Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου (1801-1832)

Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου (το όνομά της παραδίδεται επίσης ως Μουτσάν ή Μουτσά, Ζάκυνθος 1801-1832) ήταν μία από τις πρώτες Ελληνίδες συγγραφείς. Το γνωστότερο έργο της είναι η  Αυτοβιογραφία  της, ενώ από τα υπόλοιπα έργα της (θεατρικά έργα και ποιήματα) έχουν σωθεί ελάχιστα.

Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, μία από τις πρώτες Ελληνίδες συγγραφείς
Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου

Ο Βίος της Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου

Οι γονείς της, Φραγκίσκος Μουτζάν και Αγγελική Σιγούρου, προέρχονταν από δύο από τις παλιότερες αριστοκρατικές οικογένειες της Ζακύνθου. Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου γεννήθηκε στη Ζάκυνθο στις 2 Οκτωβρίου 1801. Από μικρή είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την μάθηση και τα γράμματα και παρόλο που η εκπαίδευσή της ήταν περιορισμένη (είχε κατ’ οίκον δασκάλους τρεις κληρικούς), η ίδια με προσωπική μελέτη απέκτησε γνώσεις της αρχαίας ελληνικής, της  ιταλικής και της γαλλικής γλώσσας. Παράλληλα επιδιδόταν στο γράψιμο ποιημάτων, θεατρικών έργων στα ελληνικά και τα ιταλικά και μεταφράσεων από την αρχαία ελληνική γραμματεία και επιθυμία της ήταν να μην παντρευτεί, αλλά να αφοσιωθεί στην μελέτη και την συγγραφή. Εξαιτίας των αντιρρήσεων της οικογένειάς της αντιπρότεινε να κλειστεί σε μοναστήρι ή να αποσυρθεί σε μία κατοικία της οικογένειας στην ύπαιθρο, όμως και αυτές οι επιθυμίες της δεν γίνονταν δεκτές από τους δικούς της. Μπροστά στην προοπτική να παραμείνει ανύπαντρη και να κατοικεί με τους γονείς της χωρίς να έχει το δικαίωμα να βγαίνει από το σπίτι, αποφάσισε να φύγει κρυφά από το νησί, αλλά μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα επέστρεψε χωρίς να την αντιληφθεί κάποιο μέλος της οικογένειάς της και τελικά αναγκάστηκε να υποχωρήσει και δεχτεί την επιθυμία των δικών της να παντρευτεί. Η ανεύρεση γαμπρού στην Ζάκυνθο ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και γι’ αυτόν τον λόγο ο θείος της πρότεινε να ταξιδέψουν στην Ιταλία όπου θα ήταν πιο εύκολο να βρεθεί σύζυγος για την Ελισάβετ και την αδερφή της, που ήταν και αυτή σε ηλικία γάμου, όμως το ταξίδι δεν έγινε εξαιτίας μιας ασθένειας του πατέρα της. Εν τω μεταξύ βρέθηκε υποψήφιος σύζυγος, ο Νικόλαος Μαρτινέγκος, ο οποίος όμως καθυστερούσε την επισημοποίηση της γαμήλιας συμφωνίας με συνεχείς διαπραγματεύσεις για το ύψος της προίκας, αλλά τελικά ο γάμος τελέστηκε μετά από 16 μήνες, το καλοκαίρι του 1831. Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου πέθανε στις 9 Νοεμβρίου του 1832, δύο εβδομάδες μετά την γέννηση του γιου της λόγω επιπλοκών στον τοκετό.

Το έργο της Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου

Η Ελισάβετ Μουτζάν, εκτός από την αυτοβιογραφία που είναι το πιο γνωστό και αξιόλογο κείμενό της, έγραψε πάνω από 15 θεατρικά έργα, στην ελληνική και την ιταλική, μετέφρασε αρχαία κείμενα και συνέθεσε κάποια ποιήματα. Η Αυτοβιογραφία της είναι μοναδικό δείγμα επτανησιακής πρόζας στα χρόνια του Αγώνα. όταν μαθαίνει πως «οι Γραικοί ανήγειραν τα όπλα εναντίον των Οθωμανών», η επιθυμία της να συμμετάσχει στον Αγώνα μένει μόνο επιθυμία: «Επιθύμησα από καρδίας, αλλά εκύτταξα τους τοίχους του σπιτιού όπου με εκρατούσαν κλεισμένην, εκύτταξα τα μακριά φορέματα της γυναικείας σκλαβιάς και ενθυμήθηκα ότι είμαι γυναίκα, και περιπλέον γυναίκα Ζακύνθια και αναστέναξα, αλλά δεν έλειψα όμως από το να παρακαλέσω τον Ουρανόν διά να ήθελεν να τους βοηθήσει να νικήσουν, και τοιούτης λογής να αξιωθώ και εγώ η ταλαίπορος να ιδώ εις την Ελλάδαν επιστρεμμένην την ελευθερίαν και μαζύ με αυτήν επιστρεμμένας εις τας καθέδρας τους τας σεμνάς Μούσας». Εκδόθηκε από τον γιο της Ελισάβετιο το 1881, με κάποιες περικοπές, σε έναν τόμο μαζί με δικά του ποιήματα. Η αξία του έργου έγκειται κυρίως στην απλή γλώσσα που χρησιμοποιείται. Από τα άλλα έργα της έχουν σωθεί ελάχιστα, μία κωμωδία με τίτλο Φιλάργυρος, κάποια ιταλικά κείμενα, 20 επιστολές, ο πρόλογος μιας πραγματείας Περί Οικονομίας, τα ποιήματα Ωδή εις το πάθος του Ιησού Χριστού και Εις την Θεοτόκον και αποσπάσματα μεταφράσεων από τον Προμηθέα Δεσμώτη, την Οδύσσεια και τις Ικέτιδες.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ελισάβετ_Μουτζάν-Μαρτινέγκου

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες (1547-1616)

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα (Miguel de Cervantes Saavedra, 29 Σεπτεμβρίου 1547 – 22 Απριλίου 1616) ήταν Ισπανός συγγραφέας, ο οποίος θεωρείται ευρέως ως ο μεγαλύτερος συγγραφέας στην ισπανική γλώσσα και ο κατ’ εξοχήν μυθιστοριογράφος παγκοσμίως. Το έργο του ανήκει χρονικά στην «χρυσή εποχή» (περ. 1492-1648) της Ισπανίας, κατά την οποία παρατηρήθηκε εξαιρετική άνθηση στις τέχνες.

Η περιπετειώδης και γεμάτη οδύνες ζωή του κύλησε ανάμεσα στην περίοδο του μεγαλείου της Ισπανίας και στην αρχή της παρακμής της, πράγμα που αποτυπώνεται στο διασημότερο μυθιστόρημά του, ο Δον Κιχώτης, που συγκαταλέγεται στα κλασικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, μεταφρασμένο σε περισσότερες από εξήντα γλώσσες και έχοντας υποβληθεί σε συστηματική ανάλυση και κριτικό σχολιασμό από τον 18ο αιώνα. Το έργο αυτό επηρέασε γενιές πεζογράφων, όχι μόνο στον ισπανόφωνο, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Είναι το πιο πολυμεταφρασμένο βιβλίο, μετά τη Βίβλο.

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες, Στρατιωτικός, μυθιστοριογράφος, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, λογιστής
Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Τα πρώτα χρόνια του Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες γεννήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1547 στα περίχωρα της Μαδρίτης, στην πόλη Αλκαλά δε Ενάρες. Ήταν το τέταρτο από τα επτά παιδιά του Ροδρίγο δε Θερβάντες, ενός πλανόδιου χειρουργού και φαρμακοποιού με άστατο βίο.

Από πολύ μικρός αγαπούσε να διαβάζει ό,τι έβρισκε μπροστά του και να γράφει στίχους. Το 1569 δημοσίευσε το πρώτο γνωστό του έργο σ’ έναν τόμο με ελεγείες για την τρίτη σύζυγο του βασιλιά Φιλίππου Β’, Ελισάβετ, ο πρόωρος θάνατος της οποίας είχε βυθίσει στο πένθος ολόκληρη την Ισπανία.

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες στρατιωτικός

Το 1570 και σε ηλικία 23 χρονών κατατάχθηκε στο στρατό και την επόμενη χρονιά είχε την τύχη και την ατυχία μαζί να πάρει μέρος στην περίφημη Ναυμαχία της Ναυπάκτου, στις 7 Οκτωβρίου 1571.

Στην «πιο μεγαλόπρεπη στιγμή που γνώρισαν οι περασμένοι ή τούτοι οι σημερινοί καιροί, ή που θα δούνε οι μελλούμενοι», όπως είχε πει ο ίδιος, ο χριστιανικός στόλος υπό τον ισπανό πρίγκιπα Δον Χουάν της Αυστρίας με αρτιότερο οπλισμό και καλύτερη τακτική νίκησε κατά κράτος τον στόλο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που ήταν σχεδόν αήττητος έως τότε, και ανέκοψε την επεκτατική πολιτική του Σουλτάνου προς την Ευρώπη.

Το πλοίο «Μαρκησία», στο οποίο ήταν στρατολογημένος ο Θερβάντες, βρέθηκε στο επίκεντρο της μεγάλης σύγκρουσης και κανείς από το πλήρωμά του δεν τον ξεπέρασε σε γενναιότητα, όπως μαρτυρούν πολλές αξιόπιστες πηγές. Αν και ταλαιπωρούνταν από πυρετό, αρνήθηκε να κατέβει από το κατάστρωμα και τραυματίστηκε δύο φορές στο στήθος, ενώ μία τρίτη σφαίρα τού έκοψε το αριστερό χέρι «προς μεγαλύτερη δόξα του δεξιού», όπως είπε.

Έπειτα από μία περίοδο ανάρρωσης στη Μεσίνα της Σικελίας, ο Θερβάντες επέστρεψε στην Ισπανία και τον Απρίλιο του 1572 πήρε μέρος στην αποτυχημένη εκστρατεία για την κατάληψη της Τύνιδας. Το 1575, υπηρετώντας στη Νεάπολη (Νάπολι) ζήτησε ακρόαση από τον βασιλιά, με αίτημα να προαχθεί στο βαθμό του λοχαγού, παρότι είχε μόλις πέντε χρόνια υπηρεσίας στο στράτευμα.

Η αιχμαλωσία του Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Στις 20 Σεπτεμβρίου αναχώρησε με πλοίο για τη Μαδρίτη, προκειμένου να υποστηρίξει το αίτημά του. Έξι ημέρες αργότερα, το πλοίο του αποκόπηκε από τα υπόλοιπα και δέχθηκε επίθεση κουρσάρικων καραβιών. Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες αιχμαλωτίστηκε μαζί με τον αδελφό του Ροδρίγο και οι δυο τους μαζί με τους υπόλοιπους επιβαίνοντες οδηγήθηκαν στο Αλγέρι, έδρα διαβόητων πειρατών για πολλά χρόνια.

Έως το 1580, οπότε απελευθερώθηκε με την καταβολή λύτρων, προσπάθησε πολλές φορές να δραπετεύσει, χωρίς όμως επιτυχία. Το 1576 οργάνωσε μία τέτοια απόπειρα, αλλά ένας ντόπιος που είχε πληρωθεί για να απελευθερώσει τον Θερβάντες, τον αδελφό του και άλλους ισπανούς αιχμαλώτους, τους εγκατέλειψε με αποτέλεσμα να συλληφθούν και να αντιμετωπιστούν με μεγαλύτερη αυστηρότητα.

Στις αρχές του 1577, κληρικοί από το Τάγμα του Ελέους έφθασαν στο Αλγέρι με 300 κορόνες, που είχαν συγκεντρώσει οι συγγενείς του Θερβάντες. Τα χρήματα αυτά απέφεραν μόνο την απελευθέρωση του αδελφού του Ροδρίγο, ο οποίος μηχανεύτηκε ένα τολμηρό σχέδιο για την απελευθέρωση και του αδελφού του Μιγέλ. Στα περίχωρα του Αλγερίου, ένας άρχοντας της πόλης είχε ένα παραλιακό εξοχικό σπίτι και μέσα στον κήπο υπήρχε μια σπηλιά. Με τη συνδρομή του ισπανού κηπουρού, που ήταν κι αυτός αιχμάλωτος, ο Θερβάντες κρύφτηκε στη σπηλιά μαζί με άλλους 13 συγκρατούμενούς του, περιμένοντας την άφιξη μιας φρεγάτας που θα τους μετέφερε πίσω στην πατρίδα.

Η ηρωική στάση του Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Το πλοίο έφθασε όπως ήταν προγραμματισμένο στη διάρκεια της νύχτας, αλλά έγινε αντιληπτό και οι 14 φυγάδες συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν ενώπιον του κυβερνήτη Χασάν Πασά, ενός Οθωμανού αξιωματούχου, διαβόητου για τη σκληρότητά του. Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες στάθηκε θαρραλέα απέναντί του και ανέλαβε όλη την ευθύνη για την απόδραση των 14. Ο Χασάν εντυπωσιάστηκε από την ηρωική του στάση και τον εξαγόρασε για την προσωπική του υπηρεσία.

Ο Θερβάντες επιχείρησε και άλλες φορές να αποδράσει, παρότι για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμενε αλυσοδεμένος. Σε μία από τις απόπειρές του καταδικάστηκε σε 2.000 μαστιγώσεις, σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο, αλλά η ποινή δεν εκτελέστηκε.

Η οικογένειά του συνέχισε τις προσπάθειες για την απελευθέρωσή του. Ο πατέρας του απηύθυνε έκκληση στον βασιλιά, υπενθυμίζοντάς του τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει ο γιος του, ενώ η μητέρα του συγκέντρωνε χρήματα, τα οποία εμπιστεύθηκε σε δύο μοναχούς του Τάγματος της Αγίας Τριάδας. Οι δύο μοναχοί έφθασαν στο Αλγέρι στις 29 Μαΐου 1580, ακριβώς την περίοδο που έληγε η θητεία του Χασάν Πασά. Τα χρήματα ήταν λιγότερα από τα 500 χρυσά δουκάτα που ζητούσε ο Οθωμανός αξιωματούχος, αλλά χριστιανοί έμποροι της πόλης προθυμοποιήθηκαν να καλύψουν τη διαφορά.

Έτσι, στις 19 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου, ο Θερβάντες, που επρόκειτο να ακολουθήσει τον Χασάν στην Κωνσταντινούπολη ως δούλος του, κηρύχθηκε ελεύθερος και του επετράπη να αναχωρήσει από το Αλγέρι. Στις 24 Οκτωβρίου 1580, πάτησε επί ισπανικού εδάφους ύστερα από χρόνια και αμέσως κατευθύνθηκε προς την Μαδρίτη.

Νέα αρχή για τον Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Με την επιστροφή του στη Μαδρίτη άρχισε και πάλι να γράφει ποιήματα και θεατρικά έργα, που όμως δεν τού απέφεραν έσοδα. Έπρεπε να αναζητήσει εργασία έξω από τη λογοτεχνία για τα προς το ζην.

Στις 12 Δεκεμβρίου 1584 νυμφεύτηκε την κατά 18 χρόνια νεώτερή του Καταλίνα δε Σαλαθάρ ι Παλάθιος, παρά τις αντιρρήσεις των γονέων της. Του προσφέρθηκαν ως προίκα μερικοί αμπελώνες κι ένας κήπος με οπωροφόρα δέντρα, ποικιλία από έπιπλα, τέσσερις κυψέλες και 45 πουλερικά. Ένα ή δύο χρόνια νωρίτερα, ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες είχε αποκτήσει μία κόρη, την Ισαβέλα, από μία πρόσκαιρη σχέση του με την Άννα Φράνκα δε Ρόχας. Από τη γυναίκα του δεν απέκτησε παιδιά.

Ο θάνατος του πατέρα του, τον Ιούνιο του 1585, αύξησε τις ευθύνες του και τα οικονομικά του προβλήματα, αφού τώρα πια είχε να φροντίσει μια οικογένεια με πολλές γυναίκες, στις οποίες περιλαμβάνονταν οι αδελφές του και μία ανιψιά του. Το γράψιμο εξακολουθούσε να μην του προσπορίζει έσοδα.

Το 1587 μετακόμισε στη Σεβίλλη και ανέλαβε υπηρεσία στον εφοδιασμό του ισπανικού ναυτικού. Όμως, η παράνομη κατάσχεση ενός φορτίου σιταριού της Εκκλησίας τού στοίχισε λίγες μέρες φυλάκισης κι ένα αφορισμό. Παράλληλα, συνέχιζε να γράφει και τον Μάιο του 1595 κέρδισε το πρώτο βραβείο στον ποιητικό διαγωνισμό της Θαραγόθα, με έπαθλο τρία χρυσά κουτάλια.

Τον Σεπτέμβριο του 1597 βρέθηκε και πάλι στη φυλακή, όπου παρέμεινε για τρεις μήνες, επειδή παράκουσε μία διαταγή να παρουσιαστεί στη Μαδρίτη εντός 20 ημερών.

«Δον Κιχώτης»

Αγάλματα του Δον Κιχώτη και του Σάντσο Πάντσα στη Μαδρίτη
Αγάλματα του Δον Κιχώτη και
του Σάντσο Πάντσα στη Μαδρίτη

Το 1605 εξέδωσε τον πρώτο τόμο από το έργο που τον έκανε αθάνατο, τον «Δον Κιχώτη» με τον τίτλο «Η ζωή και οι άθλοι του εφευρετικού ευπατρίδη Δον Κιχώτη της Μάντσας». Το έργο αυτό, ως το 1615, όταν κυκλοφόρησε ο δεύτερος τόμος του, γνώρισε τεράστια επιτυχία.

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες έζησε σε μία κρίσιμη ιστορική περίοδο της Ισπανίας, όταν άρχιζε να καταρρέει το παλιό καθεστώς της φεουδαρχίας και των ευγενών. Γι’ αυτό σατιρίζει με λεπτή ειρωνεία εκείνους που πίστευαν στα παλιά ιδανικά και ήθελαν να νεκραναστήσουν τις δόξες των ιπποτών.

Ένας ξεπεσμένος ιππότης της Ισπανίας, ο Αλφόνσος Κιχάνο, που μεταβαπτίζεται από τον συγγραφέα σε Δον Κιχώτη – κιχότε ισπανικά σημαίνει πανοπλία – νομίζοντας πως είναι ο μεγαλοπρεπέστερος και γενναιότερος ιππότης του καιρού του, ντύνεται μία πανάρχαια και σκουριασμένη πανοπλία, καβαλικεύει ένα ψωραλέο άλογο, τον Αχαμνόεντα, κι έχοντας για ιπποκόμο του έναν πονηρό και φιλοχρήματο χωριάτη, τον Σάντσο Πάντσα, ξεκινάει για να καταπλήξει τον κόσμο με τα κατορθώματά του.

Η ξαναμμένη φαντασία του βλέπει παντού εχθρούς, που τους πολεμάει και γελοιοποιείται πάντοτε. Το πρώτο χάνι που συναντάει προβάλλει στα μάτια του σαν τεράστιο φρούριο. Μερικοί ανεμόμυλοι του φαίνονται πελώριοι γίγαντες. Ένα κοπάδι πρόβατα τα εκλαμβάνει σαν πολυάριθμο στρατό. Τα γεμάτα με κρασί ασκιά ενός πανδοχείου θεωρούνται πελώριοι γίγαντες.

Ο Δον Κιχώτης επιτίθεται εναντίον όλων αυτών και συνεχώς ρεζιλεύεται. Οι ανεμόμυλοι τον παρασύρουν με τα φτερά τους, οι βοσκοί των κοπαδιών τον κυνηγούν με τις πέτρες και τα κατατρυπημένα ασκιά καταβρέχουν με το περιεχόμενό τους τον Σάντσο. Πάντοτε γελοιοποιημένος, ο Δον Κιχώτης συλλαμβάνεται από τους φίλους του και επιστρέφει στην πόλη κλεισμένος σ’ ένα κλουβί και φορτωμένος σε μία άμαξα, που τη σέρνουν βόδια.

Πάντα, όμως, αμετανόητος ξαναφεύγει και φιλοξενείται από ένα ζεύγος ευγενών, που αφού διασκεδάσει μαζί του, τον πείθει να ξαναγυρίσει πίσω στο σπίτι του. Ο Δον Κιχώτης πείθεται τελικά και όταν πεθαίνει, αφήνει παραγγελία «τα δικά του παθήματα να γίνουν μαθήματα στους άλλους».

Ο κόμης Λέμος και ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Για τον συγγραφέα του «Δον Κιχώτη», όλος αυτός ο θρίαμβος είχε ασήμαντη οικονομική σημασία. Λίγο μετά την έκδοση του βιβλίου, θα δανειστεί 450 ρεάλια από τον τυπογράφο του για να τα βγάλει πέρα.

Ένας καβγάς με μαχαιρώματα έξω από το σπίτι του στο Βαγιαδολίδ τον Ιούνιο του 1605, γεγονός που οδήγησε αυτόν και τους δικούς του στη φυλακή ως υπόπτους, του θύμισε ότι εξακολουθούσε να ζει κάτω από δύσκολες συνθήκες.

Για τρία ολόκληρα χρόνια ύστερα απ’ αυτό το περιστατικό ο Θερβάντες χάθηκε από τον κόσμο, για να ξαναεμφανιστεί το 1608 στη Μαδρίτη. Εκεί τον περίμεναν καινούργιοι μπελάδες νομικού χαρακτήρα γύρω από πολλά και ποικίλα οικονομικά και οικογενειακά ζητήματα.

Ο σωτήρας του ήταν τελικά ο Κόμης Λέμος, αντιβασιλιάς της Νεάπολης, που τον βοήθησε να ξεπεράσει τα οικονομικά του προβλήματα και να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο γράψιμο τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Το 1613 εκδόθηκε ένα από τα σημαντικά έργα του με τίτλο «Υποδειγματικά Μυθιστορήματα», το οποίο αφιέρωσε στον Κόμη Λέμος, όπως και το δεύτερο μέρος του «Δον Κιχώτη».

Στον πρόλογο του έργου διαβάζουμε αυτοπροσωπογραφία του συγγραφέα, που είναι τώρα 65 χρονών. «Χαρακτηριστικά αετήσια, μαλλιά καστανά, φρύδια λεία και δίχως αυλακιές, μύτη κανονική, ασημένιο γένι που πριν από είκοσι χρόνια ήταν χρυσάφι, μακριά μουστάκια, μικρό στόμα, δόντια μόλις έξι, κι αυτά σε κακή κατάσταση και άσχημα κατανεμημένα, ώστε να μην ανταποκρίνονται το ένα στο άλλο, ύψος ανάμεσα στα δυο άκρα, ούτε ψηλός ούτε κοντός, χρώμα μάλλον ανοιχτό παρά σκούρο, με βαριούς κάπως ώμους και όχι τόσο σβέλτος στα πόδια».

Ο Θερβάντες πέθανε στις 22 Απριλίου 1616, σε ηλικία 68 ετών, και την επομένη τάφηκε στη Μονή της Αγίας Τριάδας στη Μαδρίτη.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/1987

Please follow and like us:
error0

Η Βούλα Δαμιανάκου (1914-2016)

Η Βούλα Δαμιανάκου (1914 – 19 Σεπτεμβρίου 2016) ήταν Ελληνίδα συγγραφέας, ποιήτρια, μεταφράστρια.

Η Βούλα Δαμιανάκου, συγγραφέας, ποιήτρια, μεταφράστρια.
Η Βούλα Δαμιανάκου

Ο Βίος της Βούλας Δαμιανάκου

Η Βούλα Δαμιανάκου γεννήθηκε στη Πάνιτσα Λακωνίας, νυν Μυρσίνη Γυθείου Λακωνίας. Υπήρξε μέλος της Εθνικής Αντίστασης. Συνεργάστηκε και υπήρξε σύντροφός του Βασίλη Ρώτα. Υπήρξε συνεργάτης του περιοδικού Λαϊκός Λόγος (1966-1967), στο οποίο έγραφε με τα ψευδώνυμα Αλκυόνα, Αλκυών, Ειρήνη Πεζοπόρου. Το μεταφραστικό της έργο σχετίστηκε με τον Ουίλιαμ Σαίξπηρ, μαζί με τον Βασίλη Ρώτα και τον Φιόντορ Ντοστογιέφσκι.

Πέθανε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου του 2016.

Χαρακτήρας και στάση ζωής της Βούλας Δαμιανάκου

Αν και η Βούλα Δαμιανάκου έγινε γνωστή στους νεώτερους ως ο άνθρωπος που φιλοξένησε τον διωκόμενο ηγέτη των Κούρδων, Αμπντουλάχ Οτσαλάν, λίγο πριν την παράδοσή του στο τουρκικό καθεστώς από την τότε ελληνική κυβέρνηση, ωστόσο, αποτέλεσε ένα σημαντικό κεφάλαιο των ελληνικών γραμμάτων, τόσο μέσω του έργου της, όσο και της ενεργής συμμετοχής της (και) στην πολιτισμική εποποιία της Εθνικής Αντίστασης, στο πλευρό του συντρόφου της, Βασίλη Ρώτα.

Ασυμβίβαστη, μαχήτρια και αγωνίστρια μέχρι και την τελευταία της πνοή, που άφησε χθες σε βαθιά γεράματα, η Βούλα Δαμιανάκου δεν διαπραγματεύτηκε ποτέ και με κανέναν την προσωπική της αντίληψη για την ελευθερία. Προτίμησε, όπως ανέφερε η ίδια και θυμάται το ΑΠΕ, «για να μην προδώσει το ιδανικό της ελευθερίας», να παραιτηθεί από τη σύνταξή της ως συγγραφέα, «παρά να δεχτεί σύνταξη με νόμο που τον είχαν γράψει οι ερπύστριες των τανκς της τυραννικής χούντας».

Επίσης, παραιτήθηκε από μέλος της ΑΕΠΙ, ως κληρονόμος και συνδημιουργός του έργου του Ρώτα (μεταξύ άλλων το «Ένας όμηρος» και οι «Όρνιθες»), επειδή όπως ανέφερε στη σχετική επιστολή της, στις 22.9.2011, «το θεωρώ έσχατο κατάντημα για μια που αγωνίστηκε όλη της τη ζωή για την ελευθερία να πεθαίνει σκλάβα της ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ (η ενέργεια της ΑΕΠΙ να δώσει στον εαυτό της το δικαίωμα να με γράψει _ στα ενενήντα ένα χρόνια μου _ στο ΙΚΑ, παρά τη θέλησή μου, εν αγνοία μου και γνωρίζοντας τι έχει προηγηθεί, θα ταίριαζε σε κάποιον που ανήκε πάππου προς πάππου σε γενιά σκλάβων κι ερωτευμένων με τη σκλαβιά τους, κι όχι σε αγωνιστή της ελευθερίας)».

Χαρακτηριστική είναι και η απάντησή της σε αρνητικά σχόλια σε βάρος της της εφημερίδας «ΤΟ ΒΗΜΑ», για την υπόθεση Οτσαλάν, το 1999: «»Το φαντάζεσαι να χρειάζεσαι βηματοδότη στην καρδιά και να σου τον βάζουν στο μυαλό; (Ρώτας). Ο «Βηματοδότης» της τελευταίας αποκριάς («ΒΗΜΑ», 21 – 2 – 1999) γράφει πως άνοιξα την πόρτα μου στον κυνηγημένο Οτσαλάν, επειδή, όντας ανιστόρητη, δε γνώριζα ότι οι πρόγονοί του ήρθαν και πολέμησαν εναντίον των Ελλήνων στο Μαραθώνα. Αλλά μάλλον κάνει λάθος η ιστορική αυθεντία του, γιατί πολύ καλά η υπογράφουσα γνωρίζει και για το Μαραθώνα και για Θερμοπύλες και για Μεσολόγγια και για Μονοδέντρια και για Γοργοπόταμους. Εκείνο που δε γνωρίζει είναι τα τούρκικα. Αν τα εγνώριζε, θα καλούσε τα παιδιά του Αττίλα που στρατοπεδεύουν στην εν Αθήναις τουρκική πρεσβεία και θα τους τον παρέδινε. Οσο για την Ευρώπη και την ΟΝΕ, ο δάσκαλός μου, ο Δημήτρης Γληνός, μου δίδαξε πως πρέπει να πάμε με τον Σοφοκλή και όχι, ποτέ, με τη Σοφοκλέους».

Ασχολήθηκε με πολλά είδη του γραπτού λόγου. Σημαντικότερα έργα της είναι: «Γράμμα σε νεκρό» διηγήματα 1951, «Στην ανεμοζάλη», Διηγήματα 1960, «Υπεύθυνη δήλωση», διηγήματα 1963. Σε συνεργασία με το σύντροφό της Βασίλη Ρώτα έγραψε τα εξής: «Μνημόσυνο» 1961, «Δραγάτες πνευματικής ελευθερίας» 1963, «Δημοκράτες παραδημοκρατικοί» 1965. Το 1967 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων «Γέφυρες της φιλίας». Εχει μεταφράσει αρκετά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας όπως – WILLA CATHER: «Η Αντωνία μου», 1959, KAMMERHNG: «Αναζητώντας τον Αδάμ», 1959, ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ: «Ο μικρός ήρωας».

Η Βούλα Δαμιανάκου συνεργάστηκε με το περιοδικό Λαϊκός Λόγος (1966-1967), με τα ψευδώνυμα Αλκυόνα, Αλκυών, Ειρήνη Πεζοπόρου, ενώ έχει μεταφράσει το σύνολο των έργων του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, κατά το μεγαλύτερο μέρος με τον Βασίλη Ρώτα, καθώς και του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι.

Απόσπασμα από το βιβλίο της «Από το ληστή του νόμου, κάλλιο στο ληστή του δρόμου»: «…Και μπορείτε να βγάλετε εύκολα άδεια και να χτίσετε χωρίς να φοβάστε κανέναν. Η Λουίζα μου έχει φάει τ’ αφτιά, να ιδείς μαμά τι καλός που είναι ο κ. Ρώτας , πώς μας βοηθάει, κι όταν δεν έχει δουλειά παίζει μαζί μας… Τα χάσαμε, καταθορυβηθήκαμε. Ο Ρώτας έπιασε τα δυο χέρια της κυρά Δικαίας, που δε μπορούσε πια να συγκρατήσει τα δάκρυα και της είπε: Άκουσε σε παρακαλώ. Εμείς δεν έχουμε χρήματα γι’ αγορές. Ούτε ψάχνουμε να βρούμε ευκαιρίες ν’ αγοράσουμε χτήματα κοψοχρονιά. Αν είχα θα σε δάνειζα για να το κρατήσεις να το καλλιεργείς να σου αποδίνει εισόδημα. Είναι κρίμα μεγάλο να πουλιέται η γη που μας τρέφει. Καταλάβαμε όμως πως εδώ ύπαρχε καημός που δε γιατρευότανε με λόγια στα πεταχτά και στα όρθια. Καλέσαμε την κυρά Δικαία να ‘ρθει από το σπίτι να πιούμε καφέ, προχωρήσαμε για τη θάλασσα, μα είχαμε πια χάσει κάθε διάθεση».

Και από το «Μνημόσυνο» (Αθήνα, 1961) σε κείμενα δικά της και στίχους του Βασίλη Ρώτα: «…Με χαμόγελο γιομάτο ικανοποίηση, γιομάτο λεβεντιά και περηφάνεια έδωσε το παρών στο προσκλητήριο την Πρωτομαγιά του 1944. Όλοι γύρισαν σε κείνον. Κι αυτοί που θα’ φευγαν μαζί του και κείνοι που θα’ μεναν. Όλοι ήθελαν να μείνει κι οι πρώτοι κι οι τελευταίοι και μόνο ο Ναπολέων ήθελε να’ να΄ναι με τους πρώτους. Ο Γερμανός χτηνάνθρωπος ταράχτηκε στο άκουσμα αυτού του ονόματος που το είχε ξεστομίσει το ίδιο του το στόμα. Μπροστά του, φωνάζοντας ο καθένας παρών μόλις άκουγε τ’ όνομά του, μπαίναν στη γραμμή οι Ακροναυπλιώτες, φρέσκοι, χαμογελαστοί, λαμπροφορεμένοι, λες και πήγαιναν στο πανηγύρι. Μπροστά του έχουν πάρει κιόλας τη θέση τους το ένα τρίτο των παιδιών της Ακροναυπλίας. Μια οργανωμένη αγωνιστική δύναμη, που είχε νικήσει σε μάχες πολύ πιο σκληρές, που’ χε κερδίσει τη μεγάλη μάχη της ζωής για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια κι η μάχη προς το θάνατο είταν πια κερδισμένη από τα πριν.

»Ο Γερμανός στρατοπεδάρχης, που όλες οι χτηνώδικες ενέργειες στο Χαϊδάρι για να λυγίσουν εκείνοι οι ήρωες πήγαν χαμένες, το’ ξερε καλά αυτό. Μπροστά σ’ αυτό το μεγαλείο κάτι σαν ίχνος συνείδησης άρχισε να σαλεύει μέσα στα βάθη του σκοτεινού εαυτού του, που ίσως θα’ θελε να διαμαρτυρηθεί. Κάτι σαν αντίλαλος παλιάς λησμονημένης ανθρωπιάς που του ξυπνάει το αίσθημα του θαυμασμού και που σαν φτάνει στ’ όνομα του Σουκατζίδη ξεσπάζει: «Όχι εσύ, Ναπολέων, όχι εσύ!» Εκείνη την ώρα ο Ναπολέων ανατριχιάζει, καταλαβαίνει πως περνάει την πιο κρίσιμη ώρα της ζωής του. Η ευαισθησία του δοκιμάζεται όσο ποτέ. Η τιμή του, που τόσο την διαφέντεψε ολοζωής, κιντυνεύει. Πρέπει να προλάβει πριν να ’ναι πολύ αργά, πριν ο στρατοπεδάρχης αρπάξει τυχαία κάποιον σύντροφό του άλλον και τον βάλει στη θέση του.

»Στηριζόμενος ίσα – ίσα σ’ αυτόν τον θαυμασμό του Γερμανού στρατοπεδάρχη, του λέει: «Θέλεις να μ’ αντικαταστήσεις όχι από εχτίμηση, αλλά μόνο και μόνο για να με κάνεις από Σουκατζίδη τίποτα. Μ’ αν πραγματικά μ’ εχτιμάς, η μόνη χάρη που μπορείς να μου κάμεις είναι να μ’ αφήσεις να πεθάνω σαν όλους στη θέση μου, γιατί ο συνεπής αγωνιστής δεν αλλάζει τη θέση του με τίποτε και για κανέναν λόγο, μάλιστα όταν ή θέση του αυτή είναι μπροστά στο πολυβόλο.

»Κι ο μπόγιας σκύβει το κεφάλι, συμφωνεί κι αποκαλύπτεται.

»Φεύγοντας σαν τον ήλιο που πάει να βασιλέψει, άφησε το τελευταίο του χαμόγελο πάνω στα θλιμένα πρόσωπα των συντρόφων του που έμεναν πίσω να τους ζεστάνει στην κρυάδα του θανάτου που σκόρπισε στο στρατόπεδο κείνο το πρωινό»

(ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΣΟΥΚΑΤΖΙΔΗΣ)

Εργογραφία

  • (2014) Από το ληστή του νόμου κάλλιο στο ληστή του δρόμου, Εκδόσεις Επικαιρότητα
  • (2012) Στη χάρη της την ΑΕΠΙ ανάβουμε ένα κερί, Επικαιρότητα
  • (2009) Το κακό κρατάει από μεγάλο σπίτι…, Επικαιρότητα
  • (2006) Οδοιπορώ στην πατρίδα, Επικαιρότητα
  • (2004) Οφειλή στον ελληνικό πολιτισμό, Επικαιρότητα
  • (2003) Σαν σε πηδήσει ο Κατής σε ποιον να παραπονεθείς, Επικαιρότητα
  • (2001) Όταν ο ήλιος της τραγωδίας ανάτειλε, Επικαιρότητα
  • (2000) Ο Οτσαλάν στο σπίτι μου, Επικαιρότητα
  • (2000) Υπεύθυνη δήλωση, Επικαιρότητα
  • (1998) Παροιμίες και ρήτρες από το έργο του Σαίξπηρ, Επικαιρότητα
  • (1997) Μανιάτικα μοιρολόγια, Επικαιρότητα
  • (1997) Μοιρολόγια μιας Μανιάτισσας, Επικαιρότητα
  • (1996) Από την Ελλάδα του Αριστοτέλη στην Ευρώπη του Μάαστριχτ, Επικαιρότητα
  • (1994) Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Επικαιρότητα
  • (1991) Τιμιότατο να ‘σαι Έλληνας, να ‘σαι ο Γιάννης Ρίτσος, Επικαιρότητα

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Βούλα_Δαμιανάκου

Πηγή: http://www.toperiodiko.gr

Please follow and like us:
error0

Ο Αντώνης Σαμαράκης (1919-2003)

Ο Αντώνης Σαμαράκης (Αθήνα, 16 Αυγούστου 1919 – Πύλος Μεσσηνίας, 8 Αυγούστου 2003) ήταν Έλληνας πεζογράφος της μεταπολεμικής γενιάς, το έργο του οποίου είναι διεθνούς αναγνώρισης.

 Ο συγγραφέας Αντώνης Σαμαράκης
Ο Αντώνης Σαμαράκης

Ο Βίος του Αντώνη Σαμαράκη

Ο Αντώνης Σαμαράκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1919. Μετά το απολυτήριο από το Β’ Γυμνάσιο σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής συμμετείχε στην εθνική αντίσταση. Το 1944 συνελήφθη από τους Ναζί και καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά κατάφερε να αποδράσει. Το 1963 νυμφεύτηκε την Ελένη Κουρεμπανά.

Εργάσθηκε για πολλά χρόνια στο υπουργείο Εργασίας, από όπου παραιτήθηκε το 1963. Ως εμπειρογνώμων της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας των Ηνωμένων Εθνών σε πολλές χώρες για κοινωνικά θέματα και το 1989 ανακηρύχθηκε Πρεσβευτής Καλής Θέλησης της UNICEF για τα παιδιά του κόσμου ταξίδεψε σε πολλές χώρες της Ευρώπης, της Αμερικής, της Αφρικής. Το 1989 ανακηρύχθηκε Πρεσβευτής Καλής Θέλησης της UNICEF.

Το έργο του Αντώνη Σαμαράκη

Η πρώτη του ουσιαστική εμφάνιση στον λογοτεχνικό χώρο γίνεται το 1954 με την έκδοση της συλλογής διηγημάτων Ζητείται ελπίς. Πρόκειται για έναν από τους περισσότερο μεταφρασμένους Έλληνες πεζογράφους, καθώς τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 30 γλώσσες.

Το έργο του Σαμαράκη έχει έντονο το στοιχείο της κοινωνικής καταγγελίας και αντικατοπτρίζει τις προσωπικές του ανησυχίες για το παρόν και το μέλλον της σύγχρονης κοινωνίας. Χρησιμοποίησε απλή γλώσσα και μη επιτηδευμένο ύφος και προσέγγισε τα θέματά του από μια έντονα ανθρωποκεντρική γωνία. Χαρακτηριζόταν από την αγάπη του για τους νέους. Δική του ιδέα ήταν η δημιουργία της Βουλής των Εφήβων, που οδήγησε στη διοργάνωση άτυπων συνεδριάσεων της Βουλής, όπου δίνεται ο λόγος σε νέους από όλη τη χώρα.

Μυθιστορήματα

  • Σήμα κινδύνου (1959)
  • Το λάθος (1965)
  • Εν ονόματι (1998)

Διηγήματα

  • Ζητείται ελπίς (1954)
  • Αρνούμαι (1961)
  • Το διαβατήριο (1973)
  • Η κόντρα (1992)
  • Αυτοβιογραφία 1919- (1996)
  • Γραφείον ιδεών(1962)

Βραβεία

  • Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (1962 για το Αρνούμαι)
  • Βραβείο των Δώδεκα – Έπαθλο Κώστα Ουράνη (1966 για Το λάθος)
  • Μέγα Βραβείο Αστυνομικής Λογοτεχνίας στη Γαλλία (1970 για Το λάθος)
  • Europalia (1982, για τη συνολική προσφορά του)
  • Σταυρός του Ιππότη των Γραμμάτων και των Τεχνών (1995)
  • Κρατικό Βραβείο Τεχνών και Λογοτεχνίας. (1995, Γαλλία)

Το τέλος του Αντώνη Σαμαράκη

Ο Αντώνης Σαμαράκης έφυγε από τη ζωή στις 8 Αυγούστου του 2003. Σύμφωνα με επιθυμία του, το σώμα του δωρήθηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών για έρευνες των φοιτητών της Ιατρικής.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Αντώνης_Σαμαράκης

Πηγή: https://www.psichogios.gr/site/Authors/show/822/antwnhs-samarakhs

Please follow and like us:
error0

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ἐλπίς

ΖΗΤΕΙΤΑΙ γραφομηχανή…

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ραδιογραμμόφωνον…

ΖΗΤΕΙΤΑΙ τζὶπ ἐν καλῇ καταστάσει…

ΖΗΤΕΙΤΑΙ τάπης γνήσιος περσικὸς…

Ἔβγαλε τὴν ἀτζέντα του, ἔκοψε ἕνα φύλλο κι ἔγραψε μὲ τὸ μολύβι του:

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ἐλπίς

Ὕστερα πρόσθεσε τὸ ὄνομά του καὶ τὴ διεύθυνσή του. Φώναξε τὸ γκαρσόνι. Ἤθελε νὰ πληρώσει, νὰ πάει κατευθείαν στὴν ἐφημερίδα, νὰ δώσει τὴν ἀγγελία του, νὰ παρακαλέσει, νὰ ἐπιμείνει νὰ μπεῖ ὁπωσδήποτε στὸ αὐριανὸ φύλλο…

Αντώνης Σαμαράκης

Πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/prose/antonis_samarakis_zhteitai_elpis.htm

Please follow and like us:
error0