Ο Βενιαμίν Φραγκλίνος (1706-1790)

Ο Βενιαμίν Φραγκλίνος (Benjamin Franklin, 17 Ιανουαρίου 1706 – 17 Απριλίου 1790) είναι ένας από τους εθνοπατέρες των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Αξιόλογα πολυμαθής, ο Φραγκλίνος ήταν διακεκριμένος συγγραφέας και τυπογράφος, θεωρητικός της πολιτικής, πολιτικός, επιστήμων, εφευρέτης, κοινωνικός ακτιβιστής, στρατιωτικός και διπλωμάτης. Με την ιδιότητα του επιστήμονα, αποτέλεσε σημαντική φιγούρα του Διαφωτισμού και της ιστορίας της φυσικής για τις ανακαλύψεις και τις θεωρίες του αναφορικά με τον ηλεκτρισμό.

Ο Βενιαμίν Φραγκλίνος
Ο Βενιαμίν Φραγκλίνος

Ο Βίος του Βενιαμίν Φραγκλίνου

Ο Βενιαμίν Φραγκλίνος γεννήθηκε στη Βοστώνη. Ήταν το 16ο από τα 17 παιδιά του Γιοσάια Φραγκλίνου, παρασκευαστή κεριών και σαπουνιών. Ήταν ο νεότερος γιος της οικογένειας και μάλλον ο πιο αγαπημένος. Τον ελεύθερο του χρόνο ο μικρός Φραγκλίνος τον αφιέρωνε στη μελέτη επιστημονικών και άλλων βιβλίων και στη συγγραφή σατιρικών δοκιμίων και ποιημάτων, παρά την άποψη του πατέρα του ότι «οι ποιητές ήταν πάντα ζητιάνοι».

Οι γονείς του επιθυμούσαν ο μικρός Βενιαμίν να γίνει κληρικός, όμως από πολύ νωρίς αυτός διάλεξε διαφορετικό δρόμο: Στην ηλικία των 12 ετών έγινε βοηθός στο τυπογραφείο του αδερφού του Τζέιμς. Τρία χρόνια αργότερα, ο Τζέιμς ίδρυσε την «New England Courant», την πρώτη ανεξάρτητη εφημερίδα των αποικιών. Στον Βενιαμίν δεν επιτράπηκε να γράψει στην εφημερίδα. Έτσι, αυτός χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο «Mrs. Silence Dogood» άρχισε να στέλνει γράμματα στην εφημερίδα του αδερφού του, τα οποία δημοσιεύονταν για αρκετό καιρό χωρίς να καταλάβει κανείς τον πραγματικό τους συγγραφέα. Μάλιστα το περιεχόμενό τους ήταν τέτοιο, ώστε προκάλεσαν συζήτηση στην πόλη της Βοστώνης.

Το 1723, σε ηλικία 17 ετών, ο Βενιαμίν Φραγκλίνος άφησε τη γενέτειρά του και πήγε στην Φιλαδέλφεια της Πενσυλβάνια. Αρχικά δούλεψε σε διάφορα τυπογραφεία της πόλης. Κάποια στιγμή ήρθε σε επαφή με τον Γουίλιαμ Κιθ, κυβερνήτη της πολιτείας της Πενσυλβάνια, ο οποίος έπεισε τον Φραγκλίνο να ταξιδέψει στο Λονδίνο για να αναζητήσει  τυπογραφικό εξοπλισμό και για να βελτιώσει την τέχνη του, με την υπόσχεση ότι θα τον εφοδιάσει με τις κατάλληλες συστατικές επιστολές. Ο Κιθ όμως δεν κράτησε την υπόσχεσή του, οπότε ο 18χρονος Βενιαμίν βρέθηκε στο Λονδίνο χωρίς να γνωρίζει κανέναν. Βρήκε πάλι δουλειά σε τυπογραφείο και, το σημαντικότερο, ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με την ευρωπαϊκή επιστημονική και φιλοσοφική σκέψη.

Πέντε χρόνια αργότερα ο Φραγκλίνος επέστρεψε στη Φιλαδέλφεια και κατάφερε να γίνει ανεξάρτητος εκδότης. Κατάφερε μάλιστα να πείσει τους κυβερνήτες της Φιλαδέλφεια να του αναθέσουν το σχεδιασμό και την εκτύπωση χαρτονομισμάτων. Το 1730 ίδρυσε την «Εφημερίδα της Πενσυλβάνια» (Pennsylvania Gazette), η οποία σύντομα έγινε η πλέον έγκριτη εφημερίδα της Αμερικής. Το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς ο Φραγκλίνος παντρεύτηκε την Ντέμπορα Ράιντ (Deborah Reid). Λίγα χρόνια αργότερα ο Φραγκλίνος κυκλοφόρησε ένα κείμενο με τίτλο «Προτάσεις για την Εκπαίδευση των Νέων στη Φιλαδέλφεια»,το οποίο οδήγησε στην ίδρυση του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια. Η επίσημη ημερομηνία ίδρυσης του Πανεπιστημίου τοποθετείται σήμερα στο 1740, γεγονός που το καθιστά το 4ο αρχαιότερο πανεπιστήμιο στις ΗΠΑ (μαζί με το Πρίνστον).

Για 25 χρόνια, από το 1732 μέχρι το 1757, ο Φραγκλίνος εξέδιδε το «Αλμανάκ του Φτωχού Ρίτσαρντ» (Poor Richard’s Almanac), ένα ημερολόγιο με επιστημονικές γνώσεις σε εκλαϊκευμένη μορφή και συμβουλές για την προσωπική επιτυχία του καθενός με γνώμονα τα χρηστά ήθη. Στο Αλμανάκ αυτό ο Φραγκλίνος έγραφε με το ψευδώνυμο «Ρίτσαρντ Σώντερς» (Richard Saunders). Η επιτυχία του Αλμανάκ ήταν μεγάλη. Είναι ενδεικτικό ότι η περιληπτική του έκδοση «Ο δρόμος προς την ευημερία» (The Way to Wealth) μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες.

Οι εφευρέσεις του Βενιαμίν Φραγκλίνου

Εφηύρε το αλεξικέραυνο αφού διαπίστωσε την ηλεκτρική φύση του  κεραυνού. Πρότεινε την κατασκευή πυκνωτή πολλαπλών πλακών. Ανακάλυψε την πρώτη θερμάστρα που λειτουργούσε με μεταφορά αέρα. Εφηύρε τους διεστιακούς φακούς. Δεν κατοχύρωσε καμία από τις εφευρέσεις του, γιατί θεωρούσε ότι ανήκουν στο λαό.

Ο Βενιαμίν Φραγκλίνος και η Φυσική

Εργάστηκε πάνω στον ηλεκτρισμό και πρότεινε την ιδέα του αρνητικού και θετικού ηλεκτρικού φορτίου. Εργάστηκε πάνω στη μετεωρολογία, εξηγώντας τη δημιουργία των καταιγίδων.

Ο πολιτικός Βενιαμίν Φραγκλίνος

Διετέλεσε μέλος της Επιτροπής που συνέταξε τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ. Συνολικά, η συμβολή του Φραγκλίνου στην ανεξαρτησία των Ηνωμένων Πολιτειών είναι μεγάλη. Είναι χαρακτηριστικό ότι, από τους λεγόμενους «πατέρες» του αμερικανικού έθνους, είναι ο μόνος του οποίου η υπογραφή υπάρχει και στα τέσσερα έγγραφα που σφράγισαν τη μετατροπή των τότε βρετανικών αποικιών σε νεοσύστατο κράτος: στη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας (Declaration of Independence), στη Συνθήκη με τους Γάλλους, στην Ειρηνευτική Συνθήκη με τους Άγγλους και στο πρώτο Σύνταγμα των ΗΠΑ.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Βενιαμίν_Φραγκλίνος

Please follow and like us:
error0

Ο Σπύρος Μελάς (1882-1966)

Ο Σπύρος Μελάς (13 Ιανουαρίου 1882 – 2 Απριλίου 1966) ήταν Έλληνας  δημοσιογράφος, συγγραφέας, δραματουργός, σκηνοθέτης και ιδρυτής θιάσων, εκδότης και ακαδημαϊκός. Υπήρξε μία από τις πιο παραγωγικές φυσιογνωμίες των γραμμάτων με μακρόχρονη θητεία και πολύμορφη δραστηριότητα στον πνευματικό κόσμο της εποχής του. Ωστόσο ήταν ο πρωτεργάτης που στέρησε το Νόμπελ λογοτεχνίας στον Νίκο Καζαντζάκη. 

Ο Σπύρος Μελάς
Ο Σπύρος Μελάς

Ο Βίος του Σπύρου Μελά

Ο Σπύρος Μελάς, γιος του Ιωάννη Μελά και της Πηγής Παναγοπούλου γεννήθηκε στην Ναύπακτο, στις 13 Ιανουαρίου του 1882. Τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του τα πέρασε σε διάφορες ελληνικές πόλεις, καθότι ο πατέρας του, δικαστικός στο επάγγελμα, έπαιρνε συχνά μεταθέσεις. Τελευταία κατοικία της οικογένειας ήταν στον Πειραιά. Ο Μελάς, ως το μοναδικό αγόρι της οικογένειας μετά το θάνατο του πατέρα του, αναγκάστηκε να δουλέψει για να ζήσει την οικογένεια. Έκανε διάφορες δουλειές και παράλληλα προσπαθούσε να συνεχίσει την εκπαίδευσή του. Με υποτροφία του δήμου Πειραιά, σπούδασε στην «Ιωνίδειο Πρότυπη σχολή Πειραιά» και με το τέλος των σπουδών του αποφάσισε να αποκατασταθεί επαγγελματικά στον Στρατό. Ωστόσο η στρατιωτική καριέρα δεν του πήγαινε και έτσι παραιτήθηκε σύντομα. Το 1905 γράφτηκε στη Νομική σχολή, αλλά δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του.

Παράλληλα, είχε κάνει τα πρώτα βήματα, ως δημοσιογράφος, στην εφημερίδα «Φωνή του Πειραιά». Μετά συνεργάστηκε με τις εφημερίδες «Χρονογράφος», «Ακρόπολις» και «Άστυ». Επίσης συνεργάστηκε και με πολλά λογοτεχνικά – καλλιτεχνικά περιοδικά.

Στη δημοσιογραφία φαίνεται ότι βρήκε την κλίση του, αφού παρέμεινε στο επάγγελμα ως το τέλος της ζωής του. Συνεργάστηκε από διάφορες θέσεις με όλες σχεδόν τις εφημερίδες του καιρού του. Η τελευταία του συνεργασία ήταν με την εφημερίδα «Ελευθερία» από το 1957 έως το  1966. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της ΕΣΗΕΑ ενώ λειτούργησε και την πρώτη σχολή δημοσιογραφίας στην Ελλάδα, την «Σχολή Δημοσιογραφία και Δημοσίων Σχέσεων του Ελληνοαμερικανικού Επιμορφωτικού Ινστιτούτου». Παρακολούθησε ως δημοσιογράφος όλα τα σημαντικά γεγονότα του καιρού του, υπήρξε πολιτικός αναλυτής αλλά και απεσταλμένος των εφημερίδων στον εξωτερικό, ωστόσο πιο γνωστός έμεινε για το καθημερινό χρονογράφημά του, το οποίο συνέχιζε καθημερινά μέχρι το τέλος της ζωής του.

Το πρώτο του λογοτεχνικό έργο, ήταν το μυθιστόρημα Τα μυστήρια του Πειραιώς που πρωτοδημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα «Ακρόπολις», το φθινόπωρο του 1906.

Με το θέατρο η ενάσχολησή του ήταν πολύπλευρη. Υπήρξε καθηγητής ιστορίας του θεάτρου σε διάφορες δραματικές σχολές, ιδρυτής θιάσων και επαγγελματίας σκηνοθέτης, θεατρικός κριτικός, μέλος του Εθνικού θεάτρου και βέβαια θεατρικός συγγραφέας.

Ωστόσο, μελανή κηλίδα στην ζωή του, στάθηκε η ευκολία με την οποία άλλαζε πολιτικές θέσεις και κυρίως η στήριξη της γερμανικής κατοχής. Ξεκινώντας από σοσιαλιστής στα νιάτα του, θα περάσει μετά στο στρατόπεδο των αντιβενιζελικών, των βενιζελικών ύστερα και θα υποστηρίξει το μεταξικό καθεστώς. Το αποκορύφωμα όλων είναι η στάση του στην Κατοχή όταν σε ένα άρθρο του καλεί τον Ελληνικό λαό, να συνεργαστεί ειλικρινά και ενεργητικά με τον κατακτητή. 

Πέθανε στις 2 Απριλίου του 1966 από ανεύρυσμα.

Έλαβε μια μακρά σειρά τιμητικών διακρίσεων, με σημαντικότερα τον Πολεμικό Σταυρό και τον ανώτερο Ταξιάρχη του Τάγματος του Γεωργίου.

Τα θεατρικά έργα του Σπύρου Μελά

  • 1906 Η θυσία
  • 1907 Ο γιος του ίσκιου
  • 1908 Το κόκκινο πουκάμισο
  • 1909 Το χαλασμένο σπίτι
  • 1913 Το άσπρο και το μαύρο
  • 1917 Λίνα
  • 1919 Η φλόγα
  • 1920 Το κελεπούρι
  • 1924 Μια νύχτα μια ζωή
  • 1934 Ιούδας
  • 1935 Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται
  • 1936 Ο Ρουμπής, η Κουμπή και τα κουμπιά
  • 1937 Παπαφλέσσας
  • 1941 Πίσω στη γη
  • 1942 Αργυροί γάμοι
  • 1942 Η μέθοδος των τριών
  • 1943 Έρωτα, μαστροχαλαστή
  • 1943 Βουβές αγάπες
  • 1944 Θύελλα
  • 1953 Ο βασιλιάς και ο σκύλος
  • 1958 Πούλμαν για το Τέξας
  • 1962 Ρήγας Βελεστινλής

Τα μυθιστορήματα του Σπύρου Μελά

  • 1906 Τα μυστήρια του Πειραιώς
  • 1907 Οι μαύροι άνθρωποι του Πειραιώς
  • 1907 Η γεροντοκόρη
  • 1920 Φτωχά μου όνειρα
  • 1934 Ο Ιούδας
  • 1935 Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται 
  • 1941 Πίσω στη γη
  • 1944 Τα νιάτα
  • 1953 Στα νύχια της μοίρας, ή Η χαράδρα του Φαράν 

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Σπύρος-Μελάς

Please follow and like us:
error0

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851-1911)

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Σκιάθος, 4 Μαρτίου 1851 – Σκιάθος, 3 Ιανουαρίου 1911) είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες, γνωστός και ως «ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων», «η κορυφή των κορυφών» κατά τον Κ. Π. Καβάφη. Έγραψε κυρίως  διηγήματα, τα οποία κατέχουν περίοπτη θέση στη νεοελληνική λογοτεχνία.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Ο Βίος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Ἐγεννήθην ἐν Σκιάθῳ, τῇ 4 Μαρτίου 1851. Ἐβγήκα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τὰ 1863, ἀλλὰ μόνον τῷ 1867 ἐστάλην εἰς τὸ Γυμνάσιον Χαλκίδος, ὅπου ἤκουσα τὴν Α΄ καὶ Β΄ τάξιν. Τὴν Γ΄ ἐμαθήτευσα εἰς Πειραιᾶ, εἴτα διέκοψα τὰς σπουδάς μου καὶ ἔμεινα εἰς τὴν πατρίδα. Κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1872 ὑπῆγα εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος χάριν προσκυνήσεως, ὅπου ἔμεινα ὀλίγους μῆνας. Τῷ 1873 ἦλθα εἰς Ἀθήνας καὶ ἐφοίτησα εἰς τὴν Δ΄ τοῦ Βαρβακείου. Τῷ 1874 ἐνεγράφην εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν, ὅπου ἤκουα κατ’ ἐκλογὴν ὀλίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ἰδίαν δὲ ἠσχολούμην εἰς τὰ ξένας γλώσσας. Μικρὸς ἐζωγράφιζα Ἁγίους, εἶτα ἔγραφα στίχους, καὶ ἐδοκίμαζα νὰ συντάξω κωμῳδίας. Τῷ 1868 ἐπεχείρησα νὰ γράψω μυθιστόρημα. Τῷ 1879 ἐδημοσιεύθη Ἡ Μετανάστις ἔργον μου εἰς τὸ περιοδικὸν Σωτῆρα. Τῷ 1882 ἐδημοσιεύθη Οἱ ἔμποροι τῶν Ἐθνῶν εἰς τὸ Μὴ χάνεσαι. Ἀργότερα ἔγραψα περὶ τὰ ἑκατὸν διηγήματα, δημοσιευθέντα εἰς διάφορα περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδας.

Αυτά μας πληροφορεί ο ίδιος ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης σε ένα σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα. Το σημείωμα αυτό όμως αναφέρεται μόνο σε ημερομηνίες και σε γεγονότα – σταθμούς για τον ίδιο. Κρίνεται λοιπόν αναγκαία μια λεπτομερής αναφορά στη ζωή του μεγάλου αυτού διηγηματογράφου.

Η οικογένεια του Παπαδιαμάντη είχε βγάλει πολλούς παπάδες. Παπάς ήταν και ο πατέρας του. Τότε οι παπάδες θεωρούνταν – και ήταν – από τους πιο μορφωμένους ανθρώπους. Η παράδοση λοιπόν της οικογένειας του και η θέση του πατέρα του, του άνοιγαν πολλούς δρόμους μόρφωσης και ανάδειξης. Και πραγματικά ο Παπαδιαμάντης ήταν άριστος μαθητής. μόνο στα μαθηματικά δεν είχε καλή επίδοση.

Το θρησκευτικό περιβάλλον της οικογένειας του, και ιδιαίτερα του σπιτιού του τον επηρέασε βαθύτατα. Γιαυτό όταν πήγε στο Άγιο Όρος σκεφτόταν να γίνει καλόγερος. Τελικά όμως δεν το αποφάσισε. Έτσι επέστρεψε στην Σκιάθο., για να αποφασίσει τελικά να εγκατασταθεί στην Αθήνα. Από δω και πέρα η ζωή του μοιραζόταν ανάμεσα στη Σκιάθο και την Αθήνα.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στην Αθήνα

Όταν ήρθε στην πρωτεύουσα, άρχισε να ασχολείται με τη δημοσιογραφία, ενώ παράλληλα γράφτηκε και στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου. Η οικονομική του κατάσταση όμως ήταν άθλια. Ποτέ δεν σκεφτόταν τον εαυτό του ή την εμφάνιση του. Όσοι τον έβλεπαν τον λυπούνταν.

Αυτός αδιάφορος για όσα γίνονταν γύρω του, έβρισκε ψυχική διέξοδο σε μακρινούς, ατελείωτους περιπάτους. ήταν ένας αθεράπευτος φυσιολάτρης. Πολλούς φίλους δεν είχε, ενώ η ζωή του ήταν μοναχική. Ποτέ του όμως δεν ζήλεψε την αριστοκρατική ζωή των πρωτευουσιάνων.

Ωστόσο η οικτρή οικονομική του κατάσταση δεν του επέτρεψε να πάρει το δίπλωμα του. Σε αυτό φταίει και ο ίδιος, γιατί όταν είχε χρήματα, τα σπαταλούσε ασυλλόγιστα. Αρκετές φορές μάλιστα δεν είχε ούτε κρεβάτι να κοιμηθεί. Είχε όμως τα όπλα του: ένα μπαούλο με βιβλία και ένα κερί. όταν δεν διάβαζε, έγραφε και όταν δεν έγραφε, διάβαζε.

Όποτε βαριόταν το περιβάλλον και τη μιζέρια της πρωτεύουσας, πήγαινε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την αγαπημένη του Σκιάθο. Εκεί καθόταν για λίγο καιρό, έγραφε, ξεκουραζόταν κι επέστρεφε πάλι στην Αθήνα. Ανανεωμένος πλέον, ριχνόταν ξανά στη δημοσιογραφία, καθώς και σε μεταφράσεις διαφόρων έργων.

Τα τελευταία χρόνια του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Ο καιρός όμως περνούσε. Και αυτό φαινόταν καθαρά στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Είχε καταβληθεί από την εντατική δουλειά, από τ ξενύχτι και το ποτό. Τώρα δε μπορούσε να δουλέψει όπως πριν. Έτσι μειώθηκαν τα έσοδα του, σε σημείο μάλιστα που να μην μπορεί να συντηρηθεί.

Δυο ταξίδια που έκανε στη Σκιάθο με την ελπίδα να ξαναβρεί τις δυνάμεις και την υγεία του, δεν έφεραν αποτέλεσμα. Κι αυτό γιατί αναγκαζόταν να επιστέψει στην Αθήνα και να δουλέψει. Στην επιστροφή ήταν λιγότερο εξαντλημένος αλλά περισσότερο δύσθυμος.

Τελικά υποχρεώθηκε να αλλάξει σπίτι για να σώσει την υγεία του. Διάφορα αλλεπάλληλα χτυπήματα όμως του πίκραναν πολύ τη ζωή και τον έκαναν περισσότερο μελαγχολικό και κλεισμένο στον εαυτό του. Συγκεκριμένα πέθανε ο αδελφός του, που ζούσε στο Βόλο και ύστερα οι γονείς του. Ενώ οι δύο αδελφές του έμειναν μόνες τους στο νησί.

Ωστόσο, παρ΄όλη τη φτώχεια και την αρρώστια του., ο Παπαδιαμάντης ούτε ζητούσε ούτε δεχόταν βοήθεια από κανέναν. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να επιστρέψει στο νησί του. Και όταν η επιθυμία του αυτή πραγματοποιήθηκε, κατάφερε να ξαναβρεί τις δυνάμεις του, παρ΄όλο που ζούσε με τις αδελφές του στερούμενος πολλά πράγματα.

Τώρα το μοναδικό του όνειρο ήταν να επιστρέψει στην Αθήνα για να αρχίσει την έκδοση των έργων του. Το όνειρο του όμως αυτό δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Το Δεκέμβριο του 1910 έπεσε στο κρεβάτι από γρίπη, που τελικά εξελίχθηκε σε βρογχοπνευμονία. Εξαντλημένος καθώς ήταν και από την αρτηριοσκλήρωση δεν κατάφερε να αντέξει. Έτσι στις 3 Ιανουαρίου του 1911 άφησε την τελευταία του πνοή ψάλλοντας.

Please follow and like us:
error0

Ο Βοκάκιος (1313-1375)

Ο Βοκάκιος (Giovanni Boccaccio, μεταξύ Ιουνίου και Ιουλίου 1313 – 21 Δεκεμβρίου 1375) ήταν Ιταλός συγγραφέας, ο μεγαλύτερος από τους μαθητές του φημισμένου Πετράρχη. Θεωρείται σημαντικός  Ανθρωπιστής της Αναγέννησης και υπήρξε συγγραφέας ενός αξιοσημείωτου αριθμού έργων, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται το Δεκαήμερον και το Περί Διασήμων Γυναικών. Οι χαρακτήρες του Βοκάκιου διακρίνονται για τον ρεαλισμό, την έμπνευση, την εξυπνάδα και την προσγείωσή τους στην πραγματικότητα της εποχής τους (αντίθετα με χαρακτήρες συγχρόνων του συγγραφέων, που συνδέονταν περισσότερο με τις  μεσαιωνικές αξίες της Ιπποσύνης, της Ευσέβειας και της Ταπεινότητας).

Ο Βοκάκιος
Ο Βοκάκιος

Ο Βίος του Βοκάκιου

Ο Βοκάκιος γεννήθηκε πιθανότατα στη Φλωρεντία και ήταν νόθος γιος του Μποκκάτσιο ντι Κελλίνο (Boccaccio di Chellino), πλούσιου έμπορου, και μιας άγνωστης κοπέλας ταπεινής καταγωγής. Ο πατέρας του τον αναγνώρισε ως γιο του και τον πήρε το 1327 στην Νάπολη, όπου ασχολείτο με το εμπόριο. Ο Βοκάκιος, όμως, που δε συμπάθησε το εμπόριο και τις αναγκαστικές σπουδές στο Εκκλησιαστικό Δίκαιο, από το 1334 ξεκίνησε να δημοσιεύει έργα του. Σε μια οικονομική κρίση το 1340, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Φλωρεντία, όπου το 1350 γνώρισε τον Πετράρχη, και τελείωσε το γνωστότερο έργο του το Δεκαήμερο. Πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του ακολουθώντας τις μετακινήσεις του Πετράρχη, με ανθρωπιστικές μελέτες και συγγράφοντας. Πέθανε μετά από μακροχρόνια ασθένεια ένα χρόνο μετά τον Πετράρχη, το 1375.

Ο Βοκάκιος έγραψε

  • Amorosa visione (Ερωτικά οράματα) (1342)
  • Buccolicum carmen (Βουκολικό άσμα) (1367-69)
  • Caccia di Diana (Το κυνήγι της Άρτεμης, 1334-37)
  • Comedia delle ninfe fiorentine (Κωμωδία των Φλωρεντινών Νυμφών) (Amato, 1341-42)
  • Corbaccio (περί το 1365, η ημερομηνία αμφισβητείται)
  • De mulieribus claris (Περί διασήμων γυναικών, 1361, αλλεπάλληλες εκδόσεις έως το 1375)
  • Decameron (Δεκαήμερον) (1349-52, ανανεωμένη έκδοση 1370-71) ― ελλην. μετάφρ. Νίκος Σαρλής,
  • Elegia di Madonna Fiammetta (Ελεγεία της Μαντόνα Φιαμμέττα) (1343-44)
  • Esposizioni sopra la Comedia di Dante (Γνώμες για την [Θεία] Κωμωδία του Δάντη, 1373-74)
  • Filocolo (1336-39)
  • Filostrato (1335 or 1340)
  • Genealogia deorum gentilium libri (Βιβλία γενεαλογίας εθνικών θεών) (1360, ανανεωμένη έκδοση 1374)
  • Ninfale fiesolano (1344-46, η ημερομηνία αμφισβητείται)
  • Rime (Ρίμες) (ολοκληρώθηκε το 1374)
  • Teseida delle nozze di Emilia (πριν το 1341)
  • Trattatello in laude di Dante (1357, αλλαγή τίτλου De origine vita studiis et moribus viri clarissimi Dantis Aligerii florentini poetae illustris et de operibus compositis ab eodem)
  • Zibaldone Magliabechiano (περ. 1351-56)

https://el.wikipedia.org/wiki/Βοκάκιος

Please follow and like us:
error0

Ο Δημήτρης Σαραντάκος (1929-2011)

Ο Δημήτρης Σαραντάκος (8 Ιανουαρίου 1929 – 17 Δεκεμβρίου 2011) από τη Μυτιλήνη ήταν Έλληνας χημικός μηχανικός και συγγραφέας.

Ο Δημήτρης Σαραντάκος
Ο Δημήτρης Σαραντάκος

Ο Βίος του Δημήτρη Σαραντάκου

Ο Δημήτρης Σαραντάκος (1929-2011) γεννήθηκε στη Μυτιλήνη και πέθανε στην Αθήνα, γιος του Νικολάου (1903-1977) από τη Μάνη, βασικού συνεργάτη της εγκυκλοπαίδειας «Ήλιος» στην τελευταία της περίοδο, και της ποιήτριας Ελένης Μυρογιάννη (1907-1987).

Αποφοίτησε από τη σχολή Χημικών Μηχανικών του Ε.Μ.Π. Έζησε και εργάστηκε στην Αθήνα ως το 1989 ως ελεύθερος επαγγελματίας στη βιομηχανία και τον τουρισμό, και συνταξιοδοτήθηκε τελικά από την Αγροτική Τράπεζα. Από τότε άρχισε να εκδίδει τη σατιρική εφημερίδα -μετά περιοδικό- το Φιστίκι στην Αίγινα, που από το 2009 μετατράπηκε σε ιστολόγιο με το ίδιο όνομα. Το μπλογκ διατηρείται σήμερα, δημοσιεύοντας κυρίως ακυκλοφόρητα κείμενα του Δημήτρη Σαραντάκου.

Σύζυγός του ήταν η ποιήτρια Κική Σαραντάκου με την οποία απέκτησαν έναν γιο, τον συγγραφέα Νίκο Σαραντάκο.

Το συγγραφικό έργο του Δημήτρη Σαραντάκου

Εγχειρίδια

  1. «Στοιχεία Χημείας», φροντιστηριακό βοήθημα, έκδοση της σχολής “Αναξαγόρας”του Νίκου Κατσικάρου όπου δίδασκε τότε ο Δ.Σ.
  2. «Στεγανώσεις και στεγανωτικά υλικά» (1964), τεχνικό, επαγγελματικό εγχειρίδιο.

Διηγήματα, μυθιστορήματα, χρονικά και άλλα

  1. «Χαράλαμπος Κανόνης – η ζωή και ο θάνατος ενός ανθρώπου» (1987), χρονικό.
  2. «Απάντηση σε πέντε ερωτήματα» (1991), πολιτικό δοκίμιο.
  3. «Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης» (1996), βιογραφικό.
  4. «Οι εσταυρωμένοι σωτήρες» (1999), ιστορικό μυθιστόρημα.
  5. «Τα Έπη των Αριμασπών» (2004), μυθιστόρημα.
  6. «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο» (2006), διηγήματα.
  7. «Οι Αρχαίοι είχαν την πλάκα τους» (2008), διηγήματα.
  8. «Μαθητές και Δάσκαλοι» (2008), χρονικό.
  9. «Τι μας έμαθαν επιτέλους οι αρχαίοι Έλληνες;» (2010), δοκίμιο
  10. «Η αποκρουστέα μυθολογία- Δοκίμια (ενοχλητικά)», (2011), δοκίμιο
  11. «Σχίζοντας τις γραμμές των οριζόντων» (2011), δοκίμιο
  12. «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» (2012), νουβέλες
  13. «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια» (2018), αυτοβιογραφικό αφήγημα

Περιοδικό «το Φιστίκι»

  • 1989 ως 2001: μηνιαία εφημερίδα
  • 2001 ως 2007: διμηνιαίο περιοδικό
  • 2007 ως 2009: εξαμηνιαία επιθεώρηση
  • 2009 ως σήμερα: ιστολόγιο με το ίδιο όνομα
  • Το 1978 εξέδωσε, μαζί με την μητέρα και την γυναίκα του, μία συλλογή με επιλεγμένα ποιήματα του πατέρα του, με τίτλο «Της Κατοχής και του Στρατόπεδου».

https://el.wikipedia.org/wiki/Δημήτρης_Σαραντάκος

Please follow and like us:
error0

Η Άλκη Ζέη

Η Άλκη Ζέη (Αθήνα, 15 Δεκεμβρίου 1923 ή 1925) είναι Ελληνίδα συγγραφέας και πεζογράφος. Έχει βραβευθεί για το έργο της από την Ακαδημία Αθηνών, ενώ βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε 20 γλώσσες.

Η Άλκη Ζέη
Η Άλκη Ζέη

Ο Βίος της Άλκης Ζέη

Τα παιδικά και εφηβικά χρόνια

Η Άλκη Ζέη γεννήθηκε στην Αθήνα. Ο πατέρας της, Ζήνων Ζέης, ήταν τραπεζικός υπάλληλος, μεγαλωμένος στην Κρήτη, αλλά με καταγωγή από την Άνδρο και η μητέρα της, Έλλη, ήταν από τη Σάμο και είχε περάσει τα παιδικά της χρόνια στη Σμύρνη. Η Άλκη Ζέη έζησε ως παιδί στη Σάμο, μαζί με τη μεγαλύτερή της αδελφή, ενόσω η μητέρα της ανάρρωνε από φυματίωση σε σανατόριο στην Πάρνηθα. Επιστρέφοντας στην Αθήνα οικογενειακώς το 1937, φοίτησε αρχικά στην ιδιωτική Ιόνιο Σχολή, όπου γνώρισε τη φίλη της και μετέπειτα συγγραφέα Ζωρζ Σαρή, αλλά τα τελευταία τρία χρόνια του γυμνασίου πήγε στην επίσης ιδιωτική Σχολή Αηδονοπούλου. Εκείνη την περίοδο ο θείος της, Πλάτων Σωτηρίου (αδελφός της μητέρας της), παντρεύτηκε τη γνωστή συγγραφέα Διδώ Σωτηρίου, η οποία βοήθησε την Άλκη Ζέη να ασχοληθεί με τη συγγραφή. Ενώ ήταν μαθήτρια στη Σχολή Αηδονοπούλου συμμετείχε στον όμιλο κουκλοθεάτρου της σχολής της που διεύθυνε η καθηγήτρια τέχνης Ελένη Περράκη-Θεοχάρη. Τότε ξεκίνησε να γράφει έργα για κουκλοθέατρο και ένας από τους χαρακτήρες που δημιούργησε, ο Κλούβιος, έγινε μετέπειτα ένας από τους κυριότερους ήρωες του κουκλοθεάτρου Αθηνών «Μπάρμπα Μυτούσης» που ίδρυσε η Περράκη-Θεοχάρη. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών και στο Κινηματογραφικό Ινστιτούτο της Μόσχας.

Η Άλκη Ζέη στην εξορία

Κατά την περίοδο της κατοχής έχει δηλώσει πως είχε ενταχθεί στην ΕΠΟΝ, παρακινούμενη από τη Σωτηρίου. Παράλληλα σπούδασε φιλοσοφία του θεάτρου στην Φιλοσοφική του πανεπιστημίου των Αθηνών και υποκριτική στη δραματική σχολή του Εθνικού Ωδείου Αθηνών. Ενώ φοιτούσε στη δραματική σχολή το 1943 γνώρισε τον μελλοντικό της σύζυγο, το θεατρικό συγγραφέα Γιώργο Σεβαστίκογλου (1913-1990), με τον οποίο παντρεύτηκε το 1945. Το 1948, ύστερα από την ήττα του ΔΣΕ στον εμφύλιο ο αριστερός σύζυγος της διέφυγε στην Τασκένδη.

Η Ζέη προσπάθησε να τον ακολουθήσει αλλά την συνέλαβαν και την εξόρισαν στη Χίο λόγω των πολιτικών της πεποιθήσεων. Ύστερα από προσπάθειες έξι ετών, το 1954 επανασυνδέθηκε με τον σύζυγο της στην Τασκένδη. Απέκτησαν δυο παιδιά,την Ειρήνη (1956-) και τον Πέτρο (1959-). Το 1957 μετακόμισαν στη Μόσχα, όπου σπούδασε και στο τμήμα σεναριογραφίας του Ινστιτούτου Κινηματογράφου της Μόσχας. Το 1964 επέστρεψε στην Ελλάδα για να ξαναφύγει πάλι το 1967, με τον ερχομό της Χούντας — αυτή τη φορά για το Παρίσι — και να επιστρέψει οριστικά όταν πέσει η απριλιανή δικτατορία.

Το συγγραφικό έργο της Άλκης Ζέη

Η σχέση της με το γράψιμο ξεκίνησε από τα γυμνασιακά της χρόνια, γράφοντας έργα για το κουκλοθέατρο, διηγήματα και νουβέλες, που δημοσιεύονταν σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.

Ο καθαρός τρόπος γραφής της, η γλωσσική αρτιότητα, η κριτική στάση απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις, το χιούμορ και η διεισδυτική ματιά στα γεγονότα, είναι τα χαρακτηριστικά των έργων της Άλκης Ζέη που το έχουν κάνει να αγαπηθεί από το ελληνικό και το ξένο αναγνωστικό κοινό.  Η αρραβωνιαστικιά του ΑχιλλέαΤο καπλάνι της βιτρίνας και Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου, συμπεριλαμβάνονται στα διαχρονικά ευπώλητα βιβλία (μπεστ σέλλερ) της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.

Εκτός από την Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα, τα βιβλία της απευθύνονται κυρίως στα παιδιά και τους εφήβους, πάντα όμως διαβάζονται με μεγάλη ευχαρίστηση και από τους ενήλικες. Εμπνέονται από προσωπικές της εμπειρίες υφαίνοντας την υπόθεσή τους παράλληλα με ιστορικά γεγονότα.  Τα θέματα που πραγματεύονται είναι καθημερινά και πανανθρώπινα.

Το Καπλάνι της βιτρίνας, το πρώτο της μυθιστόρημα, υπήρξε έργο – σταθμός για την ελληνική παιδική λογοτεχνία και θεωρείται πλέον ένα κλασικό έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας για παιδιά, με συνεχείς επανεκδόσεις από το 1963 που πρωτοκυκλοφόρησε στην Ελλάδα και πολλές μεταφράσεις και διακρίσεις στο εξωτερικό.  Η Άλκη Ζέη αποτελεί πρέσβειρα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό, καθώς το σύνολο του έργου της είναι μεταφρασμένο και κυκλοφορεί σε πολλές χώρες ανά τον κόσμο. Η ίδια έχει επίσης μεταφράσει από τα γαλλικά, τα ιταλικά και τα ρωσικά αρκετά βιβλία, ανάμεσα στα οποία έργα των Τζιάννι Ροντάρι και Βέρα Πανόβα.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στην ΕΣΣΔ συνέχισε το γράψιμο και μια σειρά παιδικών διηγημάτων της δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό για τους νέους Νεανική Φωνή, που είχε ως συντακτική επιτροπή τον Μάριο Πλωρίτη, τον Τάσο Λιγνάδη και τον Κωστή Σκαλιώρα. Το πρώτο της μυθιστόρημα, το αυτοβιογραφικό Το καπλάνι της βιτρίνας, γράφτηκε το 1963 ενώ ήταν στη Μόσχα. Αποτελεί έργο σταθμό στην ελληνική παιδική λογοτεχνία, όντας το πρώτο ίσως παιδικό βιβλίο με πολιτικές αναφορές, πιο συγκεκριμένα στη δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά.

Το 1971 ενώ ήταν εξόριστη στο Παρίσι έγραψε τον Μεγάλο περίπατο του Πέτρου, αυτή τη φορά με θέμα την Κατοχή και την απελευθέρωση. Το σημαντικό στα ιστορικά της μυθιστορήματα είναι ότι δεν αποτελούν μια απλή καταγραφή ιστορικών γεγονότων αλλά είναι ζυμωμένα με τα αυτοβιογραφικά βιώματα των ηρώων της.

Μαζί με τη Ζωρζ Σαρή, με την οποία γνωρίζονταν από τα σχολικά τους χρόνια, καθιέρωσε ένα νέο στυλ στο νεανικό μυθιστόρημα, τόσο από την άποψη του ζωντανού, αυτοβιογραφικού ύφους όσο και της εισαγωγής του πολιτικού, κοινωνικού και ιστορικού στοιχείου στο είδος. Το εφηβικό μυθιστόρημα Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της κέρδισε το 2003 το βραβείο εφηβικού μυθιστορήματος του Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου (ελληνικό τμήμα της IBBY), ενώ το 2004 η Ζέη ήταν υποψήφια για το βραβείο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και το βραβείο Άστριντ Λίντγκρεν λογοτεχνίας. Το Βραβείο Mildred L. Batchelder της απονεμήθηκε για τις εκδόσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες των έργων της Το καπλάνι της βιτρίναςΟ μεγάλος περίπατος του Πέτρου και Κοντά στις ράγες. Συνολικά τα έργα της Ζέη έχουν μεταφραστεί σε 20 γλώσσες.

Το 2010 τιμήθηκε με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου της και το 2014 αναγορεύτηκε σε επίτιμη διδάκτορα του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, για να τιμηθεί με τον τρόπο αυτό η προσφορά και το έργο της στην παιδική λογοτεχνία. Το 2015 αναγορεύτηκε επίτιμη διδάκτωρ Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Πατρών.

Η Άλκη Ζέη μυθιστορεί

  • Το καπλάνι της βιτρίνας διήγημα (1963)
  • Κοντά στις ράγες παιδικό μυθιστόρημα (1966)
  • Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου μυθιστόρημα (1971)
  • Αρβυλάκια και γόβες παιδικό μυθιστόρημα(1975)
  • Ο θείος Πλάτων μυθιστόρημα(1975)
  • Κοντά στις ράγες διήγημα (1977)
  • Μια Κυριακή του Απρίλη διήγημα (1978)
  • Τα παπούτσια του Αννίβα μυθιστόρημα (1979)
  • Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα (για ενηλίκους) διήγημα (1987)
  • Η μωβ ομπρέλα μυθιστόρημα (1989)
  • Η Αλίκη στη χώρα των μαρμάρων παιδικό μυθιστόρημα (1990)
  • Ό Ψεύτης Παππούς παιδικό διήγημα (1992)
  • Ματίας παιδικό διήγημα [Ά Κρατικό βραβείο παιδικής λογοτεχνίας το 2001](1993)
  • Σπανιόλικα Παπούτσια διήγημα (1994)
  • Γατοκουβέντες παιδικό μυθιστόρημα (1996)
  • Η δωδέκατη γιαγιά και άλλα.. παιδικό μυθιστόρημα (1998)
  • Νεανική Φωνή Ο τιμωρός μυθιστόρημα (1999)
  • Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της παιδικό μυθιστόρημα (2002)
  • Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο (2013)
  • Πόσο θα ζήσεις ακόμα, γιαγιά; (2017)
  • Ένα παιδί από το πουθενά (2019)

Βραβεία και διακρίσεις για την Άλκη Ζέη

  • Ταξιάρχης του Τάγματος των Τεχνών και των Γραμμάτων της Γαλλικής Δημοκρατίας (Commandeur de l’Ordre des Arts et des Lettres)
  • Χρυσός Σταυρός του Τάγματος της Τιμής της Ελληνικής Δημοκρατίας

http://www.alkizei.com/

https://el.wikipedia.org/wiki/Άλκη_Ζέη

Please follow and like us:
error0

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος (1867-1951)

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος (9 Δεκεμβρίου 1867 − 14 Ιανουαρίου 1951) ήταν Ζακυνθινός μυθιστοριογράφος, δημοσιογράφος και συγγραφέας θεατρικών έργων. Διετέλεσε αρχισυντάκτης στο θρυλικό πια περιοδικό Η Διάπλασις των Παίδων κατά την περίοδο 1896 – 1948. Κατά την αρχισυνταξία του Ξενόπουλου στο περιοδικό ήταν και ο βασικός του συντάκτης. Είναι χαρακτηριστική η υπογραφή του Σας ασπάζομαι, Φαίδων, που χρησιμοποιούσε στις επιστολές που υποτίθεται έστελνε στο περιοδικό. Ήταν ο ιδρυτής και εκδότης του περιοδικού Νέα Εστία, το οποίο εκδίδεται ακόμα και σήμερα. Το 1931 έγινε ακαδημαϊκός. Μαζί με τους Παλαμά, Σικελιανό και Καζαντζάκη ίδρυσε την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, της οποίας ήταν και πρώτος πρόεδρος (1934-37).

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος
Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος

Ο Βίος του Γρηγορίου Ξενόπουλου

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 9 Δεκεμβρίου 1867. Ο πατέρας του, Διονύσιος, καταγόταν από τη Ζάκυνθο, με απώτατες ρίζες από την Πελοπόννησο: οι Ξυνήδες ή Ξυνόπουλοι είχαν εγκατασταθεί στη βενετοκρατούμενη Ζάκυνθο τον 16ο αιώνα . Η μητέρα του Ευθαλία από την Πόλη με απώτατες ρίζες από την Καισάρεια. Ο πατέρας του είχε πάει αρχικά στην Αθήνα όπου στα χρόνια του Όθωνα κατατάχθηκε στο ιππικό και «ανδραγάθησε στην καταδίωξη της ληστείας». Όμως επειδή θεώρησε πως αδικήθηκε στις κρίσεις και τις προαγωγές — είχε φτάσει μέχρι το βαθμό του υπίλαρχου— έφυγε για την Κωνσταντινούπολη όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο. Η μητέρα του Ευθαλία ήταν μία από τις αδελφές ενός φίλου του πατέρα του Διονύσιου, του Νικόλαου Θωμά, φαρμακοποιού του Φαναρίου και μυρεψού του Πατριαρχείου, με τη μεσολάβηση του οποίου και έγινε ο γάμος των δύο. Η μητέρα του είχε Φαναριώτική καταγωγή και ήταν αδελφή του μητροπολίτη Χαλκηδόνας Καλλίνικου. Έντεκα μήνες μετά τη γέννησή του μετέβη στη Ζάκυνθο. Ο Ξενόπουλος είχε άλλα πέντε αδέλφια: τη Μαρία-Αναστασία που πέθανε μωρό, την Όλγα, τον Στέφανο, την Αικατερίνη (πέθανε το 1934) και τη Χαρίκλεια, η οποία ασχολήθηκε με τη ζωγραφική και πέθανε το 1973. Ο Ξενόπουλος συντηρούσε οικονομικά μέχρι το θάνατό της τη μητέρα του και μετά με τη διαθήκη του μερίμνησε για την αδελφή του Χαρίκλεια. Ο Γρηγόριος έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στη Ζάκυνθο, μέχρι το 1883, όταν γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών για να σπουδάσει Φυσικομαθηματικά, μετά από προτροπή του φίλου του Νικολάου Μοτσενίγου (αδερφού του συμμαθητή του Ξενόπουλου Σωτηρίου Μοτσενίγου), ο οποίος σπούδαζε ήδη φυσικομαθηματικός στην Αθήνα. Τις σπουδές του δεν τις ολοκλήρωσε ποτέ: από το πρώτο ήδη έτος είχε αρχίσει την ενασχόληση με τη λογοτεχνία, η οποία ήταν και η μοναδική πηγή εσόδων του.

Από το 1892 εγκαταστάθηκε μόνιμα πλέον στην Αθήνα και το 1894 νυμφεύθηκε την Ευφροσύνη Διογενίδη. Το ζευγάρι χώρισε ενάμιση χρόνο μετά, ενώ είχαν ήδη αποκτήσει μια κόρη και ο συγγραφέας νυμφεύθηκε ξανά το 1901 τη Χριστίνα Κανελλοπούλου, με την οποία απέκτησε άλλες δύο κόρες.

Συνεργάστηκε με πλήθος εφημερίδων και περιοδικών στις οποίες δημοσίευε μελέτες, άρθρα, διηγήματα και μυθιστορήματα. Το 1894 ανέλαβε τη διεύθυνση της Εικονογραφημένης Εστίας, το 1896 έγινε αρχισυντάκτης του περιοδικού Η Διάπλασις των Παίδων, του οποίου ήταν και συνδρομητής κατά τα παιδικά του χρόνια. Από το 1901 ως το 1912 δημοσίευε στο περιοδικό Παναθήναια λογοτεχνικά έργα και μελέτες και από το 1912 άρχισε να συνεργάζεται με την εφημερίδα Έθνος  γράφοντας μυθιστορήματα σε συνέχειες. Το 1927 ίδρυσε το περιοδικό  Νέα Εστία, του οποίου ήταν διευθυντής ως το 1934. To 1939 έγινε μέλος της πρώτης επιτροπής Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων.

Κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο του 1940 ο Γρηγόριος Ξενόπουλος μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους Διανοούμενους ολόκληρου του Κόσμου με την οποία αφενός μεν καυτηριαζόταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.

Στη Κατοχή συμμετείχε στην ελληνόφωνη ιταλική εφημερίδα Κουαδρίβιο  που προήγαγε την συνεργασία με τους Ιταλούς.

Πέθανε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 1951 και κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη.

Το πεζογραφικό έργο του Γρηγορίου Ξενόπουλου

Ο Ξενόπουλος ήταν πολυγραφότατος συγγραφέας. Έγραψε πάνω από 80 μυθιστορήματα και πλήθος διηγημάτων. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1888 με το μυθιστόρημα Ο ανθρωπος του κόσμου. Αυτό και το επόμενο μυθιστόρημά του, Νικόλας Σιγαλός (1890), «αθηναϊκά» μυθιστορήματα, ήταν αποτυχημένα. Έπειτα στράφηκε στην έμπνευση από την πατρίδα του και έγραψε κάποια από τα καλύτερά του έργα, Μαργαρίτα Στέφα (1893), Κόκκινος βράχος (1905). Ακολούθησαν έργα «αθηναϊκά», τα σημαντικότερα από τα οποία είναι Ο πόλεμος (1914) και Οι μυστικοί αρραβώνες (1915) και το «ζακυνθινό» Λάουρα (1915), επίσης ένα από τα καλύτερά του. Η πιο φιλόδοξη συγγραφική του απόπειρα ήταν η κοινωνική τριλογία Πλούσιοι και φτωχοί (1919), Τίμιοι και άτιμοι (1921), Τυχεροί και άτυχοι (1924). Τα δύο πρώτα αναγνωρίζονται ως τα καλύτερα και πιο ώριμα έργα του. Άλλα αξιόλογα έργα του που ακολούθησαν είναι τα: Αναδυομένη  (1925), Ισαβέλλα  (1923), Τερέζα Βάρμα-Δακόστα (1925).

Τα έργα του διαδραματίζονται στην Αθήνα και τη Ζάκυνθο. Θεωρείται ο εισηγητής του «αστικού μυθιστορήματος», δηλαδή του μυθιστορήματος που διαδραματίζεται στα αστικά κέντρα. Βασικό θέμα στα έργα του είναι ο έρωτας, κυρίως έρωτας μεταξύ ατόμων από διαφορετικές τάξεις.

Η ικανότητά του να γράφει εύκολα και γρήγορα τον οδήγησε κάποιες φορές σε «εκπτώσεις» ως προς την ποιότητα. Πολλοί τον κατηγόρησαν, όταν άρχισε να δημοσιεύει μυθιστορήματα σε συνέχειες, ότι έκανε πολύ εύκολα παραχωρήσεις στα γούστα του αναγνωστικού κοινού και ότι χρησιμοποιούσε συχνά προκλητικές για την εποχή ερωτικές σκηνές για να κερδίζει χρήματα. Όλοι όμως επισημαίνουν αρετές του έργου του, όπως η αφηγηματική ευχέρεια, η ικανότητα να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη και η παρατηρητικότητα.

Το αστικό μυθιστόρημα του Γρηγορίου Ξενόπουλου

Τα έργα του Ξενόπουλου είναι περισσότερο για ψυχαγωγία παρά για φιλολογική ανάλυση. Ο αστικός ρεαλισμός που επικρατούσε αυτή την εποχή στην Ευρώπη και στην Αμερική επηρεάζει και τα έργα του Ξενόπουλου. Για το λόγο αυτό ο Ξενόπουλος θεωρείται από πολλούς εισηγητής του αστικού μυθιστορήματος με προσπάθειες για την αντανάκλαση της ίδιας της πραγματικότητας. Ας μη ξεχνάμε ότι ο Ξενόπουλος ανήκει στη γενιά του 1880, χρονολογία η οποία αποτελεί σταθμό στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας (Αρχή νεοελληνικής αναγέννησης με τον Κωστή Παλαμά αλλά και τον Εμμανουήλ Ροΐδη με το μυθιστόρημα του Η Πάπισσα Ιωάννα).

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος υπήρξε γνώστης της σχετικής παράδοσης αλλά και καινοτόμος νεωτεριστής. Η στροφή του προς τον αστικό ρεαλισμό υπήρξε βασικά ιδιάζουσα παρέκκλιση από την ηθογραφία. Ο αστικός ρεαλισμός χρησίμευε για την κάλυψη του κενού – την απουσία ενός μέσου στρώματος αναγνωστών που θα λειτουργούσε ως ενδιάμεσος χώρος για μια πολύπλευρη ανάπτυξη λογοτεχνικής γραφής. Τα πρώτα του μυθιστορήματα εξελίσσονται στην Αθήνα με υλικό τη φοιτητική ζωή, πριν ο συγγραφέας κλείσει τα 30. Παραμένει πάντα ο ψυχογράφος. Ο Ξενόπουλος χρησιμοποιεί περιστατικά και από την ίδια του τη ζωή με τρόπο όμως που αυτά να περνάνε σαν φανταστικά.

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος θεατρικός συγγραφέας

Το πρώτο του θεατρικό έργο, Ο ψυχοπατέρας, παρουσιάστηκε το 1895. Από τις αρχές του αιώνα άρχισε να συνεργάζεται με τη Νέα Σκηνή του Κων/νου Χρηστομάνου. Τα σπουδαιότερα θεατρικά του έργα είναι: Το μυστικό της Κοντέσσας Βαλέραινας (1904), η Στέλλα Βιολάντη (1909, με την Μαρίκα Κοτοπούλη), Φοιτηταί. Ο Ξενόπουλος έγραψε συνολικά 46 διαφορετικά θεατρικά έργα. Το 1901 πρωταγωνίστησε μαζί με τον  Παλαμά για την ίδρυση της Νέας Σκηνής και χάρη στη γνώση ξένων γλωσσών ενημερωνόταν έγκαιρα για σημαντικά πνευματικά συμβάντα στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες. Έγραφε προλόγους για τον Ίψεν και ζούσε το θέατρο, ζυμωνόταν η καθημερινή ζωή του με αυτό. Πολλά δράματα του είχαν αρχικά γραφτεί ως πεζογραφήματα και έπειτα μεταφέρθηκαν στη σκηνή. (Π.χ. Έρως εσταυρωμένος – Στέλλα Βιολάντη). Μετέφρασε και διασκεύασε αρκετά ξένα έργα και η στάθμη της γραφής του ήταν σε όλες τις περιπτώσεις υψηλά. Συμμετείχε σε διάφορες επιτροπές δραματουργικών διαγωνισμών και το Βασιλικό Θέατρο της Αθήνας εγκαινιάστηκε στα 1932 με δικό του έργο «Ο θείος Όνειρος».

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος και ο σοσιαλισμός

Ο Ξενόπουλος, αν και προερχόταν από εύπορη οικογένεια δεν ήταν αριστοκράτης. Παρακολουθούσε ωστόσο τα προβλήματα των ανερχόμενων αστών όσο και των πιο φτωχών. Ερχόμενος στην Αθήνα έφερε μαζί του την ιδέα του ανθρωπιστικού σοσιαλισμού. Στην Αθήνα ήρθε σε επαφή με τον Δρακούλη και τους άλλους επικεφαλής του σοσιαλιστικού κόμματος, ενώθηκε με αυτούς και βοήθησε στην έκδοση των σοσιαλιστικών εφημερίδων «Άρδην» και «Κοινωνία». Το 1885 έγινε μάλιστα συντάκτης του «Άρδην». Τις θέσεις του για το σοσιαλισμό μπορούμε να δούμε καλύτερα στο Πλούσιοι και Φτωχοί. Ο Ξενόπουλος πίστευε σ΄ένα σοσιαλισμό που θα άλλαζε την κοινωνία χωρίς βίαιες ανατροπές. Σιγά-σιγά οι άνθρωποι θα καταλάβαιναν το συμφέρον τους, οι πλούσιοι και οι φτωχοί θα έρχονταν σε συνεννόηση χωρίς βία. Μόνο ο σοσιαλισμός θα μπορούσε να βάλει τέλος στο διαχωρισμό των 2 φυλών. Το ιδανικό του σοσιαλισμού θα εξασφάλιζε σε κάθε άνθρωπο οποιασδήποτε ράτσας τροφή, κατοικία και ενδυμασία, αλλά δεν μπορεί να καταλήξει ποτέ σε μία εντελώς ισότητα. Αρχικά ο Ξενόπουλος θεώρησε τις σοσιαλιστικές ιδέες τις μόνες που θα μπορούσαν να διορθώσουν την ανισότητα μεταξύ πλούσιων και φτωχών. Ωστόσο την εφαρμογή των σοσιαλιστικών ιδεών δεν την ήθελε βίαια με ανατροπές και επαναστάσεις που θα δημιουργούσαν θύματα. Με την άνοδο του πνευματικού επιπέδου του λαού –πίστευε- θα καταλάβαιναν οι άνθρωποι το πραγματικό τους συμφέρον. Για τον λόγο αυτό θεωρούσε το γράψιμο ως οφειλή διαπαιδαγώγησης και έργο ευθύνης υπέρ του συνόλου.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Γρηγόριος_Ξενόπουλος

Please follow and like us:
error0

Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου (1801-1832)

Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου (το όνομά της παραδίδεται επίσης ως Μουτσάν ή Μουτσά, Ζάκυνθος 1801-1832) ήταν μία από τις πρώτες Ελληνίδες συγγραφείς. Το γνωστότερο έργο της είναι η  Αυτοβιογραφία  της, ενώ από τα υπόλοιπα έργα της (θεατρικά έργα και ποιήματα) έχουν σωθεί ελάχιστα.

Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, μία από τις πρώτες Ελληνίδες συγγραφείς
Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου

Ο Βίος της Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου

Οι γονείς της, Φραγκίσκος Μουτζάν και Αγγελική Σιγούρου, προέρχονταν από δύο από τις παλιότερες αριστοκρατικές οικογένειες της Ζακύνθου. Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου γεννήθηκε στη Ζάκυνθο στις 2 Οκτωβρίου 1801. Από μικρή είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την μάθηση και τα γράμματα και παρόλο που η εκπαίδευσή της ήταν περιορισμένη (είχε κατ’ οίκον δασκάλους τρεις κληρικούς), η ίδια με προσωπική μελέτη απέκτησε γνώσεις της αρχαίας ελληνικής, της  ιταλικής και της γαλλικής γλώσσας. Παράλληλα επιδιδόταν στο γράψιμο ποιημάτων, θεατρικών έργων στα ελληνικά και τα ιταλικά και μεταφράσεων από την αρχαία ελληνική γραμματεία και επιθυμία της ήταν να μην παντρευτεί, αλλά να αφοσιωθεί στην μελέτη και την συγγραφή. Εξαιτίας των αντιρρήσεων της οικογένειάς της αντιπρότεινε να κλειστεί σε μοναστήρι ή να αποσυρθεί σε μία κατοικία της οικογένειας στην ύπαιθρο, όμως και αυτές οι επιθυμίες της δεν γίνονταν δεκτές από τους δικούς της. Μπροστά στην προοπτική να παραμείνει ανύπαντρη και να κατοικεί με τους γονείς της χωρίς να έχει το δικαίωμα να βγαίνει από το σπίτι, αποφάσισε να φύγει κρυφά από το νησί, αλλά μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα επέστρεψε χωρίς να την αντιληφθεί κάποιο μέλος της οικογένειάς της και τελικά αναγκάστηκε να υποχωρήσει και δεχτεί την επιθυμία των δικών της να παντρευτεί. Η ανεύρεση γαμπρού στην Ζάκυνθο ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και γι’ αυτόν τον λόγο ο θείος της πρότεινε να ταξιδέψουν στην Ιταλία όπου θα ήταν πιο εύκολο να βρεθεί σύζυγος για την Ελισάβετ και την αδερφή της, που ήταν και αυτή σε ηλικία γάμου, όμως το ταξίδι δεν έγινε εξαιτίας μιας ασθένειας του πατέρα της. Εν τω μεταξύ βρέθηκε υποψήφιος σύζυγος, ο Νικόλαος Μαρτινέγκος, ο οποίος όμως καθυστερούσε την επισημοποίηση της γαμήλιας συμφωνίας με συνεχείς διαπραγματεύσεις για το ύψος της προίκας, αλλά τελικά ο γάμος τελέστηκε μετά από 16 μήνες, το καλοκαίρι του 1831. Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου πέθανε στις 9 Νοεμβρίου του 1832, δύο εβδομάδες μετά την γέννηση του γιου της λόγω επιπλοκών στον τοκετό.

Το έργο της Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου

Η Ελισάβετ Μουτζάν, εκτός από την αυτοβιογραφία που είναι το πιο γνωστό και αξιόλογο κείμενό της, έγραψε πάνω από 15 θεατρικά έργα, στην ελληνική και την ιταλική, μετέφρασε αρχαία κείμενα και συνέθεσε κάποια ποιήματα. Η Αυτοβιογραφία της είναι μοναδικό δείγμα επτανησιακής πρόζας στα χρόνια του Αγώνα. όταν μαθαίνει πως «οι Γραικοί ανήγειραν τα όπλα εναντίον των Οθωμανών», η επιθυμία της να συμμετάσχει στον Αγώνα μένει μόνο επιθυμία: «Επιθύμησα από καρδίας, αλλά εκύτταξα τους τοίχους του σπιτιού όπου με εκρατούσαν κλεισμένην, εκύτταξα τα μακριά φορέματα της γυναικείας σκλαβιάς και ενθυμήθηκα ότι είμαι γυναίκα, και περιπλέον γυναίκα Ζακύνθια και αναστέναξα, αλλά δεν έλειψα όμως από το να παρακαλέσω τον Ουρανόν διά να ήθελεν να τους βοηθήσει να νικήσουν, και τοιούτης λογής να αξιωθώ και εγώ η ταλαίπορος να ιδώ εις την Ελλάδαν επιστρεμμένην την ελευθερίαν και μαζύ με αυτήν επιστρεμμένας εις τας καθέδρας τους τας σεμνάς Μούσας». Εκδόθηκε από τον γιο της Ελισάβετιο το 1881, με κάποιες περικοπές, σε έναν τόμο μαζί με δικά του ποιήματα. Η αξία του έργου έγκειται κυρίως στην απλή γλώσσα που χρησιμοποιείται. Από τα άλλα έργα της έχουν σωθεί ελάχιστα, μία κωμωδία με τίτλο Φιλάργυρος, κάποια ιταλικά κείμενα, 20 επιστολές, ο πρόλογος μιας πραγματείας Περί Οικονομίας, τα ποιήματα Ωδή εις το πάθος του Ιησού Χριστού και Εις την Θεοτόκον και αποσπάσματα μεταφράσεων από τον Προμηθέα Δεσμώτη, την Οδύσσεια και τις Ικέτιδες.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ελισάβετ_Μουτζάν-Μαρτινέγκου

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες (1547-1616)

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα (Miguel de Cervantes Saavedra, 29 Σεπτεμβρίου 1547 – 22 Απριλίου 1616) ήταν Ισπανός συγγραφέας, ο οποίος θεωρείται ευρέως ως ο μεγαλύτερος συγγραφέας στην ισπανική γλώσσα και ο κατ’ εξοχήν μυθιστοριογράφος παγκοσμίως. Το έργο του ανήκει χρονικά στην «χρυσή εποχή» (περ. 1492-1648) της Ισπανίας, κατά την οποία παρατηρήθηκε εξαιρετική άνθηση στις τέχνες.

Η περιπετειώδης και γεμάτη οδύνες ζωή του κύλησε ανάμεσα στην περίοδο του μεγαλείου της Ισπανίας και στην αρχή της παρακμής της, πράγμα που αποτυπώνεται στο διασημότερο μυθιστόρημά του, ο Δον Κιχώτης, που συγκαταλέγεται στα κλασικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, μεταφρασμένο σε περισσότερες από εξήντα γλώσσες και έχοντας υποβληθεί σε συστηματική ανάλυση και κριτικό σχολιασμό από τον 18ο αιώνα. Το έργο αυτό επηρέασε γενιές πεζογράφων, όχι μόνο στον ισπανόφωνο, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Είναι το πιο πολυμεταφρασμένο βιβλίο, μετά τη Βίβλο.

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες, Στρατιωτικός, μυθιστοριογράφος, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, λογιστής
Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Τα πρώτα χρόνια του Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες γεννήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1547 στα περίχωρα της Μαδρίτης, στην πόλη Αλκαλά δε Ενάρες. Ήταν το τέταρτο από τα επτά παιδιά του Ροδρίγο δε Θερβάντες, ενός πλανόδιου χειρουργού και φαρμακοποιού με άστατο βίο.

Από πολύ μικρός αγαπούσε να διαβάζει ό,τι έβρισκε μπροστά του και να γράφει στίχους. Το 1569 δημοσίευσε το πρώτο γνωστό του έργο σ’ έναν τόμο με ελεγείες για την τρίτη σύζυγο του βασιλιά Φιλίππου Β’, Ελισάβετ, ο πρόωρος θάνατος της οποίας είχε βυθίσει στο πένθος ολόκληρη την Ισπανία.

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες στρατιωτικός

Το 1570 και σε ηλικία 23 χρονών κατατάχθηκε στο στρατό και την επόμενη χρονιά είχε την τύχη και την ατυχία μαζί να πάρει μέρος στην περίφημη Ναυμαχία της Ναυπάκτου, στις 7 Οκτωβρίου 1571.

Στην «πιο μεγαλόπρεπη στιγμή που γνώρισαν οι περασμένοι ή τούτοι οι σημερινοί καιροί, ή που θα δούνε οι μελλούμενοι», όπως είχε πει ο ίδιος, ο χριστιανικός στόλος υπό τον ισπανό πρίγκιπα Δον Χουάν της Αυστρίας με αρτιότερο οπλισμό και καλύτερη τακτική νίκησε κατά κράτος τον στόλο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που ήταν σχεδόν αήττητος έως τότε, και ανέκοψε την επεκτατική πολιτική του Σουλτάνου προς την Ευρώπη.

Το πλοίο «Μαρκησία», στο οποίο ήταν στρατολογημένος ο Θερβάντες, βρέθηκε στο επίκεντρο της μεγάλης σύγκρουσης και κανείς από το πλήρωμά του δεν τον ξεπέρασε σε γενναιότητα, όπως μαρτυρούν πολλές αξιόπιστες πηγές. Αν και ταλαιπωρούνταν από πυρετό, αρνήθηκε να κατέβει από το κατάστρωμα και τραυματίστηκε δύο φορές στο στήθος, ενώ μία τρίτη σφαίρα τού έκοψε το αριστερό χέρι «προς μεγαλύτερη δόξα του δεξιού», όπως είπε.

Έπειτα από μία περίοδο ανάρρωσης στη Μεσίνα της Σικελίας, ο Θερβάντες επέστρεψε στην Ισπανία και τον Απρίλιο του 1572 πήρε μέρος στην αποτυχημένη εκστρατεία για την κατάληψη της Τύνιδας. Το 1575, υπηρετώντας στη Νεάπολη (Νάπολι) ζήτησε ακρόαση από τον βασιλιά, με αίτημα να προαχθεί στο βαθμό του λοχαγού, παρότι είχε μόλις πέντε χρόνια υπηρεσίας στο στράτευμα.

Η αιχμαλωσία του Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Στις 20 Σεπτεμβρίου αναχώρησε με πλοίο για τη Μαδρίτη, προκειμένου να υποστηρίξει το αίτημά του. Έξι ημέρες αργότερα, το πλοίο του αποκόπηκε από τα υπόλοιπα και δέχθηκε επίθεση κουρσάρικων καραβιών. Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες αιχμαλωτίστηκε μαζί με τον αδελφό του Ροδρίγο και οι δυο τους μαζί με τους υπόλοιπους επιβαίνοντες οδηγήθηκαν στο Αλγέρι, έδρα διαβόητων πειρατών για πολλά χρόνια.

Έως το 1580, οπότε απελευθερώθηκε με την καταβολή λύτρων, προσπάθησε πολλές φορές να δραπετεύσει, χωρίς όμως επιτυχία. Το 1576 οργάνωσε μία τέτοια απόπειρα, αλλά ένας ντόπιος που είχε πληρωθεί για να απελευθερώσει τον Θερβάντες, τον αδελφό του και άλλους ισπανούς αιχμαλώτους, τους εγκατέλειψε με αποτέλεσμα να συλληφθούν και να αντιμετωπιστούν με μεγαλύτερη αυστηρότητα.

Στις αρχές του 1577, κληρικοί από το Τάγμα του Ελέους έφθασαν στο Αλγέρι με 300 κορόνες, που είχαν συγκεντρώσει οι συγγενείς του Θερβάντες. Τα χρήματα αυτά απέφεραν μόνο την απελευθέρωση του αδελφού του Ροδρίγο, ο οποίος μηχανεύτηκε ένα τολμηρό σχέδιο για την απελευθέρωση και του αδελφού του Μιγέλ. Στα περίχωρα του Αλγερίου, ένας άρχοντας της πόλης είχε ένα παραλιακό εξοχικό σπίτι και μέσα στον κήπο υπήρχε μια σπηλιά. Με τη συνδρομή του ισπανού κηπουρού, που ήταν κι αυτός αιχμάλωτος, ο Θερβάντες κρύφτηκε στη σπηλιά μαζί με άλλους 13 συγκρατούμενούς του, περιμένοντας την άφιξη μιας φρεγάτας που θα τους μετέφερε πίσω στην πατρίδα.

Η ηρωική στάση του Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Το πλοίο έφθασε όπως ήταν προγραμματισμένο στη διάρκεια της νύχτας, αλλά έγινε αντιληπτό και οι 14 φυγάδες συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν ενώπιον του κυβερνήτη Χασάν Πασά, ενός Οθωμανού αξιωματούχου, διαβόητου για τη σκληρότητά του. Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες στάθηκε θαρραλέα απέναντί του και ανέλαβε όλη την ευθύνη για την απόδραση των 14. Ο Χασάν εντυπωσιάστηκε από την ηρωική του στάση και τον εξαγόρασε για την προσωπική του υπηρεσία.

Ο Θερβάντες επιχείρησε και άλλες φορές να αποδράσει, παρότι για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμενε αλυσοδεμένος. Σε μία από τις απόπειρές του καταδικάστηκε σε 2.000 μαστιγώσεις, σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο, αλλά η ποινή δεν εκτελέστηκε.

Η οικογένειά του συνέχισε τις προσπάθειες για την απελευθέρωσή του. Ο πατέρας του απηύθυνε έκκληση στον βασιλιά, υπενθυμίζοντάς του τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει ο γιος του, ενώ η μητέρα του συγκέντρωνε χρήματα, τα οποία εμπιστεύθηκε σε δύο μοναχούς του Τάγματος της Αγίας Τριάδας. Οι δύο μοναχοί έφθασαν στο Αλγέρι στις 29 Μαΐου 1580, ακριβώς την περίοδο που έληγε η θητεία του Χασάν Πασά. Τα χρήματα ήταν λιγότερα από τα 500 χρυσά δουκάτα που ζητούσε ο Οθωμανός αξιωματούχος, αλλά χριστιανοί έμποροι της πόλης προθυμοποιήθηκαν να καλύψουν τη διαφορά.

Έτσι, στις 19 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου, ο Θερβάντες, που επρόκειτο να ακολουθήσει τον Χασάν στην Κωνσταντινούπολη ως δούλος του, κηρύχθηκε ελεύθερος και του επετράπη να αναχωρήσει από το Αλγέρι. Στις 24 Οκτωβρίου 1580, πάτησε επί ισπανικού εδάφους ύστερα από χρόνια και αμέσως κατευθύνθηκε προς την Μαδρίτη.

Νέα αρχή για τον Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Με την επιστροφή του στη Μαδρίτη άρχισε και πάλι να γράφει ποιήματα και θεατρικά έργα, που όμως δεν τού απέφεραν έσοδα. Έπρεπε να αναζητήσει εργασία έξω από τη λογοτεχνία για τα προς το ζην.

Στις 12 Δεκεμβρίου 1584 νυμφεύτηκε την κατά 18 χρόνια νεώτερή του Καταλίνα δε Σαλαθάρ ι Παλάθιος, παρά τις αντιρρήσεις των γονέων της. Του προσφέρθηκαν ως προίκα μερικοί αμπελώνες κι ένας κήπος με οπωροφόρα δέντρα, ποικιλία από έπιπλα, τέσσερις κυψέλες και 45 πουλερικά. Ένα ή δύο χρόνια νωρίτερα, ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες είχε αποκτήσει μία κόρη, την Ισαβέλα, από μία πρόσκαιρη σχέση του με την Άννα Φράνκα δε Ρόχας. Από τη γυναίκα του δεν απέκτησε παιδιά.

Ο θάνατος του πατέρα του, τον Ιούνιο του 1585, αύξησε τις ευθύνες του και τα οικονομικά του προβλήματα, αφού τώρα πια είχε να φροντίσει μια οικογένεια με πολλές γυναίκες, στις οποίες περιλαμβάνονταν οι αδελφές του και μία ανιψιά του. Το γράψιμο εξακολουθούσε να μην του προσπορίζει έσοδα.

Το 1587 μετακόμισε στη Σεβίλλη και ανέλαβε υπηρεσία στον εφοδιασμό του ισπανικού ναυτικού. Όμως, η παράνομη κατάσχεση ενός φορτίου σιταριού της Εκκλησίας τού στοίχισε λίγες μέρες φυλάκισης κι ένα αφορισμό. Παράλληλα, συνέχιζε να γράφει και τον Μάιο του 1595 κέρδισε το πρώτο βραβείο στον ποιητικό διαγωνισμό της Θαραγόθα, με έπαθλο τρία χρυσά κουτάλια.

Τον Σεπτέμβριο του 1597 βρέθηκε και πάλι στη φυλακή, όπου παρέμεινε για τρεις μήνες, επειδή παράκουσε μία διαταγή να παρουσιαστεί στη Μαδρίτη εντός 20 ημερών.

«Δον Κιχώτης»

Αγάλματα του Δον Κιχώτη και του Σάντσο Πάντσα στη Μαδρίτη
Αγάλματα του Δον Κιχώτη και
του Σάντσο Πάντσα στη Μαδρίτη

Το 1605 εξέδωσε τον πρώτο τόμο από το έργο που τον έκανε αθάνατο, τον «Δον Κιχώτη» με τον τίτλο «Η ζωή και οι άθλοι του εφευρετικού ευπατρίδη Δον Κιχώτη της Μάντσας». Το έργο αυτό, ως το 1615, όταν κυκλοφόρησε ο δεύτερος τόμος του, γνώρισε τεράστια επιτυχία.

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες έζησε σε μία κρίσιμη ιστορική περίοδο της Ισπανίας, όταν άρχιζε να καταρρέει το παλιό καθεστώς της φεουδαρχίας και των ευγενών. Γι’ αυτό σατιρίζει με λεπτή ειρωνεία εκείνους που πίστευαν στα παλιά ιδανικά και ήθελαν να νεκραναστήσουν τις δόξες των ιπποτών.

Ένας ξεπεσμένος ιππότης της Ισπανίας, ο Αλφόνσος Κιχάνο, που μεταβαπτίζεται από τον συγγραφέα σε Δον Κιχώτη – κιχότε ισπανικά σημαίνει πανοπλία – νομίζοντας πως είναι ο μεγαλοπρεπέστερος και γενναιότερος ιππότης του καιρού του, ντύνεται μία πανάρχαια και σκουριασμένη πανοπλία, καβαλικεύει ένα ψωραλέο άλογο, τον Αχαμνόεντα, κι έχοντας για ιπποκόμο του έναν πονηρό και φιλοχρήματο χωριάτη, τον Σάντσο Πάντσα, ξεκινάει για να καταπλήξει τον κόσμο με τα κατορθώματά του.

Η ξαναμμένη φαντασία του βλέπει παντού εχθρούς, που τους πολεμάει και γελοιοποιείται πάντοτε. Το πρώτο χάνι που συναντάει προβάλλει στα μάτια του σαν τεράστιο φρούριο. Μερικοί ανεμόμυλοι του φαίνονται πελώριοι γίγαντες. Ένα κοπάδι πρόβατα τα εκλαμβάνει σαν πολυάριθμο στρατό. Τα γεμάτα με κρασί ασκιά ενός πανδοχείου θεωρούνται πελώριοι γίγαντες.

Ο Δον Κιχώτης επιτίθεται εναντίον όλων αυτών και συνεχώς ρεζιλεύεται. Οι ανεμόμυλοι τον παρασύρουν με τα φτερά τους, οι βοσκοί των κοπαδιών τον κυνηγούν με τις πέτρες και τα κατατρυπημένα ασκιά καταβρέχουν με το περιεχόμενό τους τον Σάντσο. Πάντοτε γελοιοποιημένος, ο Δον Κιχώτης συλλαμβάνεται από τους φίλους του και επιστρέφει στην πόλη κλεισμένος σ’ ένα κλουβί και φορτωμένος σε μία άμαξα, που τη σέρνουν βόδια.

Πάντα, όμως, αμετανόητος ξαναφεύγει και φιλοξενείται από ένα ζεύγος ευγενών, που αφού διασκεδάσει μαζί του, τον πείθει να ξαναγυρίσει πίσω στο σπίτι του. Ο Δον Κιχώτης πείθεται τελικά και όταν πεθαίνει, αφήνει παραγγελία «τα δικά του παθήματα να γίνουν μαθήματα στους άλλους».

Ο κόμης Λέμος και ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Για τον συγγραφέα του «Δον Κιχώτη», όλος αυτός ο θρίαμβος είχε ασήμαντη οικονομική σημασία. Λίγο μετά την έκδοση του βιβλίου, θα δανειστεί 450 ρεάλια από τον τυπογράφο του για να τα βγάλει πέρα.

Ένας καβγάς με μαχαιρώματα έξω από το σπίτι του στο Βαγιαδολίδ τον Ιούνιο του 1605, γεγονός που οδήγησε αυτόν και τους δικούς του στη φυλακή ως υπόπτους, του θύμισε ότι εξακολουθούσε να ζει κάτω από δύσκολες συνθήκες.

Για τρία ολόκληρα χρόνια ύστερα απ’ αυτό το περιστατικό ο Θερβάντες χάθηκε από τον κόσμο, για να ξαναεμφανιστεί το 1608 στη Μαδρίτη. Εκεί τον περίμεναν καινούργιοι μπελάδες νομικού χαρακτήρα γύρω από πολλά και ποικίλα οικονομικά και οικογενειακά ζητήματα.

Ο σωτήρας του ήταν τελικά ο Κόμης Λέμος, αντιβασιλιάς της Νεάπολης, που τον βοήθησε να ξεπεράσει τα οικονομικά του προβλήματα και να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο γράψιμο τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Το 1613 εκδόθηκε ένα από τα σημαντικά έργα του με τίτλο «Υποδειγματικά Μυθιστορήματα», το οποίο αφιέρωσε στον Κόμη Λέμος, όπως και το δεύτερο μέρος του «Δον Κιχώτη».

Στον πρόλογο του έργου διαβάζουμε αυτοπροσωπογραφία του συγγραφέα, που είναι τώρα 65 χρονών. «Χαρακτηριστικά αετήσια, μαλλιά καστανά, φρύδια λεία και δίχως αυλακιές, μύτη κανονική, ασημένιο γένι που πριν από είκοσι χρόνια ήταν χρυσάφι, μακριά μουστάκια, μικρό στόμα, δόντια μόλις έξι, κι αυτά σε κακή κατάσταση και άσχημα κατανεμημένα, ώστε να μην ανταποκρίνονται το ένα στο άλλο, ύψος ανάμεσα στα δυο άκρα, ούτε ψηλός ούτε κοντός, χρώμα μάλλον ανοιχτό παρά σκούρο, με βαριούς κάπως ώμους και όχι τόσο σβέλτος στα πόδια».

Ο Θερβάντες πέθανε στις 22 Απριλίου 1616, σε ηλικία 68 ετών, και την επομένη τάφηκε στη Μονή της Αγίας Τριάδας στη Μαδρίτη.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/1987

Please follow and like us:
error0

Η Βούλα Δαμιανάκου (1914-2016)

Η Βούλα Δαμιανάκου (1914 – 19 Σεπτεμβρίου 2016) ήταν Ελληνίδα συγγραφέας, ποιήτρια, μεταφράστρια.

Η Βούλα Δαμιανάκου, συγγραφέας, ποιήτρια, μεταφράστρια.
Η Βούλα Δαμιανάκου

Ο Βίος της Βούλας Δαμιανάκου

Η Βούλα Δαμιανάκου γεννήθηκε στη Πάνιτσα Λακωνίας, νυν Μυρσίνη Γυθείου Λακωνίας. Υπήρξε μέλος της Εθνικής Αντίστασης. Συνεργάστηκε και υπήρξε σύντροφός του Βασίλη Ρώτα. Υπήρξε συνεργάτης του περιοδικού Λαϊκός Λόγος (1966-1967), στο οποίο έγραφε με τα ψευδώνυμα Αλκυόνα, Αλκυών, Ειρήνη Πεζοπόρου. Το μεταφραστικό της έργο σχετίστηκε με τον Ουίλιαμ Σαίξπηρ, μαζί με τον Βασίλη Ρώτα και τον Φιόντορ Ντοστογιέφσκι.

Πέθανε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου του 2016.

Χαρακτήρας και στάση ζωής της Βούλας Δαμιανάκου

Αν και η Βούλα Δαμιανάκου έγινε γνωστή στους νεώτερους ως ο άνθρωπος που φιλοξένησε τον διωκόμενο ηγέτη των Κούρδων, Αμπντουλάχ Οτσαλάν, λίγο πριν την παράδοσή του στο τουρκικό καθεστώς από την τότε ελληνική κυβέρνηση, ωστόσο, αποτέλεσε ένα σημαντικό κεφάλαιο των ελληνικών γραμμάτων, τόσο μέσω του έργου της, όσο και της ενεργής συμμετοχής της (και) στην πολιτισμική εποποιία της Εθνικής Αντίστασης, στο πλευρό του συντρόφου της, Βασίλη Ρώτα.

Ασυμβίβαστη, μαχήτρια και αγωνίστρια μέχρι και την τελευταία της πνοή, που άφησε χθες σε βαθιά γεράματα, η Βούλα Δαμιανάκου δεν διαπραγματεύτηκε ποτέ και με κανέναν την προσωπική της αντίληψη για την ελευθερία. Προτίμησε, όπως ανέφερε η ίδια και θυμάται το ΑΠΕ, «για να μην προδώσει το ιδανικό της ελευθερίας», να παραιτηθεί από τη σύνταξή της ως συγγραφέα, «παρά να δεχτεί σύνταξη με νόμο που τον είχαν γράψει οι ερπύστριες των τανκς της τυραννικής χούντας».

Επίσης, παραιτήθηκε από μέλος της ΑΕΠΙ, ως κληρονόμος και συνδημιουργός του έργου του Ρώτα (μεταξύ άλλων το «Ένας όμηρος» και οι «Όρνιθες»), επειδή όπως ανέφερε στη σχετική επιστολή της, στις 22.9.2011, «το θεωρώ έσχατο κατάντημα για μια που αγωνίστηκε όλη της τη ζωή για την ελευθερία να πεθαίνει σκλάβα της ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ (η ενέργεια της ΑΕΠΙ να δώσει στον εαυτό της το δικαίωμα να με γράψει _ στα ενενήντα ένα χρόνια μου _ στο ΙΚΑ, παρά τη θέλησή μου, εν αγνοία μου και γνωρίζοντας τι έχει προηγηθεί, θα ταίριαζε σε κάποιον που ανήκε πάππου προς πάππου σε γενιά σκλάβων κι ερωτευμένων με τη σκλαβιά τους, κι όχι σε αγωνιστή της ελευθερίας)».

Χαρακτηριστική είναι και η απάντησή της σε αρνητικά σχόλια σε βάρος της της εφημερίδας «ΤΟ ΒΗΜΑ», για την υπόθεση Οτσαλάν, το 1999: «»Το φαντάζεσαι να χρειάζεσαι βηματοδότη στην καρδιά και να σου τον βάζουν στο μυαλό; (Ρώτας). Ο «Βηματοδότης» της τελευταίας αποκριάς («ΒΗΜΑ», 21 – 2 – 1999) γράφει πως άνοιξα την πόρτα μου στον κυνηγημένο Οτσαλάν, επειδή, όντας ανιστόρητη, δε γνώριζα ότι οι πρόγονοί του ήρθαν και πολέμησαν εναντίον των Ελλήνων στο Μαραθώνα. Αλλά μάλλον κάνει λάθος η ιστορική αυθεντία του, γιατί πολύ καλά η υπογράφουσα γνωρίζει και για το Μαραθώνα και για Θερμοπύλες και για Μεσολόγγια και για Μονοδέντρια και για Γοργοπόταμους. Εκείνο που δε γνωρίζει είναι τα τούρκικα. Αν τα εγνώριζε, θα καλούσε τα παιδιά του Αττίλα που στρατοπεδεύουν στην εν Αθήναις τουρκική πρεσβεία και θα τους τον παρέδινε. Οσο για την Ευρώπη και την ΟΝΕ, ο δάσκαλός μου, ο Δημήτρης Γληνός, μου δίδαξε πως πρέπει να πάμε με τον Σοφοκλή και όχι, ποτέ, με τη Σοφοκλέους».

Ασχολήθηκε με πολλά είδη του γραπτού λόγου. Σημαντικότερα έργα της είναι: «Γράμμα σε νεκρό» διηγήματα 1951, «Στην ανεμοζάλη», Διηγήματα 1960, «Υπεύθυνη δήλωση», διηγήματα 1963. Σε συνεργασία με το σύντροφό της Βασίλη Ρώτα έγραψε τα εξής: «Μνημόσυνο» 1961, «Δραγάτες πνευματικής ελευθερίας» 1963, «Δημοκράτες παραδημοκρατικοί» 1965. Το 1967 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων «Γέφυρες της φιλίας». Εχει μεταφράσει αρκετά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας όπως – WILLA CATHER: «Η Αντωνία μου», 1959, KAMMERHNG: «Αναζητώντας τον Αδάμ», 1959, ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ: «Ο μικρός ήρωας».

Η Βούλα Δαμιανάκου συνεργάστηκε με το περιοδικό Λαϊκός Λόγος (1966-1967), με τα ψευδώνυμα Αλκυόνα, Αλκυών, Ειρήνη Πεζοπόρου, ενώ έχει μεταφράσει το σύνολο των έργων του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, κατά το μεγαλύτερο μέρος με τον Βασίλη Ρώτα, καθώς και του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι.

Απόσπασμα από το βιβλίο της «Από το ληστή του νόμου, κάλλιο στο ληστή του δρόμου»: «…Και μπορείτε να βγάλετε εύκολα άδεια και να χτίσετε χωρίς να φοβάστε κανέναν. Η Λουίζα μου έχει φάει τ’ αφτιά, να ιδείς μαμά τι καλός που είναι ο κ. Ρώτας , πώς μας βοηθάει, κι όταν δεν έχει δουλειά παίζει μαζί μας… Τα χάσαμε, καταθορυβηθήκαμε. Ο Ρώτας έπιασε τα δυο χέρια της κυρά Δικαίας, που δε μπορούσε πια να συγκρατήσει τα δάκρυα και της είπε: Άκουσε σε παρακαλώ. Εμείς δεν έχουμε χρήματα γι’ αγορές. Ούτε ψάχνουμε να βρούμε ευκαιρίες ν’ αγοράσουμε χτήματα κοψοχρονιά. Αν είχα θα σε δάνειζα για να το κρατήσεις να το καλλιεργείς να σου αποδίνει εισόδημα. Είναι κρίμα μεγάλο να πουλιέται η γη που μας τρέφει. Καταλάβαμε όμως πως εδώ ύπαρχε καημός που δε γιατρευότανε με λόγια στα πεταχτά και στα όρθια. Καλέσαμε την κυρά Δικαία να ‘ρθει από το σπίτι να πιούμε καφέ, προχωρήσαμε για τη θάλασσα, μα είχαμε πια χάσει κάθε διάθεση».

Και από το «Μνημόσυνο» (Αθήνα, 1961) σε κείμενα δικά της και στίχους του Βασίλη Ρώτα: «…Με χαμόγελο γιομάτο ικανοποίηση, γιομάτο λεβεντιά και περηφάνεια έδωσε το παρών στο προσκλητήριο την Πρωτομαγιά του 1944. Όλοι γύρισαν σε κείνον. Κι αυτοί που θα’ φευγαν μαζί του και κείνοι που θα’ μεναν. Όλοι ήθελαν να μείνει κι οι πρώτοι κι οι τελευταίοι και μόνο ο Ναπολέων ήθελε να’ να΄ναι με τους πρώτους. Ο Γερμανός χτηνάνθρωπος ταράχτηκε στο άκουσμα αυτού του ονόματος που το είχε ξεστομίσει το ίδιο του το στόμα. Μπροστά του, φωνάζοντας ο καθένας παρών μόλις άκουγε τ’ όνομά του, μπαίναν στη γραμμή οι Ακροναυπλιώτες, φρέσκοι, χαμογελαστοί, λαμπροφορεμένοι, λες και πήγαιναν στο πανηγύρι. Μπροστά του έχουν πάρει κιόλας τη θέση τους το ένα τρίτο των παιδιών της Ακροναυπλίας. Μια οργανωμένη αγωνιστική δύναμη, που είχε νικήσει σε μάχες πολύ πιο σκληρές, που’ χε κερδίσει τη μεγάλη μάχη της ζωής για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια κι η μάχη προς το θάνατο είταν πια κερδισμένη από τα πριν.

»Ο Γερμανός στρατοπεδάρχης, που όλες οι χτηνώδικες ενέργειες στο Χαϊδάρι για να λυγίσουν εκείνοι οι ήρωες πήγαν χαμένες, το’ ξερε καλά αυτό. Μπροστά σ’ αυτό το μεγαλείο κάτι σαν ίχνος συνείδησης άρχισε να σαλεύει μέσα στα βάθη του σκοτεινού εαυτού του, που ίσως θα’ θελε να διαμαρτυρηθεί. Κάτι σαν αντίλαλος παλιάς λησμονημένης ανθρωπιάς που του ξυπνάει το αίσθημα του θαυμασμού και που σαν φτάνει στ’ όνομα του Σουκατζίδη ξεσπάζει: «Όχι εσύ, Ναπολέων, όχι εσύ!» Εκείνη την ώρα ο Ναπολέων ανατριχιάζει, καταλαβαίνει πως περνάει την πιο κρίσιμη ώρα της ζωής του. Η ευαισθησία του δοκιμάζεται όσο ποτέ. Η τιμή του, που τόσο την διαφέντεψε ολοζωής, κιντυνεύει. Πρέπει να προλάβει πριν να ’ναι πολύ αργά, πριν ο στρατοπεδάρχης αρπάξει τυχαία κάποιον σύντροφό του άλλον και τον βάλει στη θέση του.

»Στηριζόμενος ίσα – ίσα σ’ αυτόν τον θαυμασμό του Γερμανού στρατοπεδάρχη, του λέει: «Θέλεις να μ’ αντικαταστήσεις όχι από εχτίμηση, αλλά μόνο και μόνο για να με κάνεις από Σουκατζίδη τίποτα. Μ’ αν πραγματικά μ’ εχτιμάς, η μόνη χάρη που μπορείς να μου κάμεις είναι να μ’ αφήσεις να πεθάνω σαν όλους στη θέση μου, γιατί ο συνεπής αγωνιστής δεν αλλάζει τη θέση του με τίποτε και για κανέναν λόγο, μάλιστα όταν ή θέση του αυτή είναι μπροστά στο πολυβόλο.

»Κι ο μπόγιας σκύβει το κεφάλι, συμφωνεί κι αποκαλύπτεται.

»Φεύγοντας σαν τον ήλιο που πάει να βασιλέψει, άφησε το τελευταίο του χαμόγελο πάνω στα θλιμένα πρόσωπα των συντρόφων του που έμεναν πίσω να τους ζεστάνει στην κρυάδα του θανάτου που σκόρπισε στο στρατόπεδο κείνο το πρωινό»

(ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΣΟΥΚΑΤΖΙΔΗΣ)

Εργογραφία

  • (2014) Από το ληστή του νόμου κάλλιο στο ληστή του δρόμου, Εκδόσεις Επικαιρότητα
  • (2012) Στη χάρη της την ΑΕΠΙ ανάβουμε ένα κερί, Επικαιρότητα
  • (2009) Το κακό κρατάει από μεγάλο σπίτι…, Επικαιρότητα
  • (2006) Οδοιπορώ στην πατρίδα, Επικαιρότητα
  • (2004) Οφειλή στον ελληνικό πολιτισμό, Επικαιρότητα
  • (2003) Σαν σε πηδήσει ο Κατής σε ποιον να παραπονεθείς, Επικαιρότητα
  • (2001) Όταν ο ήλιος της τραγωδίας ανάτειλε, Επικαιρότητα
  • (2000) Ο Οτσαλάν στο σπίτι μου, Επικαιρότητα
  • (2000) Υπεύθυνη δήλωση, Επικαιρότητα
  • (1998) Παροιμίες και ρήτρες από το έργο του Σαίξπηρ, Επικαιρότητα
  • (1997) Μανιάτικα μοιρολόγια, Επικαιρότητα
  • (1997) Μοιρολόγια μιας Μανιάτισσας, Επικαιρότητα
  • (1996) Από την Ελλάδα του Αριστοτέλη στην Ευρώπη του Μάαστριχτ, Επικαιρότητα
  • (1994) Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Επικαιρότητα
  • (1991) Τιμιότατο να ‘σαι Έλληνας, να ‘σαι ο Γιάννης Ρίτσος, Επικαιρότητα

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Βούλα_Δαμιανάκου

Πηγή: http://www.toperiodiko.gr

Please follow and like us:
error0