Ο Ευριπίδης (480π.Χ.-406π.Χ.)

Ο Ευριπίδης καταγόταν από τη Φλύα, δήμο της Κεκροπίδας φυλής της Αθήνας. Σύμφωνα με κάποια παράδοση γεννήθηκε την ημέρα της ναυμαχία της Σαλαμίνας, πράγμα που τον συνδέει με τον Αισχύλο, που πολέμησε σε αυτή τη ναυμαχία, και με τον Σοφοκλή, που πρωτοστάτησε σε χορό εφήβων κατά τα επινίκια της. Αυτή η ημερομηνία όμως δεν έχει επιβεβαιωθεί.

 Ο Ευριπίδης
Ο Ευριπίδης

Ο Ευριπίδης ανήκει σε μια γενιά που ό,τι ήξερε για τα ηρωικά χρόνια των περσικών πολέμων προερχόταν από τις διηγήσεις των πατέρων τους. Η οικογένεια του δεν ήταν επιφανής ούτε πλούσια. Ο πατέρας το ονομαζόταν Μνήσαρχος και η μητέρα του Κλειτώ, την οποία χλευάζει ο Αριστοφάνης ως μανάβισσα. Πρόκειται όμως για υπερβολές του κωμικού ποιητή, γιατί, όπως μας παραδίδεται, ο Ευριπίδης είχε επιμελημένη αγωγή, γι’ αυτό και έγινε χορευτής και λαμπαδηδρόμος του Ζωστηρίου Απόλλωνα. Σύμφωνα με κάποιο χρησμό, που πήρε ο πατέρας του, ο Ευριπίδης επρόκειτο να νικήσει σε στεφανηφόρους αγώνες. Γι’ αυτό ασκήθηκε στο παγκράτιο και στην πάλη και νίκησε σε γυμναστικούς αγώνες των Παναθηναίων.

Γρήγορα όμως απαρνήθηκε τον αθλητισμό και επιδόθηκε στη φιλοσοφία και την ποίηση. Μελέτησε συγγράμματα φιλοσόφων, όπως του Δημόκριτου, του Ηράκλειτου και γενικά των αρχαίων συγγραφέων και ποιητών. Ο Ευριπίδης δεν αναμείχθηκε ενεργά στην πολιτική, αλλά ανέπτυξε τις πολιτικές του πεποιθήσεις στο θέατρο. Ο Αισχύλος πολέμησε με τα όπλα για την πόλη, ο Σοφοκλής ανέλαβε υψηλά αξιώματα, ενώ ο Ευριπίδης δεν τάχθηκε στην υπηρεσία της με κανένα τέτοιο τρόπο. Πρότυπο του ήταν η τάξη και η σωφροσύνη στην πολιτική ζωή, γι’ αυτό και κατακρίνει την οχλοκρατία που λυμαινόταν την Αθήνα, καταφέρεται με σφοδρότητα εναντίον των δημαγωγών, που παρασύρουν το πλήθος στην καταστροφή. Μέμφεται όμως εξίσου και τους ολιγαρχικούς και πλούσιους και κατακρίνει την αλαζονεία τους.

Ο ιδιωτικός βίος του Ευριπίδη ήταν άτυχος. Απέτυχε και στους δύο γάμους του, στον πρώτο με την Χοιρίνη και στο δεύτερο με τη Μελιτώ. Απέκτησε τρία παιδιά με την πρώτη του σύζυγο, τον Μνησαρχίδη, έμπορο, τον Μνησίλοχο, υποκριτή (ηθοποιό) και τον Ευριπίδη, που παρουσίαζε κάποια από τα δράματα του πατέρα του ύστερα από το θάνατο του. Ο Ευριπίδης πέρασε τον περισσότερο χρόνο της ζωής του στην Αθήνα, αλλά τα τελευταία χρόνια εγκαταστάθηκε στη Μακεδονία, προσκεκλημένος του βασιλιά Αρχέλαου, που φιλοξενούσε πολλούς ποιητές, λόγιους και καλλιτέχνες στην Πέλλα για να λαμπρύνει την αυλή του. Ο Αρχέλαος τον τίμησε ιδιαίτερα. Ο Ευριπίδης για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του για τη φιλοξενία έγραψε το έργο Αρχέλαος, στο οποίο εγκωμίαζε τον Ηρακλείδη βασιλιά ως ιδρυτή της Μακεδονικής Δυναστείας. Δεν πρόλαβε, όμως, ούτε να παρουσιάσει το έργο του, ούτε να γυρίσει στην πατρίδα του, γιατί πέθανε ξαφνικά το 406π.Χ.

Ο Αρχέλαος πένθησε το θάνατο του ποιητή. Οι Αθηναίοι του ζήτησαν να μεταφέρουν στην πατρίδα του τα οστά του Ευριπίδη, αλλά ο Αρχέλαος αρνήθηκε. Τότε οι Αθηναίοι έφτιαξαν κενοτάφιο. Αργότερα με πρόταση του Λυκούργου έστησαν χάλκινο αδριάντα του Ευριπίδη στο θέατρο του Διονύσου.

Εκτός από τα 20 δράματα που διασώθηκαν ολόκληρα έφτασαν σε μας πολλά αποσπάσματα από έργα του ποιητή. Τα έργα του Ευριπίδη είναι τα εξής: Ρήσος, Ικέτιδες, Εκάβη, Τρωάδες, Ιφιγένεια εν Αυλίδι, Ιφιγένεια εν Ταύροις, Μήδεια, Ορέστης, Ηλέκτρα, Ηρακλείδαι, Φοίνισαι, Ελένη, Ίων, Ηρακλής μαινόμενος, Ανδρομάχη, Ιππόλυτος, Κύκλωψ, Άλκηστις, Υψιπύλη, Βάκχαι.

Ο Αισχύλος (525π.Χ.-455π.Χ)

Ο Αισχύλος ήταν ένας από τους τρεις μεγάλους τραγικούς ποιητές. Οι άλλοι δύο ήταν ο Σοφοκλής και ο Ευρυπίδης. Βρίσκεται στην αρχή της μορφοποίησης της αρχαίας ελληνικής δραματικής ποίησης. Στα έργα του θίγονται θέματα κοινωνικά, ποιητικά, μεταφυσικά. Όλα τα έργα του δίνονται με στέρεη δομή και με λυρικές εξάρσεις. Από το πλούσιο έργο του σώζονται μόνο πετά τραγωδίες: Πέρσαι, Επτά επί Θήβας, Ικέτιδες, Προμηθεύς Δεσμώτης, Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες. Τα τρία τελευταία αποτελούν την Τριλογία «Ορέστεια».

Ο Αισχύλος
Ο Αισχύλος

Ο Αισχύλος ήταν γόνος του ευγενούς γαιοκτήμονα Ευφορίωνα, του γένους των Κοδριδών. Ήταν Αθηναίος πολίτης που μετείχε στις μάχες κατά των Περσών, πολέμησε στη μάχη του Μαραθώνα και σε όλη του τη ζωή έφερε περήφανα τον τίτλο του μαραθωνομάχου.

Έζησε σε μια μεταβατική περίοδο, όταν το δημοκρατικό κόμμα επικράτησε σε βάρος του ολιγαρχικού. Επειδή δεν πήρε ξεκάθαρη θέση ούτε υπέρ των δημοκρατικών ούτε υπέρ των ολιγαρχικών, δεν γνώρισε ποτέ τον ιδιαίτερο θαυμασμό ούτε των μεν, ούτε των δε.

Από νωρίς ασχολήθηκε με τους δραματικούς αγώνες και γνώρισε 12 νίκες. Έγραψε 90 τραγωδίες. Οι τραγωδίες του έχουν μεγαλοπρέπεια και ηθική δύναμη.  Οι μορφές στα έργα του είναι τιτανικές, μυθικές και οι συγκρούσεις προκαλούν δέος. Ανάλογη με τον όγκο των προσώπων είναι και η γλώσσα και το ύφος του ποιητή.

Στο έργο του συμπυκνώνεται η έννοια του δικαίου, καθώς και η συνείδηση του ποιητή ως μαχόμενου πολίτη ο Αισχύλος ήταν οπαδός του Πυθαγόρα και τα δράματα του είναι γεμάτα πυθαγόρειες ιδέες. Ο ίδιος θεωρούσε ως το μεγαλύτερο επίτευγμα της ζωής του τη συμμετοχή του στη μάχη του Μαραθώνα, στη ναυμαχία στο Αρτεμίσιο και τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Στην ακμή της ζωής του ταξίδεψε στη Σικελία, στην αυλή του Ιέρωνα, στις Συρακούσες, όπου καλούνταν σχεδόν όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής εκείνης. Πιθανόν να παρουσίασε εκεί για δεύτερη φορά τους Πέρσες.

Πέθανε στη Γέλα το 456/5 π.Χ. σε δεύτερη επίσκεψή του και λέγεται ότι σκοτώθηκε όταν δέχτηκε στο κεφάλι του μία χελώνα, την οποία είχε ρίξει από ψηλά ένας αετός, προκειμένου να σπάσει το καβούκι της και μετά να τη φάει. Οι Αθηναίοι εξασφάλισαν την υστεροφημία του μεγάλου δραματικού ποιητή, ψηφίζοντας νόμο σύμφωνα με τον οποίο επιτρεπόταν όποιος ήθελε να συμμετάσχει στον διαγωνισμό με έργα του Αισχύλου. Οι δύο γιοι του, Ευαίων και Ευφιρίων, έγραψαν επίσης τραγωδίες, όπως και ο Φιλοκλής, γιος της αδελφής του.

Όταν πέθανε, ο Αισχύλος, ζήτησε να στηθεί στο τάφο του ένα επίγραμμα που έγραφε:

Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεῦθει
μνῆμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας·
ἀλκὴν δ’ εὐδόκιμον Mαραθώνιον ἄλσος ἄν εἴποι
καὶ βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος.

Στα νεότερα ελληνικά:

Τον γιο του Ευφορίωνα τον Αθηναίο Αισχύλο
κρύβει νεκρόν το μνήμα αυτό της Γέλας με τα στάρια·
την άξια νιότη του θα ειπεί του Μαραθώνα το άλσος
κι ο Μήδος ο ακούρευτος οπού καλά την ξέρει.

Με πληροφορίες από: https://el.wikipedia.org.wiki/Αισχύλος

Ο Σοφοκλής (496π.Χ.-406π.Χ.)

Ο Σοφοκλής έζησε σε εποχή κατά την οποία η Αθήνα ήταν το μεγαλύτερο πνευματικό κέντρο της Ελλάδας. Με ανταγωνιστές τους δύο μεγάλους επίσης ομότεχνους του, τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη, κατόρθωσε να καινοτομήσει στη δραματική τέχνη και να εμφανίσει τέτοιες ιδιότητες, οι οποίες τον κατέστησαν ποιητικό αστέρα πρώτου μεγέθους και ανυπέρβλητο τραγικό ποιητή.

Ο Σοφοκλής
Ο Σοφοκλής του Λατερανού

Ο Βίος του Σοφοκλή

Ο Σοφοκλής, ο γιος του Σοφίλου, γεννήθηκε το 496π.Χ. στον Ίππιο Κολωνό, ένα μαγευτικότατο προάστιο των Αθηνών επάνω σε λόφο. Ως γιος εύπορου πατέρα, που είχε εργοστάσιο μαχαιροποιΐας, έλαβε επιμελημένη αγωγή και παιδεία. Διδάχτηκε με επιμέλεια τη μουσική και τη γυμναστική και ανέπτυξε αρμονικά τις σωματικές και ψυχικές του δυνάμεις. Το σωματικό του μάλιστα κάλλος, η ζηλευτή χάρη και η ψυχική του ευγένεια, καθώς και οι μουσικές του ικανότητες, τις οποίες ανέπτυξε ο περίφημος δάσκαλος της μουσικής Λάμπρος, τον κατέστησαν άξιο μεγάλης προσοχής και εκτιμήσεως από τους συμπολίτες του. Γι’ αυτό, όταν μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας γιορτάστηκαν τα επινίκια, εξέλεξαν το Σοφοκλή μέσα από χιλιάδες άλλους νέους Αθηναίους εφήβους και χόρεψε επικεφαλής χορού για παιδιά γύρω από το τρόπαιο της νίκης. Η φυσιογνωμία του, μάλιστα, το μεγαλόπρεπο παράστημα του και η ήμερη έκφραση του προσώπου του είναι θαυμάσια αποτυπωμένα στον επιβλητικό ανδριάντα του που βρίσκεται στο Λατερανό Μουσείο της Ρώμης.

Ως άνθρωπος ο Σοφοκλής ήταν πρόσχαρος, καταδεκτικός και πολύ ήπιος, δεν παρέλειπε να διατηρεί φιλικές σχέσεις με εξέχοντα πρόσωπα της εποχής του, όπως ο Περικλής, ο Ηρόδοτος και άλλοι. Ήταν επίσης φιλόθρησκος, τιμητής των παραδόσεων και θεοσεβής, χωρίς υπερβολές και στενότητα πνεύματος, και μάλιστα άσκησε και ιερατικό αξίωμα. Όλα τα ανθρώπινα αισθήματα είχαν την απήχηση τους στη μεγάλη εκείνη ψυχή που αντιλαμβανόταν με βαθιά πείρα της ζωής όλους τους βαθμούς και τις μορφές το πάθους, τα τρυφερά αισθήματα και τις υψηλές εξάρσεις.

Ο Σοφοκλής διακρινόταν για τη μεγάλη του αγάπη προς την Αθήνα, την οποία σε όλη τη διάρκεια της ζωής του δεν εγκατέλειψε ποτέ για να αποδημήσει σε άλλα μέρη, όπως έκαναν οι δύο άλλοι τραγικοί ποιητές και οι άλλοι διανοούμενοι της εποχής του, αν και επανειλημμένα είχε προσκληθεί από άλλους ηγεμόνες να επισκεφθεί τις αυλές τους.

Ο θάνατος γαλήνιος  και φυσικός τον βρήκε στα 90 του χρόνια, το 406π.Χ.

Ο τραγικός ποιητής Σοφοκλής

Μελετώντας από τη νεότητα του ο Σοφοκλής τον αθάνατο Όμηρο και θαυμάζοντας τον πρώτο και μεγαλοφάνταστο τραγικό ποιητή και δάσκαλό του Αισχύλο, νωρίς στράφηκε στην ποίηση, και μάλιστα στην τραγική, και αφοσιώθηκε στη δραματική τέχνη σε όλη τη ζωή του.

Σε ηλικία μόλις 28 ετών ο Σοφοκλής, έχοντας πεποίθηση στην ποιητική του αξία, έλαβε μέρος για πρώτη φορά το 468π.Χ. στο δραματικό αγώνα, στον οποίο αναμετρήθηκε με τον παλαίμαχο τραγικό ποιητή Αισχύλο και τον νίκησε. Κατά τον αγώνα ακριβώς εκείνο, ενώ άλλοι από τους θεατούς επευφημούσαν τον Αισχύλο και άλλοι τον Σοφοκλή μπήκε στο θέατρο ο Κίμωνας, που μόλις είχε επιστρέψει από την εκστρατεία του. Παρακλήθηκε τότε να χρησιμεύσει ως κριτής μαζί με τους συστρατήγους του και απένειμε το στέφανο της νίκης στο Σοφοκλή, ο οποίος έτσι εμφανίζεται ως νέο αστέρι στη δραματική σκηνή.

Από τότε υπερείχε σχεδόν πάντοτε στους δραματικούς αγώνες κατά το 441π.Χ. μάλιστα δίδαξε την «Αντιγόνη» και είχε τόσο μεγάλη επιτυχία ώστε εκλέχθηκε το 440π.Χ. συστράτηγος του Περικλή στο Σαμιακό πόλεμο. Και γενικά ο Σοφοκλής αναδείχτηκε αληθινός καλλιτέχνης της δραματικής τέχνης, γράφοντας επί εξήντα χρόνια αριστοτεχνικά δράματα ως τα βαθιά γεράματα του και συνεχώς απολαμβάνοντας την εύνοια και τις τιμές από το αθηναϊκό κοινό, του οποίου η καλαισθησία έβρισκε πάντοτε στα έργα του την πληρέστερη ικανοποίηση.

Η τραγωδία της «Αντιγόνης»

Η τραγωδία της «Αντιγόνης» είναι το τρίτο κατά σειρά μέρος της τριλογίας του «Θηβαϊκού Κύκλου» του Σοφοκλή. Τα άλλα δύο είναι «Οιδίππους Τύραννος» και «Οιδίπους επί Κολωνώ». Η Αντιγόνη, πιστή στους άγραφους νόμους και στην ηθική της, θα παρακούσει τις εντολές και θα παραβεί το νόμο του βασιλιά της Θήβας, Κρέοντα, και θα θάψει το νεκρό αδελφό της, μολονότι γνωρίζει ότι αυτήν την «παρανομία» θα την πληρώσει με την ίδια της τη ζωή.

Η τραγωδία της «Αντιγόνης»
Η Ελένη Παπαδάκη ως «Αντιγόνη»

Η τραγωδία της «Αντιγόνης» (απόσπασμα)

Αντιγόνη: Ισμήνη, αγαπημένη μου αδελφούλα, ξέρεις καμιά κληροδοσιά του Οιδίποδα, που ο Δίας να μην την φύλαξε για μας, τις μόνες που απομείναμε; Κληροδοσιά βαριά; Γιατί όσο βλέπω, τουλάχιστον εγώ κανένας πόνος, καμιά κατάρα και κανένα κρίμα, καμιά ντροπή δεν έχει λείψει απ΄ τα δεινά που τυραννούν κι σε και μένα. Και τώρα, τι είναι τούτο πάλι το στερνό που ο άρχοντας μας πρόσταξε σ΄ όλη την πόλη; Άκουσες τίποτα; Ή δεν ξέρεις τι μηχανεύτηκαν για τους φίλους οι εχθροί;

Ισμήνη: Εγώ Αντιγόνη τίποτα δεν άκουσα μήτε καλό μήτε κακό για τους φίλους, αφότου μέσα σε μια μέρα, οι δυο μας τους δυο αδελφούς μας στερηθήκαμε, αφανισμένους ο ένας από το χέρι του άλλου, κι αφού πια των Αργείων ο στρατός εσκόρπισε τη νύχτα ετούτη, δε γνωρίζω πιότερο δυστυχισμένη είμαι ή καλομοίρα.

Αντιγόνη: Το φανταζόμουν, και γι΄ αυτό σε ξέβγαλα έξω απ΄ τις πύλες,  να τ΄ ακούσεις μόνη.

Ισμήνη: Μα τι συμβαίνει; Κάτι σε ταράζει, πες το.

Αντιγόνη: Και πως να μην ταράζομαι όταν ο Κρέων, τιμώντας με ταφή τον έναν από τους αδελφούς μας, άταφον ατιμάζει τον άλλον; Τον Ετεοκλή, όπως λένε, σύμφωνα με όσα ο νόμος ορίζει και με δίκαιη κρίση στη γη παρέδωσε, τιμημένος να σμίξει τις μακάριες σκιές του Κάτω Κόσμου. Όμως του Πολυνείκη το άθλιο σώμα, στους πολίτες διαλάλησε, κανείς να μην το κρύψει στη γη, να μην το κλάψει. Άταφο, αθρήνητο να μείνει, για τα όρνια τα λιμασμένα, τροφή χορταστική. Τέτοια ο καλός ο Κρέοντας διαλάλησε για σένα και για μένα -ναι, λέω και για μένα-. Και όπως ακούστηκε, όπου να ΄ναι θα ΄ρθει να το βροντοφωνάξει, εδώ, για όσους δεν το ΄μάθαν. Κι είναι το πράγμα σοβαρό. Αν κανένας την προσταγή αψηφήσει, η τιμωρία θα είναι θάνατος με λιθοβολισμό. Αυτά λοιπόν είναι τα νέα μας. Τώρα θα δείξεις αν την ευγενική γενιά σου θα τιμήσεις ή θα ντροπιάσεις.

………………………………………………………………………………..

Κρέων: Πώς τόλμησες, λοιπόν, το νόμο να πατήσεις;

Αντιγόνη: Ο Δίας δεν ήταν που με πρόσταξε, μα ούτε η Δίκη, η συγκάτοικη των θεών του Κάτω Κόσμου, όρισε στους ανθρώπους τέτοιους νόμους. Ούτε φαντάστηκα, πως τα κηρύγματα σου έχουν τόση δύναμη, ώστε τους άγραφους των θεών κι απαρασάλευτους νόμους, θνητός εσύ, να μπορείς να αψηφάς. Γιατί ΄ναι νόμοι αιώνιοι, ούτε του σήμερα, ούτε χτες, υπάρχουν από πάντα και κανείς δεν ξέρει πότε πρωτοφάνηκαν, λοιπόν, εγώ, σκοπό δεν το ΄χα, δειλιασμένη από θνητών προσταγές, να δώσω λόγο στη θεία δικαιοσύνη. Ότι θα πεθάνω το ΄ξερα, ήταν βέβαιο, και δίχως το δικό σου πρόσταγμα. Κι αν πριν της ώρας μου πεθάνω, κέρδος το λογαριάζω, γιατί εκείνος που ζει μέσα σε τόσες συμφορές, καθώς εγώ, πώς να μη λέει το θάνατό του κέρδος; Έτσι, λοιπόν, αν θα ΄χω τέτοια τύχη, διόλου δε νοιάζομαι. Θα με πονούσε, ωστόσο, αν θ΄ ανεχόμουν άθαφτος να μείνει εκείνος που γεννήθηκε απ΄ την ίδια μάνα με μένα. Άκουσες, τώρα, τι με πονεί και τι όχι, κι αν σου φαίνομαι αστόχαστη για εκείνο που έχω πράξει, ίσως ο αστόχαστος για αστόχαστη με παίρνει.

Σοφοκλέους Αντιγόνη

Αντιγόνη

Με το όνομα «Αντιγόνη» αναφέρονται πολλές μυθολογικές και άλλες ηρωίδες. Η πιο γνωστή είναι η «Αντιγόνη», της οποίας τη ζωή και τις περιπέτειες διηγούνται οι τρεις αρχαίοι Έλληνες μεγάλοι τραγικοί ποιητές, Σοφοκλής, Αισχύλος και Ευρυπίδης.

Αντιγόνη
Η Αντιγόνη με την Ισμήνη

Η Αντιγόνη ήταν κόρη του Οιδίποδα και της Ιοκάστης και αδελφή του Ετεοκλή, του Πολυνείκη και της Ισμήνης. Ο μύθος αναφέρεται για πρώτη φορά στον Όμηρο, τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια. Ο ποιητής αναφέρει όλο το ιστορικό του Οιδίποδα και τον ακούσιο φόνο του πατέρα του. Μιλάει για το χρησμό, που ανάγκασε το Λάιο να πετάξει τον Οιδίποδα στον Κιθαιρώνα, όταν ήταν μωρό. Ο χρησμός επαληθεύεται όταν ο Οιδίποδας συναντά τυχαία τον Λάιο σε ένα τρίστρατο και τον σκοτώνει σε μια συμπλοκή. Μετά λύνει το αίνιγμα της Σφίγγας και παίρνει ως έπαθλο το θρόνο της Θήβας και παντρεύεται την βασίλισσα και χήρα του Λάιου, Ιοκάστη, που είναι και μητέρα του. Η αιμομικτική, όμως, σχέση θα αποκαλυφθεί ύστερα από χρόνια και αφού έχουν γεννηθεί από αυτό το γάμο τέσσερα παιδιά.

Ωστόσο, ο Όμηρος δεν αναφέρει τη συνέχεια του μύθου, δηλαδή την μετά την αποκάλυψη της αιμομικτικής σχέσης αυτοκτονία της Ιοκάστης, την τύφλωση του Οιδίποδα και ύστερα τις περιπλανήσεις του στην Αθήνα και το θάνατό του.

Ο μύθος αυτός αναπτύχθηκε αργότερα από τους τραγικούς ποιητές και τον συνέδεσαν με τον «Θηβαϊκό Κύκλο», δηλαδή, την εκστρατεία των Επιγόνων και τον πόλεμο «Επτά επί Θήβας».

Μετά την αυτοκτονία της Ιοκάστης και την αυτοεξορία του Οιδίποδα, προσωρινός βασιλιάς της Θήβας γίνεται ο αδελφός της Ιοκάστης,  Κρέοντας. Μετά παρέδωσε την εξουσία στους γιους του Οιδίποδα, Ετεοκλή και Πολυδεύκη. Αυτοί συμφώνησαν να βασιλεύουν εναλλάξ, ένα χρόνο ο ένας, ένα χρόνο ο άλλος. Πρώτος πήρε την εξουσία ο Ετεοκλής αλλά δεν κράτησε τη συμφωνία και δεν παρέδωσε την εξουσία τον επόμενο χρόνο στον αδελφό του Πολυδεύκη. Ο τελευταίος βρήκε συμμάχους στο Άργος έξι άρχοντες και στράφηκε κατά της Θήβας. Τελικά ο πόλεμος αυτός έληξε με τη μονομαχία των δύο αδελφών κατά την οποία όμως σκοτώθηκαν και οι δύο.

Ο Κρέων δίνει διαταγή να θαφτεί μόνο ο Ετεοκλής αφού ο Πολυνείκης στράφηκε κατά της πατρίδας του και φέρθηκε σαν προδότης.

Εδώ η Αντιγόνη λαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο πια στο μύθο, αφού καλείται να διαλέξει ανάμεσα στους κρατικούς νόμους και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις της, την ηθική της. Τελικά η Αντιγόνη αποφασίζει να θάψει τον Πολυνείκη και να του προσφέρει τις πρέπουσες για έναν νεκρό τιμές. Αυτό γίνεται γνωστό στον Κρέοντα και την τιμωρεί θάβοντας την ζωντανή σε μια σπηλιά, όπου βρίσκει τραγικό θάνατο.

Ολόκληρο τον «Θηβαϊκό Κύκλο» μας τον αφηγείται παραστατικά ο Σοφοκλής στην Τριλογία του («Οιδίπους Τύραννος», «Οιδίπους επί Κολωνώ» και «Αντιγόνη»). Ο Ευρυπίδης στηρίζεται στον ίδιο μύθο αλλά παρουσιάζει την Αντιγόνη πιο «ανθρώπινη» με στιγμές αδυναμίας και δισταγμούς, μπροστά στο δίλημμα της.

Ο Αισχύλος χρησιμοποίησε τον ίδιο μύθο στηριζόμενος περισσότερο στον Οιδίποδα. Παρουσιάζει την Αντιγόνη να συνοδεύει τον πατέρα της, τυφλό, στις περιπλανήσεις του και να τον φέρνει στην Αθήνα, όπου ο Θησέας του παραχωρεί άσυλο, μα οι θεοί έχοντας πια δεχτεί τον εξαγνισμό του, τον παίρνουν κοντά τους μέσα σε μια λάμψη που στέλνουν από τους ουρανούς.

Άλλη ηρωίδα με το όνομα «Αντιγόνη» αναφέρεται ως κόρη του Φέρητα, γιου του Κρηθέα και μητέρα του Αργοναύτη Αστερίωνα.

Άλλη, κόρη του βασιλιά της Φθίας, Ευρυτίωνα. Την παντρεύτηκε ο γιος του Αιακού, ο Πηλέας όταν έφυγε κυνηγημένος από την Αίγινα, αφού σκότωσε τον αδελφό του Φώκο. Από το γάμο αυτό η Αντιγόνη απέκτησε μια κόρη την Πολυδώρα. Η «Αντιγόνη» αυτοκτόνησε όταν πίστεψε τις συκοφαντίες της Αστυδάμειας της γυναίκας του Άκαστου ότι ο Πηλέας επρόκειτο να παντρευτεί την κόρη του Άκαστου, Σερόπη.

Τέλος, το όνομα «Αντιγόνη» έφερε και η κόρη του βασιλιά της Τροίας Λαομέδοντα. Όταν καυχήθηκε πως ήταν η πιο όμορφη γυναίκα της Τροίας, η Ήρα θύμωσε πολύ ώστε τη μεταμόρφωσε σε λευκό πελαργό. Ο μύθος λέει ότι η Αθηνά κέντησε αυτή την ιστορία στον αργαλειό της όταν διαγωνίστηκε με την Αράχνη.