτέλειας των πριγκιπάτων στους Τούρκους.

Στις 2 Απριλίου ο Βλαντιμιρέσκου με 6.000 πεζούς και 2.500 ιππείς κατέλαβε το Βουκουρέστι, μέσα σε ένα κλίμα γενικού ενθουσιασμού του πληθυσμού. Σε μια βδομάδα μπήκε στο Βουκουρέστι και ο Υψηλάντης με το στρατό του. όλες οι ενδείξεις συνηγορούσαν για μια στενή συνεργασία των δύο κινημάτων που θα εξασφάλιζε την επιτυχία της εξέγερσης στα πριγκιπάτα.

Ωστόσο, μια σειρά από διεθνή και εσωτερικά γεγονότα, καθώς και οι ατελεύτητες μηχανορραφίες των Άγγλων και Αυστριακών πρακτόρων που δρούσαν στις ηγεμονίες και στην Πόλη, έφεραν τελικά τη διάσπαση. Η αγγλική διπλωματία, μόλις επεσήμανε τη σοβαρότητα της εξέγερσης στα πριγκιπάτα, έσπευσε να διακηρύξει στη ρωσική αυλή ότι «θα έβλεπε εχθρικώς πάσαν επέμβασιν της εις τας ελληνικάς υποθέσεις». Ήταν η πρώτη διπλωματική τροχοπέδη διεθνούς επιπέδου που έμπαινε στο κίνημα.

Στο μεταξύ, είχε συνέλθει στο Λάιμπαχ το συνέδριο της Ιεράς Συμμαχίας με στόχο τις εθνικοαπελευθερωτικές και αστικοδημοκρατικές ευρωπαϊκές λαϊκές εξεγέρσεις. Κάτω από την πίεση της Αυστρίας του Μέττερνιχ, ο τσάρος Αλέξανδρος συναινεί στην αποκήρυξη του κινήματος, ενώ από τον περίβολο του Πατριαρχείου εξαπολύεται αφορισμός του Πατριάρχη εναντίον του Υψηλάντη.

Τα διεθνούς σημασίας αυτά γεγονότα, καθώς και ο αφορισμός, επηρεάζουν το κίνημα. Από δω και στο εξής επισημαίνονται μια σειρά άστοχων πράξεων και στο ελληνικό και στο ρουμανικό στρατόπεδο, που οδηγούν στην αποτυχία της εξέγερση, αφού προηγήθηκε η μοιραία διάσπαση των Βλαντιμιρέσκου και Υψηλάντη.

Ρήξη Τούντορ Βλαντιμιρέσκου και Αλέξανδρου Υψηλάντη

Η αποκήρυξη του τσάρου βάρυνε και στον Βλαντιμιρέσκου και στον Υψηλάντη. Ο πρώτος, μη διαθέτοντας φόντα πολιτικού στοχαστή, τρομοκρατήθηκε κάτω από την έντονη πίεση των Βογιάρων και των Αγγλοαυστριακών πρακτόρων, ζητάει από τον Υψηλάντη να αποσυρθεί από το Βουκουρέστι και να φύγει για την Ελλάδα. Οι Βογιάροι και οι ξένοι πράκτορες του παριστούν τον Υψηλάντη σαν κίνδυνο για τα πριγκιπάτα, που στόχο έχει να εγκαταστήσει κυριαρχία κατακτητών πάνω στους Ρουμάνους. Και προς την πλευρά του Υψηλάντη γίνεται μια συστηματική διαβολή του Βλαντιμιρέσκου, τον οποίο παριστάνουν σαν έτοιμο να διαπραγματευτεί και να υπογράψει μονομερείς συμφωνίες με τους Τούρκους, προδίδοντας τη συνεργασία του με τους Φιλικούς.

Μέσα σε εκείνη τη θολή, από τα αλλεπάλληλα δυσμενή διπλωματικά γεγονότα, ατμόσφαιρα, η διαβολή έπιασε. Ο Υψηλάντης κλονισμένος στην πίστη του για τη νίκη, βλέποντας τις δυσκολίες περισσότερες από ό,τι τις προϋπολόγισε, δίνει εντολή στον Γεωργάκη Ολύμπιο να παρακολουθεί τον Βλαντιμιρέσκου. Ο Ολύμπιος δημιουργεί φιλικές προς αυτόν συνωμοτικές ομάδες μέσα στις γραμμές του Βλαντιμιρέσκου. Όταν το έκρινε σκόπιμο, οργάνωσε το κίνημα ανατροπής του από τα μέσα.

Το τέλος του Τούντορ Βλαντιμιρέσκου

Στο τρίτο δεκαήμερο του Μάη του 1821 ο Τούντορ Βλαντιμιρέσκου ανατρέπεται και συλλαμβάνεται, οδηγείται δέσμιος στο Τεργκοβίστε, περνάει από έκτακτο στρατοδικείο και τη νύχτα της 7 Ιουνίου εκτελείται. Οι μηχανορραφίες των εχθρών της εξέγερσης και της ενότητας των δύο κινημάτων στα πριγκιπάτα είχαν θριαμβεύσει.

Στις αρχές του χειμώνα του 1821 το κίνημα στα πριγκιπάτα έχει κατασταλεί εντελώς και οι Τούρκοι εγκαινίαζαν ένα απίστευτο καθεστώς τρομοκρατίας. Ωστόσο, η θυσία των αγωνιστών δεν πήγε χαμένη, παρά την αποτυχία του γενικού σχεδίου εξέγερσης στα Βαλκάνια.Η απασχόληση στα πριγκιπάτα σοβαρών τουρκικών δυνάμεων έδωσε την ευχέρεια να ανάψει και να φουντώσει μια άλλη επαναστατική εστία, ο ξεσηκωμός στην Ελλάδα.

Η Μάχη στο Βαλτέτσι (1821)

Η μάχη στο Βαλτέτσι (12 Μαΐου 1821) ήταν μία από τις νικηφόρες μάχες που διεξήχθησαν κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης. Ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη κατά την έναρξη της πολιορκίας της Τριπολιτσάς.

Η Μάχη στο Βαλτέτσι
Η Μάχη στο Βαλτέτσι

Τα γεγονότα πριν τη μάχη

Μετά την απελευθέρωση της Καρύταινας κύριος σκοπός ήταν η πολιορκία της Τρίπολης. Ο Κολοκοτρώνης είχε μείνει με λιγοστούς άνδρες και έκανε φιλότιμες προσπάθειες να μαζέψει αρκετό στρατό για την πολιορκία. Το στρατόπεδο που περικύκλωσε την Τρίπολη κράτησε μέχρι μέσα Μαΐου. Ο Χουρσίτ πασάς έστειλε σημαντικές δυνάμεις από τα Ιωάννινα για την καταστολή της Επανάστασης. Ο Μουσταφάμπεης κατευθύνθηκε προς την χερσόνησο. Στις 6 Μαΐου μπήκε στην Τρίπολη και η άφιξη του προκάλεσε ανησυχία στους πολιορκητές.

Η μάχη στο Βαλτέτσι

Ο Κολοκοτρώνης πρότεινε αμέσως μια ισχυρή δύναμη να καταλάβει το Βαλτέτσι. Συγκεντρώθηκαν εκεί και άλλοι οπλαρχηγοί και η δύναμη τους ήταν κάτι λιγότερο από χίλιους άνδρες. Ο Κολοκοτρώνης τους υπέδειξε πως να οχυρωθούν και έθεσε σε ετοιμότητα τα υπόλοιπα σώματα. Στις 12 Μαΐου ο Μουσταφάμπεης βάδισε στο Βαλτέτσι με 6.500 πεζικάριους, 1.500 ιππείς και 2 πυροβόλα, με σκοπό να σπάσει τον αποκλεισμό εκεί και να φτάσει στη Λακωνία για να υποτάξει όλη την Πελοπόννησο. Εκείνη τη στιγμή ο Κολοκοτρώνης βρισκόταν στο Χρυσοβίτσι που απείχε 2,5 ώρες από το Βαλτέτσι. Δεν συμμετείχε στην αρχή της μάχης, στην οποία πολέμησαν οι Κυριακούλης και Ηλίας Μαυρομιχάλης. Ύστερα από τρεις ώρες κατέφτασαν ο Κολοκοτρώνης από το Χρυσοβίτσι και ο Πλαπούτας από την Πιάνα και άρχισαν να κάνουν αντιπερισπασμό απ’ έξω στους εχθρούς. Οι πολεμιστές του Κυριακούλη αναθάρρησαν και συνέχισαν να αντιστέκονται ως το βράδυ. Τα μεσάνυχτα ο Κολοκοτρώνης μπήκε στο Βαλτέτσι. Μετά επέστρεψε στο δικό του στρατιωτικό σώμα, όμως άλλοι ικανοί πολεμιστές έφτασαν στο χωριό για ενίσχυση τη νύχτα. Έτσι, την επομένη επαναλήφθηκε η μάχη, αλλά όσοι βρίσκονταν μέσα στο Βαλτέτσι, αντί να αμύνονται όπως την προηγούμενη, επιτέθηκαν στους αντιπάλους και σύντομα τους έτρεψαν σε φυγή. Οι εχθροί συμπαρέσυραν στη φυγή τους το κύριο σώμα του Μουσταφάμπεη, ο οποίος σώθηκε, ενώ είχε χάσει το άλογο του.

Ο Κολοκοτρώνης είχε δώσει τέτοιες οδηγίες ώστε όλα τα εφόδια, τα φορτηγά και τα πυροβόλα των Τούρκων να περάσουν στα χέρια των δικών μας, που πήραν και άλλα πολλά λάφυρα. Το σπουδαιότερο, όμως, ήταν ότι ενισχύθηκε το θάρρος των Ελλήνων. Έτσι, η νίκη στο Βαλτέτσι θεωρήθηκε ο θεμέλιος λίθος της πελοποννησιακής ανεξαρτησίας.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html