Ποιήματα του Μενέλαου Λουντέμη

Ο Μενέλαος Λουντέμης, γνωστός και ως Μαξίμ Γκόργκι της Ελλάδας, υπήρξε ένας σπουδαίος δημιουργός του 20ου αιώνα, ένας κοινωνικός ρεαλιστής στη ζωή και τη λογοτεχνία, που αξίζει να θυμόμαστε!Γι΄αυτό διαβάζουμε κάποια ποιήματα του Μενέλαου Λουντέμη.

Ποιήματα του Μενέλαου Λουντέμη

Να μάθεις να φεύγεις

Από την ασφάλεια τρύπιων αγκαλιών.

Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν.

Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας.

Να φεύγεις !

Αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς.

Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για το δρόμο.

Να τρέχεις μακριά από δήθεν καταφύγια κι ας έχει έξω και χαλάζι.

Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο.

Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις, σε παρακαλώ.

Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε.

Όχι αγκαλιές, γράμματα, αφιερώσεις, κάποτε θα ξανασυναντηθούμε αγάπη μου (όλα τα βράδια και τα τραγούδια δεν θα είναι ποτέ δικά σας).

Αποδέξου το.

Να αποχωρίζεσαι τραγούδια που αγάπησες, μέρη που περπάτησες.

Δεν έχεις τόση περιορισμένη φαντασία όσο νομίζεις.

Μπορείς να φτιάξεις ιστορίες ολοκαίνουριες, με ουρανό κι αλάτι.

Να θυμίζουν λίγο φθινόπωρο, πολύ καλοκαίρι κι εκείνη την απέραντη Άνοιξη.

Να φεύγεις από εκεί που δε σου δίνουν αυτά που χρειάζεσαι.

Από το δυσανάλογο, το μέτριο και το λίγο.

Να απαιτείς αυτό που δίνεις να το παίρνεις πίσω -δεν τους το χρωστάς.

Να μάθεις να σέβεσαι την αγάπη σου, το χρόνο σου και την καρδιά σου.

Μην πιστεύεις αυτά που λένε -η αγάπη δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει.

Η καρδιά χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα και δεν θα δουλεύει.

Να καταλάβεις πως οι δεύτερες ευκαιρίες είναι για τους δειλούς

-οι τρίτες για τους γελοίους.

Μην τρέμεις την αντιστοιχία λέξεων-εννοιών, να ονομάζεις σχέση τη σχέση, την κοροϊδία κοροϊδία.

Να μαλώνεις τον εαυτό σου καμιά φορά που κάθεται και κλαψουρίζει

-σαν μωρό κι εσύ κάθεσαι και του δίνεις γλειφιτζούρι μη και σου στεναχωρηθεί το βυζανιάρικο.

Να μάθεις να ψάχνεις για αγάπες που θυμίζουν Καζαμπλάνκα

– όχι συμβάσεις ορισμένου χρόνου

Και να μάθεις να φεύγεις από εκεί που ποτέ πραγματικά δεν υπήρξες.

Να φεύγεις κι ας μοιάζει να σου ξεριζώνουν το παιδί από τη μήτρα.

Να φεύγεις από όσα νόμισες γι’ αληθινά, μήπως φτάσεις κάποτε σ’ αυτά.

Πρόοδος

Τα δάκρυά μας πουλιούνται στη Λαχαναγορά
και κανείς δεν τ΄ αγοράζει.
Ξεχνούνε πως και τα λάχανα
με δάκρυα αγοράζονται κι εκείνα.

Άλλοτε είχε πέραση κι ο ιδρώτας.
Μα τώρα χύνεται στο δρόμο
και κανείς δεν τον μαζεύει.
Με κάτι τέτοιες «εκκρίσεις ντεμοντέ»
θ΄ ασχοληθούμε τώρα;

Εμείς ζούμε στον αιώνα της Δόξας!
Με ηλεκτρονικούς εγκεφάλους
με ηλεκτρονικούς Δασκάλους
ηλεκτρονικούς συζύγους
ηλεκτρονικούς εραστές.

Με τη φόρα που πήραμε – αύριο
θα ΄χουμε κι ηλεκτρονικές μητέρες!
Που θα γεννάνε… νούμερα.
Ψόφια, αλλά σοφά!

Πηγή: https://www.neolaia.gr/2019/01/27/menelaos-loudemis-poiimata/2

Please follow and like us:
error0

Ο Μενέλαος Λουντέμης (1912-1977)

Ο Μενέλαος Λουντέμης (Αγία Κυριακή Αιγιαλού 14 Ιανουαρίου 1912 -Αθήνα 22 Ιανουαρίου 1977), με πραγματικό όνομα Δημήτρης Βαλασιάδης, ήταν ένας από τους αξιότερους και πολυδιαβασμένους συγγραφείς της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Γνωστός και με το προσωνύμιο «Μαξίμ Γκόργκι της Ελλάδας» (εκ του Ρώσου λογοτέχνη και ιδρυτή του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στη λογοτεχνία), ο Λουντέμης υπήρξε ένας πολυγραφότατος δημιουργός, εκ των πιο αγαπημένων, που έφυγε απ΄τη ζωή στις 22 Ιανουαρίου του 1977, ένα χρόνο μετά την επιστροφή του απ’ τη Ρουμανία, όπου είχε παραπεμφθεί εξόριστος από τους στρατοδίκες 20 χρόνια νωρίτερα.

Ο Μενέλαος Λουντέμης
Ο Μενέλαος Λουντέμης

Ο Βίος του Μενέλαου Λουντέμη

Ο Μενέλαος Λουντέμης γεννήθηκε το 1912 στο χωριό Αγία Κυριακή της Μικράς Ασίας και μετά τη μικρασιατική καταστροφή, περιπλανήθηκε με την οικογένειά του ωσότου εγκατασταθούν τελικά στο χωριό Εξαπλάτανος της Έδεσσας το 1923.Ήταν γόνος εύπορης οικογένειας, όμως έχασε τα πάντα στον Μεγάλο ξεριζωμό, πράγμα που τον ανάγκασε να εργάζεται ήδη απ’ τα νεανικά του χρόνια πολύ σκληρά ως λούστρος, ψάλτης, δάσκαλος και λαντζιέρης.Στην κατοχή συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση στο πλευρό του ΕΑΜ και διετέλεσε γραμματέας της οργάνωσης διανοουμένων. Η στράτευσή του στην Αριστερά και η πολιτική δράση του στους κόλπους του ΚΚΕ του στοίχισε την αποβολή του απ’ όλα τα γυμνάσια της χώρας, ενώ κατά τη διάρκεια του εμφυλίου συλλαμβάνεται για τα αριστερά του φρονήματα, δικάζεται για εσχάτη προδοσία και καταδικάζεται σε θάνατο, ποινή που, ωστόσο, δεν εκτελέστηκε ποτέ. Αντ’ αυτού, εξορίστηκε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Μακρόνησο και στον Άι Στράτη, μαζί με αριστερούς διανοούμενους της εποχής, όπως τον Θεοδωράκη, τον Ρίτσο, τον Θέμο Κορνάρο και πολλούς άλλους.

Ο Μενέλαος Λουντέμης και η κληρονομιά του

Ο Μενέλαος Λουντέμης άφησε πίσω του μια αξιοσημείωτη πνευματική κληρονομιά, περίπου 45 βιβλίων, και δραστηριοποιήθηκε κυρίως το Μεσοπόλεμο, πράγμα που τον εντάσσει στον κύκλο των Ελλήνων λογοτεχνών του μεσοπολέμου που στράφηκαν προς τον κοινωνικό ρεαλισμό. Σύμφωνα με τον ίδιο μάλιστα, σκοπός του ήταν η καταγραφή της πραγματικότητας ως έχει και η ανάδειξη των μεγάλων κοινωνικών ανισοτήτων.Τα γραπτά του ένα κράμα γλυκού αισθαντισμού και λυρισμού με έντονους συμβολισμούς και βιωματικά στοιχεία, περιστρεφόμενα συνήθως γύρω από ένα κεντρικό χαρακτήρα που μοιράζεται μαζί μας την προσωπική οπτική της μοναξιάς, της δυστυχίας του κόσμου, της κοινωνικής καταπίεσης, του ανεκπλήρωτου έρωτα.

Ενδεικτικά, τα γνωστότερα μυθιστορήματά του: «Οι κερασιές θα ανθίσουν και φέτος», «Συννεφιάζει», αλλά και το μπεστ-σέλερ του «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα», είναι μερικά από τα πιο πολυδιαβασμένα έργα των δεκαετιών 1950, ’60, ’70.

Τα διηγήματα και ποιήματά του μια διαυγής «κραυγή» ρεαλισμού, αμεσότητας και λυρισμού.

Για τις πικρές «αλήθειες» στα έργα του, την πηγαία ευαισθησία και το υπαρξιακό του βάθος, για αυτούς και άλλους πολλούς λόγους, τον θυμόμαστε και διαβάζουμε τα ποιήματά του με την ίδια συγκίνηση και αγάπη. Ούτως η άλλως, τα περισσότερα είναι και παραμένουν διαχρονικά, καθιστώντας τον έναν από τους πιο παθιασμένους και τρυφερούς παρατηρητές της σκληρής ελληνικής, αλλά και απανταχού πραγματικότητας.

Πηγή: https://www.neolaia.gr/2019/01/27/menelaos-loudemis-poiimata/

Please follow and like us:
error0

Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε (1809-1849)

Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε (Edgar Allan Poe, 19 Ιανουαρίου 1809 – 7 Οκτωβρίου 1849) ήταν Αμερικανός ποιητής και πεζογράφος. Υπήρξε ένας από τους κύριους εκπροσώπους του αμερικανικού ρομαντισμού. To λογοτεχνικό του έργο είχε σημαντική επίδραση στην παγκόσμια λογοτεχνία, αποτελώντας θεμέλιο λίθο για την εξέλιξη σύγχρονων λογοτεχνικών ειδών, όπως η αστυνομική λογοτεχνία ή οι ιστορίες τρόμου και φαντασίας.

Για τη ζωή και την προσωπικότητα του Πόε υπάρχουν αρκετές πληροφορίες, συχνά αντιφατικές, ωστόσο ελάχιστα γεγονότα μπορούν να επιβεβαιωθούν ή να επαληθευθούν μέσα από επίσημες πρωτογενείς πηγές ή έγγραφα. Πολλά βιογραφικά στοιχεία για τον Πόε βρίσκονταν ή και παραμένουν υπό καθεστώς αμφισβήτησης, όπως η ημερομηνία γέννησής του, τα αίτια του θανάτου του, η ημέρα ταφής του, οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις, καθώς και άλλες σκοτεινές πλευρές της ζωής του, όπως η σχέση του με το ποτό ή άλλες ναρκωτικές ουσίες.

Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε
Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Ο Βίος του Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε γεννήθηκε το 1809 στη Βοστώνη και οι γονείς του ήταν ηθοποιοί. Ο πατέρας του, Ντέιβιντ Πόε, εγκατέλειψε την οικογένεια του τον Ιούλιο του 1811 ενώ πέθανε πέντε μήνες αργότερα, στις 11 Δεκεμβρίου. Η μητέρα του, Ελίζαμπεθ Άρνολντ Χόπκινς, υπέφερε από φυματίωση και πέθανε στις 8 Δεκεμβρίου 1811, ενώ ο Πόε ήταν μόλις δύο ετών. Μετά το θάνατο της μητέρας του, έζησε στο σπίτι του επιτυχημένου εμπόρου καπνού Τζον Άλλαν και μεγάλωσε στην πόλη Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια.

Το 1815 η οικογένεια Άλλαν μετακόμισε στη Σκωτία και την Αγγλία, όπου έζησαν συνολικά για πέντε χρόνια. Στο διάστημα αυτό, ο Πόε φοίτησε σε δύο αγγλικά σχολεία κοντά στην πόλη του Λονδίνου. Μετά την επιστροφή του στο Ρίτσμοντ, εγγράφηκε στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια, το 1826, όπου παρέμεινε μόνο για ένα χρόνο. Ήρθε σε σύγκρουση με τον πατριό του, εξαιτίας οικονομικών χρεών που ανέπτυξε μέσω της χαρτοπαιξίας, κατά την περίοδο των σπουδών του. Τελικά ο Πόε εγκατέλειψε το σπίτι των Άλλαν και κατατάχθηκε το 1827 στον αμερικανικό στρατό, πιθανότατα για λόγους οικονομικής επιβίωσης. Στην αίτηση κατάταξής του δήλωσε το όνομα Έντγκαρ Α. Πέρι, αναφέροντας επίσης ως ηλικία τα 22 χρόνια ενώ ήταν δεκαοκτώ ετών.

Τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο, μία ποιητική συλλογή με τίτλο Ταμερλάνος και άλλα ποιήματα. Το 1829 εκδόθηκε το δεύτερο ποιητικό βιβλίο του, το Al Aaraaf, ενώ παράλληλα έκανε αίτηση εγγραφής στην στρατιωτική ακαδημία του Γουέστ Πόιντ, με την υποστήριξη του πατριού του. Εκεί θεωρείται πως ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο άλλων ρομαντικών  ποιητών, ενώ σύντομα ανέπτυξε εκ νέου οικονομικά χρέη. Υπήρξε σκόπιμα αμελής ως προς τα καθήκοντά του γεγονός που οδήγησε τελικά στην απόλυσή του. Αμέσως μετά, ο Πόε μετακόμισε στη Βαλτιμόρη, όπου έζησε με τη θεία του Μαρία Κλεμ και την πρώτη του εξαδέλφη Βιρτζίνια Ελίζα Κλεμ. Προκειμένου να συντηρείται οικονομικά, ξεκίνησε να γράφει πεζά κείμενα υποβάλλοντας συμμετοχή σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Το 1833, βραβεύθηκε για το διήγημά του Μήνυμα στο μπουκάλι, γεγονός που του εξασφάλισε μία πρώτη αναγνώριση σε ένα περιορισμένο τοπικό λογοτεχνικό κύκλο.

Τον Δεκέμβριο του 1835 άρχισε να εργάζεται ως συντάκτης στην  εφημερίδα Southern Literary Messenger («Λογοτεχνικός Αγγελιοφόρος του Νότου»), στο Ρίτσμοντ. Την ίδια περίοδο νυμφεύθηκε τη δεκατριάχρονη εξαδέλφη του, η οποία στο πιστοποιητικό του γάμου τους αναφερόταν ψευδώς πως ήταν είκοσι ενός ετών.

Το 1838 εκδόθηκε η Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πυμ (The Narrative of Arthur Gordon Pym) ενώ το καλοκαίρι του επόμενου χρόνου, ο Πόε μετακόμισε στη Φιλαδέλφεια, όπου ξεκίνησε να εργάζεται ως βοηθός συντάκτη στο περιοδικό Burton’s Gentleman’s Magazine. Δημοσίευσε αρκετά άρθρα, διηγήματα και κριτικές απολαμβάνοντας ολοένα και μεγαλύτερη φήμη. Το ίδιο διάστημα, εκδόθηκε η δίτομη συλλογή έργων του Tales of the Grotesque and Arabesque (Ιστορίες του Γκροτέσκου και του Αραβουργήματος), η οποία αν και δεν αποτέλεσε σημαντική εμπορική επιτυχία, επαινέθηκε από την κριτική και θεωρείται σήμερα ορόσημο στην ιστορία της αμερικανικής λογοτεχνίας. Ο Πόε εγκατέλειψε τη θέση του μετά από περίπου ένα χρόνο και ανέλαβε χρέη βοηθού συντάκτη στο περιοδικό Graham’s Magazine.

Στις 20 Ιανουαρίου 1842, η σύζυγός του έδειξε για πρώτη φορά δείγματα πως έπασχε από φυματίωση και, υπό το βάρος της ασθένειάς της, ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε κατέφυγε στο ποτό. Εγκατέλειψε εκ νέου την θέση του στο Graham’s Magazine και επέστρεψε στη Νέα Υόρκη όπου εργάστηκε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στην εφημερίδα Evening Mirror και ως συντάκτης στην έκδοση του Broadway Journal. Στις 29 Ιανουαρίου 1845 εκδόθηκε το ποίημά του Το Κοράκι (The Raven), ένα από τα πιο γνωστά έργα του, το οποίο του προσέφερε μεγάλη αναγνώριση, γεγονός που τον βοήθησε επίσης να αυξήσει το ισχνό του εισόδημα δίνοντας διαλέξεις. Ανατυπώθηκε σε αρκετές εφημερίδες και περιοδικά, ωστόσο ο ίδιος ο Πόε δεν αποκόμισε οικονομικά οφέλη από το ίδιο το έργο εξαιτίας της έλλειψης νόμων περί πνευματικών δικαιωμάτων.

Τον Ιανουάριο του 1847, η σύζυγός του Βιρτζίνια πέθανε και τον επόμενο χρόνο ο Πόε αρραβωνιάστηκε την ποιήτρια Σάρα Έλεν Ουίτμαν. Ο προγραμματισμένος τους γάμος τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, πιθανότατα εξαιτίας των προβλημάτων του Πόε με το ποτό. Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή, η μητέρα της Ουίτμαν είχε σημαντική συμβολή στη διάλυση της σχέσης τους. Με βάση την αλληλογραφία του Πόε εκείνης της περιόδου, γνωρίζουμε ότι επιχείρησε να αυτοκτονήσει με υπερβολική δόση λάβδανου. Αργότερα, ο Πόε επέστρεψε στο Ρίτσμοντ, όπου αρραβωνιάστηκε την Σάρα Ελμίρα Ρόυστερ και μαζί όρισαν ως ημερομηνία του γάμου τους την 17η Οκτωβρίου 1849.

Το τέλος του Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Ο τάφος του Πόε στη Βαλτιμόρη

Σύμφωνα με επιστολή του προς τη Μαρία Κλεμ στις 18 Σεπτεμβρίου 1849, ο Πόε θα πραγματοποιούσε ένα ταξίδι στη Φιλαδέλφεια, προκειμένου να συναντήσει την ποιήτρια Λέον Λάουντ, με αφορμή την επιμέλεια της έκδοσης ενός τόμου με έργα της. Ανακαλύφθηκε σε παραληρηματική κατάσταση στους δρόμους της Βαλτιμόρης από έναν περαστικό, ο οποίος μετά από σχετική υπόδειξη του Πόε, έστειλε επιστολή στον δρα. J. E. Snodgrass, ενημερώνοντάς τον σχετικά. Ο Snodgrass έλαβε την επιστολή στις 3 Οκτωβρίου και την ίδια ημέρα φρόντισε, μαζί με τον θείο του Πόε, Χένρυ Χέρινγκ, για τη μεταφορά του Πόε στο νοσοκομείο, όπου τελικά πέθανε στις 7 Οκτωβρίου. Καθώς δεν κατάφερε κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του να συνέλθει επαρκώς, ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πώς είχε οδηγηθεί στην κατάστασή του. Όταν βρέθηκε, φορούσε ρούχα που πιστεύεται ότι δεν του ανήκαν, ενώ επανειλημμένα πρόφερε το όνομα Ρέυνολντς κατά την διάρκεια της τέταρτης νύχτας που έμεινε στο νοσοκομείο. Σύμφωνα με επιστολή του ιατρού δρα. John J. Moran που εξέτασε τον Πόε στο νοσοκομείο, προς τη θεία του, οι τελευταίες του λέξεις ήταν “Lord help my poor soul” («Κύριε βοήθησε τη φτωχή ψυχή μου»).

Η πραγματική αιτία θανάτου του Έντγκαρ Άλλαν Πόε παραμένει ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα και δεν υπάρχει μία οριστική θέση, καθώς ουδέποτε υπήρξε ή βρέθηκε ένα επίσημο πιστοποιητικό θανάτου. Ο Snodgrass, ο οποίος γνώριζε προσωπικά τον Πόε και βρέθηκε μαζί του στις τελευταίες του ημέρες, βεβαίωνε πως ο θάνατός του ήταν απόρροια αλκοολισμού. Αντίθετα, ο Δρ. John Moran, θεωρούσε πως ο θάνατός του δεν σχετιζόταν με χρήση κάποιου είδους τοξικής ουσίας. Τόσο τα γραπτά του Snodgrass όσο και του Moran, με θέμα τις τελευταίες ημέρες ζωής του Πόε, περιέχουν σημαντικές αντιφάσεις με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζονται εν γένει με δυσπιστία από τους μελετητές και βιογράφους του συγγραφέα. Πληθώρα άλλων θεωριών έχουν προταθεί επίσης, μεταξύ αυτών πιθανή σύφιλη, επιληψία, δηλητηρίαση, δολοφονία ή λύσσα, θεωρίες όμως που δεν επιβεβαιώνονται μέχρι σήμερα από επίσημα ιατρικά έγγραφα ή αναφορές.

Η ταφή του έγινε στις 8 ή 9 Οκτωβρίου και ο τάφος του βρίσκεται στη Βαλτιμόρη, όπου αποτελεί ένα ιδιαίτερο αξιοθέατο της περιοχής. Την ημέρα της ταφής του Πόε, μία νεκρολογία δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα New York Tribune, υπογεγραμμένη με το ψευδώνυμο Ludwig, το οποίο όπως αποκαλύφθηκε αργότερα ανήκε στον εκδότη και επιμελητή ανθολογιών, Ρούφους Ουίλμοτ Γκρίζγουολντ. Η νεκρολογία ανέφερε στην εισαγωγή της: «O Έντγκαρ Άλλαν Πόε είναι νεκρός. Πέθανε στη Βαλτιμόρη προχθές. Η ανακοίνωση αυτή θα τρομάξει αρκετούς, αλλά λίγοι θα νιώσουν θλίψη για το γεγονός.» και θεωρείται απόρροια της εχθρότητας που είχε καλλιεργηθεί μεταξύ του Πόε και του Γκρίσγουολντ.

160 χρόνια μετά τον θάνατό του, στις 12 Οκτωβρίου 2009, έγινε η κηδεία του ομοιώματος του ποιητή, με τιμές, στη Βαλτιμόρη.

Για πολλές δεκαετίες, το νωρίτερο από το 1930, έως και το 2008, στον τάφο του Πόε εμφανίζονταν ένας μυστηριώδης θαυμαστής κατά τις πρώτες πρωινές ώρες των γενεθλίων του Πόε, στις 19 Ιανουαρίου, ο οποίος άφηνε κόκκινα τριαντάφυλλα στον τάφο του και έκανε πρόποση με ένα μπουκάλι κονιάκ.

Επιρροή του έργου του Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Το έργο του Έντγκαρ Άλλαν Πόε είχε σημαντική επιρροή τόσο στην αμερικανική όσο και στην παγκόσμια λογοτεχνία, αποτελώντας το θεμέλιο λίθο για σύγχρονα είδη όπως η αστυνομική λογοτεχνία και οι ιστορίες τρόμου ή φαντασίας. Θεωρείται πρωτοπόρος στο είδος του αστυνομικού μυθιστορήματος, το οποίο ανέπτυξε μέσα από τις τρεις ιστορίες του με ήρωα τον Ωγκύστ Ντυπέν (Auguste Dupin), μεταξύ αυτών Οι Δολοφονίες της Οδού Νεκροτομείου. Τα έργα αυτά αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τις μεταγενέστερες ιστορίες του Άρθουρ Κόναν Ντόυλ, με κεντρικό ήρωα τον Σέρλοκ Χολμς.

Η φήμη του Πόε υπήρξε αρκετά μεγάλη τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη. Αμερικανοί λογοτέχνες που εκτιμούσαν το έργο του και επηρεάστηκαν από αυτό, ήταν ο Ουώλτ Ουίτμαν, ο Χ. Φ. Λάβκραφτ, ο Γουίλιαμ Φώκνερ, καθώς και ο Χέρμαν Μέλβιλ. Αντιθέτως, ο Μαρκ Τουαίην υπήρξε αυστηρός κριτής του, όπως και ο ποιητής Τ. Σ. Έλιοτ, ο οποίος ωστόσο εκτιμούσε το κριτικό του έργο.

Ιδιαίτερα σημαντική επίδραση είχε το έργο του Πόε στη γαλλική  λογοτεχνία και ειδικότερα στον γαλλικό συμβολισμό. Ο Κάρολος Μπωντλαίρ μετέφρασε σχεδόν το σύνολο των πεζών του κειμένων, καθώς και αρκετά ποιήματα του. Σε επαφή με το έργο του ήρθε και ο ποιητής Στεφάν Μαλλαρμέ, ο οποίος επίσης μετέφρασε έργα του, ενώ αφιέρωσε δικά του ποιήματα στον Πόε. Επηρέασε σημαντικά και τον Ιούλιο Βερν, ο οποίος έγραψε ένα δοκίμιο για το έργο του, Poe et ses oeuvres (Ο Πόε και τα έργα του), ενώ το μυθιστόρημα του Η Σφίγγα των Πάγων (Le Sphinx des glaces), αποτελούσε συνέχεια της Αφήγησης του Άρθρουρ Γκόρντον Πυμ του Πόε. Ενδεικτικό της επίδρασης του Πόε στη Γαλλία, είναι επιπλέον το γεγονός πως οι ζωγράφοι Εντουάρ Μανέ  και Γκυστάβ Ντορέ φιλοτέχνησαν αναπαραστάσεις έργων του. Σε μεταγενέστερη περίοδο, ο Πωλ Βαλερύ και ο Μαρσέλ Προυστ υπήρξαν επίσης θαυμαστές του. Με αφετηρία τη Γαλλία, έργα του μεταφέρθηκαν στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στην Αγγλία, μεταξύ των λογοτεχνών που τα εκτίμησαν, υπήρξαν ο Άλγκερνον Σουίνμπουρν και ο Όσκαρ Ουάιλντ.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Έντγκαρ_Άλαν_Πόε

Please follow and like us:
error0

Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (1809-1892)

Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (27 Δεκεμβρίου 1809 – 16 Ιανουαρίου 1892) ήταν Φαναριώτης λόγιος, ρομαντικός ποιητής της Α’ Αθηναϊκής Σχολής, πεζογράφος, καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, πολιτικός και διπλωμάτης.

Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής
Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής 

Ο Βίος του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή

Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 27 Δεκεμβρίου του 1809, γιος του Ιάκωβου Ρίζου Ραγκαβή, αλλά τα παιδικά του χρόνια, 1813 -1821, τα πέρασε στο Βουκουρέστι, στην αυλή του ηγεμόνα της Βλαχίας  Αλέξανδρου Σούτσου, που ήταν συγγενής του, στην Στεφανούπολη (το σημερινό Μπρασόβ της Ρουμανίας) και την  Οδησσό της Ρωσίας (1821-1825), όπου φοίτησε στο Λύκειο και τελικά στο Μόναχο από το 1825, όπου φοίτησε στη Στρατιωτική Σχολή της  Βαυαρίας έχοντας υποτροφία από τον Βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκο τον Α΄, μέχρι το 1829.

Στην Ελλάδα (Ναύπλιο) εγκαταστάθηκε από το 1829, ως ανθυπολοχαγός του πυροβολικού, αλλά γρήγορα παραιτήθηκε, καθώς θεωρούσε ότι είχε αδικηθεί, αφού, όπως αναφέρει στα Απομνημονεύματά του, το κράτος, στην προσπάθεια να προσελκύσει ξένους αξιωματικούς στον Ελληνικό Στρατό, έδινε σ’ αυτούς δύο βαθμούς ανώτερους από αυτούς που είχαν στην πατρίδα τους. Μετά την παραίτησή του από τον στρατό σταδιοδρόμησε σε διοικητικές και κυβερνητικές θέσεις. Κατά τα έτη  1831-1841 υπηρέτησε ως Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας, (επεξεργάστηκε σχέδιο για την οργάνωση της Μέσης Εκπαίδευσης και του Πανεπιστημίου). Ήταν ο πρώτος γενικός γραμματέας της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας κατά την ίδρυσή της το 1837.

Μεταξύ 1841-1844 εργάστηκε στο Υπουργείο Εσωτερικών, όπου επεξεργάστηκε σχέδιο για την καταπολέμηση της ληστείας, ενός από τα σοβαρότερα προβλήματα που απασχολούσαν το νεοσύστατο κράτος.

Το 1844, όταν εφαρμόστηκε ο νόμος που απαγόρευε την υπηρέτηση ετεροχθόνων στο δημόσιο, απολύθηκε και διορίστηκε καθηγητής  Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Στην πνευματική ζωή της χώρας άρχισε να συμμετέχει ενεργά αμέσως μετά την άφιξή του στην Ελλάδα. Το ποίημά του Δήμος και Ελένη, που μαζί με τον Οδοιπόρο του Π. Σούτσου είναι το πρώτο έργο του αθηναϊκού ρομαντισμού, δημοσιεύτηκε το 1831 και ακολούθησε μεγάλος αριθμός  λογοτεχνικών αλλά και επιστημονικών έργων. Το 1847 άρχισε να εκδίδει το περιοδικό Ευτέρπη μαζί με τον φίλο και συμμαθητή του Γρηγόριο Καμπούρογλου. Από το 1849 αποχώρησε από την Ευτέρπη και συμμετείχε στην έκδοση του περιοδικού Πανδώρα, μαζί με τους Νικόλαο Δραγούμη και Κων/νο Παπαρρηγόπουλο. Σε αυτά τα περιοδικά δημοσίευσε και αρκετά από τα διηγήματά του, καθώς και το μυθιστόρημα Ο Αυθέντης του Μορέως και τη νουβέλα Ο Συμβολαιογράφος. Από το 1851 συμμετείχε στην κριτική επιτροπή των ποιητικών διαγωνισμών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Είχε μάλιστα επισημάνει τους κινδύνους από τις ακρότητες του ρομαντισμού, παρ’ όλο που το 1837 ο πρόλογός του στο δραματικό έργο του Φροσύνη  αποτελούσε κατά κάποιον τρόπο το μανιφέστο του ρομαντισμού στην Ελλάδα.

Το 1856-1859 διετέλεσε Υπουργός Εξωτερικών («Επί των Εξωτερικών και του Βασιλικού Οίκου γραμματεύς της Επικράτειας») στην Κυβέρνηση Δημητρίου Βούλγαρη 1855 και στην Κυβέρνηση Αθανασίου Μιαούλη 1857.

Το 1859 οι απόψεις του για την ενίσχυση των ελληνικών προϊόντων, αποτέλεσαν την αιτία δημιουργίας ενός κινήματος της νεολαίας με ηγέτη τον γιο του Κλέωνα και αποκορύφωμα τα Σκιαδικά. Το ίδιο έτος ήταν μέλος στην τριμελή επιτροπή των ελλανοδικών στο Καλλιτεχνικό Τμήμα των Α’ Ολυμπίων.

Το 1867 παραιτήθηκε από τη θέση του στο Πανεπιστήμιο, για να αφοσιωθεί στο διπλωματικό του έργο. Υπηρέτησε ως πρεσβευτής της  Ελλάδας στις ΗΠΑ από το 1867 (ο πρώτος Έλληνας πρεσβευτής εκεί), στην Κωνσταντινούπολη, στο Παρίσι το 1868 και στο Βερολίνο από το 1874 μέχρι το 1887, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. Ήταν ένας από τους Έλληνες πληρεξούσιους στο Συνέδριο του Βερολίνου το 1878.

Πέθανε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου του 1892.

Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής ο λόγιος

Ο Α. Ρ. Ραγκαβής ήταν ευρυμαθής λόγιος με πολλά ενδιαφέροντα. Το οικογενειακό του περιβάλλον ήταν περιβάλλον λογίων: αδερφός της μητέρας του ήταν ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός και ξαδέρφια του οι λογοτέχνες Αλέξανδρος και Παναγιώτης Σούτσος. Στην αυλή του ηγεμόνα Αλέξανδρου Σούτσου στο Βουκουρέστι, όπου έζησε από το 1813 ως το 1821 ήρθε σε επαφή με την ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Στο Μόναχο είχε παρακολουθήσει μαθήματα του Σέλλινγκ και μιλούσε άπταιστα 2-3 ξένες γλώσσες.

Ποιητικό έργο

Πρωτοεμφανίστηκε με το εκτενές αφηγηματικό ποίημα Δήμος και Ελένη το 1831, που είναι γραμμένο σύμφωνα με την τεχνική του  δημοτικού τραγουδιού και η γλώσσα του προσεγγίζει αρκετά την καθομιλουμένη. Την ίδια περίοδο επίσης έγραψε πολλά ποιήματα πατριωτικά, εμπνευσμένα από την ελληνική επανάσταση, τα οποία μιμούνται τους τρόπους του δημοτικού τραγουδιού. Το πιο γνωστό απ’ αυτά είναι Ο Κλέφτης. Σε αυτά τα ποιήματα, τα οποία βέβαια απευθύνονται στο ευρύτερο κοινό, η γλώσσα του προσεγγίζει τη δημοτική. Ένα από τα πιο αξιόλογα ποιήματά του είναι η Ωδή για τον Αθανάσιο Χριστόπουλο, ποίημα που επαινούσε και ο Διονύσιος Σολωμός. Τα πρώτα έργα του είναι επηρεασμένα από τον ρομαντισμό και στον πρόλογο του δραματικού έργου του Φροσύνη (1837) παρουσίαζε την  ρομαντική λογοτεχνική θεωρία και αυτοχαρακτηριζόταν ρομαντικός. Σταδιακά όμως απέρριψε τον ακραίο ρομαντισμό: οι απόψεις του και η γραφή του άρχισαν να μεταβάλλονται προς τον κλασικισμό και η γλώσσα του να γίνεται ακόμα περισσότερο αρχαΐζουσα. Παραδείγματα τέτοιων έργων είναι οι εκτενείς ποιητικές συνθέσεις Διονύσου πλους  (1864) και Γοργός ιέραξ (1871), με θέματα από την αρχαιότητα.

Το ποιητικό του έργο κινείται στο κλίμα της Α’ Αθηναϊκής Σχολής, υπερτερεί όμως σε σχέση με άλλα έργα των συγχρόνων του ποιητών αφού δεν έχει τα μειονεκτήματα του ατημέλητου ύφους και μέτρου και της έλλειψης ακριβολογίας. Η γλώσσα του είναι βέβαια αυστηρή καθαρεύουσα, αλλά πολύ κομψή και επιμελημένη.

Πεζογραφικό έργο

Στο πεζογραφικό του έργο δεσπόζει το ιστορικό μυθιστόρημα Ο Αυθέντης του Μορέως. Είναι το πρώτο νεοελληνικό ιστορικό μυθιστόρημα και ακολουθεί το πρότυπο του Sir Γουόλτερ Σκοτ. Έγραψε πολλά διηγήματα, σε μια εποχή που το αυτό το είδος δεν είχε γνωρίσει ακόμα την ανάπτυξη που γνώρισε αργότερα. Γι’ αυτό κάποιοι μελετητές τον χαρακτηρίζουν «πατέρα του νεοελληνικού διηγήματος». Τα διηγήματά του βέβαια σπανίως διαδραματίζονται στην Ελλάδα και δεν έχουν καμία σχέση με την ελληνική πραγματικότητα, με εξαίρεση το εκτενέστερο απ’ αυτά, Ο συμβολαιογράφος, ενώ κάποια είναι διασκευές ή παραφράσεις ξένων· αυτός και ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίον οι μεταγενέστεροι λογοτέχνες και κριτικοί τον «κατηγόρησαν» ότι δεν αξιοποίησε το συγγραφικό ταλέντο του για να δώσει «γνήσια ελληνικά» διηγήματα.

Θεατρικό έργο

Έγραψε αρκετά θεατρικά έργα, τραγικά και κωμικά, τα οποία όμως δεν γνώρισαν μεγάλη σκηνική επιτυχία κυρίως επειδή ήταν απρόσφορα για σκηνική παρουσίαση. Τα δραματικά του έργα είναι εμπνευσμένα από την ελληνική ιστορία, από την αρχαιότητα (Οι τριάκοντα), το βυζάντιο (Δούκας) ώς την ελληνική επανάσταση (Η παραμονή). Στα κωμικά του έργα, το πιο γνωστό από τα οποία είναι Του Κουτρούλη ο γάμος, επιχείρησε την μορφολογική αναγέννηση της κλασικής αριστοφανικής κωμωδίας, με χρήση αρχαϊκών μέτρων, χορικών και παράβασης.

Παράλληλα ο Ραγκαβής έπαιξε μεγάλο ρόλο και στην οργάνωση της θεατρικής ζωής της χώρας και συμμετείχε στις πρώτες προσπάθειες δημιουργίας θεατρικών φορέων και επιχειρήσεων (Φιλοδραματική Εταιρεία, Εταιρεία του εν Αθήναις Θεάτρου). Συχνά δίδασκε ηθοποιούς και επέβλεπε την προετοιμασία παραστάσεων και διοργάνωνε και ερασιτεχνικές παραστάσεις έργων με φοιτητές του Πανεπιστημίου.

Η Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας

Σημαντικό έργο του, ως προς την ιστορική του αξία, είναι η Ιστορία της νεοελληνικής φιλολογίας, πρώτη ως τότε συστηματική απόπειρα καταγραφής της ελληνικής λογοτεχνίας, στην οποία υπερασπίζεται τη λόγια γλώσσα και τη φαναριώτικη ποίηση. Θεωρεί ότι μόνο αυτή είναι άξια συνέχεια της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας. Απορρίπτει τη δημοτική γλώσσα ως ακατάλληλη για να εκφράσει υψηλά ποιητικά νοήματα και το δημοτικό τραγούδι ως προϊόν της αμάθειας του λαού, που επιβίωσε μόνο επειδή κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας δεν υπήρχε άλλη, αξιολογότερη παραγωγή. Απορρίπτει επίσης και την κρητική λογοτεχνία, ως μίμηση ξένων προτύπων και μη γνήσια γλώσσα, γεμάτη ιταλισμούς. Για την επτανησιακή σχολή γράφει ότι υπάρχουν βέβαια ποιητές με ταλέντο, αλλά δεν αποδέχεται τη δημοτική γλώσσα που χρησιμοποιούσαν. Όπως είναι φυσικό, καταλήγει σε έπαινο της Α’ Αθηναϊκής Σχολής και ιδιαιτέρως των δύο εξαδέρφων του,  Αλέξανδρου και Παναγιώτη Σούτσου στους οποίους αφιερώνει περισσότερες σελίδες απ’ ό,τι στον Κάλβο και τον Σολωμό! Απάντηση στην Ιστορία του Ραγκαβή έδωσε ο Ιούλιος Τυπάλδος με επιστολή προς τον Σπυρίδωνα δε Βιάζη, στην οποία ανασκευάζει όλες τις απόψεις του.

Η Εργογραφία του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή

Ποίηση

  • Δήμος και Ελένη, 1831
  • Διάφορα ποιήματα, τ.Α 1837, τ.Β 1840
  • Διονύσου πλους, 1864
  • Γοργός ιέραξ, 1871

(Στα Άπαντά του, τ.Α 1874 Λυρική ποίηση, Β 1874 Δραματική και διηγηματική ποίηση, Γ-Δ 1871 Δραματική ποίηση)

Θεατρικά έργα

Έγραψε επίσης τα ακόλουθα δραματικά έργα:

  • Του Κουτρούλη ο Γάμος (κωμωδία), 
  • Δούκας (τραγωδία),
  • Οι Τριάκοντα Τύραννοι,
  • Η Εύα (της ελληνικής επανάστασης),

τα ρομάντζα:

  • Ο Πρίγκιπας του Μοριά,
  • Λέιλα 
  • Ο συμβολαιογράφος

Πεζογραφία

  • Διάφορα Διηγήματα τ. Α 1855, τ.Β 1857, τ.Γ 1859
  • Ο Αυθέντης του Μορέως, ιστορικό μυθιστόρημα, 1850

(Στα Άπαντά του, τ.Η, Ι, ΙΑ Διηγήματα)

Άλλα έργα

  • Μεταφράσεις αρχαίων δραμάτων, Δάντη, Σαίξπηρ, Γκαίτε, Σίλλερ (Άπαντα τ. Ε-Ζ 1875,Θ 1875,ΙΒ 1885,Ιθ 1889)
  • Αρχαιολογικές μελέτες (΄Απαντα τ. ΙΓ-ΙΔ 1885, ΙΕ-ΙΖ 1889)
  • Απομνημονεύματα τ.Α 1894, τ.Β 1895, τ.Γ-Δ 1930
  • Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 1877 στα Γαλλικά και 1882 στα Γερμανικά
  • Περίληψις Ιστορίας της Νεοελληνικής Φιλολογίας 1887

https://el.wikipedia.org/wiki/Αλέξανδρος_Ρίζος_Ραγκαβής

Please follow and like us:
error0

Ο Γεώργιος Δροσίνης (1859-1951)

Ο Γεώργιος Δροσίνης (9 Δεκεμβρίου 1859 – 3 Ιανουαρίου 1951) ήταν Έλληνας ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος. Ήταν ένας από τους πρωτοπόρους της Νέας Αθηναϊκής Σχολής στην ποίηση και της  ηθογραφίας στην πεζογραφία. Η πρώτη ποιητική του συλλογή Ιστοί Αράχνης σηματοδότησε την εμφάνιση της Νέας Αθηναϊκής Σχολής ενώ το διήγημά του Χρυσούλα κέρδισε το πρώτο βραβείο στον πρώτο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Η Εστία» το 1883.

Ο Γεώργιος Δροσίνης
Ο  Γεώργιος Δροσίνης

Ο Βίος του Γεωργίου Δροσίνη

Ο Γεώργιος Δροσίνης γεννήθηκε σε ένα αρχοντικό της Πλάκας στην Αθήνα από γονείς Μεσολογγίτες. Ήταν γιος του Χρήστου Δροσίνη, που εργαζόταν ως ανώτατος υπάλληλος στο Υπουργείο Οικονομικών και της Αμαλίας Πετροκόκκινου, της οποίας η οικογένεια είχε κατεβεί στην Αθήνα με τον Καποδίστρια. Η οικογένεια του Δροσίνη, εκτός από εύπορη ήταν και γνωστή για τη συνεισφορά της στον  εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821. Παππούς του ήταν ο Γιώργης Καραγιώργης, που σκοτώθηκε στην Έξοδο του Μεσολογγίου το 1826 ενώ ο προπάππος του ήταν ο Καπετάν-Αναστάσης Δροσίνης, γνωστός και ως ο Πρωτοκλέφτης των Αγράφων.

Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών και μεταγράφηκε στη φιλοσοφική σχολή μετά από σύσταση του Νικόλαου Πολίτη. Το 1885 συνέχισε τις σπουδές του στην Ιστορία της τέχνης στο εξωτερικό, στα Πανεπιστήμια της Λειψίας, της Δρέσδης και του  Βερολίνου, στη Γερμανία, χωρίς όμως να πάρει κάποιο πτυχίο. Επίσης ανήκε στον κύκλο των προοδευτικών ποιητών (μαζί με τους Νίκο Καμπά και Κωστή Παλαμά) που επιδίωκαν να ανανεώσουν τον ποιητικό τους λόγο και να καθιερώσουν την δημοτική ως επίσημη γλώσσα της λογοτεχνίας.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού «Η Εστία», το οποίο μετέτρεψε σε καθημερινή  εφημερίδα το 1894. Παράλληλα με την λογοτεχνική προσφορά του, συνεισέφερε σημαντικά σε πολλούς τομείς της πνευματικής και κοινωνικής ζωής της χώρας: ήταν γραμματέας του «Συλλόγου προς διάδοση ωφελίμων βιβλίων» που είχε ιδρύσει ο Δημήτριος Βικέλας από το 1899. Ιδρυτής του Ημερολογίου της Μεγάλης Ελλάδας το 1922, διευθυντής του Τμήματος Γραμμάτων και Καλών Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας (1914-1920) και 1922-1923 και τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από την ίδρυσή της το 1926.

Το 1918 αγόρασε μαζί με τον αδελφό του το σπίτι του θείου τους Διομήδη Κυριακού στην Κηφισιά και από το 1939 έμενε μόνιμα στο οίκημα αυτό που είχε μετονομασθεί σε έπαυλη Αμαρυλλίδα. Έζησε εκεί τα δύσκολα χρόνια του πολέμου και της κατοχής μέχρι το τέλος της ζωής του την 3 Ιανουαρίου 1951. Το σπίτι αυτό έχει αναπαλαιωθεί, είναι σήμερα ιδιοκτησία του Δήμου Κηφισιάς και στεγάζει τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κηφισιάς από το 1991 και το Μουσείο Δροσίνη από το 1997.

Στο μουσείο αυτό υπάρχει μέσα ολόκληρο το έργο του Δροσίνη και το οποίο περιλαμβάνει: Τις πρώτες εκδόσεις των βιβλίων του, Περιοδικά και λεξικά, προσωπικά αντικείμενα του ποιητή και πλούσιο λαογραφικό υλικό.

  • Στον 1ο όροφο βρίσκεται ή δανειστική βιβλιοθήκη και το τμήμα των ηλεκτρονικών υπολογιστών με ελεύθερη πρόσβαση στο Ίντερνετ.
  • Η αριστερή αίθουσα του 2ου ορόφου περιλαμβάνει: Συλλογές βιβλίων παλιά αναγνωστικά, οικογενειακές φωτογραφίες και τις πρώτες εκδόσεις του Ιστορικού λεξικού της Νέας Ελληνικής της Ακαδημίας των Αθηνών, το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών που απονεμήθηκε στον Δροσίνη, την ιδιόγραφη διαθήκη του και διάφορα άλλα προσωπικά αντικείμενά του.
  • Η δεξιά αίθουσα του 2ου ορόφου περιλαμβάνει: Ολόκληρο το λογοτεχνικό έργο του καθώς φυλάσσονται μεταφρασμένα παραμύθια, παρτιτούρες με μελοποιημένα ποιήματα, παλιοί τόμοι των εικονογραφημένων περιοδικών Εστία, της Διάπλασης Των Παίδων, Σχολικά Βοηθήματα, την λαογραφική βιβλιοθήκη, Το Ημερολόγιο Της Μεγάλης Ελλάδας, Χειρόγραφα, Επιστολές, Σχετικά άρθρα από ελληνικές και ξένες εφημερίδες, Προσωπικά του είδη και το Παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής που του απονεμήθηκε για την πνευματική του προσφορά.
  • Ο 3ος όροφος είναι ειδικά διαμορφωμένος για τις επισκέψεις μαθητών. Περιλαμβάνει αφιερώματα του ίδιου του λογοτέχνη και των ηρώων των ποιημάτων του όπως της Αμαρρυλίδος, της Αμυγδαλιάς και του Μπάρμπα-Δήμου, ένα παλιό γραμμόφωνο με δίσκους, λαογραφικό υλικό και αφίσες από πίνακες γνωστών ζωγράφων και οι οποίες τυπώθηκαν στην Λειψία για λογαριασμό του περιοδικού της Εστίας.

Στο μουσείο οργανώνονται εκπαιδευτικές ξεναγήσεις σε ομάδες επισκεπτών και σε μαθητές σχολείων.

Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Γεώργιος Δροσίνης μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους διανοούμενους ολόκληρου του κόσμου με την οποία αφενός μεν καυτηριαζόταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.

Τιμήθηκε με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών της «Ακαδημίας Αθηνών», ενώ το 1947 προτάθηκε από το Ελληνικό Κράτος για το βραβείο Νόμπελ, σε αναγνώριση της αξίας του έργου του, το οποίο τελικά απονεμήθηκε στο Γάλλο λογοτέχνη Αντρέ Ζιντ (André Gide).

Το έργο του Γεωργίου Δροσίνη

Ο Γ. Δροσίνης ασχολήθηκε εξίσου με την πεζογραφία και την ποίηση, αλλά σημαντικότερο θεωρείται το ποιητικό του έργο. Άρχισε να δημοσιεύει τα πρώτα ποιήματά του το 1878 στην εφημερίδα «Ραμπαγάς», με το ψευδώνυμο «Αράχνη». Ανήκε στον κύκλο των προοδευτικών ποιητών, που επεδίωκαν να ανανεώσουν τον ποιητικό λόγο, να τον απαλλάξουν από τον στόμφο και την απαισιοδοξία της Α’ Αθηναϊκής Σχολής και να καθιερώσουν την δημοτική ως επίσημη γλώσσα της λογοτεχνίας. Η χρονολογία έκδοσης της πρώτης του ποιητικής συλλογής, το 1880, είναι το ορόσημο της εμφάνισης της Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Ο Δροσίνης συνέχισε να υπηρετεί την ποίηση ως το τέλος της ζωής του, χωρίς όμως η ποιητική του τέχνη να παρουσιάσει κάποια εξέλιξη.

Τα πεζογραφικά έργα του Δροσίνη εντάσσονται στον χώρο της  ηθογραφίας: απεικονίζουν σκηνές από την αγροτική ζωή, ήθη, έθιμα και παραδόσεις του λαού της υπαίθρου. Ο συγγραφέας εξ άλλου ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τη Λαογραφία (ήταν ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας) και είχε ασχοληθεί με τη συλλογή τραγουδιών, εθίμων και παραδόσεων. Το κύριο γνώρισμά των μυθιστορημάτων και των διηγημάτων του είναι ο ειδυλλιακός  χαρακτήρας. Παρ’ όλο που στην ποίηση ήταν ένας από τους πρωτοπόρους του δημοτικισμού, οι γλωσσικές του επιλογές στην πεζογραφία ήταν συντηρητικότερες, κάτι που αποτελεί μια από τις βασικές αδυναμίες του πεζογραφικού του έργου.

Ποίηση

  • Ιστοί Αράχνης, 1880
  • Σταλακτίται, 1881
  • Ειδύλλια , 1884
  • Αμάραντα , 1890
  • Γαλήνη (1891-1902) , 1902
  • Φωτερά Σκοτάδια (1903-1914) , 1915
  • Κλειστά βλέφαρα (1914-1917) , 1918
  • Πύρινη Ρομφαία-Αλκυονίδες (1912-1921), 1921
  • Το μοιρολόι της όμορφης, 1927
  • Θα βραδιάζη (1915-1922), 1930
  • Είπε: (1912-1932), 1932
  • Φευγάτα Χελιδόνια (1911-1935), 1936
  • Σπίθες στη στάχτη, 1940
  • Λαμπες, 1947

Μυθιστορήματα

  • Αμαρυλλίς, 1886
  • Το βοτάνι της ζωής, 1901
  • Το βοτάνι της αγάπης, 1901
  • Έρση (μυθιστόρημα), 1922
  • Ειρήνη (μυθιστόρημα), 1945

Συλλογές διηγημάτων

  • Αγροτικαί επιστολαί, 1882
  • Διηγήματα και αναμνήσεις, 1886
  • Διηγήματα των αγρών και της πόλεως, 1904
  • Το ανθισμένο ξύλο-Τρεις εικόνες (διηγήματα), 1948

Παραμύθια

  • Παιδικά παραμύθια, 1889
  • Ελληνική Χαλιμά. Τα ωραιότερα παραμύθια του ελληνικού λαού, 1921 και 1926

Άλλα

  • Παράδοξος γάμος (κωμωδία μονόπρακτη), 1878
  • Το μήλον (κωμωδία), 1884
  • Τρεις ημέραι εν Τήνω 1888
  • Αι μέλισσαι 1890
  • Αι όρνιθες 1895
  • Το ψάρευμα 1908
  • Συλλογαί φυσικής ιστορίας 1912
  • Οι τυφλοί 1924
  • Η σκοπευτική άσκησις του έθνους 1938
  • Ο κυνηγός 1948
  • Ημερολόγιο της πολιορκίας του Μεσολογγίου 1958
  • Γεώργιος Νάζος 1966
  • Επιστολαί του Νικολάου Γύζη 1969
  • Ο Μπαρμπα-Δήμος 1974
  • Θαλασσινά τραγούδια 1884
  • Ιστορικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, εκδόσεις δωρική 1972

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Γεώργιος_Δροσίνης

Please follow and like us:
error0

Ο Τέλλος Άγρας (1899-1944)

Ο Τέλλος Άγρας (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Ευάγγελου Ιωάννου, Καλαμπάκα 1899 – Αθήνα 12 Νοεμβρίου 1944) ήταν Έλληνας ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και κριτικός λογοτεχνίας.

Ο Τέλλος Άγρας
Ο Τέλλος Άγρας

Ο Βίος του Τέλλου Άγρα

Ο Τέλλος Άγρας γεννήθηκε στην Καλαμπάκα, όπου υπηρετούσε τότε ως σχολάρχης ο πατέρας του Γεώργιος Ιωάννου. Η μητέρα του λεγόταν Ειρήνη Βλάχου, ενώ ο μικρότερος αδερφός του Χρήστος. Το 1899 όλη η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα και από εκεί το 1906 στο Λαύριο, όπου ο ποιητής τελείωσε το Δημοτικό και το Ελληνικό Σχολείο. Το  1916 αποφοίτησε από το Γυμνάσιο και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου έλαβε το πτυχίο του το 1923. Το  1924 εργάστηκε στο Υπουργείο Γεωργίας και Τουρισμού. Το 1927 διορίστηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη, θέση στην οποία παρέμεινε έως το θάνατό του.

Μετά τον θάνατο του πατέρα του, το 1938, ο Τέλλος Άγρας μετακόμισε μαζί με τη μητέρα του στην Αθήνα και πιο συγκεκριμένα στην οδό Αγαθουπόλεως, όπου παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Στη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής χειροτέρεψε η ευαίσθητη κατάσταση της υγείας του. Στις 11 Οκτωβρίου 1944, τραυματίζεται από αδέσποτη σφαίρα των αλληλοσυγκρουόμενων Ταγμάτων Ασφαλείας και του ΕΑΜ  στον αστράγαλο, μεταφέρεται στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός, όπου τελικά πεθαίνει το Νοέμβριο από σηψαιμία.

Συγγραφική δραστηριότητα του Τέλλου Άγρα

Η συγγραφική δραστηριότητα του Τέλλου Άγρα ξεκίνησε το 1907 όταν αλληλογραφούσε ως συνδρομητής του περιοδικού Η Διάπλασις των Παίδων ενώ από το 1911 άρχισε να γράφει τακτικά πλέον στη στήλη συνεργασίας συνδρομητών του περιοδικού με το ψευδώνυμο Τέλλος Άγρας. Το Μάιο του 1923, όταν δηλαδή τέλειωσε τη Νομική, γράφει στη Διάπλαση των Παίδων το πεζογράφημα «Αποχαιρετισμός». Συνεργάζεται και με άλλα περιοδικά, όπως με τη Λύρα, τον Βωμό, τους Νέους κ.ά.

Το 1918 βραβεύεται στο Σεβαστοπούλειο Διαγωνισμό, ενώ κερδίζει και βραβείο στο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού Εσπερία  στο  Λονδίνο. Το 1921 έδωσε διάλεξη για τον Καβάφη στην αίθουσα του Ελληνικού Ωδείου. Την ίδια χρονιά μεταφράζει τις Στροφές του γαλλόφωνου Έλληνα ποιητή Ζαν Μορεάς (Jean Moreas).

Ο Τέλλος Άγρας έγραψε κυρίως ποίηση και κριτική λογοτεχνίας. Συχνά έγραφε και στο περιοδικό «Νέα Εστία», της οποίας διετέλεσε και αρχισυντάκτης για ένα διάστημα, ενώ δημοσιεύει κείμενά του στα περιοδικά «Ελληνικά Γράμματα», «Νέα Ζωή», «Αλεξανδρινή Τέχνη», «Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου» και σε πολλά άλλα έντυπα καθώς και στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού (1928).

Το 1934 κυκλοφόρησαν Τα βουκολικά και τα εγκώμια, η πρώτη ποιητική του συλλογή και το 1939 η δεύτερη με τίτλο Καθημερινές, που τιμήθηκε το 1940 με το «Α΄Κρατικό Βραβείο Ποίησης».

Ποιήματά του μελοποιήθηκαν από τους: Νένα Βενετσάνου, Ορφέα Περίδη, Νότη Μαυρουδή και Γιάννη Σπανό.

Απόψεις – Κρίσεις για το έργο του

«Ο Τέλλος Άγρας τοποθετείται στους Έλληνες ποιητές του μεσοπολέμου, τους λεγόμενους νεορομαντικούς ή παρακμιακούς (Καρυωτάκης, Κλέων Παράσχος, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κώστας Ουράνης κ.ά.). Το ποιητικό του έργο είναι αποτέλεσμα δημιουργικής αφομοίωσης του πνεύματος του γαλλικού συμβολισμού και αισθητισμού ( Moreas, Laforgue, Verlain, Mallarme, Baudelaire κ.ά.), αλλά και της ελληνικής ποιητικής παράδοσης από το δημοτικό τραγούδι ως τον Ιωάννη Πολέμη, τον Κωστή Παλαμά, το Μιλτιάδη Μαλακάση και τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Κινήθηκε στα πλαίσια της εσωτερικότητας, της μελαγχολίας, της νοσηρότητας και της απαισιοδοξίας των συγχρόνων του, υιοθέτησε την ειδυλλιακή ενατένιση του παρελθόντος, ωστόσο παράλληλα χάρη στη βαθιά πνευματική του καλλιέργεια αρνήθηκε να παραδοθεί στην απελπισία και αγωνίστηκε να κρατηθεί από την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.»
»Πρέπει τέλος να σημειωθεί η αξία του κριτικού του έργου που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη οξυδέρκεια, ευαισθησία, βαθιά γνώση της φιλοσοφίας και επαρκή ενημέρωση για τις σύγχρονές του ευρωπαϊκές θεωρίες της λογοτεχνίας και τον τοποθετεί στην πρωτοπορία της νεοελληνικής κριτικής σκέψης.
»

Η εργογραφία του Τέλλου Άγρα

Ποίηση

  • Τα βουκολικά και τα εγκώμια – Το φθινοπωρινό ειδύλλιο – Βουκολικά – Μεταφράσεις – Τα Εγκώμια – Παραφωνίες – Σπουδές – Μπαλάντες – Καθημερινές (1917-1924), εκδ. Δημητράκος, Αθήνα 1934.
  • Καθημερινές – Το σπίτι κ’ η γειτονιά – Αττική – Αγάπη (1923-1930), εκδ. Δημητράκος, Αθήνα χ.χ.
  • Τριαντάφυλλα μιανής ημέρας, επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος, εκδ. Φέξης, Αθήνα 1965.
  • Επιλογή απ’ τα ποιήματα, εκδ. Ερμής, 1996.
  • Τα ποιήματα, τόμος Α΄, Εκδόσεις Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, 2014.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Τέλλος_Άγρας_(ποιητής)

Please follow and like us:
error0

Ο Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)

Ο Οδυσσέας Ελύτης (2 Νοεμβρίου 1911 – 18 Μαρτίου 1996), φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλλη του Παναγιώτη, ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, μέλος της λογοτεχνικής γενιάς      του ’30. Διακρίθηκε το 1960 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το 1979 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, γνωστός για τα ποιητικά του έργα Άξιον Εστί, Ήλιος ο πρώτος, Προσανατολισμοί κ.α. Διαμόρφωσε ένα προσωπικό ποιητικό ιδίωμα και θεωρείται ένας από τους ανανεωτές της ελληνικής ποίησης. Πολλά ποιήματά του μελοποιήθηκαν ενώ συλλογές του έχουν μεταφραστεί μέχρι σήμερα σε πολλές ξένες γλώσσες. Το έργο του περιλάμβανε ακόμα μεταφράσεις ποιητικών και θεατρικών έργων. Υπήρξε μέλος της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Τέχνης και της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Κριτικής, Αντιπρόσωπος στις Rencontres Internationales της Γενεύης και Incontro Romano della Cultura της Ρώμης.

Ο Οδυσσέας Ελύτης
Ο Οδυσσέας Ελύτης

Ο Βίος του Οδυσσέα Ελύτη

Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ήταν το τελευταίο από τα έξι παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλλη και της Μαρίας Βρανά. Ο πατέρας του καταγόταν από τον συνοικισμό Καλαμιάρης της Παναγιούδας Λέσβου και είχε εγκατασταθεί στην πόλη του Ηρακλείου από το 1895, όταν σε συνεργασία με τον αδελφό του ίδρυσε ένα εργοστάσιο σαπωνοποιίας και πυρηνελαιουργίας. Το παλαιότερο όνομα της οικογένειας Αλεπουδέλλη ήταν Λεμονός, το οποίο αργότερα μετασχηματίστηκε σε Αλεπός. Η μητέρα του καταγόταν από τον Παππάδο της Λέσβου.

Το 1914, ο πατέρας του μετέφερε τα εργοστάσιά του στον Πειραιά και η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. O Οδυσσέας Ελύτης εγγράφτηκε το 1917 στο ιδιωτικό σχολείο Δ.Ν. Μακρή, όπου φοίτησε για επτά χρόνια, έχοντας μεταξύ άλλων δασκάλους του τον Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο και τον Ι.Θ. Κακριδή. Τα πρώτα καλοκαίρια της ζωής του πέρασαν στην Κρήτη, στη Λέσβο και στις Σπέτσες. Το Νοέμβριο του 1920, μετά την πτώση του Βενιζέλου, η οικογένειά του αντιμετώπισε διώξεις, με αποκορύφωμα τη σύλληψη του πατέρα του, εξαιτίας της προσήλωσής της στις βενιζελικές ιδέες. Ο ίδιος ο Βενιζέλος είχε στενές σχέσεις με την οικογένεια και είχε φιλοξενηθεί συχνά στην οικία της στο κτήμα του Ακλειδιού. Το 1923 ταξίδεψε οικογενειακώς στην Ευρώπη, επισκεπτόμενος την Ιταλία, την Ελβετία, τη Γερμανία και τη Γιουγκοσλαβία. Στη Λωζάνη ο ποιητής είχε την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Το φθινόπωρο του 1924 εγγράφτηκε στο Γ’ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών και συνεργάστηκε στο περιοδικό Η Διάπλασις των Παίδων, χρησιμοποιώντας διάφορα ψευδώνυμα. Όπως ο ίδιος ομολογεί πρωτογνώρισε τη νεοελληνική λογοτεχνία, αυτός ο θρεμμένος με παγκόσμια έργα του πνεύματος, που ξόδευε όλα του τα χρήματα αγοράζοντας βιβλία και περιοδικά. Εκτός από την ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία, ασχολήθηκε ενεργά με ορειβατικές εκδρομές στα βουνά της Αττικής και αντιδρώντας στη διάθεσή του για διάβασμα στράφηκε στον αθλητισμό. Ακόμη και τα βιβλία που αγόραζε, έπρεπε να έχουν σχέση με την ελληνική φύση: Καμπούρογλου, Κ.Πασαγιάννης, Στ. Γρανίτσας, κι ένας τρίτομος «Οδηγός της Ελλάδος». Την Άνοιξη του 1927 μία υπερκόπωση και μία αδενοπάθεια τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τις φίλαθλες τάσεις του καθηλώνοντας τον στο κρεβάτι για περίπου τρεις μήνες. Ακολούθησαν ελαφρά συμπτώματα νευρασθένειας και περίπου την ίδια περίοδο στράφηκε οριστικά προς τη λογοτεχνία, γεγονός που συνέπεσε με την εμφάνιση αρκετών νέων λογοτεχνικών περιοδικών όπως η Νέα Εστία και τα Ελληνικά Γράμματα.

Το καλοκαίρι του 1928 πήρε το απολυτήριο του γυμνασίου με βαθμό 73/11. Μετά από πιέσεις των γονέων του, αποφάσισε να σπουδάσει χημικός, ξεκινώντας ειδικά φροντιστήρια για τις εισαγωγικές εξετάσεις του επόμενου έτους. Την ίδια περίοδο ήρθε σε επαφή με το έργο του Καβάφη και του Κάλβου ανανεώνοντας τη γνωριμία του με τη θελκτική αρχαία λυρική ποίηση. Παράλληλα ανακάλυψε το έργο του Πωλ Ελυάρ και των Γάλλων υπερρεαλιστών, που επέδρασαν σημαντικά στις ιδέες του για τη λογοτεχνία, σύμφωνα με τον ίδιο: «…μ’ ανάγκασαν να προσέξω κι αδίστακτα να παραδεχτώ τις δυνατότητες που παρουσίαζε, στην ουσία της ελεύθερης ενάσκησής της, η λυρική ποίηση».

Τα Νέα Γράμματα του Οδυσσέα Ελύτη

Όπως ο Ελύτης αναγνωρίζει, το 1935 στάθηκε μια ιδιαίτερη χρονιά στην πνευματική πορεία του. Τον Ιανουάριο κυκλοφόρησε το περιοδικό Νέα Γράμματα. Το Φεβρουάριο γνώρισε τον Ανδρέα Εμπειρίκο, που χαρακτηριστικά τον περιέγραψε: «…ο μεγάλης αντοχής αθλητής της φαντασίας, με γήπεδο την οικουμένη ολόκληρη και διασκελισμό τον Έρωτα. Το έργο του, κάθε του καινούργιο έργο, ζωσμένο από ένα μικρό ουράνιο τόξο, είναι μια υπόσχεση προς την ανθρωπότητα, μια δωρεά που αν δεν την κρατούν ακόμα όλοι στα χέρια τους είναι αποκλειστικά και μόνον από δική τους αναξιότητα». Τον ίδιο μήνα ο Εμπειρίκος έδωσε διάλεξη με θέμα «Υπερρεαλισμός, μια νέα ποιητική σχολή», που αποτέλεσε και την πρώτη επίσημη παρουσίαση του υπερρεαλισμού στο ελληνικό κοινό. Οι δύο ποιητές συνδέθηκαν με στενή φιλία, που κράτησε πάνω από 25 χρόνια. Το Μάρτιο της ίδιας χρονιάς, εκτός από το Μυθιστόρημα του Σεφέρη, κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή Υψικάμινος του Εμπειρίκου, με ποίηση ορθόδοξα υπερρεαλιστική. Ο Ελύτης, δέκα χρόνια νεότερος, είδε να ανοίγεται μπροστά του διάπλατη μια πόρτα σε μια νέα ποιητική πραγματικότητα, όπου μπορούσε με τα δικά του εφόδια να θεμελιώσει το ποιητικό του οικοδόμημα. Το Πάσχα οι δυο φίλοι επισκέφτηκαν τη Λέσβο, όπου με τη συμπαράσταση των Μυτιληνιών ζωγράφων Ορέστη Κανέλλη και Τάκη Ελευθεριάδη ήρθαν σε επαφή με την τέχνη του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου, που είχε πεθάνει ένα χρόνο πριν. Κατά τη διάρκεια μιας συγκέντρωσης του κύκλου των Νέων Γραμμάτων στο σπίτι του ποιητή Γ.Κ. Κατσίμπαλη, οι παριστάμενοι κράτησαν ορισμένα χειρόγραφα του Ελύτη, με το πρόσχημα να τα μελετήσουν καλύτερα, και τα στοιχειοθέτησαν κρυφά παρουσιάζοντάς τα αργότερα στον ίδιο τον Ελύτη με το ψευδώνυμο Οδυσσέας Βρανάς, με στόχο τη δημοσίευσή τους. Ο Ελύτης αρχικά ζήτησε την απόσυρσή τους απευθύνοντας ειδική επιστολή στον Κατσίμπαλη, ωστόσο τελικά πείστηκε να δημοσιευτούν αποδεχόμενος επίσης το ψευδώνυμο Οδυσσέας Ελύτης. Η δημοσίευση των πρώτων ποιημάτων του στα Νέα Γράμματα έγινε το Νοέμβριο του 1935, στο 11ο τεύχος του περιοδικού.

Ο Ελύτης δημοσίευσε επίσης μεταφράσεις ποιημάτων του Ελυάρ και στο προλογικό του άρθρο παρουσιάζει το δημιουργό τους ως τον ποιητή που «Ό,τι γράφει φτάνει αμέσως στην καρδιά μας, μας χτυπάει κατάστηθα σαν κύμα ζωής άλλης βγαλμένης από το άθροισμα των πιο μαγικών ονείρων μας». Το 1936 η ομάδα των νέων λογοτεχνών ήταν πιο στέρεη και μεγαλύτερη. Ο Ελύτης γνωρίστηκε επίσης με τον ποιητή Νίκο Γκάτσο, που μερικά χρόνια αργότερα τύπωσε την υπερρεαλιστική «Αμοργό». Το 1937 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών στην Κέρκυρα, αλληλογραφώντας παράλληλα με το Νίκο Γκάτσο και το Γιώργο Σεφέρη που βρίσκονταν στην Κορυτσά. Λίγο μετά την απόλυσή του, τον επόμενο χρόνο, ο Μήτσος Παπανικολάου δημοσίευσε το άρθρο «Ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης» στα Νέα Γράμματα, το οποίο συνέβαλε στην καθιέρωσή του.Το 1939 εγκατέλειψε οριστικά τις νομικές σπουδές και μετά από αρκετές δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε περιοδικά, τυπώθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο Προσανατολισμοί. Τον επόμενο χρόνο, μεταφράστηκαν για πρώτη φορά ποιήματά του σε ξένη γλώσσα, όταν ο Samuel Baud Bovy δημοσίευσε ένα άρθρο για την ελληνική ποίηση στο ελβετικό περιοδικό Formes et Couleurs.

Ο Οδυσσέας Ελύτης στο Αλβανικό μέτωπο

Με την έναρξη του πολέμου ο Ελύτης κατατάχθηκε ως ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου Α’ Σώματος Στρατού. Στις 13 Δεκεμβρίου 1940 μετατέθηκε στη ζώνη πυρός και στις 26 Φεβρουαρίου του επόμενου χρόνου μεταφέρθηκε με σοβαρό κρούσμα κοιλιακού τύφου στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων. Στη διάρκεια της κατοχής υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του «Κύκλου Παλαμά», που ιδρύθηκε στις 30 Μαΐου του 1943. Εκεί, την Άνοιξη του 1942 ανακοινώνει το δοκίμιό του «Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Α. Κάλβου».

Ο Οδυσσέας Ελύτης στην Ευρώπη

Το 1948 ταξίδεψε στην Ελβετία, για να εγκατασταθεί στη συνέχεια στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στη Σορβόνη. Περιγράφοντας τις εντυπώσεις του από την παραμονή του στη Γαλλία, σχολίασε τα συναισθήματα και τις σκέψεις του: «Ένα ταξίδι που θα μ’ έφερνε πιο κοντά στις πηγές της μοντέρνας τέχνης, συλλογιζόμουνα. Χωρίς να λογαριάζω ότι θα μ’ έφερνε συνάμα πολύ κοντά και στις παλιές μου αγάπες, στα κέντρα όπου είχαν δράσει οι πρώτοι Υπερρεαλιστές, στα καφενεία όπου είχαν συζητηθεί τα Μανιφέστα, στη Rue de l’Odeon και στην Place Blanche, στο Montparnasse και στο St.Germain des Pres». Στο Παρίσι υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Association Internationale des Critiques d’ Art ενώ είχε επίσης την ευκαιρία να γνωριστεί με τους Αντρέ Μπρετόν, Πωλ Ελυάρ, Αλμπέρ Καμύ, Τριστάν Τζαρά, Πιερ Ζαν Ζουβ, Χουάν Μιρό και άλλους.

Με τη βοήθεια του Ελληνογάλλου τεχνοκριτικού E. Teriade, που πρώτος είχε προσέξει την αξία του έργου του συμπατριώτη του Θεόφιλου, συνάντησε τους μεγάλους ζωγράφους Ανρί Ματίς, Μαρκ Σαγκάλ, Αλμπέρτο Τζιακομέτι, Τζόρτζιο ντε Κίρικο και Πικάσο, για του οποίου το έργο έγραψε αργότερα άρθρα και αφιέρωσε στην τέχνη του το ποίημα «Ωδή στον Πικασσό». Το καλοκαίρι του 1950 ταξίδεψε στην Ισπανία ενώ κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Λονδίνο, από τα τέλη του 1950 μέχρι το Μάιο 1951, συνεργάστηκε με το Β.Β.C. πραγματοποιώντας τέσσερις ραδιοφωνικές ομιλίες. Λίγο νωρίτερα είχε ξεκινήσει τη σύνθεση του Άξιον Εστί.

Ο Οδυσσέας Ελύτης επιστρέφει στην Ελλάδα

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, το 1952 έγινε μέλος της «Ομάδας των Δώδεκα», που κάθε χρόνο απένειμε βραβεία λογοτεχνίας, από την οποία παραιτήθηκε το Μάρτιο του 1953 αλλά επανήλθε δύο χρόνια αργότερα. Το 1953 ανέλαβε και πάλι για ένα χρόνο τη Διεύθυνση Προγράμματος του Ε.Ι.Ρ, διορισμένος από την κυβέρνηση Παπάγου, θέση από την οποία παραιτήθηκε τον επόμενο χρόνο. Στο τέλος του έτους έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Πολιτισμού στη Βενετία, και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν.

Το 1958, μετά από μία δεκαπενταετή περίπου περίοδο ποιητικής σιωπής, δημοσιεύτηκαν αποσπάσματα από το Άξιον Εστί, στην Επιθεώρηση Τέχνης. Το έργο εκδόθηκε το Μάρτιο του 1960 από τις εκδόσεις Ίκαρος, αν και φέρεται τυπωμένο το Δεκέμβριο του 1959. Λίγους μήνες αργότερα απέσπασε για το Άξιον Εστί το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Την ίδια περίοδο εκδόθηκαν και οι «Έξη και Μία Τύψεις για τον Ουρανό». Το 1961 με κυβερνητική πρόσκληση επισκέφτηκε τις Ηνωμένες Πολιτείες από τα τέλη Μαρτίου έως τις αρχές Ιουνίου. Τον επόμενο χρόνο μετά από ένα ταξίδι στη Ρώμη επισκέπτεται τη Σοβιετική Ένωση, προσκεκλημένος μαζί με τον Ανδρέα Εμπειρίκο και τον Γιώργο Θεοτοκά. Το δρομολόγιο που ακολούθησαν περιλάμβανε την Οδησσό, τη Μόσχα, όπου έδωσε μία συνέντευξη, και το Λένινγκραντ.

Το 1964 ξεκίνησε η ηχογράφηση του μελοποιημένου Άξιον Εστί από τον Μίκη Θεοδωράκη ενώ η συνεργασία του Ελύτη με το συνθέτη είχε ξεκινήσει ήδη από το 1961. Το ορατόριο του Θεοδωράκη εντάχθηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών και επρόκειτο αρχικά να παραουσιαστεί στο Ηρώδειο, ωστόσο το Υπουργείο Προεδρίας αρνήθηκε να το παραχωρήσει με αποτέλεσμα ο Ελύτης και ο Θεοδωράκης να αποσύρουν το έργο, το οποίο παρουσιάστηκε τελικά στις 19 Οκτωβρίου στο κινηματοθέατρο Rex.

To 1965 του απονεμήθηκε από τον Κωνσταντίνο Β΄ το παράσημο του Ταξιάρχου του Φοίνικος και το επόμενο διάστημα ολοκλήρωσε τη συλλογή δοκιμίων που θα συγκροτούσαν τα Ανοιχτά Χαρτιά. Παράλληλα πραγματοποίησε ταξίδια στη Σόφια, καλεσμένος της Ένωσης Βουλγάρων Συγγραφέων και στην Αίγυπτο. Μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, απήχε από τη δημοσιότητα ασχολούμενος κυρίως με τη ζωγραφική και την τεχνική του κολάζ, ενώ αρνήθηκε πρόταση να απαγγείλει ποιήματά του στο Παρίσι εξαιτίας της δικτατορίας που επικρατούσε. Στις 3 Μαΐου του 1969 εγκατέλειψε την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου ξεκίνησε τη συγγραφή της συλλογής Φωτόδεντρο. Λίγους μήνες αργότερα επισκέφτηκε για ένα διάστημα την Κύπρο, ενώ το 1971 επέστρεψε στην Ελλάδα και τον επόμενο χρόνο αρνήθηκε να παραλάβει το «Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας» που είχε θεσπίσει η δικτατορία. Μετά την πτώση της δικτατορίας, διορίστηκε πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ε.Ι.Ρ.Τ. και μέλος για δεύτερη φορά του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου (1974 – 1977). Παρά την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας να συμπεριληφθεί στους καταλόγους των βουλευτών επικρατείας, ο Ελύτης αρνήθηκε, παραμένοντας πιστός στην αρχή του να μην αναμιγνύεται ενεργά στην πολιτική πρακτική. Το 1977 αρνήθηκε επίσης την αναγόρευσή του ως Ακαδημαϊκό.

Το Βραβείο Νομπέλ του Οδυσσέα Ελύτη

Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν συνέχισε το πολύπλευρο πνευματικό του έργο. Το 1978 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ενώ το 1979 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η αναγγελία της απονομής του βραβείου από την Σουηδική Ακαδημία έγινε στις 18 Οκτωβρίου «για την ποίησή του, που με φόντο την ελληνική παράδοση, με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική οξύνοια ζωντανεύει τον αγώνα τού σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργία» σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης. Ο Ελύτης παρέστη στην καθιερωμένη τελετή απονομής του βραβείου στις 10 Δεκεμβρίου του 1979, παραλαμβάνοντας το βραβείο από τον βασιλιά Κάρολο Γουστάβο και γνωρίζοντας παγκόσμια δημοσιότητα. Τον επόμενο χρόνο κατέθεσε το χρυσό μετάλλιο και τα διπλώματα του βραβείου στο Μουσείο Μπενάκη. Την απονομή του Νομπέλ, ακολούθησαν τιμητικές διακρίσεις εντός και εκτός Ελλάδας, μεταξύ αυτών και η απονομή φόρου τιμής σε ειδική συνεδρίαση της Βουλής των Ελλήνων, η αναγόρευση του σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, η ίδρυση έδρας νεοελληνικών σπουδών με τίτλο «Έδρα Ελύτη», στο πανεπιστήμιο Rutgers του Νιου Τζέρσεϊ, καθώς και η απονομή του αργυρού μεταλλίου Benson από τη Βασιλική Φιλολογική Εταιρεία του Λονδίνου.

Πέθανε στις 18 Μαρτίου του 1996 από ανακοπή καρδιάς, στην Αθήνα.

Το έργο του Οδυσσέα Ελύτη

Ο Οδυσσέας Ελύτης αποτέλεσε έναν από τους τελευταίους εκπροσώπους της λογοτεχνικής γενιάς του ’30, ένα από τα χαρακτηριστικά της οποίας υπήρξε το ιδεολογικό δίλημμα ανάμεσα στην ελληνική παράδοση και τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Ο ίδιος ο Ελύτης χαρακτήριζε τη δική του θέση στη γενιά αυτή ως παράξενη σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «από το ένα μέρος ήμουνα ο στερνός μιας γενιάς, που έσκυβε στις πηγές μιας ελληνικότητας, κι απ’ την άλλη ήμουν ο πρώτος μιας άλλης που δέχονταν τις επαναστατικές θεωρίες ενός μοντέρνου κινήματος». Το έργο του έχει επανηλειμμένα συνδεθεί με το κίνημα του υπερρεαλισμού, αν και ο Ελύτης διαφοροποιήθηκε νωρίς από τον «ορθόδοξο» υπερρεαλισμό που ακολούθησαν σύγχρονοί του ποιητές όπως ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Νίκος Εγγονόπουλος ή ο Νικόλαος Κάλας. Επηρεάστηκε από τον υπερρεαλισμό και δανείστηκε στοιχεία του, τα οποία ωστόσο αναμόρφωσε σύμφωνα με το προσωπικό του ποιητικό όραμα, άρρηκτα συνδεδεμένο με το λυρικό στοιχείο και την ελληνική λαϊκή παράδοση. Οι επιρροές από τον υπερρεαλισμό διακρίνονται ευκολότερα στις δύο πρώτες ποιητικές συλλογές του Προσανατολισμοί (1940) και Ήλιος ο πρώτος (1943).

Μία από τις κορυφαίες δημιουργίες του υπήρξε το ποίημα Το Άξιον Εστί (1959), έργο με το οποίο ο Ελύτης διεκδίκησε θέση στην εθνική λογοτεχνία, προσφέροντας ταυτόχρονα μία «συλλογική μυθολογία» και ένα «εθνικό έργο». Η λογοτεχνική κριτική υπογράμμισε την αισθητική αξία του καθώς και την τεχνική του αρτιότητα. Η γλώσσα του επαινέθηκε για την κλασσική ακρίβεια της φράσης ενώ η αυστηρή δόμησή του χαρακτηρίστηκε ως άθλος που «δεν αφήνει να διαφανεί πουθενά ο παραμικρός βιασμός της αυθόρμητης έκφρασης». Τον «εθνικό» χαρακτήρα του Άξιον Εστί υπογράμμισαν μεταξύ άλλων ο Δ.Ν. Μαρωνίτης και ο Γ.Π. Σαββίδης, ο οποίος σε μία από τις πρώτες κριτικές του ποιήματος διαπίστωσε πως ο Ελύτης δικαιούταν το επίθετο «εθνικός», συγκρίνοντας το έργο του με αυτό του Σολωμού, του Παλαμά και του Σικελιανού.

Η μεταγενέστερη πορεία του Ελύτη υπήρξε πιο ενδοστρεφής, επιστρέφοντας στον αισθησιασμό της πρώιμης περιόδου του και σε αυτό που ο ίδιος ο Ελύτης αποκαλούσε ως έκφραση μιας «μεταφυσικής του φωτός»: «Έτσι το φως, που είναι η αρχή και το τέλος κάθε αποκαλυπτικού φαινομένου, δηλώνεται με την επίτευξη μιας ολοένα πιο μεγάλης ορατότητας, μιας τελικής διαφάνειας μέσα στο ποίημα που επιτρέπει να βλέπεις ταυτοχρόνως μέσα απ’ την ύλη και μέσα από την ψυχή». Ιδιόμορφο, αλλά και ένα από τα σημαντικότερα έργα του Ελύτη, μπορεί να χαρακτηριστεί το σκηνικό ποίημα Μαρία Νεφέλη (1978), στο οποίο χρησιμοποιεί – για πρώτη φορά στην ποίησή του – την τεχνική του κολάζ.

Πέρα από το ποιητικό του έργο, ο Ελύτης άφησε σημαντικά δοκίμια, συγκεντρωμένα στους τόμους Ανοιχτά Χαρτιά (1974) και Εν Λευκώ (1992), καθώς και αξιόλογες μεταφράσεις Ευρωπαίων ποιητών και θεατρικών συγγραφέων.

Ποιήματα

«Προσανατολισμοί», (1940) 
«Ηλιος ο πρώτος, παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα», (1943) 
«Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας», (1946) 
«Το Άξιον Εστί», (1959) 
«Έξη και μια τύψεις για τον ουρανό», (1960) «Το φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά», (1971) 
«Θάνατος και ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου», (1971)«Ο Ήλιος ο ηλιάτορας», (1971)«Το Μονόγραμμα», (1972) 
«Τα Ρω του Έρωτα», (1973) 
«Ο Φυλλομάντης», (1973)
«Τα Ετεροθαλή», (1974) 
«Σηματολόγιον», (1977) 
«Μαρία Νεφέλη», (1978) 
«Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας», (1982) 
«Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου», (1984) 
«Ο Μικρός Ναυτίλος», (1988) 
«Τα Ελεγεία της Οξώπετρας», (1991) «Η ποδηλάτισσα» , (1991)
«Δυτικά της λύπης», (1995) 
«Εκ του πλησίον» , (1998)

Πεζά, δοκίμια, συνεντεύξεις

  • «Η Αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Ανδρέα Κάλβου», (1942)
  • «Ο ζωγράφος Θεόφιλος» (1973))
  • «Ανοιχτά χαρτιά» (1974)
  • «Η μαγεία του Παπαδιαμάντη» (1976)
  • «Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο» (1978)
  • «Ιδιωτική Οδός» (1989)
  • «Τα Δημόσια και τα Ιδιωτικά» (1990)
  • «Εν λευκώ» (1992)
  • «Ο κήπος με τις αυταπάτες» (1995)
  • «Συν τοις άλλοις»,επιμ.: Ηλίας Καφάογλου, εκδ.Ύψιλον, 2011 [με 37 συνεντεύξεις του ποιητή]

Μεταφράσεις

  • «Δεύτερη γραφή» (1976)
  • «Σαπφώ» (1984)
  • «Η αποκάλυψη» (1985)

Μελοποιημένα έργα / ποιήματα του Ελύτη
Σημαντικός αριθμός ποιημάτων του Οδυσσέα Ελύτη έχει μελοποιηθεί και τραγουδηθεί από πολλούς καλλιτέχνες. Μερικά έργα αναφέρονται παρακάτω:

  • «Άξιον Εστί», Μίκης Θεοδωράκης
    • Της δικαιοσύνης Ήλιε νοητέ
    • Ένα το χελιδόνι
  • Μικρές Κυκλάδες
    • Του μικρού Βοριά, Μίκης Θεοδωράκης
    • Η Μάγια, Μίκης Θεοδωράκης
  • Τα Ρω του Έρωτα
    • Το θαλασσινό τριφύλλι, Λίνος Κόκκοτος
  • Η πεντάμορφη στον κήπο, Γιώργος Κουρουπός
  • Η νεροσταγόνα, Θόδωρος Αντωνίου
  • Με την πρώτη σταγόνα της βροχής, Μάνος Χατζιδάκις
  • Ο Ήλιος ο ηλιάτορας, Δημήτρης Λάγιος
  • «Προσανατολισμοί», Ηλίας Ανδριόπουλος – Οδυσσέας Ελύτης, δίσκος (1984)
  • Ο Ήλιος ο ηλιάτορας, Ζαράνης Πέτρος
  • Ο Αύγουστος, Ζαράνης Πέτρος

Πηγή: https://odysseas-elitis.weebly.com/betaiotaomicrongammarhoalphaphiiotakappaomicron.html#

Please follow and like us:
error0

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944)

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (31 Οκτωβρίου 1888 – 8 Ιανουαρίου 1944) ήταν Έλληνας ποιητής του μεσοπολέμου.

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης
Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης

Ο Βίος του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης γεννήθηκε στις 31 Οκτωβρίου 1888, στην πλατεία Αγίων Θεοδώρων στην Αθήνα και ήταν παιδί του Λεωνίδα Λαπαθιώτη, μαθηματικού και στρατιωτικού,  που διετέλεσε βουλευτής το 1903-1905 και έγινε υπουργός στρατιωτικών το 1909. Η μητέρα του, Βασιλική Παπαδοπούλου, ήταν ανιψιά του Χαρίλαου Τρικούπη. Άρχισε να γράφει ποιήματα από παιδί. Ένα πρωτόλειο έμμετρο δράμα του εκδόθηκε με φροντίδα του πατέρα του. Στα γράμματα εμφανίστηκε επίσημα το 1905, στο περιοδικό Νουμάς. Το 1907 μαζί με άλλους εννιά νεαρούς λογοτέχνες ίδρυσαν το περιοδικό Ηγησώ. Ο Λαπαθιώτης σπούδασε νομικά αν και δεν άσκησε ποτέ τη δικηγορία. Υποστηρικτής του Βενιζέλου στην αρχή, κατατάχτηκε στον στρατό ως ανθυπολοχαγός-διερμηνέας, θέση που διατήρησε ως το 1921. Στη δεκαετία του ’20 φυσά ο αέρας της Οκτωβριανής Επανάστασης. Επηρεάζει τους ποιητές του καιρού του, μαζί και τον Λαπαθιώτη που ενστερνίστηκε τον  κομμουνισμό. Το 1932 και μετά αρθρογραφούσε στο αριστερό περιοδικό «Πρωτοπόροι» το πεζό τραγούδι «Τραγούδι για το ξύπνημα του προλεταριάτου».

Ο Λαπαθιώτης ποτέ δεν έφυγε από το σπίτι του στις παρυφές του Λόφου Στρέφη. Στο διώροφο νεοκλασικό αρχοντικό, που σήμερα ερημώνει, έζησε πάνω από 40 χρόνια και εκεί έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού έργου του, αλλά και αυτοκτόνησε. Η μητέρα του Λαπαθιώτη πέθανε πριν την κατοχή, ο πατέρας του στις αρχές της.

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης έμεινε οικονομικά απροστάτευτος, οικογενειακά απροστάτευτος, καθώς, παρά την ελευθερία και την ελευθεριότητα με την οποία ζούσε, δεν κατάφερε ποτέ να ενηλικιωθεί και να αφήσει τους γονείς και την πατρική του στέγη. Δεν μπόρεσε ποτέ να βρει το κλειδί του βιοπορισμού, η μέριμνα της καθημερινότητας δεν τον απασχόλησε ποτέ. Κυκλοφορούσε μόνο τη νύχτα, εγκαταλειπόμενος στην ηδονή.

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης διάβαζε Ουώλτερ Χορέισο Πέιτερ, από τους βασικότερους θεωρητικούς εκφραστές του δόγματος «Η Τέχνη για την Τέχνη», το οποίο αποτέλεσε θεμέλιο του κινήματος του Αισθητισμού  και Όσκαρ Ουάιλντ. Πίστευε και αυτός ότι η τέχνη δεν έχει ηθικούς ή ωφελιμιστικούς λόγους ύπαρξης, σε αντίθεση με τις επικρατούσες απόψεις της εποχής του, οι οποίες ερμήνευαν το έργο τέχνης βάσει ηθικών και παιδευτικών αξιών.

Διέθετε μια από τις πλουσιότερες ιδιωτικές βιβλιοθήκες. Τη βιβλιοθήκη του την ξεπούλησε για να εξασφαλίζει ηρωίνη. Η ευαίσθητη, με μουσικότητα στίχων, μετρική ποικιλία και αγνή λυρική διάθεση, ποίησή του, χάθηκε σε δρόμους αδιέξοδους. Μας άφησε ένα μικρό σε όγκο, αλλά σημαντικό σε ποιότητα ποιητικό έργο. Θεωρείται από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νεοσυμβολιστικής και νεορομαντικής σχολής. Στα ποιήματά του σκύβουμε ακόμα και σήμερα με ενδιαφέρον, περιέργεια και απορία για την εκκεντρική αντισυμβατική και επικίνδυνη ζωή του.

Τα έργα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

  1. «Οι Περιπέτειες του Κονστάν Λαβρέτ» ημιτελές μυθιστόρημα (πρωτόλειο)
  2. «Νέρων ο Τύραννος», 1901, θεατρικό παιδικό έργο, που το τύπωσε ο πατέρας του
  3. «ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ», άρθρο στο Νουμά, 1916
  4. «Η Ζωή μου», ημιτελής αυτοβιογραφία (φτάνει έως το 1917) που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό Μπουκέτο το 1940.

Τα ποιήματα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

  • Τὰ καημένα τὰ πουλάκια
  • Τὰ χλωμά τὰ κοριτσάκια
  • Ἔχω ἕνα ἀηδόνι…
  • Ποιητής
  • Μυστικό…
  • Ἐπεισόδιο
  • Ἡ χαρά
  • Συντριβή
  • Ἀναμνήσεις
  • Τὸ παλιό μας τραγούδι
  • Μικρό Τραγούδι
  • Παραμύθι
  • Πόθος
  • Στο νυχτερινό κέντρο
  • Χειμωνιάτικο τοπίο
  • Ἐκ βαθέων
  • Στη φυλακή…
  • Κούραση
  • Κλείσε τὰ παράθυρα
  • Φαντάσματα
  • Βαθύ κι ἐξαίσιο βράδυ
  • Μοναξιά
  • Ἑκάτης πάθη
  • Νυχτερινό
  • Οἱ μπερντέδες
  • Ἐρωτικό
  • Οἱ κύκνοι τὸ φθινόπωρο
  • Λυπήσου
  • Προσμένω πάλι
  • Σπαρασμός
  • Ἄτιτλο
  • 1939
  • Φάντασμα
  • Προσμονή
  • Εἶμαι μόνος…
  • Ἐρινύες
  • Βαο, γαο, δαο
  • Τ᾿ ἁπλὸ παιδί πού ἐγὼ ἀγαπῶ…
  • Τραγούδι
  • Ὅταν βραδιάζει
  • Ἕνας χαμένος κύκλος
  • Ἀποχαιρετισμοί στη μουσική
  • Ἀποχαιρετισμός
  • Ἀποχαιρετιστήριο
  • Κραυγή

Πηγή: https://www.elculture.gr/blog/article/ναπολέων-λαπαθιώτης/


Please follow and like us:
error0

Ο Γιάννης Σκαρίμπας (1893-1984)

Ο Γιάννης Σκαρίμπας αν και γεννημένος στην Αγία Ευθυμία της Παρνασσίδας, ταυτίστηκε με τη Χαλκίδα, καθώς η πόλη αποτελεί σημείο αναφοράς στα κείμενά του. Mιλάει γι’ αυτήν με έναν βαθύτατο ερωτισμό σαν να απευθύνεται σε αγαπημένη γυναίκα.

Ο Γιάννης Σκαρίμπας, ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας
Ο Γιάννης Σκαρίμπας

Ο Βίος του Γιάννη Σκαρίμπα

Ο Γιάννης Σκαρίμπας γεννήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου του 1893 στην Αγία Ευθυμία της Παρνασσίδας από τον Ευθύμιο Σκαρίμπα και την Ανδρομάχη Σκαρτσίλα. Ήταν γόνος ιστορικής οικογένειας, αφού ο πατέρας του, Ευθύμιος Σκαρίμπας, ήταν απόγονος αγωνιστών της Επανάστασης του 1821. Ξεκίνησε τις εγκύκλιες σπουδές του στο σχολαρχείο του Αιγίου και τις ολοκλήρωσε στην Πάτρα στο Α’ Γυμνάσιο Πατρών. Υπηρέτησε στον Ελληνικό Στρατό ως ανθυπασπιστής στο 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων. Διορίστηκε τελωνοσταθμάρχης στην Ερέτρια (πρώην Νέα Ψαρά) και το 1915 εγκαταστάθηκε στη Χαλκίδα, για να εργαστεί εκεί ως εκτελωνιστής.

Εκεί, στη Χαλκίδα, όπου εγκαταστάθηκε μετά το γάμο του με την Ελένη Κεφαληνίτη, το 1919, άνοιξε τελωνειακό γραφείο, απέκτησε πέντε παιδιά και έζησε μια ζωή εμπόλεμη, δημιουργώντας έργα αιφνιδιαστικά, πρωτότυπα, ανεξάρτητα από σχολές και ρεύματα, μνημεία μιας προσωπικής τέχνης και υλικά μιας δικής του μυθολογίας.

Ο Γιάννης Σκαρίμπας ταυτίστηκε με τη Χαλκίδα –όπως ο Καρυωτάκης με την Πρέβεζα, ο Καβάφης με την Αλεξάνδρεια, ο Παπαδιαμάντης με τη Σκιάθο–, την έκανε σημείο αναφοράς στην ποίησή του, της έδωσε υπόσταση ερωτικού αντικειμένου και, ως σύμβολο ή ως μεταφορά, η επαρχιακή αυτή πόλη του μεσοπολέμου έγινε η σφραγίδα του ποιητικού του κόσμου.

Το έργο του Γιάννη Σκαρίμπα

Ο Γιάννης Σκαρίμπας εμφανίστηκε στα γράμματα κατά τη δεκαετία του 1910 με ποιήματα και πεζά που δημοσίευσε σε διάφορα περιοδικά της Αθήνας και στις εφημερίδες Εύριπος και Εύβοια της Χαλκίδας, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Κάλλις Εσπερινός. Η πρώτη του επίσημη εμφάνιση με το πραγματικό του όνομα έγινε το 1929, σε μια περίοδο που η λογοτεχνία περνούσε κρίση, καθώς οι συγγραφείς εκείνου του καιρού (Καρκαβίτσας, Θεοτόκης κ.α.), επαναλάμβαναν σχεδόν ο ένας τον άλλον, χωρίς να προσθέτουν τίποτα καινούργιο. Για αυτή του την εμφάνιση έλαβε το Α΄ βραβείο διηγήματος για το πεζό «Ο καπετάν Σουρμελής ο Στουραΐτης», το οποίο δημοσίευσε στο περιοδικό Ελληνικά Γράμματα. Βραβεύεται ακόμα για τη συλλογή διηγημάτων του «Καημοί στο Γριπονήσι» σε λογοτεχνικό διαγωνισμό και εξέδωσε τις συλλογές «Το θείο τραγί» και «Η μαθητευόμενη των τακουνιών». Έγραψε και μυθιστορήματα μεταξύ των οποίων είναι ο «Μαριάμπας», «Το σόλο του Φίγκαρο», «Το Βατερλώ των δυο γελοίων», το θεατρικό «Ο ήχος του κώδωνος» και τις ποιητικές συλλογές «Ουλαλούμ» και «Ευατούληδες».

Ξεχωριστή περίπτωση για την ελληνική λογοτεχνία ο Γιάννης Σκαρίμπας, ασχολήθηκε με όλα σχεδόν τα είδη της, ως ποιητής, πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Yπήρξε βιβλιοκριτικός και αιφνιδίασε ως οργισμένος αρθρογράφος ή επιστολογράφος. Δικομανής αλλά και μανιώδης καραγκιοζοπαίχτης, (δημιούργησε όλες τις φιγούρες του θεάτρου σκιών), ο Σκαρίμπας ήταν μια μοναδική, αυθεντική προσωπικότητα που έζησε και δημιούργησε στη Xαλκίδα, φιλοδοξώντας μάλιστα να την προάγει σε κέντρο της περιφερειακής λογοτεχνίας, γιατί πίστευε -πιθανόν δεν είχε άδικο- ότι οι επαρχιώτες συγγραφείς αγνοούνται ή παραγκωνίζονται από τους Aθηναίους συναδέλφους τους.

Ο Γιάννης Σκαρίμπας και ο υπερρεαλισμός

Το έργο του, εντυπωσιακό σε έκταση και ποικιλία, σημαδεύτηκε από την έντονη αντιδικία του με τις καθιερωμένες αξίες της ζωής και του αστικού πολιτισμού. Σουρεαλιστής χρησιμοποιεί τη γλώσσα με τρόπο αναρχικό και παράδοξο ενώ καταστρέφει τους παραδοσιακούς θεσμούς της αφήγησης, παραβιάζει τη σύνταξη και τη γραμμική της τάξη και καταγράφει την πραγματικότητα όπως εκείνος την εννοεί και την αντιλαμβάνεται. Εισήγαγε επίσης υπερρεαλιστικά στοιχεία στην ελληνική πεζογραφία. Ο Γιάννης Σκαρίμπας υπήρξε ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα γιατί τόσο το εικονοπλαστικό του ύφος όσο και ή ιδιόρρυθμη γλώσσα πού χρησιμοποίησε στα έργα του, προκάλεσε αίσθηση για την εποχή εκείνη. Θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους της ελληνικής λογοτεχνίας, ενώ τον διακατείχε ένα ιδιαίτερο πάθος και αγάπη για τον Καραγκιόζη, τον οποίο θεωρούσε το γνησιότερο είδος λαϊκού θεάτρου, αφού μέσα από αυτόν εκφράζονταν τα όνειρα και οι καημοί του λαού.

Το τέλος του Γιάννη Σκαρίμπα

Ο μπαρμπα-Γιάννης Σκαρίμπας, όπως ήταν γνωστός στους φίλους του, έζησε όλη του τη ζωή στη Χαλκίδα και ταξίδεψε ελάχιστα. Πέθανε στις 21 Ιανουαρίου 1984 και τάφηκε στο κάστρο του Καράμπαμπα.

Η προτομή του, φιλοτεχνημένη από τον σπουδαίο Ευβοιώτη γλύπτη Αντώνη Καραχάλιο, βρίσκεται στην Χαλκίδα. Στην βάση της υπάρχει πλάκα με στίχους ενός από τα γνωστότερα ποιήματα του Γιάννη Σκαρίμπα εξαιτίας και της μελοποίησης του.

Φίλοι του Γιάννη Σκαρίμπα

Οι συντοπίτες του, που τον γνώρισαν και τον αγάπησαν, δύο μήνες μετά το θάνατό του (1984) ίδρυσαν τον Πολιτιστικό Σύλλογο «Φίλοι του Σκαρίμπα» τιμώντας μέχρι σήμερα τη μνήμη του. Δημιούργησαν, ακόμη, με τη βοήθεια του δήμου «Mουσείο Σκαρίμπα», όπου στεγάζονται τα περισσότερα αντικείμενα της προσωπικής του ζωής, οι εκδόσεις όλων των βιβλίων του, ό,τι γράφτηκε γι’ αυτόν από πνευματικούς ανθρώπους, οι φιγούρες του Kαραγκιόζη που έφτιαχνε και γενικά ό,τι έχει σχέση με τον ίδιο και το έργο του.

Ο Γιάννης Σκαρίμπας σήμερα

Αρκετοί συνθέτες και τραγουδοποιοί έχουν μελοποιήσει ποιήματα του μεγάλου Χαλκιδέου συγγραφέα και ποιητή. Ανάμεσα τους και οι Γιάννης Σπανός και Διονύσης Τσακνής. Ο Διονύσης Τσακνής μελοποίησε 12 ποιήματα του και πραγματοποίησε την μουσική παράσταση Εαυτούληδες στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Η εργογραφία του Γιάννη Σκαρίμπα

  • Καϋμοί στο Γριπονήσι, διηγήματα (1930)
  • Το θείο τραγί, διηγήματα (1933)
  • Μαριάμπας, μυθιστόρημα (1935)
  • Ουλαλούμ, ποιήματα (1936)
  • Το σόλο του Φίγκαρω, μυθιστόρημα (1939)
  • Εαυτούληδες, ποιήματα (1950)
  • Ο ήχος του κώδωνος, θέατρο (1950)
  • Το Βατερλώ δύο γελοίων, μυθιστόρημα (1959)
  • Η μαθητευομένη των τακουνιών, τρεις νουβέλες (1961)
  • Βοϊδάγγελοι, ποιήματα (1968)
  • Άπαντες στίχοι, ποιήματα (1970)
  • Το ’21 και η αλήθεια, Η τράπουλα και Οι γαλατάδες, ιστορία (1971–1977)
  • Ο σεβαλιέ σερβάν της Κυρίας, θέατρο (1971)
  • Η περίπολος Ζ΄, χρονικό από τον Α΄ Παγκ. Πόλεμο (1972)
  • Τυφλοβδομάδα στη Χαλκίδα, διηγήματα (1973)
  • Φυγή προς τα εμπρός, μυθιστόρημα (1976)
  • Τρεις άδειες καρέκλες, διηγήματα (1976)
  • Αντι-Καραγκιόζης ο Μέγας, θέατρο (1977)
  • Τα πουλιά με το λάστιχο, χρονογραφήματα (1978)
  • Τα καγκουρώ, θέατρο (1979)
  • Σπαζοκεφαλιές στον ουρανό, αντιδιηγήματα (1979)
  • Η κυρία του τραίνου, θέατρο (1980)
  • Ο πάτερ Συνέσιος, θέατρο (1980)

https://eviaportal.gr

Please follow and like us:
error0

Ο Γιώργος Σεφέρης (1900 – 1971)

Ο Γιώργος Σεφέρης (Βουρλά, Σμύρνη, 13 Μαρτίου 1900 – Αθήνα, 20 Σεπτεμβρίου 1971) ήταν Έλληνας διπλωμάτης και ποιητής και ο πρώτος Έλληνας που τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ. Είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές και ένας εκ των δύο μοναδικών Ελλήνων βραβευμένων με Νόμπελ Λογοτεχνίας, μαζί με τον Οδυσσέα Ελύτη.

Ο Γιώργος Σεφέρης, Έλληνας διπλωμάτης και ποιητής και ο πρώτος Έλληνας που τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ.
Ο Γιώργος Σεφέρης

Τα παιδικά χρόνια του Γιώργου Σεφέρη

Ο Γιώργος Σεφέρης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γιώργου Σεφεριάδη) γεννήθηκε στη Σμύρνη, γιος του δικηγόρου και διδάκτορα της Νομικής Σχολής του Παρισιού Στέλιου Σεφεριάδη και της Δέσπως το γένος Γιωργάκη Τενεκίδη. Είχε δύο μικρότερα αδέρφια την Ιωάννα (μετέπειτα σύζυγο του Κωνσταντίνου Τσάτσου) και τον Άγγελο. Η πανεπιστημιακή καριέρα του πατέρα του υπήρξε λαμπρή και κατέληξε το 1933 στην αναγόρευσή του ως Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών και Ακαδημαϊκού. Μετά το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου το 1914 η οικογένεια Σεφεριάδη εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Στην Αθήνα ο Σεφέρης τέλειωσε το Πρότυπο Κλασικό Γυμνάσιο.

Η επαγγελματική σταδιοδρομία του Γιώργου Σεφέρη

Από το 1918 ως το 1924 ο Γιώργος Σεφέρης έζησε στο Παρίσι όπου σπούδασε νομικά. Το καλοκαίρι του 1924 μετά την αποφοίτησή του από το πανεπιστήμιο έφυγε για το Λονδίνο, όπου έμεινε ως το χειμώνα του επόμενου χρόνου. Στις 29 Δεκεμβρίου του 1926 ο Σεφέρης διορίστηκε ακόλουθος του Υπουργείου Εξωτερικών. Το 1931 διορίστηκε υποπρόξενος και στη συνέχεια πρόξενος στο Γενικό Προξενείο του Λονδίνου, όπου παρέμεινε ως το 1934. Το 1936 διορίστηκε Πρόξενος στην Κορυτσά, όπου έμεινε ως το 1937, οπότε ταξίδεψε στο Βουκουρέστι για το Συνέδριο Διαβαλκανικού Τύπου. Το 1938 διορίστηκε προϊστάμενος της Διευθύνσεως Εξωτερικού Τύπου στην Αθήνα. Το 1941 ταξίδεψε με την ελληνική κυβέρνηση στη Σούδα, την Αίγυπτο και τη Νότιο Αφρική. Το 1942 ταξίδεψε στην Ιερουσαλήμ και μετατέθηκε στο Κάιρο (Διεύθυνση Τύπου και Πληροφοριών της Ελληνικής Κυβέρνησης). Το 1944 ταξίδεψε με την κυβέρνηση στην Ιταλία και τον Οκτώβρη επέστρεψε στην Ελλάδα. Το 1945 διετέλεσε διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Αντιβασιλέα Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού και διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου. Το 1947 διορίστηκε σύμβουλος πρεσβείας στην Άγκυρα. Το 1950 ο Σεφέρης ταξίδεψε στη Μικρά Ασία και την Κωνσταντινούπολη. Τον επόμενο χρόνο διορίστηκε σύμβουλος στην πρεσβεία του Λονδίνου. Το 1952 μετατέθηκε στη Βηρυτό. Το 1956 έγινε διευθυντής στην Β’ Πολιτική Διεύθυνση του Υπουργείου Εξωτερικών και το 1957 συμμετείχε στη συζήτηση για το Κυπριακό στη Νέα Υόρκη. Τότε διορίστηκε πρεσβευτής στο Λονδίνο, όπου παρέμεινε ως το 1962. Το 1960 ανακηρύχτηκε επίτιμος διδάκτωρ των γραμμάτων από το πανεπιστήμιο του Cambridge, το 1961 τιμήθηκε με το βραβείο «Foyle» και το 1963 με το βραβείο «Νόμπελ λογοτεχνίας». Ένα χρόνο αργότερα αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ των Πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης και Οξφόρδης και ταξίδεψε στην Ισπανία. Το 1969 δημοσιεύτηκε η δήλωσή του κατά της χούντας του Παπαδόπουλου και ο Σεφέρης παύτηκε από πρέσβης επί τιμή, ενώ του απαγορεύτηκε και να κάνει χρήση του διπλωματικού του διαβατηρίου.

Η λογοτεχνική πορεία του Γιώργου Σεφέρη

Από το 1918 ως το 1924 ο Γιώργος Σεφέρης έζησε στο Παρίσι όπου σπούδασε νομικά και ήρθε σε επαφή με τη σύγχρονή του γαλλική λογοτεχνική παραγωγή. Στο Παρίσι συνεργάστηκε με το φοιτητικό περιοδικό Βωμός (με το ψευδώνυμο Γιώργος Σκαλιώτης), έδωσε μια διάλεξη για τον Jan Moreas στο Σύλλογο Ελλήνων Σπουδαστών και άρχισε να γράφει ποιήματα στα γαλλικά και τα ελληνικά. Το καλοκαίρι του 1924 μετά την αποφοίτησή του από το πανεπιστήμιο έφυγε για το Λονδίνο, όπου έμεινε ως το χειμώνα του επόμενου χρόνου. Εκεί έγραψε το ποίημα Fog. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα άρχισε να γράφει το Ημερολόγιο, και το γνωστό ως Έξι νύχτες στην Ακρόπολη πεζογράφημα και πρωτοδιάβασε τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη. Το 1928 δημοσιεύτηκε η μετάφρασή του από το έργο του Βαλερύ Μια νύχτα με τον κ.Τεστ στη Νέα Εστία. Τον ίδιο χρόνο έγραψε Το ύφος μιας μέρας και το Γράμμα του Μαθιού Πασκάλη. Το 1931 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Στροφή, για την οποία ο Παλαμάς δημοσίευσε επιστολή στη Νέα Εστία. Το 1932 δημοσίευσε τη Στέρνα και το 1935 το Μυθιστόρημα, και τα δύο σε περιορισμένα αντίτυπα. Το 1936 δημοσίευσε το βιβλίο Θ.Σ.Έλιοτ . Το 1937 πραγματοποιήθηκε και η πρώτη μετάφραση ποιήματός του στα γαλλικά από την Έλλη Λαμπρίδη. Τότε γνωρίστηκε με τον Αντρέ Ζιντ στο σπίτι του Κ.Θ.Δημαρά και ταξίδεψε στη Ρουμανία με τον Τ. Παπατσώνη. Το 1940 εξέδωσε τα Ημερολόγιο Καταστρώματος Α’, Ποιήματα 1 και Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937). Τον ίδιο χρόνο υπέγραψε μανιφέστο κατά του Ιταλικού Φασισμού και το διάγγελμα του βασιλιά μαζί με το Νικολούδη. Το 1941 εξέδωσε το Χειρόγραφο Σεπτ. ‘41. Το 1942 εκδόθηκε στην Αλεξάνδρεια η Λύρα του Κάλβου με πρόλογο του Σεφέρη. Το 1943 έδωσε διαλέξεις για τον Παλαμά και το Μακρυγιάννη στο Κάιρο και την Αλεξάνδρεια και γνωρίστηκε με το Στρατή Τσίρκα. Το 1944 εκδόθηκαν οι Δοκιμές στο Κάιρο και το Ημερολόγιο Καταστρώματος Β’. Το 1946 γνωρίστηκε με τον Eluard, εξέδωσε τον Ερωτόκριτο, την Κίχλη και διάβασε τη μελέτη του Καβάφης – Έλιοτ · Παράλληλοι στο Βρετανικό Συμβούλιο της Αθήνας. Το 1947 τιμήθηκε με το «έπαθλο Παλαμά» και ένα χρόνο αργότερα παραιτήθηκε μαζί με πολλούς άλλους συγγραφείς από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, τονίζοντας τη φθορά που είχε υποστεί ο θεσμός. Το 1949 εκδόθηκε η μετάφρασή του από ποιήματα του Έλιοτ με τίτλο Η έρημη χώρα και άλλα ποιήματα. Το 1953 πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι στην Κύπρο μαζί με τη γυναίκα του Μάρω Ζάννου (ακολούθησε δεύτερο ταξίδι τον επόμενο χρόνο και τρίτο το 1955). Το 1961 τιμήθηκε με το βραβείο Foyle και το 1963 με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας. Το 1964 δημοσιεύτηκε η μετάφρασή του από το Άσμα ασμάτων και οι Αντιγραφές. Τότε γνωρίστηκε με τον Ezra Pound, ενώ ένα χρόνο αργότερα δημοσιεύτηκαν τα Τρία Κρυφά ποιήματα και εκδόθηκε η μετάφραση της Αποκάλυψης του Ιωάννη. Το 1971 έγραψε το τελευταίο του ποίημα με τίτλο Επί ασπαλάθων.

Το τέλος του Γιώργου Σεφέρη

Πέθανε στις 20 Σεπτεμβρίου του 1971. Είχε προηγουμένως υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στο δωδεκαδάκτυλο. Την κηδεία του παρακολούθησαν χιλιάδες κόσμου.

Κριτική για τον λογοτέχνη Γιώργο Σεφέρη

Ο Γιώργος Σεφέρης υπήρξε ηγετική μορφή στην ποίηση και τη θεωρία της λογοτεχνίας στην Ελλάδα του εικοστού αιώνα. Με τη σκέψη και τη δημιουργία του ανανέωσε ριζικά τον προσανατολισμό της νεοελληνικής λογοτεχνίας, συνδυάζοντας βαθιά γνώση της παράδοσης και των παγκόσμιων ιδεολογικών ρευμάτων και προτάσσοντας το αίτημα της ελληνικότητας στα πλαίσια της ευρωπαϊκής πραγματικότητας.

Πηγή: http://seferisgiorgos.blogspot.com/2008/06/blog-post_4361.html

Please follow and like us:
error0