Ο Πίνδαρος (518π.Χ.-438π.Χ)

Ο Πίνδαρος γεννήθηκε στη Βοιωτία, στην κώμη Κυνός Κεφαλές, σπούδασε στην Αθήνα και έζησε στη Θήβα. Είναι ο κορυφαίος δημιουργός της χορικής ποίησης, της οποίας καλλιέργησε όλα τα είδη. Είναι ο μοναδικός λυρικός ποιητής που η παράδοση έσωσε μεγάλο μέρος του έργου του. Η ποίηση του χαρακτηρίζεται από εκθαμβωτικές μεταφορές, εκφραστικότατες περιφράσεις και λεξιλόγιο προσωπικό που καταπλήσσει. Την πανελλήνια φήμη του τη χρωστά κυρίως στους επινίκους του, χορικά άσματα που αφιέρωσε στους νικητές των πανελληνίων αθλητικών αγώνων: η νίκη τους γιορταζόταν από έναν ομαδικό χορό στην πατρίδα τους, που τον οργάνωνε συνήθως ο Πίνδαρος, ύστερ από παραγγελία τις πιο πολλές φορές, με ποιητικό λόγο, μουσική, ρυθμό, χορευτικό βηματισμό.

Το θαυμασμό που έτρεφε ο αρχαίος κόσμος για το έργο του τον διατυπώνει επιγραμματικά ο Λατίνος ποιητής Οράτιος: «Όποιος βάζει στο νου του να ξεπεράσει τον Πίνδαρο, στηρίζεται σε κεροκόλλητα φτερά, φτιαγμένα από το Δαίδαλο. Η μοίρα του είναι να δώσει το όνομά του σε πέλαγο με διάφανα νερά».

Ο Πίνδαρος
Ο Πίνδαρος

Διθύραμβος Για τους Αθηναίους

Ολύμπιοι, ρίχτε στο χορό επάνω τη ματιά σας

και την τρισδοξασμένη σας τη χάρη στέλνετε του.

Θεοί, που τριγυρίζετε μέσα στην άγια Αθήνα,

και μες στο πολυσύχναστο και μοσκοβολισμένο,

της πολιτείας αφάλι,

στην αγορά την ξακουστή κι ομορφοστολισμένη,

θυσίαν από ανοιξιάτικα μενεξεδοπλεγμένα

στεφάνια, θεοί, δεχτείτε.

Κι ύστερα από τον Ουρανό, χαρούμενοι σαν πάτε,

ρίξετε πάλι τη ματιά σ΄ εμέ και στο τραγούδι,

για τον κισσοστέφανο θεό, που εμείς οι άνθρωποι

τον κράζουμε Ξεφωνητή και Θορυβογεννήτη.

Του υπέρμαχου πατέρα

το γιο κι απ΄τις Καδμίτισσες γυναίκες τη Σεμέλη

ομορφοτραγουδάμε .

Δεν το ξεχνάει ο ποιητής ν΄αρχίσει το τραγούδι

άμα οι κοκκινοφόρες

ώρες τη μοσχομύριστη την άνοιξη μας φέρνουν,

όταν τ΄ωραίο παλάτι τους ανοίξει. Τότε θεία

λουλούδια στην αθάνατη τη γη τότε φυτρώνουν

και μενεξέδων όμορφα μπουκέτα, τότε σμίγουν

με τα μαλλιά τα ρόδα.

Αρχίστε τα γλυκόλογα τραγούδια με φλογέρες1

Χοροί, τη σγουρομάλλινη Σεμέλη τραγουδάτε!

Σόλων, ο ποιητής (639π.Χ.-559π.Χ.)

Ο Σόλων δε στάθηκε μόνο ο μεγάλος πολιτικός και νομοθέτης, αλλά και ο πρώτος Αθηναίος ποιητής. Την ποίηση του χρησιμοποίησε περισσότερο για να διατυπώσει τις πολιτικές του σκέψεις, όπως οι μεταγενέστεροι του πολιτικοί δημοσίευαν τους ρητορικούς λόγους τους. Αποσπάσματα από το έργο του Σόλωνα εκφράζουν τις σκέψεις του για τη ζωή και τη μοίρα του ανθρώπου. Ο Σόλων παροτρύνει τους πολίτες σε ομόνοια και νομιμοφροσύνη, ενώ σε άλλα ποιήματα ο νομοθέτης λογοδοτεί για το έργο του ή απαντά σε επικρίσεις.

Ο Σόλων
Ο Σόλων

Ευνομία

Τούτα η ψυχή μου να τα πω μου λέει στους Αθηναίους:

Μύριες στην πόλη συμφορές η ανομία γεννάει,

ενώ όμορφα όλα κι εύτακτα η ευνομία τα κάνει

και των αδίκων και κακών δένει συχνά τα χέρια.

Τ΄ άγρια γλυκαίνει, σταματάει τον κόρο, ταπεινώνει

τον άνομο, και τους βλαστούς ξεραίνει της κακίας,

βρίσκει που κρύβεται άδικο, την περηφάνια ρίχνει,

πνίγει, την κάθε εξέγερση, πνίγει και της διχόνοιας,

της αγριεμένης την οργή, και με τη δύναμη της,

στον κόσμο είν΄ όλα γαληνά και φρόνιμα και τέλεια.

Η πόλη και οι Τύραννοι

Από ένα σύννεφο πέφτει με ορμή και χαλάζι και χιόνι,

απ΄ αστραψιά λαμπερή ξάφνω ξεσπά μια βροντή,

έτσι χαλιέται απ΄ ανθρώπους τρανούς ένα κράτος, και πέφτει

απ΄ αμυαλιά του ο λαός σ΄ ενός μονάρχη σκλαβιά

όταν πολύ θα υψωθεί, δεν είν΄ εύκολο πια να τον ρίξεις

πρέπει απ΄ την πρώτη στιγμή να ΄χουμε σε όλα το νου.

Από δική μας δειλία κι αμυαλιά σας χτυπούν οι φουρτούνες

όχι μομφές στους θεούς δεν είναι φταίχτες εσείς

οι ίδιοι αρματώσανε τούτους εδώ και τρανέψανε τόσο

έτσι, απ΄ αυτά, στην πικρή πέσατε τώρα σκλαβιά

ίδια αλεπού πονηρή περπατάει ο καθένας σας χώρια

μα όλοι σαν πάτε μαζί, τότε σας πιάνει αμυαλιά

οι γαλιφιές σας πλανεύουν και δίνετε πίστη στα λόγια

όμως καμιά προσοχή στα έργα δε δίνετε εσείς.

Το έργο του νομοθέτη

Σαν ποιο άφησα στη μέση απ΄ όσα μ΄ έκαναν

να συγκαλέσω το λαό σε σύναξη;

Μπρος στου Καιρού το δικαστήριο μάρτυρα

άριστον έχω την τρανή μητέρα εγώ

των θεών του Ολύμπου, τούτη δω τη μαύρη Γη

που πάνωθε της πέτρες σήκωσα πολλές,

χρεών σημάδια, σκλάβα πρώτα αυτή ήτανε

και τώρα λεύτερη είναι. Κι Αθηναίους πολλούς

που δίκια ή άδικα έχουν πουληθεί μακριά,

στη θεόχτιστη πατρίδα τους ξανάφερα,

άλλοι, που χρέη αβάσταχτα τους πιέζανε,

μόνοι είχαν φύγει και, γυρνώντας δω κι εκεί,

την αττική τους γλώσσα είχαν ξεχάσει πια,

κι απ΄ της σκλαβιάς άλλοι υποφέραν την ντροπή

εδώ στον τόπο, μπρος στο αγρίεμα τρέμοντας

των αφεντάδων. Όλους τους λευτέρωσα.

Και βία μαζί και δίκιο συνταιριάζοντας

τα ΄φερα τούτα εγώ ως την άκρη δυνατά,

έτσι όπως είχα τάξει. Νόμους όρισα

ίδιους για τους μεγάλους και για τους μικρούς

το δίκιο δρόμο στον καθένα δείχνοντας.

Αν τη βουκέντρα κάποιος άλλος έπιανε,

άνθρωπος φιλοχρήματος, κακόβουλος,

αντίς για με, το λαό δε θα τον δάμαζε,

γιατί αν παραδεχόμουν όσα θ΄ άρεσε

σ΄ αυτούς εδώ να πάθουνε οι αντίπαλοι

κι όσα για τούτους βάζαν οι άλλοι με το νου,

η πόλη απ΄ άντρες πλήθος θα ΄μενε ορφανή.

Γι΄ αυτό άμυνα κρατούσα απ΄όλες τις μεριές,

λύκος ζωσμένος από σκυλολόι πυκνό.

Και στο λαό εγώ λέω, αν πρέπει να τα πω

έξω απ΄ τα δόντια: αυτά που τώρα απόχτησαν

ούτε και στ΄ όνειρο τους δεν θα το ΄βλεπαν.

Όσο για τους μεγάλους και τους δυνατούς,

πρέπει να με δοξάζουν και να μ΄ αγαπούν,

τ΄ αξίωμα τούτο αν κάποιος άλλος το ΄παιρνε,

να συγκρατήσει δε θα μπόρειε το λαό

και δε θα σταματούσε, ώσπου, ταράζοντας

το γάλα, θα ΄βγαζε όλο το καϊμάκι του,

εγώ όμως μες στη μέση στάθηκα των δυο

μερίδων σύνορο τους.

Για τον Σόλωνα διαβάστε ακόμη: Ο Σόλων, ο Κροίσος και το βήμα της χήνας

Αχαρνής

Οι Αχαρνής, κωμωδία του Αριστοφάνη, έχουν πρωταγωνιστή τον Δικαιόπολι. Ο Δικαιόπολις απελπισμένος από τις κακουχίες και τις στερήσεις του πολέμου, εν προκειμένω του Πελοποννησιακού, αποφασίζει να υπογράψει μόνος του ειρήνη με τους Σπαρτιάτες. Στην αρχή παρουσιάζεται να διεκτραγωδεί τα δεινά του πολέμου. Στη συνέχεια ενώ περιμένει τον απεσταλμένο του από τη Σπάρτη παρακολουθεί μια συνεδρίαση της Εκκλησίας του Δήμου, όπου έρχονται σε συζήτηση τα πιο άσχετα θέματα και ανεβαίνουν στο βήμα οι πιο αλλοπρόσαλλοι ομιλητές. Επιτέλους αναγγέλλεται η αποδοχή της ειρήνης, που πρότεινε στους Λακεδαιμόνιους και ο Δικαιόπολις ετοιμάζεται να γιορτάσει το μεγάλο γεγονός.

Τη στιγμή όμως εκείνη ορμά επιθετικός ο χορός από Αχαρνιώτες καρβουνιάρηδες που έχουν όφελος από τη συνέχιση του πολέμου. Γιαν κερδίσει τη συμπάθεια τους ο Δικαιόπολις δανείζεται τα κουρέλια ενός ήρωα του Ευριπίδη. Οι μισοί πείθονται, ενώ οι άλλοι μισοί ζητούν την βοήθεια του στρατηγού Λάμαχου, που ετοιμάζεται για τη μάχη. Ο Δικαιόπολις έρχεται αντιμέτωπος με τις αντιδράσεις διαφόρων ατόμων απέναντι στην ειρήνη του: ενός κακόμοιρου Μεγαρίτη, που έρχεται να πουλήσει τις κόρες του για γουρουνόπουλα, ενός συκοφάντη καιροσκόπου, που γυρεύει να επωφεληθεί από την καινούργια κατάσταση, ενός Βοιωτού, που θέλει να συνεχίσει να εμπορεύεται «εν ειρήνη» όπως και «εν πολέμω» και τώρα φέρνει εκλεκτά εδέσματα για τον εορτασμό της ειρήνης. Το έργο κλείνει με έναν ευρηματικό αντιθετικό διάλογο ανάμεσα στον Λάμαχο, που γυρίζει πληγωμένος από τη μάχη, και στον Δικαιόπολι, που εμφανίζεται αγκαλιασμένος με δύο όμορφες εταίρες.

Αχαρνής

Αχαρνής

……………………………………………………………………………………

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Αχ, πόση ο έρημος σκορδαλιά έχω χάσει. Μα να ο Αμφίθεος γυρίζει από τη Σπάρτη. Χαίρε, Αμφίθεε!

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Μένα μου λές! Στάσου ν’ ανασάνω απ’ την τρεχάλα πρώτα. Οι Αχαρνιώτες με κυνηγούν και τρέχω να ξεφύγω.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Και τι συμβαίνει;

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Εγώ, βαστώντας τη συνθήκη ειρήνης για σένα ερχόμουνα γοργά, αλλά κάποιοι γέροντες Αχαρνής με μυριστήκαν, ξερακιανοί, σκληροί σαν το πουρνάρι, σαν ξύλο από σφεντάμι, κοτσωνάτοι, πολεμιστές παλιοί του Μαραθώνα. Μου βάλαν τις φωνές: «Άτιμε, φέρνεις συνθήκη ειρήνης τώρα που έχουμε κόψει τα αμπέλια μας;». Και γέμισαν με πέτρες τους κόρφους τους, εγώ όπου φύγει φύγει, κι αυτοί με πήραν καταπόδι με φωνάρες.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Δε πα να σκούζουν; Έχεις τη συνθήκη;

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Αμέ, τριών λογιών σου φέρνω. Τούτη είναι πεντάχρονη, δοκίμασε την.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Πουφ!

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Πώς είναι;

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Δε μου αρέσει αυτή, βρωμοκοπάει, κατράμι, καραβιών ετοιμασίες.

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Δοκίμασε απ’ αυτήν. Δεκάχρονη είναι.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Τούτη βρωμάει ξινίλες, συζητήσεις με συμμάχους, πρεσβείες και χασομέρι.

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Για δες αυτή, τριάντα χρόνια ειρήνη σου υπόσχεται, στεριάς και του πελάγου.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Ωχ! Διονύσια, αυτή αμβροσία και νέκταρ μοσχομυρίζει, άμα την πιεις, δεν λέει «κάνε προμήθεια για τρεις ημέρες», παρά σου κράζει «άντε όπου γουστάρεις». Λοιπόν, αυτή διαλέγω, συμφωνώ, την πίνω, κι ας πάνε να βουρλιστούν οι Αχαρνιώτες. Απ’ του πολέμου εγώ λευτερωμένος τα βάσανα, θα πάω να γιορτάσω τα αγροτικά Διονύσια στα χωράφια.

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Φεύγω κι εγώ, μη μ’ έβρουν οι Αχαρνιώτες.

…………………………………………………………………………………….

Αριστοφάνης

Ο Αριστοφάνης (452π.Χ.-388π.Χ.)

Ο Αριστοφάνης, ο κωμικός αυτός ποιητής, γεννήθηκε το 452 ή 455π.Χ. στα πιο λαμπρά και πιο ειρηνικά χρόνια της Αθήνας, τον καιρό του Περικλή. Η επαφή του αφ’ ενός με τον Όμηρο, τον Ησίοδο, την χορική, τη λυρική και τη δραματική ποίηση και αφ’ ετέρου η παρατήρηση των σύγχρονων κοινωνικών δρώμενων και της ζωής των απλών Αθηναίων σφράγισαν την προσωπικότητα του και την ποιητική του φυσιογνωμία. Στα έργα του παρελαύνουν σημαντικοί άνδρες Αθηναίοι, όπως ο Ευριπίδης, ο Σωκράτης, ο Κλέων. Επίσης αποτυπώνονται γεγονότα και καταστάσεις που σημάδεψαν το κλεινόν άστυ.

Ο Αριστοφάνης
Ο Αριστοφάνης

Φαίνεται ότι ανήκε στην τάξη των μικροκτηματιών και μικροτεχνιτών, και ένιωσε αμεσότερα από οποιονδήποτε άλλον την φθορά που προξένησε ο Πελοποννησιακός πόλεμος. Απέδιδε τις συμφορές που είχαν βρει την Αθήνα στους πολεμοκάπηλους ιθύνοντες του κράτους, που άλλο δεν τους ενδιέφερε από το να μείνουν στην εξουσία ακόμα και σε βάρος της ειρήνης και της ευημερίας του κράτους. Οι απλοί όμως άνθρωποι ανησυχούσαν ιδιαίτερα για την ηθική παρακμή της εποχής τους, την οποία απέδιδαν στις ανατρεπτικές ιδέες των φιλοσόφων. Νοσταλγούσαν τα παλαιότερα χρόνια, όταν όλα έμοιαζαν πιο σταθερά και οι άνθρωποι έδειχναν σεβασμό στις ηθικές αξίες. Επιφανειακά δέχονταν την δημοκρατία, κατά βάθος όμως την απέρριπταν, εφόσον ήταν αδύνατον να ανεχθούν τις σύμφυτες αδυναμίες της. Θα προτιμούσαν την επιστροφή στην εποχή των μαραθωνομάχων, όταν τόσο η διακυβέρνηση του κράτους, όσο και η νοοτροπία των ανθρώπων διέπονταν από αναμφισβήτητους ηθικούς νόμους.

Ο Αριστοφάνης εμφανίζεται στα έργα του ως άνθρωπος συντηρητικών αντιλήψεων, ένθερμος και ειλικρινής θιασώτης της ειρήνης. Η εξαιρετική ευρηματική του σάτιρα στρέφεται εναντίον όλων εκείνων που επιχειρούν να αλλοιώσουν την εικόνα ενός ήρεμου κόσμου, όπως τον ονειρευόταν ο μέσος Αθηναίος πολίτης. Καυτηριάζει και σατιρίζει τους στρατιωτικούς, π.χ. το Λάμαχο, που άλλο δεν επιζητούν παρά τον πόλεμο, του τολμηρούς πολιτικούς, π.χ. τον Κλέωνα, που παρασύρουν τους πολλούς σε επικίνδυνα μονοπάτια, τους σοφιστές, αντιπρόσωπο των οποίων θεωρεί των Σωκράτη, που δίδασκαν μεθόδους πειθούς, κα όχι τρόπους αναζήτησης της αλήθειας, τους δραματουργούς, π.χ. τον Ευριπίδη που έριχναν άπλετο φως σε άγνωστες περιοχές της ανθρώπινης ψυχής και κλόνιζαν καθιερωμένες αξίες.

Εναντίον όλων αυτών υψώνει το ανάστημα του ο αριστοφανικός απλός Αθηναίος, ένας μικροαστός, που παλεύει να προβάλει, με όσες δυνάμεις διαθέτει, τα δικά του αιτήματα. Όταν δεν καταφέρνει να πείσει, τότε καταφεύγει στον κόσμο του φανταστικού, όπου όλα τα προβλήματα μπορούν να λυθούν, όπως εκείνος θέλει.

Ο Αριστοφάνης πέθανε το 388π.Χ. λίγο μετά την παράσταση της κωμωδίας του Πλούτος.

Ο Αριστοφάνης, σύμφωνα με την παράδοση, έγραψε συνολικά 44 κωμωδίες, από τις οποίες σώζονται ακέραιες οι εξής 11: Αχαρνής, Ιππής, Νεφάλαι, Σφήκες, Ειρήνη, Όρνιθες, Θεσμοφοριάζουσαι, Λυσιστράτη, Βάτραχοι, Εκκλησιάζουσαι και Πλούτος.

Ο Ευριπίδης (480π.Χ.-406π.Χ.)

Ο Ευριπίδης καταγόταν από τη Φλύα, δήμο της Κεκροπίδας φυλής της Αθήνας. Σύμφωνα με κάποια παράδοση γεννήθηκε την ημέρα της ναυμαχία της Σαλαμίνας, πράγμα που τον συνδέει με τον Αισχύλο, που πολέμησε σε αυτή τη ναυμαχία, και με τον Σοφοκλή, που πρωτοστάτησε σε χορό εφήβων κατά τα επινίκια της. Αυτή η ημερομηνία όμως δεν έχει επιβεβαιωθεί.

 Ο Ευριπίδης
Ο Ευριπίδης

Ο Ευριπίδης ανήκει σε μια γενιά που ό,τι ήξερε για τα ηρωικά χρόνια των περσικών πολέμων προερχόταν από τις διηγήσεις των πατέρων τους. Η οικογένεια του δεν ήταν επιφανής ούτε πλούσια. Ο πατέρας το ονομαζόταν Μνήσαρχος και η μητέρα του Κλειτώ, την οποία χλευάζει ο Αριστοφάνης ως μανάβισσα. Πρόκειται όμως για υπερβολές του κωμικού ποιητή, γιατί, όπως μας παραδίδεται, ο Ευριπίδης είχε επιμελημένη αγωγή, γι’ αυτό και έγινε χορευτής και λαμπαδηδρόμος του Ζωστηρίου Απόλλωνα. Σύμφωνα με κάποιο χρησμό, που πήρε ο πατέρας του, ο Ευριπίδης επρόκειτο να νικήσει σε στεφανηφόρους αγώνες. Γι’ αυτό ασκήθηκε στο παγκράτιο και στην πάλη και νίκησε σε γυμναστικούς αγώνες των Παναθηναίων.

Γρήγορα όμως απαρνήθηκε τον αθλητισμό και επιδόθηκε στη φιλοσοφία και την ποίηση. Μελέτησε συγγράμματα φιλοσόφων, όπως του Δημόκριτου, του Ηράκλειτου και γενικά των αρχαίων συγγραφέων και ποιητών. Ο Ευριπίδης δεν αναμείχθηκε ενεργά στην πολιτική, αλλά ανέπτυξε τις πολιτικές του πεποιθήσεις στο θέατρο. Ο Αισχύλος πολέμησε με τα όπλα για την πόλη, ο Σοφοκλής ανέλαβε υψηλά αξιώματα, ενώ ο Ευριπίδης δεν τάχθηκε στην υπηρεσία της με κανένα τέτοιο τρόπο. Πρότυπο του ήταν η τάξη και η σωφροσύνη στην πολιτική ζωή, γι’ αυτό και κατακρίνει την οχλοκρατία που λυμαινόταν την Αθήνα, καταφέρεται με σφοδρότητα εναντίον των δημαγωγών, που παρασύρουν το πλήθος στην καταστροφή. Μέμφεται όμως εξίσου και τους ολιγαρχικούς και πλούσιους και κατακρίνει την αλαζονεία τους.

Ο ιδιωτικός βίος του Ευριπίδη ήταν άτυχος. Απέτυχε και στους δύο γάμους του, στον πρώτο με την Χοιρίνη και στο δεύτερο με τη Μελιτώ. Απέκτησε τρία παιδιά με την πρώτη του σύζυγο, τον Μνησαρχίδη, έμπορο, τον Μνησίλοχο, υποκριτή (ηθοποιό) και τον Ευριπίδη, που παρουσίαζε κάποια από τα δράματα του πατέρα του ύστερα από το θάνατο του. Ο Ευριπίδης πέρασε τον περισσότερο χρόνο της ζωής του στην Αθήνα, αλλά τα τελευταία χρόνια εγκαταστάθηκε στη Μακεδονία, προσκεκλημένος του βασιλιά Αρχέλαου, που φιλοξενούσε πολλούς ποιητές, λόγιους και καλλιτέχνες στην Πέλλα για να λαμπρύνει την αυλή του. Ο Αρχέλαος τον τίμησε ιδιαίτερα. Ο Ευριπίδης για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του για τη φιλοξενία έγραψε το έργο Αρχέλαος, στο οποίο εγκωμίαζε τον Ηρακλείδη βασιλιά ως ιδρυτή της Μακεδονικής Δυναστείας. Δεν πρόλαβε, όμως, ούτε να παρουσιάσει το έργο του, ούτε να γυρίσει στην πατρίδα του, γιατί πέθανε ξαφνικά το 406π.Χ.

Ο Αρχέλαος πένθησε το θάνατο του ποιητή. Οι Αθηναίοι του ζήτησαν να μεταφέρουν στην πατρίδα του τα οστά του Ευριπίδη, αλλά ο Αρχέλαος αρνήθηκε. Τότε οι Αθηναίοι έφτιαξαν κενοτάφιο. Αργότερα με πρόταση του Λυκούργου έστησαν χάλκινο αδριάντα του Ευριπίδη στο θέατρο του Διονύσου.

Εκτός από τα 20 δράματα που διασώθηκαν ολόκληρα έφτασαν σε μας πολλά αποσπάσματα από έργα του ποιητή. Τα έργα του Ευριπίδη είναι τα εξής: Ρήσος, Ικέτιδες, Εκάβη, Τρωάδες, Ιφιγένεια εν Αυλίδι, Ιφιγένεια εν Ταύροις, Μήδεια, Ορέστης, Ηλέκτρα, Ηρακλείδαι, Φοίνισαι, Ελένη, Ίων, Ηρακλής μαινόμενος, Ανδρομάχη, Ιππόλυτος, Κύκλωψ, Άλκηστις, Υψιπύλη, Βάκχαι.

Ο Αισχύλος (525π.Χ.-455π.Χ)

Ο Αισχύλος ήταν ένας από τους τρεις μεγάλους τραγικούς ποιητές. Οι άλλοι δύο ήταν ο Σοφοκλής και ο Ευρυπίδης. Βρίσκεται στην αρχή της μορφοποίησης της αρχαίας ελληνικής δραματικής ποίησης. Στα έργα του θίγονται θέματα κοινωνικά, ποιητικά, μεταφυσικά. Όλα τα έργα του δίνονται με στέρεη δομή και με λυρικές εξάρσεις. Από το πλούσιο έργο του σώζονται μόνο πετά τραγωδίες: Πέρσαι, Επτά επί Θήβας, Ικέτιδες, Προμηθεύς Δεσμώτης, Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες. Τα τρία τελευταία αποτελούν την Τριλογία «Ορέστεια».

Ο Αισχύλος
Ο Αισχύλος

Ο Αισχύλος ήταν γόνος του ευγενούς γαιοκτήμονα Ευφορίωνα, του γένους των Κοδριδών. Ήταν Αθηναίος πολίτης που μετείχε στις μάχες κατά των Περσών, πολέμησε στη μάχη του Μαραθώνα και σε όλη του τη ζωή έφερε περήφανα τον τίτλο του μαραθωνομάχου.

Έζησε σε μια μεταβατική περίοδο, όταν το δημοκρατικό κόμμα επικράτησε σε βάρος του ολιγαρχικού. Επειδή δεν πήρε ξεκάθαρη θέση ούτε υπέρ των δημοκρατικών ούτε υπέρ των ολιγαρχικών, δεν γνώρισε ποτέ τον ιδιαίτερο θαυμασμό ούτε των μεν, ούτε των δε.

Από νωρίς ασχολήθηκε με τους δραματικούς αγώνες και γνώρισε 12 νίκες. Έγραψε 90 τραγωδίες. Οι τραγωδίες του έχουν μεγαλοπρέπεια και ηθική δύναμη.  Οι μορφές στα έργα του είναι τιτανικές, μυθικές και οι συγκρούσεις προκαλούν δέος. Ανάλογη με τον όγκο των προσώπων είναι και η γλώσσα και το ύφος του ποιητή.

Στο έργο του συμπυκνώνεται η έννοια του δικαίου, καθώς και η συνείδηση του ποιητή ως μαχόμενου πολίτη ο Αισχύλος ήταν οπαδός του Πυθαγόρα και τα δράματα του είναι γεμάτα πυθαγόρειες ιδέες. Ο ίδιος θεωρούσε ως το μεγαλύτερο επίτευγμα της ζωής του τη συμμετοχή του στη μάχη του Μαραθώνα, στη ναυμαχία στο Αρτεμίσιο και τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Στην ακμή της ζωής του ταξίδεψε στη Σικελία, στην αυλή του Ιέρωνα, στις Συρακούσες, όπου καλούνταν σχεδόν όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής εκείνης. Πιθανόν να παρουσίασε εκεί για δεύτερη φορά τους Πέρσες.

Πέθανε στη Γέλα το 456/5 π.Χ. σε δεύτερη επίσκεψή του και λέγεται ότι σκοτώθηκε όταν δέχτηκε στο κεφάλι του μία χελώνα, την οποία είχε ρίξει από ψηλά ένας αετός, προκειμένου να σπάσει το καβούκι της και μετά να τη φάει. Οι Αθηναίοι εξασφάλισαν την υστεροφημία του μεγάλου δραματικού ποιητή, ψηφίζοντας νόμο σύμφωνα με τον οποίο επιτρεπόταν όποιος ήθελε να συμμετάσχει στον διαγωνισμό με έργα του Αισχύλου. Οι δύο γιοι του, Ευαίων και Ευφιρίων, έγραψαν επίσης τραγωδίες, όπως και ο Φιλοκλής, γιος της αδελφής του.

Όταν πέθανε, ο Αισχύλος, ζήτησε να στηθεί στο τάφο του ένα επίγραμμα που έγραφε:

Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεῦθει
μνῆμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας·
ἀλκὴν δ’ εὐδόκιμον Mαραθώνιον ἄλσος ἄν εἴποι
καὶ βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος.

Στα νεότερα ελληνικά:

Τον γιο του Ευφορίωνα τον Αθηναίο Αισχύλο
κρύβει νεκρόν το μνήμα αυτό της Γέλας με τα στάρια·
την άξια νιότη του θα ειπεί του Μαραθώνα το άλσος
κι ο Μήδος ο ακούρευτος οπού καλά την ξέρει.

Με πληροφορίες από: https://el.wikipedia.org.wiki/Αισχύλος

Ο Γιάννης Ρίτσος (1909-1990)

Ο Γιάννης Ρίτσος (Μονεμβασία, 1909-Αθήνα, 1990) ήταν μεγάλος και πολυβραβευμένος Έλληνας ποιητής. Πολλά ποιήματα του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε μεγάλο μέρος του έργου του.

Ο Γιάννης Ρίτσος
Ο Γιάννης Ρίτσος

Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε την 1η Μαΐου του 1909 στην Μονεμβασία. Ήταν γιος κτηματία που ξέπεσε οικονομικά. Νέος ακόμα πήγε στην Αθήνα όπου πέρασε δύσκολα χρόνια γεμάτα στερήσεις και ταλαιπωρίες. Μόλις τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του γράφτηκε στη Σχολή Χορού Μοριάνοβ και για ένα διάστημα συμμετείχε σαν χορευτής στη Λυρική Σκηνή. Η κλονισμένη υγεία του, λόγω των στερήσεων, τον ανάγκασε να αφήσει το χορό και να ασχοληθεί αποκλειστικά με την ποίηση. Για να βιοποριστεί εργαζόταν σε διάφορους εκδοτικούς οίκους. Στην αρχή συνεργάστηκε στη σύνταξη της «Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας».

Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος

Ακολούθησε τη μοντέρνα ποιητική τεχνοτροπία και μακριά από μετρικούς περιορισμούς πλάθει ένα μεγαλόστομο ποιητικό λόγο, ρητορικό πολλές φορές, άλλοτε μελαγχολικό και άλλοτε αισιόδοξο. Αντλεί τα θέματα του από το χώρο των μεγάλων κοινωνικοπολιτικών μετασχηματισμών. Για την πολιτική του τοποθέτηση διώχθηκε. Ο ποιητής όμως δεν εγκατέλειψε ποτέ τους ποιητικούς και κοινωνικούς του οραματισμούς. Οι πολιτικές του απόψεις δεν εμπόδισαν την αναγνώριση της μεγάλης του τέχνης και από ανθρώπους που βρέθηκαν στην αντίθετη με αυτόν πολιτική παράταξη.

Η ανοδική πορεία του Γιάννη Ρίτσου δε σταμάτησε ποτέ. Στα 1934 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Τρακτέρ». Το μεγάλο ταλέντο του έβρισκε καθημερινά νέες μορφές έκφρασης. Τα έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες χώρες. Μεταπολεμικά ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε πολλά από τα ποιήματα του, τα οποία τραγουδήθηκαν από ανθρώπους όλων των πολιτικών αποχρώσεων. Τιμήθηκε με πλήθος Βραβείων όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό.

Το έργο του Γιάννης Ρίτσου

  • Τρακτέρ
  • Πυραμίδες
  • Επιτάφιος
  • Το τραγούδι της αδελφής μου
  • Μια πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα
  • Εαρινή συμφωνία
  • Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο
  • Πρωινό άστρο
  • Η σονάτα του σεληνόφωτος
  • Χρονικό
  • Αποχαιρετισμός
  • Οι γειτονιές του κόσμου
  • Όταν έρχεται ο ξένος
  • Ανυπόταχτη πολιτεία
  • Η αρχιτεκτονική των δέντρων
  • Οι γερόντισσες κ’ η θάλασσα
  • Υδρία
  • Το δέντρο της φυλακής και οι γυναίκες
  • 12 ποιήματα για τον Καβάφη
  • Μαρτυρίες
  • Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού
  • Φιλοκτήτης
  • Ρωμιοσύνη
  • Ορέστης
  • Όστραβα
  • Ελένη
  • Χειρονομίες
  • Τέταρτη διάσταση
  • Η επιστροφή της Ιφιγένειας
  • Χρυσόθεμις
  • Ισμήνη
  • Ο αφανισμός της Μήλου
  • Ύμνος και θρήνος για την Κύπρο
  • Καπνισμένο τσουκάλι
  • Κωδωνοστάσιο
  • Χάρτινα
  • Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη
  • Η Κυρά των Αμπελιών
  • Η τελευταία προ Ανθρώπου Εκατονταετία
  • Τα επικαιρικά
  • Ημερολόγιο εξορίας
  • Μονεβασιώτισσες
  • Το τερατώδες αριστούργημα
  • Φαίδρα
  • Τα ερωτικά
  • 18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας

Ο Ανδρέας Λασκαράτος (1811-1901)

Ο Ανδρέας Λασκαράτος (Ληξούρι, 1811-1901) ήταν σατιρικός ποιητής και πεζογράφος. Μαθήτευσε στα ελληνικά και ιταλικά γράμματα με δασκάλους τους Νεόφυτο Βάμβα, Ανδρέα Κάλβο. Ήταν γνώριμος με τον Διονύσιο Σολωμό.

Ο Ανδρέας Λασκαράτος
Ο Ανδρέας Λασκαράτος

Ο Βίος του Ανδρέα Λασκαράτου

Ο Ανδρέας Λασκαράτος γεννήθηκε στο Ληξούρι Κεφαλληνίας την 1η Μαΐου του 1811. Σπούδασε στην Ιόνιο Ακαδημία της Κέρκυρας και στην Πίζα της Ιταλίας νομικές επιστήμες και για λίγο καιρό άσκησε τη δικηγορία στην Κεφαλλονιά.

Σε ηλικία 24 ετών παρουσιάστηκε στα γράμματα με το έμμετρο ευθυμογράφημά του «Το Ληξούρι εις τους 1836», που αποτελούσε μια εύθυμη σκιαγράφηση της ζωής του τόπου του, τους μικροκαυγάδες και τα έξυπνα κεφαλλονίτικα καθημερινά περιστατικά. Το 1846 παντρεύτηκε την Πηνελόπη Κοργιαλένιου, που υπήρξε το στήριγμα του στις δύσκολες στιγμές του βίου του. Το 1850 έθεσε υποψηφιότητα για τη Νομοθετική Συνέλευση των Επτανήσων αλλά αποτυγχάνει.

Η αρθρογραφία του προξένησε αντιδράσεις γι’ αυτό και έφυγε στο Λονδίνο, όπου δίδαξε ελληνικά και ιταλικά. Το 1854 εξέδωσε «Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς». Αυτό το έργο του ξεσήκωσε φοβερό σάλο στους κόλπους της Εκκλησίας και ο Ανδρέας Λασκαράτος καταγγέλθηκε ως άθεος. Αφορίστηκε από την Εκκλησία. Η περιπετειώδης ζωή του συνεχίστηκε στην Ζάκυνθο και το Λονδίνο.

Το 1859 επέστρεψε στα Επτάνησα και μετά από σύντομο εγκλεισμό, άρχισε να εκδίδει την εφημερίδα «Λύχνος», συνεχίζοντας τον αγώνα για ηθική αναμόρφωση της κοινωνίας. Η ίδια η ζωή του ήταν σε όλα παράδειγμα ζωντανό για την θεωρία του. Εκδίδοντας όμως την περίφημη «Απόκριση στον αφορισμό του 1856» προκάλεσε νέες θύελλες.

Έτσι χωρίς οικονομικούς πόρους πια και μετά από αυτόν τον κατατρεγμό κατέφυγε στην Αθήνα όπου εφημερίδες εύκολα του παραχώρησαν τις στήλες τους. Σε αρκετά προχωρημένη ηλικία ήρθε η αναγνώριση. Η Εκκλησία αναίρεσε το αφορισμό, ενώ λίγο καιρό μετά, σε ηλικία 90 ετών, πέθανε.

Ο Λασκαράτος ήταν εχθρός κάθε υποκρισίας, έντιμος, δεν δεχόταν υποκριτικές θρησκοληψίες, τους πατριωτικούς φανφαρισμούς, τη φτηνή πολιτική συναλλαγή. Υπήρξε βαθιά χριστιανός και θρησκευόμενος. Ήταν πάντα απέναντι από κάθε μικροπρέπεια και κάθε αγυρτία. Πολέμιος κάθε παραπλανητικής δεισιδαιμονίας, αλλά και πολλές φορές. λόγω της αριστοκρατικής καταγωγής του, μακριά από τις αγωνίες και τις ελπίδες των απλών ανθρώπων. Γλαφυρός και πνευματώδης, καλός δημοτικιστής και με κεφαλλονίτικη σπιρτάδα μυαλού, μας άφησε έργο που τον τοποθετεί στην πρώτη γραμμή της ελληνικής σατιρικής ποίησης.

Ο Ανδρέας Λασκαράτος έγραψε

  • Στιχουργήματα
  • Τα μυστήρια της Κεφαλλονιάς
  • Ιδού ο άνθρωπος
  • Ποιήματα και ανέκδοτα
  • Οι καταδρομές μου εξαιτίας του «Λύχνου»
  • Απόκριση στον αφορισμό του 1856
  • Αυτοβιογραφία

Το τελευταίο ποίημα του Κ.Π.Καβάφη

Το ποίημα «Εις τα περίχωρα της Αντιόχειας» είναι το τελευταίο ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη. Το έγραψε μεταξύ Νοεμβρίου 1932 και Απριλίου 1933. Δεν πρόλαβε να το δημοσιεύσει. Το ποίημα αυτό τυπώθηκε, για πρώτη φορά, στην πρώτη συγκεντρωτική έκδοση των καβαφικών ποιημάτων το 1935.

Η Δάφνη, το αριστοκρατικό προάστιο της Αντιόχειας, είναι το Δαφνί της Αθήνας. Ο Άγιος Βαβύλας και οι τάφοι γύρω είναι η μονή Δαφνίου, που για ένα διάστημα επί φραγκοκρατίας έγινε κοιμητήριο. Το τέμενος του Απόλλωνα στη Δάφνη που κάηκε, είναι ο αρχαίος ναός του Δαφναίου Απόλλωνα, που οι χριστιανοί τον γκρέμισαν και στη βάση του έχτισαν τη μονή Δαφνίου, φυλάκιο για να προσηλυτίζουν τους τελευταίους εθνικούς Αθηναίους που πήγαιναν στα μυστήρια της Ελευσίνας.

Το τελευταίο ποίημα του Κ.Π.Καβάφη

Το τελευταίο ποίημα

Εις τα περίχωρα της Αντιόχειας

Σαστίσαμε στην Αντιόχειαν όταν μάθαμε
τα νέα καμώματα του Ιουλιανού.

Ο Απόλλων εξηγήθηκε με λόγου του, στην Δάφνη!
Χρησμό δεν ήθελε να δώσει (σκοτισθήκαμε!),
σκοπό δεν τόχε να μιλήσει μαντικώς, αν πρώτα
δεν καθαρίζονταν το εν Δάφνη τέμενός του.
Τον ενοχλούσαν, δήλωσεν, οι γειτονεύοντες νεκροί.

Στην Δάφνη βρίσκονταν τάφοι πολλοί.
Ένας απ’ τους εκεί ενταφιασμένους
ήταν ο θαυμαστός, της εκκλησίας μας δόξα,
ο άγιος, ο καλλίνικος μάρτυς Βαβύλας.

Αυτόν αινίτονταν, αυτόν φοβούνταν ο ψευτοθεός.
Όσο τον ένοιωθε κοντά δεν κόταε
να βγάλει τους χρησμούς του· τσιμουδιά.
(Τους τρέμουνε τους μάρτυράς μας οι ψευτοθεοί).

Ανασκουμπώθηκεν ο ανόσιος Ιουλιανός,
νεύριασε και ξεφώνιζε: «Σηκώστε, μεταφέρτε τον,
βγάλτε τον τούτον τον Βαβύλα αμέσως.
Ακούς εκεί; Ο Απόλλων ενοχλείται.
Σηκώστε τον, αρπάξτε τον ευθύς.
Ξεθάψτε τον, πάρτε τον όπου θέτε.
Βγάλτε τον, διώξτε τον. Παίζουμε τώρα;
Ο Απόλλων είπε να καθαρισθεί το τέμενος.»

Το πήραμε, το πήγαμε το άγιο λείψανον αλλού·
το πήραμε, το πήγαμε εν αγάπη κ’ εν τιμή.

Κι ωραία τω όντι πρόκοψε το τέμενος.
Δεν άργησε καθόλου, και φωτιά
μεγάλη κόρωσε: μια φοβερή φωτιά:
και κάηκε και το τέμενος κι ο Απόλλων.

Στάχτη το είδωλο· για σάρωμα, με τα σκουπίδια.

Έσκασε ο Ιουλιανός και διέδοσε –
τι άλλο θα έκαμνε – πως η φωτιά ήταν βαλτή
από τους Χριστιανούς εμάς. Ας πάει να λέει.
Δεν αποδείχθηκε· ας πάει να λέει.
Το ουσιώδες είναι που έσκασε.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης (1863-1933)

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης ήταν Έλληνας ποιητής, γνωστός ως ο ποιητής της Ιθάκης. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στις 29 Απριλίου 1863. Έζησε στο Λίβερπουλ, το Λονδίνο και την Κωνσταντινούπολη. Εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος. Έγραψε πλήθος ποιημάτων, με θεματολογία από την ιστορία και μυθολογία της αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής περιόδου.

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης λίγο πριν το τέλος

Ο Κωνσταντίνος καβάφης ζει τις τελευταίες μέρες του στην Αλεξάνδρεια. Καιρό πριν είχε διαγνωστεί με καρκίνο του λάρυγγα. Από τον Μάρτιο του 1933 η υγεία του ποιητή είχε επιδεινωθεί. ήταν πολύ μελαγχολικός. Από το σπίτι του έβγαινε μόνο για να πάει στο γιατρό. Τον σωλήνα της τραχειοτομής του τον άλλαζε κάθε βράδυ ένας νοσοκόμος ο οποίος έμενε εκεί ως το πρωί. Δεν δεχόταν επισκέψεις, τον ενοχλούσαν, μόνο λίγους συγγενείς.

Παρ’ όλη την άσχημη σωματική και ψυχική του κατάσταση δουλεύει το ποίημα «Εις τα περίχωρα της Αντιόχειας» που έμελλε να είναι και το τελευταίο του ποίημα. Το πνεύμα του ήταν ακμαίο. Υπολόγιζε να γράψει και άλλα ποιήματα. Αρχές Απριλίου η κατάσταση του χειροτέρεψε. Μεταφέρθηκε στο Ελληνικό νοσοκομείο. Όταν είδε τη βαλίτσα που του ετοίμαζαν οι συγγενείς του για να πάρει κάποια προσωπικά αντικείμενα μαζί του στο νοσοκομείο, δάκρυσε, είπε: «Αυτή τη βαλίτσα την αγόρασα 30 χρόνια πριν, ένα βραδάκι βιαστικά για να πάω στο Κάιρο για διασκέδαση. Τότε ήμουν υγιής, νέος και όχι άσχημος».

Η ασθένεια του που τον οδήγησε στο τάφο τον είχε χτυπήσει στο λαιμό. Μάταιη αποδείχτηκε μία χειρουργική επέμβαση, που του έκοψε τις φωνητικές χορδές. Ένας ασημένιος σωλήνας, σφηνωμένος στο λάρυγγα δεν του ξανάδωσε φωνή. Πέρασε τις τελευταίες εβδομάδες μέσα σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου. Λίγοι φίλοι πήγαιναν να του κάνουν λίγη παρέα και κρατούσαν τη συζήτηση επιδέξια για θέματα που μπορούσαν να τον ευχαριστήσουν. Ο ποιητής απαντούσε χαράζοντας λίγες λέξεις πάνω σε μικρά κομματάκια χαρτί.

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης φορούσε μια αλυσιδίτσα με ένα μικρό σταυρουδάκι στο λαιμό του. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν ο Καβάφης πίστευε ή όχι στον Χριστιανισμό. Δεν πήγαινε στην εκκλησία, αλλά τις τελευταίες ώρες του δέχτηκε ένα παπά να τον κοινωνήσει και μετά έστρεψε το βλέμμα του ψηλά, σαν να ζητούσε συγχώρεση.

Στο κρεβάτι ξάπλωσε λίγες ώρες πριν ξεψυχήσει. Ήταν θάνατος αξιοπρεπούς ανθρώπου. Στις 28 Απριλίου έπαθε συμφόρηση. Στις 29 Απριλίου, την ημέρα των γενεθλίων του, στις 2 το πρωί ο Κωνσταντίνος Καβάφης άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 70 ετών.