Ο Αισχύλος (525π.Χ.-455π.Χ)

Ο Αισχύλος ήταν ένας από τους τρεις μεγάλους τραγικούς ποιητές. Οι άλλοι δύο ήταν ο Σοφοκλής και ο Ευρυπίδης. Βρίσκεται στην αρχή της μορφοποίησης της αρχαίας ελληνικής δραματικής ποίησης. Στα έργα του θίγονται θέματα κοινωνικά, ποιητικά, μεταφυσικά. Όλα τα έργα του δίνονται με στέρεη δομή και με λυρικές εξάρσεις. Από το πλούσιο έργο του σώζονται μόνο πετά τραγωδίες: Πέρσαι, Επτά επί Θήβας, Ικέτιδες, Προμηθεύς Δεσμώτης, Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες. Τα τρία τελευταία αποτελούν την Τριλογία «Ορέστεια».

Ο Αισχύλος
Ο Αισχύλος

Ο Αισχύλος ήταν γόνος του ευγενούς γαιοκτήμονα Ευφορίωνα, του γένους των Κοδριδών. Ήταν Αθηναίος πολίτης που μετείχε στις μάχες κατά των Περσών, πολέμησε στη μάχη του Μαραθώνα και σε όλη του τη ζωή έφερε περήφανα τον τίτλο του μαραθωνομάχου.

Έζησε σε μια μεταβατική περίοδο, όταν το δημοκρατικό κόμμα επικράτησε σε βάρος του ολιγαρχικού. Επειδή δεν πήρε ξεκάθαρη θέση ούτε υπέρ των δημοκρατικών ούτε υπέρ των ολιγαρχικών, δεν γνώρισε ποτέ τον ιδιαίτερο θαυμασμό ούτε των μεν, ούτε των δε.

Από νωρίς ασχολήθηκε με τους δραματικούς αγώνες και γνώρισε 12 νίκες. Έγραψε 90 τραγωδίες. Οι τραγωδίες του έχουν μεγαλοπρέπεια και ηθική δύναμη.  Οι μορφές στα έργα του είναι τιτανικές, μυθικές και οι συγκρούσεις προκαλούν δέος. Ανάλογη με τον όγκο των προσώπων είναι και η γλώσσα και το ύφος του ποιητή.

Στο έργο του συμπυκνώνεται η έννοια του δικαίου, καθώς και η συνείδηση του ποιητή ως μαχόμενου πολίτη ο Αισχύλος ήταν οπαδός του Πυθαγόρα και τα δράματα του είναι γεμάτα πυθαγόρειες ιδέες. Ο ίδιος θεωρούσε ως το μεγαλύτερο επίτευγμα της ζωής του τη συμμετοχή του στη μάχη του Μαραθώνα, στη ναυμαχία στο Αρτεμίσιο και τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Στην ακμή της ζωής του ταξίδεψε στη Σικελία, στην αυλή του Ιέρωνα, στις Συρακούσες, όπου καλούνταν σχεδόν όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής εκείνης. Πιθανόν να παρουσίασε εκεί για δεύτερη φορά τους Πέρσες.

Πέθανε στη Γέλα το 456/5 π.Χ. σε δεύτερη επίσκεψή του και λέγεται ότι σκοτώθηκε όταν δέχτηκε στο κεφάλι του μία χελώνα, την οποία είχε ρίξει από ψηλά ένας αετός, προκειμένου να σπάσει το καβούκι της και μετά να τη φάει. Οι Αθηναίοι εξασφάλισαν την υστεροφημία του μεγάλου δραματικού ποιητή, ψηφίζοντας νόμο σύμφωνα με τον οποίο επιτρεπόταν όποιος ήθελε να συμμετάσχει στον διαγωνισμό με έργα του Αισχύλου. Οι δύο γιοι του, Ευαίων και Ευφιρίων, έγραψαν επίσης τραγωδίες, όπως και ο Φιλοκλής, γιος της αδελφής του.

Όταν πέθανε, ο Αισχύλος, ζήτησε να στηθεί στο τάφο του ένα επίγραμμα που έγραφε:

Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεῦθει
μνῆμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας·
ἀλκὴν δ’ εὐδόκιμον Mαραθώνιον ἄλσος ἄν εἴποι
καὶ βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος.

Στα νεότερα ελληνικά:

Τον γιο του Ευφορίωνα τον Αθηναίο Αισχύλο
κρύβει νεκρόν το μνήμα αυτό της Γέλας με τα στάρια·
την άξια νιότη του θα ειπεί του Μαραθώνα το άλσος
κι ο Μήδος ο ακούρευτος οπού καλά την ξέρει.

Με πληροφορίες από: https://el.wikipedia.org.wiki/Αισχύλος

Ο Γιάννης Ρίτσος (1909-1990)

Ο Γιάννης Ρίτσος (Μονεμβασία, 1909-Αθήνα, 1990) ήταν μεγάλος και πολυβραβευμένος Έλληνας ποιητής. Πολλά ποιήματα του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε μεγάλο μέρος του έργου του.

Ο Γιάννης Ρίτσος
Ο Γιάννης Ρίτσος

Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε την 1η Μαΐου του 1909 στην Μονεμβασία. Ήταν γιος κτηματία που ξέπεσε οικονομικά. Νέος ακόμα πήγε στην Αθήνα όπου πέρασε δύσκολα χρόνια γεμάτα στερήσεις και ταλαιπωρίες. Μόλις τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του γράφτηκε στη Σχολή Χορού Μοριάνοβ και για ένα διάστημα συμμετείχε σαν χορευτής στη Λυρική Σκηνή. Η κλονισμένη υγεία του, λόγω των στερήσεων, τον ανάγκασε να αφήσει το χορό και να ασχοληθεί αποκλειστικά με την ποίηση. Για να βιοποριστεί εργαζόταν σε διάφορους εκδοτικούς οίκους. Στην αρχή συνεργάστηκε στη σύνταξη της «Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας».

Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος

Ακολούθησε τη μοντέρνα ποιητική τεχνοτροπία και μακριά από μετρικούς περιορισμούς πλάθει ένα μεγαλόστομο ποιητικό λόγο, ρητορικό πολλές φορές, άλλοτε μελαγχολικό και άλλοτε αισιόδοξο. Αντλεί τα θέματα του από το χώρο των μεγάλων κοινωνικοπολιτικών μετασχηματισμών. Για την πολιτική του τοποθέτηση διώχθηκε. Ο ποιητής όμως δεν εγκατέλειψε ποτέ τους ποιητικούς και κοινωνικούς του οραματισμούς. Οι πολιτικές του απόψεις δεν εμπόδισαν την αναγνώριση της μεγάλης του τέχνης και από ανθρώπους που βρέθηκαν στην αντίθετη με αυτόν πολιτική παράταξη.

Η ανοδική πορεία του Γιάννη Ρίτσου δε σταμάτησε ποτέ. Στα 1934 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Τρακτέρ». Το μεγάλο ταλέντο του έβρισκε καθημερινά νέες μορφές έκφρασης. Τα έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες χώρες. Μεταπολεμικά ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε πολλά από τα ποιήματα του, τα οποία τραγουδήθηκαν από ανθρώπους όλων των πολιτικών αποχρώσεων. Τιμήθηκε με πλήθος Βραβείων όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό.

Το έργο του Γιάννης Ρίτσου

  • Τρακτέρ
  • Πυραμίδες
  • Επιτάφιος
  • Το τραγούδι της αδελφής μου
  • Μια πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα
  • Εαρινή συμφωνία
  • Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο
  • Πρωινό άστρο
  • Η σονάτα του σεληνόφωτος
  • Χρονικό
  • Αποχαιρετισμός
  • Οι γειτονιές του κόσμου
  • Όταν έρχεται ο ξένος
  • Ανυπόταχτη πολιτεία
  • Η αρχιτεκτονική των δέντρων
  • Οι γερόντισσες κ’ η θάλασσα
  • Υδρία
  • Το δέντρο της φυλακής και οι γυναίκες
  • 12 ποιήματα για τον Καβάφη
  • Μαρτυρίες
  • Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού
  • Φιλοκτήτης
  • Ρωμιοσύνη
  • Ορέστης
  • Όστραβα
  • Ελένη
  • Χειρονομίες
  • Τέταρτη διάσταση
  • Η επιστροφή της Ιφιγένειας
  • Χρυσόθεμις
  • Ισμήνη
  • Ο αφανισμός της Μήλου
  • Ύμνος και θρήνος για την Κύπρο
  • Καπνισμένο τσουκάλι
  • Κωδωνοστάσιο
  • Χάρτινα
  • Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη
  • Η Κυρά των Αμπελιών
  • Η τελευταία προ Ανθρώπου Εκατονταετία
  • Τα επικαιρικά
  • Ημερολόγιο εξορίας
  • Μονεβασιώτισσες
  • Το τερατώδες αριστούργημα
  • Φαίδρα
  • Τα ερωτικά
  • 18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας

Ο Ανδρέας Λασκαράτος (1811-1901)

Ο Ανδρέας Λασκαράτος (Ληξούρι, 1811-1901) ήταν σατιρικός ποιητής και πεζογράφος. Μαθήτευσε στα ελληνικά και ιταλικά γράμματα με δασκάλους τους Νεόφυτο Βάμβα, Ανδρέα Κάλβο. Ήταν γνώριμος με τον Διονύσιο Σολωμό.

Ο Ανδρέας Λασκαράτος
Ο Ανδρέας Λασκαράτος

Ο Βίος του Ανδρέα Λασκαράτου

Ο Ανδρέας Λασκαράτος γεννήθηκε στο Ληξούρι Κεφαλληνίας την 1η Μαΐου του 1811. Σπούδασε στην Ιόνιο Ακαδημία της Κέρκυρας και στην Πίζα της Ιταλίας νομικές επιστήμες και για λίγο καιρό άσκησε τη δικηγορία στην Κεφαλλονιά.

Σε ηλικία 24 ετών παρουσιάστηκε στα γράμματα με το έμμετρο ευθυμογράφημά του «Το Ληξούρι εις τους 1836», που αποτελούσε μια εύθυμη σκιαγράφηση της ζωής του τόπου του, τους μικροκαυγάδες και τα έξυπνα κεφαλλονίτικα καθημερινά περιστατικά. Το 1846 παντρεύτηκε την Πηνελόπη Κοργιαλένιου, που υπήρξε το στήριγμα του στις δύσκολες στιγμές του βίου του. Το 1850 έθεσε υποψηφιότητα για τη Νομοθετική Συνέλευση των Επτανήσων αλλά αποτυγχάνει.

Η αρθρογραφία του προξένησε αντιδράσεις γι’ αυτό και έφυγε στο Λονδίνο, όπου δίδαξε ελληνικά και ιταλικά. Το 1854 εξέδωσε «Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς». Αυτό το έργο του ξεσήκωσε φοβερό σάλο στους κόλπους της Εκκλησίας και ο Ανδρέας Λασκαράτος καταγγέλθηκε ως άθεος. Αφορίστηκε από την Εκκλησία. Η περιπετειώδης ζωή του συνεχίστηκε στην Ζάκυνθο και το Λονδίνο.

Το 1859 επέστρεψε στα Επτάνησα και μετά από σύντομο εγκλεισμό, άρχισε να εκδίδει την εφημερίδα «Λύχνος», συνεχίζοντας τον αγώνα για ηθική αναμόρφωση της κοινωνίας. Η ίδια η ζωή του ήταν σε όλα παράδειγμα ζωντανό για την θεωρία του. Εκδίδοντας όμως την περίφημη «Απόκριση στον αφορισμό του 1856» προκάλεσε νέες θύελλες.

Έτσι χωρίς οικονομικούς πόρους πια και μετά από αυτόν τον κατατρεγμό κατέφυγε στην Αθήνα όπου εφημερίδες εύκολα του παραχώρησαν τις στήλες τους. Σε αρκετά προχωρημένη ηλικία ήρθε η αναγνώριση. Η Εκκλησία αναίρεσε το αφορισμό, ενώ λίγο καιρό μετά, σε ηλικία 90 ετών, πέθανε.

Ο Λασκαράτος ήταν εχθρός κάθε υποκρισίας, έντιμος, δεν δεχόταν υποκριτικές θρησκοληψίες, τους πατριωτικούς φανφαρισμούς, τη φτηνή πολιτική συναλλαγή. Υπήρξε βαθιά χριστιανός και θρησκευόμενος. Ήταν πάντα απέναντι από κάθε μικροπρέπεια και κάθε αγυρτία. Πολέμιος κάθε παραπλανητικής δεισιδαιμονίας, αλλά και πολλές φορές. λόγω της αριστοκρατικής καταγωγής του, μακριά από τις αγωνίες και τις ελπίδες των απλών ανθρώπων. Γλαφυρός και πνευματώδης, καλός δημοτικιστής και με κεφαλλονίτικη σπιρτάδα μυαλού, μας άφησε έργο που τον τοποθετεί στην πρώτη γραμμή της ελληνικής σατιρικής ποίησης.

Ο Ανδρέας Λασκαράτος έγραψε

  • Στιχουργήματα
  • Τα μυστήρια της Κεφαλλονιάς
  • Ιδού ο άνθρωπος
  • Ποιήματα και ανέκδοτα
  • Οι καταδρομές μου εξαιτίας του «Λύχνου»
  • Απόκριση στον αφορισμό του 1856
  • Αυτοβιογραφία

Το τελευταίο ποίημα του Κ.Π.Καβάφη

Το ποίημα «Εις τα περίχωρα της Αντιόχειας» είναι το τελευταίο ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη. Το έγραψε μεταξύ Νοεμβρίου 1932 και Απριλίου 1933. Δεν πρόλαβε να το δημοσιεύσει. Το ποίημα αυτό τυπώθηκε, για πρώτη φορά, στην πρώτη συγκεντρωτική έκδοση των καβαφικών ποιημάτων το 1935.

Η Δάφνη, το αριστοκρατικό προάστιο της Αντιόχειας, είναι το Δαφνί της Αθήνας. Ο Άγιος Βαβύλας και οι τάφοι γύρω είναι η μονή Δαφνίου, που για ένα διάστημα επί φραγκοκρατίας έγινε κοιμητήριο. Το τέμενος του Απόλλωνα στη Δάφνη που κάηκε, είναι ο αρχαίος ναός του Δαφναίου Απόλλωνα, που οι χριστιανοί τον γκρέμισαν και στη βάση του έχτισαν τη μονή Δαφνίου, φυλάκιο για να προσηλυτίζουν τους τελευταίους εθνικούς Αθηναίους που πήγαιναν στα μυστήρια της Ελευσίνας.

Το τελευταίο ποίημα του Κ.Π.Καβάφη

Το τελευταίο ποίημα

Εις τα περίχωρα της Αντιόχειας

Σαστίσαμε στην Αντιόχειαν όταν μάθαμε
τα νέα καμώματα του Ιουλιανού.

Ο Απόλλων εξηγήθηκε με λόγου του, στην Δάφνη!
Χρησμό δεν ήθελε να δώσει (σκοτισθήκαμε!),
σκοπό δεν τόχε να μιλήσει μαντικώς, αν πρώτα
δεν καθαρίζονταν το εν Δάφνη τέμενός του.
Τον ενοχλούσαν, δήλωσεν, οι γειτονεύοντες νεκροί.

Στην Δάφνη βρίσκονταν τάφοι πολλοί.
Ένας απ’ τους εκεί ενταφιασμένους
ήταν ο θαυμαστός, της εκκλησίας μας δόξα,
ο άγιος, ο καλλίνικος μάρτυς Βαβύλας.

Αυτόν αινίτονταν, αυτόν φοβούνταν ο ψευτοθεός.
Όσο τον ένοιωθε κοντά δεν κόταε
να βγάλει τους χρησμούς του· τσιμουδιά.
(Τους τρέμουνε τους μάρτυράς μας οι ψευτοθεοί).

Ανασκουμπώθηκεν ο ανόσιος Ιουλιανός,
νεύριασε και ξεφώνιζε: «Σηκώστε, μεταφέρτε τον,
βγάλτε τον τούτον τον Βαβύλα αμέσως.
Ακούς εκεί; Ο Απόλλων ενοχλείται.
Σηκώστε τον, αρπάξτε τον ευθύς.
Ξεθάψτε τον, πάρτε τον όπου θέτε.
Βγάλτε τον, διώξτε τον. Παίζουμε τώρα;
Ο Απόλλων είπε να καθαρισθεί το τέμενος.»

Το πήραμε, το πήγαμε το άγιο λείψανον αλλού·
το πήραμε, το πήγαμε εν αγάπη κ’ εν τιμή.

Κι ωραία τω όντι πρόκοψε το τέμενος.
Δεν άργησε καθόλου, και φωτιά
μεγάλη κόρωσε: μια φοβερή φωτιά:
και κάηκε και το τέμενος κι ο Απόλλων.

Στάχτη το είδωλο· για σάρωμα, με τα σκουπίδια.

Έσκασε ο Ιουλιανός και διέδοσε –
τι άλλο θα έκαμνε – πως η φωτιά ήταν βαλτή
από τους Χριστιανούς εμάς. Ας πάει να λέει.
Δεν αποδείχθηκε· ας πάει να λέει.
Το ουσιώδες είναι που έσκασε.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης (1863-1933)

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης ήταν Έλληνας ποιητής, γνωστός ως ο ποιητής της Ιθάκης. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στις 29 Απριλίου 1863. Έζησε στο Λίβερπουλ, το Λονδίνο και την Κωνσταντινούπολη. Εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος. Έγραψε πλήθος ποιημάτων, με θεματολογία από την ιστορία και μυθολογία της αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής περιόδου.

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης λίγο πριν το τέλος

Ο Κωνσταντίνος καβάφης ζει τις τελευταίες μέρες του στην Αλεξάνδρεια. Καιρό πριν είχε διαγνωστεί με καρκίνο του λάρυγγα. Από τον Μάρτιο του 1933 η υγεία του ποιητή είχε επιδεινωθεί. ήταν πολύ μελαγχολικός. Από το σπίτι του έβγαινε μόνο για να πάει στο γιατρό. Τον σωλήνα της τραχειοτομής του τον άλλαζε κάθε βράδυ ένας νοσοκόμος ο οποίος έμενε εκεί ως το πρωί. Δεν δεχόταν επισκέψεις, τον ενοχλούσαν, μόνο λίγους συγγενείς.

Παρ’ όλη την άσχημη σωματική και ψυχική του κατάσταση δουλεύει το ποίημα «Εις τα περίχωρα της Αντιόχειας» που έμελλε να είναι και το τελευταίο του ποίημα. Το πνεύμα του ήταν ακμαίο. Υπολόγιζε να γράψει και άλλα ποιήματα. Αρχές Απριλίου η κατάσταση του χειροτέρεψε. Μεταφέρθηκε στο Ελληνικό νοσοκομείο. Όταν είδε τη βαλίτσα που του ετοίμαζαν οι συγγενείς του για να πάρει κάποια προσωπικά αντικείμενα μαζί του στο νοσοκομείο, δάκρυσε, είπε: «Αυτή τη βαλίτσα την αγόρασα 30 χρόνια πριν, ένα βραδάκι βιαστικά για να πάω στο Κάιρο για διασκέδαση. Τότε ήμουν υγιής, νέος και όχι άσχημος».

Η ασθένεια του που τον οδήγησε στο τάφο τον είχε χτυπήσει στο λαιμό. Μάταιη αποδείχτηκε μία χειρουργική επέμβαση, που του έκοψε τις φωνητικές χορδές. Ένας ασημένιος σωλήνας, σφηνωμένος στο λάρυγγα δεν του ξανάδωσε φωνή. Πέρασε τις τελευταίες εβδομάδες μέσα σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου. Λίγοι φίλοι πήγαιναν να του κάνουν λίγη παρέα και κρατούσαν τη συζήτηση επιδέξια για θέματα που μπορούσαν να τον ευχαριστήσουν. Ο ποιητής απαντούσε χαράζοντας λίγες λέξεις πάνω σε μικρά κομματάκια χαρτί.

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης φορούσε μια αλυσιδίτσα με ένα μικρό σταυρουδάκι στο λαιμό του. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν ο Καβάφης πίστευε ή όχι στον Χριστιανισμό. Δεν πήγαινε στην εκκλησία, αλλά τις τελευταίες ώρες του δέχτηκε ένα παπά να τον κοινωνήσει και μετά έστρεψε το βλέμμα του ψηλά, σαν να ζητούσε συγχώρεση.

Στο κρεβάτι ξάπλωσε λίγες ώρες πριν ξεψυχήσει. Ήταν θάνατος αξιοπρεπούς ανθρώπου. Στις 28 Απριλίου έπαθε συμφόρηση. Στις 29 Απριλίου, την ημέρα των γενεθλίων του, στις 2 το πρωί ο Κωνσταντίνος Καβάφης άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 70 ετών.

Ο Τάσος Λειβαδίτης (1922-1988)

Ο Τάσος Λειβαδίτης (πλήρες όνομα Αναστάσιος-Παντελεήμων Λειβαδίτης) (20 Απριλίου 1922 – 30 Οκτωβρίου 1988) ήταν σημαντικός Έλληνας ποιητής. Γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα. Καταγόταν από την Κοντοβάζαινα Γορτυνίας, από την πλευρά του πατέρα του, Λύσανδρου Λειβαδίτη.

Ο Τάσος Λειβαδίτης

Ο Βίος του Τάσου Λειβαδίτη

Ο Τάσος Λειβαδίτης ήταν γιος του Λύσανδρου και της Βασιλικής, γεννήθηκε στην Αθήνα το βράδυ της Αναστάσεως του 1922. Είχε τέσσερα μεγαλύτερα αδέρφια, μια αδερφή και τρεις αδερφούς. Αδερφός του ήταν ο ηθοποιός Αλέκος Λειβαδίτης. Tο 1946 παντρεύεται τη Mαρία Στούπα, κόρη του Γεωργίου Στούπα και της Aλεξάνδρας Λογοθέτη και απέκτησε μαζί της μία κόρη. Θα γράψει για αυτήν το «Ερωτικό» το οποίο είναι από τα λίγα ποιήματα που υπάρχουν ηχογραφημένα σε απαγγελία του ίδιου του ποιητή.

Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όμως τον κέρδισε η λογοτεχνία και συγκεκριμένα η ποίηση. Ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα στο χώρο της αριστεράς. Τον αποκάλεσαν «Ποιητή του Έρωτα και της Επανάστασης». Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών ανήκε σε ομάδα της ΕΠΟΝ που διοργάνωνε εράνους και διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις, χωρίς να πάρει μέρος ως μάχιμος. Η δράση του αυτή είχε ως συνέπεια να συλληφθεί και να εξοριστεί. Αφέθηκε ελεύθερος μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας.

Το 1948 συλλαμβάνεται και εξορίζεται στο Μούδρο. Μεταφέρθηκε μετά από ένα χρόνο στη Μακρόνησο όπου ξεκίνησε τη συγγραφή του «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου». Μεταφέρθηκε στον Αϊ Στράτη κι από κει στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα, απ’ όπου αφέθηκε ελεύθερος το 1951. Τελικά το δικαστήριο (Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, 10 Φεβρουαρίου 1955) τον απάλλαξε λόγω αμφιβολιών.

Στο ελληνικό κοινό ο Τάσος Λειβαδίτης εμφανίστηκε το 1946, μέσα από τις στήλες του περιοδικού «Ελεύθερα Γράμματα» με το ποίημα «Το τραγούδι του Χατζηδημήτρη». Το 1947 συνεργάστηκε στην έκδοση του περιοδικού «Θεμέλιο». Το 1952 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική σύνθεση με τίτλο «Μάχη στην άκρη της νύχτας» και εργάστηκε επίσης σαν κριτικός ποίησης στην εφημερίδα Αυγή, από το 1954 – 1980 (με εξαίρεση τα έτη 1967-74 που η εφημερίδα είχε κλείσει λόγω δικτατορίας) και το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» (1962-1966), όπου δημοσίευσε πολιτικά και κριτικά δοκίμια.

Στο διάστημα της Χούντας των Συνταγματαρχών ο ποιητής για βιοποριστικούς λόγους μεταφράζει ή διασκευάζει λογοτεχνικά έργα για λαϊκά περιοδικά ποικίλης ύλης με το ψευδώνυμο Pόκκος.

Ο Τάσος Λειβαδίτης πέθανε στην Αθήνα 30 Οκτωβρίου 1988, στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο από ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής. Μετά το θάνατό του εκδόθηκαν χειρόγραφα ανέκδοτα ποιήματά του με τον τίτλο «Χειρόγραφα του Φθινοπώρου».

Διακρίσεις του Τάσου Λειβαδίτη

Ο Τάσος Λειβαδίτης τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία (1953 για τη συλλογή του «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου»), το πρώτο βραβείο ποίησης του Δήμου Αθηναίων (1957 για τη συλλογή του «Συμφωνία αρ.Ι»), το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1976 για τη συλλογή «Βιολί για μονόχειρα»), το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1979 για το «Εγχειρίδιο ευθανασίας»).
Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της «Εταιρείας Συγγραφέων».Έγραψε επίσης κι ένα μικρό τόμο με τίτλο: «Έλληνες ποιητές», ο οποίος αναφέρεται στις συλλογές που εκδόθηκαν την περίοδο 1978-1981, και αποτελεί μια απογραφή 74 ποιητικών συλλογών.

Όπως σημειώνει ο Τίτος Πατρίκιος, φίλος και συνεργάτης του Λειβαδίτη, ήταν τόσο αφοσιωμένος στην ποίηση ώστε όσα ποιήματα του έστελναν «τα διάβαζε όλα ως το κόκαλο και όσο μεγαλύτερη αξία τους έβρισκε, τόσο την αναγνώριζε και τη διακήρυσσε». Και παρακάτω: «άσκησε την κριτική με διεισδυτική ευαισθησία, με στοχασμό που δεν κατέληγε σε κάποια κανονιστικότητα, με άνοιγμα σε όλους τους τρόπους της ποίησης και αγάπη για όλους τους ποιητές, χωρίς εύνοιες και πατερναλισμούς».

Στα Ελληνικά ΜΜΕ έχουν πραγματοποιηθεί πολλά αφιερώματα στον ποιητή. Σε ακαδημαϊκή έρευνα που προβλήθηκε από την ΕΡΤ υπογραμμίζεται ως σημαντική η τάση γνωστοποίησης των ποιημάτων του μέσα από τα social media. Έτσι που θεωρείται αξιοσημείωτος ο τρόπος που αγγίζει σήμερα τους ανθρώπους της εποχής, κάποιος που αποτελεί το ακριβώς αντίθετο αυτής της εποχής. Δηλαδή «σε καιρούς μεταμοντέρνου καπιταλισμού, συγκινεί τους ανθρώπους ένας μοντέρνος κομμουνιστής».

Ο Τάσος Λειβαδίτης γράφει

  • Ποίηση:
  1. «Μάχη στην άκρη της νύχτας». Αθήνα, Κέδρος, 1952.
  2. «Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας». Αθήνα, Κέδρος, 1952.
  3. «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου». Αθήνα, Κέδρος,1953.
  4. «Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο». Αθήνα, Κέδρος, 1956.
  5. «Συμφωνία αρ.Ι». Αθήνα, Κέδρος, 1957.
  6. «Οι γυναίκες με τ’ αλογίσια μάτια». Αθήνα, Κέδρος, 1958.
  7. «Καντάτα». Αθήνα, Κέδρος, 1960.
  8. «25η ραψωδία της Οδύσσειας. Αθήνα, Κέδρος, 1963.
  9. «Ποίηση (1952-1963)». Αθήνα, Κέδρος, 1965.
  10. «Οι τελευταίοι». Αθήνα, Κέδρος, 1966.
  11. «Νυχτερινός επισκέπτης». Αθήνα, Κέδρος, 1972.
  12. «Σκοτεινή πράξη». Αθήνα, Κέδρος, 1974.
  13. «Οι τρεις». Αθήνα, Κέδρος, 1975.
  14. «Ο διάβολος με το κηροπήγιο». Αθήνα, Κέδρος, 1975.
  15. «Βιολί για μονόχειρα». Αθήνα, Κέδρος, 1976.
  16. «Ανακάλυψη». Αθήνα, Κέδρος, 1978.
  17. «Ποιήματα (1958-1963)». Αθήνα, Κέδρος, 1978.
  18. «Εγχειρίδιο ευθανασίας». Αθήνα, Κέδρος, 1979
  19. «Ο Τυφλός με το λύχνο». Αθήνα, Κέδρος, 1983
  20. «Βιολέτες για μια εποχή». Αθήνα, Κέδρος, 1985.
  21. «Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα». Αθήνα, Κέδρος, 1987.
  22. «Τα χειρόγραφα του Φθινοπώρου». Αθήνα, Κέδρος, 1990.
  23. «Απάνθισμα». Αθήνα, Κέδρος, 1997.
  24. Συγκεντρωτικές εκδόσεις:
    1. «Ποίηση 1» (1952-1966). Αθήνα, Κέδρος, 1985.
    2. «Ποίηση 2» (1972-1977). Αθήνα, Κέδρος, 1987.
    3. «Ποίηση 3» (1979-1987). Αθήνα, Κέδρος, 1988.
  • Πεζογραφία:
  1. «Το εκκρεμές». Αθήνα, Κέδρος, 1966.

Στίχοι του μελοποιήθηκαν από τον Μίκη Θεοδωράκη, στο δίσκο «Πολιτεία» (1961), «Της εξορίας» (1976), «Πολιτεία Γ’ – Οκτώβρης ’78» (1976), «Τα Λυρικά» (1977), «Λειτουργία Νο2: Για τα παιδιά που σκοτώνονται στον πόλεμο» (1987), τον Μάνο Λοΐζο στο δίσκο «Για μια μέρα ζωής» (1980), τον Γιώργο Τσαγκάρη στο δίσκο «Φυσάει» (1993) με ερμηνευτή το Βασίλη Παπακωνσταντίνου και τη συμμετοχή του ηθοποιού Γιώργου Μιχαλακόπουλου, τον Μιχάλη Γρηγορίου στο δίσκο «Σκοτεινή πράξη, ένα Ορατόριο σε ποίηση Τάσου Λειβαδίτη» (1997) και από το συγκρότημα Όναρ στο δίσκο «Αλαντίν, τελειώσαν οι ευχές σου» (2003).

Συνυπέγραψε ακόμη με τον Κώστα Κοτζιά τα σενάρια των ελληνικών ταινιών «Ο θρίαμβος» και «Συνοικία το όνειρο» σε σκηνοθεσία του Αλέκου Αλεξανδράκη. Τα ποιήματά του μεταφράστηκαν στα Ρωσικά, Σερβικά, Ουγγρικά, Σουηδικά, Ιταλικά, Γαλλικά, Αλβανικά, Βουλγαρικά, Κινεζικά και Αγγλικά.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Τάσος_Λειβαδίτης

Ο Βύρων στο Μεσολόγγι

Στο πρώτο του ταξίδι (1809-1811) στο Μεσολόγγι ο Βύρων ικανοποιούσε την ποιητική του ιδιοσυγκρασία, ενώ στο δεύτερο (1823-1824) την ηρωική του διάθεση. Όπως φαίνεται από την αλληλογραφία του και τα γραφόμενα του γενικά, ο Βρετανός ποιητής είχε έντονη την ότι το δεύτερο ταξίδι του όχι μόνο θα ήταν το τελευταίο του αλλά θα έφερνε και το τέλος της ζωής του.

Ο Βύρων στο Μεσολόγγι
Ο θάνατος του Λόρδου Βύρωνα

Ο Βύρων έφθασε στο Μεσολόγγι από την Ιταλία μέσω των Ιονίων Νήσων στις 4 Ιανουαρίου 1824. Ο χώρος και ο χρόνος της άφιξης του ήταν ιδιαίτερα σημαντικοί. Το Μεσολόγγι βρισκόταν σε αποκλεισμό από τους Τούρκους, ενώ η περίοδος 1823-1824 ήταν κρίσιμη για τον Αγώνα εξ αιτίας διχονοιών που προέκυψαν μεταξύ των επαναστατών και οδηγούσαν σε ανοιχτό εμφύλιο. Έτσι η άφιξη του Βύρωνα σε έναν τόπο απογοητευμένων και εξουθενωμένων πήρε σχεδόν μεσσιανικό χαρακτήρα. Η υποδοχή που του επιφυλάχθηκε ήταν εξαιρετικά θερμή.

Από την ημέρα της άφιξης του στο Μεσολόγγι ο Βύρων καταπιάστηκε με την υπόθεση της Επανάστασης. Το πρώτο μεγάλο κέρδος για τους επαναστάτες και τους κατοίκους ήταν η αναπτέρωση του ηθικού τους. Ένας διαπρεπής ξένος, επίσημος και διεθνούς φήμης, ήλθε να ζήσει, να υποφέρει και να αγωνισθεί μαζί τους, σε αντίθεση με την υπολογιστική και μεροληπτική στάση των κυβερνήσεων των Μεγάλων Δυνάμεων.

Από τις πρώτες μέριμνες του Βύρωνα ήταν η λεπτομερής ενημέρωση του (σε γενικές γραμμές ήδη γνώριζε τα προβλήματα) και οργάνωση του Αγώνα. Συνομιλητές του, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Βρετανός Συνταγματάρχης Στάνχοπ, οι Έλληνες οπλαρχηγοί κ.α. Παράλληλα άρχισε τις επαφές του για τη επίτευξη ομόνοιας και συναινέσεως μεταξύ των διαφορετικών παρατάξεων που διάβρωναν τον Αγώνα και οδηγούσαν αναπόφευκτα σε εμφύλιο πόλεμο. Η προσπάθεια του αυτή ίσως ήταν η κυριότερη προσφορά του στην υπόθεση της Επανάστασης. Οι δυσκολίες μεγάλες, οι ανάγκες μεγαλύτερες.

Στην επίτευξη συγκλίσεως των αντιμαχόμενων μερίδων συνετέλεσε πολύ η οικονομική ενίσχυση των αγωνιζομένων από τον Βύρωνα. Σημαντικά ποσά, που θα επούλωναν, τουλάχιστον προσωρινά, τις τεράστιες ανάγκες των στρατιωτών και των ναυτών, διέθεσε ο Βύρων στους Έλληνες, άλλοτε υπό μορφήν δανείου, άλλοτε ως δωρεές. Έτσι μπόρεσε να αντιμετωπίσει την αγανάκτηση των πενομένων, που αδύναμοι και απρόθυμοι για αγώνα έμεναν ανενεργοί και περιφερόμενοι πολιτικολογούντες και μεμψιμοιρούντες παρά αγωνιζόμενοι.

Η ουδέτερη ιδιότητα του ξένου συναγωνιστή τους, ο οποίος δεν φαινόταν να επιδιώκει άμεσα προσωπικά οφέλη, όπως οι πολιτικοί και οι οπλαρχηγοί, συντελούσε αποφασιστικά στην αίσθηση εμπιστοσύνης και συνεννοήσεως, χωρίς βέβαια να αποφευχθούν εντελώς οι διχογνωμίες ή και οι αποσκιρτήσεις ακόμη. Τα γεγονότα αυτά στενοχωρούσαν ιδιαίτερα τον Βύρωνα, αλλά έδειχνε κατανόηση προϊδεασμένος για την εν γένει κατάσταση των Ελλήνων από το πρώτο του ταξίδι.

Αυτήν την όχι ευχάριστη κατάσταση ήθελε να βελτιώσει και με την οικονομική συνδρομή για τη λειτουργία ενός τυπογραφείου και την έκδοση από αυτό εφημερίδων που θα ενημέρωναν τους επαναστάτες για την πραγματική κατάσταση και θα τους ανέβαζαν το ηθικό και πνευματικό επίπεδο τους ή θα προορίζονταν για τους ξένους που θα τους κατατόπιζαν για τα πραγματικά γεγονότα και θα τους απομάκρυναν από την οργιάζουσα και ανεξέλεγκτη παραπληροφόρηση. Στο θέμα αυτό η θέση του Βύρωνα ήταν πιο ρεαλιστική από εκείνη του Στάνχοπ που υποστήριζε την απόλυτη ελευθερία του Τύπου. Η διάσταση απόψεων Βύρωνα και Στάνχοπ στο θέμα της ελευθεροτυπίας εκείνη τη χρονική στιγμή, μπορεί να έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον από άποψη ιστορίας των ιδεών, δεν δείχνει όμως πολιτικό ρεαλισμό στη σκέψη του στρατιωτικού Στάνχοπ. Ο Βύρων φαίνεται καλύτερος γνώστης και της ελληνικής πραγματικότητας και του ύψους των περιστάσεων.

Η ηρωική αντίληψη του Βύρωνα γίνεται πιο εμφανής στο θέμα της εκστρατείας κατά της Ναυπάκτου, στην οποία ηγείτο ο ίδιος. Σε δύο πράγματα θα πρέπει να επικεντρώσει κανείς το ενδιαφέρον του. Οι προσπάθειες του Βύρωνα και των συνεργατών του για την οργάνωση και την εκπαίδευση αξιόμαχου σώματος, που θα ήταν ικανό να δώσει μια νίκη με σημασία στους επαναστάτες, είναι το πρώτο. Το δεύτερο είναι η απόφαση του να ηγηθεί αυτοπροσώπως μιας τέτοιας ενέργειας, καθαρώς στρατιωτικής, για την οποία δεν είχε ούτε προσόντα ούτε πείρα. Ωστόσο, λόγω πολιτικής σκοπιμότητας και ψυχολογικής διαθέσεως επέβαλλαν μια παρόμοια απόφαση. Το φάσμα για έναν ηρωικό θάνατο τον δυνάστευε από καιρό, αλλά δεν επρόκειτο να πραγματοποιηθεί.

Η ήδη κλονισμένη υγεία του και οι τολμηρές ενέργειες του σε ένα κλίμα ανθυγιεινό τον οδήγησαν σε ασθένεια, για την οποία οι γιατροί του δεν είχα σαφή αντίληψη ούτε ομόθυμη θεραπευτική πρόταση. Ο λόρδος Βύρων παρέδωσε το πνεύμα του στις 9 Απριλίου 1824. Η εορτή της Λαμπρής μετατράπηκε σε ημέρα πένθους και θλίψεως. Μέσα σε λίγες μέρες το στήριγμα χάθηκε, οι προσδοκίες και τα όνειρα έσβησαν, οι προοπτικές άλλαξαν πορεία. «Δημόσιον πένθος θα τηρηθή επί είκοσι μίαν ημέρας» κατά την ανακοίνωση της Προσωρινής Κυβερνήσεως της Δυτικής Ελλάδος.

Πηγή: http://www.enet.gr

Ο Διονύσιος Σολωμός (1798-1857)

Ο Διονύσιος Σολωμός, ο εθνικός μας ποιητής γεννήθηκε το 1798 στη Ζάκυνθο. Ο πατέρας του δεν ήταν παντρεμένος με τη μητέρα του. Έτσι ο Διονύσιος και ο αδελφός του Δημήτρης θεωρούνται νόθοι. Την παραμονή του θανάτου, όμως, ο κόμης Νικόλαος Σολωμός νομιμοποίησε τα παιδιά του, αφού παντρεύτηκε την γυναίκα που τα γέννησε.

Ο Διονύσιος Σολωμός (1798-1857)
Ο Διονύσιος Σολωμός

Ο θάνατος του κόμη στέρησε από τον ποιητή την πατρική παρουσία, αλλά τον έκανε και κάτοχο μεγάλης περιουσίας. Έτσι το 1807 ο Διονύσιος Σολωμός πήγε μαζί με τον δάσκαλο του Σάντο Ρόσσι στη Βενετία για σπουδές. Γρήγορα, όμως, εκδήλωσε και την ποιητική του κλίση γράφοντας στίχους στα ιταλικά.

Ο Διονύσιος Σολωμός το 1818 γύρισε στην Ζάκυνθο και, καθώς ήταν επηρεασμένος από την ιταλική φιλολογία, συνέχισε να γράφει ποιήματα στην ιταλική γλώσσα. Το 1822 γνώρισε τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, ο οποίος τον παρότρυνε να γράψει και στην ελληνική, και μάλιστα στη δημοτική. Ο Σολωμός πείστηκε και άρχισε να διαβάζει τη δημοτική ποίηση και όλη τη μέχρι τότε ποιητική παραγωγή. Και μέσα σε μία εβδομάδα ο Διονύσιος Σολωμός είχε γράψει το πρώτο του ποίημα στα ελληνικά την «Ξανθούλα». Το ποίημα αυτό μελοποιήθηκε αμέσως από το λαό και τραγουδιόταν καθημερινά.

Από τότε ο Σολωμός αφιερώθηκε αποκλειστικά στη Λογοτεχνία. Δεν παντρεύτηκε και δεν δούλεψε ποτέ, αφού δεν είχε οικονομικές ανάγκες. Από το πρωί μέχρι το βράδυ η μοναδική του ενασχόληση ήταν το διάβασμα και το γράψιμο.

Το 1828 εγκατέλειψε τη Ζάκυνθο και εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα. Αυτό το κανε για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή τον επηρέασε η δίκη που είχε με τον αδελφό του για τα κληρονομικά ζητήματα. Δεύτερον, επειδή η πνευματική ζωή της Κέρκυρας βρισκόταν σε υψηλότερη στάθμη από αυτήν της Ζακύνθου, προσφέροντας του μεγαλύτερο πεδίο δράσης και λογοτεχνικής δημιουργίας.

Ωστόσο, η Κέρκυρα θα σταθεί αφορμή να αλλάξει ριζικά τρόπο ζωής. Στην Κέρκυρα βλέπουμε ένα Σολωμό αλλιώτικο, έναν Σολωμό που δεν έχει καμία σχέση με αυτόν της Ζακύνθου. Το άγχος και η έλλειψη της οικογενειακής θαλπωρής τον οδήγησαν στο ποτό. Η υγεία του άρχισε να κλονίζεται. Ο ποιητής στέκεται μπροστά στην κατάσταση που ο ίδιος δημιούργησε, ανίκανος να αντιδράσει.

Και τελικά στις 21 Φεβρουαρίου 1857 νικήθηκε από το χάρο, κλείνοντας για πάντα τα μάτια του στην Κέρκυρα. Η φήμη του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε τη μέρα του θανάτου του κηρύχτηκε δημόσιο πένθος.

Ο Σολωμός υπήρξε πολυγραφότατος. Ωστόσο, δεν άφησε πίσω του πολλά έργα, γιατί φιλοδοξούσε να πετύχει το τέλειο και το ιδανικό και από άποψη μορφής και από άποψη περιεχομένου. Σε αυτό μάλιστα οφείλεται και το γεγονός ότι άφησε και έργα ατελείωτα. Έγραφε και έσκιζε συνέχεια. Ήθελε πρώτα να είναι αυτός ευχαριστημένος από τα γραπτά και μετά οι άλλοι. Αυτό, όμως, ζημίωσε τη λογοτεχνία μας, που στερήθηκε τα σκισμένα έργα, γιατί ο Διονύσιος Σολωμός έκρινε τα έργα του με υπερβολική αυστηρότητα.

Τα έργα, όμως, που μας άφησε είναι πραγματικά αριστουργήματα. Πολεμώντας κάθε περιττό και ρητορικό σχήμα και επιδιώκοντας μέσα στους πυκνούς του στίχους να προβάλει με φως και διαύγεια εικόνες απλές, με σκοπό να πετύχει εναρμονισμένη έκφραση, ο Σολωμός παρουσίασε για πρώτη φορά δείγματα υπευθυνότητας και αισθητικής καλλιέργειας. Η συνολική λογοτεχνική παραγωγή του Σολωμού κρίθηκε από όλους ως πολύ αξιόλογη.

Ο Διονύσιος Σολωμός υπήρξε βάρδος της Αρετής και της Ελευθερίας, της οποιασδήποτε Ελευθερίας. Και στη ζωή του η Εθνική, η Ηθική και η Πνευματική Ελευθερία κατείχαν σπουδαία θέση. Στα τρία βασικά έργα του, «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», και «Διάλογος», αναφέρεται στο νόημα των τριών αυτών μορφών ελευθερίας. Αυτό, φυσικά, δεν είναι τυχαίο.

Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ο Διονύσιος Σολωμός δεν ήταν γεννημένος ποιητής. Αυτό φαίνεται καθαρά στα έργα του. Λυρικά, με αριστουργηματική ποιητική πνοή και λογοτεχνικό ύφος, κάνουν τους πάντες να τα ακούν και να τα διαβάζουν με δέος. Άλλωστε το «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» τον έγραψε σε ηλικία 25 ετών. Τα έργα του «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» και «Πορφύρας» έμειναν ατελείωτα, λόγω της τελειομανίας του Σολωμού.

Η καθολική αναγνώριση του Διονύσιου Σολωμού ήρθε μετά το θάνατο του. Το 1864, οι δύο πρώτες στροφές του «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» ορίστηκε ως ο Εθνικός Ύμνος της Ελλάδας και ο Διονύσιος Σολωμός ως ο εθνικός μας ποιητής. Λίγο αργότερα οι στροφές αυτές μελοποιήθηκαν από το Νικόλαο Μάντζαρο.

Το 1957, εκατό χρόνια από το θάνατο του, καθιερώθηκε επίσημα ως «Έτος Διονύσιου Σολωμού». Κατά το έτος αυτό έγιναν πανηγυρισμοί σε διάφορα φιλολογικά σωματεία της χώρας καθώς και στην Ακαδημία Αθηνών.

Ο Άγγελος Σικελιανός (1884-1951)

Ο Άγγελος Σικελιανός (Λευκάδα, 15 Μαρτίου 1884 – Αθήνα, 19 Ιουνίου 1951) ήταν ένας από τους μείζονες Έλληνες παραδοσιακούς ποιητές. Το έργο διακρίνεται από έντονο λυρισμό και ιδιαίτερο γλωσσικό πλούτο.

Ο Άγγελος Σικελιανός
Ο Άγγελος Σικελιανός

Ο Άγγελος Σικελιανός γεννήθηκε στη Λευκάδα. Ο πατέρας καταγόταν από την Κεφαλλονιά και η μητέρα του από τη Ήπειρο. Στη Λευκάδα τελείωσε το Γυμνάσιο και μετά πήγε στην Αθήνα να σπουδάσει νομικά χωρίς όμως να πάρει το πτυχίο του. Στα είκοσι του πηγαίνει στην Αφρική. Στη λυβική έρημο κατασκηνώνει και γράφει το μεγαλόπνοο ποίημα του ο «Αλαφροΐσκιωτος». Από το έργο αυτό προβάλλει έντονα η ρωμαλέα, η τιτανική μορφή του Σικελιανού. Από το λυβικό τοπίο υμνεί την ελληνική φύση γιατί εκεί του δίνεται μοναδικά το στοιχείο της αντίθεσης. Υμνεί τον ελληνικό χώρο και θα τον υμνεί όσο ζει, γιατί ο Σικελιανός στάθηκε ένας φανατικός πατριδολάτρης, ένας ελληνολάτρης ανεπανάληπτος, που πάλεψε και προσπάθησε να δώσει μέσα από το έργο του το υψηλό νόημα της ενότητας του ελληνισμού.

Ο Άγγελος Σικελιανός και η Δελφική Ιδέα

Ο Άγγελος Σικελιανός δεν λείπει από κανένα εθνικό προσκλητήριο. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους. Παράλληλα έγραφε ποιήματα και εμψύχωνε τους μαχόμενους. Αργότερα μαζί με τη σύζυγό του προσπαθεί να αναβιώσει την Δελφική Ιδέα. Θέλει να κάνει τους Δελφούς, όπως ήταν στην αρχαιότητα, κέντρο της Γης. Οι οραματισμοί του τον οδήγησαν στην ιδέα να ξαναζήσουν οι Αμφικτιονίες, ν’ αδελφώσει τους λαούς, να δημιουργήσει μια παγκόσμια συμφιλίωση. Οργανώνει τις «Δελφικές Εορτές» με αποκλειστικά δικά του έξοδα. Καλεί πνευματικούς ανθρώπους και καλλιτέχνες απ’ όλο τον κόσμο και εκεί στο αρχαίο θέατρο των Δελφών δίνονται παραστάσεις, αρχαίων τραγωδιών. Μαζεύονται καλλιτέχνες και κοινό απ’ όλο τον πολιτισμένο κόσμο. Οραματισμοί ανεδαφικοί αλλά οπωσδήποτε και για ένα διάστημα η Ελλάδα γίνεται το επίκεντρο των όπου Γης σκεπτόμενων ανθρώπων.

Ο Άγγελος Σικελιανός στάθηκε ένας μεγάλος μάστορας του στίχου, ένας γεννημένος μεγάλος ποιητής. Φωνή λυρική και ρωμαλέα, στίχος στιβαρός, λιτός και ξεκάθαρος, γλώσσα δημοτική. Τα θέματα του αγκαλιάζουν την πατρίδα, την έξοχη ελληνική φύση, την ιδέα της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας. Ο ποιητής με τη δεξιοτεχνία του άλλοτε χρησιμοποιεί παραδοσιακές και άλλοτε μοντέρνες ποιητικές φόρμες, πάντα όμως κινείται με την άνεση που του δίνει το πλούσιο, το πληθωρικό, το σπάνιο ταλέντο του. Γράφει και έμμετρες τραγωδίες. Και σε αυτές ο Σικελιανός κυριαρχείται από τη Δελφική Ιδέα, είναι αισιόδοξος, είναι οραματιστής, πιστεύει στην Ελλάδα. Δεν είναι επιδερμικός. Δεν είναι ρηχή η ποίηση του. Ο Σικελιανός φιλοσοφεί. Πολλές φορές γίνεται δύσκολος, αλλά παραμένει πάντα ο μεγάλος των ελληνικών γραμμάτων. Πέθανε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 1951.

Το έργο του Άγγελου Σικελιανού

  • «Αλαφροΐσκιωτος»
  • «Πρόλογος στη ζωή»
  • «Στίχοι»
  • «Το Πάσχα των Ελλήνων»
  • «Αντίδωρο»
  • «Λυρικός Βίος»
  • «Διθύραμβος του Ρόδου»
  • «Η Σίβυλλα»
  • «Ο Χριστός στη Ρώμη»
  • «Ο θάνατος του Διγενή»
  • «Ο Ασκληπιός»
  • «Η Δελφική Ιδέα»
  • «Η Δελφική Ένωση»

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι (1475-1564)

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι, (πλήρες όνομα Μικελάντζελο ντι Λοντοβίκο Μπουοναρότι Σιμόνι, Michelangelo di Lodovico Buonarroti Simoni, 6 Μαρτίου 1475 – 18 Φεβρουαρίου 1564), γνωστός περισσότερο απλά ως Μιχαήλ Άγγελος, ήταν Ιταλός γλύπτης, ζωγράφος, αρχιτέκτονας και ποιητής της Αναγέννησης, που άσκησε απαράμιλλη επίδραση στην ανάπτυξη της δυτικής τέχνης.

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι
Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι

Σήμερα αναγνωρίζεται ως ένας από τους σπουδαιότερους δημιουργούς στην ιστορία της τέχνης. Υπήρξε ο μοναδικός καλλιτέχνης της εποχής, του οποίου η βιογραφία εκδόθηκε πριν τον θάνατό του, στους Βίους του Τζόρτζιο Βαζάρι, ο οποίος επέλεξε να τον τοποθετήσει στην κορυφή των καλλιτεχνών, χρησιμοποιώντας για τον Μιχαήλ Άγγελο το προσωνύμιο ο θεϊκός (Il Divino). Στα δημοφιλέστερα έργα του ανήκουν οι νωπογραφίες που φιλοτέχνησε για το Παπικό παρεκκλήσιο του Βατικανού (Καπέλα Σιξτίνα), το άγαλμα του Δαβίδ και η Πιετά (Αποκαθήλωση) στην Βασιλική του Αγίου Πέτρου, στη Ρώμη.

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι
Δευτέρα Παρουσία, Καπέλα Σιξτίνα

Ο καλλιτέχνης και ο άνθρωπος Μιχαήλ Άγγελος

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι ήταν δοσμένος με πάθος στην τέχνη του, βλέποντας ότι το πιο δύσκολο πρόβλημα μπορούσε να το λύσει με ευκολία. Γιατί η φύση τον είχε εφοδιάσει με πνεύμα που εξασφάλιζε την ικανότητα του σχεδίου πέρα για πέρα. Για να τελειοποιηθεί σ’ αυτό, ασχολήθηκε διεξοδικά με την ανατομία, ανατέμνοντας ο ίδιος πολλά πτώματα για να ερευνήσει τις ενώσεις των ιστών, τους μυώνες, τα νεύρα, τις φλέβες και τις αρτηρίες, και τις διάφορες κινήσεις και θέσεις του ανθρώπινου σώματος. Επίσης καταπιάστηκε με τη μελέτη των ζώων, κυρίως των αλόγων. Οι εργασίες του με το πινέλο και τη σμίλη έμειναν ανεπανάληπτες. Προσέδιδε στα έργα του τόσο μεγάλη ομορφιά, χάρη και ζωντάνια που ξεπέρασε ακόμη και τους αρχαίους.

Η τέχνη του Μιχαήλ Άγγελου αναγνωρίστηκε ήδη ενόσω εκείνος ζούσε. Οι μεγάλοι Πάπες, ο Ιούλιος Β’, ο Λέων Ι’, ο Κλήμης Ζ’, ο Παύλος Γ’, ο Ιούλιος Γ’ και ο Πίος Ε’, ήθελαν να το έχουν πάντα κοντά τους. Το ίδιο και ο Τούρκος Σουλτάνος Σουλεϊμάν, ο Φραγκίσκος Βαλουά, ο βασιλιάς της Γαλλίας, ο αυτοκράτορας Κάρολος Ε’, ο δούκας Κόζιμο των Μεδίκων: όλοι προσφέρθηκαν να πληρώνουν τιμητικό μισθό για να συμμετέχουν στη δόξα του. Όλοι είχαν δει και αναγνωρίσει ότι σ’ αυτόν οι τρεις τέχνες είχαν φτάσει την τελειότητα.

Είχε μια τόσο δυναμική φαντασία, που τα χέρια του δεν μπορούσαν να μορφοποιήσουν τις μεγάλες και φοβερές σκέψεις που το πνεύμα συνελάμβανε ως ιδέες και πολλές φορές άφησε τα έργα μισοτελειωμένα ή κατέστρεψε πολλά. Ο Μιχαήλ Άγγελος αγαπούσε τη μοναξιά, γιατί πάρα πολύ δοθεί στην τέχνη του, η οποία θέλει ολόκληρο τον άνθρωπο που αφιερώνεται σ΄αυτήν και φτάνει να θεωρεί καθήκον του την αποφυγή της παρέας. Η τέχνη απαιτεί σκέψη, μοναξιά και άνεση και δεν αντέχει αντιπερισπασμούς.

Ο Μιχαήλ Άγγελος σαν καλός Χριστιανός αγαπούσε πολύ τις Άγιες Γραφές και ήταν θαυμαστής το Μοναχού Σαβοναρόλα. Αγαπούσε στο έπακρο την ανθρώπινη ομορφιά και προσπαθούσε να τη μιμηθεί στην τέχνη του επιλέγοντας ό,τι ωραιότερο από το ωραίο. Ήταν πολύ μετριοπαθής και του αρκούσε στα μεν νιάτα του λίγο ψωμί και κρασί, ενώ στα στερνά του έπαιρνε τα βράδια μετά τη δουλειά της ημέρας ένα απλό βραδινό. Αν και ήταν πλούσιος, ζούσε σαν φτωχός. Ποτέ ή σπάνια έτρωγε ένας φίλος μαζί του. Δεν δεχόταν δώρα από κανέναν, γιατί υποχρεωνόταν απέναντι στον δωρητή. Η μετριοπάθεια του συνέτεινε στο να χρειάζεται ελάχιστο ύπνο. Συχνά, σηκωνόταν τη νύχτα, όταν δε μπορούσε να ησυχάσει, για να δουλέψει με τη σμίλη. Γι’ αυτόν τον σκοπό είχε κατασκευάσει ένα χάρτινο σκούφο και στην κορυφή του είχε στερεώσει ένα κερί, ώστε να έχει φως οπουδήποτε κι αν εργαζόταν χωρίς να εμποδίζονται τα χέρια του.

Στα νιάτα του, κοιμόταν πολλές φορές ντυμένος, όταν, κουρασμένος από τη δουλειά, δεν είχε τη δύναμη να γδυθεί και να ντυθεί πάλι, όταν ξυπνούσε. Μερικοί τον θεωρούσαν τσιγκούνη, όμως κάτι τέτοιο δεν ισχύει, αφού απέδειξε κατά τη διάρκεια του βίου το του ακριβώς αντίθετο. Με χρήματα που πήρε από τον κόπο του αποκλειστικά βοήθησε πολλούς φτωχούς και πάντρεψε στα κρυφά πολλά κορίτσια.

Ο Μιχαήλ Άγγελος είχε μια πολύ καλή και πλατιά μνήμη. Χρειαζόταν να δει μόνο μια φορά τα έργα των άλλων, για να τα συγκρατήσει και κατά κάποιον τρόπο να τα χρησιμοποιήσει χωρίς κανείς να το καταλάβει. Επίσης ποτέ δεν έφτιαξε πότε κάτι όμοιο με άλλα έργα του. Θύμωνε με αυτούς που τον πρόσβαλαν. Ποτέ όμως δεν ήταν εκδικητικός, αντίθετα ήταν πολύ υπομονετικός και απλός στις συνήθειες του, στα λόγια του πολύ κατανοητός, απαντούσε πάντα με σοφία και σοβαρότητα και πολλές φορές έλεγε πράγματα περιεκτικά, αστεία ή και σκληρά.

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι
Πιετά (Αποκαθήλωση), Βασιλική του Αγίου Πέτρου, Ρώμη

Το τέλος του Μιχαήλ Άγγελου

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι άφησε την τελευταία του πνοή στις 18 Φεβρουαρίου του 1564. Ο Μιχαήλ Άγγελος κηδεύτηκε με μεγάλες τιμές και με συμμετοχή όλων των καλλιτεχνών, των φίλων της φλωρεντινής παροικίας, μπροστά στα μάτια ολόκληρης της Ρώμης, σε μια κρύπτη των Αγίων Αποστόλων, γιατί ο Πάπας είχε την πρόθεση να ταφεί στον Άγιο Πέτρο, σε ένα ιδιαίτερο μνημείο. Ο δούκας Κόζιμο των Μεδίκων επειδή δεν μπόρεσε να τον κερδίσει όσο ζούσε, ήθελα να μεταφέρει το νεκρό στη Φλωρεντία και να του αποδώσει μεγάλες τιμές με όλη τη προσήκουσα μεγαλοπρέπεια. Το πτώμα του Μιχαήλ Άγγελου το πήραν τυλιγμένο, για να μην γίνει θόρυβος στη Ρώμη και ματαιωθεί το εγχείρημα. Μετέφεραν το φέρετρο στην Αδελφότητα της Αναλήψεως της Θεοτόκου και το τοποθέτησαν κάτω από τον κεντρικό βωμό, χωρίς να κάνουν τίποτα. Τη νύχτα, γύρω στις δώδεκα, μαζεύτηκαν γύρω από το σκήνωμα. Ήθελαν να ό,τι έκαναν να γίνει αθόρυβα. Η είδηση όμως μεταπήδησε από το ένα στόμα στο άλλο και η εκκλησία πλημμύρισε από κόσμο. Τελικά ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι ετάφη στην Santa Croce, όπως ήταν και η επιθυμία του, αφού εκεί βρισκόταν και η κρύπτη των προγόνων του. Με εντολή του Κόζιμο των Μεδίκων ανεγέρθηκε μνημείο με τρία αγάλματα: της Ζωγραφικής, της Γλυπτικής και της Αρχιτεκτονικής.

Πηγή: Giorgio Vasari, Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, Στέλιος Λυδάκης, εκδ. ΚΑΝΑΚΗ