Έγριπος

Και το νησί της Εύβοιας και η μεγαλύτερη πόλη που ονομάζονται Έγριπος μια προφανής διαστρέβλωση του ονόματος Εύριπος, το οποίο οι Τούρκοι προφέρουν Γριμπός ή Εγριμπός.

Το σαντζάκι του Εγρίπου (Εύβοιας) περιελάμβανε τους καζάδες της Αθήνας, της Θήβας, της Λιβαδειάς, των Σαλώνων και της Αταλάντης, αλλά τα έσοδα από όλες αυτές τις περιοχές τα διαχειρίζονται βοεβόδες, οι οποίοι διορίζονται κάθε χρόνο από την Πύλη. Η δύναμη του πασά σε καιρό ειρήνης δεν ξεπερνά τα όρια του νησιού.

Έγριπος
Χαλκίδα

Αυτόν τον καιρό ο πασάς απουσιάζει και η διακυβέρνηση είναι στα χέρια του μουσελίμη. Τα έσοδα από την επαρχία ανέρχονται σε περίπου 400 γρόσια και προέρχονται από την πώληση της δεκάτης όλων των χωραφιών που δεν είναι φέουδα, ή από τα χωράφια του σπαχή που έχουν προσαρτηθεί στην επαρχία, καθώς επίσης και από τους δασμούς και το χαράτσι, από το φόρο στα σιτηρά και άλλα καταναλωτικά προϊόντα, και από τις δωροδοκίες για να επιτραπεί η απαγορευμένη εξαγωγή καλαμποκιού και βουτύρου. Η κύρια παραγωγή του νησιού είναι το κρασί. Μόνο από την Κύμη και τον Καστρεβαλά 20.000 βαρέλια των 54 οκάδων στέλνονται στη Σμύρνη και τη Μαύρη Θάλασσα, η μέση τιμή των οποίων στην περιοχή είναι 5 γρόσια το βαρέλι. Σιτάρι και λάδι εξάγονται μόνο όταν οι συνθήκες παραγωγής και ζήτησης είναι ευνοϊκές. Εξάγονται επίσης μικρές ποσότητες σαπούνι, βαμβάκι, μαλλί, πίσσα και νέφτι.

Ο Ρώσος πρέσβης αναγκάστηκε από τους ανωτέρους του να εγκαταλείψει την ευχάριστη διαμονή του στην Αθήνα και να έρθει σε αυτό το μίζερο μέρος, όχι εξαιτίας του εμπορίου, που είναι μικρό αλλά επειδή εδώ είναι η κατοικία του κυβερνήτη αυτού του μέρους της Ελλάδας, και με αυτόν τον τρόπο προστατεύει καλύτερα τα πολυάριθμα ελληνικά πλοία που τώρα πλέουν υπό ρωσική σημαία, ή εκείνα της Δημοκρατίας των Επτανήσων.

Για την προσωπική του προστασία θεώρησε απαραίτητο να πάρει στη δούλεψη του έναν γενίτσαρο με το όνομα Χασάν και επώνυμο Καραμπερέρ ή Μαύρο Πιπέρι, εξαιτίας της σκούρας επιδερμίδας του και της φήμης που απέκτησε εδώ στα νιάτα του, έχοντας σκοτώσει πολλούς συμπατριώτες του σε καυγάδες, για τους οποίους οι Τούρκοι της Χαλκίδας είναι ευρέως γνωστοί.

Τα καλύτερα χωράφια του νησιού βρίσκονται στα χέρια τριάντα τούρκικων οικογενειών που κατοικούν κυρίως στην Κάρυστο, στις Ροβιές, στους Ωρεούς, στον Καστρεβαλά και σε μερικά άλλα μικρότερα μέρη, και αποτελούν ολόκληρο τον τουρκικό πληθυσμό του νησιού. Οι χριστιανοί είναι πέντε φορές περισσότεροι, αλλά στην πόλη του Εγρίπου δεν αποτελούν ούτε το ένα τρίτο των κατοίκων. Πολλά σπίτια έξω από την πόλη είναι κατεστραμμένα και ακατοίκητα, ειδικά στη νότια πλευρά. Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στην πανούκλα που χτύπησε τον πληθυσμό.

Η πόλη παίρνει νερό από πηγάδια, τα καλύτερα από τα οποία, που ήταν παλιάς τεχνοτροπίας, φράχτηκαν πριν μήνες από τη λάσπη που δημιούργησε μια δυνατή βροχόπτωση που διήρκεσε 48 ώρες. Η διάσημη Αρετούσα, που συγκλονίστηκε από σεισμούς τα προηγούμενα έτη, έχει εξαφανιστεί εντελώς.

Τα μόνα απομεινάρια της αρχαίας Χαλκίδας είναι κάποια κομμάτια άσπρου μαρμάρου στους τοίχους των τζαμιών και των σπιτιών, καθώς και το μπούστο κάποιου αγάλματος στον τοίχο ενός σπιτιού στο κάστρο. Το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου παραμένει στην πόρτα του κάστρου. Πολλά από τα καλύτερα σπίτια είναι βενετσιάνικης κατασκευής και υπάρχει και μία εκκλησία με υπερυψωμένο μυτερό τρούλο κα γοτθικά παράθυρα που προφανώς κτίστηκε από τους ίδιους ανθρώπους, καθώς το μέρος βρισκόταν υπό την κατοχή τους τρεις αιώνες πριν τους διαδεχθεί ο Μωάμεθ ο Β΄ το 1470.

Το πιο χαρακτηριστικό τουρκικό μνημείο είναι ένα τεράστιο κανόνι, όπως αυτό στα Δαρδανέλια, που υπερασπίζεται τη νότια πλευρά του κάστρου. Αυτό το κάστρο κατασκευάστηκε σταδιακά κατά τη διάρκεια διαφορετικών περιόδων. Τετράγωνοι πύργοι ανεγέρθηκαν πριν από την εφεύρεση της πυρίτιδας και ενώθηκαν με βενετσιάνικους προμαχώνες αρχαίας κατασκευής και με τουρκικούς ασβεστωμένους τοίχους και πολεμίστρες. Υπάρχει μια ξερή τάφρος, που μπορούσε να πλημμυρίσει κατά βούληση, αλλά τώρα είναι γεμάτη σκουπίδια. Η πλευρά του κάστρου καταλαμβάνεται από το τουρκικό νεκροταφείο, πέρα από το οποίο είναι η χριστιανική πόλη περιτριγυρισμένη από τείχη σε αξιολύπητη κατάσταση, που κυκλώνουν το ακρωτήριο του κάστρου με μορφή μισοφέγγαρου, από κόλπο σε κόλπο.

Ο κόλπος στη βόρεια πλευρά του Εγρίπου ονομάζεται Άγιος Μηνάς, ενώ αυτός στη νότια πλευρά Βούρκο ή Βούλκο, όνομα που έχει άμεση σχέση με τη ρηχή και λασπώδη μορφή του. Αυτός ο κόλπος επικοινωνεί μέσω ενός στενού ανοίγματος με ένα μακρύ πορθμό με στροφές, που εκτείνεται περίπου 6χλμ. έως ότου συναντήσει ένα δεύτερο στενό άνοιγμα, όπου βρίσκεται ένας πύργος πάνω σε ένα χαμηλό σημείο της ευβοϊκής ακτής, στην πεδιάδα των Βασιλικών. Μόνο βάρκες μπορούν να προσεγγίσουν στη νότια πλευρά του Εγρίπου, πιο πέρα από τον πύργο. Από το Βορρά δεν υπάρχει δυσκολία προσέγγισης, καθώς ο κόλπος έχει βάθος 4 οργιές ή περισσότερο από 6μ. κοντά στα τείχη. Ούτε υπάρχει κίνδυνος στο αραξοβόλι, αν και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ολόκληρος ο πορθμός, ανάμεσα στο νησί και την ενδοχώρα, μαστίζεται από άγρια μπουρίνια από τα βουνά. Ο Εύριπος για να ακριβολογούμε δεν είναι μεγαλύτερος από στενότερο κομμάτι του πορθμού ανάμεσα στους πρόποδες του βουνού Καραμπαμπά και τα δυτικά τείχη του κάστρου, χωρίζεται, σε σχέση με το πλάτος του, σε ανόμοια μέρη, από ένα μικρό τετράγωνο κάστρο χτισμένο πάνω σε ένα βράχο, το οποίο έχει στρογγυλό πύργο στη βορειοδυτική πλευρά του. Μια πέτρινη γέφυρα, μήκους 18-20μ., συνδέει τη βοιωτική ακτή με αυτό το κάστρο, στο οποίο εισέρχονται από κινητή γέφυρα κοντά στο βορειοανατολικό τμήμα. Μια άλλη ξύλινη γέφυρα, μήκους 100μ., η οποία μπορεί να σηκωθεί και από τις δύο πλευρές για να επιτρέπει το πέρασμα των πλοίων, συνδέει το μικρό κάστρο με την πύλη του μεγάλου κάστρου και βρίσκεται σε έναν πύργο που εξέχει από τα τείχη. Το εσωτερικό κανάλι λέγεται ότι πάντα είχε βάθος γύρω στα 3μ.. Κάτω από την πέτρινη γέφυρα το νερό είναι πολύ πιο ρηχό.

Οι άνθρωποι του Εγρίπου πιστεύουν ότι το μικρό κάστρο στο βράχο του Ευρίπου δεν υπήρχε τον καιρό των Βενετών αλλά χτίστηκε από τους Τούρκους αμέσως μετά την κατάκτηση. Ο Κορονέλι, ωστόσο, ένα χρόνο πριν την κατάκτηση της Αθήνας και την πολιορκία του Νεγροπόντε (Εύβοια) από τους Βενετούς, δηλώνει ότι για την είσοδο του από τη Βοιωτία πρώτα διέσχισε μια πέτρινη γέφυρα με 5 καμάρες, με μήκος περίπου 30 βήματα, μετά πέρασε στη βάση του βενετσιάνικου πύργου πάνω από την πόρτα του οποίου βρισκόταν ακόμη το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου (αν και οι Τούρκοι είχαν καταλάβει το μέρος για 200 χρόνια), και μπήκε στην πόλη πάνω από μια ξύλινη κινητή γέφυρα. Αυτές οι παρατηρήσεις είναι αρκετές για να εξηγήσουν ότι ο κυκλικός πύργος είναι βενετσιάνικος, ενώ το υπόλοιπο κομμάτι του έργου είναι τουρκικό. Ο δρόμος επικοινωνίας της πέτρινης γέφυρας με το τμήμα πάνω από το εσωτερικό κανάλι τώρα περνάει μέσα από τη βορειοανατολική πλευρά του κάστρου, ενώ ο κυκλικός πύργος παραμένει στα δεξιά, πράγμα που συμφωνεί με τον Κορονέλι.   

William Martin Leake

Πλαταιές και Θήβα

Ξεκινήσαμε νωρίς το πρωί από τη Λιβαδειά με σκοπό να φτάσουμε στις Πλαταιές. Σύντομα φτάσαμε σε μια μεγάλη πεδιάδα, που έχει σύνορο την κορυφογραμμή του βουνού Λιμπέθριο (Χλωμός). Καθώς συνεχίσαμε, είδαμε τον Ορχομενό στην πλευρά της πεδιάδας και μετά τη λίμνη Κωπαΐδα που φαινόταν να έχει συρρικνωθεί αρκετά. Είδαμε επίσης και λίγο την κορυφογραμμή του βουνού Ελικώνα. Αρκετές ώρες μετά φτάσαμε στην πόλη της Παραπουγκιάς, που λέγεται ότι είναι τα Λεύκτρα. Προχωρώντας περίπου ένα μίλι ανακαλύψαμε ερείπια που δείχνουν καθαρά ότι εδώ θα πρέπει να ήταν μια αρχαία πόλη που δεν μπορεί να είναι άλλη από τα Λεύκτρα, όπου νίκησε ο Επαμεινώνδας τους Σπαρτιάτες. Βρίσκεται σε μια μικρή πεδιάδα και πάνω από τα ερείπια της πόλης είναι τα χωράφια με το σιτάρι. Δεν αξίζει να προσέξεις κανένα από τα ερείπια. Γι’ αυτό συνεχίσαμε για τις Πλαταιές.

Πλαταιές και Θήβα
Γκραβούρα που απεικονίζει τον Παυσανία

Στις Πλαταιές σταματήσαμε για να εξετάσουμε τα ερείπια της διάσημης πόλης που είναι χτισμένη σε έναν λοφίσκο στους πρόποδες του Κιθαιρώνα. Το σύγχρονο χωριό ονομάζεται Κόχλα. Το ύψωμα, που ήταν η ακρόπολη, είναι ένα επιβλητικό μέρος και ξεχωρίζει από κάποια ερείπια. Παραμένουν ακόμη ίχνη από τα τείχη της πόλης. Κοντά την Ακρόπολη βρίσκεται ένα ογκώδες ερείπιο, που έχει τη μορφή μεγάλου τείχους φτιαγμένου από τεράστιες πέτρες και δύο εξοχές. Αυτό πρέπει να ήταν είτε ένα μέρος του τείχους, είτε, το πιθανότερο, μέρος μιας ταβέρνας που προοριζόταν γι’ αυτούς που έρχονταν για επίσκεψη και θυσία. Κοντά στην ακρόπολη, και μέσα την πεδιάδα, υπάρχει μια ωραία πηγή που αναφέρεται και από τον Παυσανία και γύρω από αυτήν τεράστια ερείπια κτιρίων. Στην γύρω περιοχή υπάρχουν κάποιες σαρκοφάγοι. Αυτά είναι όσα μπορέσαμε να δούμε από αυτό το φημισμένο μέρος, στο οποίο, ηττήθηκε ο περσικός στρατός του Μαρδόνιου.

Η πεδιάδα που ανήκει στην πόλη είναι μεγάλη και πλούσια, αλλά προς το παρόν δεν καλλιεργείται ιδιαίτερα. Όλη η Βοιωτία είναι μια πραγματικά γοητευτική περιοχή. Πουθενά αλλού δεν έχω δει τόσο όμορφη ποικιλία λόφων και πεδιάδων και ταυτόχρονα τόσο πλούσιο έδαφος.

Από τις Πλαταιές συνεχίσαμε για τη Θήβα. Μόλις φτάσαμε στην πόλη, πρώτα περιμέναμε τον πασά, που είχε έρθει από τη Λιβαδειά. Έμεινε τρεις μέρες και παρά τις διαμαρτυρίες έβαλε φόρους 12.000 γρόσια. Η Θήβα είναι μια πόλη 1.500 ή 2.000 ψυχών, οπότε ο φόρος αυτός ήταν πολύ βαρύς. Ο βλοσυρός πασάς μας δέχτηκε με ευγένεια και διέταξε να πάρουμε τα άλογα μας χωρίς καθυστέρηση. Είναι πολύ ωραίος άνδρας παρά την καστανή μακρά γενειάδα του. Τον βρήκαμε να καπνίζει ένα μεγάλο ναργιλέ, περιτριγυρισμένο από Τούρκους στους οποίους θα έπρεπε να δώσουμε ένα δώρο, αλλά το ξεχάσαμε. Ο πασάς μας οδήγησε στον κυβερνήτη, που μας βρήκε σπίτι να κοιμηθούμε.

Η Θήβα τώρα ονομάζεται τα Θήβα, ή συνήθως στη Βοιωτία τα Φήβα, από την εύκολη αντικατάσταση του Θ με το Φ, που συνέβαινε στη αρχαιότητα. Οι Τούρκοι τη λένε Στήφα, Η πόλη βρίσκεται σε ένα λόφο πάνω σε ένα λόφο και οριοθετείται περιμετρικά με τους γειτονικούς λόφους, που υψώνονται περίπου 50 μέτρα πάνω από τη πεδιάδα, και βρίσκεται 3χλμ βόρεια από το ψηλότερο σημείο της οροσειράς. Οροθετείται προς τα ανατολικά και δυτικά από τα φαράγγια δύο μικρών ποταμών, και περιζώνεται από ένα κατεστραμμένο τείχος που αποτελείται από υλικά διαφόρων εποχών, ανάμεσα στα οποία βλέπουμε σε διάφορα σημεία ρωμαϊκά πλακόστρωτα και μεγάλα τετράγωνα κομμάτια ελληνικού ρυθμού. Σε ένα χαμηλό ύψωμα στο βόρειο άκρο υπήρχε ένας πύργος, ο οποίος μαζί με ένα άλλο πύργο με ακρινή πύλη στην βορειοανατολική πλευρά έχουν πιο στιβαρή κατασκευή από το κατεστραμμένο τείχος, και αποτελούνται κυρίως από αρχαία υλικά.

Η Θήβα έχει 750 οικογένειες, από τις οποίες οι 250 είναι τουρκικές. Οι δρόμοι είναι στενοί και τα σπίτια βρίσκονται το ένα πλάι στο άλλο. με λίγους κήπους. Προς τα νότια, ανάμεσα στην πόλη και την οροσειρά, υπήρχε ένα χώρος όπου παλαιότερα βρισκόταν η Κάτω Θήβα, που διασχίζεται από ένα ποτάμι πάνω σε καμάρες, το οποίο ακόμη και σήμερα μεταφέρει νερό στην πόλη από το δυτικό ποτάμι. Η περιοχή έχει 64 χωριά, τα περισσότερα από τα οποία είναι μικρά.

Στη Θήβα όπως και στις άλλες πόλεις της Ελλάδας, που συνεχίζουν να βρίσκονται εκεί που ήταν και οι αντίστοιχες αρχαίες πόλεις, οι αρχαιότητες αποτελούνται κατά κύριο λόγο από κομμάτια αρχιτεκτονικής και γλυπτικής ή από μάρμαρα με επιγραφές, διάσπαρτα ανάμεσα στα σπίτια, στα τζαμιά, στα λουτρά και τις βρύσες, στα τείχη, στις σκάλες, στους δρόμους και τα πεζοδρόμια. Ούτε ένα κτίριο δεν μπορεί να βρεθεί, αν και είναι πολύ πιθανόν κάποια απομεινάρια πρέπει να είναι ανακατεμένα με τις σύγχρονες κατασκευές ή θαμμένα κάτω από αυτές. Στην πλευρά της Κάτω Θήβας και προς τα νότια της πόλης, όπου η πρόσβαση είναι ευκολότερη, μπορεί να βρίσκονται ακόμη ερείπια κάτω από το έδαφος.

Η Θήβα, η πόλη του Πίνδαρου και η έδρα του πολέμου και της ελευθερίας, έχει ξεχάσει το όνομα του ποιητή και το πνεύμα των ηρώων της. Είμαι σίγουρος ότι δεν υπάρχει αντίτυπο των έργων του στη Θήβα και μπορούμε όλοι εύκολα να δούμε ότι οι Θηβαίοι είναι βουλιαγμένοι στην σκλαβιά. Αφού τα είδαμε όλα, αφήσαμε τη Θήβα.

Nicholas Biddle

Λιβαδειά (19ος αιώνας)

Η Λιβαδειά έχει επιβλητική εμφάνιση από τα βόρεια, συνθέτοντας ένα σκηνικό όμορφο και μοναδικό. Τα περισσότερα σπίτια της περιστοιχίζονται από κήπους και έτσι καταλαμβάνουν μεγάλο χώρο πάνω σε κάποιες απότομες πλαγιές, στους πρόποδες ενός απόκρημνου υψώματος που στεφανώνεται με ένα κατεστραμμένο κάστρο που λέγεται ότι χτίστηκε από τους Καταλανούς. Αυτό το ύψωμα αποτελεί μια απότομη, βόρεια απόληξη του όρους Ελικώνα και χωρίζεται προς τα ανατολικά από παρόμοιους λόφους με ένα χείμαρρο, που αναβλύζει από το βουνό ανάμεσα σε ψηλούς γκρεμούς και πέφτει με μεγάλη ταχύτητα πάνω σε ένα βραχώδες μέρος, αφού διασχίσει το κέντρο της πόλης. Είναι η αρχαία Έρκυνα. Πάνω από το κάστρο το τοπίο είναι γενικά ξερό.

Λιβαδειά
Η Λιβαδειά το 1819

Η κύρια παροχή νερού γίνεται από κάποιες πηγές στο νότιο άκρο της πόλης και στους κήπους που περιζώνουν τα σπίτια. Υπάρχουν επίσης πηγές σε πολλά μέρη σε αυτήν την πλευρά, έτσι ώστε όλη αυτή η υπερβολή σε νερό, σε συνδυασμό και με το φυσικό καταφύγιο που δημιουργούν τα βουνά που κρέμονται από πάνω, να κάνει τον αέρα το καλοκαίρι, στο βόρειο μέρος της πόλης για κάναδυο ώρες το πρωί και το βράδυ, ευχάριστα δροσερό.

Τα ίδια αυτά βουνά ωστόσο, αν εξαιρέσει κανείς το αεράκι που φυσάει συχνά, κάνουν τη θερμοκρασία πολύ υψηλή, ενώ το χειμώνα δημιουργούν υγρασία στερώντας από την πόλη τις ακτίνες του ήλιου. Ο ήλιος δεν ζεσταίνει ούτε χαμηλότερα σημεία της πόλης της Λιβαδειάς μετά τις δύο το μεσημέρι. Εξαιτίας αυτών των συνθηκών, το κλίμα δεν θεωρείται ευχάριστο ή υγιεινό. Λέγεται δε, ότι το καλοκαίρι, λόγω των αναγκών για εξαερισμό, οι βλαβερές αναθυμιάσεις των ποτιστικών χωραφιών με βαμβάκι και ρύζι γίνονται παντού αισθητές, αν και απέχουν κοντά 3χλμ. από το βόρειο τμήμα της πόλης. Η Βελίτσα, που έχει παρόμοια θέση και θέα, επηρεάζεται από το γειτονικό βουνό, με τον ίδιο τρόπο, και εκεί το χωριό ήταν στη σκιά ακόμη και πριν το μεσημέρι. Η αλήθεια είναι ότι σε όλες τις αρχαίες πόλεις της Δωρίδας, της Φωκίδας και της Βοιωτίας που καταλάμβαναν τις ισχυρές και άλλοτε προνομιούχες κάτω από τις βόρειες πλευρές του Παρνασσού και του Ελικώνα, βίωναν τα ίδια προβλήματα και είχαν το ίδιο κλίμα το χειμώνα, όπως σημειώνει ο Παυσανίας, ειδικά στη Λιλαία.

Η Λιβαδειά έχει ένα γενικότερο αέρα χλιδής σε σχέση με όλα τα άλλα μέρη στην Ελλάδα, χωρίς να εξαιρούνται τα Ιωάννινα. Αυτό οφείλεται και στον μικρό αριθμό Τούρκων, που γενικά δεν είναι μόνον οι ίδιοι φτωχοί, αλλά και αιτία φτώχειας για τους άλλους. Εκεί οφείλεται εν μέρει και η κατασκευή μεγάλων ελληνικών σπιτιών, τα οποία έχοντας ευρύχωρα δωμάτια και εξώστες, σύμφωνα με το τουρκικό στυλ, φαίνεται ότι χτίζονται προωθώντας την πόλη προς τον απότομο γκρεμό του λόφου. Μπορεί να παρατηρηθεί, ωστόσο, ότι αυτή η αρχιτεκτονική, αποτέλεσμα της ελληνικής ματαιοδοξίας πάντα έτοιμης να μιμηθεί το τουρκικό μεγαλείο, αν και ευχάριστη το καλοκαίρι, δεν ταιριάζει σε ένα μέρος όπου ο χειμώνας είναι βαρύς και μεγάλος. Υπάρχουν περίπου χίλια πεντακόσια σπίτια στην πόλη της Λιβαδειάς, από τα οποία μόνο τα εκατόν τριάντα είναι τούρκικα.

Το πιο ευδιάκριτο σημείο στην πόλης της Λιβαδειάς είναι ένας πύργος με ένα ρολόι. Στην περιοχή υπάρχουν εβδομήντα χωριά, από τα οποία το μεγαλύτερο είναι το Δαδί και η Αράχοβα. Το Ξεροχώρι, η Φίλα και πολλά άλλα στην Εύβοια έχουν καταχωρισθεί στο βιλαέτι, καθώς επίσης και ο Κάλαμος, και κάποια άλλα στην Αττική.

Η ομηρική Μήδεια βρισκόταν σύμφωνα με τον Παυσανία σε ένα ύψωμα από όπου οι κάτοικοι, υπό την καθοδήγηση του Λέβαδου, ενός Αθηναίου, μετακινήθηκαν σε χαμηλότερο σημείο και εκεί έχτισαν μια πόλη που της έδωσαν το όνομα Λιβαδειά. Φαίνεται δηλαδή ότι η Μήδεια βρισκόταν στην πλευρά του κάστρου και προς το δυτικό τμήμα της καινούργιας πόλης. Στην ανατολική της πλευρά περιβαλλόταν από την Έρκυνα, ενώ η Λιβαδειά κατελάμβανε το χαμηλότερο μέρος της σημερινής πόλης. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς, ωστόσο, ότι το κάστρο δεν ήταν ποτέ μέρος της αρχαίας πόλης μια και ήταν τόσο σημαντικό για την ασφάλεια της. Οι μόνες αρχαιότητες είναι κάποιες τετράγωνες ελληνικές πέτρες στα τοιχώματα, του κατεστραμμένου κάστρου, και λίγες επιγραφές και αρχιτεκτονικά κομμάτια διάσπαρτα στην πόλη. Αυτή η ισχυρή και πλούσια σε νερό πόλη, που πάντα είχε μεγάλο πληθυσμό, έχει επιδοθεί σε πολλές ανακατασκευές με βάση τα αρχαία υλικά ώστε τίποτε πλέον δεν έχει παραμείνει στη θέση του.

Η Λιβαδειά σαν βακούφι, διοικείται από βοεβόδα που εκμισθώνει τα εισοδήματα από τη διαχείριση των βασιλικών τζαμιών (της Πύλης). Ή πιο συχνά από βεκίλη ή αντιπρόσωπο, στον όποιο ο βοεβόδας δίνει αναφορά. Ο Τούρκος που τώρα κατοικεί στη Λιβαδειά είναι αντιπρόσωπος, αλλά συλλέγει ο ίδιος και εκμεταλλεύεται τους φόρους.

Η δημοτική εξουσία μοιράζεται ανάμεσα σε τρεις κυρίαρχες ελληνικές οικογένειες, από τις οποίες η πρώτη είναι του Γιάννη Χονδροδήμα ή Λογοθέτη, εξαιτίας του αξιώματος του στην εκκλησία. Όλες οι υποθέσεις της πόλης περνούν από τα χέρια ενός γραμματικού που τον ορίζουν οι παραπάνω άρχοντες. Ούτε ο Τούρκος βοεβόδας, ούτε ο καδής (ιεροδικαστής) ανακατεύονται, εκτός και αν η υπόθεση αφορά Τούρκο. Ειδικά ο πρώτος απέχει ολοκληρωτικά, καθώς φοβάται μήπως χάσει τα συνηθισμένα δώρα που παίρνει από τους Έλληνες, καθώς και τα αποτελέσματα των διαμαρτυριών τους στην Κωνσταντινούπολη. Η κύρια ασχολία του είναι να συλλέγει τους φόρους του σουλτάνου, που δίνονται προς το παρόν στα τρία παραπάνω πρόσωπα για 2.500 γρόσια το χρόνο. Αυτοί οι φόροι είναι το μίρι, ή δεκάτη ή αβαρέσι ή φόρος στην προσωπική περιουσία, και το χαράτσι ή κεφαλικός φόρος.

Το πρώτο υπενοικιάζεται σε μερίδια κάθε χρόνο. Αυτοί που το εκμισθώνουν επισκέπτονται τα χωριά τον καιρό του θερισμού και παίρνουν το μερίδιο τους, που για τα χωράφια που ανήκουν στους Έλληνες είναι περίπου το ένα όγδοο. Ό,τι απομείνει μοιράζεται σε αναλογία δύο τρίτων ανάμεσα στον ιδιοκτήτη και σε αυτόν που έχει την αποθήκη και προμηθεύει τον σπόρο του καλαμποκιού. Οι θεριστές πληρώνονται κυρίως σε είδος δηλαδή, ή μια συμφωνημένη ποσότητα την ημέρα, ή το ένα δέκατο της σοδειάς: ό,τι μένει είναι το μερίδιο του μεταπράτη και μοιράζεται σε ισότιμα μερίδια. Αρκετές φορές τη δεκάτη την εκμεταλλεύεται ο Έλληνας ιδιοκτήτης, αλλά σε αυτήν την περίπτωση το μερίδιο του από το θερισμό είναι δεκαεφτά εικοστά τέταρτα.

Μερικά χωράφια στη Λιβαδειά είναι του σπαχή (ιππέα του οθωμανικού στρατού) και τα διατηρεί καθ’ όλη την διάρκεια της φεουδαρχικής θητείας από τον καιρό της κατάκτησης. Αυτά αποδίδουν λιγότερη δεκάτη στον σπαχή από ό,τι τα ελληνικά χωράφια στον εκμεταλλευτή του βακουφιού. Συνήθως ενοικιάζονται από Έλληνες της Λιβαδειάς και καλλιεργούνται όπως τα άλλα. Τυχαίνει μερικές φορές οι τελευταίοι να έχουν και αυτά του σπαχή, και συμβαίνει ενίοτε ο Έλληνας να έχει τη θέση του σπαχή στο χωριό. Συνήθως, όμως, αυτά τα χωράφια βρίσκονται στα χέρια των Αλβανών στρατιωτών, που τα θεωρούν ως ένα καλό τρόπο για να μαζεύουν αποθέματα, όπως οι σπαχήδες, πέρα από τη δεκάτη, που σύμφωνα με το έθιμο αντιστοιχεί σε ένα γρόσι το χρόνο για κάθε ενήλικο άνδρα και μισό και κάθε αγόρι στο χωριό, συν μια συγκεκριμένη μερίδα φαγητού, που πάντα παίρνουν οι Αλβανοί για τη συντήρηση τους, και άλλα προνόμια που η θέση του μουσουλμάνου στρατιώτη τους προσφέρει. Μερικές φορές τυχαίνει ο σπαχής να μένει στην περιοχή και να μην εισπράττει τη δεκάτη παρά μόνο ως φέουδο και ό,τι άλλο μπορεί να αποσπάσει εκβιαστικά.

Ο φτωχός Έλληνας χωρικός δεν παίρνει παρά ψίχουλα από τη γη που κατέχουν οι ομόθρησκοι του. Αν και σπάνια μπορεί να καταφέρει ένα τίμιο παζάρεμα για το μερίδιο του στην παραγωγή, γενικώς πρέπει και από αυτό να δίνει τον υπέρμετρο τόκο που ο Έλληνας ιδιοκτήτης γης ή ο σπαχής τον έχουν αναγκάσει να δίνει, αφού του έχουν δημιουργήσει την ανάγκη να δανειστεί: με λίγα λόγια δεν βρίσκεται σε καλύτερη θέση από έναν εργάτη σε ένα τούρκικο τσιφλίκι. Η δυστυχία του ολοκληρώνεται, επειδή η ανώτερη τάξη των Ελλήνων στη Λιβαδειά είναι τόσο προκλητική και αναίσθητη προς τους κατώτερους της, όσο ζηλεύονται με κακεντρέχεια και μεταξύ τους. Αν και δεν μπορούμε να αρνηθούμε το γεγονός ότι ταυτόχρονα διαθέτουν όλη τη φιλοξενία, την εξυπνάδα και την κοινωνική προδιάθεση του λαού, και αντίθετα προς τους θησαυρίζοντες Εβραίους και Αρμένιους, γενικά ζουν τη ζωή τους.

Τον Αλή πασά φοβούνται στη Λιβαδειά πιο πολύ από ό,τι την Πύλη. Και προσφέρονται να στείλουν κάθε άνοιξη μια αντιπροσωπεία από άρχοντες στα Ιωάννινα με δώρο να ανέρχεται στα 100 γρόσια. Λίγο καιρό πριν ο Αλή πασάς προσπάθησε να κατακτήσει το Δαδί, αλλά με την παρέμβαση των αρχηγών της Λιβαδειάς η καταστροφή της ανερχόμενης αυτής κοινότητας αποφεύχθηκε προσωρινά. Οι επιδιώξεις του, ωστόσο, τείνουν να αυξάνονται προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ ο γιος του, Βελής, πρόσφατα κατέκτησε την επαρχία της Αταλάντης

William Martin Leake

Δελφοί

Δελφοί! Τι θλιβερή και μοναχική εικόνα! Το μέρος αυτό, που κάποτε ήταν το κέντρο της ελληνικής τέχνης και θρησκείας, εκεί όπου η διάνοια και η δεισιδαιμονία του πρώτου ανάμεσα στα έθνη αρέσκονταν να επιδεικνύει τη δύναμη και την υπερβολή του, τώρα καταπιέζεται από έναν ξένο λαό.

Δελφοί
Κασταλία πηγή, Χαλκογραφία

Τα ιερά έχουν μετατραπεί για να εξυπηρετούν μια νέα θρησκεία. Τα μνημεία του, διασκορπισμένα και ερειπωμένα από τους βαρβάρους. Και όμως παρ΄ όλα αυτά, έχουν απομείνει μόλις κα μετά βίας κάποια, για να δηλώνουν τη θέση του και να διαλαλούν την κακοδαιμονία του. Αυτή η αίσθηση του ερειπωμένου τοπίου αναμιγνύεται με τη μεγαλοπρέπεια και την αξιοσέβαστη ανάμνηση της φήμης και του μεγαλείου του. Αυτά τα ερείπια φαντάζουν ταυτόχρονα ακέραια και ρημαγμένα. Αυτή η φοβερή κατοικία των θεών, αυτός ο ναός, που περικλείει την εικόνα του Απόλλωνα και δείχνει στον επισκέπτη, που κοιτάζει με δέος τους αναθηματικούς θησαυρούς της δεισιδαιμονίας και τα λαμπρά κομψοτεχνήματα, του Έλληνα καλλιτέχνη τώρα κείτεται κατεστραμμένος και ακρωτηριασμένος.

Το βουητό των ανθρώπων του έχει σωπάσει. Το μαντείο του είναι βουβό. Πάνω στα ερείπια των ναών του έχει φυτρώσει ο σταυρός, που θριαμβολογεί για την κακοδαιμονία του και μαρτυρά τη νίκη της καινούργιας θρησκείας. Αυτό ο λαός, ο τόσο τιμημένος και περήφανος, με ένα μαντείο που έδινε τα φώτα στους λαούς, στενάζει κάτω από το ζυγό της τουρκικής τυραννίας. Μάταια ψάχνω να δω το πλήθος που ανέβαινε κάποτε το βουνό, φέρνοντας τις προσφορές και τις ελπίδες του κάθε ανθρώπου. Έχουν χαθεί όλα. Ακόμη και το μικρό χωριό που υπάρχει σήμερα προσβάλλει τη μνήμη των Δελφών και δεν θυμίζει σε τίποτα ούτε τον πλούτο του, ούτε τη δόξα του, μα ούτε καν το πνεύμα του.

Οι τεράστιοι σωροί των ερειπίων που αψηφούν τη μανία των κατακτητών και την ύπουλη και ακατάπαυστη φθορά του χρόνου, αντέχουν ακόμη για να μεταφέρουν την εικόνα της σπουδαιότητας, της οποίας η ουσία δεν υπάρχει πια.

Η φύση χαμογελά ακόμη στο ερείπιο. Παρά τη βαρβαρότητα, διατρανώνει ακόμη τη δύναμη της. Η εύφορη πεδιάδα που οδηγεί στους Δελφούς είναι ακόμη λαμπρή. Ο Πλειστός κρατάει ακόμη σταθερή την πορεία του. Όλη η περιοχή, που κάποτε ήταν η αιτία ενός βίαιου και φανατικού πολέμου, τώρα ανθίζει για να εκδικηθεί τους διώκτες της πάνω στα ερείπια. Πόσο δυνατή η φύση, πόσο μικρόψυχος ο άνθρωπος.

Ωστόσο, πρέπει να ξεχωρίσω τα αισθήματα από την αφήγηση και να καταγράψω όσα είδα. Φθάσαμε στους Δελφούς, στο σπίτι ενός ιερέα. Θλιβερή η αντιστροφή που έχει υποστεί η ιεροσύνη. Ο ανώτατος ιερέας των Δελφών έχει αντικατασταθεί από την φτωχή ταπεινότητα ενός Έλληνα εφημέριου. Η γενειάδα του είναι ίσως το πιο κοινό σημείο του με τον προκάτοχο του, ενώ η φτώχεια και η τιμιότητα του οι μεγαλύτερες διαφορές τους. Τα ερείπια βρίσκονται όλα στην πλαγιά ενός λόφου, ο οποίος ξεκινά από τους πρόποδες του Παρνασσού και κατεβαίνει στην πεδιάδα. Περπατήσαμε στους πρόποδες του λόφου, όπου υπήρχε μια βρύση που φαινόταν αρχαία. Ο εφημέριος, που ήρθε μαζί μας, μας είπε ότι ήταν η Κασταλία. Λίγο αργότερα, ωστόσο, είδαμε ακόμη μία, που θα έπρεπε να ήταν η αληθινή, μια και η πρώτη ήταν πολύ μικρή και δεν φαινόταν για πηγή. Προέρχεται από δύο πηγές στη βάση της μεγάλης σχισμής που χωρίζει τις δύο πλευρές του Παρνασσού. Η μία είναι μεγάλη 3μ. πλάτος και 6μ. μήκος. Υπάρχουν σκαλιά προς τα κάτω, για τους ανθρώπους που θέλουν να καθήσουν εκεί και να γιατρευτούν, κα ένα μικρό δωμάτιο, που την περικλείει, σκαλισμένο πάνω στο βράχο. Τα σκαλοπάτια και ο βράχος είναι αρχαία. Η άλλη πηγή είναι λίγο πιο ψηλά και είναι μικρή, αλλά σύντομα ενώνονται. Το νερό είναι ωραίο και καθαρό. Γύρω από την πηγή υπάρχουν γυναίκες από τους Δελφούς, που έπλεναν βρόμικα ρούχα.

Ο Παρνασσός, τόσο διάσημος στην ελληνική μυθολογία, είναι ένα βουνό ελάχιστα ελκυστικό για τον απλό επισκέπτη. Είναι ένας άγονος όγκος, με γαλαζωπό και γκρίζο χρώμα, που κρέμεται κατακόρυφα πάνω από τους Δελφούς. Η κορυφή του Παρνασσού, είναι καλυμμένη με χιόνια δεν είναι ορατή από τους Δελφούς. Οι Δελφοί είναι το νοτιότερο μέρος της κορυφογραμμής και διαχωρίζονται από τον κόλπο με μα μικρή πεδιάδα. Στο σημείο που αναβλύζει η Κασταλία πηγή το βουνό χωρίζεται στη μέση από μία σχισμή που έχει πλάτος 6-9μ. Πιθανώς έχει σχηματιστεί από σεισμό. και εκτείνεται από την κορυφή ως τους πρόποδες, έτσι ώστε να φαίνεται ότι το βουνό έχει δύο κορυφές.

Ο λόφος είναι πολύ απότομος για να κατέβεις κατ’ ευθείαν στους Δελφούς. Γύρω από την Κασταλία πηγή και μέρος της αίθουσας των σκαλοπατιών υπάρχουν και άλλα ερείπια, τα οποία πιθανόν να αποτελούσαν μέρος του ναού του Απόλλωνα. Απέναντι από το βράχο υπάρχει μια εσοχή, ή κόγχη, η οποία μπορεί να χρησιμοποιούνταν για κάποιο άγαλμα ή για το ίδιο το μαντείο.

Από την εσοχή μέχρι το δωμάτιο πάνω από τη πηγή υπάρχει ένα υπόγειο πέρασμα που φαίνεται από τις πέτρες κάτω από την αίθουσα. Αυτό μάλλον χρησιμοποιούνταν σαν πέρασμα των ιερέων, με σκοπό την καλύτερη εξυπηρέτηση του μαντείου. Η αλήθεια είναι ότι ολόκληρο το βουνό βρίθει από τέτοιους αόρατους δρόμους. Αυτό το καταλαβαίνει κανείς από την ηχώ των εσοχών, καθώς επίσης και από την άμεση παρατήρηση.

Ακριβώς κάτω από τον Παρνασσό υπάρχει ένα είδος γηπέδου με ένα πέτρινο παγκάκι τριγύρω, που πιθανόν να χρησιμοποιούνταν για μουσική και διασκέδαση. Τα μεγάλα ερείπια που βρίσκονται εκεί κοντά αποδεικνύουν ότι πρέπει να ήταν μέρος κάποιου τεράστιου κτιρίου. Πιο χαμηλά στο βουνό υπάρχουν και άλλοι σωροί ερειπίων. Κάποια από αυτά διατηρούν το σχήμα σπιτιών και μαρτυρούν το αρχαίο μεγαλείο τους. Μέσα στους βράχους υπάρχουν σκαμμένες πολλές μεγάλες τρύπες, που προορίζονταν είτε για λουτρά είτε για κρεβάτια. Υπάρχει επίσης μια μεγάλη πεδιάδα, περίπου στα μισά του βουνού, που θα πρέπει να ήταν το γυμνάσιο. Όλα τα ερείπια εξάπτουν τη φαντασία με το παραπάνω, χωρίς όμως να ικανοποιούν την περιέργεια. Ναοί χωρίς όνομα και στενά ανοίγματα στους βράχους είναι ό,τι έχει απομείνει. Και όμως αυτά τα λίγα ερείπια είναι τόσο μεγαλοπρεπή.

Η πόλη των Δελφών κατεβαίνει από τους πρόποδες του Παρνασσού προς το ποτάμι και τη μικρή κοιλάδα που την απομονώνει προς το Νότο. Ανατολικά και δυτικά υπάρχουν τα στενά ανοίγματα. Το ένα οδηγεί προς τη Λιβαδειά κα το άλλο προς την πεδιάδα.

Κρίνοντας από τους ναούς στο Χρισσό, υποθέτω πως η πόλη των Δελφών ήταν εκεί και μετακινήθηκε πάνω από τους μικρούς λόφους που χωρίζουν το Χρισσό από τη μικρή πόλη Καστρί. Το πιο κατοικημένο μέρος ήταν κάτω από την Κασταλία πηγή. Η κάθοδος χωρίζεται στη μέση από το ποτάμι Κασταλία, που χάνεται μέσα σε κάποιο άλλο στους πρόποδες του λόφου. Οι επιγραφές είναι ανεπαρκείς. Είδα μία που ήταν μέσα σε ένα κελάρι, αφού ενόχλησα κάποιες χήνες που κούρνιαζαν εκεί. Διακρίναμε με τη βοήθεια ενός κεριού αρκετά τμήματα επιγραφών στις πέτρες του τοίχου.

Κάποιοι άνδρες που είχαν βρει νομίσματα με πολιόρκησαν ασφυκτικά. Δεν επιθυμούσα να αγοράσω μέταλλα, και αυτά που μου πρόσφεραν ήταν απροσδιόριστα και χωρίς ενδιαφέρον. Μόνο ένα ρωσικό νόμισμα, που θα μπορούσα να αγοράσω λόγω της καλής του συντήρησης, μου κίνησε την περιέργεια. Ο υπηρέτης μου, όμως, αναγνώρισε πως ήταν ρωσική πένα.

Μέχρι τώρα έχω δει όλα τα αξιοπερίεργα στους Δελφούς.

Nicholas Biddle

Ναύπακτος (19ος αιώνας)

Η Ναύπακτος αν και κατά κύριο λόγο αποκτά τη φήμη της στο απόγειο της ελληνικής ιστορίας, εξαιτίας του λιμανιού της στην είσοδο του Κορινθιακού κόλπου, οφείλει τη θέση της στον ισχυρό λόφο, στις γόνιμες πεδιάδες και τα άφθονα τρεχούμενα νερά της.

Ναύπακτος
Η κοιλάδα του Πλειστού

Η πεδιάδα στη δυτική πλευρά της πόλης, που εκτείνεται μέχρι το όρος Κακή Σκάλα, έχει πλάτος ένα μίλι προς το μέρος κοντά στην πόλη. Καλύπτεται με ελιές και χωράφια με καλαμπόκι, καθώς κα με λίγα αμπέλια. Η Πιλαλά, ανατολικότερα, είναι γυμνή, αλλά παράγει κριθάρι, βαμβάκι και λίγα σταφύλια, που, ως συνήθως, στην ηπειρωτική Ελλάδα βρίσκονται σε χαμηλές θαμνώδεις περιοχές, αν και η εμπειρία δείχνει ότι το καλό κρασί βγαίνει μόνο στους λόφους. Τέτοιες θέσεις όμως απαιτούν περισσότερη δουλειά από ό,τι οι πεδιάδες. Οι τελευταίες αποδίδουν μεγαλύτερο και περισσότερο καρπό. Αλλά στην Ελλάδα δεν υπάρχει αρκετή ζήτηση κρασιού υψηλότερης τιμής όπως αυτό που παράγεται στα υψώματα.

Το κάστρο και η πόλη καταλαμβάνουν τη νοτιοανατολική και τις ανατολικότερες πλευρές του λόφου, ο οποίος είναι ένας από τους πρόποδες του όρους Ρίγανη και φτάνει μέχρι τη θάλασσα, χωρίζοντας την πεδιάδα, της Πιλαλάς από αυτήν που είναι προς το κάστρο της Ρούμελης και του βουνού Κακή Σκάλα. Το μέρος είναι οχυρωμένο με το συνήθη στους αρχαίους τρόπο, που χρησιμοποιούνταν για θέσεις παρόμοιες με αυτήν της Ναυπάκτου, δηλαδή καταλαμβάνει μια τριγωνική πλαγιά με μια ακρόπολη στην κορυφή, και έναν ή περισσότερους τοίχους που διασταυρώνονται και το χωρίζουν σε ενδιάμεσα μέρη. Στη Ναύπακτο υπάρχουν περίπου πέντε εσοχές ανάμεσα στην κορυφή και τη θάλασσα, με πύλες επικοινωνίας από τη μία στην άλλη, και μια παράπλευρη πύλη προς τα δυτικά, που οδηγεί στην έξοδο του κάστρου από τη δεύτερη εσοχή μέχρι την κάθοδο. Είναι πιθανόν τα καινούργια τείχη να ακολουθούν ακριβώς το αρχαίο σχέδιο του κάστρου, γιατί σε πολλά σημεία στηρίζονται πάνω σε αρχαιοελληνικά θεμέλια, διατηρώντας ακόμη κομμάτια του αρχαίου τείχους που έχουν ενσωματωθεί στο νέο. Η σημερινή πόλη καταλαμβάνει μόνο τη χαμηλότερη εσοχή, στη μέση της οποίας υπάρχει το μικρό λιμάνι, που απέκτησε τόσο σπουδαία φήμη στην αρχαία ιστορία. Σήμερα είναι γεμάτο με σκουπίδια και δεν μπορεί να δεχθεί τις μεγαλύτερες βάρκες που πλέουν στον κόλπο.

Μέσα στα τείχη της Ναυπάκτου κατοικούν περίπου 400 τούρκικες οικογένειες και 30 εβραϊκές. Οι Τούρκοι ζουν σε κατεστραμμένα σπίτια, στη μιζέρια και τη φτώχεια, πολύ περήφανοι για να δουλέψουν, και με την αυθάδεια και την καταπίεση που ασκούν εμποδίζουν την εγκατάσταση των Ελλήνων εδώ. Στους τελευταίους, όπως συνηθίζεται, στις οχυρωμένες πόλεις της Τουρκίας, δεν επιτρέπεται να κατοικούν μέσα στα τείχη. Τα σπίτια τους δημιουργούν ένα προάστιο στις δύο πλευρές, στην καθεμία από τις οποίες υπάρχουν 100 σπίτια, αλλά τώρα κατοικούνται μόνο τα μισά.

Οι Έλληνες ασχολούνται μόνο με την καλλιέργεια των κήπων και με τα χωράφια με τα πορτοκάλια και τα λεμόνια, τα οποία θα απέδιδαν εδώ λόγω του άφθονου νερού, αν οι παράνομοι και οι πεινασμένοι ακόλουθοι του πασά, δεν κατέστρεφαν και δεν κατανάλωναν τα πάντα πριν ωριμάσουν. Τέτοια είναι η κατάσταση στη Ναύπακτο, που από εδώ μέχρι την Πάτρα δεν μπορεί κανείς να αγοράσει ούτε βότανα, ούτε λάδι, ούτε κρασί, πληρώνει 24 παράδες την οκά για το κρέας μιας προβατίνας, ενώ 20 είναι η τιμή του καλύτερου κρέατος στην Πάτρα.

Ο Μουζά πασάς ήταν κυβερνήτης της Θεσσαλονίκης και τον έστειλαν εδώ σαν ένα είδος εξορίας. Ζει κυρίως με συνεισφορές από τις γειτονικές περιοχές, ακόμη και από τη Βοστίτσα και κάποια άλλα μέρη στο Μοριά. Το βιλαέτι περιελάμβανε πριν όλη την περιοχή, μέχρι τα σαντζάκια της Άρτας και το Ευρίπου, δηλαδή την ευρύτερη περιοχή της Ακαρνανίας, Αιτωλίας και Λοκρίδας. Αλλά ο Αλή πασάς την περιόρισε μέχρι λίγο πιο πέρα από τα τείχη αυτής της πόλης. Ο Μουζά κατάγεται από οικογένεια της Λάρισας και παίρνει 150 γρόσια το χρόνο από γη στο Mollalik. Η Ναύπακτος του αποφέρει άλλα τόσα, αλλά οι απαιτήσεις της Πύλης, και τα δώρα που είναι υποχρεωμένος να στέλνει εκεί, τον κάνουν τόσο φτωχό, που σύμφωνα με την έκφραση του πληροφοριοδότη μου, το πιλάφι του γίνεται από λάδι, γιατί δεν έχει βούτυρο. Οι υπηρέτες του, με την ανοχή του αφέντη τους, πρόσφατα έκλεψαν καυσόξυλα, που είχαν κοπεί στον Ψαθόπυργο, από τον πρόξενο μας στην Πάτρα, για να σταλούν στη Μάλτα με πλοίο. Η ποσότητα που πήραν αρκούσε για όλη τη χειμερινή κατανάλωση που είχε ο πασάς στο χαμάμ και στην κουζίνα του. Τώρα προσπαθεί να συγκεντρώσει αρκετά γρόσια για να αγοράσει το επαρχείο του Μοριά. Τα λεφτά του πρέπει να είναι μαζεμένα μέχρι το επόμενο Μπαϊράμι, όταν η λίστα με τους κυβερνήτες που είναι στην εξουσία παρουσιάζεται στο σουλτάνο, ο οποίος ανακοινώνει τις αλλαγές στο Κουρμπάν Μπαϊράμι, 70 μέρες μετά το πρώτο.

Η Πύλη απαίτησε τελευταίως από τον Μουζά να στείλει στην Κωνσταντινούπολη 40-50 χιλιάδες γρόσια σε αξία καλαμποκιού, δίνοντας σύμφωνα με το έθιμο και κάποια τιμή στους καλλιεργητές, που δεν επαρκεί ούτε για το κόστος παραγωγής. Ο πασάς, όπως συμβαίνει με τους Τούρκους σε αντιπαλότητα, είναι πολύ ταπεινός και πολιτισμένος. Όπως συμβαίνει συνήθως με τους ανθρώπους που βρίσκονται σε υψηλές θέσεις, και αυτός και ο καγιάς του ασχολούνται με επιστημονικά θέματα: ο καγιάς μιλάει για γεωγραφία και ο πασάς για ιατρική.

Ο πλουσιότερος Τούρκος ιδιοκτήτης στη Ναύπακτο είναι ο Αντέμπεης, που πατέρας του ήταν ο πασάς. Έχει εισόδημα πάνω από 150 γρόσια το χρόνο και είναι τόσο φιλόξενος που ξοδεύει όλο του το εισόδημα στη φιλοξενία. Πρόσφατα έχτισε ένα σπίτι, που, αν και καλύτερο από φράγκικο αχυρώνα, όσον αφορά τα υλικά και την αρχιτεκτονική, εδώ θεωρείται σαν κάτι υπερβολικό. Αλλά το χτίσιμο κοστίζει ακριβά στην Ελλάδα, γιατί είναι ακριβή η εργασία, τα μαδέρια, τα τζάμια και τα καρφιά. Όλα, εκτός από την πέτρα και τους όλμους, έρχονται από την Τεργέστη και το Φιούμε. Ένα καλούτσικο σπιτάκι δεν μπορεί να χτιστεί με λιγότερο από 10.000 γρόσια, που, αν και ποσόν που δεν υπερβαίνει τις 600 στερλίνες, είναι μεγάλο για αυτή τη φτωχή χώρα.

William Martin Leake

Στα Σάλωνα

Φθάσαμε στα Σάλωνα, διασχίσαμε το Πλειστό, μετά περάσαμε ένα ανοιχτό μέρος στην Κρισαία πεδιάδα, και φθάσαμε στην αριστερή όχθη του ξεροπόταμου των Σαλώνων. Ακολουθήσαμε τον ποταμό, περνώντας μέσα από ένα χωράφι με ελιές, και τον διασχίσαμε για λίγο, κάτω από την είσοδο της κοιλάδας των Σαλώνων. όπου το επίπεδο στις όχθες του είναι λιγότερο από ένα μίλι σε πλάτος, και οριοθετείται από ένα βράχο του βουνού Χρισσού προς τα δεξιά και από μια προέκταση από άλλα βραχώδη βουνά στα αριστερά. Πέρα από το στενό, η κοιλάδα φαρδαίνει, ο δρόμος στρίβει περισσότερο προς τα δυτικά, πάλι μέσα από ελαιώνες, και δύο μίλια από τα Σάλωνα διασχίζουμε πάλι μια ανοιχτή πεδιάδα.

Στα Σάλωνα
Σάλωνα

Το κάστρο των Σαλώνων είναι ένα εκτεταμένο ερείπιο χτισμένο από τους Φράγκους ή από τους Έλληνες στο κατώτερο σημείο του, πάνω στα απομεινάρια των τειχών μιας αρχαίας πόλης. Ο κεντρικός πύργος του κάστρου βρίσκεται στην ακρόπολη και οι εξωτερικοί τοίχοι ακολουθούν σχεδόν εκείνους της πόλης. Τα απομεινάρια των δύο από τους ελληνικούς πύργους φαίνονται στην κατωφέρεια του λόφου προς το Βορρά, πάνω στην κορυφή μιας βραχώδους πλαγιάς, που κρέμεται πάνω από τα καινούργια σπίτια σε αυτό το σημείο.

Η αρχαία πόλη δεν φαίνεται να είχε μεγάλες διαστάσεις και είχε θέα προς τα βουνά. Κάτω από τους βράχους του κάστρου, προς τα νότια, αναβλύζει μια πολύ πλούσια πηγή με πολλούς πίδακες, που σχηματίζουν την κύρια πηγή του ποταμού. Υπάρχει μια άλλη πηγή, με λίγο νερό, στην πλαγιά του λόφου. Ο ποταμός ενώνεται με έναν παραπόταμο από το Βορρά, αλλά το νερό καταναλώνεται στο πότισμα των χωραφιών στην κοιλάδα, και αν δεν πέσουν δυνατές βροχές δεν φτάνει καθόλου νερό στον Πλειστό.

Στα Σάλωνα υπάρχουν 300 τούρκικες και 400 ή 500 ελληνικές οικογένειες. Στα χωριά της περιοχής ζουν μόνο Έλληνες. Σύμφωνα με έναν πρόχειρο υπολογισμό του κοτζαμπάση, υπάρχουν 100.000 ρίζες ελιές, δηλαδή τα ελαιόδεντρα στην περιοχή παράγουν περίπου 5 λίτρα κατά μέσο όρο το καθένα, που είναι για όλη την περιοχή μισό εκατομμύριο λίτρα. Όταν εξάγονται 3 καλά φορτωμένα πλοία, τότε είναι καλή χρονιά. Το λάδι είναι άριστης ποιότητας. Τώρα μαζεύουν τον καρπό, με τον ίδιο τρόπο που τον μαζεύουν και στην Αθήνα, τινάζοντας τα κλαδιά με μια μακριά βέργα, που έχει αποτέλεσμα να πέφτουν κάτω και πολλά φύλλα και μικρά κλαδιά. Οι κάτοικοι λένε ότι αυτό δεν καταστρέφει τον καρπό της επόμενης χρονιάς, γιατί τα δέντρα παράγουν άφθονες ελιές μόνο μια φορά στα δυο χρόνια, χωρίς να σκέφτονται ότι αυτός ο βάναυσος τρόπος που μαζεύουν τις ελιές μπορεί να είναι η κύρια αιτία που οι ελιές δεν παράγουν καρπό κάθε χρόνο.

William Martin Leake

Δεσφίνα

Η γη στη Δεσφίνα καλλιεργείται με κριθάρι και σιτάρι μόνο μια φορά στα δύο χρόνια, εκτός από συγκεκριμένα μέρη ανάμεσα στους βράχους, όπου καίνε τους θάμνους, ή εκεί που το χώμα εμπλουτίζεται με την κοπριά των προβάτων και των κατσικιών, τα οποία βρίσκονται σε μαντριά στους βράχους.

Δεσφίνα
Παρνασσός

Αυτές οι περιοχές καλλιεργούνται κάθε χρόνο χωρίς όργωμα. Φέτος (1805), όλο το νότιο άκρο της είναι ακαλλιέργητο, ενώ το βόρειο είναι καλλιεργημένο. Το χωριό Δεσφίνα ή Τζεσφίνα βρίσκεται στη δυική πλαγιά του ψηλού βραχώδους λόφου, στην κορυφή του οποίου υπάρχει ένα ξωκκλήσι και ένα μεγάλο πουρνάρι. Το ύψωμα χωρίζεται από τους βραχώδεις πρόποδες του βουνού Ξηρογιάννη με ένα ρέμα, με βόρεια κατεύθυνση, το οποίο αναβλύζει το οποίο αναβλύζει λίγο πιο πάνω από το χωριό, σε ένα σχίσιμο του βράχου ανάμεσα στα δυο βουνά: απέναντι από το χωριό το φαράγγι φαρδαίνει, και κάτω από αυτό εκτείνεται προς την πεδιάδα.

Το χωριό κατοικείται από περίπου 170 οικογένειες, οι περισσότερες από τις οποίες ζουν σε σπίτια με δυο πατώματα, άνετα, αν τα συγκρίνουμε με τα φτωχά αγροτόσπιτα των χωρικών της αλβανικής φυλής στην Αττική και τη Βοιωτία. Εδώ, όπως και στην Αράχοβα, και προς τα δυτικά, η αλβανική γλώσσα είναι άγνωστη, αν και πολύ κοντά στα χωριά και τα μοναστήρια του όρους Ελικώνα η γλώσσα αυτή μιλιέται ευρέως, και πολλές από τις γυναίκες δεν γνωρίζουν ούτε καν ελληνικά.

Αν και η Δεσφίνα βρίσκεται στην περιφέρεια Σαλώνων, ένα μεγάλο μέρος των οποίων ανήκει στους Τούρκους, δεν υπάρχει Τούρκος κάτοικος ή ιδιοκτήτης στην περιοχή της Δεσφίνας. Ο μουκατάς (ενοικίαση προσόδων) και τα χωράφια του σπαχή αγοράζονται από ένα ντόπιο Έλληνα, που μαζεύει τους φόρους και δίνει λόγο στο βοεβόδα των Σαλώνων για δεκάτη του ενός ενάτου στο καλαμπόκι, στα σταφύλια και τις ελιές, για δύο παράδες το κεφάλι στα βοοειδή, και πέντε γρόσια το κεφάλι κατά μέσο όρο για όλους τους άνδρες που υπόκεινται στο χαράτσι. Για τον εαυτό του, παίρνει σαν σπαχής ένα άσπρο το κεφάλι στα βοοειδή και τέσσερα γρόσια το στρέμμα στα αμπέλια.

Τελικώς, το χωριό συνεισφέρει 48 γρόσια το χρόνο στο βοεβόδα, ώστε να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Αλή πασά. Τα μοναστήρια πληρώνουν μόνο το χαράτσι για τους καλόγερους, τη δεκάτη για τη γη τους, και το ασπροκέφαλο για τα πράγματα, ή φόρο ενός άσπρου το κεφάλι για τα βοοειδή όλων των ειδών. όταν ρωτάω εδώ αν κάποιος ταξιδιώτης σαν εμένα, έχει επισκεφτεί ποτέ τη Δεσφίνα, κανένας δε θυμάται τίποτα, αν και ένας άνδρας μου δήλωσε ότι θυμάται να έχει δει έναν από τους ανθρώπους που ονομάζονται μιλόρδοι, πολύ κοντά στην Αράχοβα.

William Martin Leake

Στην Ήπειρο μιλούν ελληνικά

Στην Ήπειρο
Βουλευτήριο της αρχαίας Δωδώνης

Στην Ήπειρο βρίσκεται το πλέον ορεινό γεωγραφικό διαμέρισμα της χώρας. Αποτελείται από τους νομούς Ιωαννίνων, Θεσπρωτίας, Πρέβεζας, και Άρτας. Βόρεια συνορεύει με την Αλβανία και νότια με τους στερεοελλαδίτικους νομούς της Αιτωλοακαρνανίας και Ευρυτανίας, ανατολικά με τους μακεδονικούς νομούς Καστοριάς και Γρεβενών και τους θεσσαλικούς νομούς Τρικάλων και Καρδίτσας, ενώ δυτικά βρέχεται από το Ιόνιο Πέλαγος. Ήταν πριν 140 έως 66 εκατομμύρια χρόνια (Κρητιδική Περίοδος) όταν στο βυθό της μεγάλης θάλασσας, που ονομάστηκε Τηθύς (από το όνομα της μυθικής γυναίκας του Ωκεανού), οι διεργασίες ήταν κοσμογονικές.

Στη γειτονιά μας, από αιώνες πριν, ξεκίνησαν να σχηματίζονται δύο βαθιά αυλάκια: το ένα, εκεί που σήμερα υψώνεται η Πίνδος, και το άλλο εκεί που υπάρχουν τα νησιά του Ιονίου. Ανάμεσα τους υψώθηκε ένας λόφος σαν τεράστιο τείχος, το ύβωμα του Γαβρόβου. Στα επόμενα πολλά εκατομμύρια χρόνια τα δύο αυτά αυλάκια γέμισαν κάθε είδους υλικό.

Πριν 35 εκατομμύρια χρόνια μέσα από τα νερά του ωκεανού, ξεπετάχθηκαν οι παρυφές των Άλπεων και ακολούθησε ολόκληρη η ραχοκοκαλιά τους. Στη γειτονιά μας το αυλάκι δεν υπήρχε πια.

Η τάφρος της Πίνδου είχε γεμίσει με υλικό που κουβάλησαν οι αιώνες για πάνω από εκατό εκατομμύρια χρόνια. Μια μεγάλη ορογενετική κίνηση έσπρωξε την Πίνδο πάνω από τη θάλασσα, ενώ η τάφρος του Ιονίου συνέχισε να γεμίζει με υλικό από το ύβωμα του Γαβρόβου για ακόμα πέντε εκατομμύρια χρόνια.

Στα 3ο εκατομμύρια πριν την εποχή μας, όταν ο Καινοζωικός αγώνας έμπαινε στο Μειόκαινο, η τάφρος είχε για τα καλά γεμίσει και μια τεράστια δύναμη την ωθούσε προς τα πάνω.

Ένα κομμάτι γης ξεπρόβαλε μέσα από τα νερά εκεί όπου σήμερα υπάρχει το Ιόνιο Πέλαγος. Το ύβωμα στριμώχθηκε, πιέστηκε και ανορθώθηκε και αυτό πάνω από τα νερά. Σχηματίστηκε το δυτικό κομμάτι της Αιγηίδας. Κατακερματίστηκε στα επόμενα εκατομμύρια χρόνια κι έμεινα οι κορυφές των βουνών να σχηματίζουν τα νησιά του Ιονίου Πελάγους.

Η γη, στον Ελλαδικό χώρο, εξακολουθούσε να χορεύει στο ρυθμό των σεισμών και των εκρήξεων σε όλη τη διάρκεια της Παλαιολιθικής Εποχής.

Στα 80.000 χρόνια πριν από την εποχή μας, το ηφαίστειο της Σαντορίνης εξερράγη με δύναμη και ορμή πολλαπλάσια εκείνης του 1450π.Χ., όταν αφάνισε το μινωικό πολιτισμό της Κρήτης. Καταποντισμοί και ανυψώσεις εδαφών ταρακούνησαν και σκότωσαν πολλές ζωές. Κάποια είδη αφανίστηκαν και ίσως και σχεδόν όλοι οι πρόγονοι του ανθρώπου που κυνηγούσαν στα μέρη της πρώην Αιγηίδας. Η ζωή, όμως, δε νικιόταν πια.

Στην κοιλάδα του Λούρου, στην Ήπειρο, οι σπηλιές φωνάζουν ακόμα ότι κατοικήθηκαν πολλά ζεστά καλοκαίρια. Μόλις πενήντα χιλιόμετρα από τα σημερινά Ιωάννινα βρίσκεται η σπηλιά του Κοκκινόπηλου, όπου μετρήθηκαν 800 εργαλεία με ηλικία 50.000 ως 33.000 χρόνια. Στη σπηλιά του Ασπροχάλικου 3,5 χιλιόμετρα πιο πέρα, η ραδιοχρονολόγηση έδειξε 37.900 χρόνια π.Χ. για ένα εργαλείο, ενώ στη σπηλιά Καστρίτσας, στην ίδια περιοχή, κατοικούσαν περίπου 25 άτομα, που τους χειμώνες κατέβαινα χαμηλότερα. Μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε για τον τρόπο ζωής τους. Η σύγχρονη επιστημονική έρευνα όμως έχει καταλήξει στο ότι πολύ πριν το 2.200π.Χ. στην Ήπειρο και πιο βόρεια όπως και στα νοτιοανατολικά της μιλιόταν η ελληνική γλώσσα, ενιαία και αδιαίρετη.

Είναι η εποχή τουλάχιστον τριακόσια χρόνια πριν από τα πρώτα μινωικά ανάκτορα και πάνω από εξακόσια πριν από την εποχή της μυκηναϊκής εποχής, κοντά χίλια χρόνια πριν την εμφάνιση των Δωριέων. Και οπωσδήποτε, αρκετά πριν επικρατήσουν στον ελλαδικό χώρο τα ελληνικά φύλα, σε καιρούς που νότια πλειοψηφούσε το «μεσογειακό υπόστρωμα», τα προελληνικά ινδοευρωπαϊκά φύλα και μόλις που εμφανίζονταν οι Πρωτοέλληνες.

Γύρω στο 2.200 π.Χ. η ελληνική γλώσσα άρχισε να εξαπλώνεται σε νέες εκτάσεις και να διασπάται στα τρία: στην ιωνική διάλεκτο που έμελλε πολύ αργότερα να εξελιχθεί στην κοινή, στην κεντρική διάλεκτο και τη δυτική διάλεκτο. Αυτό σημαίνει ότι εκείνοι που τη μιλούσαν είχαν από καιρό αρχίσει να μεταναστεύουν.

Στις νέες περιοχές, η γλώσσα πήρε τους δικούς της ξεχωριστούς δρόμους. Όμως στην Ήπειρο εντοπίζονται πιο παλιά σημάδια της ελληνικής παρουσίας. Και εκεί τοποθετεί «την Ελλάδαν την αρχαίαν» ο Αριστοτέλης. Στην αρχαία Δωδώνη άλλωστε λατρεύτηκε πρώτα ο Δίας και σε αυτόν απευθύνθηκε ο Αχιλλέας όταν προσευχήθηκε.

Στη χαραυγή των χρόνων για τους οποίους έχουμε πληροφορίες, στην Ήπειρο ζούσαν 14 λαοί ή φυλές. Αρχικά, ξεχώρισαν οι Χάονες που εκτείνονταν από τα Κεραύνια όρη της σημερινής Βορείου Ηπείρου ως τον ποταμό Θύαμη (Καλαμά) βόρεια της Ηγουμενίτσα. Συνόρευαν με τους Θεσπρωτούς που απλώνονταν ανάμεσα στα ποτάμια Θύαμη και Αχέροντα, μέσα στα όρια του σημερινού νομού Πρέβεζας και ως τη Δωδώνη. Νοτιότερα, ζούσαν οι Κασσωπαίοι από τον Αχέροντα μέχρι τον Αμβρακικό κόλπο.

Η χώρα των Μολοσσών απλωνόταν στο εσωτερικό, ανάμεσα στον Αμβρακικό και την περιοχή της Δωδώνης. Στη συνέχει, ο Μολοσσοί ισχυροποιήθηκαν και απλώθηκαν σε βάρος των γειτόνων τους: πήραν τη Δωδωναία από τους Θεσπρωτούς, κατέκτησαν την Κασσωπαία και απλώθηκαν βόρεια έως τον Αώο ποταμό και τη σημερινή Βόρειο Ήπειρο. Στους ιστορικούς χρόνους, δύο λαοί κυριαρχούσαν στην Ήπειρο: οι παλιότεροι Θεσπρωτοί και οι μεταγενέστεροι Μολοσσοί, που αναπτύσσονταν με κέντρο το μαντείο της Δωδώνης, στον σημερινό νομό Ιωαννίνων.

Οι Θεσπρωτοί πίστευαν ότι οι πύλες του Άδη βρίσκονταν στην περιοχή τους  και συνδύαζαν τη μυθολογία για τον Κάτω Κόσμο με την καταγωγή των βασιλιάδων τους από το θεό Άδη. Ο Κάτω Κόσμος, όπου βρισκόταν το βασίλειο των νεκρών, ήταν γνωστός και με το όνομα του θεού και κυρίαρχου Άδη και ήταν χωρισμένος σε τρία γνωστά μας μέρη: στον Τάρταρο, τα Ηλύσια Πεδία και των Μακάρων. Τον τοποθετούσαν σε διάφορα σημεία, συνήθως σε κάποιο μέρος της Ηπείρου όπου υπήρχε και η κρυφή είσοδος σε αθέατο σημείο του ποταμού Αχέροντα. Το μυστικό πέρασμα «πρέπει να βρισκόταν» κοντά σε ένα γνωστό νεκυομαντείο στην περιοχή του Αχέροντα.

Οι Αχαιοί πήραν την Τροία με τον περίφημο Τρωικό Πόλεμο. Ο Νεοπτόλεμος γιος του Αχιλλέα  εκδικητικός για το θάνατο του πατέρα του, ξέσπασε σε αγριότητες που ενόχλησαν την θεά Αθηνά και τον θεό Ποσειδώνα. Η γιαγιά του, Θέτιδα, τον προειδοποίησε πριν φύγει από την Τροία να μην επιστρέψει στην πατρίδα του δια θαλάσσης γιατί ο Ποσειδώνας του ετοίμαζε συμφορές.

Ο Νεοπτόλεμος πήρε τη γυναίκα του Έκτορα, Ανδρομάχη και τον μάντη Έλενο, που του έλαχαν από τα λάφυρα και μαζί με τους δικούς του πέρασε στη Θράκη, στη Μακεδονία και από εκεί προχώρησε στην περιοχή των Μολοσσών, τους νίκησε και έγινε βασιλιάς στην Ήπειρο και τα κοντινά νησιά. Έδωσε στη μητέρα του Δηιδάμεια ως σύζυγο τον Έλενο και από την Ανδρομάχη απέκτησε γιο που τον ονόμασε Μολοσσό.

Τον 5ο αιώνα π.Χ. ισχυρός λαός της Ηπείρου ήταν οι Χάονες, αλλά οι Μολοσσοί κατάφεραν να τους υπερκεράσουν. Από τους Μολοσσούς γεννήθηκε η Ολυμπιάδα, η μητέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο Φίλιππος Β΄ αφού εκτόπισε τους σφετεριστές του θρόνου της Μολοσσίας, εγκατέστησε σε αυτόν τον αδελφό της γυναίκας του, τον Αλέξανδρο Α΄. Μετά το θάνατο του Αλέξανδρου του Α΄ η Ήπειρος πέρασε στα χέρια των Μακεδόνων.

Η Χαλκίδα (3000π.Χ.-…)

Η Χαλκίδα είναι η πρωτεύουσα και ο κύριος λιμένας της Περιφερειακής Ενότητας Εύβοιας, στην Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας. Βρίσκεται κτισμένη στις δύο πλευρές του Πορθμού του Ευρίπου, όπου ένα μέρος της καταλαμβάνει τμήμα της νήσου Ευβοίας, το δε άλλο έχει κτιστεί στη Στερεά Ελλάδα. Στην ηπειρωτική πλευρά της, στον λόφο της Κανήθου, δεσπόζει το Οθωμανικό κάστρο του Καράμπαμπα, το οποίο, μαζί με τη Γέφυρα του Ευρίπου και το μοναδικό φαινόμενο αλλαγής της κατεύθυνσης των υδάτων, ανά έξι ώρες και ενδιάμεσα (περίπου) ένα δεκάλεπτο στασιμότητας (παλίρροια του Ευρίπου), αποτελούν τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά γνωρίσματά της. Σύμφωνα με την απογραφή του 2011, η Χαλκίδα έχει πληθυσμό 59.125 κατοίκους.

Ο Δήμος Χαλκιδέων συστάθηκε το 1835 και συμπεριλάμβανε τη Χαλκίδα, έδρα του Δήμου, καθώς και τους οικισμούς Ανεμόμυλο, Αφράτι, Βασιλικό, Δοκό, Καράμπαμπα, Φύλλα, Πετρωτό, Άγιο Νικόλαο και Μύτικα.

Η Χαλκίδα είναι μία πόλη με έντονη κοινωνική, πνευματική, βιομηχανική και τουριστική κίνηση, ενώ με τα 2 λιμάνια της στον Εύριπο, υπήρξε μία από τις πιο δραστήριες πόλεις της αρχαίας Ελλάδας.

Η Χαλκίδα δημιούργησε αποικίες από τη Θράκη ως την Ιταλία και τη Σικελία. Η επίκαιρη γεωγραφική και στρατηγική της θέση συχνά την ανάγκασε να υπαχθεί στις κατακτητικές βλέψεις διάφορων δυνάμεων κατά την ιστορική της διαδρομή αλλά και να αποτελέσει αναπόσπαστο τμήμα των αυτοκρατοριών τόσο της αρχαιότητας όσο και του Μεσαίωνα.

Η Χαλκίδα

Το όνομα της Χαλκίδας

Το όνομα της Χαλκίδας, όπως πιστεύουν κάποιοι, προέρχεται από παραφθορά της φοινικικής λέξης «κάλχη» που σημαίνει πορφύρα. Άλλοι θεωρούν ότι η ονομασία οφείλεται στο χαλκό, η κατεργασία του οποίου ήταν κύρια ασχολία των κατοίκων της. Κι άλλοι ότι οφείλεται στην Χαλκίδα, την κόρη του Ασωπού ποταμού. Η τοπική παράδοση αναφέρει οικιστή της τον Κόθο, που ξεκίνησε από την Αθήνα με με Ίωνες αποίκους.

Η Χαλκίδα στην αρχαιότητα

Η σημερινή πόλη της Χαλκίδας απλώνεται στη μικρή χερσονήσο της Κεντρικής Εύβοιας και έχει ως φυσικά της όρια μικρούς λόφους, οι οποίοι απλώνονται στα βόρεια, ανατολικά και νότια της πόλης. Βρίσκεται λοιπόν σε μια θέση στρατηγική από κάθε άποψη και σε αυτό συντείνει το γεγονός του ελέγχου του πορθμού του Ευρίπου. Αυτό το γεγονός το είχαν προσέξει οι πρώτοι κάτοικοι της πόλης και προσπάθησαν να το εκμεταλλευτούν γιατί ήταν σίγουρο σχεδόν ότι θα προσπόριζε στην πόλη δύναμη και πλούτο. Τα πρώτα ίχνη κατοίκησης της πόλης συναντώνται ήδη από την παλαιολιθική περίοδο, αλλά ο πρώτος σημαντικός οικισμός της που μπορεί να χαρακτηριστεί ως πόλισμα έγινε γύρω στο 3000 π.Χ. κατά την αρχή της Νεολιθικής Περιόδου. Η πρώτη αυτή πόλη της Χαλκίδας βρισκόταν στις βόρειες παρυφές της σημερινής στην περιοχή της Μάνικας.

Η πρώτη αυτή πόλη θα ζήσει για μια χιλιετία και όπως προέκυψε από τις αρχαιολογικές ανασκαφές ήταν μια καλά οργανωμένη πόλη με μεγάλα οικοδομικά τετράγωνα, οδικές αρτηρίες και οικίες που ήταν αψιδωτές ή τετράγωνες ισόγειες ή με όροφο, ενώ διέθεταν και με ιερό, εστία, πηγάδια και βοτσαλωτά δάπεδα. Στην πορεία οι άλλοι οικισμοί που αναπτύσσονται γύρω από αυτήν φαίνεται πως υποδηλώνουν τη γενικότερη ακμή που παρουσιάζεται με τη μόνιμη κατοίκηση και έτσι αποκτά και τους πρώτους της ανταγωνιστές.

Η ύπαρξη της Χαλκίδας στα μυκηναϊκά χρόνια διαπιστώνεται έμμεσα μόνο, εκτός από σποραδικά τεκμήρια, κυρίως μέσα από τα Ομηρικά Έπη, αφού οι Χαλκιδείς περιλαμβάνονται μέσα στον ονομαστό «Νηών Κατάλογο», έχοντας προσφέρει 40 πλοία. Στα γεωμετρικά χρόνια η πόλη συνοικίζεται και βιώνει ονομαστή ακμή, ενώ μαζί με την Ερέτρια αποτελούν τις δύο σημαντικότερες πόλεις της Εύβοιας. Οι κάτοικοί της ασχολούνται με το εμπόριο, την κεραμική και τη μεταλλοτεχνία. Η ονομασία της πόλης της Χαλκίδας προήλθε από την παρουσία κοιτασμάτων χαλκού στην ευρύτερη περιοχή, τα οποία αποτέλεσαν και παράγοντα ανάπτυξης. Σύμφωνα με άλλη ετυμολογική εκδοχή, η ονομασία της πόλης υποδηλώνει την παρουσία εργαστηριών επεξεργασίας χαλκού αλλά όχι κοιτασμάτων. Η ανάπτυξη της πόλης οδηγεί συνακόλουθα στην αύξηση του πληθυσμού και τελικά στον αποικισμό με την ίδρυση πολλών σημαντικών πόλεων στη Δύση, αλλά και στον ελλαδικό χώρο.

Η ίδια εξέλιξη ακολουθεί και στα αρχαϊκά χρόνια με το έντονο στοιχείο του αποικισμού. Το σημαντικότερο γεγονός, όμως, των χρόνων αυτών δεν είναι ο αποικισμός, αλλά ο πόλεμος του Ληλάντιου πεδίου που διεξήχθη μεταξύ Χαλκίδας και Ερέτριας. Πιστεύεται γενικά πως ο πόλεμος αυτός δεν κρίθηκε σε μια μάχη, αλλά ακολούθησαν πολλές και σε αυτές βοήθησαν τους μαχόμενους και σύμμαχοι από άλλες ελλαδικές πόλεις. Τελικοί νικητές στον πόλεμο αυτό φαίνεται πως ήταν οι Χαλκιδείς.

Στα κλασσικά χρόνια η Χαλκίδα βοήθησε στον κοινό αγώνα κατά των Περσών με τη συμμετοχή της στις ναυμαχίες του Αρτεμισίου, της Σαλαμίνας και στη μάχη των Πλαταιών, ενώ φαίνεται πως συμμετείχε και στην Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία. Η προσπάθειά της να αποσπαστεί από τη Συμμαχία είχε ως αποτέλεσμα την καθυπόταξή της από τους Αθηναίους και την εγκατάσταση Αθηναίων κληρούχων στα εδάφη της. Στα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου υπήρξε σημαντική στρατιωτική και ναυτική βάση. Τα χρόνια που ακολουθούν ως το 342 π.Χ. είναι ιδιαίτερα ταραγμένα, οπότε και δημιουργείται το «Κοινό των Ευβοέων» και έτσι γίνεται προσπάθεια μιας σταθεροποίησης των καταστάσεων. Πρωτεύουσα στο κοινό είναι η πόλη της Χαλκίδας, αλλά ακολουθούν πολλές περιπέτειες ως την εμφάνισή των Μακεδόνων.

Στα μέσα περίπου του 4ου αιώνα π.Χ. και μετά την ενοποίηση όλων των ελληνικών πόλεων κάτω από τη Μακεδονική δύναμη και ως τη Ρωμαϊκή κατάκτηση η περίοδος είναι γεμάτη από συγκρούσεις, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει και ανακοπή της ανάπτυξης της πόλης και της καλλιτεχνικής της προόδου. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι το 323 π.Χ. έρχεται στη Χαλκίδα ο Σταγειρίτης φιλόσοφος Αριστοτέλης για να πεθάνει τον επόμενο χρόνο στο σπίτι της μητέρας του.

Το 200 π.Χ. η πόλη καταστρέφεται από τον Ρωμαίο στρατηγό Γάιο Σουλπίκιο Γάλβα και έτσι εγκαινιάζεται η ρωμαϊκή κατοχή της Εύβοιας, ενώ το 146 π.Χ. με την ολοκληρωτική κατάκτηση του ελλαδικού χώρου από τους Ρωμαίους η Χαλκίδα επανιδρύεται, όπως έγινε και με άλλες πόλεις. Τα χρόνια της ρωμαιοκρατίας για την πόλη είναι και αυτά στο σύνολό τους χρόνια ακμής και προόδου τόσο για την πόλη της Χαλκίδας, όσο και γενικά για την Εύβοια, όπου έχει την μόνιμη και αδιαμφισβήτητη πρωτοκαθεδρία.

Η μεσαιωνική Χαλκίδα

Με το τέλος των Ρωμαϊκών χρόνων και την είσοδο στα πρώιμα βυζαντινά χρόνια η πόλη γίνεται η πρώτη επισκοπή που ανήκει στη δικαιοδοσία του μητροπολίτη της Αχαΐας, όπως και διοικητικά ανήκει στην επαρχία της Αχαΐας. Η περίοδος των βυζαντινών χρόνων χαρακτηρίζεται από τη μεταφορά τηςπόλης πιο κοντά προς τη θάλασσα, στη θέση που βρίσκεται σήμερα, με σημαντικό λιμάνι της εκείνο του Αγίου Στεφάνου. Η πόλη οχυρώθηκε εκ νέου στα χρόνια του Ιουστινιανού, πιθανώς για να αντιμετωπίσει τις διάφορες εχθρικές επιδρομές. Έτσι η πόλη επέζησε των αραβικών επιδρομών του 7ου αιώνα. Η Χαλκίδα συνέχισε να είναι σημαντικός εμπορικός σταθμός σε όλη τη διάρκεια των βυζαντινών και υστεροβυζαντινών χρόνων, ώσπου καταστράφηκε από τις νορμανδικές επιθέσεις το 1146 που διευθύνονταν από τον Ρογήρο της Σικελίας.

Το 1204, με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, η Εύβοια δόθηκε ως τιμάριο στον φλαμανδό ιππότη Jacques d’ Avesnes για λίγο, καθώς αργότερα χωρίστηκε σε τρία μέρη και το καθένα δόθηκε και σε Λομβαρδούς ιππότες της οικογένειας των Delle Carceri και Percorari. Αυτοί ήταν οι ονομαστοί τριτημόριοι. Τα χρόνια της Φραγκοκρατίας είναι χρόνια ακμής για τη βαρωνία της Χαλκίδας τόσο λόγω του ανεπτυγμένου εμπορίου, όσο και από την κατεργασία της πορφύρας και τη λειτουργία των τραπεζικών οργανισμών των Βενετών. Σταδιακά η εξουσία της Εύβοιας πέρασε στη Βενετία και ο βάιλος διοικούσε το νησί. Μετά την ανακατάληψη μάλιστα της Κωνσταντινούπολης το 1261, ο λατίνος πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης εγκαταστάθηκε στη Χαλκίδα.

Από τους Ενετούς στους Τούρκους

Στα χρόνια αυτά ως το 1470, που η πόλη πέρασε στους Τούρκους, έμεινε στα χέρια των Βενετών κυρίων της και δεν ήταν λίγες οι φορές που υπέφερε από τους πειρατές. Στις 12 Ιουλίου του 1470 η ενετοκρατούμενη τότε Χαλκίδα, περνάει στα χέρια των Οθωμανών. Η μάχη μεταξύ Ενετών και Οθωμανών υπήρξε αρκετά σκληρή, σύμφωνα με μαρτυρίες ιστορικών και μελετητών, καθώς οι Τούρκοι επέδειξαν ιδιαίτερο μένος τόσο εναντίον των Ενετών όσο και των Χαλκιδέων.

Η Χαλκίδα παρέμεινε υπό Τούρκικη κατοχή 363 ολόκληρα χρόνια από τις 12 Ιουλίου του 1470 και την κατάληψη της από τους Ενετούς μέχρι την παράδοση της στην Ελλάδα του Όθωνα στις 25 Μαρτίου του 1833.

Μετά την κατάληψη της Χαλκίδας (Νεγρεπόντε εκείνη την εποχή) από τους Οθωμανούς, όλος ο Ενετικός πληθυσμός του κάστρου (της πόλης της Χαλκίδας που περικλειόταν από τείχη) αφανίστηκε, ενώ οι Έλληνες στάλθηκαν σαν σκλάβοι στην Κωνσταντινούπολη. Το Κάστρο κατοικούνταν από Οθωμανούς και διακόσιους περίπου Εβραίους.

Η Χαλκίδα στην Ελληνική Επανάσταση

Κατά την Ελληνική Επανάσταση, η Χαλκίδα που ήταν έδρα του πασά, αποτελούσε με τα δύο φρούριά της (Χαλκίδας και Καράμπαμπα) απόρθητη πόλη. Εν τούτοις στα τέλη Μαΐου και στις αρχές Ιουνίου του 1821, η πόλη πολιορκήθηκε από τους Έλληνες χωρίς επιτυχία και τον Ιούλιο ο Ομέρ Βρυώνης έφθασε στην περιοχή, κατά την πορεία του προς τα Βρυσάκια, όπου όμως αποκρούστηκε και ηττήθηκε, από τους Έλληνες που είχαν προλάβει να οργανώσουν στρατόπεδο, με επικεφαλής τον Αγγελή Γοβιού. 

Στη μάχη αυτή διακρίθηκε ο Νικόλαος Κριεζώτης. Μετά τον θάνατο του Αγγελή Γοβιού, στην ενέδρα στα Δυό Βουνά, αρχηγός στην Εύβοια γίνεται ο Ν. Κριεζώτης. Η επανάσταση συνεχίστηκε με αμφίρροπα αποτελέσματα. Μεγάλη δοκιμασία ήταν οι εμφύλιες διαμάχες ανάμεσα στον Κριεζώτη και τον Διαμαντή Νικολάου, οπλαρχηγό του Ολύμπου, για την αρχηγία στο νησί. Μετά από νίκες του εναντίον του Ομέρ Μπέη στο ιακοφτί και στο Βατίτσι, ο Κριεζώτης πολιόρκησε την Κάρυστο. Όμως η άφιξη του τουρκικού στόλου διέλυσε το ελληνικό στρατόπεδο με αποτέλεσμα ο άμαχος πληθυσμός να καταδιωχτεί και να σφαγεί. Ο Κριεζώτης αναγκάστηκε τότε να αποσυρθεί στη Σκόπελο.

Τον Νοέμβριο του 1823 νέα πολιορκία της Χαλκίδας από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, με τη βοήθεια Ψαριανών πλοίων, περιορίζει τους Τούρκους στο φρούριο αλλά χωρίς αποτέλεσμα, όπως επίσης και η περισσότερο οργανωμένη επιχείρηση για την απελευθέρωσή της τους πρώτους μήνες του 1823.

Έτσι η Χαλκίδα αλλά και όλη η Εύβοια παρέμεινε στα χέρια των Τούρκων ακόμη και μετά την άφιξη του Καποδίστρια και μόνο μετά από συνθήκη στις 25-3-1833 παρεδόθη στην Ελλάδα. Στις 20-3-1833 μετά την αναχώρηση του Ομέρ πασά από την Χαλκίδα για να μην περαστεί στην παράδοση, τον αντικαθιστά ο χατζή ισμαήλ μπέης.

Πρώτος Νομάρχης διορίστηκε ο Γεώργιος Αινιάν. Παρών κατά την παράδοση ήταν και ο Άγγλος Ναύαρχος κυβερνήτης του δρόμωνα που μετέφερε τους δύο άνδρες επισήμους στην Χαλκίδα, οργισθείς μάλιστα για την ολιγόλεπτη καθυστέρηση του Χατζή Ισμαήλ Μπέη, ο οποίος προσέφερε τελικά τα κλειδιά του φρουρίου επί αργυρού δίσκου.

Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους η Εύβοια ακολούθησε τις τύχες του ελληνικού κράτους. Αναγνωρίστηκε ως ιδιαίτερη Νομαρχία με πρώτο Νομάρχη της τον Γ. Αινιάν, ο οποίος ίδρυσε αμέσως στη Χαλκίδα αλληλοδιδακτικό σχολείο και τυπογραφείο. Λίγο αργότερα κυκλοφόρησε στη Χαλκίδα η πρώτη εφημερίδα της Εύβοιας με τον τίτλο «ΕΛΛΗΝ» .

Πολλά χρόνια μετά την απελευθέρωση, η Χαλκίδα διατηρούσε τον ανατολίτικο χαρακτήρα της περιόδου της Τουρκοκρατίας. Το 1885 όμως, όταν πρωθυπουργός ήταν ο Χ. Τρικούπης και Δήμαρχος ο Ηρ. Γαζέπης, άρχισε η κατεδάφιση του τείχους της Χαλκίδας και η κάλυψη της τάφρου με το υλικό της κατεδάφισης. Έτσι η Χαλκίδα αρνήθηκε μια μακρόχρονη και σημαντική περίοδο της ιστορίας της και έχασε τη δυνατότητα να παραμείνει μια από τις πιο γραφικές πόλεις της σύγχρονης Ελλάδας. Μετά την απελευθέρωση της χώρας, άρχισε να αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς και το 1835 ήταν ένα από τα λιμάνια με την μεγαλύτερη κίνηση και με ναυπηγείο μικρών σκαφών. Το 1856 στο νηολόγιό της είχαν εγγραφεί 25 πλοία και ο πληθυσμός της από 10.000 το 1853 αυξήθηκε στις 15.500 το 1889.

Η Χαλκίδα πολεμά

Στους Βαλκανικούς πολέμους η Εύβοια διακρίθηκε χάρη στη δράση του Συντάγματος Πεζικού Χαλκίδας. Πολύ γνωστός είναι ο θρίαμβος του Ευβοέα ταγματάρχη Βελισσαρίου στη μάχη στο Μπιζάνη. Λίγο αργότερα η Μεραρχία Χαλκίδας αποβιβάστηκε στην απελευθερωμένη Σμύρνη , για να πάρει μέρος στη Μικρασιατική εκστρατεία. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922 κατέπλευσαν στη Χαλκίδα πρόσφυγες από την ελληνική Ανατολή. Οι περισσότεροι από αυτούς εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη Νέα Αρτάκη και τη Νέα Λάμψακο και σε προσφυγικούς συνοικισμούς στη Χαλκίδα και στην Αμάρυνθο .

Στη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου πολέμου η Εύβοια βομβαρδίστηκε από γερμανικά αεροπλάνα. Τον Απρίλιο του 1941 γερμανικός στρατός εισήλθε στην ευβοϊκή πρωτεύουσα και η γερμανική διοίκηση εγκαταστάθηκε στο «Κόκκινο Σπίτι».

Στην περίοδο της κατοχής σε όλη την Εύβοια είχαμε σημαντική δράση των αντιστασιακών οργανώσεων και ιδιαίτερα στη Λαμπούσα, τη Στενή και το Βατώντα. Στον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε, έγιναν μεγάλες αγριότητες σε όλο το νησί. Επιβεβαιώθηκε έτσι για άλλη μια φορά, ότι ένας εμφύλιος πόλεμος είναι τόσο χειρότερος από έναν εθνικό, όσο ένας εθνικός πόλεμος είναι χειρότερος από την ειρήνη.

Η Χαλκίδα σήμερα

Η ανάπτυξη της Εύβοιας μετά την απελευθέρωση υπήρξε συνεχής και αξιόλογη, τόσο στον οικονομικό όσο και στον πνευματικό τομέα. Γνωστός λογοτέχνης που ταυτίστηκε με την Χαλκίδα είναι ο Γιάννης Σκαρίμπας.

Πηγή: https://eviaportal.gr/i-istoria-tis-chalkidas/

Πηγή: https://www.ethnos.gr/

Πηγή: http://www.enet.gr

Η Λιβαδειά ή Λεβαδειά (8ος αιώνας π.Χ.-…)

Η Λιβαδειά ή Λεβαδειά (παλαιότερα) είναι πόλη της Στερεάς Ελλάδας. Διοικητικά, σύμφωνα με το Πρόγραμμα Καλλικράτης, υπάγεται στην Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας, ειδικότερα στην Περιφερειακή Ενότητα Βοιωτίας και αποτελεί έδρα του Δήμου Λεβαδέων. Σύμφωνα με την προηγούμενη διοικητική οργάνωση, αποτελούσε πρωτεύουσα του Νομού Βοιωτίας, της άλλοτε ομώνυμης επαρχίας και έδρα του Καποδιστριακού Δήμου Λεβαδέων. Ακόμη, αποτελεί έδρα της Ιεράς Μητροπόλεως Θηβών και Λεβαδείας. Διαθέτει καλή ρυμοτομία με ευθύγραμμους δρόμους και πέντε μεγάλες πλατείες. Χαρακτηριστικό αξιοθέατο της Λιβαδειάς οι πηγές της Κρύας.

Η Λιβαδειά
Οι πηγές της Κρύας

Η γεωγραφία της Λιβαδειάς

Η Λιβαδειά βρίσκεται χτισμένη σε γραφική τοποθεσία, στους πρόποδες του Ελικώνα, σε υψόμετρο 200μ. Έχει άφθονα νερά και υδρεύεται από τις πηγές Λεπτοκαρυάς, Κάδης, και από τη Λήθη και τη Μνημοσύνη, πηγές του ποταμού Έρκυνα ή Χιλιά, που διασχίζει το νότιο τμήμα της.

Η ιστορία της Λιβαδειάς

Αρχαία Χρόνια

Ως πόλη η Λιβαδειά δεν αναφέρεται από τον Όμηρο. Οι αρχαίοι θεωρούσαν πως είναι η Μίδεια που ανήκε στους ενωμένους με τη Θήβα οικισμούς. Υποτίθεται πως ο Αθηναίος ήρωας Λέβαδος, μετοίκησε τους Μίδειους στους πρόποδες του λόφου όπου βρισκόταν ο οικισμός και έχτισε τη Λεβαδειά. Τον 8ο αιώνα π.Χ. ανήκε στο Κοινό των Βοιωτών.

Βυζαντινή περίοδος

Κατά τους πρώτους αιώνες της βυζαντινής περιόδου η πόλη της Λιβαδειάς δεν παρουσίασε ιδιαίτερη ανάπτυξη, μετά τις καταστροφές που είχε υποστεί. Παρακολούθησε τις τύχες του Ανατολικού Ιλλυρικού, μεταξύ Ανατολής και Δύσης, τόσο στις πολιτικές όσο και στις εκκλησιαστικές μεταβολές, μέχρι την τελική εκκλησιαστική υπαγωγή στη δικαιοδοσία του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Η αγροτική οικονομία της πόλης αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα από τις βαρβαρικές επιδρομές του 4ου και των αρχών του 5ου αιώνα, ιδίως υπό του Αλάριχου και κατά τη μεταβατική περίοδο του 7ου αιώνα λόγω σεισμών όπου και τελικά ερημώθηκε.

Κατά τη διοικητική μεταρρύθμιση με την εισαγωγή του θεσμού των θεμάτων εντάχθηκε, όπως ήταν φυσικό, στο θέμα της Ελλάδος και από τον 9ο αιώνα γνώρισε αξιόλογη οικονομική ανάπτυξη μέσα στα πλαίσια της γενικότερης οικονομικής προόδου του θέματος του ελλαδικού χώρου.

Η οικονομική ακμή της πόλης των Θηβών ευνόησε την ακμή και της Λιβαδειάς μέχρι τα μέσα του 12ου αιώνα, αλλά οι ληστρικές επιδρομές των Νορμανδών αποδυνάμωσαν την καλλιέργεια και τη βιομηχανία μέταξας στην ευρύτερη περιοχή και περιόρισαν την εμπορική κίνηση.

Οι Φράγκοι στη Λιβαδειά

Μετά την κατάληψη της νότιας Ελλάδας από τους Φράγκους της Δ΄ Σταυροφορίας (1204), η Λιβαδειά παραχωρήθηκε στον «κύριο των Αθηνών» Όθωνα ντε Λα Ρος και, έναν αιώνα αργότερα, μετά την ήττα των Φράγκων από τους Καταλανούς στη Μάχη του Αλμυρού (1311), οι κάτοικοι παρέδωσαν το κάστρο της πόλης στους νικητές με αντάλλαγμα την παραχώρηση προνομίων. Την περίοδο αυτή η Λιβαδειά γνωρίζει μεγάλη εμπορική ακμή.

Η καταλανική κυριαρχία συνεχίστηκε υπό την επικυριαρχία του βασιλιά της Σικελίας Φρειδερίκου ως τον Μάιο του 1388, οπότε η περιοχή του Δουκάτου των Αθηνών περιήλθε στον Νέριο Α΄ Ατσαγιόλι, μέλος φλωρεντινού τραπεζικού οίκου.

Η Λιβαδειά και οι Οθωμανοί

Δύο χρόνια μετά την παράδοση της Αθήνας στον Μωάμεθ Β΄ τον Πορθητή (1458), η Λιβαδειά περιήλθε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και αποτέλεσε καζά, διοικητική υποπεριφέρεια, που υπαγόταν ως το 1470 στο Σαντζάκι Τρικάλων και αργότερα στο Σαντζάκι Ευρίπου.

Τον 16ο αιώνα η Λιβαδειά άρχισε να διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο στα δρώμενα της περιοχής. Ήταν χάσι (= τόπος χατζήδων) Οθωμανών αξιωματούχων και από την 3η ή 4η δεκαετία του 17ου αιώνα υπήρξε βακούφι της Μέκκας ή, κατ’ άλλους, της Μεδίνας. Αποτελούσε ξεχωριστό βοεβοδιλίκι και έφτασε να γίνει η πιο σπουδαία πόλη της Ανατολικής Στερεάς. Ανήκε στο φέουδο της εκάστοτε βαλιδέ Σουλτάνας (βασιλομήτορος) και διέθετε ντόπιους διοικητές, των οποίων ο πρόεδρος την εκπροσωπούσε στις τουρκικές αρχές. Την αυτονομία της ούτε ο Αλή Πασάς κατόρθωσε να καταργήσει.

Παρά τις καταστροφές που είχε υποστεί η Λιβαδειά από τις πολεμικές συγκρούσεις στη Βοιωτία κατά τη διάρκεια του Τουρκο-ενετικού πολέμου του 1684-1699 και συγκεκριμένα το 1694 και το 1695, από τις αρχές του 18ου αιώνα οι συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί βοήθησαν στην ανάπτυξη της οικονομικής δραστηριότητας: μετά την αφιέρωση των προσόδων στο Γενί-Τζαμί, όπου και είχε τεθεί υπό την αιγίδα της Βαλιντέ Σουλτάνας, χορηγήθηκαν στους κατοίκους ιδιαίτερα προνόμια αυτοδιοίκησης, με συνέπεια την ενίσχυση του κοινοτικού θεσμού και τη δημιουργία μιας τάξης αρχόντων.

Ο βοεβόδας, για παράδειγμα, δεν μπορούσε να λάβει καμία απόφαση χωρίς τη συγκατάθεση των προκρίτων της πόλης. Δέκα περίπου οικογένειες αποτελούσαν την αριστοκρατία της γης και της πόλης, των οποίων τη σύμπνοια δεν μπόρεσε να διασπάσει ούτε ο Αλή πασάς, παρά την πίεση που ασκούσε στον Καζά της Λιβαδειάς, όταν είχε περιέλθει στο Πασαλίκι του. Έτσι η πόλη, η οποία στα τέλη του 18ου αιώνα χαρακτηριζόταν ως «η μεγαλύτερη της Βοιωτίας», καθώς βρισκόταν στον εμπορικό δρόμο (ανατολική διάβαση) Πελοποννήσου-Μακεδονίας, είχε αξιόλογη παραγωγή σε μαλλιά, σιτάρι, ρύζι, τα οποία χορηγούσε σε άλλα μέρη της Ελλάδος και του εξωτερικού.

Παρά το γεγονός ότι το ρεύμα της μετανάστευσης υπήρξε περιορισμένο, από τη Λιβαδειά προήλθαν άνδρες οι οποίοι διακρίθηκαν στις ελληνικές παροικίες της Ρωσίας και της κεντρικής Ευρώπης. Εκτός από τον Λάμπρο Κατσώνη, από τη Λιβαδειά και την περιοχή της κατάγονταν κληρικοί, λόγιοι και έμποροι της διασποράς.

Η Λιβαδειά στην Ελληνική Επανάσταση του 1821

Οι συσκέψεις των Φιλικών γίνονταν σχεδόν απροκάλυπτα. Ο διοικητής Καρά Ισμαήλ Αγάς κάτι υποψιάστηκε και ζήτησε άδεια από το σερασκέρη της Λάρισας Μαχμούτ Δράμαλη να σφάξει «προληπτικά» τους πρόκριτους. Οι Έλληνες το έμαθαν και δωροδόκησαν μερικούς ευυπόληπτους Τούρκους, ώστε να μάθει ο Δράμαλης ότι ο Αγάς είναι μεγάλος ψεύτης. Ο Ισμαήλ αντικαταστάθηκε από τον Χασάν Αγά και πήρε εντολή να συνεργαστεί με τους πρόκριτους για το καλό του τόπου. Η οργάνωση της Επανάστασης συνεχίστηκε απρόσκοπτα.

Στις 26 Μαρτίου του 1821, ο απεσταλμένος του Αθανάσιου Διάκου (ο οποίος έμενε στην Λιβαδειά από το 1820) στα Σάλωνα (Άμφισσα) γύρισε στη Λιβαδειά έχοντας σκοτώσει στο δρόμο Τούρκο ταχυδρόμο κι έναν Αλβανό, που έφερναν στον Χασάν το μήνυμα ότι η πόλη επαναστάτησε. όμως τα νέα έφτασαν στον Χασάν που ζήτησε εξηγήσεις.

Ο Διάκος τον διαβεβαίωσε πως τίποτα δε γινόταν στα Σάλωνα, ενώ η αλήθεια ήταν ότι ο Οδυσσέας Ανδρούτσος βγήκε στο Μοριά με 10.000 οπλισμένους και απειλούσε να έρθει στη Λιβαδειά. Ο Χασάν τρόμαξε και ο ζήτησε από το Διάκο να στρατολογήσει υπερασπιστές της πόλης. Δεν είχε μάθει ότι ανάλογοι «υπερασπιστές» είχαν κυριεύσει την Καλαμάτα.

Με την άδεια των Τούρκων, ως τις 28 Μαρτίου ο Αθανάσιος Διάκος συγκέντρωσε 5.000 άνδρες και στρατοπέδευσε απέναντι από το κάστρο της πόλης. Στις 29 άρχισε την επίθεση. Στις 30 συμφώνησε με τους Αλβανούς ότι δεν είχαν κανένα λόγο να υπερασπίζονται τον διοικητή και τους έπεισε να φύγουν από τη μέση.

Μεσάνυχτα 30 προς 31 Μαρτίου του 1821 οι Έλληνες ξεκίνησαν γενική έφοδο. Ως το ξημέρωμα είχαν πάρει το πρώτο τείχος του κάστρου. Το πρωί ο Χασάν Αγάς παραδόθηκε. Την επομένη, 1 Απριλίου έγινε πανηγυρική δοξολογία. Τρεις επίσκοποι ευλόγησαν τη σημαία του Διάκου. Τη Λιβαδειά ανακατέλαβε ο Ομέρ Βρυώνης στις 26 Ιουνίου του 1821. Η πόλη έγινε οριστικά ελληνική στα 1829, μετά τη μάχη της Πέτρας.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Λιβαδειά