Ο Σοφοκλής (496π.Χ.-406π.Χ.)

Ο Σοφοκλής έζησε σε εποχή κατά την οποία η Αθήνα ήταν το μεγαλύτερο πνευματικό κέντρο της Ελλάδας. Με ανταγωνιστές τους δύο μεγάλους επίσης ομότεχνους του, τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη, κατόρθωσε να καινοτομήσει στη δραματική τέχνη και να εμφανίσει τέτοιες ιδιότητες, οι οποίες τον κατέστησαν ποιητικό αστέρα πρώτου μεγέθους και ανυπέρβλητο τραγικό ποιητή.

Ο Σοφοκλής
Ο Σοφοκλής του Λατερανού

Ο Βίος του Σοφοκλή

Ο Σοφοκλής, ο γιος του Σοφίλου, γεννήθηκε το 496π.Χ. στον Ίππιο Κολωνό, ένα μαγευτικότατο προάστιο των Αθηνών επάνω σε λόφο. Ως γιος εύπορου πατέρα, που είχε εργοστάσιο μαχαιροποιΐας, έλαβε επιμελημένη αγωγή και παιδεία. Διδάχτηκε με επιμέλεια τη μουσική και τη γυμναστική και ανέπτυξε αρμονικά τις σωματικές και ψυχικές του δυνάμεις. Το σωματικό του μάλιστα κάλλος, η ζηλευτή χάρη και η ψυχική του ευγένεια, καθώς και οι μουσικές του ικανότητες, τις οποίες ανέπτυξε ο περίφημος δάσκαλος της μουσικής Λάμπρος, τον κατέστησαν άξιο μεγάλης προσοχής και εκτιμήσεως από τους συμπολίτες του. Γι’ αυτό, όταν μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας γιορτάστηκαν τα επινίκια, εξέλεξαν το Σοφοκλή μέσα από χιλιάδες άλλους νέους Αθηναίους εφήβους και χόρεψε επικεφαλής χορού για παιδιά γύρω από το τρόπαιο της νίκης. Η φυσιογνωμία του, μάλιστα, το μεγαλόπρεπο παράστημα του και η ήμερη έκφραση του προσώπου του είναι θαυμάσια αποτυπωμένα στον επιβλητικό ανδριάντα του που βρίσκεται στο Λατερανό Μουσείο της Ρώμης.

Ως άνθρωπος ο Σοφοκλής ήταν πρόσχαρος, καταδεκτικός και πολύ ήπιος, δεν παρέλειπε να διατηρεί φιλικές σχέσεις με εξέχοντα πρόσωπα της εποχής του, όπως ο Περικλής, ο Ηρόδοτος και άλλοι. Ήταν επίσης φιλόθρησκος, τιμητής των παραδόσεων και θεοσεβής, χωρίς υπερβολές και στενότητα πνεύματος, και μάλιστα άσκησε και ιερατικό αξίωμα. Όλα τα ανθρώπινα αισθήματα είχαν την απήχηση τους στη μεγάλη εκείνη ψυχή που αντιλαμβανόταν με βαθιά πείρα της ζωής όλους τους βαθμούς και τις μορφές το πάθους, τα τρυφερά αισθήματα και τις υψηλές εξάρσεις.

Ο Σοφοκλής διακρινόταν για τη μεγάλη του αγάπη προς την Αθήνα, την οποία σε όλη τη διάρκεια της ζωής του δεν εγκατέλειψε ποτέ για να αποδημήσει σε άλλα μέρη, όπως έκαναν οι δύο άλλοι τραγικοί ποιητές και οι άλλοι διανοούμενοι της εποχής του, αν και επανειλημμένα είχε προσκληθεί από άλλους ηγεμόνες να επισκεφθεί τις αυλές τους.

Ο θάνατος γαλήνιος  και φυσικός τον βρήκε στα 90 του χρόνια, το 406π.Χ.

Ο τραγικός ποιητής Σοφοκλής

Μελετώντας από τη νεότητα του ο Σοφοκλής τον αθάνατο Όμηρο και θαυμάζοντας τον πρώτο και μεγαλοφάνταστο τραγικό ποιητή και δάσκαλό του Αισχύλο, νωρίς στράφηκε στην ποίηση, και μάλιστα στην τραγική, και αφοσιώθηκε στη δραματική τέχνη σε όλη τη ζωή του.

Σε ηλικία μόλις 28 ετών ο Σοφοκλής, έχοντας πεποίθηση στην ποιητική του αξία, έλαβε μέρος για πρώτη φορά το 468π.Χ. στο δραματικό αγώνα, στον οποίο αναμετρήθηκε με τον παλαίμαχο τραγικό ποιητή Αισχύλο και τον νίκησε. Κατά τον αγώνα ακριβώς εκείνο, ενώ άλλοι από τους θεατούς επευφημούσαν τον Αισχύλο και άλλοι τον Σοφοκλή μπήκε στο θέατρο ο Κίμωνας, που μόλις είχε επιστρέψει από την εκστρατεία του. Παρακλήθηκε τότε να χρησιμεύσει ως κριτής μαζί με τους συστρατήγους του και απένειμε το στέφανο της νίκης στο Σοφοκλή, ο οποίος έτσι εμφανίζεται ως νέο αστέρι στη δραματική σκηνή.

Από τότε υπερείχε σχεδόν πάντοτε στους δραματικούς αγώνες κατά το 441π.Χ. μάλιστα δίδαξε την «Αντιγόνη» και είχε τόσο μεγάλη επιτυχία ώστε εκλέχθηκε το 440π.Χ. συστράτηγος του Περικλή στο Σαμιακό πόλεμο. Και γενικά ο Σοφοκλής αναδείχτηκε αληθινός καλλιτέχνης της δραματικής τέχνης, γράφοντας επί εξήντα χρόνια αριστοτεχνικά δράματα ως τα βαθιά γεράματα του και συνεχώς απολαμβάνοντας την εύνοια και τις τιμές από το αθηναϊκό κοινό, του οποίου η καλαισθησία έβρισκε πάντοτε στα έργα του την πληρέστερη ικανοποίηση.

18 Λιανοτράγουδα

Τα «18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας» είναι συλλογή ποιημάτων του Γιάννη Ρίτσου τα οποία μελοποίησε και ενέταξε σε έναν Δίσκο ο Μίκης Θεοδωράκης.

18 Λιανοτράγουδα

Πρόκειται για 18 τετράστιχα του Γιάννη Ρίτσου, εκ των οποίων τα 16 ο ποιητής τα έγραψε στο Παρθένι της Λέρου στις 16 Σεπτεμβρίου του 1968. Τα άλλα δύο τα έγραψε στη Σάμο την Πρωτομαγιά του 1970. Τα ποιήματα είναι γραμμένα στη φόρμα των δημοτικών λιανοτράγουδων, σε ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους στίχους, με πυκνό αλλά λιτό ύφος. Η σύνθεση του δίσκου έγινε στο Παρίσι τη διετία 1971-1973 από τον Μίκη Θεοδωράκη, και η πρώτη εκτέλεση στις 17 Ιανουαρίου 1973 στο Albert Hall με τραγουδιστές τους: Μαρία Φαραντούρη, Πέτρο Πανδή, Αφροδίτη Μάνου, Αχιλλέα Κωστούλη και τον ίδιο το συνθέτη. Η πρώτη ηχογράφηση του έργου έγινε το 1973 στο Παρίσι με τους ίδιους τραγουδιστές και κυκλοφόρησε στην Γαλλία την ίδια χρονιά από την EMI France. Παράλληλα ηχογραφήθηκε και στην Ελλάδα, κρυφά κατά τη διάρκεια της Χούντας, με τον Γιώργο Νταλάρα και την Άννα Βίσση. Με την πτώση της χούντας κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα πρώτα η έκδοση με τον Νταλάρα και μετά η έκδοση με Φαραντούρη, Πανδή, Μάνου και Κωστούλη. Λίγους μήνες αργότερα κυκλοφόρησε και τρίτη έκδοση του έργου με την Μ.Δημητριάδη, Ε.Βιτάλη, Κ.Καμένο, Σ.Πασπαράκη και Σ.Κρυστάλη.

Τα 18 Λιανοτράγουδα

  1. Αναβάφτιση
  2. Αυγή
  3. Δε φτάνει
  4. Εδώ το φως
  5. Επιτύμβιο
  6. Καρτέρεμα
  7. Κουβέντα με ένα λουλούδι
  8. Λαός
  9. Μνημόσυνο
  10. Ο ταμένος
  11. Πράσινη μέρα
  12. Συλλείτουργο
  13. Τ’ άσπρο ξωκλήσι
  14. Τη ρωμιοσύνη μην την κλαις
  15. Το κυκλάμινο
  16. Το νερό
  17. Το χτίσιμο
  18. Λιγνά Κορίτσια

Κουβέντα με ένα λουλούδι

Κυκλαδινό κυκλάμινο
στου βράχου τη σχισμάδα
πού βρήκες χρώματα κι ανθείς
πού μίσχο και σαλεύεις

Μέσα στο βράχο σύναξα
το γαίμα στάλα στάλα
μαντήλι ρόδινο έπλεξα
κι ήλιο μαζεύω τώρα

Το κυκλάμινο

Μικρό πουλί τριανταφυλλί, δεμένο με κλωστίτσα,
με τα σγουρά φτεράκια του στον ήλιο πεταρίζει.
Κι αν το τηράξεις μια φορά, θα σου χαμογελάσει
κι αν τὸ τηράξεις δυο και τρεις, θ᾿ αρχίσει το τραγούδι.

https://el.wikipedia.org/wiki/18_Λιανοτράγουδα_της_Πικρής _Πατρίδας

Ο Διονύσιος Σολωμός (1798-1857)

Ο Διονύσιος Σολωμός, ο εθνικός μας ποιητής γεννήθηκε το 1798 στη Ζάκυνθο. Ο πατέρας του δεν ήταν παντρεμένος με τη μητέρα του. Έτσι ο Διονύσιος και ο αδελφός του Δημήτρης θεωρούνται νόθοι. Την παραμονή του θανάτου, όμως, ο κόμης Νικόλαος Σολωμός νομιμοποίησε τα παιδιά του, αφού παντρεύτηκε την γυναίκα που τα γέννησε.

Ο Διονύσιος Σολωμός (1798-1857)
Ο Διονύσιος Σολωμός

Ο θάνατος του κόμη στέρησε από τον ποιητή την πατρική παρουσία, αλλά τον έκανε και κάτοχο μεγάλης περιουσίας. Έτσι το 1807 ο Διονύσιος Σολωμός πήγε μαζί με τον δάσκαλο του Σάντο Ρόσσι στη Βενετία για σπουδές. Γρήγορα, όμως, εκδήλωσε και την ποιητική του κλίση γράφοντας στίχους στα ιταλικά.

Ο Διονύσιος Σολωμός το 1818 γύρισε στην Ζάκυνθο και, καθώς ήταν επηρεασμένος από την ιταλική φιλολογία, συνέχισε να γράφει ποιήματα στην ιταλική γλώσσα. Το 1822 γνώρισε τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, ο οποίος τον παρότρυνε να γράψει και στην ελληνική, και μάλιστα στη δημοτική. Ο Σολωμός πείστηκε και άρχισε να διαβάζει τη δημοτική ποίηση και όλη τη μέχρι τότε ποιητική παραγωγή. Και μέσα σε μία εβδομάδα ο Διονύσιος Σολωμός είχε γράψει το πρώτο του ποίημα στα ελληνικά την «Ξανθούλα». Το ποίημα αυτό μελοποιήθηκε αμέσως από το λαό και τραγουδιόταν καθημερινά.

Από τότε ο Σολωμός αφιερώθηκε αποκλειστικά στη Λογοτεχνία. Δεν παντρεύτηκε και δεν δούλεψε ποτέ, αφού δεν είχε οικονομικές ανάγκες. Από το πρωί μέχρι το βράδυ η μοναδική του ενασχόληση ήταν το διάβασμα και το γράψιμο.

Το 1828 εγκατέλειψε τη Ζάκυνθο και εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα. Αυτό το κανε για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή τον επηρέασε η δίκη που είχε με τον αδελφό του για τα κληρονομικά ζητήματα. Δεύτερον, επειδή η πνευματική ζωή της Κέρκυρας βρισκόταν σε υψηλότερη στάθμη από αυτήν της Ζακύνθου, προσφέροντας του μεγαλύτερο πεδίο δράσης και λογοτεχνικής δημιουργίας.

Ωστόσο, η Κέρκυρα θα σταθεί αφορμή να αλλάξει ριζικά τρόπο ζωής. Στην Κέρκυρα βλέπουμε ένα Σολωμό αλλιώτικο, έναν Σολωμό που δεν έχει καμία σχέση με αυτόν της Ζακύνθου. Το άγχος και η έλλειψη της οικογενειακής θαλπωρής τον οδήγησαν στο ποτό. Η υγεία του άρχισε να κλονίζεται. Ο ποιητής στέκεται μπροστά στην κατάσταση που ο ίδιος δημιούργησε, ανίκανος να αντιδράσει.

Και τελικά στις 21 Φεβρουαρίου 1857 νικήθηκε από το χάρο, κλείνοντας για πάντα τα μάτια του στην Κέρκυρα. Η φήμη του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε τη μέρα του θανάτου του κηρύχτηκε δημόσιο πένθος.

Ο Σολωμός υπήρξε πολυγραφότατος. Ωστόσο, δεν άφησε πίσω του πολλά έργα, γιατί φιλοδοξούσε να πετύχει το τέλειο και το ιδανικό και από άποψη μορφής και από άποψη περιεχομένου. Σε αυτό μάλιστα οφείλεται και το γεγονός ότι άφησε και έργα ατελείωτα. Έγραφε και έσκιζε συνέχεια. Ήθελε πρώτα να είναι αυτός ευχαριστημένος από τα γραπτά και μετά οι άλλοι. Αυτό, όμως, ζημίωσε τη λογοτεχνία μας, που στερήθηκε τα σκισμένα έργα, γιατί ο Διονύσιος Σολωμός έκρινε τα έργα του με υπερβολική αυστηρότητα.

Τα έργα, όμως, που μας άφησε είναι πραγματικά αριστουργήματα. Πολεμώντας κάθε περιττό και ρητορικό σχήμα και επιδιώκοντας μέσα στους πυκνούς του στίχους να προβάλει με φως και διαύγεια εικόνες απλές, με σκοπό να πετύχει εναρμονισμένη έκφραση, ο Σολωμός παρουσίασε για πρώτη φορά δείγματα υπευθυνότητας και αισθητικής καλλιέργειας. Η συνολική λογοτεχνική παραγωγή του Σολωμού κρίθηκε από όλους ως πολύ αξιόλογη.

Ο Διονύσιος Σολωμός υπήρξε βάρδος της Αρετής και της Ελευθερίας, της οποιασδήποτε Ελευθερίας. Και στη ζωή του η Εθνική, η Ηθική και η Πνευματική Ελευθερία κατείχαν σπουδαία θέση. Στα τρία βασικά έργα του, «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», και «Διάλογος», αναφέρεται στο νόημα των τριών αυτών μορφών ελευθερίας. Αυτό, φυσικά, δεν είναι τυχαίο.

Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ο Διονύσιος Σολωμός δεν ήταν γεννημένος ποιητής. Αυτό φαίνεται καθαρά στα έργα του. Λυρικά, με αριστουργηματική ποιητική πνοή και λογοτεχνικό ύφος, κάνουν τους πάντες να τα ακούν και να τα διαβάζουν με δέος. Άλλωστε το «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» τον έγραψε σε ηλικία 25 ετών. Τα έργα του «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» και «Πορφύρας» έμειναν ατελείωτα, λόγω της τελειομανίας του Σολωμού.

Η καθολική αναγνώριση του Διονύσιου Σολωμού ήρθε μετά το θάνατο του. Το 1864, οι δύο πρώτες στροφές του «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» ορίστηκε ως ο Εθνικός Ύμνος της Ελλάδας και ο Διονύσιος Σολωμός ως ο εθνικός μας ποιητής. Λίγο αργότερα οι στροφές αυτές μελοποιήθηκαν από το Νικόλαο Μάντζαρο.

Το 1957, εκατό χρόνια από το θάνατο του, καθιερώθηκε επίσημα ως «Έτος Διονύσιου Σολωμού». Κατά το έτος αυτό έγιναν πανηγυρισμοί σε διάφορα φιλολογικά σωματεία της χώρας καθώς και στην Ακαδημία Αθηνών.

Ποιήματα του Μενέλαου Λουντέμη

Ο Μενέλαος Λουντέμης, γνωστός και ως Μαξίμ Γκόργκι της Ελλάδας, υπήρξε ένας σπουδαίος δημιουργός του 20ου αιώνα, ένας κοινωνικός ρεαλιστής στη ζωή και τη λογοτεχνία, που αξίζει να θυμόμαστε!Γι΄αυτό διαβάζουμε κάποια ποιήματα του Μενέλαου Λουντέμη.

Ποιήματα του Μενέλαου Λουντέμη

Να μάθεις να φεύγεις

Από την ασφάλεια τρύπιων αγκαλιών.

Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν.

Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας.

Να φεύγεις !

Αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς.

Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για το δρόμο.

Να τρέχεις μακριά από δήθεν καταφύγια κι ας έχει έξω και χαλάζι.

Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο.

Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις, σε παρακαλώ.

Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε.

Όχι αγκαλιές, γράμματα, αφιερώσεις, κάποτε θα ξανασυναντηθούμε αγάπη μου (όλα τα βράδια και τα τραγούδια δεν θα είναι ποτέ δικά σας).

Αποδέξου το.

Να αποχωρίζεσαι τραγούδια που αγάπησες, μέρη που περπάτησες.

Δεν έχεις τόση περιορισμένη φαντασία όσο νομίζεις.

Μπορείς να φτιάξεις ιστορίες ολοκαίνουριες, με ουρανό κι αλάτι.

Να θυμίζουν λίγο φθινόπωρο, πολύ καλοκαίρι κι εκείνη την απέραντη Άνοιξη.

Να φεύγεις από εκεί που δε σου δίνουν αυτά που χρειάζεσαι.

Από το δυσανάλογο, το μέτριο και το λίγο.

Να απαιτείς αυτό που δίνεις να το παίρνεις πίσω -δεν τους το χρωστάς.

Να μάθεις να σέβεσαι την αγάπη σου, το χρόνο σου και την καρδιά σου.

Μην πιστεύεις αυτά που λένε -η αγάπη δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει.

Η καρδιά χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα και δεν θα δουλεύει.

Να καταλάβεις πως οι δεύτερες ευκαιρίες είναι για τους δειλούς

-οι τρίτες για τους γελοίους.

Μην τρέμεις την αντιστοιχία λέξεων-εννοιών, να ονομάζεις σχέση τη σχέση, την κοροϊδία κοροϊδία.

Να μαλώνεις τον εαυτό σου καμιά φορά που κάθεται και κλαψουρίζει

-σαν μωρό κι εσύ κάθεσαι και του δίνεις γλειφιτζούρι μη και σου στεναχωρηθεί το βυζανιάρικο.

Να μάθεις να ψάχνεις για αγάπες που θυμίζουν Καζαμπλάνκα

– όχι συμβάσεις ορισμένου χρόνου

Και να μάθεις να φεύγεις από εκεί που ποτέ πραγματικά δεν υπήρξες.

Να φεύγεις κι ας μοιάζει να σου ξεριζώνουν το παιδί από τη μήτρα.

Να φεύγεις από όσα νόμισες γι’ αληθινά, μήπως φτάσεις κάποτε σ’ αυτά.

Πρόοδος

Τα δάκρυά μας πουλιούνται στη Λαχαναγορά
και κανείς δεν τ΄ αγοράζει.
Ξεχνούνε πως και τα λάχανα
με δάκρυα αγοράζονται κι εκείνα.

Άλλοτε είχε πέραση κι ο ιδρώτας.
Μα τώρα χύνεται στο δρόμο
και κανείς δεν τον μαζεύει.
Με κάτι τέτοιες «εκκρίσεις ντεμοντέ»
θ΄ ασχοληθούμε τώρα;

Εμείς ζούμε στον αιώνα της Δόξας!
Με ηλεκτρονικούς εγκεφάλους
με ηλεκτρονικούς Δασκάλους
ηλεκτρονικούς συζύγους
ηλεκτρονικούς εραστές.

Με τη φόρα που πήραμε – αύριο
θα ΄χουμε κι ηλεκτρονικές μητέρες!
Που θα γεννάνε… νούμερα.
Ψόφια, αλλά σοφά!

Πηγή: https://www.neolaia.gr/2019/01/27/menelaos-loudemis-poiimata/2

Ποιήματα του Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Τα ποιήματα του Έντγκαρ Άλλαν Πόε (1809-1849) μας δείχνουν έναν κόσμο φανταστικό και νοσηρό. Ο λογοτέχνης τους συγκαταλέγεται ανάμεσα στους θεμελιωτές της αστυνομικής λογοτεχνίας. Στην παγκόσμια αναγνώρισή του συνέβαλαν οι μεταφράσεις έργων του από τον Μποντλέρ.

Ποιήματα του Έντγκαρ Άλαν Πόε

ΣΤΗΝ ΕΛΕΝΗ
Είναι για μένα το κάλλος σου, Ελένη,
σαν την περασμένη εκείνη εποχή
που σε μια θάλασσα με φύκια μυρωμένη
τον θαλασσοδαρμένο, κατάκοπο ταξιδευτή
της Νίκαιας τα πλοία φέραν στην πατρική του την ακτή.

Πλέοντας άσκοπα σε μαύρες θάλασσες χρόνια ολάκερα εδώ και κει,
η κόμη σου από υακίνθους, κι η κλασική σου η μορφή,
σαν Ναϊάδα η αύρα σου μ’ έφερε ακόμη
στη δόξα που ήτανε Ελλάδα
και στο μεγαλείο που ήταν Ρώμη.

Και να, σε κείνη την υπέρλαμπρη κόγχη
σαν άγαλμα στητό σε βλέπω να στέκεις
με το λύχνο από αχάτη σφιχτά μες στο χέρι
αχ! Ψυχή, που έρχεσαι από άγια μέρη!

ΟΥΛΑΛΟΥΜ
Σταχτί και σκυθρωπό το χρώμα τ’ ουρανού
και τα φύλλα ήταν τριμμένα και ξερά –
ναι, τα φύλλα ήταν μαραμένα και ξερά.
Ήταν νύχτα θλιβερού Οχτώβρη
στης μνήμης μου την ανεξίτηλη χρονιά.
Ήταν δύσκολα στη μουντή λίμνη του Όβρη
στην ομίχλη του μεσόκαμπου Γουήαρ –
μες στη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
στα βρικολακιασμένα δάση του Γουήαρ.

Εδώ κάποτε σε δρόμο με γιγάντια κυπαρίσσια,
περιπλανήθηκα συντροφιά με την Ψυχή μου
μες στα κυπαρίσσια οδήγησα την Αδερφή Ψυχή μου.
Κι ήταν μέρες που η καρδιά μου είχε λαύρα
σαν τα γεμάτα τέφρα ποτάμια που κυλούν –
σαν τις λάβες που αδιάκοπα κυλούν
ρέματα από θειάφι απ’ το Γιάανεκ ρέουν –
στα έσχατα κλίματα του πόλου –
που βογκούν κι απ’ το όρος Γιάανεκ ρέουν
στα βασίλεια του Βόρειου Πόλου.

O λόγος μας στοχαστικός και μετρημένος
αλλ’ οι σκέψεις μας ήταν αναιμικές, ξερές –
οι θύμησές μας ήταν ύπουλες, ξερές –
γιατί δε νιώθαμε πως ήταν Οχτώβρης,
και δεν προσέξαμε τη νύχτα της χρονιάς –
(αχ, εκείνη απ’ όλες τις νύχτες της χρονιάς!)
και δεν είδαμε τη μουντή λίμνη του Όβρη
(αν και κάποτε διαβήκαμ’ από δω)
κι ούτε νιώσαμε τη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
κι ούτε τα βρικολακιασμένα δάση του Γουήαρ.

Και τώρα, καθώς η νύχτα έφτανε στο γέρμα
και τ’ αστρικά ρολόγια δείχνανε πρωί –
τ’ αστρικά ρολόγια προϊδέαζαν πρωί –
και στου διάβα μας φάνηκε το τέρμα
μια νεφελώδης και αχνή μαρμαρυγή
απ’ όπου της Αστάρτης βγήκε η λειψή σελήνη
δικέρατη, διαμαντοστόλιστη πριν τη χαραυγή
ξεχωριστή, δικέρατη σελήνη.

Και είπα: «Απ’ την Άρτεμη αυτή είναι πιο θερμή:
πετάει μέσα σ’ αιθέρα αναστεναγμών –
ξεφαντώνει σε βασίλεια αναστεναγμών:
είδε τα δάκρυα που δε στέγνωσαν ακόμη
στις παρειές αυτές που το σκουλήκι ζει ακόμη
και διάβηκε απ’ τ’ άστρα του Λέοντα
να μας δείξει το ουράνιο μονοπάτι –
της γαλήνιας Λήθης το μονοπάτι,
βγήκε, ενάντια στο Λέοντα,
να μας φέξει με τα λαμπρά της μάτια –
πέρασε μέσ’ απ’ το άντρο του Λέοντα
με αγάπη στα φωτεινά της μάτια».

Αλλά η Ψυχή το δάχτυλό της ύψωσε
κι είπε: «Το άστρο αυτό το δυσπιστώ –
την ασυνήθιστη ωχρότητά του τη φοβούμαι: –
Αχ, σπεύσε! Να μη μείνουμε άλλο εδώ!
Να φύγουμε! Να πάμε! Μη χρονοτριβούμε!»
Με τρόμο μίλησε και άφησε να πέσουν
τα φτερά της και να συρθούν μέσα στη σκόνη –
αγωνιούσε κι έκλαιγε αφήνοντας να πέσουν
τα βαμβακένια της φτερά μέσα στη σκόνη –
και θλιβερά να σέρνονται μέσα στη σκόνη.

Και της απάντησα εγώ: «Όνειρο είναι απλά:
Ας συνεχίσουμε με το τρεμουλιαστό τούτο φως!
Ας μας λούσει το κρυστάλλινο τούτο φως!
Η σιβυλλική του αίγλη μας φέγγει λαμπρά
μ’ Ομορφιά κι Ελπίδα απόψε: –
Δες πώς τρεμοπαίζει στο στερέωμα απόψε!
Αχ, ασφαλώς να εμπιστευτούμε αυτή τη λάμψη,
και με σιγουριά θα μας πάει σωστά –
ασφαλώς να εμπιστευτούμε αυτή τη λάμψη,
και με σιγουριά θα μας πάει σωστά,
αφού τρεμοπαίζει στο στερέωμα απόψε».

Έτσι κανάκεψα την Ψυχή και τη φίλησα,
και την έβγαλα απ’ την κακοκεφιά της –
νικώντας τις φοβίες της και την κακοκεφιά της,
και στου ορίζοντα φτάσαμε το τέρμα,
αλλά σταματήσαμε στη θύρα ενός τύμβου –
στη θύρα ενός ενεπίγραφου τύμβου.
Κι είπα: «Τι γράφει εδώ, γλυκιά αδελφούλα
στη θύρα αυτού του ενεπίγραφου τύμβου;»
Απαντώντας μου είπε: «Ουλαλούμ – Ουλαλούμ –
είν’ ο τάφος της χαμένης σου Ουλαλούμ!»

Πελιδνή και μαύρη έγινε τότε η καρδιά μου
σαν τα φύλλα τα τριμμένα και ξερά –
σαν τα φύλλα τα μαραμένα και ξερά.
Κι ανέκραξα: «Ήταν όντως νύχτα του Οχτώβρη
σαν τη νύχτ’ αυτή την περσινή χρονιά.
που πορεύτηκα εδώ κάτω – διάβηκα δω κάτω –
που φορτίο τρομερό έφερα εδώ κάτω –
τούτη τη νύχτα απ’ όλες της χρονιάς,
ποιος δαίμονας μ’ έφερ’ εδώ φονιάς;
Πολύ καλά γνωρίζω τώρα τη μουντή λίμνη του Όβρη
την ομίχλη του μεσόκαμπου Γουήαρ –
πολύ καλά γνωρίζω τη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
και τα βρικολακιασμένα τούτα δάση του Γουήαρ.

ΣΟΝΕΤΟ – ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ
Επιστήμη! Γνήσια κόρη του Αρχαίου Χρόνου είσαι!
Με τα ερευνητικά σου μάτια όλα τ’ αλλοιώνεις – τέτοια είσαι!
Γιατί ορμάς έτσι πάνω στην καρδιά του ποιητή,
αρπακτικό, που τα φτερά σου είναι πραγματικότητα πεζή;
Πώς αυτός να σ’ αγαπήσει; Ή πώς σοφή να σε θεωρήσει;
Όταν εσύ δε θέλεις στις περιπλανήσεις του
να τον αφήσεις
να ψάξει για θησαυρούς στους διαμαντοστόλιστους ουρανούς,
μολονότι πέταξε ψηλά μ’ ατρόμητα φτερά;
Συ δεν είσαι που την Άρτεμη από το άρμα της βίαια έριξες
και την Αμαδρυάδα από τα δάση έδιωξες
για να βρει καταφύγιο και γαλήνη
σε μιαν άλλη πιο χαρούμενη σελήνη;
Συ άσπλαχνα δε χώρισες τη Ναϊάδα από τη νερομάνα της,
τη Συλφίδα από το χλωρό χορτάρι της
κι εμένα από το όνειρο το θερινό
κάτω από τον κόκκινο ταμάρινθο;

Πηγή: https://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/4211-poe

Ο Ανδρέας Κάλβος (1792-1869)

Ο Ανδρέας Κάλβος (Απρίλιος 1792 – 3 Νοεμβρίου 1869) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, του οποίου δεν υπάρχει γνωστή απεικόνιση. Η νεοκλασικιστική του παιδεία και η ρομαντική του ψυχοσύνθεση συμπλέκουν στην ποίηση του το δραματικό με το ειδυλλιακό, το παγανιστικό με το χριστιανικό, τα αρχαιοελληνικά πρότυπα με την σύγχρονη επαναστατική επικαιρότητα, τον πουριτανισμό με τον λανθάνοντα ερωτισμό, την αυστηρότητα, τη μελαγχολία, την κλασικιστική φόρμα με το ρομαντικό περιεχόμενο, σύζευξη που είναι ορατή ακόμη και στη γλώσσα (αρχαΐζουσα με βάση δημοτική) και στη μετρική (αρχαϊκή στροφή και μέτρο που συχνά δημιουργεί, σε δεύτερο επίπεδο, δεκαπεντασύλλαβους).

Ο Ανδρέας Κάλβος
Ο Ανδρέας Κάλβος

Ο Βίος του Ανδρέα Κάλβου

Σύγχρονος του Σολωμού, ο Ανδρέας Κάλβος γεννήθηκε το 1792  στη Ζάκυνθο από την Ανδριανή Ρουκάνη, καταγόμενη από παλιά αρχοντική οικογένεια της Ζακύνθου, και από τον Τζανέτο Κάλβο, Κερκυραίο μικροαστό. Το 1802 ο πατέρας Κάλβος παίρνει τα δύο παιδιά του, τον Ανδρέα και τον κατά δύο χρόνια μικρότερο Νικόλαο, και εγκαταλείπει τη σύζυγο του για να εγκατασταθεί στο Λιβόρνο της Ιταλίας, όπου ήταν από παλαιότερα εγκατεστημένος ο αδελφός του, Βιτσέντσο. Ελάχιστες πληροφορίες υπάρχουν για τη ζωή του Ανδρέα Κάλβου στο Λιβόρνο από το 1802 έως το 1811, όπου απέκτησε στέρεη γνώση της ιταλικής παιδείας και γλώσσας. Για τον πατέρα του Τζανέτο υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι ήταν μέλος των μυστικών εταιρειών της εποχής που είχαν πολιτική και απελευθερωτική δράση στην Ιταλία.

Στο Λιβόρνο ο Ανδρέας Κάλβος έγραψε μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου και τύπωσε το καλοκαίρι του 1811 το πρώτο του έργο (Canzone…) αφιερωμένο στον Ναπολέοντα, που αργότερα αποκηρύσσει. Τον ίδιο χρόνο πήγε για λίγους μήνες στην Πίζα, όπου εργάστηκε ως γραμματέας και αμέσως μετά στη Φλωρεντία, κέντρο τότε της πνευματικής ζωής και δημιουργίας όπου φοίτησε στην Ακαδημία. Το 1812 σημαδεύεται από τη γνωριμία του με τον Ugo Foscolo, ποιητή και λόγιο, ο οποίος θα γίνει δάσκαλος, καθοδηγητής και μυητής του Κάλβου στον νεοκλασικισμό, στα αρχαϊκά πρότυπα, και στον πολιτικό φιλελευθερισμό. Το 1813 ο Κάλβος, και υπό την σκιά του Foscolo, γράφει στα ιταλικά τρεις τραγωδίες:  Θηραμένης, Δαναΐδες και Ιππίας. Επιπλέον ολοκληρώνει τέσσερις δραματικούς μονολόγους σύμφωνα με τις νεοκλασικιστικές επιταγές. Ο Foscolo αυτοεξορίζεται στο τέλος του 1813 στη Ζυρίχη για να αποφύγει το αυστριακό καθεστώς. Ο Κάλβος τον ξανασυναντά εκεί το 1816 και την ίδια εποχή πληροφορείται τον θάνατο της μητέρας του. Εν τω μεταξύ έχει συνθέσει στα ιταλικά, από το 1814, την Ode agl’Ionii [Ωδή εις Ιονίους].

Σεπτέμβριο 1816 οι δύο φτάνουν στο Λονδίνο και η αλληλεπίδραση τους εξακολουθεί μέχρι τον Φεβρουάριο του 1817, όταν διαλύεται η σχέση τους. Ο Ανδρέας Κάλβος εξασφαλίζει τα προς το ζην παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα ιταλικών και σε μικρότερο βαθμό ελληνικών. Μεταξύ 1817 και 1818 μεταφράζει στα νέα ελληνικά το Book of Common Prayer, το βασικό λειτουργικό κείμενο της Αγγλικανικής Εκκλησίας, και επιμελείται φιλολογικά την ιταλική μετάφραση για λογαριασμό του εκδότη Bagster. Η νεοελληνική έκδοση θα κυκλοφορήσει το 1820 και η ιταλική το 1821. Η πολύγλωττος έκδοση, σε οκτώ γλώσσες, θα τυπωθεί το 1821 σε σχήμα 4ο. Στα 1818-19 δίνει διαλέξεις με θέμα τη ορθή προφορά των αρχαίων ελληνικών, οι οποίες προκαλούν αίσθηση. Συντάσσει μια Νεοελληνική Γραμματική, μια Μέθοδο Εκμάθησης Ιταλικών σε τέσσερα μέρη (το τρίτο μέρος συνιστούν οι δικές του Danaidi) και ασχολείται με τη σύνταξη ενός αγγλοελληνικού λεξικού.

Το Μάιο του 1819, προσχώρησε στο Αγγλικανικό Δόγμα (he had conformed to the Church of England) και παντρεύεται με το αγγλικανικό τυπικό την Τερέζα Τόμας η οποία πεθαίνει (πιθανότατα και η κόρη που είχαν εν τω μεταξύ αποκτήσει) ένα χρόνο αργότερα. Συνάπτει ερωτική σχέση με τη μαθήτρια του Σούζαν Ριντού. Τέλη Ιουλίου του 1820 εγκαταλείπει την Αγγλία.

Το 1819 τυπώνει την πρώτη ελληνόφωνη ωδή του, Ελπίς Πατρίδος. Το ποίημα θα ανευρεθεί από τον Λεύκιο Ζαφειρίου σχεδόν 200 χρόνια μετά στην βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Γλασκόβης και θα παρουσιαστεί στον τόμο «Ο Βίος και το Έργο του Ανδρέα Κάλβου» (Μεταίχμιο 2006).

Τον Σεπτέμβριο του 1820 επιστρέφει στη Φλωρεντία με μια μικρής διάρκειας στάση στο Παρίσι. Εμπλέκεται στο κίνημα των Καρμπονάρων, συλλαμβάνεται και απελαύνεται στις 23 Απριλίου του 1821. Καταφεύγει στη Γενεύη, όπου εργάζεται ως καθηγητής ξένων γλωσσών, ενώ παράλληλα τον απασχολεί η έκδοση ενός χειρογράφου της Ιλιάδας, που όμως δεν πραγματοποιείται. Συγκλονισμένος και συνεπαρμένος από το ξέσπασμα της επανάστασης, εκδίδει το 1824 στη Γενεύη τη Λύρα, συλλογή 10 ωδών. Οι ωδές του σχεδόν αμέσως μεταφράζονται στα γαλλικά και βρίσκουν ευμενή υποδοχή. Στις αρχές του 1825 ο Κάλβος μεταβαίνει στο Παρίσι, όπου ένα χρόνο αργότερα δημοσιεύει ακόμη δέκα ωδές σε δίγλωσση έκδοση, με οικονομική ενίσχυση των φιλελλήνων, τις Νέες ωδές.

Τέλη Ιουλίου 1826 φτάνει στο Ναύπλιο όπου διαμένει για σύντομο χρονικό διάστημα και τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου αναχωρεί για την Κέρκυρα. Μέχρι το 1827 διδάσκει στην Ιόνιο Ακαδημία. Ως το 1836, οπότε και επανατοποθετείται στην Ακαδημία, ασχολείται με ιδιαίτερα μαθήματα. Το 1841 αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Κερκυραϊκού Γυμνασίου, παραιτείται όμως στο τέλος του χρόνου. Ταυτόχρονα συνεργάζεται με τοπικές εφημερίδες. Με τον Σολωμό, όπως μαρτυρείται, «είχε απλή γνωριμία».

Η εκκλησία της Αγ. Μαργαρίτας στο Κέντιγκτον, όπου βρίσκεται ο τάφος του Κάλβου
Η εκκλησία της Αγ. Μαργαρίτας στο Κέντιγκτον, όπου βρίσκεται ο τάφος του Κάλβου

Τον Νοέμβριο του 1852 ο Κάλβος αφήνει την Κέρκυρα και επιστρέφει στην Αγγλία. Ένα χρόνο αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1853  παντρεύεται με τη Charlotte Wadams, στο παρθεναγωγείο της οποίας στο Λάουθ θα διδάσκει μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο Κάλβος πεθαίνει στις 3 Νοεμβρίου του 1869. Η ταφή του (καθώς και της χήρας του, που πέθανε το 1888) έγινε στο νεκροταφείο της εκκλησίας της Αγίας Μαργαρίτας στο Κέντιγκτον, κοντά στο Λάουθ.

Μετακομιδή των οστών του Ανδρέα Κάλβου

Η σορός του Ανδρέα Κάλβου και της συζύγου παρέμειναν στην Αγγλία για 91 χρόνια. Κατόπιν αιτήσεως της, τότε, ελληνικής κυβέρνησης, που γιόρτασε το 1960 ως «Έτος Κάλβου», έγινε η μετακομιδή των οστών του εθνικού ποιητή από το Λονδίνο στην Αθήνα και εν συνεχεία στη  Ζάκυνθο. Πρεσβευτής στην αγγλική πρωτεύουσα ήταν ο Γιώργος Σεφέρης. Στρατιωτικό απόσπασμα απένειμε τιμές στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, την 19η Μαρτίου, ημέρα της μεταφοράς των δύο φερέτρων, ενώπιον συγκεντρωμένου πλήθους και προσωπικοτήτων από τον πνευματικό και πολιτικό κόσμο. Με στρατιωτική συνοδεία τα δύο «μολύβδινα φέρετρα», στα οποία τοποθετήθηκε η ελληνική σημαία, οδηγήθηκαν στο ναό του Αγίου Ελευθερίου στη Μητρόπολη, όπου ετελέσθη τρισάγιο.

Το έργο του Ανδρέα Κάλβου

  • Έργα (αυτοτελείς εκδόσεις )
  1. Canzone…, Λιβόρνο, 1811
  2. Le Danaidi, Λονδίνο, 1818
  3. Ελπίς Πατρίδος, Λονδίνο, 1819
  4. Italian Lessons in four parts, Λονδίνο, 1820 [1818 σε τέσσερα αυτοτελή τεύχη]
  5. Βιβλίον των Δημοσίων προσευχών, Λονδίνο, 1820 (και ανατυπώσεις)
  6. Η Λύρα, Γενεύη, 1824
  7. Odes nouvelles [Νέες ωδές], Παρίσι, 1826
  • Χειρόγραφα και σκόρπια έργα
  1. Ιππίας (τραγωδία) (1813)
  2. Θηραμένης(1813)
  3. Οί Εποχές (Le Stagioni – Giovanni Meli) (1814)
  4. Ωδή εις Ιονίους (Ωδή σε Ionii) (1814)
  5. Απολογία της Αυτοκτονίας (1815)
  6. Σxέδιο Νέων Αρχών καί των Γραμμάτων (1821)
  7. Ερευνα Περί της Φύσεως του Διαφορικού Υπολογισμού (1827)
  8. Χάριτες – αποσπάσματα, Φώσκολος (1846)
  9. Επίκρισις Θεολογική (1840)
  10. Γραμματική της Νέας Ελληνικής Γλώσσης (Γραμματική της Σύγχρονης Γλώσσης Ελλήνων Φυσικών)(1822)
  • Κυριότερες συγκεντρωτικές εκδόσεις
  1. «Ωδαί (Η Λύρα – Λυρικά – Απόσπασμα άτιτλου ποιήματος)», Ωκεανίδα 1997 (Πιστή μετατύπωση των έργων του Ανδρέα Κάλβου, σε επιμέλεια Γιάννη Δάλλα)
  2. «Ωδαί», Ίκαρος 1970, Κριτική Έκδοση: Filippo Maria Pontani
  3. «Η Ιωνιάς», Συνέχεια 1992 (Ανατύπωση και φιλολογική επιμέλεια της σωζόμενης χειρόγραφης μορφής των ποιημάτων της «Λύρας»)
  4. «Το Ψαλτήριον του Δαυίδ μεταφρασθέν υπό Α. Κάλβου του Ζακυνθίου», Ίκαρος 2011
  5. «Ωδαί», Μεταίχμιο 2009, επιμέλεια Δ. Δημηρούλη (αντίστοιχης δομής με την έκδοση της Ωκεανίδας, αλλά με την προσθήκη της νεοευρεθείσας ωδής «Ελπίς Πατρίδος», με εκσυγχρονισμένη ορθογραφία και στο μονοτονικό· συνοδεύεται από cd με αναγνώσεις ποιημάτων από τον Βασίλη Παπαβασιλείου)
  6. Κάλβος, Α.: Μαθήματα φιλοσοφίας. Πανεπιστημιακές παραδόσεις στην Ιόνιο Ακαδημία, Κέρκυρα 1840-41. Εισαγωγή Παναγής Αλιπράντης, Επιμ. Λίνος Μπενάκης, Προλεγόμενα Ευάγγελος Μουτσόπουλος. ΚΕΕΦ – Ακαδημία Αθηνών, Αθ. 2002

https://el.wikipedia.org/wiki/Ανδρέας_Κάλβος

Της Δικαιοσύνης Ήλιε Νοητέ

Της Δικαιοσύνης Ήλιε Νοητέ

Μία από τις κορυφαίες δημιουργίες του υπήρξε το ποίημα Το Άξιον Εστί (1959), μέρος του οποίου είναι το ποίημα Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ. Το έργο είναι αυτό με το οποίο ο Ελύτης διεκδίκησε θέση στην εθνική λογοτεχνία, προσφέροντας ταυτόχρονα μία «συλλογική μυθολογία» και ένα «εθνικό έργο». Η λογοτεχνική κριτική υπογράμμισε την αισθητική αξία του καθώς και την τεχνική του αρτιότητα. Η γλώσσα του επαινέθηκε για την κλασσική ακρίβεια της φράσης ενώ η αυστηρή δόμησή του χαρακτηρίστηκε ως άθλος που «δεν αφήνει να διαφανεί πουθενά ο παραμικρός βιασμός της αυθόρμητης έκφρασης». Τον «εθνικό» χαρακτήρα του Άξιον Εστί υπογράμμισαν μεταξύ άλλων ο Δ.Ν. Μαρωνίτης και ο Γ.Π. Σαββίδης, ο οποίος σε μία από τις πρώτες κριτικές του ποιήματος διαπίστωσε πως ο Ελύτης δικαιούταν το επίθετο «εθνικός», συγκρίνοντας το έργο του με αυτό του Σολωμού, του Παλαμά και του Σικελιανού.

Το «Αξιον Εστί» έχει μεταφραστεί βέβαια σε πολλές γλώσσες, μα έχει ως δεσπόζουσα αρετή του μια σφραγίδα ιθαγένειας, μια «ελληνικότητα» χωρίς όμως φολκλόρ ή ιδεολογήματα, ακριβώς επειδή η δραστικότητα της γλώσσας του ποιητή φτάνει σε βάθη όπου δεν χωρούν φτηνές «πατριωτικές» αναγνώσεις. Το ότι τα πολύ γνωστά και δημοφιλή άσματα του ορατορίου έχουν ταυτιστεί με μια «αριστερή» ανάγνωση για τις εθνικές επετείους και τους σχολικούς εορτασμούς είναι το αντίτιμο της «εμπορικότητας» που απέκτησε το μουσικό έργο του Μίκη Θεοδωράκη. Πίσω απ’ αυτό το αντίτιμο όμως λάμπει ένας ποιητικός λόγος καίριος και διαχρονικός, και το σημαντικότερο, ένας ποιητικός λόγος που η πρόσληψή του απαιτεί εξοικείωση με την γλωσσική παράδοση του Ελληνισμού. Η τάση του υπερρεαλισμού να ξεπερνά τις γλωσσικές κοινοτυπίες μπόλιασε με τρόπο θαυμαστό το «Άξιον Εστί»… σε μια εποχή που ο πόλεμος δημοτικής – καθαρεύουσας γινόταν με πολιτικά χαρακτηριστικά, ο Ελύτης κατήργησε τις διακρίσεις, άντλησε λέξεις απ΄ολόκληρο τον ρου της γλώσσας μας και κατέθεσε το πιο ολοκληρωμένο, σαν σύλληψη και σαν εκτέλεση, ποιητικό έργο της νεώτερης Ελλάδας. Το ότι πέρασε σε εκατομμύρια στόματα, σαν τραγούδι πια, έστω και αποσπασματικά, είναι μια ακόμη ευτυχισμένη στιγμή στην ιστορία του ελληνικού πολιτισμού.

Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγουδά Οδυσσέα Ελύτη

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
και μυρσίνη εσύ δοξαστική
Μη παρακαλώ σας μη
μη τη λησμονάτε τη χώρα μου

Αετόμορφα τα έχει τα ψηλά βουνά
στα ηφαίστεια κλήματα σειρά
Και τα σπίτια πιο λευκά
στου γλαυκού το γειτόνεμα!

Τα πικρά μου χέρια με τον κεραυνό
τα γυρίζω πίσω απ’ τον καιρό
Τους παλιούς μου φίλους καλώ
με φοβέρες και μ’ αίματα

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
και μυρσίνη εσύ δοξαστική
Μη παρακαλώ σας μη
μη τη λησμονάτε τη χώρα μου

Οδυσσέας Ελύτης

Πηγή: https://www.youtube.com/

Ο Βιργίλιος (70π.Χ.-19π.Χ.)

Ο Βιργίλιος, πλήρες όνομα Πόπλιος Βιργίλιος Μάρων (Publius Vergilius Maro, 15 Οκτωβρίου 70 π.Χ. – 21 Σεπτεμβρίου 19 π.Χ.), ήταν αρχαίος Ρωμαίος ποιητής της περιόδου του Οκταβιανού Αύγουστου. Το σημαντικότερο ίσως έργο του, η Αινειάδα, θεωρείται το σπουδαιότερο  έπος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Ο Πόπλιος Βιργίλιος Μάρων
Βιργίλιος

Ο Βίος του Βιργιλίου

Ο Βιργίλιος γεννήθηκε στις ειδούς του Οκτωβρίου του 684 έτους από κτίσεως Ρώμης, ήτοι στις 15 Οκτωβρίου 70π.Χ., σε ένα χωριό κοντά στη Μάντουα, που βρισκόταν στις Άνδεις. Ο πατέρας του ήταν ένα φτωχός μεροκαματιάρης, ο οποίος μετά το γάμο του με τη Μάγια Πώλλα, κόρη δημόσιου κλητήρα και μητέρα του Βιργίλιου, έλαβε ως προίκα κάποια περιουσία, την οποία εκμεταλλεύτηκε, αγοράζοντας κάποια δασική έκταση. Οπότε ο πρώην μεροκαματιάρης εξελίχθηκε σε ανεξάρτητο επιχειρηματία μικρών εκμεταλλεύσεων, όπως ήταν η μελισσοκομία και η κεραμική. Για αδέλφια του το μόνο που ξέρουμε είναι ότι είχε δύο αδελφούς οι οποίοι πέθαναν σε παιδική ηλικία.

Για τα πρώτα χρόνια της ζωής του Βιργίλιου δε θα γνωρίζαμε τίποτα αν δεν ήταν γνωστή η εποχή στην οποία έτυχε να ζήσει. Ο ίδιος ο ποιητής ήταν βαθύτατα ευγνώμων προς τον πατέρα του, ο οποίος παρά την κατώτερη οικονομική και κοινωνική του θέση φρόντισε ώστε να βοηθήσει το γιο του να λάβει την καλύτερη μόρφωση για την εποχή του. Ο Βιργίλιος δώδεκα ετών βρίσκεται στην Κρεμώνα, όπου διδάσκεται τα στοιχειώδη γράμματα. Στα δεκαέξι στάλθηκε στο Μιλάνο για ευρύτερες σπουδές. Εκεί ασκήθηκε στην Ελληνική και τη Λατινική Φιλολογία και απέκτησε κιόλας σπουδαία φήμη ως ευμαθής, επιμελής και πολυμαθής.

Το 52π.Χ. ο Βιργίλιος πήγε στη Ρώμη για ανώτερες σπουδές, κυρίως στη Ρητορική, Ιατρική και Φιλοσοφία. Εν τω μεταξύ είχε ντυθεί την ανδρική τήβεννο, το οποίο σημαίνει ότι ο πατέρας του κέρδιζε αρκετά, ώστε να έχει το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη και κατ’ επέκταση να το μεταβιβάσει και στο γιο του. Αυτό το δικαίωμα διαφαίνεται και από τη φιλοδοξία του να αναδειχθεί ως πολιτικός άνδρας, προοπτική που του επέτρεπε ή πιθανώς και να του επέβαλλε η κοινωνικοοικονομική του θέση ανάμεσα στους αριστοκράτες συμπολίτες του στη Μάντουα. Αλλά δυστυχώς ο Βιργίλιος δεν επέδειξε σπουδαίες ικανότητες σχετικά με τη Ρητορική, για τις οποίες άλλωστε και ο ίδιος πείστηκε νωρίς, ύστερα από κάποιες ανεπιτυχείς δημόσιες εμφανίσεις του, και γι’ αυτό εγκατέλειψε τη Ρητορική και μαζί και τη φιλοδοξία για την ανάδειξη του στο στίβο της πολιτικής. Ωστόσο η προτίμηση του Βιργιλίου να σπουδάσει τις επιστήμες αυτές αποδείχνει και το ενδιαφέρον του να αποκτήσει την όσο γινόταν στέρεα και αληθινή μόρφωση.

Ο Βιργίλιος είχε την σφοδρή επιθυμία να ταξιδέψει στην Αθήνα όπου σκόπευε να ασχοληθεί με τη Φιλοσοφία. Ο εμφύλιος πόλεμος στη Ρώμη κατά τα έτη 25-22π.Χ. δεν του το επέτρεψε, παρά το έτος 19π.Χ. Κατά μια επίσκεψη του στα Μέγαρα του παρουσιάσθηκε υψηλός πυρετός. Εκείνη την εποχή περνούσε από την Αθήνα ο Αύγουστος προερχόμενος από την Ανατολή και πηγαίνοντας στη Ρώμη. έτσι δείχνοντας το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για την υγεία και τη ζωή του ποιητή τον ανάγκασε να τον συνοδέψει πίσω στη Ρώμη. Βγαίνοντας όμως στο Βρινδήσιο η κατάσταση της υγείας του ποιητή είχε τόσο επιδεινωθεί, ώστε εκείνος υπέκυψε στις 21 Σεπτεμβρίου του 19π.Χ. Τάφηκε στη Νεάπολη.

Το έργο του Βιργιλίου

Ο Βιργίλιος αφού εγκατέλειψε τη Ρητορική επιδόθηκε στην Ποίηση. Ήδη από την εφηβική του ηλικία έγιναν ευρύτερα γνωστά σπουδαία ποιήματα του. Το πρώτο του ποίημα αναφερόταν σε κάποιο περιπλανώμενο ληστή ονόματι Βαλλίστα . Ακολουθεί μια μακρά σειρά ποιημάτων, αναφέρονται τα: Καταλεπτόν, Πριάπεια, Επιγράμμματα, Σκληρές, Κείρις, Κουνούπι, ως πρωτόλεια του ποιητή. Τα περισσότερα από αυτά συμπεριελήφθησαν στη συλλογή του με τίτλο Appendix Vergiliana. Ακόμη έγραψε τα Βουκολικά ή Εκλογές, τα Γεωργικά, την Αινειάδα. Η Αινειάδα είναι το σημαντικότερο έργο του ποιητή. Είναι το έπος του ρωμαϊκού πολιτισμού. Από το έτος 30 μέχρι το 19π.Χ., ένδεκα ολόκληρα χρόνια, ο ποιητής είναι καταπιασμένος συνέχεια με τη σύνθεση του έπους του Αινεία.

Ο Αινείας ήταν ήρωας της Τροίας. Επικεφαλής των Τρώων φυγάδων, μετά τον Τρωικό πόλεμο έφυγαν από την Τροία και αναζήτησαν αλλού πατρίδα. Μετά από πολλές περιπλανήσεις και περιπέτειες έφτασαν στο αρχαίο Λάτιο και εκεί εγκαταστάθηκαν ιδρύοντας μια νέα Τροία, τη Ρώμη. Με αυτό το έπος ο Βιργίλιος κυνήγησε πολλούς σκοπούς: Αρχικά ήθελε να δώσει στους Ρωμαίους το δικό τους έπος της φυλής τους, όπως οι Έλληνες τα Ομηρικά Έπη. Ύστερα ήθελα να υμνήσει τη Ρώμη, που ξεκινώντας από το ασήμαντο Λάτιο θέριεψε και αναδείχτηκε κοσμοκράτειρα δύναμη. Τέλος, με την Αινειάδα ζήτησε να κωδικοποιήσει όλες τις θρησκευτικές πίστεις και δοξασίες, που ήταν καθαρά ρωμαϊκές.

Ο χαρακτηρισμός του Βιργιλίου

Ο Βιργίλιος ως άνθρωπος ήταν ειλικρινής προς όλους και ιδιαίτερα απέναντι στους φίλους του, ήταν αγαθός, τρυφερός και αγνός. Απέφευγε τις κοινωνικές επιδείξεις, ήταν ταπεινός και διατήρησε μέχρι το θάνατό του την αγροτική αφέλεια της παιδικής του ηλικίας. Είχε λευκή την παιδική του ψυχή. Είχε σταθερή και λεπτότατη ευαισθησία, η δε ευσυνειδησία του σχετικά με την καλλιτεχνική του εργασία ήταν σύστοιχη με την ποιητική του μεγαλοφυία. Διακατεχόταν από ανειρήνευτο πάθος τελειομορφίας για τα προϊόντα της ποίησης του.

Η αγάπη του προς τη φιλοσοφία, η τρυφερή και πολύ ευαίσθητη καλλιτεχνική του ιδιοσυγκρασία μαρτυρούν τύπο εσωστρεφή και μυστικοπαθή. ίσως σ’ αυτό οφείλεται και η προτίμηση του να διαμένει μόνιμα στην Ιταλία ή στη Σικελία, γιατί το κλίμα στις περιοχές αυτές είναι ευνοϊκό για την ιδιοσυγκρασία του ποιητή, ο οποίος ήταν λιτοδίαιτος, φυματικός, στομαχικός και συχνά έπασχε από πονοκέφαλο και φλεγμονές του λαιμού. Η δειλία του μπροστά στο κοινό και η έλλειψη ευφράδειας δεν οφειλόταν σε φυγανθρωπία ή μισανθρωπία, αλλά στο ότι ήταν τύπος δημιουργού, ο οποίος μέσα τη γόνιμη σιγαλή απομόνωση του πάσχει για το -από ιδανική άποψη- τέλειο.

Πηγή: https://www.papadimasbooks.gr

Ο Αριστοτέλης (384π.Χ.-322π.Χ.)

Ο Αριστοτέλης Νικομάχου Σταγειρίτης (Αρχαία Στάγειρα, 384 π.Χ. – Χαλκίδα, 322 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος και επιστήμονας που γεννήθηκε στα Στάγειρα της Χαλκιδικής στη Μακεδονία. Τα έργα του αναφέρονται σε πολλές επιστήμες, όπως φυσική, βιολογία, ζωολογία, μεταφυσική, λογική, ηθική, ποίηση, θέατρο, μουσική, ρητορική, πολιτική κ.ά, και συνιστούν το πρώτο ολοκληρωμένο σύστημα στη Δυτική Φιλοσοφία.

Ο Αριστοτέλης Νικομάχου
Ο Αριστοτέλης Νικομάχου

Ο Βίος του Αριστοτέλη

Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε στα Στάγειρα Χαλκιδικής το 384π.Χ. Ο πατέρας του ήταν γιατρός στην αυλή του βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα Γ’ . Ορφανός από χρόνια ο Αριστοτέλης ήρθε το 365π.Χ. στην Αθήνα να σπουδάσει στην Ακαδημία, τη σχολή του Πλάτωνα. Από τότε είχε αρχίσει να διαφαίνεται μία όχι ασήμαντη διαφορά στην προσωπικότητα των δύο ανδρών και στη γενικότερη στάση τους απέναντι στη γνώση και τη φιλοσοφία. Στα είκοσι χρόνια που έμεινε ο Αριστοτέλης στην Ακαδημία κύριο έργο του, μετά τη συμπλήρωση των σπουδών του, είχε την επιστημονική έρευνα και διδασκαλία. Οι ιδέες του συχνά τον έφερναν αντιμέτωπο με τους άλλους συναδέλφους του στην Ακαδημία. Και του Πλάτωνα οι βασικές διδασκαλίες δεν ξέφυγαν τον έλεγχο του. Έντονη ήταν και η κριτική του σε βάρος άλλων σχολών και τους εκπροσώπους τους. Ο χαρακτήρας δεν ήταν ασφαλώς άσχετος με αυτό, σχεδόν όμως τις περισσότερες φορές ήταν η βαθιά του πίστη πως οι δικές του απόψεις βρίσκονταν πιο κοντά στην αλήθεια που τον εξωθούσε στην αυστηρή κριτική των απόψεων των άλλων. Ο ίδιος μας βεβαιώνει πώς όταν είχε να διαλέξει ανάμεσα στους φίλους και την αλήθεια «όσιον προτιμάν την αλήθειαν».

Αμέσως μετά το θάνατο του Πλάτωνα (347π.Χ.) ο Αριστοτέλης εγκατέλειψε και την Ακαδημία και την Αθήνα. Έχει υποστηριχθεί ότι ο Αριστοτέλης πικράθηκε που δεν ανέλαβε τη σχολή του Πλάτωνα ο ίδιος αλλά ο ανηψιός του Πλάτωνα ο Σπεύσιππος, κάτι που ήταν πολύ λογικό αν λάβουμε υπόψιν το αττικό δίκαιο. Το πιο πιθανό όμως είναι ότι ο Αριστοτέλης εγκατέλειψε την Αθήνα για καθαρά πολιτικούς λόγους (εκείνη την εποχή ισχυροποιείται στην Αθήνα το αντιμακεδονικό κόμμα με επικεφαλής το Δημοσθένη, ενώ ο Αριστοτέλης διατηρούσε σχέσεις με τη μακεδονική αυλή).

Ο Αριστοτέλης εγκαταστάθηκε στην Άσσο μια πόλη στα παράλια της Μικράς Ασίας απέναντι από τη βόρεια Λέσβο. Εκεί ο Αριστοτέλης βρίσκει νέα ενδιαφέροντα, ανακαλύπτει τον κόσμο των ζώων και των φυτών. Στην Άσσο ή τη Μυτιλήνη όπου εγκαταστάθηκε λίγο αργότερα (346) συνάντησε και τον πιο πιστό του μαθητή τον Θεόφραστο. Με πρόσκληση του βασιλιά Φίλιππου ο Αριστοτέλης εγκαταστάθηκε το 343π.Χ. στη Μακεδονία, αναλαμβάνοντας την αγωγή του Αλέξανδρου. Η αγωγή που πήρε ο Αλέξανδρος από τον Αριστοτέλη έκανε να ριζώσει στην ψυχή του μια βαθιά σχέση με τη γενικότερη παιδεία των Ελλήνων.

Το 335π.Χ. ο Αριστοτέλης επέστρεψε στην Αθήνα όπου συνέχισε τις έρευνες του, παράλληλα όμως ασκούσε και διδακτικό έργο, όχι στην Ακαδημία αλλά στο Λύκειο, ένα δημόσιο γυμναστήριο στον Λυκαβηττό.

Η αναγγελία θανάτου του Αλέξανδρου σήμανε το τέλος της ήρεμης και αποδοτικότατης αυτής περιόδου της φιλοσοφικής δραστηριότητας του Αριστοτέλη. Ο φιλόσοφος κατηγορήθηκε για ασέβεια επειδή είχε γράψει στη μορφή ενός παιάνα, του παραδοσιακού ποιήματος του Απόλλων, ένα ποίημα για έναν φίλο του, που είχε βρει μαρτυρικό θάνατο. Οι Αθηναίοι είχα βαθύτατα ενοχληθεί από το γεγονός ότι το ποιητικό αυτό όχημα είχε χρησιμοποιηθεί για να υμνηθεί ένας δηλωμένος φίλος του βασιλιά της Μακεδονίας. Ο Αριστοτέλης υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα. Αυτή τη φορά πήγε να ζήσει στην Χαλκίδα., στο σπίτι που είχε εκεί από τη μητέρα του, Φαιστίδα. Ο θάνατος τον βρήκε εκεί την επόμενη χρονιά, το έτος 322π.Χ.

Ο Αριστοτέλης και η παιδεία

Η πολυμερής διάνοια του Αριστοτέλη δεν ήταν δυνατόν να μην ασχοληθεί με τη βασικότερη λειτουργία της πολιτείας, την παιδεία. Πέρα από το πλήθος των άλλων φιλοσοφικών του συγγραφών ο Σταγερίτης συνέγραψε έργο και για την παιδεία το οποίο όμως δε σώθηκε. Για τον παιδευτικό αυτό θεσμό ευρίσκονται εγκατασπαρμένες γνώμες του μέσα στο ευρύ φιλοσοφικό έργο, από τις οποίες γίνονται προσπάθειες να συγκροτηθεί κάποιο σύστημα με τις απόψεις του για την παιδεία.

Ο Αριστοτέλης εντάσσει την παιδεία στις θεμελιώδεις λειτουργίες της πολιτείας. Η παιδεία δεν είναι ατομική ευθύνη, αλλά ζήτημα ουσιαστικό της πολιτείας. Σκοπός της πολιτείας, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, είναι να οδηγήσει τους πολίτες στην άριστη ζωή, στην ευδαιμονία. Την άριστη αυτή ζωή οδεύει να η πραγματώσει όχι με υλικά αγαθά, αλλά με ψυχικές αρετές. Δεν είναι βέβαια έξω από τους σκοπούς της πολιτείας η αυτάρκεια και η ικανοποίηση όλων των υλικών και ηθικών αναγκών του πολίτη αλλά αυτός δεν είναι οι μόνος. Το τέρμα αυτής της πορείας είναι το «ευ ζην», η ευδαιμονία.

Επομένως η πρώτη φροντίδα της πολιτείας είναι η αρετή, η διαμόρφωση ενάρετων πολιτών. Αυτό αυτομάτως παραπέμπει στην παιδεία για αρετή. Η πολιτεία καλείται να πραγματώσει την ενότητα και τη διαιώνιση της και τον τελικό σκοπό της παιδεύοντας τους πολίτες, για να τους οδηγήσει στην ευδαιμονία.

Ο Σταγειρίτης θέτει ως σκοπό της παιδείας την αρετή, η οποία οδηγεί στην ευδαιμονία τον ανθρώπινο βίο μέσα στην κοινότητα. Μόνο μέσα στην κοινότητα ασκείται κατά άρτιο τρόπο η αρετή, μόνο με τη συνύπαρξη με τους άλλους δοκιμάζεται η ποιοτική στάθμη και η περαιτέρω η δική μας αντοχή.

Η παιδεία, λοιπόν, ως θεμελιώδης λειτουργία της πολιτείας αποσκοπεί στη διαμόρφωση άριστων πολιτών, στην άριστη πολιτεία, στη διαμόρφωση ευδαιμόνων πολιτών, ανδρείων και ικανών για το «ευ ζην». Ευδαιμονία όμως σημαίνει ηθικοποίηση του ανθρώπου. Επομένως η παιδεία οφείλει να καλλιεργεί την πρωτόγονη, την άμορφη φύση του με όλες τις κληρονομικές προδιαθέσεις, για αυτοκυριαρχία με βάση το λόγο, και να τον διαμορφώσει χάριν της «πόλεως». Σε αυτό βοηθά η μορφωσιμότητα, που είναι το θεμελιώδες υπόστρωμα για την πραγμάτωση του σκοπού της παιδείας. Μόρφωση, λοιπόν, σημαίνει η διάπλαση της ψυχής του ανθρώπου και του λογικού και του αλόγου. μέρους της.

Για να πραγματοποιηθεί ο σκοπός της αγωγής και να διαπαιδαγωγηθεί καταλλήλως ο άνθρωπος πρέπει να συντρέχουν ορισμένες ευνοϊκές προϋποθέσεις. Αυτές είναι τρεις: φύσις, έθος, λόγος. Με τον όρο φύσις νοούνται όλες οι φυσικές, κληρονομικές προδιαθέσεις του ατόμου, τα κληρονομικά στοιχεία. Για να υπάρξει αγαθή φύση πρέπει το παιδευτικό σύστημα να μεριμνά ακόμη και πριν τη γέννηση των παιδιών. Μεριμνά για τις ενώσεις των ανδρών και των γυναικών, καθορίζει τα του γάμου, φροντίζει για την τεκνογονία και την ευγονία.

Έθος είναι ο εθισμός που κατορθώνεται μέσα στον οικογενειακό και κοινωνικό χώρο. Το έθος φροντίζει για τη δημιουργία κατάλληλου παιδευτικού περιβάλλοντος, αι εννοείται πάντοτε το οικογενειακό και το κοινωνικό.

Λόγος είναι η καθοδήγηση με το λόγο, η διαπαιδαγώγηση με τη διδασκαλία, με το λόγο. Ο λόγος είναι η ισχυρή δύναμη. όταν ασκείται σωστά είναι η διανοητική αρετή, η φρόνηση που καθιστά τον άνθρωπο φρόνιμο και τον βοηθά να πράττει κάθε φορά αυτό που πρέπει.

Τα στάδια της παιδείας κατά τον Αριστοτέλη

Τρία είναι τα στάδια της παιδείας. Πρώτα η διάπλαση του σώματος, έπεται το άλογο (ορέξεις) μέρος της ψυχής και ακολουθεί η διαμόρφωση του λογικού μέρους της. Η πρώτη περίοδος καλύπτει την ηλικία μέχρι το 7ο έτος, η δεύτερη μέχρι το 14ο και η τρίτη τερματίζεται στο 21ο έτος.

Κατά την πρώτη περίοδο η αγωγή είναι αποκλειστική μέριμνα των γονέων, είναι οικογενειακή υπόθεση. Οι γονείς φροντίζουν για την καλή τροφή του παιδιού (1ο έτος), για τη λογική άσκηση, ώστε να αναπτυχθεί σωστά το σώμα(2-5 έτη) και στη συνέχεια εισάγεται στις γνώσεις (5-7 έτη) . Το παιδί βλέπει και ακούει αυτά που μάθει αργότερα. Ασχολείται με το παιχνίδι, προσοχή όμως χρειάζεται στους λόγους και τις πράξεις των μεγαλυτέρων. Μεριμνά ακόμα και για την ηθικοπλαστική πλευρά της οικογενειακής αγωγής.

Η δεύτερη περίοδος (7-14) είναι η περίοδος της συστηματικής αγωγής, η οποία είναι κοινή και υποχρεωτική για όλους, αποκλειστικό έργο της πολιτείας, και τελεί υπό την αυστηρή εποπτεία των αρχόντων.

Η τρίτη περίοδος (14-21 ετών) είναι η τελευταία. Τότε ο έφηβος πλέον κατανοεί τις υψηλές ιδέες και αξίες και τότε επιδιώκεται η πνευματική και ηθική του ανάπτυξη και αυτάρκεια.

Το σχολικό πρόγραμμα του Αριστοτέλη

Κατά την περίοδο της συστηματικής αγωγής (7-14) προβλέπει την υποχρεωτική διδασκαλία της γραφής, της ανάγνωσης, της γυμναστικής, της μουσικής και της γραφικής (ζωγραφικής). το παιχνίδι της προσχολικής ηλικίας παραχωρεί τη θέση του στη μάθηση. Παράλληλα καλλιεργείται και το ήθος.

Τα μαθήματα της ανώτερης περιόδου (14-21) είναι η γραμματική, η λογοτεχνία, η ρητορική, η διαλεκτική, η φιλοσοφία.

Η μουσική του Αριστοτέλη

Ο Αριστοτέλης θεωρεί τη μουσική πολύ σημαντικό παράγοντα της αγωγής που πρέπει να χρησιμοποιείται σε όλες τις ηλικίες . Γενικώς τονίζει ότι η καλλιτεχνική εκπαίδευση είναι αναγκαία όχι μόνο για την επίδραση που ασκεί στη φύση, αλλά και διότι παρέχει τη δυνατότητα στους ελεύθερους πολίτες να καλύπτουν τις ελεύθερες ώρες τους.

Η μουσική επειδή με το ρυθμό απεικονίζει ψυχικές καταστάσεις ασκεί επίδραση στην ψυχή του νέου και τον χαρακτήρα του. Η ηθική αυτή επίδραση είναι σημαντική και χρησιμοποιείται ως μέσο για παιδευτικούς σκοπούς. Χρησιμοποιείται μέσω παιχνιδιού για ανάπαυση, για ανακούφιση γιατί ευχαρίστως το παιδί ασχολείται με αυτό. Ακόμη συντελεί στη διέγερση για μεγαλύτερη δραστηριότητα. Τέλος, χρησιμοποιείται για ψυχολογικούς-ιατρικούς σκοπούς, με την έννοια αυτή εννοείται η κάθαρση, η απαλλαγή της φύσης από βαρύνουσες παθολογικές καταστάσεις.

Πηγή: www.enet.gr

Σπασμένο Καράβι

Το «Σπασμένο Καράβι» είναι ποίημα του Γιάννη Σκαρίμπα μελοποιημένο από τον Γιάννη Σπανό και τον Κώστα Καράλη σε μια ανεπανάληπτη και αξεπέραστη μέχρι σήμερα ερμηνεία. Κυκλοφόρησε το 1975 στο δίσκο «Τρίτη Ανθολογία». Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν και άλλες εκτελέσεις από άλλους καλλιτέχνες.

Ο Γιάννης Σκαρίμπας έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στην Χαλκίδα, με την οποία ταυτίστηκε –όπως ο Καρυωτάκης με την Πρέβεζα, ο Καβάφης με την Αλεξάνδρεια, ο Παπαδιαμάντης με τη Σκιάθο–, την έκανε σημείο αναφοράς στην ποίησή του, της έδωσε υπόσταση ερωτικού αντικειμένου και, ως σύμβολο ή ως μεταφορά, η επαρχιακή αυτή πόλη του μεσοπολέμου έγινε η σφραγίδα του ποιητικού του κόσμου.

Ο μπαρμπα-Γιάννης Σκαρίμπας, όπως ήταν γνωστός στους φίλους του πέθανε στις 21 Ιανουαρίου 1984 και τάφηκε στο κάστρο του Καράμπαμπα.

Η προτομή του, φιλοτεχνημένη από τον σπουδαίο Ευβοιώτη γλύπτη Αντώνη Καραχάλιο, βρίσκεται στην Χαλκίδα. Στην βάση της υπάρχει πλάκα με στίχους ενός από τα γνωστότερα ποιήματα του Γιάννη Σκαρίμπα εξαιτίας και της μελοποίησης του.

Σπασμένο Καράβι
Ο Γιάννης Σκαρίμπας

Σπασμένο Καράβι

Σπασμένο καράβι να ‘μαι πέρα βαθειά
έτσι να ‘μαι
με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά
να κοιμάμαι

Να ‘ν’ αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική
γύρω-γύρω
με κουφάρι γυρτό και με πλώρη εκεί
που θα γείρω

Να ‘ν’ η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά
έτσι να ‘ναι
και τα βράχια κατάπληχτα και τ’ αστέρια μακριά
να κοιτάνε

Δίχως χτύπο οι ώρες και οι μέρες θλιβές
δίχως χάρη
κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μες σε νύχτες βουβές
το φεγγάρι

Έτσι να ‘μαι καράβι γκρεμισμένο νεκρό
έτσι να ‘μαι
σ’ αμμουδιά πεθαμένη και κούφιο νερό
να κοιμάμαι

Πηγή: https://www.sansimera.gr/anthology/344