Μνημειακή τοπογραφία της Σπάρτης

Πληροφορίες για τη μνημειακή τοπογραφία της αρχαίας Σπάρτης παρέχουν οι αρχαίοι συγγραφείς, κυρίως ο Παυσανίας που την επισκέφθηκε περίπου το 160μ.Χ. και αφιέρωσε στη λεπτομερή περιγραφή της επτά κεφάλαια του τρίτου του βιβλίου.

Μνημειακή τοπογραφία της Σπάρτης
Η Αγορά της Σπάρτης με το άγαλμα του Ερμή Αγοραίου, αδριάντα του Δήμου της Σπάρτης και δεξιά την περσική στοά

Η Σπάρτη, στο μέσον της Κοίλης Λακεδαίμονος και στη δεξιά όχθη του ποταμού Ευρώτα, εκτεινόταν σε πεδινή έκταση με ενδιάμεσους λοφίσκους, σαφώς οριοθετημένη από τον Ευρώτα και τα Ρέματα της Μαγουλίτσας και της Μούσγας. Δεν υπάρχουν κατάλοιπα προδωρικού οικισμού στη θέση όπου αναπτύχθηκε η πόλη των ιστορικών χρόνων. Την τελευταία συγκροτούν πέντε κώμες: οι πλησιόχωρες Πιτάνη, Λίμνες, Μεσόα, Κυνόσουρα και οι Αμύκλες νοτιότερα. Η Σπάρτη παρέμεινε σε αυτό το οικιστικό σχήμα ως τα ύστερα ελληνιστικά χρόνια.

Η πόλη παρέμεινε ατείχιστη ως το δεύτερο μισό του 3ου αιώνα π.Χ. οπότε απέκτησε τείχος, στο πλαίσιο αμυντικού προγράμματος του Κλεομένη Γ’. Το τείχος επισκευάστηκε και επεκτάθηκε αρκετές φορές. Στα τέλη του 3ου ή 4ου αιώνα μ.Χ. ο ερχομός των Ερούλων του Αλάριχου έκαναν αναγκαίο τον τον ιδιαίτερο τειχισμό δύο κεντρικών λόφων της Σπάρτης, της Ακροπόλεως και του Παλαιοκάστρου.

Το ελληνιστικό τείχος ήταν κατασκευασμένο από λίθινη κρηπίδα και πλίνθινη ανωδομή, προφυλαγμένη από τη βροχή με το καταστέγασμα του οποίου οι κεραμίδες ήταν ενσφράγιστες. Παρ’ ότι ελάχιστα είναι τα ορατά σήμερα τμήματα του ελληνιστικού τείχους, με περίμετρο 18 σταδίων, η διαδρομή του είναι γνωστή χάρη στις ανασκαφές και στις κεραμίδες του. Στο τείχος υπήρχαν έξι πύλες με κυριότερες τη βόρεια πύλη (βόρεια από την Ακρόπολη), τη βορειοανατολική (κοντά στη σημερινή γέφυρα του Ευρώτα) και τη νότια πύλη, όπου κατέληγε η Αφεταϊς οδός (στα νότια της Σπάρτης, κοντά στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου). Στις παραπάνω περιοχές υπήρχαν και γέφυρες για τη ζεύξη του ποταμού και των δύο ρεμάτων.

Παρά τον εντυπωσιακό αριθμό των μνημείων της πόλης, που περιέγραψε ο Παυσανίας, λίγα είναι εκείνα που ταυτίζονται σήμερα με βεβαιότητα. Από τα κτίρια και τα ιερά στην Ακρόπολη της Σπάρτης, το σημαντικότερο ήταν το ιερό της πολιούχου Αθηνάς Χαλκιοίκου, που ιδρύθηκε πιθανότατα ήδη από τον 10ο αιώνα π.Χ. Στη νότια πλαγιά του λόφου της Ακρόπολης βρίσκεται το Θέατρο, που κατασκευάστηκε τον 1ο αιώνα π.Χ. Η αρχική σκηνή δεν ήταν μόνιμη κατασκευή, αλλά κινητή με τροχούς ξυλοκατασκευή. Στα τέλη του 1ου αιώνα μ.Χ. αντικαταστάθηκε με μνημειακή μαρμάρινη σκηνή.

Η Αγορά της πόλης βρισκόταν στο πλάτωμα του Παλαιόκαστρου -ανατολικά από την Ακρόπολη- και την κοσμούσαν πλήθος λαμπρών μνημείων. Φημισμένη ήταν η ιδρυμένη από τα λάφυρα των Μηδικών πολέμων Περσική Στοά, που οριοθετούσε την Αγορά από τα δυτικά. Το εντυπωσιακό «κυκλικό οικοδόμημα», που καταλαμβάνει τη νοτιοδυτική γωνία της Αγοράς είναι ο Χορός, είδος εξέδρας, όπου κατά την εορτή των Γυμνοπαίδων οι έφηβοι χόρευαν γύρω από τα αγάλματα του Απόλλωνα, της Αρτέμιδος και της Λητούς. Η μεγάλη ρωμαϊκή στοά βρισκόταν στη νότια πλευρά της Αγοράς. Στην ίδια πλευρά βρισκόταν η αφετηρία της παλαιότερης οδού της Σπάρτης, της Αφεταΐδος, η οποία κατέληγε στη Νότια πύλη. Κατά μήκος της υπήρχαν σημαντικά ιερά, όπως του Ταιναρίου Ποσειδώνος, που ταυτίζεται βόρεια με τη σημερινή Δημοτική Αγορά.

Το ιερό της Ορθίας Αρτέμιδος βρίσκεται στην περιοχή των Λιμνών, κοντά στον Ευρώτα. Ιδρύθηκε το 10ο αιώνα π.Χ. Ο πρώτο ναός και βωμός οικοδομήθηκαν τον 8ο αιώνα π.Χ. Ξαναχτίστηκαν τον στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. και η τρίτη οικοδόμηση του ναού χρονολογείται στο 2ο αιώνα π.Χ. Τον 3ο αιώνα μ.Χ. κατασκευάστηκε το μνημειώδες αμφιθέατρο, που περιέβαλλε τον αύλειο χώρο του κατά τέτοιον τρόπο, ώστε ο ναός είχε θέση προσκηνίου για τα λατρευτικά δρώμενα. Στις Λίμνες κοντά στην βορειοανατολική έξοδο της Σπάρτης βρισκόταν ο ναός της Αθηνάς Αλέας. Το μεγάλο ναόσχημο οικοδόμημα, στην ίδια περιοχή, νότια από τη γέφυρα του Ευρώτα, γνωστό ως «μεγάλος βωμός» ή «βωμός του Λυκούργου» παραμένει ανερμήνευτο.

Στη νοτιοανατολική περιοχή, εκτός των τειχών, βρισκόταν το σημαντικό ιερό Φοιβαίον, που σχετιζόταν με τη εκπαίδευση των εφήβων. Ταυτίζεται με το μνημειακό βωμό νότια του σημερινού νεκροταφείου.

Πολλά μνημεία της Σπάρτης παραμένουν προβληματικά ως προς την ταύτιση τους. Παράδειγμα είναι ο λεγόμενος «τάφος του Λεωνίδα», το επιβλητικό ερείπιο νότια από την Ακρόπολη, που η τοπική παράδοση συνδέει με τον βασιλιά της Σπάρτης Λεωνίδα, και σύμφωνα με τις ενδείξεις ταυτίζεται με το ναό του Καρνείου Απόλλωνα.

Το οδικό δίκτυο της Λακωνίας

Η Σπάρτη έχει εικόνα συγκροτημένου κράτους σε κάθε τομέα της δημόσιας και της ιδιωτικής ζωής μετά τα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ. Η νίκη στον Μεσσηνιακό πόλεμο και η υπαγωγή της Μεσσηνίας στις περιοικίδες περιοχές της Σπάρτης εξασφάλισε έκτοτε στην τελευταία το οικονομικό υπόβαθρο για τη συγκρότηση σε κράτος. Επιπλέον συνέβαλε καθοριστικά στην έξοδο της στον υπόλοιπο κόσμο με αξιοζήλευτες διπλωματικές και οικονομικές σχέσεις με χώρους όπως η Ιωνία και με συνακόλουθη την πολιτιστική έκρηξη της Λακωνίας τα χρόνια που ακολουθούν. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δημιουργήθηκε το οδικό δίκτυο της Λακωνίας.

Το οδικό δίκτυο της Λακωνίας
Η αμαξηλάτη οδός Σπάρτης-Τεγέας στη θέση Μονοδένδρι

Οι αρχαίοι Έλληνες δημιούργησαν και ανέπτυξαν πυκνότατο οδικό δίκτυο, τελείως ιδιότυπο και πρωτοποριακό, εξασφαλίζοντας την απρόσκοπτη αμαξηλάτη επικοινωνία σε όλο σχεδόν τον ελλαδικό χώρο. Το αμαξηλάτο οδικό σύστημα των αρχαίων Ελλήνων χρονολογείται τουλάχιστον από τον 7ο αιώνα π.Χ.

Το πιο πυκνό δίκτυο βρίσκεται στην Πελοπόννησο και πρέπει να υπήρξε έργο μιας συγκεντρωτικής εξουσίας, απολύτως αναγκαίας και ικανής για το σχεδιασμό, την πραγμάτωση και τη διαρκή συντήρηση του. Αυτή η εξουσία δεν μπορεί να είναι να είναι άλλη από την Πελοποννησιακή Συμμαχία με κινητήρια δύναμη τη Σπάρτη. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η ίδια η Σπάρτη διέθετε οδικό δίκτυο εκπληκτικής πυκνότητας, το πολυσχιδέστερο μάλιστα στον ελλαδικό χώρο.

Ο «στρατιωτικός» χαρακτήρας του αμαξηλάτου οδικού δικτύου είναι πασιφανής. Προηγήθηκαν οι στρατιώτες και ακολούθησαν οι έμποροι. Δεν υπήρχε αλλιώς η δυνατότητα να αναλάβει η ιδιωτική πρωτοβουλία τέτοιας κλίμακας έργα. Σημασία για τη δημιουργία του οδικού δικτύου είχε η ύπαρξη ισχυρής συγκεντρωτικής εξουσίας, όπως ήταν η Σπάρτη.

Η Περσία και η Ρώμη αποτελούν τα ακριβή παράλληλα παραδείγματα με τη Σπάρτη. Και ο δύο διέθεταν αξιοθαύμαστο, σε πυκνότητα και ποιότητα παρεχόμενων υπηρεσιών, οδικό δίκτυο που κάλυπτε όχι μόνον την εκάστοτε επικράτεια τους, αλλά εξυπηρετούσε ένα πολύ ευρύτερο όμορο χώρο. Και οι δύο ισχυρές συγκεντρωτικές εξουσίες δημιούργησαν πρωτίστως το οδικό δίκτυο τους για τη ευχερή και απρόσκοπτη κίνηση των στρατιών τους, όπως άλλωστε και η Σπάρτη. Η τελευταία μάλιστα είχε να επιδείξει και μια ειδοποιό διαφορά επιπλέον από την Περσία και τη Ρώμη, αφού είχε ορίσει ως υπεύθυνη για τις οδούς της την ανώτατη πολιτειακή αρχή της, τους δύο βασιλείς. Αυτοί, δηλαδή, που ηγούνταν μιας εκστρατείας ήταν ταυτοχρόνως και οι υπεύθυνοι άρχοντες για το οδικό δίκτυο, μέσω του οποίου επιτυγχανόταν η διεκπεραίωση όποιας στρατιωτικής επιχείρησης.

Η δυνατότητα της Σπάρτης να μεταφέρει ταχύτατα τον στρατό της, όπου υπήρχε ανάγκη και η αξιοθαύμαστη ευχέρεια στρατιωτικών κινήσεων οφειλόταν κατά μεγάλο μέρος στο αμαξηλάτο οδικό δίκτυο και όχι μόνο στην πειθαρχία και την ευψυχία των ανδρών της. Ακόμη, μπορούσε σήμερα να υποθέσουμε ότι υπήρχε και σώμα επιφορτισμένο με τα της οδοποιίας, κάτι ανάλογο με το σημερινό «μηχανικό».

Το οδικό δίκτυο της Λακωνίας διέθετε περίπου 100 αμαξηλάτες οδούς. Η επικοινωνία της Σπάρτης με το Βορρά σήμερα γίνεται με έναν μόνο άξονα. Στην αρχαιότητα γινόταν με τέσσερις: σημερινός δρόμος Σπάρτη-Τρίπολη, διαμέσου αρχαίας Σκιρίτιδος (σημερινή περιοχή Κολλινών-Βλαχοκερασιάς), κατά μήκος του Ευρώτα ως τη Μεγαλοπολιτική, που ήταν η κύρια στρατιωτική οδός (Πελλάνα-Ανεμοδούρι-Ασέα) και τον δυτικότατο, που διέτρεχε την κορυφογραμμή του βόρειου Ταϋγέτου σε υψόμετρο 1.600μ.

Το νόμισμα των Λακεδαιμονίων

Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα το νόμισμα των Λακεδαιμονίων είναι από σίδηρο βαρύ και άβολο. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο αυτό που αποκαλούμε σιδερένιο νόμισμα έχει ένα τετράχαλκο που ζυγίζει μια μνα αιγινίτικη. Ο ίδιος ο Λύσανδρος μιλά επίσης για τους οβολούς, τα γνωστά σιδερένια σουβλιά που άλλωστε σαν προσφορές ανασκάφηκαν σε ναούς αρχαϊκής περιόδου. Ελάχιστα γνωρίζουμε σχετικά με αυτό που οι Λακεδαιμόνιοι ονόμαζαν παραδοσιακό νόμισμα τον πρώιμο 4ο αιώνα.

Το νόμισμα των Λακεδαιμονίων
Νόμισμα της Αίγινας το οποίο χρησιμοποιούνταν ευρέως στην Πελοπόννησο

Μέχρι τον 4ο αιώνα π.Χ. η Σπάρτη δεν έχει νομίσματα, χωρίς να αποτελεί μοναδική περίπτωση. Οι πόλεις της Κρήτης άρχισαν να συναλλάσσονται πολύ αργότερα με το νόμισμα όπως το αντιλαμβάνονται οι Αθηναίοι και οι πόλεις όπου η νομισματοποίηση του συστήματος τους είχε ήδη γίνει.

Δεν υπάρχουν, όμως, ενδείξεις ότι κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. οι Σπαρτιάτες κρατούν κάποια ιδιαίτερη στάση νομοθετικής αντίθεσης απέναντι στα πολύτιμα μέταλλα και το νόμισμα. Μάλιστα οι βασιλείς τους κατηγορούνταν για διαφθορά. Ο Παυσανίας ήταν οικονομικά εύρωστος χάρη στις προσφορές των Περσών. Δεν υπάρχει σχετική απαγόρευση. Απλά το οικονομικό τους σύστημα λειτουργεί βάσει της ανταλλαγής αγαθών και υπηρεσιών στο εσωτερικό της χώρας, πολεμικών λεηλασιών κατά τους πολέμους και ανταλλαγή σε περιπτώσεις ανάγκης που η κοινότητας τους δεν μπορούσε να ικανοποιήσει. Εξάλλου δεν λείπει τίποτα από την Σπάρτη πέρα από τα ευγενή μέταλλα. Παράγουν σιτάρι, λάδι, κρασί, σύκα για τη διατροφή τους. Μαλλί και δέρμα για την ενδυμασία τους, ξυλεία από τα δάση στα βουνά και σίδηρο από τα ορυχεία (στο Ακρωτήριο Μαλέας) για τα εργαλεία τους. Έχουν και λίγο χαλκό (κοντά στο ναό του Απόλλωνα), καθώς και μόλυβδο. Ο κόλπος της Λακωνίας τους προμήθευε τα πορφυρά χρώματα για τις στολές.

Το πρόβλημα τίθεται όταν πρέπει να κατασκευάσουν ένα στόλο. Σε αυτήν την περίπτωση πρέπει να βρεθούν η κατάλληλη ξυλεία, η πίσσα, να προσληφθούν πλοηγοί και έμπειροι ναυτικού που θα πληρωθούν. Ο πόλεμος στη Μικρά Ασία τροφοδοτήθηκε κατά το μάλλον ή ήττον από περσικό χρήμα που αλλοτρίωσε τους Λακεδαιμονίους που υπηρέτησαν εκεί. Στο εξής μη νομισματικό σύστημα φαντάζει απαρχαιωμένο.

Όταν ο Λύσανδρος συντρίβει την Αθήνα μαζεύει σχολαστικότατα όσα νομίσματα μπορούν να βρεθούν στην αυτοκρατορία και τα στέλνει με την ίδια φροντίδα τοποθετημένα μέσα σε τσουβάλια στη Σπάρτη. Είναι φανερό ότι γνωρίζει την κυκλοφορία του χρήματος, αφού έχει συνηθίσει τη χρήση του νομίσματος, όπως επίσης και ο άλλος μεγάλος Σπαρτιάτης στρατηγός, ο Γύλιππος. Οι δύο άνδρες ξέρουν ότι στο εξής η Σπάρτη δεν μπορεί να κυριαρχήσει στον κόσμο που ανοίγεται μπροστά της, τόσο προς τα ανατολικά, όσο και προς τα δυτικά, χωρίς να εισέλθει στο κόσμο της νομισματικής οικονομίας.

Ο Λύσανδρος επιστρέφοντας στη Σπάρτη καταθέτει κάποιες προτάσεις στη Συνέλευση (άγνωστες ως τώρα σε εμάς), η οποία όμως τις απορρίπτει και αποφασίζει ότι το σπαρτιατικό κράτος θα εξακολουθήσει τον μη εμπλουτισμό τους με δικό του νόμισμα. Πάρα ταύτα το κράτος διατηρεί τα νομίσματα που έφερε ο Λύσανδρος και τα χρησιμοποιεί για τα εξωτερικά του έξοδα, αλλά απαγορεύει την ιδιωτική κατοχή νομίσματος.

Αρχίζει το κυνήγι των δυστροπούντων που έφεραν από τις εκστρατείες τους ποσά λιγότερο ή περισσότερο σημαντικά. Ο Γύλιππος εξορίστηκε. Φίλοι του Λύσανδρου θανατώθηκαν. Πάρα ταύτα, πολλοί άνθρωποι εξοικειώθηκαν με τη χρήση του νομίσματος και το παλιό σύστημα αλλοιώθηκε. Επιχειρείται τότε να βρεθεί ένα υποκατάστατο. Εμφανίστηκαν στοιχεία από μέταλλο που προϋπήρχαν σε ορισμένους τύπους ανταλλαγών. Στοιχεία που θεωρήθηκαν ικανά να προσεγγίσουν την ιδέα που συνιστά ένα νόμισμα: άφθαρτο, μετρήσιμο, συμβολικό. Έτσι γεννήθηκε το νόμισμα των Λακεδαιμονίων από σίδερο.

Σε μερικές πόλεις της Πελοποννήσου, συνδεδεμένες με τη Σπάρτη και που έκοβαν νόμισμα, φαίνεται ότι το είχαν ήδη κατασκευάσει για μικρή χρονική περίοδο. Τα νομίσματα στη Σπάρτη θα ανθίσουν την εποχή του βασιλιά Κλεομένη Γ’ (3ος αιώνας π.Χ.).

Σπαρτιατική οικονομία

Η σπαρτιατική οικονομία ήταν κατ’ εξοχήν αγροτική. Ακρογωνιαίος λίθος της οικονομίας της ήταν το μέγεθος και η ποιότητα των αγροτικών γαιών. Μεταξύ του 9ου και του 7ου αιώνα π.Χ. οι Σπαρτιάτες κέρδισαν τον έλεγχο του συνόλου του εδάφους, όχι μόνο της Λακωνίας, αλλά και της Μεσσηνίας. Βιοτεχνία και εμπόριο ήταν περιφερειακές ασχολίες.

Σπαρτιατική οικονομία
Η Σπάρτη σε μια ειδυλλιακή αναπαράσταση

Σπαρτιατική οικονομία

Αγροτική οικονομία

Το μεγαλύτερο τμήμα της αχανούς αυτής έκτασης ήταν ιδιωτικό και ανήκε στους πολίτες της Σπάρτης τους «Σπαρτιάτες». Οι Σπαρτιάτες ήταν εισοδηματίες γαιοκτήμονες και όλοι τους ζούσαν μέσα στη Σπάρτη συχνά σε σημαντική απόσταση από τα κτήματα τους. Η ζωή τους όλη ήταν αφιερωμένη στις πολιτικές και στρατιωτικές υποθέσεις της πόλης και δεν χρειαζόταν να ασχοληθούν με χειρωνακτικές και αγροτικές εργασίες. Τα κτήματα τους καλλιεργούσε κυρίως ο γηγενής πληθυσμός των δούλων, οι είλωτες. Τα δικαιώματα κάθε Σπαρτιάτη επί των ειλώτων που εργάζονταν στα κτήματα του περιστέλλονταν από τη σημαντική περί κολεκτίβας πρόνοια του καθεστώτος υποτέλειας των ειλώτων.

Οι οικογένειες των ειλώτων ήταν κατά πάσα πιθανότητα δεμένες με συγκεκριμένα κομμάτια γης, τα οποία συνέχιζαν να καλλιεργούν ακόμη όταν τα χωράφια αυτά άλλαζαν χέρια και περνούσαν από τον έναν Σπαρτιάτη στον άλλο. Έτσι, δεν υφίστατο εμπόριο ειλώτων και μόνο περιορισμένος αριθμός δούλων αγοράζονταν έξω από την σπαρτιατική κοινωνία.

Η έτερη μεγάλη ομάδα της σπαρτιατικής επικράτειας ήταν ο ελεύθερος πληθυσμός, που ήταν γνωστός με το όνομα «περίοικοι» και κατοικούσαν στις ορεινές και στις παράκτιες περιοχές. Παλαιότερες περιγραφές ανέφεραν ότι οι οικονομικές δραστηριότητες των περιοίκων περιστρέφονταν γύρω από τη βιοτεχνία και το εμπόριο. Είναι αλήθεια ότι οι περίοικοι εκμεταλλεύονταν τέτοιες θεσούλες, μιας και οι Σπαρτιάτες ήταν πολεμιστές και οι είλωτες ασχολούνταν με τις αγροτικές ασχολίες.

Ωστόσο, πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι ο πληθυσμός των περιοίκων ήταν διαφοροποιημένος. Οι περισσότεροι περίοικοι κυρίως όσοι κατοικούσαν στα μεσόγεια χωριά ζούσαν από την γεωργία είτε ως εργαζόμενοι αγρότες είτε ως αργόσχολοι γαιοκτήμονες. Μόνο σε μεγάλες κοινότητες περιοίκων ή σε εκείνες που βρίσκονταν κοντά σε σημαντικά λιμάνια, μεγάλη μερίδα πληθυσμού είχε ευκαιρίες να ασχοληθεί με τη βιοτεχνία και το εμπόριο. Οι γενικώς περιορισμένες ευκαιρίες για τέτοιες δραστηριότητες ήταν αποτέλεσμα του μεγάλου βαθμού αυτάρκειας της περιοχής: σε εργατικά χέρια δούλων, σε αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα και σε σιδηρομετάλλευμα.

Δημόσια οικονομικά

Η δημοσιονομική πολιτική της Σπάρτης ήταν σχετικά μη ανεπτυγμένη. Στις περισσότερες ελληνικές πόλεις τα δημόσια οικονομικά ήταν συνάρτηση του βαθμού σύνθεσης του κράτους, των στρατιωτικών υποχρεώσεων του, και του εύρους των δημόσιων υπηρεσιών. Κατά το μεγαλύτερο διάστημα της αρχαϊκής και της κλασικής περιόδου, οι δημόσιες δαπάνες της Σπάρτης στους τομείς της άμυνας, της εσωτερικής διοίκησης και της αγοράς τροφίμων ήταν σχετικά χαμηλές. Με ναυτικές επιχειρήσεις περιστασιακές και μικρής κλίμακας, έναν στρατό ξηράς που λειτουργούσε μέσω επιτάξεων και προσωπικής θητείας και δίχως ειδικές αστυνομικές δυνάμεις ή οχυρά, που να απαιτούν συντήρηση, οι οικονομικές απαιτήσεις των ενόπλων δυνάμεων της Σπάρτης την εποχή πριν από τον Πελοποννησιακό πόλεμο ήταν μικρές.

Σε ό,τι αφορά την εσωτερική διοίκηση, η περιορισμένη έκταση των δημόσιων κτιρίων και το γεγονός ότι δεν προβλεπόταν μισθός για τους κρατικούς αξιωματούχους, συγκράτησε γενικά το κόστος σε χαμηλά επίπεδα. Εν τέλει, σε ένα κράτος με πλούσιες αγροτικές γαίες, δεν χρειαζόταν να γίνουν δαπάνες για εισαγωγή τροφίμων.

Σε αντίθεση με την Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ., που εισέπραττε φόρο από τους συμμάχους της, οι εταίροι της Σπάρτης στην Πελοποννησιακή Συμμαχία συνεισέφεραν με ανθρώπινο δυναμικό και όχι με χρήματα. Όταν η Σπάρτη είχε αυτοκρατορικές κτήσεις κατά τα τέλη του 5ου και αρχές του 4ου αιώνα π.Χ., η πόλη επιχείρησε να επιβάλλει έκτακτους στρατιωτικούς φόρους στους πολίτες της. Όπως σημειώνει ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά του, οι περισσότεροι δεν πλήρωναν. Το δημόσιο ταμείο έπασχε από χρόνια έλλειψη πόρων. Για τις υπερπόντιες επιχειρήσεις η Σπάρτη ήταν υποχρεωμένη να βασιστεί στις ξένες πηγές χρηματοδότηση, όπως οι περσικές επιχορηγήσεις που της επέτρεψαν να νικήσει τον Πελοποννησιακό πόλεμο.

Σπαρτιατικές συναλλαγές

Η αρχέτυπη μορφή των συναλλαγών στην σπαρτιατική οικονομία ήταν η προσφορά δώρων. Η προσφορά δώρων δεν περιελάμβανε νομίσματα και ήταν ενταγμένη σε ένα πλαίσιο κοινωνικότητας και είναι εμφανής σε διάφορους τομείς της σπαρτιατικής ζωής. Στα συσσίτια οι πολίτες δεν ξόδευαν χρήματα για τους συνδαιτημόνες τους. Αντίθετα οι πλούσιοι διέθεταν σταρένιο ψωμί και οι κυνηγοί τα θηράματα τους. Οι βασιλείς τιμούσαν άλλους Σπαρτιάτες, μοιραζόμενοι τη δεύτερη μερίδα τους. Κατά κανόνα, ο βασιλιάς Αγησίλαος δώριζε ένα βόδι και ένα μανδύα στα νεοεκλεγμένα μέλη της Γερουσίας. Σε ορισμένους τομείς της κοινωνικής ζωής άλλων πόλεων γινόταν χρήση νομισμάτων, σε αντίθεση με τη Σπάρτη. Χρηματικά έπαθλα και υλικά βραβεία δίνονταν στους νικητές αθλητικών αγώνων σε διάφορες πόλεις, όχι όμως και στη Σπάρτη, όπου η μόνη επιβράβευση για τους Ολυμπιονίκες ήταν η τιμή να αγωνιστούν με την προσωπική φρουρά του βασιλιά. Στην Αθήνα η προίκα δινόταν με μετρητά, στη Σπάρτη με γη.

Οι γυναίκες της Σπάρτης

Πίσω από τους 300 του Λεωνίδα των Θερμοπυλών βρίσκονταν οι γυναίκες της Σπάρτης. Με κριτήριο την Ωραία Ελένη μπορεί κανείς να υποθέσει ότι από όλη την Ελλάδα οι γυναίκες της Σπάρτης ήταν οι πιο όμορφες. Ήταν όμως η ομορφιά αυτοσκοπός για τις Σπαρτιάτισσες;

Οι γυναίκες της Σπάρτης
Η Γοργώ, η σύζυγος του Λεωνίδα

Ο γάμος για μια Σπαρτιάτισσα ήταν ό,τι ήταν ο πόλεμος για έναν Σπαρτιάτη: αντιπροσώπευε το στόχο της ενηλικίωσης αι την ευκαιρία να πραγματώσουν ένα τον ρόλο τους για τον οποίο τις προόριζε η κοινότητα. Ωστόσο, για τον έξω κόσμο, τους άλλους Έλληνες, οι Σπαρτιάτισσες κοπέλες και γυναίκες ήταν το ίδιο περίεργες και ακατανόητες όσο και οι Σπαρτιάτες που έδωσαν μάχη μέχρι θανάτου στις Θερμοπύλες.

Στη Σπάρτη τα κορίτσια γυμνάζονταν και σε καμία περίπτωση δεν ήταν περιορισμένα σε αμιγώς οικιακές και στατικές εργασίες. Ήταν εκπληκτικές αθλήτριες. Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, σκοπός αυτής της κοπιαστικής φυσικής άσκησης ήταν ο ευγονισμός. Με άλλα λόγια αποσκοπούσε στην ανατροφή γυναικών που θα γίνονταν ρωμαλέες μάνες για τα παιδιά τους -ιδανικά αρσενικά παιδιά- για την επόμενη γενιά ενήλικων πολεμιστών της Σπάρτης που θα μάχονταν για λογαριασμό της τους εξωτερικούς εχθρούς της, αλλά και τους εσωτερικούς: τον πληθυσμό των σκλάβων, τους είλωτες.

Ορισμένες επιτύμβιες επιγραφές που σώζονται αναγράφουν τον όνομα κάποιας Σπαρτιάτισσας και δίπλα «πέθανε στη γέννα» -επισήμανση τιμής, δόξας για τη νεκρή γυναίκα, όπως για τον άνδρα Σπαρτιάτη ήταν τιμή να γραφτεί «πέθανε στον πόλεμο». Οι Σπαρτιάτες ανεπιφύλακτα απέδιδαν τιμές στις γυναίκες, σε αντίθεση με την Αθήνα, όπου, όπως αναφέρει ο Περικλής στον επίλογο του Επιταφίου που εκφώνησε κατά την ταφή των νεκρών του πρώτου έτους του Πελοποννησιακού πολέμου, πιο αξιοσέβαστες Αθηναίες είναι εκείνες για τις οποίες δεν έχει ακουστεί δημόσια έπαινος ή ψόγος. Ούτε και οι ίδιες και οι Σπαρτιάτισσες δεν δίσταζαν να μιλήσουν. Στην ερώτηση μιας γυναίκας από την Αττική, «γιατί μόνο οι Σπαρτιάτισσες μπορείτε να εξουσιάζετε τους άνδρες», η Γοργώ, συζύγου του Λεωνίδα, απάντησε την χαρακτηριστική φράση «γιατί μόνο εμείς γεννάμε (πραγματικούς) άνδρες».

Όταν ερχόταν η ώρα της Σπαρτιάτισσας να παντρευτεί, σε ηλικία 18 ετών, το τελετουργικό και οι εκδηλώσεις ήταν διαφορετικό από ό,τι σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Ο γάμος τελούνταν ύστερα από αρπαγή. Ακόμη κι αν ο άνδρας κηδεμόνας ενός κοριτσιού την είχε αρραβωνιάσει με κάποιον, ένας άλλος μπορούσε να την αρπάξει και να την κάνει στη συνέχεια γυναίκα του διά της βίας. Αν ο αρραβώνας ακολουθούνταν από το γάμο, η τελετή ήταν μια άχαρη υπόθεση, σε αντίθεση με τα χαρούμενα τραγούδια των παρθένων που προηγούνταν. Τα μαλλιά της νύφης ξυρίζονταν σχεδόν και έπειτα η νύφη έμπαινε σε ένα σκοτεινό δωμάτιο με μόνη φορεσιά ένα μακρύ ανδρικό χιτώνα και μια ζώνη. Μετά θα ερχόταν ο άνδρας, θα της έβγαζε τον χιτώνα και θα την διακόρευε.

Ο έγγαμος βίος δεν ήταν ιδιαίτερα θερμός για το ζευγάρι. Μέχρι την ηλικία των 30 ετών ο σύζυγος θα περνούσε κάθε βράδυ στη συσκηνία μαζί με τους συντρόφους του και οι συζυγικές σεξουαλικές συνευρέσεις θα γίνονταν στα κρυφά. Ακόμη και μετά τη συμπλήρωση των τριάντα χρόνων του συζύγου και αφού το ζευγάρι είχε φέρει στον κόσμο νόμιμα και υγιή παιδιά, η σεξουαλική εμπειρία μιας Σπαρτιάτισσας ήταν πολύ διαφορετική από εκείνην μιας μέσης Ελληνίδας. Με ή χωρίς τη συναίνεση της, ο σύζυγος μπορούσε να τη δανείσει σε έναν άλλο άνδρα με τον οποίο και για τον οποίο θα γεννήσει, νομίμως, γνήσια τέκνα. Σε οποιοδήποτε άλλο ελληνικό μέρος αυτό θα συνιστούσε μοιχεία και θα επέσυρε τιμωρία, -στην Αθήνα ακόμη και θάνατο.

Σε άλλες περιπτώσεις, ένας γηραιότερος Σπαρτιάτης, ο οποίος είχε μείνει χήρος, αλλά δεν ήθελε να ξαναπαντρευτεί και να κάνει νέα οικογένεια, μπορούσε να πάρει στο σπίτι του ως οικονόμο και σύντροφο τη σύζυγο ενός άλλου Σπαρτιάτη. Λέγεται πως η γυναίκα που συμμετείχε σε αυτό το τρίγωνο ήταν ευτυχής με τη ρύθμιση αυτή, αφού της δινόταν η δυνατότητα να έχει υπό τον έλεγχο της περισσότερα του ενός νοικοκυριά.

Ο Ευριπίδης και ο Αριστοτέλης δεν ήταν οι μοναδικοί μη Σπαρτιάτες Έλληνες που θεωρούσαν αυτήν την κατάσταση των Σπαρτιατισσών σκανδαλώδης. Ένα άλλο πράγμα που απεχθανόταν ο Αριστοτέλης αναφορικά με τις Σπαρτιάτισσες, ήταν το γεγονός ότι κατείχαν και μπορούσαν να διαθέσου γαίες. Στην Αθήνα οι γυναίκες μπορούσαν να διαθέτουν μια μικρή περιουσία, αλλά πάντα υποτάσσονταν στην βούληση του άρρενα κηδεμόνα. Στην Σπάρτη, αντίθετα, είχαν καταφέρει, μέχρι την εποχή του Αριστοτέλη, να να κατέχουν και να ελέγχουν το ένα τρίτο των ιδιωτικών γαιών.

Οι Σπαρτιάτες έκριναν ότι εάν ήθελαν η πόλη τους να διατηρήσει έναν στρατιωτικό τρόπο ζωής, δεν μπορούσαν να αγνοήσουν ή να βάλουν στο περιθώριο, πόσο μάλλον να καταπιέζουν τις γυναίκες. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι τα κορίτσια της Σπάρτης είχαν πρόσβαση σε ένα είδος δημόσιας εκπαίδευσης, που περιελάμβανε σκληρή και -στα μάτια των περισσότερων Ελλήνων αταίριαστη στη γυναικεία φύση- άθληση. Έτσι εξηγείται και το δικαίωμα των Σπαρτιατισσών σε έγγεια περιουσία. Σε αντάλλαγμα οι γυναίκες της Σπάρτης -γιαγιάδες, μάνες, σύζυγοι, αδελφές, θείες και ανηψιές- με αίσθηση καθήκοντος προσέφεραν στους άνδρες τους την αδιαμφισβήτητη αφοσίωση τους με την προϋπόθεση ότι αυτοί οι άνδρες πραγμάτωναν τα ρωμαλέα φιλοπόλεμα ιδεώδη που οι ίδιοι είχαν καθορίσει «Ή ταν ή επί τας»- αυτή ήταν πράγματι η ημερήσια διάταξη.

Η πόλη των «ίσων»

Σπάρτη, η πόλη των «ίσων». Έτσι παρουσιάζεται αιώνες τώρα η ελληνική πόλη που προκάλεσε ταυτόχρονα το μεγαλύτερο ενθουσιασμό σε ορισμένους και τις περισσότερες επιφυλάξεις σε άλλους. Απέδιδαν δε αυτήν την ισότητα στο άξιο έργου του Λυκούργου, ο οποίος, με σκοπό να αποσοβήσει μια σοβαρή κρίση που απειλούσε την ενότητα της πόλης, μοίρασε το έδαφος της Λακωνίας σε ίσους κλήρους και επέβαλε στους Σπαρτιάτες μια εκπαίδευση και έναν τρόπο ζωής που ενίσχυαν αυτήν την ισότητα.

Η πόλη των «ίσων»
Αναπαράσταση με το εσωτερικό της Σπάρτης

Ωστόσο, από την αρχαιότητα υπήρχαν ερωτήματα για την ιστορική αλήθεια σχετικά με τον Λυκούργο. Ο Πλούταρχος, βασικός βιογράφος του νομοθέτη, αναγνωρίζει το γεγονός ότι δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα την περίοδο που έζησε. Σε πείσμα της παράδοσης που κρατούσε το ρόλο του νομοθέτη, το σπαρτιατικό καθεστώς φαίνεται να εγκαθιδρύεται κατά το ήμισυ του 7ου αιώνα ή τ ο τέλος του 6ου αιώνα.

Τον 7ο αιώνα διεξήχθησαν οι Μεσσηνιακοί πόλεμοι και θα επέτρεπαν στους Σπαρτιάτες να επεκταθούν σε αυτήν την πλούσια γη. Είναι τότε επίσης που θα εκδηλωθεί στις γραμμές των οπλιτών, αυτών των βαριά οπλισμένων στρατιωτών η διεκδίκηση μιας ισότιμης διανομής, όχι βέβαια τη γης της Λακωνίας, αλλά της κατακτημένης Μεσσηνίας. Η ίση μοιρασιά της λείας των οπλιτών συνδεόταν με την ίδια τη φύση της φάλαγγας των οπλιτών και αυτό ακριβώς αποτελεί παράδοση, η οποία θα διατηρηθεί για πολύ καιρό. Άλλωστε, η αμοιβή μέσω του κλήρου γης της στρατιωτικής υπηρεσίας αποτελεί μια πρακτική που συναντάται μέχρι την ελληνιστική περίοδο, σε βασίλεια που ίδρυσαν οι Μακεδόνες άρχοντες.

Η ανάμνηση αυτής της ισομοιρίας θα τροφοδοτήσει το μύθο ενός συστήματος ισότιμης διανομής της πατρώας γης που νομοθετήθηκε από τον Λυκούργο, ένα μοίρασμα που θα εξασφάλιζε σε κάθε Σπαρτιάτη τη δυνατότητα συμμετοχής στα συνδεόμενα με την ιδιότητα του Σπαρτιάτη πολίτη συσσίτια.

Μια τέτοια ερμηνεία της ίσης μοιρασιάς, που αφορούσε μόνο το μεσσηνιακό έδαφος, αποδίδει καλύτερα την εικόνα μιας κοινωνικής ανισότητας την οποία άλλωστε αποκαλύπτουν τα ευρήματα σε τάφους πολύτιμων αντικειμένων και όπλων που μαρτυρούν την ύπαρξη μιας αριστοκρατικής τάξης στους κόλπους της σπαρτιατικής κοινωνίας. Ωστόσο, αυτές οι μαρτυρίες σπανίζουν από τα μέσα του 6ου αιώνα και μετά.

Εκτός από τους νόμους του Λυκούργου, υπήρξε και η μεταρρύθμιση του έφορου Χίλωνα που επέβαλε στο σύνολο των Σπαρτιατών έναν τρόπο διαβίωσης και μια κοινή αγωγή που αποσκοπούσαν στην κατασκευή «ομοίων», ενώ απαγορευόταν η κυκλοφορία χρυσών και αργυρών νομισμάτων. Αυτή η μεταρρύθμιση είχε για αντικείμενο τον έλεγχο της μάζας των εξαρτημένων, των ειλώτων της Λακωνίας και κυρίως της Μεσσηνίας, με αντιστάθμισμα το μετασχηματισμό την κοινότητα των Σπαρτιατών σε στρατό και μάλιστα διαρκή.

Η πολιτική οργάνωση των Σπαρτιατών ήταν σύμφωνα με τη παράδοση δομημένη με τη Μεγάλη Ρήτρα, το χρησμό που είχε πάρει ο Λυκούργος από τους Δελφούς. Υποδήλωνε πως ο λαός κατανεμημένος σε φυλές και οβάς θα συγκεντρώνεται κάποιες περιόδους κατόπιν καλέσματος ενός Συμβουλίου, αποτελούμενου από τριάντα μέλη, εκ των οποίων δύο «αρχηγέτες», δηλαδή τους δύο βασιλείς. Αργότερα, θα δημιουργούνταν το σώμα των πέντε αξιωματούχων, των Εφόρων, οι οποίοι εκλέγονταν κάθε χρόνο.

Το σύνταγμα των Λακεδαιμονίων παρουσίαζε λοιπόν καθαρά ολιγαρχικό χαρακτήρα, αφού οι κάτοχοι της αρχής, βασιλείς, Γερουσία και έφοροι, αποτελούσαν μια μειονότητα. Οι δύο βασιλείς εναλλάσσονταν στην εξουσία κληρονομικά. Τα μέλη της Γερουσίας ήταν πάνω από εξήντα πέντε ετών και εκλέγονταν δια βίου. Μόνο οι έφοροι εκλέγονταν κάθε χρόνο και επιλέγονταν μέσα από το σύνολο των Σπαρτιατών, γεγονός που δικαιολογεί ορισμένους να βλέπουν στο πρόσωπο τους το «δημοκρατικό» στοιχείο του λακεδαιμονικού συντάγματος. Άλλωστε, στη Σπάρτη εκτός από την Απέλλα υπήρχε και η μικρή εκκλησία, σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, η οποία μπορούσε να αναλάβει μια επείγουσα κατάσταση.

Η Συνέλευση μπορεί να ήταν ανοιχτή στους περίοικους, τους ελεύθερους κατοίκους της Λακωνίας που τελούσαν κάτω από την εξάρτηση των Σπαρτιατών, αλλά απολάμβαναν μια σχετική αυτονομία, καθώς και στις άλλες κατηγορίες «ελεύθερων κατώτερων στρωμάτων». Ο όρος Λακεδαιμόνιοι περιελάμβανε κατά την κλασική εποχή όχι μόνο τους «όμοιους», τους αποκαλούμενους απλά Σπαρτιάτες, αλλά και τους περίοικους. Αυτό βεβαιώνεται τον 4ο αιών π.Χ. από τον Ισοκράτη που συγκρίνει τους περίοικους με το αθηναϊκό δήμο.

Οι Σπαρτιάτες στηρίζονταν τόσο στην κυβέρνηση των άριστών, μικρή ομάδα εξ ορισμού και στην εξουσία ενός δήμου που αποτελούνταν τόσο από Ίσους, που ποτέ κανείς δεν διανοήθηκε να αποκλείσει από τις αποφάσεις, όσο και από πολίτες δεύτερης ζώνης, στους οποίους θα ήταν επικίνδυνο να αρνηθούν μια κάποια συμμετοχή: το πνίξιμο της φωνής μέσα στη συνέλευση αντιπροσώπευε μικρότερο κίνδυνο.

Οι περίοικοι και οι διάφορες κατηγορίες κατώτερων στρωμάτων σπάνια είχαν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στη Συνέλευση. Από την άλλη η στενά ασκούμενη εποπτεία της Γερουσίας και των εφόρων περιόριζε στην πράξη αυτή την φαινομενική ισότητα.

Η σπαρτιατική ισότητα ήταν εντελώς σχετική. Οικονομική και κοινωνική επιζούσε χάρη σε κοινές πρακτικές. Πολιτικά αφορούσε μόνο τους γνήσιους πολίτες, όλο και περισσότερο μειοψηφία στους κόλπους των Λακεδαιμονίων. Η πόλη των «ίσων» και ο «μύθος» της εξακολουθούσε να λειτουργεί όταν οι μεταρρυθμιστές βασιλείς του 3ου αιώνα π.Χ. θα προσπαθούσαν να τον αναβιώσουν.

Οι πολιτειακοί θεσμοί της Σπάρτης

Η εξαιρετική πολιτική σταθερότητα της Σπάρτης, η οποία δεν γνώρισε ούτε τυραννία εμφύλιο πόλεμο, δεν ερμηνεύεται μόνο μέσα από την έννοια της πειθαρχίας, που τους εμπέδωσε η σπαρτιατική παιδεία αλλά οφείλεται στο μικτό χαρακτήρα του συντάγματος (άνθρωποι του λαού, ευγενείς και βασιλείς είναι εξ ίσου αφοσιωμένοι σε ένα καθεστώς στο οποίο συμμετέχουν), εν μέρει δε ίσως ακόμη περισσότερο στη διαρκεί επαγρύπνηση «αρχών» που τους ακολουθεί ο φόβος των εξεγέρσεων. Ποιοι ήταν, όμως, οι πολιτειακοί θεσμοί της Σπάρτης;

Οι πολιτειακοί θεσμοί της Σπάρτης
Γιγαντιαία κεφαλή του Ηρακλέους

Οι πολιτειακοί θεσμοί

Η Απέλλα

Η Συνέλευση, που ονομάστηκε Απέλλα στη μεγάλη ρήτρα την αρχαϊκή εποχή και Εκκλησία (όπως στην Αθήνα) στα κείμενα της κλασικής εποχής, περιλαμβάνει αυτοδικαίως όλους τους πολίτες, τους Σπαρτιάτες ή Ίσους, στους οποίους απαγορευόταν κάθε οικονομική δραστηριότητα και οι οποίοι αφιέρωναν όλο το χρόνο τους στον πόλεμο, τη στρατιωτική εκπαίδευση και την πολιτική. Σύντομα ο αριθμός αυτών των Ομοίων γνώρισε σημαντική μείωση, από 8.000 περίπου το 479 π.Χ σε λιγότερο από 1.500 το 371π.Χ.

Η Συνέλευση συνεδρίαζε τακτικά, πιθανόν κάθε μήνα. Δεν φαίνεται όλοι οι Σπαρτιάτες να χαίρουν του δικαιώματος λόγω ίσου για όλους, που έκανε τόσο περήφανους τους Αθηναίους: εκτός από τους βασιλείς, τη Γερουσία και τους έφορους, δεν ελάμβαναν το λόγο εκτός από εκείνους που ο προεδρεύων έφορος επέλεγε. Η ψήφος δεν γινόταν με την ανάταση των χεριών ούτε με μυστικά ψηφοδέλτια, όπως στην Αθηναϊκή δημοκρατία, αλλά συνηθέστερα με την διά βοής αρχαϊκή και υποτυπώδη διαδικασία. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο πρόεδρος της συνεδρίασης μπορούσε να ζητήσει από πολίτες να εκφράσουν τη γνώμη τους μετακινούμενοι προς τη μία ή την άλλη πλευρά της συνέλευσης: αυτό έκανε ο Σθένελος το 432 π.Χ. Η μέθοδος αυτή επέτρεπε τόσο την άρση των αμφισβητήσεων όσο και τον εκφοβισμό.

Η Γερουσία

Η Γερουσία και το Συμβούλιο των Γερόντων περιελάμβανε τους δύο βασιλείς και είκοσι οκτώ γέροντες πάνω από εξήντα ετών. Αυτοί οι παλαιοί έδρευαν διά βίου. Η εκλογή τους γινόταν, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, κατά τρόπον παιδαριώδη: ο κάθε υποψήφιος παρουσιαζόταν μπροστά στη Συνέλευση και οι πάρεδροι, κλεισμένοι σε ένα γειτονικό οίκημα, εκτιμούσαν την ένταση των επιδοκιμασιών. Κατά τον Ξενοφώντα η είσοδος στη Γερουσία ήταν η ανταμοιβή μιας ενάρετης ζωής, αλλά κατά τον Αριστοτέλη ήταν αποτέλεσμα σκληρού ανταγωνισμού στο στενό πλαίσιο μιας ομάδας ανδρών και επιβράβευε περισσότερο τη φιλοδοξία παρά την αξία. Το να εμπιστευτούν εξουσίες σε άνδρες τόσο μεγάλης ηλικίας αποτελούσε για το φιλόσοφο σφάλμα, επειδή «υπάρχει το γήρας του πνεύματος, όπως υπάρχει και το γήρας του σώματος». Επιπλέον μην έχοντας να λογοδοτήσουν οι γέροντες ήταν επιρρεπείς στη διαφθορά.

Η γερουσία ασκεί σημαντικές νομικές εξουσίες: ιδιαίτερα εκδικάζει, μαζί με τους εφόρους, τις κορυφαίες υποθέσεις. Το Συμβούλιο έχει επίσης την ευθύνη της προετοιμασίας των αποφάσεων της Συνέλευσης και οφείλει να υποβάλλει τα νομοσχέδια στο λαό. Αυτή η λειτουργία, ανάλογη της Βουλής πολλών ελληνικών πόλεων, πιστοποιείται στη Σπάρτη ήδη από τη μεγάλη Ρήτρα, που πιθανόν χρονολογείται το αργότερο κατά το ήμισυ του 7ου αιώνα π.Χ.

Οι δύο βασιλείς

Η βασιλεία των πρώτων αρχαϊκών χρόνων επέζησε στη Σπάρτη με τη μορφή δυαρχίας. Οι δύο δυναστείες των Αγειαδών και των Ευρυποντιδών και οι δύο των Ηρακλειδών, βασιλεύουν από κοινού επί πέντε αιώνες, από τον 8ο έως τον 3ο αιώνα π.Χ. Η απαρχή αυτής της δυαρχίας προκάλεσε σειρά συζητήσεων στους σύγχρονους ιστορικούς. Οι ίδιοι οι Σπαρτιάτες πίστευαν ότι οι δύο δυναστείες κατάγονταν από δίδυμους και, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, υπάρχει ένας πολύ ισχυρός δεσμός μεταξύ της δυαδικής βασιλείας και της προστασίας που ασκούν στη Σπάρτη οι δίδυμοι Διόσκουροι. Στους κόλπους των δύο βασιλικών οικογενειών, η διαδοχή είναι αυστηρά κληρονομική χωρίς ο κανόνας της διαδοχής να είναι η πρωτοτοκία: σύμφωνα με τον Ηρόδοτο ο γιος που γεννήθηκε έπειτα από την άνοδο του πατέρα στο βασιλικό αξίωμα έχει περισσότερα δικαιώματα από τον πρωτότοκο που γεννήθηκε όταν ο πατέρας ήταν ένας απλός ιδιώτης.

Τα προνόμια των βασιλέων είναι γνωστά χάρη στους δύο καταλόγους που μας παρέδωσαν οι Ηρόδοτος και Ξενοφών. Οι ιστορικοί αναλύοντας τις δικαιοδοσίες των βασιλέων τείνουν να να εξετάζουν διαδοχικά τις «εξουσίες», τις «τιμές» και τα «υλικά προνόμια» τους. Οι όροι που χρησιμοποιούνται από τον Ηρόδοτο (γέρεα) και τον Ξενοφώντα (τιμαί) συνδυάζουν αυτές τις έννοιες. Τα «γέρεα» συνδυάζουν αντιλήψεις περί τιμής και εξουσίας και εμφανίζονται σαν «πατρώοι νόμοι» και κατατάσσονται από τον Ηρόδοτο σε τρεις κατηγορίες: τις δικαιοδοσίες σε περίοδο πολέμου, τις αντίστοιχες σε περίοδο ειρήνης, τις αποδιδόμενες τιμές στους βασιλείς μετά θάνατον. Ο Ξενοφών ακολουθεί την ίδια τάξη. Οι δύο συγγραφείς σημειώνουν την αντίθεση μεταξύ της σπουδαιότητας του βασιλιά ευρισκόμενου σε εκστρατεία και της μετριοπάθειας των εξουσιών του στη Σπάρτη, μεταξύ της υποταγής εν ζωή βασιλιά στους νόμους και τη μετά θάνατον ηρωοποίηση του.

Η Μεγάλη Ρήτρα δεν μνημονεύει τους εφόρους, κάτι που μπορεί να σημαίνει πως η ανάδυση τους στο επίπεδο του πολιτικού σπαρτιατικού βίου είναι μεταγενέστερη. Από πολλές πλευρές η Εφορεία αποτελεί ένα αξίωμα κλασικού τύπου: οι πέντε έφοροι εκλέγονται για ένα έτος από και μέσα από το λαό. Η εξουσία που ασκούν συγκρίθηκε με την τυραννία και οι σχέσεις των κυβερνώντων με τους κυβερνώμενους αναδεικνύουν την Εφορεία σε εντελώς ιδιαίτερη περίπτωση.

Η διπλωματία και ο πόλεμος αποτελούν το ευρύτερο γνωστό πεδίο της σπαρτιατικής ζωής, χάρη στο πλήθος των ενδείξεων, υπαινικτικών και άλλοτε λεπτομερειακών, των αρχαίων ιστορικών. Στην κλασική περίοδο η Συνέλευση είναι αυτή που αποφασίζει περί ειρήνης ή πολέμου, Είναι εκείνη που επιλέγει το βασιλιά ή το στρατηγό που θα αναλάβει την αρχιστρατηγία. Οι έφοροι κηρύσσουν την επιστράτευση ή καθορίζουν των αριθμό των κλάσεων που πρέπει να αναχωρήσουν σε εκστρατεία και συνεπώς το μέγεθος της αποστολής. Οι ίδιοι επίσης διεξάγουν τις επίσημες διαπραγματεύσεις, τόσο εν καιρώ ειρήνης, όσο και εν καιρώ πολέμου.

Επειδή οι εκστρατείες από ξηράς δέσμευαν τον τακτικό στρατό της πόλης, η φρουρά επανδρωμένη με πολίτες και περιοίκους λογικά διοικείτο από τον έτερο βασιλιά. Ω ς τα τέλη του 6ου αιώνα οι δύο βασιλείς διοικούσαν από κοινού το στράτευμα, όμως κατά την εισβολή του 506 π.Χ. στην Αττική, ο Κλεομένης Α’ και ο Δημάρατος έδιναν αντικρουόμενες διαταγές με αποτέλεσμα τη διάλυση του στρατεύματος. Από τότε ένας νέος νόμος ορίζει ότι μόνο ένας από τους βασιλείς θα αναχωρεί σε εκστρατεία, ενώ ο άλλος θα παραμένει στη Σπάρτη.

Βεβαίως εδώ υπάρχει ένας παράγοντας ανισότητας μεταξύ των βασιλέων: ο ένας αναλαμβάνει μεν εντολή που εμπεριέχει πολλούς κινδύνους, μα μπορεί να του προσφέρει δόξα και επιρροή, ενώ ο άλλος αδημονεί στη Σπάρτη. Ένας βασιλιάς με κύρος που απολαμβάνει της εμπιστοσύνης του «δάμου» και που έχει το απαραίτητο πολιτικό βάρος να επιβάλλει την εκλογή των φίλων του στο αξίωμα του έφορου, κατορθώνει μερικές φορές να εμπνεύσει και να διευθύνει άμεσα ή έμμεσα όλη την εξωτερική πολιτική της πόλης: είναι η περίπτωση για πολλά χρόνια του Κλεομένη Α’ και του Αγησίλαου και για μικρότερη διάρκεια του Πλειστοάνακτα και του Παυσανία.

Ο Λεωνίδας των Θερμοπυλών (…-480π.Χ.)

Ο Λεωνίδας ήταν ο θρυλικός βασιλιάς της Σπάρτης, που το όνομα του συνδέθηκε με την πλέον ιδιόμορφη μάχη της αρχαιότητας, τη μάχη των Θερμοπυλών. Ανέβηκε στο θρόνο το 488π.Χ. και ήταν ετεροθαλής αδελφός του Κλεομένη Α’, τον οποίο διαδέχθηκε, αφού παντρεύτηκε την κόρη του Γοργώ.

Ο Λεωνίδας των Θερμοπυλών
Ο Λεωνίδας

Όταν έφτασαν οι Πέρσες στις Θερμοπύλες ο Λεωνίδας ήταν εκεί με 6.000 άνδρες. Για να αποφύγει μια μάταιη σφαγή έδιωξε τους περισσότερους και κράτησε μαζί του 300 Σπαρτιάτες και 700 Θεσπιείς που αρνήθηκαν να φύγουν. Οι Σπαρτιάτες στρατιώτες του Λεωνίδα είχαν όλοι αρσενικούς απογόνους ώστε να συνεχιστεί η γενιά τους. Ο Λεωνίδας παρέμεινε με μεγάλη γενναιότητα στη θέση του, διατυπώνοντας την ενδοξότερη στην ιστορία απάντηση ηγέτη, το κατά τον Πλούταρχο «Μολών λαβέ», υπακούοντας στους νόμους της Σπάρτης και δημιουργώντας έτσι μια αιώνια στάση θυσίας και φιλοπατρίας.

Χρησιμοποίησε έντεχνα το χώρο στις Θερμοπύλες επιτιθέμενος και αμυνόμενος σε διάταξη βάθους, παρασύροντας στα στενά τους Πέρσες, εκμεταλλευόμενος το υψηλό ηθικό και τη δύναμη των στρατιωτών του. Οι Πέρσες πέτυχαν έναν ελιγμό θέσεων με τη βοήθεια του Εφιάλτη, που από ένα μυστικό πέρασμα, την «Ανοπαία ατραπό», τους οδήγησε στην πλάτη των Ελλήνων. Πολεμώντας με παραφορά οι Έλληνες υπό τον Λεωνίδα έπεσαν μέχρι τον τελευταίο, σε αυτή τη μάχη-σύμβολο για την παγκόσμια ιστορία.

Η αίγλη της μάχης των Θερμοπυλών, παρά την ήττα, είχε κρίσιμο ηθικό αποτέλεσμα για την τελική έκβαση της περσικής επίθεσης, καθώς σκόρπισε τρόμο στον περσικό στρατό και ταυτοχρόνως ως αμυντική προσπάθεια, κέρδισε ορισμένο χρόνο, ώστε να κριθεί ο πόλεμος στη θάλασσα, στη ναυμαχία της Σαλαμίνας.

Λάκωνες πολιτικοί της αρχαιότητας

Ο νομοθέτης Λυκούργος, ο Χίλων που «λακωνίζει», ο Λεωνίδας των Θερμοπυλών, ο διάδοχος του Παυσανίας Α’, ο «δημοκρατικός» Παυσανίας Β, και ο κουτσός Αγησίλαος είναι οι πιο σημαντικοί Λάκωνες πολιτικοί της αρχαιότητας.

Λάκωνες πολιτικοί

Λυκούργος (9ος-8ος αιώνας π.Χ.)

Ο Λυκούργος ήταν ο νομοθέτης της αρχαίας Σπάρτης. Οι πληροφορίες για τη ζωή του είναι συγκεχυμένες και δεν γνωρίζουμε αν ήταν μυθολογικό ή ιστορικό πρόσωπο. Ούτε το χρόνο που έζησε ξέρουμε με βεβαιότητα. Βασικός βιογράφος του είναι ο Πλούταρχος. Σύμφωνα με την επικρατέστερη παράδοση. Ο Λυκούργος υπήρξε κηδεμόνας και επίτροπος του μικρού βασιλιά Χαρίλαου. Ταξίδεψε στην Κρήτη, την Ασία και την Αίγυπτο μελετώντας τον τρόπο διοίκησης. Όταν επέστρεψε στη Σπάρτη άρχισε να διαμορφώνει τη νομοθεσία της πόλης. Θέσπισε τη Γερουσία, με τη συμμετοχή των δύο βασιλιάδων, η οποία θα ετοίμαζε τα νομοσχέδια που θα υποβάλλονταν στη συνέχεια έγκριση στην Απέλλα. Η Απέλλα έπρεπε να συνεδριάζει σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο, ενώ οι πολίτες χωρίζονταν κατά κώμας, δηλαδή στα χωριά που έμεναν και όχι μόνο κατά φυλές. Σε αυτούς τους πολίτες μοίρασε τη γη της Σπάρτης, την οποία είχε χωρίσει σε ίσους κλήρους και απαγόρευσε την απαλλοτρίωση τους, δηλαδή την πώληση ή την κατάσχεση τους. Για να διώξει την επιθυμία από τους Σπαρτιάτες του πλουτισμού, καθιέρωσε τη χρήση βαριών και σιδερένιων νομισμάτων, που δεν ήταν εύκολη η μετακίνηση και η αποθήκευση τους, ούτε είχαν κάποια αξία στην υπόλοιπη Ελλάδα. Τέλος, η εκπαίδευση και η μόρφωση των πολιτών έπρεπε να ανατεθεί στο κράτος. Η νομοθεσία του Λυκούργου ήταν διαποτισμένη από τη φιλοπατρία και την υπακοή στους νόμους. Όταν τελείωσε το έργο του, ο Λυκούργος έφυγε στην Κίρρα της Φωκίδας ή στην Κρήτη όπου αφέθηκε να πεθάνει από ασιτία.

Χίλων (6ος αιώνας π.Χ.)

Ο Χίλων ήταν ένας από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας. Λακεδαιμόνιος, γιος του Δημαγήτου. Υπήρξε το πλέον αντιπροσωπευτικό παράδειγμα επιγραμματικής βραχυλογίας, που έμεινε στην ιστορία ως «λακωνίζειν». Διετέλεσε έφορος της Σπάρτης περί τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., κατά την 56 Ολυμπιάδα (556-553), εκπροσωπώντας φιλολαϊκές τάσεις και συγκρουόμενος με τη βασιλική κυριαρχία. Με τη φιλολαϊκή του τοποθέτηση εξύψωσε τον ρόλο των εφόρων, τοποθετώντας τον σε ίση θέση με τη βασιλεία. Συνεργάστηκε με το βασιλιά Αλεξανδρίδα για την έκπτωση του τυράννου της Σικυώνος Αισχίνη. Ο Χίλων επίσης πρωταγωνίστησε στην προσέγγιση της Σπάρτης με την Τεγέα, με αποτέλεσμα την απομόνωση των Μεσσηνίων και των ειλώτων, που κατέφευγαν εναντίον των εδαφών της Σπάρτης. Κατά την παράδοση, πέθανε σε βαθύ γήρας, μόλις αγκάλιασε το γιο του Ολυμπιονίκη.

Λεωνίδας (…-480π.Χ.)

Ο Λεωνίδας ήταν ο θρυλικός βασιλιάς της Σπάρτης, που το όνομα του συνδέθηκε με την πλέον ιδιόμορφη μάχη της αρχαιότητας, τη μάχη των Θερμοπυλών. Ανέβηκε στο θρόνο το 488π.Χ. και ήταν ετεροθαλής αδελφός του Κλεομένη Α’, τον οποίο διαδέχθηκε. Όταν έφτασαν οι Πέρσες στις Θερμοπύλες ο Λεωνίδας ήταν εκεί με 6.000 άνδρες. Για να αποφύγει μια μάταιη σφαγή έδιωξε τους περισσότερους και κράτησε μαζί του 300 Σπαρτιάτες και 700 Θεσπιείς που αρνήθηκαν να φύγουν. Οι Σπαρτιάτες στρατιώτες του Λεωνίδα είχαν όλοι αρσενικούς απογόνους ώστε να συνεχιστεί η γενιά τους. Ο Λεωνίδας παρέμεινε με μεγάλη γενναιότητα στη θέση του, διατυπώνοντας την ενδοξότερη στην ιστορία απάντηση ηγέτη, το κατά τον Πλούταρχο «Μολών λαβέ», υπακούοντας στους νόμους της Σπάρτης και δημιουργώντας έτσι μια αιώνια στάση θυσίας και φιλοπατρίας. Χρησιμοποίησε έντεχνα το χώρο τις Θερμοπύλες επιτιθέμενος και αμυνόμενος σε διάταξη βάθους, παρασύροντας στα στενά τους Πέρσες, εκμεταλλευόμενος το υψηλό ηθικό και τη δύναμη των στρατιωτών του. Οι Πέρσες πέτυχαν έναν ελιγμό θέσεων με τη βοήθεια του Εφιάλτη, που από ένα μυστικό πέρασμα, την «Ανοπαία ατραπό», τους οδήγησε στην πλάτη των Ελλήνων. Πολεμώντας με παραφορά οι Έλληνες υπό τον Λεωνίδα έπεσαν μέχρι τον τελευταίο, σε αυτή τη μάχη-σύμβολο για την παγκόσμια ιστορία. Η αίγλη της μάχης των Θερμοπυλών, παρά την ήττα, είχε κρίσιμο ηθικό αποτέλεσμα για την τελική έκβαση της περσικής επίθεσης, καθώς σκόρπισε τρόμο στον περσικό στρατό και ταυτοχρόνως ως αμυντική προσπάθεια, κέρδισε ορισμένο χρόνο, ώστε να κριθεί ο πόλεμος στη θάλασσα, στη ναυμαχία της Σαλαμίνας.

Παυσανίας Α’ (…-470π.Χ.)

Ο Παυσανίας ανέβηκε στο θρόνο μετά το θάνατο του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, σαν αντιβασιλιάς στο όνομα του ανήλικου γιου του προκατόχου του Ο Παυσανίας ήτνα ένας μεγάλος στρατηγός, που μπόρεσε να επιβάλει στους προσεκτικούς και προοδευτικούς Σπαρτιάτες μια επιθετική πολιτική, έξω από τα σύνορα της Πελοποννήσου, από την οποία με μεγάλη δυσκολία έβγαιναν να πολεμήσουν. Ήταν ο εμπνευστής της νίκης στη μάχη των Πλαταιών, που έδωσε οριστικό τέλος στις περσικές εισβολές στην Ελλάδα. Μετά το τέλος των Περσικών πολέμων, ο Παυσανίας επεδίωξε να την επέκταση της σπαρτιατικής ηγεμονίας σε όλη την Ελλάδα, πολιτική που την έφερε σε σύγκρουση με την Αθήνα. Κατέλαβε μεγάλο μέρος της Κύπρου και ύστερα στράφηκε στο Βυζάντιο. Η αντίδραση των Ιώνων και των άλλων συμμάχων οδήγησαν, όμως, στην αντικατάσταση του. Ο Παυσανίας, όμως, ξαναγύρισε στο Βυζάντιο το 477 και έμεινε εκεί για 7 χρόνια, προσπαθώντας να υλοποιήσει την πολιτική του. Τελικά το 470 οι Αθηναίοι τον έδιωξαν από το Βυζάντιο, αφού ο Παυσανίας δεν είχε καμία υποστήριξη από την Σπάρτη. Τότε κατηγορήθηκε για προδοσία υπέρ των Περσών και καταδικάστηκε από τους Σπαρτιάτες σε θάνατο. Κατέφυγε σε έναν ναό, ικέτης, αλλά οι Σπαρτιάτες έχτισαν τον ναό και τον άφησαν να πεθάνει από πείνα και δίψα. Λέγεται πως την πρώτη πέτρα την έβαλε η μητέρα του. Η σημασία, όμως, του θανάτου του Παυσανία είναι πως πίσω από αυτόν κρύβεται η απόφαση των Σπαρτιατών να αφήσουν στους Αθηναίους την ηγεμονία στη θάλασσα, ενώ οι Αθηναίοι, σε αντάλλαγμα, έδιωξαν τον Θεμιστοκλή και βεβαίωσαν τους Σπαρτιάτες πως δεν είχαν καμία φιλοδοξία να ηγεμονεύσουν στην ξηρά.

Αγησίλαος (439π.Χ.-355π.Χ.)

Ο Αγησίλαος ήταν ένας από τους σημαντικότερους βασιλιάδες της αρχαίας Σπάρτης. Ήταν κουτσός και κοντόσωμος, αλλά είχε πολλά προτερήματα και αρετές. Πολύ γενναίος, υψηλόφρων και φιλόπατρις, ήταν επίσης και ικανότατος στρατηγός. Προσπάθησε να ενώσει τους Έλληνες εναντίον των Περδών. Το 396π.Χ. πήγε στη Μικρά Ασία για να βοηθήσει ελληνικές πόλεις εναντίον του Πέρση σατράπη Τισσαφέρνη. Ο Αγησίλαος νίκησε τους Πέρσες σε αρκετές μάχες, που προσπάθησαν να αντιταχθούν πρώτα με τον Τισσαφέρνη και μετά με έναν άλλο σατράπη, τον Φαρνάβαζο. Ο Αγησίλαος κυρίευσε τις Σάρδεις και ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει εναντίον της Περσία, στο εσωτερικό της. Τότε όμως ξέσπασε ο Κορινθιακός πόλεμος και ο Αγησίλαος με εντολή της Σπάρτης, αναγκάστηκε να γυρίσει στην Ελλάδα. Μετά την μάχη στην Κορώνεια, ο ρόλος του Αγησίλαου υποβαθμίστηκε. Η Σπάρτη άλλαξε πολιτική απέναντι στην Περσία και ο Αγησίλαος που ήτα θανάσιμος εχθρός των Περσών δεν μπορούσε να συνεχίσει τη πολιτική του. Δεν σταμάτησε, όμως, να υποστηρίζει το μεγαλείο της Σπάρτης και δεν δέχτηκε ποτέ το τέλος της σπαρτιατικής ηγεμονίας. Το 362, μετά την ήττα της Σπάρτης στη Μαντίνεια, έφυγε στην Αίγυπτο, για να βρει χρήματα και νέους συμμάχους στον αγώνα του εναντίον των εχθρών της. Επιστρέφοντας, όμως, πέθανε στην Κυρήνη σε ηλικία 84 ετών.

Παυσανίας Β’ (…381π.Χ.)

Ο Παυσανίας Β’ ήταν βασιλιάς της Σπάρτης, γιος του Πλειστώνακτα και εγγονός του Παυσανία Α’. Ανέβηκε στο θρόνο το 409π.Χ. και εξεστράτευσε δύο φορές εναντίον των Αθηναίων, το 405 και το 403. Ο Παυσανίας ήταν αντίπαλος του Λύσανδρου, που είχε εγκαθιδρύσει στην Αθήνα ολιγαρχικό πολίτευμα και προσπάθησε να να περιορίσει την επιρροή του Λύσανδρου να βγει από τα παραδοσιακά πλαίσια της σπαρτιατικής νομοθεσίας. Εκφραστής των συντηρητικών δυνάμεων στη Σπάρτη, στηρίχθηκε στους δημοκρατικούς της Αθήνας για να μειώσει τη δύναμη του Λύσανδρου. Έτσι, το 403, σε μυστική επαφή με τον Θρασύβουλο, επέτρεψε στον τελευταίο να μπει στην Αθήνα και να ανατρέψει τους ολιγαρχικούς. Για την ενέργειας του αυτή κατηγορήθηκε από τον αντίπαλο του για προδοσία, αλλά το δικαστήριο τον αθώωσε. Το 395, στον πόλεμο εναντίον των Θηβαίων, καθυστέρησε, ίσως εσκεμμένα, να βοηθήσει τον Λύσανδρο, που σκοτώθηκε στη μάχη της Αλιάρτου και οι Σπαρτιάτες ηττήθηκαν. Κατηγορήθηκε ξανά για προδοσία, προτίμησε να διαφύγει στην Αρκαδία, όπου τον υποδέχτηκαν οι δημοκρατικοί φίλοι του και έμεινε εκεί ως το θάνατό του το 381π.Χ.

Η θρησκεία της Σπάρτης

Σε κάθε προσπάθεια ανασύνθεσης του σπαρτιατικού θρησκευτικού συστήματος συνήθως δίνεται έμφαση στις ιδιαιτερότητες τις οποίες παρουσιάζουν οι θρησκευτικές αντιλήψεις και πρακτικές και στο βαθμό που οι θεϊκές μορφές και οι λατρείες τους προσδιορίζονται μέσα στο πλαίσιο των κοινωνικών θεσμών και της ιδεολογίας της Σπάρτης, αλλά και εντάσσονται στο πανελλήνιο θρησκευτικό σύστημα. Η θρησκεία της Σπάρτης αναπόφευκτα συγκρίνεται με τη θρησκεία των άλλων ελληνικών πόλεων.

Η θρησκεία της Σπάρτης
Πήλινο αναθηματικό προσωπείο που βρέθηκε στο ιερό της Αρτέμιδος Ορθίας

Η θρησκεία της Σπάρτης

Η λατρεία της Ελένης

Ο Όμηρος είχε ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον για τη Σπάρτη, αφού ήταν η απαγωγή της βασίλισσας της Ελένης, η οποία οδήγησε στη σύγκρουση Αχαιών και Τρώων και αποτέλεσε τη βασική αιτία του τρωικού πολέμου στην Ιλιάδα και των περιπλανήσεων του Οδυσσέα στην Οδύσσεια. Η λατρεία της Ελένης μαρτυρείται στον ίδιο ακριβώς χώρο, εκεί όπου την τοποθέτησαν τα ομηρικά έπη, στη Σπάρτη. Στο «Μενελάειο», στη θέση της αρχαίας Θεράπνης, υπήρχε κοινή λατρεία του Μενέλαου και της Ελένης.

Σε αυτό το χώρο στράφηκε ο Ερρίκος Σλίμαν μετά τις μεγάλες ανακαλύψεις στην Τροία, τις Μυκήνες και την Τίρυνθα, αναζητώντας το ιερό που λατρεύονταν οι δύο επικοί ήρωες αλλά και το μυκηναϊκό-ομηρικό ανάκτορο. Οι συστηματικές ανασκαφές οι οποίες έγιναν από διαδόχους του Σλίμαν έφεραν στο φως σημαντικά ευρήματα μαζί με αναθηματικές επιγραφές στον Μενέλαο και στην Ελένη.

Η αναβίωση του ενδιαφέροντος για τις ηρωικές λατρείες αποδόθηκε ως ένα βαθμό στην επίδραση της μετάδοσης των ομηρικών επών στον 8ο αιώνα, οπότε και καθιερώνονται οι περισσότερες από αυτές. Η περίπτωση, ωστόσο, της Ελένης και του Μενελάου φαίνεται να διαφέρει ως προς το ότι τους αποδίδονταν θεϊκές τιμές, ασυνήθιστο για τοπικούς ήρωες. Είναι πολύ πιθανό ότι το «Μενελάειο» χρησιμοποιείτο ως χώρος λατρείας ήδη από τη μυκηναϊκή περίοδο. Φαίνεται ότι η ίδια θεότητα, μια τοπική θεά η οποία προϋπήρχε του Μενελάου, εξακολούθησε να λατρεύεται εκεί και στην αρχαϊκή περίοδο και αργότερα ταυτίστηκε με την ηρωική μορφή της Ελένης. Κοινές ιδιότητες και ο μύθος της απαγωγής ήταν ίσως οι κύριοι παράγοντες που έφεραν κοντά τις δύο μορφές, οι οποίες κατέληξαν στη συγχωνευμένη θεϊκή προσωπικότητα που έγινε το επίκεντρο μιας σημαντικής λατρείας στη Σπάρτη γύρω στο τέλος του 8ου αιώνα.

Σημαντικό χαρακτηριστικό της λατρείας της Ελένης στην αρχαία Θεράπνη ήταν η ικανότητα να αποδίδει ομορφιά στις νέες της Σπάρτης. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο η θεά Ελένη μεταμόρφωσε τη μετέπειτα σύζυγο του βασιλιά Αρίστωνα από ένα άσχημο κοριτσάκι σε πανέμορφη γυναίκα, έπειτα από επανειλημμένες επισκέψεις στο ιερό της μαζί με την τροφό της. Τα Ελένεια ή Ελενηφόρια, τα Θεραπνίδια ήταν γιορτές αφιερωμένες στην Ελένη.

Η λατρεία της Ελένης αποτελεί ιδιαιτερότητα για τη Σπάρτη γιατί, όπως παρατηρεί ο ελληνιστής Ουέστ «εάν στην Ελλάδα γενικά αυτή ανήκε στο χώρο της μυθολογίας ως μία από τις πρώτες βασίλισσες της Σπάρτης, στην ίδια τη Σπάρτη η Ελένη ανήκε στο χώρο της θρησκείας».

Η Αθηνά Χαλκίοικος

Άλλη σημαντική λατρεία ήταν εκείνη της Αθηνάς Χαλκιοίκου στο ναό της στη σπαρτιατική ακρόπολη. Η παράδοση αποδίδει στον Σπαρτιάτη ποιητή και καλλιτέχνη Γιτιάδα την κατασκευή του περίφημου χάλκινου αγάλματος της θεάς καθώς και τη διακόσμηση με μυθολογικές σκηνές των τοίχων του ναού, που όπως φαίνεται είχαν χάλκινη επένδυση. Πομπή νέων πολεμιστών κατευθυνόταν κάθε χρόνο σε αυτό το ναό στο πλαίσιο μιας γιορτής που ονομαζόταν «Αθήναια», αντίστοιχης ίσως προς τα «Παναθήναια» της Αθήνας.

Λατρεία της Αθηνάς Εργάνης υπήρχε στη σπαρτιατική ακρόπολη, όπως και στην αθηναϊκή, αποδεικνύοντας έτσι ότι και στη Σπάρτη η θεά προστάτευε τις ειρηνικές δραστηριότητες, τις τέχνες και τους τεχνίτες. Το ιερό της Αθηνάς Χαλκιοίκου ήταν ένα από τα κεντρικά ιερά της Σπάρτης, προσιτό σε όλους τους οικισμούς της, η δε λατρεία της εμφανίζεται κι εδώ ως η πανελλήνια μάλλον παρά ως ιδιαίτερα σπαρτιατική. Η θεϊκή προσωπικότητα της οριζόταν μέσα στο πλαίσιο της πόλης της Σπάρτης και του συστήματος της με το οποίο ταίριαζε η σοβαρότητα της λατρείας της. Η σπαρτιατική Αθηνά ήταν κυρίως η θεά με τον «χάλκινο οίκο», δηλαδή τον «χάλκινο ναό», αλλά και η θεά του πολέμου. Ωστόσο, ο πολεμικός χαρακτήρας της Αθηνάς ήταν και εδώ αναπόσπαστα συνδεδεμένος με τον πολιτικό και κοινωνικό της χαρακτήρα, με την κατ΄ εξοχήν ιδιότητα της ως «θεάς της πόλης και της ακρόπολης».

Η Άρτεμις Ορθία

Η λατρεία της Αρτέμιδος Ορθίας θεωρείται ως μία από τις πιο περίεργες και πολυσυζητημένες λατρείες του αρχαίου κόσμου, κυρίως εξαιτίας της διαμαστίγωσης των Σπαρτιατών εφήβων στο βωμό της θεάς. Φαίνεται ότι η Ορθία ήταν αρχικά ανεξάρτητη τοπική θεά που αργότερα συνδέθηκε με την Ολύμπια Άρτεμι. Στις πρώιμες απεικονίσεις της στη σπαρτιατική τέχνη και στη λατρευτική πρακτική η Ορθία Άρτεμις διατήρησε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά με τα οποία είναι γνωστή στην πανελλήνια λατρεία της. Είναι η «πότνια θηρών», η θεά των ζώων και της άγριας φύσης. Στη Σπάρτη είναι επίσης η κουροτρόφος θεά η οποία προστατεύει τη γέννηση και την ανάπτυξη, καθώς και η θεά της βλάστησης και της γονιμότητας. Η λατρεία της Ορθίας Αρτέμιδος περισσότερο από κάθε άλλη τοπική λατρεία συνδέθηκε με το κοινωνικό σύστημα της πόλης και ιδιαίτερα με την αγωγή των αγοριών, ο δε ρόλος του ιερού της ήταν κυρίως μυητικός. Τελετουργικοί χοροί παρθένων αποτελούσαν μέρος της λατρείας της, η δε πρώτη απαγωγή της Ελένης από τον Θησέα και τον Πειρίθοα έγινε την ώρα που αυτή χόρευε προς τιμήν της Αρτέμιδος Ορθίας.

Ο Απόλλωνας και ο Υάκινθος

Η λατρεία του Αμυκλαίου Απόλλωνα ήταν επίσης μία από τις σημαντικότερες λατρείες. Στο ιερό του, το Αμυκλαίο, υπήρχε κοινή λατρεία Απόλλωνα και Υακίνθου. Ο ιδιόμορφος σύνδεσμος των δύο θεών αποτυπώνεται στη λατρεία με ξεχωριστές τελετουργίες: τελετουργικός θρήνος και πένθος για τον Υάκινθο, μουσική και χορός και ύμνοι για τον Απόλλωνα. Η γιορτή των Υακινθίων ήταν πολύ σημαντική για την θρησκευτική ζωή των αρχαίων Σπαρτιατών. Σε αυτή συμμετείχαν όλες οι κοινωνικές ομάδες: γυναίκες, νέοι και νέες, ακόμη και δούλοι. κανείς δεν απουσίαζε.

Η ιδιότυπη σχέση των δύο θεών, Υακίνθου και Απόλλωνα, και τα έθιμα της λατρείας τους εισηγούνται μια διαφορετική από την παραδοσιακή ερμηνεία του μύθου, σύμφωνα με τον οποίο ο Απόλλωνας σκότωσε κατά λάθος τον Υάκινθο. Ο θάνατος του Υακίνθου και ο θρήνος γι’ αυτόν, καθώς και η σκηνή της αποθέωσης του στη βάση του αγάλματος του Απόλλωνα στις Αμύκλες, όπως περιγράφεται από τον Παυσανία, υπαινίσσονται στοιχεία ενός μυητικού εθίμου. Στην ίδια συμβολική διαδικασία μύησης, θανάτου και αποθέωσης, υποβάλλονται και οι νέοι κατά τη μετάβαση τους με την ενηλικίωση στην ώριμη κοινωνική ομάδα.

Τα Κάρνεια ή Κάρνεα, η σπουδαιότερη, ίσως, γιορτή των Δωριέων, ήταν επίσης αφιερωμένη στον Απόλλωνα Κάρνειο. Οι Γυμνοπαιδιαί συνδέθηκαν επίσης με τον Απόλλωνα, αν και δεν μπορούν να ενταχθούν στις γιορτές με την αυστηρή έννοια του όρου. Επρόκειτο για μια σειρά αγωνισμάτων που διαρκούσαν για πολλές μέρες.

Η Δήμητρα και ο Διόνυσος

Η θρησκεία της Σπάρτης δεν συμπεριελάμβανε αγροτικές γιορτές, αντίθετα με ό,τι συνέβαινε στην Αθήνα. Η Δήμητρα και ο Διόνυσος λατρεύονταν στην Σπάρτη όχι όμως με τη μεγαλοπρέπεια της Αθήνας. Μερικά χαρακτηριστικά της λατρείας του Διονύσου, όπως η τελετουργική δημόσια οινοποσία, δεν ταίριαζαν με την αυστηρότητα και τους περιορισμούς του σπαρτιατικού κοινωνικού συστήματος. όσον αφορά τη Δήμητρα, η σχέση της με την γεωργία και την καλλιέργεια των αγρών δεν ήταν από τα στοιχεία που ενδιέφεραν τους Σπαρτιάτες. Ωστόσο, τελετουργικά έθιμα προς τιμήν της Δήμητρας και της Κόρης της τελούνταν αποκλειστικά από γυναίκες, όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Σπαρτιατικά χαρακτηριστικά

Η θρησκεία ήταν η κυρίαρχη ιδεολογική μορφή στη Σπάρτη, όπως άλλωστε σε όλες τις αρχαίες κοινωνίες. Χαρακτηριστική ήταν η μεγάλη σημασία που έδιναν οι Σπαρτιάτες στη λατρεία των ηρώων, η συχνότητα στην τέλεση θυσιών, η έκταση της συμμετοχής τους σε θρησκευτικές εκδηλώσεις. Κι όμως, όλα αυτά αποτελούσαν χαρακτηριστικά της θρησκευτικής ζωής και άλλων πόλεων, μόνο που ήταν μοναδικά ως προς τον τρόπο που επικρατούσαν στην σπαρτιατική πολιτεία. Γενικά η θρησκεία της Σπάρτης δεν διέφερε από την θρησκεία άλλων ελληνικών πόλεων, γιατί οι σημαντικότερες πανελλήνιες θεότητες λατρεύονταν και εκεί, συχνά με παρόμοιες τελετές. Ωστόσο, υπήρχαν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στις θρησκευτικές εκδηλώσεις, στη συμμετοχή των διαφόρων κοινωνικών ομάδων, στην επικοινωνία του θείου με το ανθρώπινο στοιχείο, τα οποία ήταν κατ’ εξοχήν σπαρτιατικά.