Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή (1873-1950)

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή (Βερολίνο, 13 Σεπτεμβρίου1873 – Μόναχο, 2 Φεβρουαρίου1950) ήταν Έλληνας μαθηματικός που διακρίθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή ήταν γνωστός εκτός Ελλάδας ως Konstantin Carathéodory και συχνά αναφέρεται λανθασμένα ως Καραθεοδωρής. Το επιστημονικό έργο του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή επεκτείνεται σε πολλούς τομείς των Μαθηματικών, της Φυσικής και της Αρχαιολογίας. Είχε σημαντικότατη συνεισφορά ιδιαίτερα στους τομείς της πραγματικής ανάλυσης, συναρτησιακής ανάλυσης και θεωρίας μέτρου και ολοκλήρωσης. Τα περισσότερα έργα του τα έγραψε στα γερμανικά.

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή
Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή στο Ιωνικό Πανεπιστήμιο

«Ένας από τους τελευταίους Έλληνες που είδα στους δρόμους της Σμύρνης πριν την είσοδο των Τούρκων ήταν ο καθηγητής Καραθεοδωρή, Πρύτανης του καταδικασμένου εν τη γενέσει του Πανεπιστημίου. Όταν αναχώρησε ο Κραθεοδωρή από τη Σμύρνη, ήταν σαν να έφευγε από τη Μικρά Ασία η ενσάρκωση της ελληνικής ευφυΐας, της τέχνης και του πολιτισμού» γράφει ο τότε πρόξενος της Αμερικής στη Σμύρνη Τζορτζ Χόρτον στο βιβλίο του «Αναφορικά με την Τουρκία».

Έτσι γράφτηκε ο επίλογος ενός μεγαλεπίβολου σχεδίου. Εμπνευστές του υπήρξαν ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή και ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Οραματίστηκαν όχι μόνο την απελευθέρωση της Μικράς Ασίας αλλά τον εκπολιτισμό και την πνευματική και διοικητική άνθησή της, με επίκεντρο το Πανεπιστήμιο της Σμύρνης. Το Πανεπιστήμιο αυτό με το χαρακτηριστικό λεκτικό έμβλημα «Φως εξ Ανατολών», θα περιλάμβανε και Σχολή ανατολικών γλωσσών, καθώς και Ανώτερο μουσουλμανικό ιεροδιδασκαλείο. όπως αναφέρει ο Ευάγγελος Σπανδάγος στο βιβλίο του «Η ζωή και το έργο του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή»: «Αυτό έγινε από τον Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή για να αναδείξει τον εκπολιτιστικό χαρακτήρα της ελληνικής διοικήσεως προς τους αλλοεθνείς υπηκόους και για να προβάλει την πνευματικότητα του ανώτατου αυτού ιδρύματος».

Παρ’ όλο που ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή ήταν ολόψυχα δοσμένος στα μαθηματικά, ωστόσο η μακροχρόνια ενασχόληση της οικογένειας του με την πολιτική και τη διπλωματία δεν του επέτρεπε να αδιαφορεί για τα κοινά.

Η οικογενειακή αυτή παράδοση, το αναγνωρισμένο επιστημονικό κύρος, η εκπεφρασμένη φιλοπατρία, καθώς και τα αποδεδειγμένα διοικητικά προσόντα του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή οδήγησαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο να τον καλέσει το Σεπτέμβριο του 1919 στο Παρίσι από το Βερολίνο. Εκεί ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή του παρουσίασε κάποιες απόψεις του για τη ίδρυση ενός δεύτερου Πανεπιστημίου στην Ελλάδα και του υπέβαλε (τον Οκτώβριο του 1919) σχετικό γραπτό υπόμνημα. Ο Βενιζέλος αποφάσισε έδρα αυτού του δεύτερου Πανεπιστημίου να είναι η Σμύρνη, η οποία ήδη από το Μάιο του 1919 είχε απελευθερωθεί από τον ελληνικό στρατό.

Η ιδέα αυτή ενθουσίασε τον Καραθεοδωρή. Έτσι, όταν τον Ιούλιο του 1920 η κυβέρνηση Βενιζέλου του υπέβαλε την παράκληση να αποδεχθεί τη θέση του τακτικού καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών και να οργανώσει παράλληλα το Πανεπιστήμιο Σμύρνης, δέχθηκε, παρ’ ότι εγκατέλειπε με αυτόν τον τρόπο την αξιοζήλευτη σταδιοδρομία που του εξασφάλιζε η θέση του τακτικού καθηγητή σε ένα από τα καλύτερα Πανεπιστήμια του Μονάχου.

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή συνέταξε το σχέδιο λειτουργίας του Πανεπιστημίου κατά το πρότυπο των αγγλοσαξονικών ιδρυμάτων, τα οποία περιλάμβαναν θεωρητικές και εφαρμοσμένες επιστήμες. Παράλληλα, μερίμνησε για την προμήθεια εργαστηριακών οργάνων και βιβλίων για τη βιβλιοθήκη.

Επίσημα η οργάνωση του Πανεπιστημίου της Σμύρνης ανατέθηκε στον Καραθεοδωρή από τον Ύπατο Αρμοστή της Ελλάδας Αριστείδη Στεργιάδη. Η σχετική σύμβαση υπογράφτηκε στις 27 Οκτωβρίου 1920. Με αυτήν ανατίθεται στον Καραθεοδωρή η καθηγεσία στο Πανεπιστήμιο Σμύρνης με μισθό 4.000 δραχμών το μήνα, για πέντε χρόνια. Για την αγορά οργάνων και ειδικού υλικού το υπουργείο Εξωτερικών του έστειλε 500.000 μάρκα και Ύπατη Αρμοστεία Σμύρνης 200.000 μάρκα. Στο έργο της επιλογής και προμήθειας των απαιτούμενων οργάνων είχε συμπαραστάτη τον καθηγητή του Πανεπιστήμιου του Βερολίνου Γεώργιο Ιωακείμογλου. Τα όργανα αυτά και άλλο επιστημονικό υλικό συσκευάστηκαν σε 82 κιβώτια και στάλθηκαν στη Σμύρνη.

Ο Καραθεοδωρή φρόντισε ακόμη και για την επίπλωση του Πανεπιστημίου. Αγόρασε τα αναγκαία έπιπλα από τον οίκο του Βερολίνου Zelder und Platen.

Σύμφωνα με το διάταγμα της Ύπατης Αρμοστείας Σμύρνης, το σχετικό με την ίδρυση του Πανεπιστημίου, αυτό θα περιλάμβανε:

  1. Σχολή γεωπονική και φυσικών επιστημών, με σκοπό την εκπαίδευση πολιτικών μηχανικών, μηχανολόγων, αρχιτεκτόνων, ηλεκτρολόγων, χημικών, γεωλόγων, βοτανολόγων, ζωολόγων, κ.α. Επίσης προβλεπόταν η διοργάνωση ειδικών σεμιναρίων επιμόρφωσης κτηματιών και πρακτικών γεωργών. Σε αυτούς θα παρέχονταν συμβουλές για τη καλύτερη και αποδοτικότερη καλλιέργεια των κτημάτων, καθώς και για την καταπολέμηση των νόσων των ζώων και των φυτών. Η επιστημονική έρευνα θα γινόταν στα εργαστήρια της σχολής και σε ένα πρότυπο, πειραματικό, μεγάλο κτήμα στο Τεπεκιόϊ.
  2. Σχολή ανατολικών γλωσσών και ανατολικού πολιτισμού, από όπου θα αποφοιτούσαν δάσκαλοι για τα ανώτερα εκπαιδευτήρια. Στη σχολή θα διδάσκονταν η τουρκική, η αραβική, η περσική,η αρμενική καθώς και η αρχαία και νεώτερη εβραϊκή γλώσσα. Προβλεπόταν δε η λειτουργία ιδιαίτερου φροντιστηρίου για τη πρακτική διδασκαλία φοιτητών άλλων σχολών.
  3. Σχολή δημοσίων υπαλλήλων, για τη διδασκαλία της κοινωνικής και οικονομικής επιστήμης και του διοικητικού δικαίου.
  4. Σχολή Εμπορική.
  5. Σχολή χωροσταθμών και εργοδηγών, από όπου θα αποφοιτούσαν επιστάτες τεχνικών έργων.
  6. Ανώτερο μουσουλμανικό ιεροδιδασκαλείο, για τη μόρφωση μουφτήδων και ιεροδικαστών.
  7. Ινστιτούτο υγιεινής, από το οποίο θα γίνονταν δωρεάν βακτηριολογικές, υγιεινολογικές, ορολογικέ και βιοχημικές εξετάσεις, θα παρασκευάζονταν εμβόλια, οροί, αντιτοξίνες, αντιγόνα κ.α. Το ινστιτούτο αυτό αποσκοπούσε στην καταπολέμηση των λοιμωδών νόσων, της ελονοσίας, της φυματίωσης, των αφροδίσιων κλπ. Θα αποτελούσε ακόμη κέντρο μετεκπαιδεύσεως γιατρών, οι οποίοι θα επιθυμούσαν να αναλάβουν δημόσια υγειονομική υπηρεσία. Επίσης θα παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα σε νοσηλευτές και μαίες.
  8. Δημόσια βιβλιοθήκη, η οποία θα περιείχε όχι μόνο συγγράμματα, αλλά και βιβλία γενικού ενδιαφέροντος.

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή θεωρούσε τη βιβλιοθήκη ως «σπονδυλική στήλη» του Πανεπιστημίου. Φιλοδοξία του ήταν να την εμπλουτίσει τόσο ώστε να είναι η μοναδική στην Ανατολή. Για το σκοπό αυτό ζήτησε από την Αρμοστεία έγκριση και προσέλαβε ως ειδικό τπ δόκτορα Γ. Αουσερερ που για 12 χρόνια ήταν υπάλληλος της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Βερολίνου και επιπλέον ήξερε τούρκικα. Ο Στεργιάδης ενέκρινε τον διορισμό. Ο Αουσερερ πέτυχε την αγορά σπουδαίων συγγραμμάτων, τα οποία στάλθηκαν στη Σμύρνη συσκευασμένα σε 36 μεγάλα κιβώτια. Αργότερα σε αυτά προστέθηκαν πολλά σπάνια και δυσεύρετα βιβλία σχετικά με τη Μικρά Ασία. Τα είχαν συγκεντρώσει Αυστριακοί αρχαιολόγοι, οι οποίοι διενεργούσαν ανασκαφές στην περιοχή της Εφέσου και της Σμύρνης κατά τα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η επιλογή του καθηγητικού προσωπικού του Πανεπιστημίου έγινε από τον Ύπατο Αρμοστή Στεργιάδη, με βάση τα πρόσωπα που του υπέδειξε ως κατάλληλα ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή. Έτσι για την έδρα της μικροβιολογίας επέλεξε και διόρισε τον καθηγητή του Πανεπιστημίου του Βερολίνου Γεώργιο Ιωακείμογλου. Ο μηνιαίος μισθός του ορίστηκε στις 3.000 δρχ. για πέντε χρόνια. Μέχρι να λειτουργήσει η πανεπιστημιακή του έδρα θα αναλάμβανε τη διεύθυνση του εργαστηρίου υγιεινής, το οποίο αποτελούσε παράρτημα του Πανεπιστημίου, και την εποπτεία όλων των υπηρεσιών υγείας της Σμύρνης.

Για την έδρα της Φυσικής τον Φρίξο Θεοδωρίδη, διπλωματούχου του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης και μαθητή του διάσημου φυσικού Πιέρ Βάις. Ο μισθός του ορίστηκε στις 3.000δρχ. το μήνα.

Για την έδρα της Χημείας διορίστηκε ο Π. Κυρόπουλος, ο οποίος υπήρξε για πολλά χρόνια βοηθός του σπουδαιότερου εκείνη την εποχή φυσικομαθηματικού και μεταλλειολόγου Α.Τάμαν.

Για την αγρονομική επιστήμη διορίστηκε, με μηνιαίο αντιμίσθιο 3.000δρχ, ο Θεολόγος Κεσίμογλου από την Καισάρεια. Είχε σπουδάσει στην ανώτερη βελγική αγρονομική σχολή του Gembloux και είχε οργανώσει γεωργικές σχολές στην Κίνα, στην Κολομβία και στην Ουρουγουάη, όπου και δίδαξε μαθήματα κτηνοτροφίας. Είχε επίσης αξιόλογο συγγραφικό έργο σε γλώσσα γαλλική και ισπανική.

Μηχανουργός του Πανεπιστημίου Σμύρνης με πρόταση πάντοτε του Καραθεοδωρή, διορίστηκε ο Ε.Πάσκεβιτς, ο οποίος ανέλαβε τη διασκευή του εργαστηρίου φυσικής και χημείας.

Γραμματέας του Πανεπιστημίου διορίστηκε και ανέλαβε ο Νικόλαος Κριτικός. Υπηρετούσε τότε στη Μεραρχία Κυδωνίων και αποσπάστηκε στην υπηρεσία του Πανεπιστημίου με ειδική διαταγή της Στρατιάς Μικρασίας.

Τέλος, στο αρχιτεκτονικό γραφείο του Πανεπιστημίου διορίστηκε ο Κ.Γιωτούλος.

Στην μισθοδοτική κατάσταση του προσωπικού οργανώσεως του Πανεπιστημίου Σμύρνης, κατά τον τελευταίο μήνα πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή (Αύγουστος 1922), αναγράφονται:Κ. Καραθεοδωρήμε μηνιαία χρηματική αποζημίωση 4000δρχ., Ν. Κριτικός, γραμματέας, με μηνιαίο μισθό 775δρχ., Θ .Κεσίσογλου, οργανωτής γεωπονικής σχολής, με δρχ. 3.000, Φρίξος Θεοδωρίδης, διευθυντής Φυσιολογικού Ινστιτούτου, με δρχ. 3.000, Ε. Πάσκεβιτς, λεπτομηχανουργός, με δρχ. 1.800, Δ. Δεργάλη, σχεδιάστρια, με 900δρχ., Ν. Ζωγράφος, ακόλουθος, με 562δρχ., Σ. Τοκάτογλου, δακτυλογράφος, με 300δρχ. και ακόμη τρεις καθαρίστριες, ένας φύλακας και ένα κλητήρας με μισθούς 150-250δρχ.

Ο Γεώργιος Ιωακείμογλου δεν αναγράφεται στη μισθοδοτική κατάσταση γιατί, απογοητευμένος από τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου του 1920, κυριεύτηκε από απαισιοδοξία ως προς την τύχη της Μικρασίας και δεν επέστρεψε στη Σμύρνη, παρά τις επίμονες προσπάθειες του Καραθεοδωρή να τον μεταπείσει.

Ως κτίριο του Πανεπιστημίου Σμύρνης χρησιμοποιήθηκε ένα μεγάλο και ευρύχωρο κτίριο στο λόφο Μαχρή Μπαμπά. Το κτίριο ήταν μισοτελειωμένο όταν απελευθερώθηκε η Σμύρνη. Προοριζόταν να στεγάσει δημόσια βιβλιοθήκη και ανώτερη τουρκική σχολή. Αμέσως η Ύπατη Αρμοστεία ασχολήθηκε με τη διασκευή και την αποπεράτωση του κτιρίου, το οποίο θα περιλάμβανε 70 ευρύχωρες και ηλιόλουστες αίθουσες, αμφιθέατρο 320 θέσεων και μεγάλο περίβολο. Το ημιτελές κτίριο συμπληρώθηκε και διαρρυθμίστηκε από την τεχνική εταιρεία των Αθηνών του Α. Ζαχαρίου. Την επιστασία των έργων είχε ο πολιτικός μηχανικός Δραγώνας Ευστάθιος. Οι εργασίες αποπερατώθηκαν τον Οκτώβριο του 1921.

Από τον Αύγουστο έως και τον Οκτώβριο του 1921 ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή πήγε στη Γερμανία για να μεριμνήσει για θέματα του Πανεπιστημίου. Επέστρεψε στη Σμύρνη στις 12 Οκτωβρίου. Από τότε παρέμεινε εκεί μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή. Εργάστηκε με πίστη και ενθουσιασμό για την οργάνωση του Πανεπιστημίου, το οποίο δεν έμελλε, ωστόσο, να λειτουργήσει.

Ο μοιραίος Αύγουστος του 1922 έφτασε με όλα τα γνωστά τραγικά επακόλουθα για τον Ελληνισμό γενικά και κυρίως για τον μικρασιατικό Ελληνισμό. Ο Καραθεοδωρή έμεινε εκεί ως την τελευταία μέρα. Έφυγε με το τελευταίο ελληνικό πλοίο από την Σμύρνη και μόνο αφού πρώτα κατάφερε να φορτωθούν για την Αθήνα όλα τα βιβλία και ένα μέρος από τα όργανα που είχε συλλέξει. Παράλληλα, φρόντισε να εφοδιάσει με συστατικές επιστολές το διοικητικό προσωπικό του Πανεπιστημίου, το οποίο αποχώρησε «ένεκεν ανωτέρας βίας», όπως χαρακτηριστικά έγραψε σε αυτές.

Όπως διηγήθηκε ο σχεδιαστής του Πανεπιστημίου Σμύρνης Δημήτριος Δεργαλής στο δημοσιογράφο Θεοδόσιο Δανιηλίδη, στις 23 Αυγούστου 1922 ο Καραθεοδωρή συγκέντρωσε το προσωπικό του Πανεπιστημίου κα με τρεμάμενη φωνή είπε: «Φίλοι μου, οι Τούρκοι ένοπλοι έφτασαν προ των πυλών. Δυστυχώς το όραμα της Μεγάλης Ελλάδας για μια ακόμα φορά δύει. Πρέπει όλοι να εγκαταλείψετε το συντομότερο τη Σμύρνη. Έχω έτοιμες συστατικές επιστολές για τον καθένα από εσάς και λίγα χρήματα από το ταμείο του Πανεπιστημίου. Καλή τύχη και καλή αντάμωση».

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή ήταν ο τελευταίος που κλείδωσε την κεντρική πόρτα του κτιρίου του Πανεπιστημίου της Σμύρνης. Οι λυγμοί του συνόδευαν το γύρισμα του μεγάλου κλειδιού της πόρτας. Το κλειδί αυτό το παρέδωσε αργότερα συμβολικά στο Νικόλαο Πλαστήρα.

Τα πολύτιμα βιβλία, τα όργανα φυσικής και χημείας του Πανεπιστημίου Σμύρνης, καθώς και το αρχείο του (έγγραφα, επιστολές, λογαριασμοί τραπεζών, προσφορές, αποδείξεις κλπ) παραδόθηκαν από τον Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή στον καθηγητή Δημήτριο Χόνδρο. Το αρχείο αυτό, τα βιβλία και τα όργανα διατηρήθηκαν με μέριμνα των καθηγητών Μιχαήλ Αναστασιάδη, Θεόδωρου Κουγιουμζέλη και Σαλτερή Περιστεράκη. Στη συνέχεια παραδόθηκαν στον καθηγητή και ακαδημαϊκό Καίσαρα Αλεξόπουλο. Σήμερα φυλάσσονται στο Μουσείο «Φυσικών Επιστημών και Τεχνολογίας» του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή, ο Έλληνας Αϊνστάιν http://www.enet.gr

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Κωνσταντίνος_Καραθεοδωρή

Ο Χρυσόστομος Σμύρνης (1867-1922)

Ο Χρυσόστομος Σμύρνης, κατά κόσμον Χρυσόστομος Καλαφάτης, (Τρίγλια Μικράς Ασίας, 8 Ιανουαρίου 1867 – Σμύρνη, 27 Αυγούστου 1922) ήταν Έλληνας Μικρασιάτης θεολόγος και ιεράρχης. Την περίοδο 1902-1910 διετέλεσε Μητροπολίτης Δράμας, Φιλίππων και Ζιχνών με σημαντική δράση στον Μακεδονικό Αγώνα. Από το 1910 έως και τον μαρτυρικό του θάνατο διετέλεσε Μητροπολίτης Σμύρνης με πρωτοβουλίες για τον αθλητισμό, την παιδεία και την κοινωνική πρόνοια της πόλης.

Αρνήθηκε να εγκαταλείψει το ποίμνιό του, παρά την προσφορά ασφαλούς διαφυγής σε αυτόν από τις Μεγάλες Δυνάμεις, και κατακρεουργήθηκε από τον φανατισμένο τουρκικό όχλο κατά την ανακατάληψη της Σμύρνης από τον τουρκικό στρατό στη Μικρασιατική Καταστροφή, στις 27 Αυγούστου 1922, μετά από εντολή του Νουρεντίν πασά. Το 1993 κατετάγη στο αγιολόγιο της Εκκλησίας μαζί με όλους τους μάρτυρες της Μικρασιατικής Καταστροφής, με απόφαση της Εκκλησίας της Ελλάδος.

O Άγιος Χρυσόστομος Σμύρνης διετέλεσ μητροπολίτης Δράμας, Φιλίππων και Ζιχνών την περίοδο 1902-1910.
O Άγιος Χρυσόστομος Σμύρνης, ως μητροπολίτης Δράμας, Φιλίππων και Ζιχνών την περίοδο 1902-1910.

Ο Βίος του

Γεννήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 1867 στην Τρίγλια της Βιθυνίας  (επαρχία Προύσας), στην Προποντίδα της Μικράς Ασίας. Ήταν γιος του Νικολάου Καλαφάτη και της Καλλιόπης Λεμονίδου, οι οποίοι απέκτησαν συνολικά οκτώ παιδιά, τέσσερα αγόρια και τέσσερα κορίτσια. Ο πατέρας του ήταν νομομαθής και αντιπροσώπευε συμπολίτες του ενώπιον των τουρκικών δικαστηρίων. Επίσης, αναμιγνυόταν στα κοινά και εκλεγόταν δημογέροντας. Η μητέρα του ήταν ευλαβής χριστιανή και αναφέρεται ότι τον είχε τάξει στην Παναγία.

Ο Χρυσόστομος εκδήλωσε νωρίς την επιθυμία του να γίνει κληρικός. Οι γονείς του έγιναν αρωγοί στην επιθυμία του, πουλώντας ακίνητη περιουσία και στέλνοντάς τον οικότροφο στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, όπου είχε την τύχη να έχει σπουδαίους δασκάλους. Είχε επίσης την τύχη να αναλάβει τα έξοδα των σπουδών του ο Μητροπολίτης Μυτιλήνης και μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντίνος Βαλιάδης, ο οποίος τον γνώρισε σε μια επίσκεψή του στη Σχολή και εκτίμησε τις επιδόσεις του. Ο Χρυσόστομος αποφοίτησε από τη Σχολή με «άριστα».

Ο Μητροπολίτης Κωνσταντίνος τον χειροτόνησε διάκονο και τον προσέλαβε ως αρχιδιάκονο στη Μητρόπολη Μυτιλήνης και κατόπιν στη Μητρόπολη Εφέσου, όπου μετατέθηκε. Το 1896 ο Χρυσόστομος ασχολήθηκε με το θέμα που δημιούργησαν καθολικοί καλόγεροι της Μονής των Λαζαριστών της Σμύρνης, οι οποίοι, θέλοντας να προσηλυτίσουν ορθοδόξους της Ιωνίας, αγόρασαν κοντά στην Έφεσο μια τοποθεσία που λεγόταν Καπουλή-Παναγιά και διέδωσαν ότι βρήκαν εκεί τον τάφο της Παναγίας. Ο Χρυσόστομος προέβη σε πλήθος δημοσιευμάτων, τεκμηριωμένων επιστημονικά, τα οποία εξέδωσε και σε βιβλίο. Κατόπιν αυτού, οι Λαζαριστές υποστήριξαν ότι επρόκειτο για σπίτι της Θεοτόκου.

Στις 2 Απριλίου 1897 ο Μητροπολίτης Εφέσου Κωνσταντίνος εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης (Πατριάρχης Κωνσταντίνος Ε΄). Στις 18 Μαΐου του ίδιου έτους χειροτόνησε πρεσβύτερο τον Χρυσόστομο και τον χειροθέτησε Μέγα Πρωτοσύγκελλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Από τη θέση αυτή προήδρευσε μικτής επιτροπής Ορθοδόξων και Αγγλικανών με θέμα την ένωση των δύο Εκκλησιών. Ακόμη συνετέλεσε στη ματαίωση των σχεδίων του αρχηγού της Πανσλαβιστικής Εταιρείας Ποποσυστότσεφ, που επεδίωκε την αλλοίωση του ελληνικού χαρακτήρα του Αγίου Όρους και τον εκσλαβισμό των Πατριαρχείων Αντιοχείας και Ιεροσολύμων. Ταυτόχρονα, αξιοποίησε την ευγλωττία του στο κήρυγμα. Μνημειώδης θεωρείται ο επικήδειός του προς τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πρώην Κωνσταντινουπόλεως Σωφρόνιο, πνευματικό πατέρα του Κωνσταντίνου Ε΄, καθώς επίσης και ο λόγος προς τον Εσταυρωμένο, τη Μεγάλη Παρασκευή του 1901. Την ίδια ημέρα, Μεγάλη Παρασκευή του 1901, απομακρύνθηκε από τον Οικουμενικό Θρόνο ο Κωνσταντίνος Ε΄ και κατόπιν επανεξελέγη ο δυναμικός Ιωακείμ Γ΄ Μεγαλοπρεπής. Και αυτός όμως εκτίμησε τα προσόντα του Χρυσοστόμου, και έτσι εκλέγεται παμψηφεί, στις 23 Μαΐου 1902 Μητροπολίτης Δράμας. Την ημέρα της εκλογής του, απευθυνόμενος στον Πατριάρχη, είπε τα εξής προφητικά: «Εν όλη τή καρδία και εν όλη τη διανοία θα υπηρετήσω την Εκκλησίαν και το Γένος, και η μίτρα, την οποίαν αι άγιαι χείρες σου εναπέθεσαν επί της κεφαλής μου, εάν πέπρωται να απολέση ποτέ την λαμπηδόνα των λίθων της, θα μεταβληθή εις ακάνθινον στέφανον μάρτυρος ιεράρχου», πράγμα που έγινε 20 χρόνια αργότερα.

Μητροπολίτης Δράμας, Φιλίππων και Ζιχνών

Η άφιξη, η ενθρόνιση του Χρυσοστόμου στη Δράμα έγινε στις 22 Ιουλίου 1902. Ως πρώτο μέλημά του έθεσε την ενίσχυση της Ελληνικής Κοινότητας, των φιλεκπαιδευτικών σωματείων και των Ελληνικών σχολείων. Μάλιστα με πρωτοβουλία του ιδρύθηκε πληθώρα ελληνικών σχολείων όπως το καλλιμάρμαρο Γυμνάσιο Δράμας με σχήμα κάτοψης Π με σαφή αναφορά στη λέξη Πατρίδα. Ταυτόχρονα πραγματοποιούσε περιοδείες στις ελληνικές κοινότητες που δέχονταν τη βουλγαρική πίεση και προπαγάνδα, όπως η Προσοτσάνη και ο Βώλακας. Οι Βούλγαροι επιχειρούσαν συστηματικά με απειλές, βιαιότητες και δολοφονίες να εξαναγκάσουν τους Έλληνες να προσχωρήσουν στη βουλγαρική Εξαρχία. Και αυτό γιατί η Εκκλησιαστική ενσωμάτωση των κατοίκων μιας περιοχής ήταν ο πρόδρομος της εδαφικής προσάρτησής της, όταν αργότερα θα διαλυόταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Κατά την περίοδο της αρχιερατείας του αντιμετώπισε την τρομοκρατικές ενέργειες του βουλγαρικού κομιτάτου καθώς και την τότε ρουμανική προπαγάνδα και ανέπτυξε έξοχη εθνική δράση, συγκρατώντας τους πεπλανημένους, ενθουσιάζοντας τους λιγόψυχους και αναλαμβάνοντας ο ίδιος τη διεύθυνση του Αγώνα κατά των Βουλγάρων κομιτατζήδων.

Παράλληλα, έκτισε μεγαλοπρεπή Ναό στη Δράμα, μέγαρο Μητροπόλεως, σχολές αρρένων και θηλέων, νοσοκομείο και γυμναστήριο. Επίσης φρόντισε για την ανέγερση οικιών για τους καπνεργάτες, ιδρύοντας και πολλά φιλανθρωπικά καταστήματα, ορφανοτροφεία, γηροκομεία και άλλα κοινωφελή ιδρύματα. Η εθνική αυτή δράση του Χρυσοστόμου ανησύχησε την τουρκική διοίκηση, η οποία και αναφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, επιτυγχάνοντας την ανάκλησή του από Μητροπολίτη τον Οκτώβριο του 1907. Διασώζεται το γεγονός πως ο Χρυσόστομος αναχώρησε από τη Δράμα συνοδευόμενος έως το σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης από ολόκληρο τον ελληνικό πληθυσμό της. Ο Ιεράρχης μετέβη και παρέμεινε στην Τρίγλια, τη γενέτειρά του, στα παράλια της Μικράς Ασίας. Τον Ιούλιο του 1908 παραχωρήθηκε από τους Οθωμανούς γενική αμνηστία με την ανακήρυξη του Συντάγματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και έτσι ο Χρυσόστομος βρήκε την ευκαιρία να επιστρέψει στο ποίμνιό του στη Δράμα τον Αύγουστο του 1908.

Ο Χρυσόστομος ανέπτυξε συνεργασία με την Δημογεροντία της Δράμας και οργάνωσε σώματα Μακεδονομάχων, ντόπιων αλλά και προερχόμενων από την ελεύθερη Ελλάδα. Επίσης, η αλληλογραφία του Χρυσοστόμου με τον Οικουμενικό Πατριάρχη, τους Προξένους αλλά και τις Ελληνικές Αρχές, ήταν συνεχής με σκοπό να γίνουν γνωστά τα μαρτύρια των Ελλήνων της Μακεδονίας, από τους κομιτατζήδες, και να συγκεντρωθεί η απαραίτητη βοήθεια.

Η ακατάπαυστη δραστηριοποίηση του Χρυσοστόμου σε όλα τα επίπεδα για την προάσπιση του Ελληνισμού ενάντια στις βιαιότητες των Κομιτατζήδων για τον εκβουλγαρισμό του, οδήγησε για μια ακόμη φορά, να του απαγορέψουν τις επισκέψεις στα χωριά της Δράμας. Οι συνεχείς συγκρούσεις Ελλήνων και Βουλγάρων αποδίδονται από τους Άγγλους παρατηρητές αλλά και τους Οθωμανούς, στον Χρυσόστομο. Έτσι, Οθωμανοί και Βούλγαροι βρήκαν αφορμή για μια ακόμη φορά να ζητήσουν την απομάκρυνσή του με τη δικαιολογία των τουρκικών αρχών ότι η παρουσία του Χρυσοστόμου προκαλεί τη διασάλευση της τάξης. Τελικά πέτυχαν τη δεύτερη και οριστική απομάκρυνσή του Χρυσοστόμου από τη Δράμα τον Ιούνιο του 1909. Ο Ιεράρχης μετέβη και πάλι εξόριστος στη γενέτειρά του.

Ο Χρυσόστομος Μητροπολίτης Σμύρνης

Το έργο του

Στις 11 Μαρτίου 1910 ο Χρυσόστομος μετετέθη στη Σμύρνη, ως Μητροπολίτης Σμύρνης. Στη Σμύρνη συνέχισε τους εθνικούς αγώνες, οργανώνοντας μάλιστα πάνδημο συλλαλητήριο ώστε να καταγγείλει αφενός τις βιαιότητες των Βουλγάρων στην Μακεδονία εναντίον των Ελλήνων, αφετέρου δε την υποστήριξη των τουρκικών αρχών προς την βουλγαρική προπαγάνδα.

Το πολύπλευρο έργο του επεκτάθηκε σε όλα τα επίπεδα της κοινοτικής ζωής -ποιμαντικό, εθνικό, κοινωνικό, εκπαιδευτικό, φιλανθρωπικό – με πρωτοποριακή πρωτοβουλία το μεγάλο κοινωνικό έργο δημιουργίας ευαγών ιδρυμάτων και αθλητικών εγκαταστάσεων για τη νεολαία. Ενδεικτικά με έμπνευση και ενέργειες του Χρυσοστόμου δημιουργήθηκε στη Σμύρνη το γήπεδο του Πανιωνίου Γυμναστικού Συλλόγου Σμύρνης. Συγκεκριμένα, με εισήγηση του μητροπολίτη Χρυσόστομου η Δημογεροντία και η Κεντρική Επιτροπή παραχώρησαν έκταση 105 στρεμμάτων, αν και είχαν δελεαστική προσφορά 100.000 λιρών από Άγγλους, για να την πουλήσουν. Εκεί κτίστηκε το νέο στάδιο του συλλόγου, το οποίο εγκαινιάστηκε το 1912 στους ΙΔ΄ Πανιώνιους Αγώνες. Το νέο στάδιο περιλάμβανε στίβο περιμέτρου 334 μέτρων, γήπεδο ποδοσφαίρου διαστάσεων 95×65 μ., γυμναστήριο εξοπλισμένο με σύγχρονα όργανα, εξέδρα για 7.000 θεατές, αποδυτήρια και γραφεία.

Κατά τον πρώτο διωγμό (επί Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου) βοήθησε πολλούς Έλληνες με ναυλωμένα πλοία να διασωθούν σε ασφαλείς τόπους. Παράλληλα, επικοινωνούσε συνεχώς με Οθωμανούς αξιωματούχους και εξηγούσε με συνεντεύξεις κι επιστολές για τον διωγμό των Ελλήνων της Ανατολής σε πρόσωπα στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ο Γερμανός πρέσβυς στην Κωνσταντινούπολη γράφει για τον Μητροπολίτη Σμύρνης «… εξήρθη εις το ύψος του καλύτερου επί της γης κλήρου». Ο υπουργός θρησκευμάτων του Σουλτάνου ζήτησε την ανάκληση του από την Σμύρνη καθώς οι τουρκικές αρχές είχαν θορυβηθεί έντονα από την πολυσχιδή δράση του υπέρ του Ελληνισμού. Στις 20 Αυγούστου 1914 Τούρκοι αστυνομικοί απομακρύνουν τον Μητροπολίτη και τον οδηγούν στην Κωνσταντινούπολη. Ο Χρυσόστομος επιστρέφει στη Σμύρνη μετά την Ανακωχή του Μούδρου το 1918, ενώ η υποδοχή του πίσω στην πρωτεύουσα της Ιωνίας ήταν παλλαϊκή.

Κατά τα έτη 1919 έως 1922, οπότε και η περιοχή της Σμύρνης βρισκόταν υπό Ελληνική Διοίκηση, ο Χρυσόστομος αποτελούσε τον εθνάρχη του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Μάλιστα ήταν ο εμπνευστής της «Μικρασιατικής Άμυνας» για τη δημιουργία αυτόνομου κράτους σε περίπτωση ήττας του ελληνικού στρατού. Η κατάρρευση του Μικρασιατικού μετώπου τον Αύγουστο του 1922 απογοήτευσε τον Χρυσόστομο, ο όποιος αποδοκίμασε τα σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων για την απομάκρυνση του Ελληνικού στοιχείου από την Μικρά Ασία, ενώ ταυτόχρονα ζητούσε έντονα από την Ελληνική Κυβέρνηση τρόπους, έως την ύστατη, ώρα για τη διάσωση του Ελληνισμού από την επερχόμενη σφαγή.

Το μαρτύριό του

Παρά τις προτάσεις που του έγιναν να αποχωρήσει ασφαλής από τη Σμύρνη καθώς το μέτωπο κατέρρεε, ο Χρυσόστομος αρνήθηκε να εγκαταλείψει το ποίμνιό του. Το απόγευμα της 27ης Αυγούστου, Τούρκος αρχιαστυνόμος μαζί με ένοπλους στρατιώτες, μετέβη στα γραφεία της Μητρόπολης Σμύρνης και διέταξε τον Χρυσόστομο να παρουσιαστεί στον Τούρκο στρατιωτικό διοικητή Νουρεντίν πασά, μαζί με τους Έλληνες Δημογέροντες της Σμύρνης Γεώργιο Κλιμάνογλου και Νικόλαο Τσουρούκτσογλου. Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος προσήχθη ενώπιον του Νουρεντίν στο Διοικητήριο. Εκεί ο Τούρκος διοικητής τον κατηγόρησε για τη φιλελληνική του στάση και τις ενέργειές του εναντίον του τουρκικού έθνους και αφού τον εξύβρισε τον παρέδωσε στους εξαγριωμένους Τούρκους που είχαν κατακλύσει την πλατεία του Διοικητηρίου. Πρώτοι δολοφονήθηκαν από τους Τούρκους οι δύο Δημογέροντες Γεώργιος Κλιμάνογλου και Νικόλαος Τσουρουκτσόγλου. Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος βασανίσθηκε, τυφλώθηκε και διαμελίστηκε από τον τουρκικό όχλο βρίσκοντας έτσι μαρτυρικό θάνατο, στις 27 Αυγούστου 1922.

Ανακήρυξη Αγίου

Η Ορθόδοξη Εκκλησία τον ανακήρυξε Άγιο ως Ιερομάρτυρα. H μνήμη του «Αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης και των συν αυτώ Αγίων αρχιερέων Γρηγορίου Κυδωνιών, Αμβροσίου Μοσχονησίων, Προκοπίου Ικονίου, Ευθυμίου Ζήλων καθώς και των κληρικών και λαϊκών που σφαγιάσθηκαν κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή» εορτάζεται την Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (Σεπτέμβριος).

Ναοί στη μνήμη του

Ιεροί Ναοί στη μνήμη του Χρυσοστόμου Σμύρνης έχουν ανεγερθεί στη Δράμα, την Πτολεμαΐδα, την Τριανδρία Θεσσαλονίκης, τη Ζίντα Ηρακλείου Κρήτης, τη Σάμο, τη Ραφήνα, στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Καμένων Βούρλων Φθιώτιδας, στην πόλη Μπέργκεν της Νορβηγίας κ.α.

Το εσωτερικό του Ιερού Ναού του Αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στα Καμένα Βούρλα Φθιώτιδας
Ο Ιερός Ναός του Αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στα Καμένα Βούρλα Φθιώτιδας

Μνήμη

Επίσης σχεδόν σε κάθε πόλη της χώρας υφίσταται οδός που φέρει το όνομά του και ανδριάντες του κοσμούν την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, τη Νέα Σμύρνη, τη Νέα Ιωνία Μαγνησίας, τη Γλυφάδα, τον Πειραιά, τη Νίκαια Αττικής, το Περιστέρι Αττικής, τον Υμηττό, τη Δράμα, τις Σέρρες και άλλες πόλεις.

Προστάτης Άγιος

Ο Άγιος Χρυσόστομος Σμύρνης έχει καθιερωθεί ως ο προστάτης άγιος των Μικρασιατών. Επίσης μαζί με τον Άγιο Νεκτάριο καθιερώθηκε ως ο προστάτης άγιος του αθλητισμού και της γυμναστικής, καθώς ως πρωτοπόρος για την εποχή του, πρωτοστάτησε στην ανάπτυξη της άθλησης των νέων και τη δημιουργία αθλητικών – γυμναστικών εγκαταστάσεων, σχολείων και γηπέδων.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Χρυσόστομος_Σμύρνης

Η Συνθήκη των Σεβρών (1920)

Η Συνθήκη των Σεβρών
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπογράφει τη Συνθήκη των Σεβρών

Όροι της Συνθήκης των Σεβρών

Η συνθήκη των Σεβρών προέβλεπε την επέκταση των ηπειρωτικών συνόρων της Ελλάδας ως την Τσατάλτζα, στα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης και προσεπικύρωνε την ελληνική κυριαρχία στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου, με την προσθήκη της Ίμβρου και της Τενέδου. Η πόλη και η ενδοχώρα της Σμύρνης παρέμενε κάτω από την οθωμανική κυριαρχία. Η άσκηση, όμως, των κυριαρχικών δικαιωμάτων μεταβιβαζόταν στην ελληνική κυβέρνηση, ενώ μετά την πάροδο πέντε ετών προβλεπόταν η προσάρτηση της περιοχής στην Ελλάδα με απόφαση της ΚτΕ., ύστερα από πρόταση της πλειοψηφίας του τοπικού συμβουλίου και με απλά δυνητική την προσφυγή σε δημοψήφισμα. Η τύχη της Βορείου Ηπείρου δεν προσδιοριζόταν με το κείμενο της συνθήκης, ενώ στην Κύπρο και τα Δωδεκάνησα κατοχυρωνόταν το καθεστώς, αντίστοιχα, της αγγλικής και ιταλικής κυριαρχίας.

Δραστηριότητα πριν τη Συνθήκη των Σεβρών

Η προσπάθεια του Ελευθερίου Βενιζέλου για τη επέκταση της Ελλάδας στη Μικρά Ασία συνεχόταν με την άποψη ότι το γεωγραφικό κέντρο του ελληνισμού εντοπιζόταν στο χώρο του Αιγαίου, αλλά και με την αποτίμηση του νέου συσχετισμού των δυνάμεων στο ευρύτερο πεδίο των Βαλκανίων και της Εγγύς Ανατολής. Η κατάρρευση και ο αναπόφευκτος ήδη, διαμελισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας παρείχε τις καλύτερες προϋποθέσεις για τη διασφάλιση του εθνικού μέλλοντος του μικρασιατικού ελληνισμού. Ακόμη και η ενίσχυση των διεκδικήσεων προς την κατεύθυνση της Κωνσταντινούπολης ήταν -σύμφωνα με την αντίληψη του Έλληνα πρωθυπουργού- γεωστρατηγικά συνυφασμένη με την επιβολή της κυριαρχίας στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας. Αντίθετα η ενδεχόμενη προσάρτηση ευρωπαϊκών, αποκλειστικά, εδαφών της διαμελισμένης αυτοκρατορίας -λύση που φάνηκε να αντιμετωπίζεται εναλλακτικά με την παραχώρηση της Ιωνίας- θα απέκοπτε οριστικά τον μικρασιατικό ελληνισμό από την Ελλάδα για να τον εγκλωβίσει στους κόλπους ενός εθνικού τουρκικού κράτους.

Η υιοθέτηση των ελληνικών διεκδικήσεων ήταν μοιραίο να προσκρούσει όχι μόνο στην αναπόφευκτη τουρκική αντίθεση αλλά και σε σοβαρές ενδοσυμμαχικές αντιδράσεις. Οι Αμερικανοί εκπρόσωποι στην συνδιάσκεψη αμφισβητούσαν την επιθυμία των Ελλήνων της Ιωνίας να ενωθούν με το ελληνικό βασίλειο, υποστήριζαν την αναπόσπαστη γεωγραφική και οικονομική εξάρτηση της παράκτιας ζώνης από το εσωτερικό της Ανατολίας και προσανατολίζονταν στην επιβολή ενός καθεστώτος προστασίας κάτω από την κηδεμονία της ΚτΕ. Περισσότερο ωμή διαγραφόταν η ιταλική στάση, απότοκη της εμμονής στην ικανοποίηση ίδιων ιμπεριαλιστικών βλέψεων στο χώρο τη Μικράς Ασίας.

Το Μάιο του 1919 ταυτόχρονα με την αποβίβαση των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη, θα αποσταλεί ως στρατιωτικός επιθεωρητής στις ανατολικές επαρχίες της Μικράς Ασίας, ο στρατηγός Μουσταφά Κεμάλ. Ενσαρκωτής του εθνικιστικού και ριζοσπαστικού πνεύματος των Νεοτούρκων, προικισμένος με έκτακτες στρατηγικές και πολιτικές αρετές, θα εμψυχώσει και βαθμιαία θα οργανώσει σε τακτικό στρατό τις διάσπαρτες ισχνές δυνάμεις των ένοπλων εθνικιστών.

Οι ενδοσυμμαχικές αλλά και οι πρώτες ενδοτουρκικές αντιδράσεις έμελλαν αντί να αποθαρρύνουν, να διευκολύνουν τον Βενιζέλο στην προώθηση των επιδιώξεων του. Η ένταση της απειλής των Τούρκων ατάκτων σε βάρος του χριστιανικού στοιχείου και η εμμονή της Ρώμης σε εκβιαστικές διεκδικήσεις είχε αποκορυφώσει τη δυσφορία στους κόλπους των Συμμάχων, ιδίως των Αγγλογάλλων. Στις 6 Μαΐου, ενώ η ιταλική αντιπροσωπεία απουσίαζε από τη συνεδρίαση του Ανωτάτου Συμβουλίου της Συνδιασκέψεως, ο Λόυντ Τζωρτζ εισηγούνταν την κατάληψη της Σμύρνης από τα ελληνικά στρατεύματα. με σκοπό την εξασφάλιση της τάξης και την προστασία του χριστιανικού πληθυσμού της περιοχής. Η άμεση υιοθέτηση από τον Βενιζέλο ακολουθήθηκε από την ομόφωνη λήψη της τελικής διασυμμαχικής αποφάσεως. Στις 15 Μαΐου του 1919 τα ελληνικά στρατεύματα αποβιβάζονταν στην πρωτεύουσα της Ιωνίας μέσα σε ατμόσφαιρα εθνικού πανηγυρισμού.

Η συμμαχική ομοφωνία για την στρατιωτική κατάληψη της Σμύρνης από τον ελληνικό στρατό δεν προοριζόταν παρά προσωρινά και μόνο να επικαλύψει την ετερογένεια των ανταγωνιστικών επιδιώξεων των Μεγάλων Δυνάμεων στον ανατολικομεσογειακό και τον μεσανατολικό χώρο, ευαίσθητο στρατηγικό κόμβο και εστία πλουτοπαραγωγικών πηγών.

Η τελική έκβαση των ελληνικών προσπαθειών θα κρινόταν, πράγματι, σε σημαντικό βαθμό από τη δυναμική διαμόρφωση του ανταγωνισμού ανάμεσα στους ισχυρούς Ευρωπαίους συμμάχους. Η εξασφάλιση της εντολής για την απόβαση στη Σμύρνη ήταν απότοκη της επιτήδειας εκμετάλλευσης των παραγόντων της ανταγωνιστικής διαμάχης των Μεγάλων Δυνάμεων και την κατίσχυση της επιρροής τους στο χώρο της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η απόβαση των ελληνικών δυνάμεων στη Σμύρνη δεν θα είναι αρκετή για να οδηγήσει στην καταστολή του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος και στη διασφάλιση του συμμαχικού ελέγχου στον στρατηγικό τομέα της Μικράς Ασίας.

Η παρεμβολή ανασταλτικών παραγόντων ή η διατύπωση επιφυλάξεων δεν έμελλε να ματαιώσει ή να παρελκύσει απεριόριστα τη λήψη τελικών αποφάσεων. Σταθερός στην προβολή των εθνικών διεκδικήσεων και ευέλικτος στην αναζήτηση των μέσων επιβολής τους, ο Βενιζέλος κατόρθωνε να υπερκεράσει πολλαπλές διπλωματικές αντιξοότητες., συνυφασμένες και με την ενίσχυση των ανταγωνιστικών τάσεων ανάμεσα στις νικητήριες δυνάμεις και να υπαγορεύσει τους όρους της ειρήνης στην Τουρκία. Στις 10 Αυγούστου 1920 στο Δημαρχείο των Σεβρών υπογράφτηκε η Συνθήκη των Σεβρών από τους εκπροσώπους των συμμαχικών κρατών, ανάμεσα τους η Ελλάδα, και της Πύλης.

Αποδοχή της Συνθήκης των Σεβρών από τους Έλληνες

Στις 7 Σεπτεμβρίου 1920, η Βουλή των Ελλήνων, δια στόματος του προέδρου της, υποδεχόταν τον Ελευθέριο Βενιζέλο θριαμβευτή: ”Αίσθημα πανηγυρικής χαράς συνενώνει ημάς σήμερον προς επανάληψιν των εργασιών της Βουλής κα αίσθημα ευλαβούς ευγνωμοσύνης, ότι ηυδόκησεν η Θεία Πρόνοια να ευλογήση δαψιλώς τους ηρωικούς αγώνας του ελληνικού λαού και τάς υπερανθρώπους προσπαθείας του ποδηγετούντος αυτόν κυβερνήτου”. Συγκρατημένος στους λόγους του, ο πρωθυπουργός προσέβλεπε ήδη σε μια τελική αποφασιστική αναμέτρηση με τους πολιτικούς αντιπάλους του: ”Το έργον τούτο το όπερ αποτελεί την επίστεψιν της πολιτικής, ήτις ήγαγεν εις την συγκρότησιν κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης, ανήκει εις την ιστορίαν, θέλει δε κριθεί υπό του ελληνικού λαού”. Ο ίδιος και οι συνεργάτες του αντλούσαν από τα εντυπωσιακά επιτεύγματα στο διπλωματικό πεδίο αισθήματα εμπιστοσύνης και αισιοδοξίας για την έκβαση της εκλογικής μάχης. Εν τούτοις, η απόδοση της προτεραιότητας σε κριτήρια συνυφασμένα περισσότερο με την εσωτερική και λιγότερο με την εξωτερική πολιτική, φαινόμενο ευρύτερης ιστορικής εμβέλειας, επιβεβαιωνόταν πανηγυρικά την 1η Νοεμβρίου 1920, όταν το εκλογικό σώμα καταψήφισε τον θεμελιωτή της Ελλάδας των ”δύο ηπείρων και πέντε θαλασσών”.

Πηγή: Η ελληνική εξωτερική πολιτική 1900-1945, Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, εκδ. Βιβλιοπωλείο της Εστίας