Εκκλησία της Ανατολής (19ος αιώνας)

Τι πρέπει να σκεφτεί κανείς για μια Εκκλησία της οποίας ο ηγέτης, αντί να οριστεί από το Άγιο Πνεύμα, πολύ συχνά διορίζεται από το σουλτάνο ή τον πρώτο βεζύρη του, οι οποίοι αποστρέφονται ό,τι χριστιανικό! Τι πιο λυπηρό από το να βλέπεις τους ίδιους τους Έλληνες να είναι δημιουργοί αυτής της απέχθειας.

Εκκλησία της Ανατολής
Έλληνας παπάς και Ορθόδοξος επίσκοπος

Οι Τούρκοι δεν απαίτησαν ποτέ τίποτα, εκτός από ένα χρηματικό ποσόν για να εκχωρήσουν τα δικαιώματα στο νέο Πατριάρχη. Πρώτοι οι Έλληνες έθεσαν το Πατριαρχείο σε πλειστηριασμό χωρίς να περιμένουν, όπως προβλεπόταν, το θάνατο του αρχιερέα τους. Το αξίωμα αυτό πωλείται σήμερα 60.000 τάλιρα. Το ποσό αυτό δίνεται για την επικύρωση μιας κανονικής εκλογής: πολύ συχνά ο Πατριάρχης εκθρονίζει κάποιον άλλο και υπάρχουν περιπτώσεις που, αφού απώλεσαν τη θέση τους, μια ή δυο φορές, επανήλθαν στον άμβωνα τους.

Υπάρχουν άγια πρόσωπα στην Ελληνική Εκκλησία που δεν θα ήθελαν να αγοράσουν το αξίωμα αυτό σε οποιαδήποτε τιμή και που μετά την εκλογή τους, με πράξη κανονικού Δικαίου από τους επισκόπους, να δίνουν στο βεζύρη το σύνηθες ποσόν με μόνο σκοπό να αποκτήσουν προνόμια.

Ο νέος Πατριάρχης κοινοποιεί τη διαταγή του σουλτάνου σε όλους τους αρχιεπισκόπους και επισκόπους του κλήρου του. Επίσης δεν προσφωνείται απλώς με τον τίτλο «η Αγιότητα Σας» αλλά «η Παναγιότητα Σας». Ντύνεται πάντα ως απλός καλόγερος και ασπάζονται το χέρι του ή το κομποσκοίνι του.

Η ιεραρχία της Ελληνικής Εκκλησίας αποτελείται από μερικούς Πατριάρχες οι οποίοι αναγνωρίζουν ως αρχηγό αυτόν της Κωνσταντινούπολης. Οι Πατριάρχες αυτοί είναι: των Ιεροσολύμων, της Αντιόχειας, της Αλεξάνδρειας. όλες ο άλλες ελληνικές Εκκλησίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εξαρτώνται άμεσα από τον Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης. Τους Πατριάρχες ακολουθούν οι αρχιεπίσκοποι και αυτών έπονται οι επίσκοποι. Έπειτα ακολουθούν οι αρχιμανδρίτες, ύστερα οι παπάδες και τέλος οι καλόγεροι. Όταν χαιρετούν ένα αρχιεπίσκοπο ή έναν επίσκοπο, του φιλούν το χέρι και τον αποκαλούν «η Πανιεροσύνη Σας» ή «η Μακαριότητα Σας». Τους ιερείς τους προσφωνούν με την προσφώνηση «η Αγιότητα Σας».

Οι παπάδες και οι καλόγεροι ξεχωρίζουν από μια λευκή ταινία μεγέθους περίπου ενός δαχτύλου, που φαίνεται στο κάτω μέρος του καλύμματος των παπάδων. Σε πολλές περιοχές οι παπάδες και οι καλόγεροι φορούν ένα μάλλινο μαύρο ρούχο μέσα από τη σκούφια τους το οποίο κρέμεται στον ώμο τους. Αυτό τους δίνει ύφος ιεράρχη. όλοι οι σκούφοι είναι το ίδιο μοντέλο και φτιάχνονται στο Άγιο Όρος. Το ένδυμα τους, μαύρο ή σκούρο, είναι ένα ράσο πολύ απλό, πάνω στο οποίο βάζουν μια ζώνη με τα ίδια χρώματα.

Οι καλόγεροι στην Ελληνική Εκκλησία

Οι καλόγεροι ανήκουν στο τάγμα του Αγίου Βασιλείου. Δεν υπάρχει κάτι παράξενο στην ενδυμασία τους. Το σώμα αυτό εφοδιάζει όλους τους ιεράρχες της Ελληνικής Εκκλησίας. Οι παπάδες στην ουσία δεν είναι παρά απλοί λαϊκοί ιερείς και δεν μπορούν να γίνουν εφημέριοι και πρωθιερείς. Ο πρώτος τίτλος που απονέμεται σε αυτούς που προορίζονται για την εκκλησία είναι του Αναγνώστη, που καθήκον του έχει να διαβάσει την Αγία Γραφή στο λαό τις ημέρες των μεγάλων εορτών. Οι αναγνώστες γίνονται ψάλτες, κατόπιν υποδιάκονοι και ψάλλουν τις επιστολές των Αποστόλων στη λειτουργία. Στη συνέχεια γίνονται διάκονοι και ψάλλουν το Ευαγγέλιο. η τελευταία τάξη είναι η ιεροσύνη. όσον αφορά την κληρικότητα, δεν την υπολογίζουν ως εκκλησιαστική τάξη. Ονομάζουν κληρικό, οποιοδήποτε άτομο ανήκει στο σώμα του κλήρου. Οι παπάδες επιτρέπεται να νυμφευθούν μόνο μία φορά στη ζωή τους.

Οι καλόγεροι δεν λειτουργούν, αν θέλουν να διατηρηθούν στο μοναχικό τάγμα τους. ν γίνουν ιερείς γίνονται ιερομόναχοι και λειτουργούν μόνο τος μεγάλες εορτές. Γι΄αυτό σε όλες τις μονές υπάρχουν παπάδες. Όσοι επιθυμούν να γίνουν καλόγεροι απευθύνονται σε ιερομόναχο για να λάβουν το μοναχικό ένδυμα και η τελετή αυτή στοιχίζει περίπου δώδεκα τάλιρα. Πριν από την παρακμή της Ελληνικής Εκκλησίας, ο ηγούμενος της μονής εξέταζε υποψήφιο μοναχό με προσοχή και για να δοκιμάσει την κλίση του τον υποχρέωνε να μείνει 3 χρόνια μέσα στο μοναστήρι. Μετά τη λήξη αυτού του χρονικού ορίου, αν ο υποψήφιος επέμενε στο όραμα του, ο ηγούμενος τον οδηγούσε στην εκκλησία και του απηύθυνε σχετικά με την περίσταση λόγια.

Σήμερα δεν υπάρχει πια πειθαρχία μεταξύ των Ελλήνων. Δέχονται τους κληρικούς από πολύ νέους, και ιδιαίτερα στις μονές, όπου συχνά πρόκειται για τους γιους των παπάδων, που τους μαθαίνουν γραφή και ανάγνωση. Εξάλλου τους χρησιμοποιούν για τις χειρότερες εργασίες, κι αυτό θεωρείται ως μαθητεία. Στα πιο οργανωμένα μοναστήρια, ο χρόνος επιμηκύνεται για ακόμη δύο χρόνια μετά τη λήψη του ενδύματος. Πρόκειται για τις μονές του Αγίου Όρους, του Αγίου Λουκά στη Θήβα, του Αρκαδίου της Κρήτης, της Νέας Μονής στη Χίο, του Μαυροβολίου στον Βόσπορο, των μοναστηριών στα Πριγκιποννήσια κ.α.

Αναχωρητές και ασκητές στην Ελληνική Εκκλησία

Υπάρχουν τοποθεσίες στην Ελλάδα όπου οι καλόγεροι διαχωρίζονται σε αναχωρητές και ασκητές ή ερημίτες. Οι αναχωρητές διαβιούν από κοινού τρεις ή τέσσερις μαζί σε οικία που εξαρτάται από τη μονή και από την οποία την ενοικιάζουν δια βίου. Διαθέτουν το εκκλησάκι και μετά την προσευχή τους καλλιεργούν λαχανικά, αμπέλια, ελαιόδεντρα, συκιές και άλλα δέντρα που τους προσφέρουν τους καρπούς της χρονιάς. οι μοναχοί αυτοί διαφέρουν από τους συμβατικούς μόνο επειδή επικοινωνούν λιγότερο με τον κόσμο και ζουν σε ολιγάριθμη ομάδα στο καταφύγιο τους.

Εκκλησάκια

Χωρίς αμφιβολία ο μεγάλος αριθμός αυτών των ανθρώπων πολλαπλασίασε τα ξωκκλήσια στην Ελλάδα. Καθημερινά έχτιζαν καινούργια μολονότι έπρεπε να αγοράσουν την άδεια από τον καδή. Μάλιστα απαγορευόταν να αναστηλώσουν όσα είχαν πέσει ή καεί πριν πληρώσουν τέλη στον ανώτερο αξιωματούχο. Κάθε παπάς πιστεύει ότι δικαιούται να κατέχει ένα εκκλησάκι.

Οι Έλληνες χρησιμοποιούν μικρές καμπάνες. Από τότε που οι Τούρκοι τους απαγόρευσαν τη χρήση, κρεμούν με σκοινί πάνω στα κλαδιά δένδρων σιδερένια μεταλλικά ελάσματα παρόμοια με αυτά που χρησιμοποιούν για να καλύπτουν τις ρόδες των κάρων. Έχουν σχήμα κυρτό, πάχος περίπου μισό δάχτυλο, φάρδος τρία-τέσσερα δάχτυλα και στο μήκος τους έχουν μικρές τρύπες. Χτυπούν δυνατά πάνω στα ελάσματα με μικρά σιδερένια σφυριά για να ειδοποιήσουν τους καλόγερους να προσέλθουν στη εκκλησία.

Στην Κρήτη της Τουρκοκρατίας

Οι κάτοικοι στην Κρήτη, Έλληνες και Τούρκοι, όσον αφορά τη φυσική τους εμφάνιση έχουν, έχουν ωραία κορμοστασιά, είναι εύρωστοι και ρωμαλέοι. Τους αρέσει να ασκούνται στην τοξοβολία,. Πάντα ξεχώριζαν σε αυτήν την άσκηση. Μάλιστα ο Παυσανίας βεβαιώνει ότι ήταν συνυφασμένη με το έθνος τους, και το προτιμούσαν επίσης όλοι οι λαοί της Ελλάδας. Έτσι, βλέπουμε πάνω στα αρχαία νομίσματα του νησιού να απεικονίζονται μόνο άντρες.

Πρόκειται για τίμιους ανθρώπους. Σήμερα το νησί αυτό δεν συναντά κανείς κατεργάρηδες ούτε λωποδύτες, ούτε ζητιάνους, δολοφόνους ή κλέφτες μεγάλης εμβέλειας. Οι πόρτες των σπιτιών κλείνουν απλά με πολύ ελαφριές ξύλινες ράβδους, που χρησιμεύουν ως κλειδαριές. Όταν κάποιος Τούρκος κλέψει, κάτι που σπανιότατα συμβαίνει, τον στραγγαλίζουν μέσα στη φυλακή, για λόγους εθνικής αξιοπρέπειας. Στη συνέχεια βάζουν το πτώμα του σε ένα σάκο γεμάτο πέτρες και το ρίχνουν στη θάλασσα. Όταν ο κλέφτης είναι Έλληνας, καταδικάζεται σε ραβδισμό ή απαγχονισμό στο πλησιέστερο δέντρο.

Η πλειονότητα των Τούρκων έχει εκχριστιανιστεί ή είναι παιδιά Τούρκων χριστιανών. Οι Τούρκοι που έχουν αλλαξοπιστήσει, (πρώην χριστιανοί) συνήθως είναι λιγότεροι έντιμοι από τους γνήσιους Τούρκους. Ένας σωστός Τούρκος δεν λέει τίποτα όταν βλέπει τους χριστιανούς να τρώνε χοιρινό και να πίνουν κρασί, ενώ τους Τούρκους αποστάτες, που κρυφά τρώνε και πίνουν, τους επιτιμά και τους υβρίζει. Πρέπει να ομολογήσουμε ότι αυτοί οι δυστυχείς πουλάνε την ψυχή τους φτηνά, αφού για να αλλάξουν θρησκεία δεν κερδίζουν παρά ένα πανωφόρι και το προνόμιο να απαλλαγούν από το κεφαλοχάρατσο, προνόμιο που δεν ξεπερνά τα 5 τάλιρα ετησίως.

Οι Έλληνες χωρικοί φορούν στο κεφάλι τους μι κόκκινη σκούφια. Στα χωράφια, για να προστατευθούν από τον ήλιο, έχουν μοναδική συνδρομή ένα μαντήλι που το δένουν πάνω στη σκούφια και το ανασηκώνουν από τη μια μεριά με το μπαστούνι τους, σχηματίζοντας έτσι ένα είδος ομπρέλας. Οι Τούρκοι χρησιμοποιούν την ίδια μέθοδο. Οι Έλληνες ντύνονται ελαφρά. Φορούν μπλε βράκα από βαμβακερό ύφασμα που φτάνει ως τα πόδια, αλλά το πίσω μέρος της βράκας κατεβαίνει χαμηλότερα από ό,τι πρέπει και τους κάνει να φαίνονται πολύ αστείοι. Στην Κρήτη δεν βλέπουμε κανέναν χωρίς να είναι καλά ποδημένος, ενώ οι αγρότες της Ευρώπης ως επί το πλείστον είναι μισοξυπόλητοι. Στις πόλεις οι Έλληνες χρησιμοποιούν σκαρπίνια. από κόκκινο μαροκίνι, εξαιρετικά καθαρά και ανάλαφρα. Στα χωριά φορούν μικρές μπότες από το ίδιο δέρμα που τις κάνει να αντέχουν χρόνια ολόκληρα και είναι τόσο καλά ποδημένοι όσο οι αρχαίοι Κρητικοί του Ιπποκράτη.

Όσο για τις κυρίες στην Κρήτη, είδαμε αρκετά όμορφες. Το ένδυμα τους δεν τονίζει καθόλου τη μέση, παρ΄ό,τι είναι ό,τι πιο όμορφο διαθέτουν. Το ρούχο αυτό είναι πολύ απλό. Πρόκειται για ένα φουστάνι από κόκκινο μάλλινο ύφασμα, πλισέ, που σφίγγει στη μέση και κρέμεται στους ώμους με δύο χοντρά κορδόνια. Κάτω από φουστάνι φορούν μόνο ένα πουκάμισο. Καλύπτουν το κεφάλι τους με ένα άσπρο μαντήλι που πέφτει με χάρη πάνω στους ώμους τους.

Δεν υπάρχουν στον κόσμο άνθρωποι πιο φιλικοί από τους Έλληνες. Από όπου περνούσαμε όλο το χωριό συγκεντρώνονταν, οι μισοί τριγύρω μας, οι άλλοι μισοί στις αυλές τους. Δεν το έκαναν για να μας βρίσουν. Είναι τόσο καλοί άνθρωποι.

Παρ΄ότι στην Κρήτη δεν υπήρχαν ούτε οι μισοί από τους ανθρώπους που απαιτούνταν για να το καλλιεργούν, ωστόσο, παράγεται περισσότερη ποσότητα από μπορούν να καταναλώσουν οι κάτοικοι. Το νησί αφθονεί όχι μόνο σε κρασί, αλλά προμηθεύει τους ξένους λάδι, μαλλί, μετάξι, μέλι, κερί, τυριά, λάβδανο. Καλλιεργείται ελάχιστα το βαμβάκι και το σουσάμι. Το σιτάρι είναι εξαιρετικό, κυρίως στην περιοχή του Ηρακλείου και στην πεδιάδα της Μεσαράς, χωρίς όμως να ξέρουν να κάνουν ψωμί. Το ψωμί τους είναι μια μαλακιά ζύμη, κομματιασμένη και τόσο λίγο ψημένη που κολλά στα δόντια.

Τα κρητικά κρασιά είναι έξοχα, κόκκινα, λευκά και ροζέ. Δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι βλέπουμε νομίσματα χτυπημένα στην αρχαιότητα για τους Κρήτες, στην πίσω όψη των οποίων αναπαρίστανται στεφάνια από κισσό πλεγμένα με τσαμπιά σταφυλιών. Τα κρασιά σε αυτό το κλίμα έχουν την ξινάδα που χρειάζεται για να εξισορροπήσουν τη γλυκύτητα τους. Αυτή η γλύκα τους, όχι μόνο δεν είναι ανούσια, αλλά συνοδεύεται από ένα απολαυστικό βάλσαμο που κάνει όποιους γεύτηκαν τα κρασιά της Κρήτης να περιφρονούν κάθε άλλο κρασί.

Το μαλλί του Ηρακλείου Κρήτης, όπως και της υπόλοιπης Ελλάδας, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί παρά μόνο για χοντρά υφάσματα, λουριά και στρώματα. Το μετάξι του νησιού θα ήταν τέλειο αν γνώριζαν να το δουλέψουν. Το μέλι είναι εξαιρετικό και μυρίζει θυμάρι, με το οποίο όλη η γη είναι γεμάτη. Το κερί και το λάβδανο δεν είναι προς περιφρόνηση. Αξίζουν τα τυριά των βουνών των Σφακίων. Αν και η Κρήτη είναι μια πλούσια χώρα, ωστόσο οι καλύτερες περιοχές του νησιού δεν καλλιεργούνται καθόλου σωστά, και μάλιστα τα 2/3 αυτού του βασιλείου αποτελούνται από ξερά βουνά, άγονα, δυσάρεστα, απόκρημνα, κατακόρυφα και περισσότερο προσιτά σε κατσίκες παρά σε ανθρώπους.

Joseph Pitton de Tournefort