Ο Σημωνίδης ο Αμοργίνος (7ος αιώνας π.Χ)

Ο Σημωνίδης, σύγχρονος το Αρχίλοχου, έγραψε ελεγείες και ίαμβους. Πατρίδα του ήταν η Σάμος, αλλά επικράτησε να λέγεται Αμοργίνος επειδή πρωτοστάτησε στην ίδρυση μιας αποικίας στην Αμοργό, όπου και φαίνεται να εγκαταστάθηκε. Στα ποιήματα του ο Σημωνίδης βλέπει τον κόσμο με απαισιοδοξία και συγχρόνως τον σατιρίζει με σκοπό να διορθώσει όσα φαίνονται στραβά.

Ο Σημωνίδης ο Αμοργίνος
Ο Σημωνίδης ο Αμοργίνος

Ο Σημωνίδης γράφει

Οι χαρακτήρες των γυναικών

Απαξαρχής ο θεός, πολλώ λογιώ την έπλασε

την ψυχή της γυναίκας: άλλη απ΄την ορθότριχη

γουρούνα, κι είναι ανάκατα όλα μες στο σπίτι της,

στη λάσπη βουτηγμένα, κυλισμένα χάμω

κι αυτή της άλουστη και λεροφορεμένη

μες στις κοπριές καθήμενη όλο και παχαίνει.

Την άλλη από αλεπού την έπλασε πανούργα

ο θεός, κι όλα τα ξέρει, μήτε το κακό

της ξεφεύγει ποτέ μηδέ και το καλύτερο

κι έτσι που αλλάζει όλην την ώρα διάθεση,

μια έχει καλό και μια κακό στο στόμα της.

Την άλλη οι Ολύμπιοι θεοί την πλάσαν από χώμα

και στον άντρα της την έδωσαν βλαμμένη, τι ούτε

κακό κι ούτε κακό η γυναίκα αυτή κατέχει

η μόνη απ΄τις δουλειές που ξέρει είναι να τρώει.

Ακόμα κι αν ο θεός στείλει χιονιά, στο τζάκι,

το σκαμνί δε φέρνει πιο κοντά, κι ας τρέμει.

Η άλλη απ΄τη θάλασσα έγινε, διπρόσωπη,

γελάει την μιαν ημέρα κι είναι όλο χαρές,

κι όποιος τη δει στο σπίτι της την παίνεψε:

«Άλλη καλύτερη γυναίκα δεν υπάρχει

μέσα στον κόσμο, ουδέ και πιο όμορφη».

Την άλλη δε βαστιέται μήτε να τη δει

μηδέ σιμά να πάει κανείς, φρενιάζει

σαν άγρια σκύλα γύρω στα κουτάβια της

κι ή οχτρός ή φίλος μάτια να τη δει

κανείς δεν έχει, τόσο που ΄ναι αβάσταχτη.

Την άλλη από μαϊμού την έπλασε – κακό

το πιο τρανό που ο Δίας εχάρισε στους άντρες

πιο ασκημομούρα άλλη δεν έχει ο κόσμος όλος,

στους δρόμους σα γυρνάει, στα γέλια σκάζει.

Καλό δεν κάνει σε κανέναν, μονάχα

μέρα και νύχτα τούτο μόνο διαλογίζεται

σαν τι κακό να κάνει πιο μεγάλο.

Την άλλη από τη μέλισσα, χαρά στον άντρα

που πάρει! Η κατηγόρια μόνο αυτήν δεν πιάνει,

κι ανθεί το βιος τους και προκόβει απ΄ αφορμή της.

Κι ως αγαπιέται κι αγαπάει κι αυτή τον άντρα της,

γερνάει κι αφήνει σόι καλό και παινεμένο.

Μες στις γυναίκες όλες ξεχωρίζει πρώτη,

κι ολόγυρα της χάρη από θεού χυμένη.

Κι ουδέ που βρίσκει νοστιμιά να κάθεται

μ΄άλλες γυναίκες και να λέει παλιόλογα.

Απ΄τις γυναίκες που χαρίζει ο Δίας στους άνδρες

αυτές οι πιο καλές οι μυαλωμένες.

Ο Πίνδαρος (518π.Χ.-438π.Χ)

Ο Πίνδαρος γεννήθηκε στη Βοιωτία, στην κώμη Κυνός Κεφαλές, σπούδασε στην Αθήνα και έζησε στη Θήβα. Είναι ο κορυφαίος δημιουργός της χορικής ποίησης, της οποίας καλλιέργησε όλα τα είδη. Είναι ο μοναδικός λυρικός ποιητής που η παράδοση έσωσε μεγάλο μέρος του έργου του. Η ποίηση του χαρακτηρίζεται από εκθαμβωτικές μεταφορές, εκφραστικότατες περιφράσεις και λεξιλόγιο προσωπικό που καταπλήσσει. Την πανελλήνια φήμη του τη χρωστά κυρίως στους επινίκους του, χορικά άσματα που αφιέρωσε στους νικητές των πανελληνίων αθλητικών αγώνων: η νίκη τους γιορταζόταν από έναν ομαδικό χορό στην πατρίδα τους, που τον οργάνωνε συνήθως ο Πίνδαρος, ύστερ από παραγγελία τις πιο πολλές φορές, με ποιητικό λόγο, μουσική, ρυθμό, χορευτικό βηματισμό.

Το θαυμασμό που έτρεφε ο αρχαίος κόσμος για το έργο του τον διατυπώνει επιγραμματικά ο Λατίνος ποιητής Οράτιος: «Όποιος βάζει στο νου του να ξεπεράσει τον Πίνδαρο, στηρίζεται σε κεροκόλλητα φτερά, φτιαγμένα από το Δαίδαλο. Η μοίρα του είναι να δώσει το όνομά του σε πέλαγο με διάφανα νερά».

Ο Πίνδαρος
Ο Πίνδαρος

Ο Πίνδαρος γράφει

Διθύραμβος Για τους Αθηναίους

Ολύμπιοι, ρίχτε στο χορό επάνω τη ματιά σας

και την τρισδοξασμένη σας τη χάρη στέλνετε του.

Θεοί, που τριγυρίζετε μέσα στην άγια Αθήνα,

και μες στο πολυσύχναστο και μοσκοβολισμένο,

της πολιτείας αφάλι,

στην αγορά την ξακουστή κι ομορφοστολισμένη,

θυσίαν από ανοιξιάτικα μενεξεδοπλεγμένα

στεφάνια, θεοί, δεχτείτε.

Κι ύστερα από τον Ουρανό, χαρούμενοι σαν πάτε,

ρίξετε πάλι τη ματιά σ΄ εμέ και στο τραγούδι,

για τον κισσοστέφανο θεό, που εμείς οι άνθρωποι

τον κράζουμε Ξεφωνητή και Θορυβογεννήτη.

Του υπέρμαχου πατέρα

το γιο κι απ΄τις Καδμίτισσες γυναίκες τη Σεμέλη

ομορφοτραγουδάμε .

Δεν το ξεχνάει ο ποιητής ν΄αρχίσει το τραγούδι

άμα οι κοκκινοφόρες

ώρες τη μοσχομύριστη την άνοιξη μας φέρνουν,

όταν τ΄ωραίο παλάτι τους ανοίξει. Τότε θεία

λουλούδια στην αθάνατη τη γη τότε φυτρώνουν

και μενεξέδων όμορφα μπουκέτα, τότε σμίγουν

με τα μαλλιά τα ρόδα.

Αρχίστε τα γλυκόλογα τραγούδια με φλογέρες1

Χοροί, τη σγουρομάλλινη Σεμέλη τραγουδάτε!

Ο Τυρταίος (7ος αιώνας π.Χ.)

Ο Τυρταίος έζησε τον 7ο αιώνα π.Χ. Κάποια παράδοση έλεγε πως καταγόταν από τις Αφίδνες της Αττικής και ότι οι Αθηναίοι, σύμφωνα με κάποιο χρησμό του μαντείου των Δελφών, τον είχαν στείλει στην Σπάρτη, για να εμψυχώσει τους Σπαρτιάτες που χρειάζονταν στρατηγό στην εποχή του δύσκολου για τη Σπάρτη Β΄Μεσσηνιακού πολέμου (640π.Χ.-620π.Χ.). Είναι όμως σχεδόν βέβαιο πως ο Τυρταίος ήταν Σπαρτιάτης, και μάλιστα όχι μόνο ποιητής αλλά ίσως και στρατηγός των Λακεδαιμονίων κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου. Στο ελεγειακό ποιητικό του έργο συγκαταλέγεται το ποίημα του οι «Υποθήκες», δηλαδή συμβουλευτικά ποιήματα. Ακόμη είχε συνθέσει και εμβατήρια, δηλαδή πολεμικά τραγούδια.

Ο Τυρταίος
Ο Τυρταίος

Ο Τυρταίος γράφει

Υποθήκη

Δε λογαριάζω ουδέ αψηφώ κανένα των ανθρώπων

εγώ για τάχος των ποδιών ή δυναμοχεριά,

κι αν έχει την κορμοστασιά και τη γροθιά Κυκλώπων

μα κι αν νικά στο τρέξιμο της Θράκης το Βοριά,

κι αν έχει από τον Τιθωνό πιότερα τούτος κάλλη,

κι από τον Μίδα τον πολύ πιο πλούσιος να γενεί,

και να ξεπερνά τον Πέλοπα στην αρχοντιά την άλλη

και αν έχει τη γλυκόλαλη τ΄ Αδράστου τη φωνή

και αν έχει πάσα χάρη του, χωρίς λεβεντιά να ΄χει!

γιατ΄ άνδρας τούτος δεν είναι -του κάκου- αν δε μπορεί να

τους ματωμένους σκοτωμούς να βλέπει μες στη μάχη

και στον εχθρό όλο πιο κοντά να πάει και να βαρεί.

Ναι, τούτη είν΄ παλικαριά, τ΄ατίμητο στεφάνι,

π΄αξίζει πρώτα να φορεί στον κόσμο κάθε νιος

γιατί και της πατρίδας του και όλων καλό θα κάνει

σαν προσπερνά από τες γραμμές και μπαίνει ομπρός ομπρός

και ντροπιασμένο τι θα πει φευγιό μηδέ το ξέρει

και όλη του βάλει την ψυχή εκεί και τον θυμό

και δίνει του συντρόφου του θάρρος πολύ και χέρι,

αυτός είναι στον πόλεμο ο άνδρας που τιμώ!

Των αντιμάχων γρήγορα τπυς λόχους θα σκορπίσει,

αυτός της μάχης σταματά το κύμα, την ορμή.

Και πάλι όποιος ανάμεσα στους πρώτους ξεψυχήσει,

καμάρι της πατρίδας του και των γονιών τιμή,

με κάμποσες λαβωματιές στα στήθη τα πανώρια

ή με πληγές στη μέση τπυ μπροστά -μόνο μπροστά!-

τούτον μαζί μοιρολογούν και γέροντες κι αγόρια

και το χωριό του ολάκερο τη θλίψη του βαστά

και ο τάφος του πασίγνωστος, καθώς και τα παιδιά του

και των παιδιών του τα παιδιά και όλη η γενιά μαζί

κι η δόξα δεν ξεγράφεται ποτές ή τ΄όνομα του

και μες στο χώμα γίνεται αθάνατος και ζει

εκείνος που σαν πολεμά και μάχεται και στέκει,

για την πατρίδα, τα παιδιά σαν άνδρας σκοτωθεί!

Αν γλιτώσει το βαρύ του χάρου το πελέκι

και πάρει νίκης ζηλευτής τιμή με το σπαθί,

χαρά του! όλοι τον ΄παινούν, ίδια και νιοι και γέροι

και με πολλά φθάνει καλά την ώρα της θανής.

Όσο γερνάει και πιο πολύ ο κόσμος τόνε ξέρει

κανένας δεν τον αδικεί, δεν τον φθονάει κανείς,

καθένας προσηκώνεται να του παραχωρήσει

την πρώτη θέση, ως κι οι πιο παλαιοί και διαλεχτοί.

Το λοιπόν τούτη την τιμή ν΄αξιωθεί αν πασχίσει

κάθε άνδρας, κι από πόλεμο ποτέ μην τραβηχτεί.

Ο Αρχίλοχος (680π.Χ.-640π.Χ.)

Ο Αρχίλοχος στάθηκε ο δημιουργός και ο κορυφαίος εκπρόσωπος της ιαμβικής ποίησης. Τα θέματα του, εμπνευσμένα από τη γύρω ζωή του και το παρόν, τράβηξαν την προσοχή των συγχρόνων το, που ως τότε πρόσεχαν τις επιβλητικές περιγραφές από πολέμους και κατορθώματα βασιλιάδων. Η ζωή του στάθηκε μυθιστορηματική.

Ο Αρχίλοχος
Ο Αρχίλοχος

Πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στην Πάρο, μετά, σπρωγμένος από τη φτώχεια, ακολούθησε τον πατέρα του στην παριανή αποικία της Θάσου, αλλά και εκεί τα πράγματα δεν πήγαν καλά. Η αποικία μπλέχτηκε σε πόλεμο με τους Σαΐους της αντικρινής θρακικής ακτής και ο Αρχίλοχος πολεμώντας σε κάποια μάχη κινδύνεψε να σκοτωθεί και σώθηκε τρέχοντας ρίχνοντας προηγουμένως την ασπίδα του.

Αργότερα επιστρέφει στη Πάρο, μνηστεύεται τη Νεοβούλη, κόρη του Λυκάμβη, αλλά ο πεθερός του μετανιώνει και δίνει τη Νεοβούλη σε άλλον. Τότε ο ποιητής εκδικείται με τους πιο δηκτικούς ιάμβους του, που όπως λέει η παράδοση, έκαναν τον Λυκάμβη και τις κόρες του να κρεμαστούν από την ντροπή τους. Το υπόλοιπο της σύντομης ζωής του το έζησε ως μισθοφόρος ή ως πειρατής, ώσπου σκοτώθηκε σε μια μάχη στη Νάξο.

Ο Αρχίλοχος γράφει

Χαμός του γαμπρού

Την πολυστέναχτη θλίψη κανείς, ή πολίτης ή η πόλη,

δεν κατακρίνει, μακριά τα φαγοπότια, ακριβοί

ήταν αυτοί, Περικλή, που πολύβοου πελάγου το κύμα

έπνιξε, ο πόνος βαριά μας τυραννά την καρδιά.

Μα, αγαπητέ μου, οι θεοί για τ΄αγιάτρευτα βάσανα πάλι

έχουνε βρει γιατρικό: καρτερική υπομονή.

Η συμφορά μια τον έναν χτυπά μια τον άλλον, τώρα

ήρθε σ΄εμάς, για πληγή βογκούμε, ναι, αιματηρή,

μα θα περάσει και σ΄άλλους αργότερα, μπρος, τη γυναικεία

θλίψη πετάξτε λοιπόν, σφίξτε γερά την καρδιά.

Κουράγιο

Ψυχή, ψυχή, που δύσκολες σε συνταράζουν έγνοιες,

ορθώσου και γυρίζοντας προς τους εχθρούς το στήθος

υπερασπίσου, αφού γερά τη θέση σου κρατήσεις

μες στα καρτέρια των εχθρών. Κι ανίσως και νικήσεις

να μην καυχιέσαι φανερά, μήτε να κλαις στο σπίτι,

πέφτοντας χάμου αν νικηθείς. Παρά να χαίρεις λίγο

για τις χαρές και στα κακά να μην πολυλυπάσαι.

Και ξέρε τους ανθρώπους ποιος ρυθμός τους κυβερνάει.

Σόλων, ο ποιητής (639π.Χ.-559π.Χ.)

Ο Σόλων δε στάθηκε μόνο ο μεγάλος πολιτικός και νομοθέτης, αλλά και ο πρώτος Αθηναίος ποιητής. Την ποίηση του χρησιμοποίησε περισσότερο για να διατυπώσει τις πολιτικές του σκέψεις, όπως οι μεταγενέστεροι του πολιτικοί δημοσίευαν τους ρητορικούς λόγους τους. Αποσπάσματα από το έργο του Σόλωνα εκφράζουν τις σκέψεις του για τη ζωή και τη μοίρα του ανθρώπου. Ο Σόλων παροτρύνει τους πολίτες σε ομόνοια και νομιμοφροσύνη, ενώ σε άλλα ποιήματα ο νομοθέτης λογοδοτεί για το έργο του ή απαντά σε επικρίσεις.

Ο Σόλων
Ο Σόλων

Ο Σόλων γράφει

Ευνομία

Τούτα η ψυχή μου να τα πω μου λέει στους Αθηναίους:

Μύριες στην πόλη συμφορές η ανομία γεννάει,

ενώ όμορφα όλα κι εύτακτα η ευνομία τα κάνει

και των αδίκων και κακών δένει συχνά τα χέρια.

Τ΄ άγρια γλυκαίνει, σταματάει τον κόρο, ταπεινώνει

τον άνομο, και τους βλαστούς ξεραίνει της κακίας,

βρίσκει που κρύβεται άδικο, την περηφάνια ρίχνει,

πνίγει, την κάθε εξέγερση, πνίγει και της διχόνοιας,

της αγριεμένης την οργή, και με τη δύναμη της,

στον κόσμο είν΄ όλα γαληνά και φρόνιμα και τέλεια.

Η πόλη και οι Τύραννοι

Από ένα σύννεφο πέφτει με ορμή και χαλάζι και χιόνι,

απ΄ αστραψιά λαμπερή ξάφνω ξεσπά μια βροντή,

έτσι χαλιέται απ΄ ανθρώπους τρανούς ένα κράτος, και πέφτει

απ΄ αμυαλιά του ο λαός σ΄ ενός μονάρχη σκλαβιά

όταν πολύ θα υψωθεί, δεν είν΄ εύκολο πια να τον ρίξεις

πρέπει απ΄ την πρώτη στιγμή να ΄χουμε σε όλα το νου.

Από δική μας δειλία κι αμυαλιά σας χτυπούν οι φουρτούνες

όχι μομφές στους θεούς δεν είναι φταίχτες εσείς

οι ίδιοι αρματώσανε τούτους εδώ και τρανέψανε τόσο

έτσι, απ΄ αυτά, στην πικρή πέσατε τώρα σκλαβιά

ίδια αλεπού πονηρή περπατάει ο καθένας σας χώρια

μα όλοι σαν πάτε μαζί, τότε σας πιάνει αμυαλιά

οι γαλιφιές σας πλανεύουν και δίνετε πίστη στα λόγια

όμως καμιά προσοχή στα έργα δε δίνετε εσείς.

Το έργο του νομοθέτη

Σαν ποιο άφησα στη μέση απ΄ όσα μ΄ έκαναν

να συγκαλέσω το λαό σε σύναξη;

Μπρος στου Καιρού το δικαστήριο μάρτυρα

άριστον έχω την τρανή μητέρα εγώ

των θεών του Ολύμπου, τούτη δω τη μαύρη Γη

που πάνωθε της πέτρες σήκωσα πολλές,

χρεών σημάδια, σκλάβα πρώτα αυτή ήτανε

και τώρα λεύτερη είναι. Κι Αθηναίους πολλούς

που δίκια ή άδικα έχουν πουληθεί μακριά,

στη θεόχτιστη πατρίδα τους ξανάφερα,

άλλοι, που χρέη αβάσταχτα τους πιέζανε,

μόνοι είχαν φύγει και, γυρνώντας δω κι εκεί,

την αττική τους γλώσσα είχαν ξεχάσει πια,

κι απ΄ της σκλαβιάς άλλοι υποφέραν την ντροπή

εδώ στον τόπο, μπρος στο αγρίεμα τρέμοντας

των αφεντάδων. Όλους τους λευτέρωσα.

Και βία μαζί και δίκιο συνταιριάζοντας

τα ΄φερα τούτα εγώ ως την άκρη δυνατά,

έτσι όπως είχα τάξει. Νόμους όρισα

ίδιους για τους μεγάλους και για τους μικρούς

το δίκιο δρόμο στον καθένα δείχνοντας.

Αν τη βουκέντρα κάποιος άλλος έπιανε,

άνθρωπος φιλοχρήματος, κακόβουλος,

αντίς για με, το λαό δε θα τον δάμαζε,

γιατί αν παραδεχόμουν όσα θ΄ άρεσε

σ΄ αυτούς εδώ να πάθουνε οι αντίπαλοι

κι όσα για τούτους βάζαν οι άλλοι με το νου,

η πόλη απ΄ άντρες πλήθος θα ΄μενε ορφανή.

Γι΄ αυτό άμυνα κρατούσα απ΄όλες τις μεριές,

λύκος ζωσμένος από σκυλολόι πυκνό.

Και στο λαό εγώ λέω, αν πρέπει να τα πω

έξω απ΄ τα δόντια: αυτά που τώρα απόχτησαν

ούτε και στ΄ όνειρο τους δεν θα το ΄βλεπαν.

Όσο για τους μεγάλους και τους δυνατούς,

πρέπει να με δοξάζουν και να μ΄ αγαπούν,

τ΄ αξίωμα τούτο αν κάποιος άλλος το ΄παιρνε,

να συγκρατήσει δε θα μπόρειε το λαό

και δε θα σταματούσε, ώσπου, ταράζοντας

το γάλα, θα ΄βγαζε όλο το καϊμάκι του,

εγώ όμως μες στη μέση στάθηκα των δυο

μερίδων σύνορο τους.

Για τον Σόλωνα διαβάστε ακόμη: Ο Σόλων, ο Κροίσος και το βήμα της χήνας

Αχαρνής

Οι Αχαρνής, κωμωδία του Αριστοφάνη, έχουν πρωταγωνιστή τον Δικαιόπολι. Ο Δικαιόπολις απελπισμένος από τις κακουχίες και τις στερήσεις του πολέμου, εν προκειμένω του Πελοποννησιακού, αποφασίζει να υπογράψει μόνος του ειρήνη με τους Σπαρτιάτες. Στην αρχή παρουσιάζεται να διεκτραγωδεί τα δεινά του πολέμου. Στη συνέχεια ενώ περιμένει τον απεσταλμένο του από τη Σπάρτη παρακολουθεί μια συνεδρίαση της Εκκλησίας του Δήμου, όπου έρχονται σε συζήτηση τα πιο άσχετα θέματα και ανεβαίνουν στο βήμα οι πιο αλλοπρόσαλλοι ομιλητές. Επιτέλους αναγγέλλεται η αποδοχή της ειρήνης, που πρότεινε στους Λακεδαιμόνιους και ο Δικαιόπολις ετοιμάζεται να γιορτάσει το μεγάλο γεγονός.

Τη στιγμή όμως εκείνη ορμά επιθετικός ο χορός από Αχαρνιώτες καρβουνιάρηδες που έχουν όφελος από τη συνέχιση του πολέμου. Γιαν κερδίσει τη συμπάθεια τους ο Δικαιόπολις δανείζεται τα κουρέλια ενός ήρωα του Ευριπίδη. Οι μισοί πείθονται, ενώ οι άλλοι μισοί ζητούν την βοήθεια του στρατηγού Λάμαχου, που ετοιμάζεται για τη μάχη. Ο Δικαιόπολις έρχεται αντιμέτωπος με τις αντιδράσεις διαφόρων ατόμων απέναντι στην ειρήνη του: ενός κακόμοιρου Μεγαρίτη, που έρχεται να πουλήσει τις κόρες του για γουρουνόπουλα, ενός συκοφάντη καιροσκόπου, που γυρεύει να επωφεληθεί από την καινούργια κατάσταση, ενός Βοιωτού, που θέλει να συνεχίσει να εμπορεύεται «εν ειρήνη» όπως και «εν πολέμω» και τώρα φέρνει εκλεκτά εδέσματα για τον εορτασμό της ειρήνης. Το έργο κλείνει με έναν ευρηματικό αντιθετικό διάλογο ανάμεσα στον Λάμαχο, που γυρίζει πληγωμένος από τη μάχη, και στον Δικαιόπολι, που εμφανίζεται αγκαλιασμένος με δύο όμορφες εταίρες.

Αχαρνής

Αχαρνής

……………………………………………………………………………………

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Αχ, πόση ο έρημος σκορδαλιά έχω χάσει. Μα να ο Αμφίθεος γυρίζει από τη Σπάρτη. Χαίρε, Αμφίθεε!

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Μένα μου λές! Στάσου ν’ ανασάνω απ’ την τρεχάλα πρώτα. Οι Αχαρνιώτες με κυνηγούν και τρέχω να ξεφύγω.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Και τι συμβαίνει;

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Εγώ, βαστώντας τη συνθήκη ειρήνης για σένα ερχόμουνα γοργά, αλλά κάποιοι γέροντες Αχαρνής με μυριστήκαν, ξερακιανοί, σκληροί σαν το πουρνάρι, σαν ξύλο από σφεντάμι, κοτσωνάτοι, πολεμιστές παλιοί του Μαραθώνα. Μου βάλαν τις φωνές: «Άτιμε, φέρνεις συνθήκη ειρήνης τώρα που έχουμε κόψει τα αμπέλια μας;». Και γέμισαν με πέτρες τους κόρφους τους, εγώ όπου φύγει φύγει, κι αυτοί με πήραν καταπόδι με φωνάρες.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Δε πα να σκούζουν; Έχεις τη συνθήκη;

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Αμέ, τριών λογιών σου φέρνω. Τούτη είναι πεντάχρονη, δοκίμασε την.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Πουφ!

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Πώς είναι;

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Δε μου αρέσει αυτή, βρωμοκοπάει, κατράμι, καραβιών ετοιμασίες.

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Δοκίμασε απ’ αυτήν. Δεκάχρονη είναι.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Τούτη βρωμάει ξινίλες, συζητήσεις με συμμάχους, πρεσβείες και χασομέρι.

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Για δες αυτή, τριάντα χρόνια ειρήνη σου υπόσχεται, στεριάς και του πελάγου.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Ωχ! Διονύσια, αυτή αμβροσία και νέκταρ μοσχομυρίζει, άμα την πιεις, δεν λέει «κάνε προμήθεια για τρεις ημέρες», παρά σου κράζει «άντε όπου γουστάρεις». Λοιπόν, αυτή διαλέγω, συμφωνώ, την πίνω, κι ας πάνε να βουρλιστούν οι Αχαρνιώτες. Απ’ του πολέμου εγώ λευτερωμένος τα βάσανα, θα πάω να γιορτάσω τα αγροτικά Διονύσια στα χωράφια.

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Φεύγω κι εγώ, μη μ’ έβρουν οι Αχαρνιώτες.

…………………………………………………………………………………….

Αριστοφάνης

Ο Αριστοφάνης (452π.Χ.-388π.Χ.)

Ο Αριστοφάνης, ο κωμικός αυτός ποιητής, γεννήθηκε το 452 ή 455π.Χ. στα πιο λαμπρά και πιο ειρηνικά χρόνια της Αθήνας, τον καιρό του Περικλή. Η επαφή του αφ’ ενός με τον Όμηρο, τον Ησίοδο, την χορική, τη λυρική και τη δραματική ποίηση και αφ’ ετέρου η παρατήρηση των σύγχρονων κοινωνικών δρώμενων και της ζωής των απλών Αθηναίων σφράγισαν την προσωπικότητα του και την ποιητική του φυσιογνωμία. Στα έργα του παρελαύνουν σημαντικοί άνδρες Αθηναίοι, όπως ο Ευριπίδης, ο Σωκράτης, ο Κλέων. Επίσης αποτυπώνονται γεγονότα και καταστάσεις που σημάδεψαν το κλεινόν άστυ.

Ο Αριστοφάνης
Ο Αριστοφάνης

Φαίνεται ότι ανήκε στην τάξη των μικροκτηματιών και μικροτεχνιτών, και ένιωσε αμεσότερα από οποιονδήποτε άλλον την φθορά που προξένησε ο Πελοποννησιακός πόλεμος. Απέδιδε τις συμφορές που είχαν βρει την Αθήνα στους πολεμοκάπηλους ιθύνοντες του κράτους, που άλλο δεν τους ενδιέφερε από το να μείνουν στην εξουσία ακόμα και σε βάρος της ειρήνης και της ευημερίας του κράτους. Οι απλοί όμως άνθρωποι ανησυχούσαν ιδιαίτερα για την ηθική παρακμή της εποχής τους, την οποία απέδιδαν στις ανατρεπτικές ιδέες των φιλοσόφων. Νοσταλγούσαν τα παλαιότερα χρόνια, όταν όλα έμοιαζαν πιο σταθερά και οι άνθρωποι έδειχναν σεβασμό στις ηθικές αξίες. Επιφανειακά δέχονταν την δημοκρατία, κατά βάθος όμως την απέρριπταν, εφόσον ήταν αδύνατον να ανεχθούν τις σύμφυτες αδυναμίες της. Θα προτιμούσαν την επιστροφή στην εποχή των μαραθωνομάχων, όταν τόσο η διακυβέρνηση του κράτους, όσο και η νοοτροπία των ανθρώπων διέπονταν από αναμφισβήτητους ηθικούς νόμους.

Ο Αριστοφάνης εμφανίζεται στα έργα του ως άνθρωπος συντηρητικών αντιλήψεων, ένθερμος και ειλικρινής θιασώτης της ειρήνης. Η εξαιρετική ευρηματική του σάτιρα στρέφεται εναντίον όλων εκείνων που επιχειρούν να αλλοιώσουν την εικόνα ενός ήρεμου κόσμου, όπως τον ονειρευόταν ο μέσος Αθηναίος πολίτης. Καυτηριάζει και σατιρίζει τους στρατιωτικούς, π.χ. το Λάμαχο, που άλλο δεν επιζητούν παρά τον πόλεμο, του τολμηρούς πολιτικούς, π.χ. τον Κλέωνα, που παρασύρουν τους πολλούς σε επικίνδυνα μονοπάτια, τους σοφιστές, αντιπρόσωπο των οποίων θεωρεί των Σωκράτη, που δίδασκαν μεθόδους πειθούς, κα όχι τρόπους αναζήτησης της αλήθειας, τους δραματουργούς, π.χ. τον Ευριπίδη που έριχναν άπλετο φως σε άγνωστες περιοχές της ανθρώπινης ψυχής και κλόνιζαν καθιερωμένες αξίες.

Εναντίον όλων αυτών υψώνει το ανάστημα του ο αριστοφανικός απλός Αθηναίος, ένας μικροαστός, που παλεύει να προβάλει, με όσες δυνάμεις διαθέτει, τα δικά του αιτήματα. Όταν δεν καταφέρνει να πείσει, τότε καταφεύγει στον κόσμο του φανταστικού, όπου όλα τα προβλήματα μπορούν να λυθούν, όπως εκείνος θέλει.

Ο Αριστοφάνης πέθανε το 388π.Χ. λίγο μετά την παράσταση της κωμωδίας του Πλούτος.

Ο Αριστοφάνης, σύμφωνα με την παράδοση, έγραψε συνολικά 44 κωμωδίες, από τις οποίες σώζονται ακέραιες οι εξής 11: Αχαρνής, Ιππής, Νεφάλαι, Σφήκες, Ειρήνη, Όρνιθες, Θεσμοφοριάζουσαι, Λυσιστράτη, Βάτραχοι, Εκκλησιάζουσαι και Πλούτος.

Ο Ευριπίδης (480π.Χ.-406π.Χ.)

Ο Ευριπίδης καταγόταν από τη Φλύα, δήμο της Κεκροπίδας φυλής της Αθήνας. Σύμφωνα με κάποια παράδοση γεννήθηκε την ημέρα της ναυμαχία της Σαλαμίνας, πράγμα που τον συνδέει με τον Αισχύλο, που πολέμησε σε αυτή τη ναυμαχία, και με τον Σοφοκλή, που πρωτοστάτησε σε χορό εφήβων κατά τα επινίκια της. Αυτή η ημερομηνία όμως δεν έχει επιβεβαιωθεί.

 Ο Ευριπίδης
Ο Ευριπίδης

Ο Ευριπίδης ανήκει σε μια γενιά που ό,τι ήξερε για τα ηρωικά χρόνια των περσικών πολέμων προερχόταν από τις διηγήσεις των πατέρων τους. Η οικογένεια του δεν ήταν επιφανής ούτε πλούσια. Ο πατέρας το ονομαζόταν Μνήσαρχος και η μητέρα του Κλειτώ, την οποία χλευάζει ο Αριστοφάνης ως μανάβισσα. Πρόκειται όμως για υπερβολές του κωμικού ποιητή, γιατί, όπως μας παραδίδεται, ο Ευριπίδης είχε επιμελημένη αγωγή, γι’ αυτό και έγινε χορευτής και λαμπαδηδρόμος του Ζωστηρίου Απόλλωνα. Σύμφωνα με κάποιο χρησμό, που πήρε ο πατέρας του, ο Ευριπίδης επρόκειτο να νικήσει σε στεφανηφόρους αγώνες. Γι’ αυτό ασκήθηκε στο παγκράτιο και στην πάλη και νίκησε σε γυμναστικούς αγώνες των Παναθηναίων.

Γρήγορα όμως απαρνήθηκε τον αθλητισμό και επιδόθηκε στη φιλοσοφία και την ποίηση. Μελέτησε συγγράμματα φιλοσόφων, όπως του Δημόκριτου, του Ηράκλειτου και γενικά των αρχαίων συγγραφέων και ποιητών. Ο Ευριπίδης δεν αναμείχθηκε ενεργά στην πολιτική, αλλά ανέπτυξε τις πολιτικές του πεποιθήσεις στο θέατρο. Ο Αισχύλος πολέμησε με τα όπλα για την πόλη, ο Σοφοκλής ανέλαβε υψηλά αξιώματα, ενώ ο Ευριπίδης δεν τάχθηκε στην υπηρεσία της με κανένα τέτοιο τρόπο. Πρότυπο του ήταν η τάξη και η σωφροσύνη στην πολιτική ζωή, γι’ αυτό και κατακρίνει την οχλοκρατία που λυμαινόταν την Αθήνα, καταφέρεται με σφοδρότητα εναντίον των δημαγωγών, που παρασύρουν το πλήθος στην καταστροφή. Μέμφεται όμως εξίσου και τους ολιγαρχικούς και πλούσιους και κατακρίνει την αλαζονεία τους.

Ο ιδιωτικός βίος του Ευριπίδη ήταν άτυχος. Απέτυχε και στους δύο γάμους του, στον πρώτο με την Χοιρίνη και στο δεύτερο με τη Μελιτώ. Απέκτησε τρία παιδιά με την πρώτη του σύζυγο, τον Μνησαρχίδη, έμπορο, τον Μνησίλοχο, υποκριτή (ηθοποιό) και τον Ευριπίδη, που παρουσίαζε κάποια από τα δράματα του πατέρα του ύστερα από το θάνατο του. Ο Ευριπίδης πέρασε τον περισσότερο χρόνο της ζωής του στην Αθήνα, αλλά τα τελευταία χρόνια εγκαταστάθηκε στη Μακεδονία, προσκεκλημένος του βασιλιά Αρχέλαου, που φιλοξενούσε πολλούς ποιητές, λόγιους και καλλιτέχνες στην Πέλλα για να λαμπρύνει την αυλή του. Ο Αρχέλαος τον τίμησε ιδιαίτερα. Ο Ευριπίδης για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του για τη φιλοξενία έγραψε το έργο Αρχέλαος, στο οποίο εγκωμίαζε τον Ηρακλείδη βασιλιά ως ιδρυτή της Μακεδονικής Δυναστείας. Δεν πρόλαβε, όμως, ούτε να παρουσιάσει το έργο του, ούτε να γυρίσει στην πατρίδα του, γιατί πέθανε ξαφνικά το 406π.Χ.

Ο Αρχέλαος πένθησε το θάνατο του ποιητή. Οι Αθηναίοι του ζήτησαν να μεταφέρουν στην πατρίδα του τα οστά του Ευριπίδη, αλλά ο Αρχέλαος αρνήθηκε. Τότε οι Αθηναίοι έφτιαξαν κενοτάφιο. Αργότερα με πρόταση του Λυκούργου έστησαν χάλκινο αδριάντα του Ευριπίδη στο θέατρο του Διονύσου.

Εκτός από τα 20 δράματα που διασώθηκαν ολόκληρα έφτασαν σε μας πολλά αποσπάσματα από έργα του ποιητή. Τα έργα του Ευριπίδη είναι τα εξής: Ρήσος, Ικέτιδες, Εκάβη, Τρωάδες, Ιφιγένεια εν Αυλίδι, Ιφιγένεια εν Ταύροις, Μήδεια, Ορέστης, Ηλέκτρα, Ηρακλείδαι, Φοίνισαι, Ελένη, Ίων, Ηρακλής μαινόμενος, Ανδρομάχη, Ιππόλυτος, Κύκλωψ, Άλκηστις, Υψιπύλη, Βάκχαι.

Ο Αισχύλος (525π.Χ.-455π.Χ)

Ο Αισχύλος ήταν ένας από τους τρεις μεγάλους τραγικούς ποιητές. Οι άλλοι δύο ήταν ο Σοφοκλής και ο Ευρυπίδης. Βρίσκεται στην αρχή της μορφοποίησης της αρχαίας ελληνικής δραματικής ποίησης. Στα έργα του θίγονται θέματα κοινωνικά, ποιητικά, μεταφυσικά. Όλα τα έργα του δίνονται με στέρεη δομή και με λυρικές εξάρσεις. Από το πλούσιο έργο του σώζονται μόνο πετά τραγωδίες: Πέρσαι, Επτά επί Θήβας, Ικέτιδες, Προμηθεύς Δεσμώτης, Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες. Τα τρία τελευταία αποτελούν την Τριλογία «Ορέστεια».

Ο Αισχύλος
Ο Αισχύλος

Ο Αισχύλος ήταν γόνος του ευγενούς γαιοκτήμονα Ευφορίωνα, του γένους των Κοδριδών. Ήταν Αθηναίος πολίτης που μετείχε στις μάχες κατά των Περσών, πολέμησε στη μάχη του Μαραθώνα και σε όλη του τη ζωή έφερε περήφανα τον τίτλο του μαραθωνομάχου.

Έζησε σε μια μεταβατική περίοδο, όταν το δημοκρατικό κόμμα επικράτησε σε βάρος του ολιγαρχικού. Επειδή δεν πήρε ξεκάθαρη θέση ούτε υπέρ των δημοκρατικών ούτε υπέρ των ολιγαρχικών, δεν γνώρισε ποτέ τον ιδιαίτερο θαυμασμό ούτε των μεν, ούτε των δε.

Από νωρίς ασχολήθηκε με τους δραματικούς αγώνες και γνώρισε 12 νίκες. Έγραψε 90 τραγωδίες. Οι τραγωδίες του έχουν μεγαλοπρέπεια και ηθική δύναμη.  Οι μορφές στα έργα του είναι τιτανικές, μυθικές και οι συγκρούσεις προκαλούν δέος. Ανάλογη με τον όγκο των προσώπων είναι και η γλώσσα και το ύφος του ποιητή.

Στο έργο του συμπυκνώνεται η έννοια του δικαίου, καθώς και η συνείδηση του ποιητή ως μαχόμενου πολίτη ο Αισχύλος ήταν οπαδός του Πυθαγόρα και τα δράματα του είναι γεμάτα πυθαγόρειες ιδέες. Ο ίδιος θεωρούσε ως το μεγαλύτερο επίτευγμα της ζωής του τη συμμετοχή του στη μάχη του Μαραθώνα, στη ναυμαχία στο Αρτεμίσιο και τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Στην ακμή της ζωής του ταξίδεψε στη Σικελία, στην αυλή του Ιέρωνα, στις Συρακούσες, όπου καλούνταν σχεδόν όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής εκείνης. Πιθανόν να παρουσίασε εκεί για δεύτερη φορά τους Πέρσες.

Πέθανε στη Γέλα το 456/5 π.Χ. σε δεύτερη επίσκεψή του και λέγεται ότι σκοτώθηκε όταν δέχτηκε στο κεφάλι του μία χελώνα, την οποία είχε ρίξει από ψηλά ένας αετός, προκειμένου να σπάσει το καβούκι της και μετά να τη φάει. Οι Αθηναίοι εξασφάλισαν την υστεροφημία του μεγάλου δραματικού ποιητή, ψηφίζοντας νόμο σύμφωνα με τον οποίο επιτρεπόταν όποιος ήθελε να συμμετάσχει στον διαγωνισμό με έργα του Αισχύλου. Οι δύο γιοι του, Ευαίων και Ευφιρίων, έγραψαν επίσης τραγωδίες, όπως και ο Φιλοκλής, γιος της αδελφής του.

Όταν πέθανε, ο Αισχύλος, ζήτησε να στηθεί στο τάφο του ένα επίγραμμα που έγραφε:

Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεῦθει
μνῆμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας·
ἀλκὴν δ’ εὐδόκιμον Mαραθώνιον ἄλσος ἄν εἴποι
καὶ βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος.

Στα νεότερα ελληνικά:

Τον γιο του Ευφορίωνα τον Αθηναίο Αισχύλο
κρύβει νεκρόν το μνήμα αυτό της Γέλας με τα στάρια·
την άξια νιότη του θα ειπεί του Μαραθώνα το άλσος
κι ο Μήδος ο ακούρευτος οπού καλά την ξέρει.

Με πληροφορίες από: https://el.wikipedia.org.wiki/Αισχύλος

Ο Γιάννης Ρίτσος (1909-1990)

Ο Γιάννης Ρίτσος (Μονεμβασία, 1909-Αθήνα, 1990) ήταν μεγάλος και πολυβραβευμένος Έλληνας ποιητής. Πολλά ποιήματα του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε μεγάλο μέρος του έργου του.

Ο Γιάννης Ρίτσος
Ο Γιάννης Ρίτσος

Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε την 1η Μαΐου του 1909 στην Μονεμβασία. Ήταν γιος κτηματία που ξέπεσε οικονομικά. Νέος ακόμα πήγε στην Αθήνα όπου πέρασε δύσκολα χρόνια γεμάτα στερήσεις και ταλαιπωρίες. Μόλις τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του γράφτηκε στη Σχολή Χορού Μοριάνοβ και για ένα διάστημα συμμετείχε σαν χορευτής στη Λυρική Σκηνή. Η κλονισμένη υγεία του, λόγω των στερήσεων, τον ανάγκασε να αφήσει το χορό και να ασχοληθεί αποκλειστικά με την ποίηση. Για να βιοποριστεί εργαζόταν σε διάφορους εκδοτικούς οίκους. Στην αρχή συνεργάστηκε στη σύνταξη της «Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας».

Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος

Ακολούθησε τη μοντέρνα ποιητική τεχνοτροπία και μακριά από μετρικούς περιορισμούς πλάθει ένα μεγαλόστομο ποιητικό λόγο, ρητορικό πολλές φορές, άλλοτε μελαγχολικό και άλλοτε αισιόδοξο. Αντλεί τα θέματα του από το χώρο των μεγάλων κοινωνικοπολιτικών μετασχηματισμών. Για την πολιτική του τοποθέτηση διώχθηκε. Ο ποιητής όμως δεν εγκατέλειψε ποτέ τους ποιητικούς και κοινωνικούς του οραματισμούς. Οι πολιτικές του απόψεις δεν εμπόδισαν την αναγνώριση της μεγάλης του τέχνης και από ανθρώπους που βρέθηκαν στην αντίθετη με αυτόν πολιτική παράταξη.

Η ανοδική πορεία του Γιάννη Ρίτσου δε σταμάτησε ποτέ. Στα 1934 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Τρακτέρ». Το μεγάλο ταλέντο του έβρισκε καθημερινά νέες μορφές έκφρασης. Τα έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες χώρες. Μεταπολεμικά ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε πολλά από τα ποιήματα του, τα οποία τραγουδήθηκαν από ανθρώπους όλων των πολιτικών αποχρώσεων. Τιμήθηκε με πλήθος Βραβείων όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό.

Το έργο του Γιάννης Ρίτσου

  • Τρακτέρ
  • Πυραμίδες
  • Επιτάφιος
  • Το τραγούδι της αδελφής μου
  • Μια πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα
  • Εαρινή συμφωνία
  • Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο
  • Πρωινό άστρο
  • Η σονάτα του σεληνόφωτος
  • Χρονικό
  • Αποχαιρετισμός
  • Οι γειτονιές του κόσμου
  • Όταν έρχεται ο ξένος
  • Ανυπόταχτη πολιτεία
  • Η αρχιτεκτονική των δέντρων
  • Οι γερόντισσες κ’ η θάλασσα
  • Υδρία
  • Το δέντρο της φυλακής και οι γυναίκες
  • 12 ποιήματα για τον Καβάφη
  • Μαρτυρίες
  • Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού
  • Φιλοκτήτης
  • Ρωμιοσύνη
  • Ορέστης
  • Όστραβα
  • Ελένη
  • Χειρονομίες
  • Τέταρτη διάσταση
  • Η επιστροφή της Ιφιγένειας
  • Χρυσόθεμις
  • Ισμήνη
  • Ο αφανισμός της Μήλου
  • Ύμνος και θρήνος για την Κύπρο
  • Καπνισμένο τσουκάλι
  • Κωδωνοστάσιο
  • Χάρτινα
  • Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη
  • Η Κυρά των Αμπελιών
  • Η τελευταία προ Ανθρώπου Εκατονταετία
  • Τα επικαιρικά
  • Ημερολόγιο εξορίας
  • Μονεβασιώτισσες
  • Το τερατώδες αριστούργημα
  • Φαίδρα
  • Τα ερωτικά
  • 18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας