Μύρινα Λήμνου

Από το ένδοξο παρελθόν της, το μόνο που έχει να επιδείξει η Μύρινα είναι το κάστρο της, κτισμένο πάνω σε ένα ακρωτήρι που στέκεται ανάμεσα σε δύο κόλπους, που με τη σειρά τους σχηματίζουν δύο λιμανάκια. Κάποιες πλευρές του τείχους από πέτρες ακανόνιστες χωρίς τσιμέντο, ίχνη από σκαλοπάτια και εγκοπές μέσα στο βράχο αντιπροσωπεύουν την ελληνική αρχαιότητα. Αντίθετα, τα γενοβέζικα προπύργια επιβιώνουν, φέροντας ακόμα το μονόγραμμα του Παλαιολόγου Gatiliusi (Γατελούζου), Γενοβέζου στην καταγωγή, που θα κυβερνούσε ταυτόχρονα τη Λήμνο και τη Μυτιλήνη.

Μύρινα Λήμνου
Το κάστρο της Μύρινας όπως είναι σήμερα

Το κάστρο στη Μύρινα, στην εξωτερική του εμφάνιση, παρουσιάζει μια εικόνα από τις γραφικότερες, χάρη στις απόκρημνες μεριές από τραχείτη όπου και στηρίζεται και τις πολύ απότομες κορυφές, τις παράξενες σε σχήμα που υψώνονται γύρω του, στην πεδιάδα. Ιδιαίτερα δε κατά τη δύση του ηλίου, όταν αυτές οι μαύρες σκιές με τις μορφές φανταστικών τεράτων προβάλλουν στον κόκκινο ουρανό, έχουμε καταπληκτική θέα, από τους λόφους στα ανατολικά, κοντά στον Άγιο Παύλο και τον Κοντιά.

Σαν πόλη, το Κάστρο ή Μύρινα, μοιάζει με όλα τα άλλα μικρά λιμάνια των νησιών του Αιγαίου πελάγους ή των ακτών της Μικράς Ασίας: στενοί δρόμοι, ένας από αυτούς με ανοιχτά καταστήματα και βαρέλια κρασιού, χρησιμεύει για αγορά. Σπίτια από γκρίζα ακατέργαστη πέτρα, με τον πρώτο όροφο να προεξέχει στηριζόμενος σε επικλινή στηρίγματα. Καφασωτά παράθυρα με κιγκλιδώματα στα σπίτια των Τούρκων. Το εσωτερικό των σπιτιών, οι φορεσιές τα έθιμα είναι παρόμοια με των άλλων νησιών του Αιγαίου. Πρόκειται πάντα για τους ίδιους χώρους υποδοχής, με ντιβάνια στρωμένα με πολύχρωμα υφάσματα σε όλο το μήκος των τοίχων. Σε μια γωνία του δωματίου, η στήλη από μαξιλάρια για τους καλεσμένους, το καντήλι αναμμένο μπροστά στην αγία εικόνα, τα υφαντά και τα κεντήματα των γυναικών του σπιτιού.

Για φορεσιά, το παντελόνι σε σχήμα σάκου, με δυο ανοίγματα για τις κνήμες που άνδρες και γυναίκες δένουν, οι μεν στα γόνατα, οι δε στον αστράγαλο, αφήνοντας το να πέφτει λιγότερο ή περισσότερο. Στο κεφάλι το κόκκινο φέσι των ανδρών και η χρωματιστή μαντίλα των γυναικών. Όλα τα ρούχα, τα υφάσματα, τα υποδήματα φτιάχνονται στο σπίτι από τις γυναίκες.

Όσον αφορά τα έθιμα, το σύνηθες είναι να προσφέρεται στους επισκέπτες μαστίχα από τη Χίο, γλυκά, ζαχαρωτά, καφές. Ίδιος ο τρόπος φαγητού, καθιστοί σε ένα χαμηλό τραπέζι, σχεδόν στο ύψος του πατώματος.

Στη Μύρινα οι κάτοικοι, που παραμένουν στην πατρίδα τους, δεν έχουν κανένα λόγο να προσπαθήσουν με την εργασία τους να ευδοκιμήσει η γη τους, αφού δεν τους ωθεί σε αυτό το μεγάλο κίνητρο της ανάγκης. Προσεγγίζοντας με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, δεν έχουν, χωρίς αμφιβολία, ούτε ανέσεις, ούτε πολυτέλειες.

Ωστόσο, δεν δοκιμάζονται από τη στέρηση τους. Δεν είναι πλούσιοι, αντίθετα σχεδόν όλοι τους έχουν εξασφαλίσει τη διαβίωση τους, χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Οι απέραντες αυτές εκτάσεις, ένα είδος δημοσίων κτημάτων που κανένας δεν γνωρίζει τον ακριβή ιδιοκτήτη, ανήκουν σε όσους θέλουν να οδηγούν εκεί τα κοπάδια τους. Ελάχιστοι είναι οι κάτοικοι που δεν έχουν ένα κομμάτι γης για να καλλιεργήσουν το σιτάρι για το ψωμί της χρονιάς: ζουν με λίγα πράγματα σε αυτές τις θερμές χώρες!

Ίσα που ανάβουν φωτιά για φαγητό και αυτό σπάνιες φορές. Με καρπούζι, τυρί, ψωμί, ψάρια παστά, περνούν καιρό. Το κρασί είναι τόσο άφθονο, που μου το πουλούσαν, σε μένα έναν ξένο, λιγότερο από τρεις δεκάρες το λίτρο.

Στη Μύρινα η μόνη ασχολία ικανού αριθμού κατοίκων της συνίσταται στο να φυλούν τα αιγοπρόβατα, που σύμφωνα με τις εκτιμήσεις υπολογίζονται σε πάνω από 40.000 ζώα. Αρκεί να συναντήσεις τα κοπάδια στα έρημα οροπέδια που προσφέρονται για ελεύθερη βοσκή, για να καταλάβεις για ποιο λόγο στη Λήμνο δεν έχει μείνει ούτε ένας θάμνος. Οι βοσκοί είναι ικανοί να κάψουν ένα θάμνο για να ζεσταθούν, με κίνδυνο πυρκαγιάς στο δάσος, και να βάλουν φωτιά σε εάν αιωνόβιο πεύκο για να έχουν λίγα κάρβουνα. Η φωτιά αποτελεί ένα εύκολο τρόπο αποψίλωσης, που πάντα αφήνει στους γείτονες καυσόξυλα, και ό,τι άρχισε η φωτιά το αποτελειώνει το αδηφάγο δόντι των προβάτων και αιγών. Σε αυτές τις χώρες είναι μοιραίο κάποια από τα δύο να υποκύψουν: ή τα δάση ή τα ζώα. Στη Λήμνο τα ζώα θριάμβευσαν.

Οι Λήμνιοι βοσκοί έχουν ενδυμασία και πολύ παράξενο τύπο. Ντύνονται στα λευκά από το κεφάλι ως τα πόδια με το φουσκωτό παντελόνι και ένα γιλέκο από δέρμα πάνω από το μάλλινο πουκάμισο. Σπάνε λίγο τη μονόχρωμη λευκότητα με το μαύρο των δερμάτινων λουριών που δένουν γύρω από τα πόδια τους, των περικνημίδων που καταλήγουν σε αιχμή πάνω από το γόνατο και της ζώνης τους, από όπου κρέμεται συνήθως μια δερμάτινη θήκη. Στο λευκό μάλλινο σκούφο τους είναι στριμμένη πολλές φορές μια υφασμάτινη άκρη, αφήνοντας να φανούν μακριά κατσαρά μαλλιά που πλαισιώνουν ένα οστεώδες πρόσωπο, με μάτια πολύ κοντά το ένα στο άλλο, διαπεραστικά, με μύτη κυρτή. Στο χέρι κρατούν ένα μακρύ φυσικό μπαστούνι.

Ένα ελληνικό νησιωτικό χωριό πολύ συχνά χαρακτηρίζει μια εκκλησία μεγαλοπρεπής σε κατασκευή. Οι θρησκευτικές κοινότητες, που για τους Έλληνες υπόδουλους στους Τούρκους αντιπροσωπεύουν την πατρίδα, είναι όλες πλούσιες, και όταν πρόσφατα η Τουρκία ήρε παλαιότερη απαγόρευση και τους επέτρεψε, με οικονομικό αντάλλαγμα, να κτίσουν εκκλησίες, αμέσως επιδόθηκαν στην οικοδόμηση τους. Με έκπληξη είδαμε σε φτωχά χωριά τόσο μεγάλα οικοδομήματα, τόσο υπέροχα διακοσμημένα, συχνά δε με μάρμαρα από τα γύρω αρχαία ερείπια.

Εκτός από τις εκκλησίες, υπάρχουν στη Λήμνο επτά μοναστήρια με σπουδαιότερα του Πορτιανού και του Κοντιά. Και κατά μία πολύ παλαιά συνήθεια, ένα είδος λατρείας των ψηλότερων σημείων, όπου ο άνθρωπος πίστευε ότι ήταν πλησιέστερο στον ουρανό, πάνω τις ψηλότερες κορυφές, τις πιο δύσβατες, υπάρχει πάντα ένα μικρό ξωκκλήσι αφιερωμένο στην Παναγία, στον Άγιο Γεώργιο, στον Άγιο Αθανάσιο ή στον Προφήτη Ηλία.

Louis de Launay

Μυτιλήνη, ο κήπος της αυτοκρατορίας

Η Μυτιλήνη είναι ένας μεγάλος τόπος με επιβλητική εμφάνιση και περιλαμβάνει πληθυσμό 20.000 ατόμων. Η πόλη είναι χτισμένη εν μέρει πάνω σε μια χερσόνησο, η οποία στο σημείο αυτό προβάλλει προς τη θάλασσα, και εν μέρει στο γειτονικό χώρο και τον ισθμό που τα συνδέει.

Μυτιλήνη, ο κήπος της αυτοκρατορίας
Εγκαταλελειμμένο ελαιοτριβείο-σαπουνοποιείο στη Λέσβο

Βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του νησιού, πράγμα που χωρίς αμφιβολία έχει επιβληθεί για δύο λόγους: πρώτον μεγαλύτερη ασφάλεια για τη ναυτιλία, καθώς έτσι το λιμάνι της δεν ήταν εκτεθειμένο στην ανοιχτή θάλασσα και δεύτερον ευκολία επικοινωνίας με την ενδοχώρα καθώς οι ελληνικοί οικισμοί παντού ιδρύονταν με προοπτική το εμπόριο και ειδικότερα την εξαγωγή του προϊόντος της ενδοχώρας. Η πόλη στην πίσω πλευρά περιβάλλεται από σειρά λόφους, οι πλαγιές των οποίων είναι καλυμμένες με όμορφη βλάστηση και διάσπαρτες αγροικίες.

Η ελιά βασιλεύει στη Μυτιλήνη. Ο πληθυσμός είναι αφοσιωμένος στην καλλιέργεια της ελιάς και το λάδι είναι το κύριο εξαγωγικό προϊόν. Ως εκ τούτου το νησί ονομάζεται από τους Τούρκους «κήπος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας».

Η Μυτιλήνη αποτελείται από δύο τομείς, το μεσαιωνικό κάστρο, το οποίο καλύπτει την κορυφή και ένα μεγάλο μέρος των βορείων κλιτών της χερσονήσου, και τη σύγχρονη πόλη, που είναι χτισμένη στον ισθμό και στις πλαγιές αριστερά και δεξιά του. Το κάστρο είναι μια εκτεταμένη και θεαματική κατασκευή, που έχει εσωτερικά και εξωτερικά τείχη, με προμαχώνες, στρογγυλούς και γωνιώδεις πύργους και επάλξεις. Η οχύρωση του φτάνει μέχρι τη θάλασσα και την ακολουθεί για κάποια απόσταση προς τη βορειοδυτική πλευρά. Είναι βυζαντινής κατασκευής, αλλά το 1335 πέρασε στα χέρια των Γενουατών ευγενών της οικογένειας των Γατελούζων, οι οποίοι κατείχαν το νησί, για περισσότερο από έναν αιώνα, μέχρι που δόθηκε σαν δώρο στον Μωάμεθ Β΄το 1462.

Η ιστορία του κάστρου μπορεί να λεχθεί ότι αποτυπώνεται με ακρίβεια στην προμετωπίδα του, γιατί πάνω από την είσοδο, στην κορυφή του λόφου, όπου παραμένει ακόμα η παλιά σιδερένια πόρτα, βρίσκονται δίπλα δίπλα εντοιχισμένα: ένας βυζαντινός αετός, ένας φράγκικος θυρεός και μια τούρκικη επιγραφή. Τώρα κατοικείται από οθωμανικό πληθυσμό, κυρίως κυβερνητικούς αξιωματούχους και ένα σημαντικό αριθμό στρατιωτικών δυνάμεων. Το μεγαλύτερο μέρος της χερσονήσου δεν έχει ανοικοδομηθεί και καταλήγει στη θάλασσα σε απότομους βράχους.

Το βόρειο τμήμα της σύγχρονης πόλης, που βρίσκεται πλησιέστερα προς το κάστρο, είναι επίσης τουρκικός τομέας και περιλαμβάνει ορισμένα τζαμιά, ενώ το τμήμα προς τη νότια πλευρά του ισθμού, που έχει μεγάλη έκταση, κατοικείται από τους Έλληνες και Ευρωπαίους πρόξενους.

Henry Fanshawe Tozer

Χίος, ο παράδεισος της Ανατολής

Το Κάστρο ή Χίος, η κύρια πόλη του νησιού της Χίου χτίστηκε από τους Γενουάτες στην περιοχή της αρχαίας Χίου και είναι όμορφα τοποθετημένη στην ανατολική πλευρά του νησιού. Σε μικρή απόσταση πίσω από την πόλη, υψώνονται τα γυμνά βραχώδη βουνά, τα οποία κρύβουν το εσωτερικό του νησιού. Άγονα στην κορυφή, αλλά στους πρόποδες προσεχτικά καλλιεργημένα σε πεζούλες, παράγουν ελιές, ροδάκινα, σύκα, σταφύλια και άλλα φρούτα για τα οποία η Χίος είναι φημισμένη.

Χίος, ο παράδεισος της Ανατολής
Η αγορά της Χίου

Η γη ανάμεσα στη ρίζα των βουνών και τη θάλασσα, για μερικά μίλια γύρω από το Κάστρο, έχει πολλές μονοκατοικίες με κήπους γεμάτους με ημιτροπικά οπωροφόρα δέντρα: πορτοκαλιές, λεμονιές, μπανανιές, ροδιές και αμυγδαλιές. Το πιο φημισμένο προϊόν του νησιού είναι η μαστίχα. Η μαστίχα προέρχεται από εγχαράξεις στο φλοιό του σχίνου, ενός θάμνου που καλλιεργείται ευρέως στο πεδινό μέρος του νησιού, νότια του Κάστρου.

Η πόλη έχει μεν λιμάνι, αλλά είναι ρηχό και όχι καλά προστατευμένο από τον καιρό, με αποτέλεσμα να το επισκέπτονται όχι πολλά εμπορικά πλοία, ενώ το συνηθισμένο αγκυροβόλιο είναι έξω από το μόλο. Στα δεξιά του λιμανιού, κοιτάζοντας προς τη θάλασσα, υπάρχει ένα φρούριο με αρκετά κανόνια, που εκτείνεται κατά μήκος της ακτής και που η πρόσφατη λιθοδομή του δείχνει το σημείο όπου έχουν επισκευαστεί τα παλιά τείχη, μια προφύλαξη που λαμβάνεται για να ελέγχεται οποιαδήποτε εξέγερση των Ελλήνων.

Οι δρόμοι είναι καθαροί και καλοστρωμένοι, σε αντίθεση με τις περισσότερες τουρκικές πόλεις. Οι αγορές φαίνεται να διαθέτουν όλα τα αναγκαία, αλλά και μερικά πολυτελή προϊόντα, παρ’ όλο που η πόλη δεν είναι τώρα, όπως ήταν κάποτε, ένα από τα κέντρα παραγωγής της αυτοκρατορίας. Το νησί έχει ως ένα βαθμό συνέλθει από τη σφαγή του 1822, όταν σφαγιάστηκαν 20.000 Έλληνες Χιώτες. Όμως υπάρχουν ακόμη στην πόλη κάποια κατεστραμμένα σπίτια και οι άστεγοι τοίχοι μερικών μονοκατοικιών γύρω από την πόλη, που μαρτυρούν τη φρικτή πράξη της τουρκικής κτηνωδίας.

Μουσουλμάνοι και χριστιανοί εμφανίζονται τώρα να ζουν μαζί αρκετά ειρηνικά, με τους τελευταίους να αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού του νησιού, όπως μπορεί κανείς να συμπεράνει από τον αριθμό των ορθόδοξων και καθολικών εκκλησιών του νησιού, ενώ ένα τζαμί αρκεί για τις ανάγκες των λίγων μωαμεθανών κατοίκων. Πολλά από τα σπίτια είναι χτισμένα σε ρυθμό ιταλικό, βαμμένα με λαμπερά χρώματα, με αναρριχώμενες κληματαριές, πράσινα καφασωτά στα παράθυρα κκαι επικλινείς στέγες.

Εκτός από τον καθαρό αέρα, το ισορροπημένο και εύκρατο κλίμα και το όμορφο τοπίο, και οι χαμηλές τιμές όλων των βασικών προϊόντων κάνουν το Κάστρο ακόμη πιο γοητευτικό. Ένα αυστριακό Lloyd και ένα ρωσικό ατμόπλοιο πιάνουν λιμάνι στη Χίο κάθε εβδομάδα, έτσι ώστε το νησί να έχει επαφή με την Ευρώπη, και παρ΄όλο που οι διασκεδάσεις οποιουδήποτε είδους είναι σπάνιες, υγεία και πλούτος θα μπορούσαν να αναζητηθούν σε χειρότερα μέρη από το «βραχώδες νησί της Χίου».

Η έδρα του Ομήρου είναι μια άγρια βραχώδης χαράδρα περίπου τρία μίλια βόρεια του Κάστρου, μιας και η Χίος είναι από τα μέρη που καυχιέται ότι είναι η πατρίδα του αρχαίου ποιητή. Ανάμεσα στους χαμηλούς λόφους πάνω από την πόλη υπάρχουν πολλές όμορφες κοιλάδες, των οποίων οι έντονες καλλιέργειες μου θύμισαν παρόμοιες εικόνες ανάμεσα στους λόφους γύρω από τη Νίκαια και που η κοίτη του ποταμού που τρέχει ανάμεσα τους παρέχει και στις δύο περιοχές το μοναδικό δρόμο. Τα γαϊδούρια φαίνεται να είναι το μόνο μεταφορικό μέσο για φορτία, αφού δεν παρατήρησα να υπάρχει άμαξα ή αμαξιτός δρόμος.

Την Κυριακή το απόγευμα ολόκληρος ο χριστιανικός πληθυσμός του Κάστρου συνωστιζόταν στο χώρο περιπάτου ανάμεσα στην πόλη και το φρούριο. Οι άνδρες γενικά φορούσαν μαύρο φράκο και ψηλά καπέλα, ενώ οι γυναίκες ήταν υπέροχες με τα μεταξωτά τους φορέματα και τα καπέλα τους. Πολλές από τις γυναίκες θα ήταν πραγματικά πολύ όμορφες, αν δεν έβαφαν το πρόσωπο τους σε βαθμό που να το παραμορφώνουν, παρ΄όλο που χωρίς αμφιβολία οι ίδιες είχαν τη γνώμη ότι γίνονταν «όμορφες για πάντα».

Οι πιο πολλοί από τους χωριάτες φορούσαν τη μακριά κόκκινη ελληνική τραγιάσκα, αν και κάθε τόσο εμφανιζόταν το στρογγυλό φέσι ή το άσπρο σαρίκι κάποιου Τούρκου.

Το ότι δεν υπήρχαν πολλοί Άγγλοι στο νησί το καταλάβαμε από το βαθμό περιέργειας που προκάλεσε η παρουσία μας στην πόλη, παρ΄όλο που μερικοί Έλληνες επισκέφτηκαν τη θαλαμηγό μας. Κάποιοι μιλούσαν υποφερτά αγγλικά, που είχαν μάθει στο αγγλικό κολέγιο, που υπήρχε κοντά στο Κάστρο, ένα ίδρυμα για το οποίο φαινόταν πολύ περήφανοι.

Εκτός από τους φόρους στη μαστίχα και στα άλλα στεριανά προϊόντα, φαίνεται ότι επιβάλλεται κάποιος φόρος στα θαλασσινά προϊόντα. Θέλοντας κάποια μέρα να αγοράσω ψάρια από ψαράδες που η βάρκα τους ήταν κοντά μας, μας είπαν με σπασμένα ιταλικά ότι δεν τολμούσαν να μας πουλήσουν, καθώς ήταν υποχρεωμένοι να φέρουν όλη την ψαριά στην αγορά, όπου επιβαλλόταν ένας φόρος πριν να πουληθούν.

Σηκώθηκε από την Ανατολή μια συγκρατημένη αύρα και ο οικείος ήχος της άγκυρας σήμανε την αναχώρηση μας, η προοπτική να φτάσουμε σύντομα στις ακτές της Αιγύπτου μας έκανε να ξεχάσουμε η θλίψη που είχαμε, αφήνοντας πίσω μας τον παράδεισο της Ανατολής.

Frederick Trench Townshend

Σάμος, ένα γόνιμο νησί

Αν κάποιο νησί του Αρχιπελάγους που, από κάποια απόσταση προσφέρει στα μάτια του ταξιδιώτη ένα μεγάλο και λιτό τοπίο, μία έντονη αυστηρή ομορφιά στην όψη του και στις πλαγιές των βουνών του και μία επιβλητική μεγαλοπρέπεια στον όγκο του και και στις απόκρημνες ακτές του αυτό σίγουρα είναι η Σάμος.

Σάμος, ένα γόνιμο νησί
Γκραβούρα με το ναό της Ήρας της Σάμου

Ψηλότερη από την Κεφαλλονιά, αλλά λιγότερο ψηλή από τη Σαμοθράκη, η Σάμος δικαίως φέρει το όνομα που έλαβε χάρη στο ύψος της. Πράγματι, είναι γνωστό ότι οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν έτσι τα σημεία που δέσποζαν στο χώρο.

Η Σάμος, την εποχή της παρακμής της, κατοικήθηκε και καλλιεργήθηκε λιγότερο, τα δάση επανεμφανίστηκαν και κυρίευσαν ξανά το έδαφος. Πολλές φορές, αναμφίβολα, ο πόλεμος και οι πυρκαγιές το κατέστρεψαν, αλλά μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το νησί εγκαταλείφθηκε πλήρως από τους κατοίκους του και παρέμεινε έρημο έναν αιώνα.

Τότε τα διάσπαρτα δάση του άρχισαν να εξαπλώνονται και να πολλαπλασιάζονται και όταν εκ νέου αποικήθηκε, κατελάμβαναν, ακολουθώντας μια πανάρχαια παράδοση, απέραντες εκτάσεις γης. Σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος τους έχει κοπεί είτε ξεριζώθηκε για να δώσει στους κατοίκους καλλιεργήσιμο χώρο ή ίσως υλικό υλοτομίας προς εκμετάλλευση. Εδώ κι εκεί, στις πλαγιές ορισμένων βουνών, συναντά κανείς κυπαρίσσια, αδράχνες, τούγιες, βελανιδιές και κυρίως πεύκα, που συγκροτούν την καρδιά των δασών που ακόμα επιβιώνουν.

Τα πιο συνήθη δενδρύλλια είναι οι μυρτιές, οι σχίνοι και οι κουμαριές και στο χείλος ή στο μέσον των χειμάρρων, οι λυγαριές και οι ροδοδάφνες. Επίσης οι τούφες από θυμάρι και άλλα μυρωδάτα χόρτα ρίζωσαν σε κάθε γωνιά και μοιάζουν να είναι το φυσικό ένδυμα του εδάφους που ο άνθρωπος δεν έχει ακόμα ούτε στο ελάχιστο κατακτήσει.

Μεγάλες και γέρικες ελιές είναι σκορπισμένες στην ύπαιθρο και μάλιστα σε κάποια μέρη, κυρίως στη δυτική πλευρά του νησιού αφθονούν. Σε πολλά χωριά, ιδίως στην Καστανιά, παρατηρούμε τις καστανιές, ωστόσο γενικότερα αυτά τα δένττρα σπανίζουν σήμερα.

Τα ομορφότερα δέντρα που είδα ποτέ στο νησί είναι τα πλατάνια. Είναι τα πλέον σεβαστά. Φυτρώνουν γενικά κοντά σε πηγές. Πράγματι, όπως είναι γνωστό, το πλατάνι είναι το φιλόξενο δέντρο που στην Ελλάδα και τη Μικρά Ασία αναγγέλλει από μακριά την ύπαρξη κάποιας πηγής. Η χάρη της πλατιάς φυλλωσιάς του, τα μεγάλα κλαδιά του μπορούν να φιλοξενήσουν κάτω από τη σκιά τους ένα ολόκληρο καραβάνι και η μεγαλοπρέπεια της θωριάς του, όλα συντρέχουν στο να καταστεί ιερό και προστατευμένο στα γεράματα του ενάντια στην ανθρώπινη καταστροφή.

Ακόμη, συναντούμε μουριές, αμυγδαλιές και συκιές γύρω από τη Χώρα και σε πολλά άλλα χωριά. Με αυτά τα τελευταία δέντρα έχω αριθμίσει ένα μεγάλο μέρος των δέντρων της Σάμου. Ας μην εκπλαγεί κανείς που δεν μνημονεύω πορτοκαλιές, λεμονιές, ροδιές, χαρουπιές, που άλλοι περιηγητές παρατήρησαν γιατί ο χειμώνας του 1849 τις εξολόθρευσε σχεδόν πλήρως.

Η κυρίαρχη καλλιέργεια της Σάμου είναι της ελιάς και κυρίως της αμπέλου. Το κλήμα είναι χαμηλό και μεγαλώνει στο χώμα. Χωρίς καθόλου να υποστηρίζεται από πασσάλους, όπως συνήθως γίνεται στη Γαλλία, δεν αναρριχάται ούτε σε δέντρα όπως σε ορισμένες περιοχές της Ιταλίας, αλλά έχει ύψος μόλις τριάντα πέντε-σαράντα εκατοστά από το έδαφος. Τέλος, το κρασί που παράγεται είναι εξαιρετικό, φέρεται μάλιστα να είναι από τα καλύτερα του Αρχιπελάγους. Φαίνεται ότι παλαιότερα δεν συνέβαινε αυτό, αφού ο Στράβων και ο Απουλήιος συμφωνούν ότι στην εποχή τους το αμπέλι δεν πετύχαινε ποτέ.

Καθώς όλο το νησί είναι ορεινό, κόβεται από μεγάλο αριθμό κοιλάδων που αίφνης αποκαλύπτονται σε κάθε βήμα και σε κάθε στροφή τα ελικοειδή μονοπάτια που βαδίζουμε. Τα νερά, κατεβαίνοντας από τα βουνά με την ορμητικότητα που τους δημιουργούν σε πολύ ψηλές και ιδιαίτερα επικλινείς κατωφέρειες, σκάβουν βαθιά φαράγγια, μερικά από τα οποία επειδή στερούνται πράσινου μοιάζουν με κανάλια πελεκημένα κάθετα μεταξύ των τοιχωμάτων δύο βράχων, ενώ τα άλλα, με δέντρα που πλέκονται και με διάσπαρτες ροδοδάφνες και λυγαριές, συνιστούν ισάριθμες οάσεις δροσιάς που καλούν τον ταξιδιώτη να σταματήσει ή έστω να χαρεί στο πέρασμά του.

Η Σάμος βρίσκεται κάτω από τον ίδιο ουρανό με τη νότια περιοχή της αρχαίας Ιωνίας, και γνωρίζουμε ότι η Ιωνία φημιζόταν πάντοτε για τη γλυκύτητα και την ομορφιά του κλίματος της. Μολονότι λιγότερο ευνοημένη από τη φύση η Σάμος προσφέρει τα πλεονεκτήματα αυτής της γόνιμης περιοχής. Οι χειμώνες είναι ήπιοι και ίσα που γίνονται αισθητοί, εκτός από τα ψηλά οροπέδια. Ο Άμπελος, παρά το ύψος του, σπάνια καλύπτεται από χιόνι. Μόνο η Κέρκη μερικές φορές λευκαίνει τις κορυφές της. Από το Φεβρουάριο κιόλας οι αμυγδαλιές ανθίζουν και οι κληματαριές μπουμπουκιάζουν. Στη νότια περιοχή του νησιού, που προστατεύεται από τους βοριάδες, η βλάστηση είναι ιδιαίτερα πρώιμη.

Victor Guerin

Στην Κρήτη της Τουρκοκρατίας

Οι κάτοικοι στην Κρήτη, Έλληνες και Τούρκοι, όσον αφορά τη φυσική τους εμφάνιση έχουν, έχουν ωραία κορμοστασιά, είναι εύρωστοι και ρωμαλέοι. Τους αρέσει να ασκούνται στην τοξοβολία,. Πάντα ξεχώριζαν σε αυτήν την άσκηση. Μάλιστα ο Παυσανίας βεβαιώνει ότι ήταν συνυφασμένη με το έθνος τους, και το προτιμούσαν επίσης όλοι οι λαοί της Ελλάδας. Έτσι, βλέπουμε πάνω στα αρχαία νομίσματα του νησιού να απεικονίζονται μόνο άντρες.

Πρόκειται για τίμιους ανθρώπους. Σήμερα το νησί αυτό δεν συναντά κανείς κατεργάρηδες ούτε λωποδύτες, ούτε ζητιάνους, δολοφόνους ή κλέφτες μεγάλης εμβέλειας. Οι πόρτες των σπιτιών κλείνουν απλά με πολύ ελαφριές ξύλινες ράβδους, που χρησιμεύουν ως κλειδαριές. Όταν κάποιος Τούρκος κλέψει, κάτι που σπανιότατα συμβαίνει, τον στραγγαλίζουν μέσα στη φυλακή, για λόγους εθνικής αξιοπρέπειας. Στη συνέχεια βάζουν το πτώμα του σε ένα σάκο γεμάτο πέτρες και το ρίχνουν στη θάλασσα. Όταν ο κλέφτης είναι Έλληνας, καταδικάζεται σε ραβδισμό ή απαγχονισμό στο πλησιέστερο δέντρο.

Η πλειονότητα των Τούρκων έχει εκχριστιανιστεί ή είναι παιδιά Τούρκων χριστιανών. Οι Τούρκοι που έχουν αλλαξοπιστήσει, (πρώην χριστιανοί) συνήθως είναι λιγότεροι έντιμοι από τους γνήσιους Τούρκους. Ένας σωστός Τούρκος δεν λέει τίποτα όταν βλέπει τους χριστιανούς να τρώνε χοιρινό και να πίνουν κρασί, ενώ τους Τούρκους αποστάτες, που κρυφά τρώνε και πίνουν, τους επιτιμά και τους υβρίζει. Πρέπει να ομολογήσουμε ότι αυτοί οι δυστυχείς πουλάνε την ψυχή τους φτηνά, αφού για να αλλάξουν θρησκεία δεν κερδίζουν παρά ένα πανωφόρι και το προνόμιο να απαλλαγούν από το κεφαλοχάρατσο, προνόμιο που δεν ξεπερνά τα 5 τάλιρα ετησίως.

Οι Έλληνες χωρικοί φορούν στο κεφάλι τους μι κόκκινη σκούφια. Στα χωράφια, για να προστατευθούν από τον ήλιο, έχουν μοναδική συνδρομή ένα μαντήλι που το δένουν πάνω στη σκούφια και το ανασηκώνουν από τη μια μεριά με το μπαστούνι τους, σχηματίζοντας έτσι ένα είδος ομπρέλας. Οι Τούρκοι χρησιμοποιούν την ίδια μέθοδο. Οι Έλληνες ντύνονται ελαφρά. Φορούν μπλε βράκα από βαμβακερό ύφασμα που φτάνει ως τα πόδια, αλλά το πίσω μέρος της βράκας κατεβαίνει χαμηλότερα από ό,τι πρέπει και τους κάνει να φαίνονται πολύ αστείοι. Στην Κρήτη δεν βλέπουμε κανέναν χωρίς να είναι καλά ποδημένος, ενώ οι αγρότες της Ευρώπης ως επί το πλείστον είναι μισοξυπόλητοι. Στις πόλεις οι Έλληνες χρησιμοποιούν σκαρπίνια. από κόκκινο μαροκίνι, εξαιρετικά καθαρά και ανάλαφρα. Στα χωριά φορούν μικρές μπότες από το ίδιο δέρμα που τις κάνει να αντέχουν χρόνια ολόκληρα και είναι τόσο καλά ποδημένοι όσο οι αρχαίοι Κρητικοί του Ιπποκράτη.

Όσο για τις κυρίες στην Κρήτη, είδαμε αρκετά όμορφες. Το ένδυμα τους δεν τονίζει καθόλου τη μέση, παρ΄ό,τι είναι ό,τι πιο όμορφο διαθέτουν. Το ρούχο αυτό είναι πολύ απλό. Πρόκειται για ένα φουστάνι από κόκκινο μάλλινο ύφασμα, πλισέ, που σφίγγει στη μέση και κρέμεται στους ώμους με δύο χοντρά κορδόνια. Κάτω από φουστάνι φορούν μόνο ένα πουκάμισο. Καλύπτουν το κεφάλι τους με ένα άσπρο μαντήλι που πέφτει με χάρη πάνω στους ώμους τους.

Δεν υπάρχουν στον κόσμο άνθρωποι πιο φιλικοί από τους Έλληνες. Από όπου περνούσαμε όλο το χωριό συγκεντρώνονταν, οι μισοί τριγύρω μας, οι άλλοι μισοί στις αυλές τους. Δεν το έκαναν για να μας βρίσουν. Είναι τόσο καλοί άνθρωποι.

Παρ΄ότι στην Κρήτη δεν υπήρχαν ούτε οι μισοί από τους ανθρώπους που απαιτούνταν για να το καλλιεργούν, ωστόσο, παράγεται περισσότερη ποσότητα από μπορούν να καταναλώσουν οι κάτοικοι. Το νησί αφθονεί όχι μόνο σε κρασί, αλλά προμηθεύει τους ξένους λάδι, μαλλί, μετάξι, μέλι, κερί, τυριά, λάβδανο. Καλλιεργείται ελάχιστα το βαμβάκι και το σουσάμι. Το σιτάρι είναι εξαιρετικό, κυρίως στην περιοχή του Ηρακλείου και στην πεδιάδα της Μεσαράς, χωρίς όμως να ξέρουν να κάνουν ψωμί. Το ψωμί τους είναι μια μαλακιά ζύμη, κομματιασμένη και τόσο λίγο ψημένη που κολλά στα δόντια.

Τα κρητικά κρασιά είναι έξοχα, κόκκινα, λευκά και ροζέ. Δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι βλέπουμε νομίσματα χτυπημένα στην αρχαιότητα για τους Κρήτες, στην πίσω όψη των οποίων αναπαρίστανται στεφάνια από κισσό πλεγμένα με τσαμπιά σταφυλιών. Τα κρασιά σε αυτό το κλίμα έχουν την ξινάδα που χρειάζεται για να εξισορροπήσουν τη γλυκύτητα τους. Αυτή η γλύκα τους, όχι μόνο δεν είναι ανούσια, αλλά συνοδεύεται από ένα απολαυστικό βάλσαμο που κάνει όποιους γεύτηκαν τα κρασιά της Κρήτης να περιφρονούν κάθε άλλο κρασί.

Το μαλλί του Ηρακλείου Κρήτης, όπως και της υπόλοιπης Ελλάδας, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί παρά μόνο για χοντρά υφάσματα, λουριά και στρώματα. Το μετάξι του νησιού θα ήταν τέλειο αν γνώριζαν να το δουλέψουν. Το μέλι είναι εξαιρετικό και μυρίζει θυμάρι, με το οποίο όλη η γη είναι γεμάτη. Το κερί και το λάβδανο δεν είναι προς περιφρόνηση. Αξίζουν τα τυριά των βουνών των Σφακίων. Αν και η Κρήτη είναι μια πλούσια χώρα, ωστόσο οι καλύτερες περιοχές του νησιού δεν καλλιεργούνται καθόλου σωστά, και μάλιστα τα 2/3 αυτού του βασιλείου αποτελούνται από ξερά βουνά, άγονα, δυσάρεστα, απόκρημνα, κατακόρυφα και περισσότερο προσιτά σε κατσίκες παρά σε ανθρώπους.

Joseph Pitton de Tournefort

Θήρα ή σύγχρονη Σαντορίνη

Κανένα από τα νησιά που επισκεφτήκαμε με την κρουαζιέρα δεν μας εντυπωσίασε τόσο όσο η Θήρα. Διασχίσαμε τη θάλασσα και καταλήξαμε σε ένα τεράστιο όρμο που λειτουργεί ως λιμάνι για τη Θήρα ή σύγχρονη Σαντορίνη. Κανένα αξιόλογο λιμάνι δεν θα μπορούσε να είναι τόσο καλά προετοιμασμένο.

Θήρα ή σύγχρονη Σαντορίνη
Κάτοικοι της Θήρας στο (τέλος του 19ου αιώνα)

Ανεβήκαμε στο ψηλότερο σημείο του νησιού. Από εκεί η πόλη Φηρά έμοιαζε με κυματιστή λευκή θάλασσα, οι στέγες χωρίζονταν σχεδόν ομοιόμορφα ανάμεσα στις επίπεδες με στηθαίο, σχεδιασμένο για να συγκεντρώνουν το νερό της βροχής που είναι υπερπολύτιμο για το νησί, και τις θολωτές που μαρτυρούν την έλλειψη ξυλείας, που καθιστά αναγκαία αυτήν την αυτοστηριζόμενη αψίδα από κονίαμα. Αυτό ξαναφέρνει στο μυαλό την έλλειψη ξύλου και νερού. Σε μια στροφή του κεντρικού δρόμου αποκαλυπτόταν μια γοητευτική μακρινή θέα άσπρων τοίχων που πλαισίωναν καθαρές αυλές, στρωμένες με μαύρα και άσπρα βότσαλα, που περιέβαλλαν σε απόσταση ένα καμπαναριό με πολλές καμάρες, ένα καθαρό ανάγλυφο με φόντο το λαμπρό ουρανό, με τη λάμψη της λευκότητας να αμβλύνεται από τις δυνατές πλάγιες σκιές και το χαλκοπράσινο των καμπανών.

Γυρίζοντας στους δρόμους και σταματώντας που και που για να εξετάσουμε τα παράξενα μαγαζιά ή να ατενίσουμε επίμονα από ανοίγματα ανάμεσα στους τοίχους των σπιτιών προς το φανταστικό κόλπο που απλωνόταν πέρα και κάτω, πέσαμε πάνω σε ένα καφενείο που τράβηξε την προσοχή μας. Ο ιδιοκτήτης του, που όμως αποδείχθηκε μιλούσε αρκετά ιταλικά για να μπορέσουμε να συνεννοηθούμε, μας συνόδευσε έξω σε ένα μπαλκόνι με φάτσα προς τη θάλασσα και έβγαλε μια τεράστια καράφα με ντόπιο κρασί. Τι υπέροχο κρασί! Ήταν κίτρινο, γλυκό όσο χρειάζεται για να μη γίνει αηδιαστικό. Ήταν ευχάριστο όσο το έπινες και σε έκανε καλοκάγαθο καθώς το ρουφούσες.

Πάνω από τα κεφάλια μας πλατάγιζε μια ταλαιπωρημένη βρώμικη τέντα από την τεμπέλικη δυτική αύρα. Από κάτω ανέβαινε ο ελικοειδής δρόμος, με τις σειρές των γαϊδουριών να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν σιωπηρά κάτω από τις τρεμοφέγγουσες ζεστές ακτίνες του απριλιάτικου πρωινού.

Μακριά κάτω, και σχεδόν κάτω από τα πόδια μας βρίσκονταν σαν παιδικά παιχνίδια και τα πλοία και το ατμόπλοιο, κοντά στον οικισμό της αποβάθρας, όπου μικροσκοπικοί άνθρωποι, σαν μυρμήγκια, έσπευδαν πολυάσχολοι, αλλά τώρα η απόσταση έσβηνε κάθε ήχο τους. Μέσα από τη θάλασσα των σκεπών που ανέβαιναν και κατέβαιναν ερχόταν το κουδούνισμα μιας επίμονης καμπάνας, που καλούσε τους πιστούς κάποιας εκκλησίας της Αγίας Ειρήνης. Τέτοια υπέρτατη ευτυχία είναι φτηνή για τρεις δραχμές και κάποια προσθήκη μερικών ευτελών ελληνικών χάλκινων κερμάτων για έκφραση καλοσύνης! Ήταν το στενό αυτό μπαλκόνι που δέσποζε στον όρμο, που μας έκανε να ερωτευτούμε τη Θήρα. Πριν από αυτό ήμασταν απλά επηρεασμένοι.

Στο βόρειο άκρο της πόλης, όπου τελείωναν τα σπίτια άρχιζε η ελεύθερη κορυφογραμμή του βουνού, εκεί υπήρχε ένας παλιός μύλος, στα σπηλαιώδη βάθη του οποίου μας παρότρυνε να μπούμε μια ζαρωμένη γριά. Είχε κάποιο πρωτόγονο μηχανικό εξοπλισμό, με γρανάζια φτιαγμένα από τεράστια στρογγυλά κούτσουρα, πάνω στα οποία είχαν σχηματιστεί χονδροειδή δόντια. Ακριβώς απ΄έξω υπήρχε ένας καπνισμένος φούρνος, γιατί ο μυλωνάς δεν άλεθε μόνο το καλαμπόκι, αλλά το έκανε και ψωμί.

Πέρα από το μύλο δεν φαινόταν να υπάρχει τίποτα που κατοικούνταν, παρ΄ότι σε μια μακρινή στροφή του κρατήρα ήταν ορατό ένα λευκό κομμάτι γης από βασάλτη, που έδινε την εντύπωση πυκνοκατοικημένης πόλης με πύργους και επάλξεις. Ακόμη πιο μακριά προς Βορρά, στο ακρωτήρι που βρίσκεται δίπλα από το πέρασμα στην ανοιχτή θάλασσα, βρίσκεται μια ασήμαντη πόλη, στην κορυφογραμμή επίσης, ενώ κατά μήκος του όρμου προς το Νότο υπάρχουν οικισμοί εδώ κι εκεί και ανεμόμυλοι. Αλλά η πόλη της Θήρας είναι η μόνη που έχει συγκεντρωμένο πληθυσμό.

Προσπαθώντας να αναλύσουμε τις εντυπώσεις που μας δημιούργησε η Θήρα έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η κύρια ομορφιά της, εκτός από την παράξενη θέση της, είναι το χρώμα της, και ότι η δυσκολία στην περιγραφή της οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στην αδυναμία να αποδοθούν με λέξεις οι εκπληκτικές αντιθέσεις των βράχων, της πόλης, του ουρανού και της θάλασσας. Μπορεί κανείς να απεικονίσει κάπως άτονα την αρχιτεκτονική γοητεία της με τη βοήθεια της φωτογραφικής μηχανής, ή αν είναι εξαιρετικά προικισμένος να πλέξει το εγκώμιο του κρασιού της Θήρας. Με τη βοήθεια της γεωλογικής στατιστικής μπορεί κανείς να υποθέσει πως θα ήταν το βουνό αν μπορούσαμε να τραβήξουμε τη θάλασσα και να αποκαλύψουμε τα βαθύτερα σημεία του, αφήνοντας έναν κύκλο από βουνά να σχηματίζει μια κούπα 1.000 μέτρων και κομμένους κεντρικούς κώνους. Μπορεί κανείς, με μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, να δικαιολογήσει τη φορτική συμπεριφορά των παιδιών της πόλης, που ζητιανεύουν.

Αλλά για να γίνει μια αληθινή περιγραφή της Θήρας χρειάζεται ο καλλιτέχνης με τα χρώματα του, ενώ το πιο αποτελεσματικό είναι μια προσωπική επίσκεψη, που συνεπάγεται κάποιο χρόνο και κόπο -μικρό σε σύγκριση με τις ομορφιές που βλέπει κανείς στη Θήρα. Και μπορούμε με σιγουριά να πούμε ότι ο κάθε επισκέπτης θα κατηφορίσει, πατώντας προσεκτικά πάνω στις γλιστερές πλάκες, προς το μόλο με ένα σπαρακτικό αίσθημα λύπης που αφήνει αυτό το πανέμορφο νησί του Αιγαίου, και θα αποπλεύσει, περνώντας από το βόρειο πορθμό, με έναν αναστεναγμό, κοιτώντας πίσω του τα φώτα της Θήρας, στο βραχώδες ύψωμα πάνω από τον όρμο, με τα φώτα που τρεμοπαίζουν να ανακατεύονται με τα σταθερά αστέρια της μεσογειακής νύχτας.

Philip Sanford Marden

Στην Άνδρο ζήσαμε μέρες του Αιγαίου

Φτάσαμε στην Άνδρο. Αρχίσαμε την αναρρίχηση μέσα στους στενούς ελικοειδείς δρόμους, ανάμεσα σε ψηλούς πέτρινους τοίχους σκεπασμένους με βατόμουρα που μας αναζωογονούσαν καθώς βαδίζαμε κοπιαστικά.

Στην Άνδρο ζήσαμε μέρες του Αιγαίου
Χαρακτηριστικές ξερολιθιές της Άνδρου

Η εκκλησία της Παναγίας ήταν ασφυκτικά γεμάτη και η ατμόσφαιρα πνιγηρή από τη μυρωδιά του λιβανιού.Το άχαρο κτίριο χωρίς παράθυρα, χτισμένο από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι από σχιστόλιθο, υλικό από το οποίο η ίδια η Άνδρος είναι φτιαγμένη, είναι απλώς ένας τόπος λατρείας. Όμως η θρησκεία δεν εξαρτάται από Παρθενώνες ή Ουεστμίνστερ. Ο Δίας και η ήρα θα μπορούσαν να έχουν βρει μόνο έναν χοντροκομμένο γαμήλιο βωμό στο όρος Όχη και ο Απόλλωνας δεν είχε λόγο να καυχιέται για τον Κύνθο στη Δήλο.

Αυτοί οι χωριάτες ασκούν τη λατρεία τους μάλλον ως επαγγελματική υπόθεση, αλλά μακάρι να είχαμε τη μισή ευλάβεια στις δικές μας εκκλησίες. Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι πιστεύουν χωρίς αμφισβήτηση, και μερικές φορές είναι να αναρωτιέται κανείς πόση από την πίστη τους έχει ακόμη ρίζες στον Όλυμπο.

Τους αφήσαμε να θυμιατίζουν και συνεχίσαμε την πορεία μας ανάμεσα στα σκιερά δρομάκια προς το μέρος που μας παραχωρήθηκε για τη φιλοξενίας μας στην Άνδρο. Είναι ένα αγρόκτημα με 12 πεζούλες, που το ύψος του ξεπερνά το πλάτος του και ανήκει παραδόξως σε έναν Αμερικανό πολίτη, που γεννήθηκε εδώ, αλλά τώρα κατοικεί πέρα από τη θάλασσα στη μεγάλη πατρίδα. Πριν από χρόνια ο νέος από την Άνδρο πήγε στη Σμύρνη και από εκεί στην Νέα Υόρκη. Τελείωσε το κολέγιο, σπούδασε ιατρική και θεολογία, παντρεύτηκε μια Αμερικανίδα, με την οποία και τα παιδιά τους περνά τα καλοκαίρια σε αυτό το ακανόνιστο πέτρινο εξωχικό στην κορυφή της Κατακοίλου, και τους χειμώνες στο μεγαλύτερο σπίτι στο Μπατσί, που αποτελούσε στο διάστημα της παραμονής μας την κατοικίας μας. Τώρα, με την επιστροφή του στην Αμερική, το οίκημα χρησιμοποιείται ως προσωρινό κατάλυμα από το διευθυντή του σχολείου, ο οποίος με κόπο από το Μπατσί μέχρι εκεί με τα πόδια και θεωρεί ότι το ταξίδι αυτό που κάνει μία φορά τη εβδομάδα είναι αποτελεσματική άσκηση.

Το αγρόκτημα το φροντίζει ο παπάς με το αζημίωτο βέβαια, γιατί κάθε πεζούλα είναι φορτωμένη με φρούτα, ροδάκινα, αχλάδια, ρόδια σύκα, λεμόνια, πορτοκάλια, ελιές, κυδώνια, καρύδια, μούρα, βατόμουρα, σταφύλια, σε τέτοια αφθονία και ποιότητα που ο καθένας θα ευχόταν να είναι παιδί για να έχει πιο καλό πεπτικό σύστημα.

Στο παλιό σπίτι γευματίζαμε, ξαπλώναμε καταγής κατά από τις συκιές, ανεβοκατεβαίναμε στο αγρόκτημα με τις πεζούλες του. Τελικά χορτασμένοι από ξεκούραση και ηρεμία, κατηφορήσαμε στην πίστα του χορού όπου οι νέοι και οι νέες χόρευαν με γρήγορα βήματα πολύ κοντά ο ένας στον άλλο και με σοβαρό ύφος, σαν να έκαναν την προσεχή τους. Ο χώρος της ορχήστρας ήταν μια επίπεδη στρογγυλή βεράντα μπροστά στο οινοπωλείο και ο χορός έμοιαζε να είναι συνέχεια της πρωινής λειτουργίας. Οι ενδυμασίες δεν ήταν φανταχτερές και ο ερωτισμός απουσίαζε εντελώς από τις κινήσεις τους: ο πιο αυστηρός ηθικολόγος δεν θα είχε τίποτα να ψέξει.

…………………………………………………………………………………

Ήταν η τελευταία μέρα του σχολείου και εμείς πήγαμε στην Κατάκοιλο για την απονομή των ενδεικτικών. Το κτίριο του σχολείου ήταν απλώς τέσσερις τοίχοι από σχιστόλιθο της Άνδρου, με μαι μεγάλη σκεπή φτιαγμένη από κυπαρίσσια. Το πάτωμα ήταν το ίδιο το έδαφος, η έδρα του διευθυντή ένα είδος ξύλινου κουτιού και τα θρανία χοντροκομμένοι πάγκοι χωρίς πλάτη. Τα παράθυρα ήταν επίσης ξύλινα χωρίς τζάμια. Ο διευθυντής στεκόταν στην έδρα του με το ξεθωριασμένο του σακάκι ριγμένο στους ώμους του, ενώ περίπου 20 αγόρια, 12 χρονών και κάτω, κάθονταν στους πάγκους.

Φτάσαμε το καταμεσήμερο και τα παιδιά περίμεναν τον ερχομό του παπά, που θα τα εξέταζε στα θρησκευτικά. Μας έδωσαν σκαμνιά γιατί δεν υπήρχαν καρέκλες, και όταν εμφανίστηκε ο παπάς συνεχίστηκε η διαδικασία. Ένα παιδί είπε την προσευχή και ακολούθησε η κατήχηση. Αφού εξετάστηκαν τα παιδιά στα μαθήματα της τάξης τους, γλώσσα, μαθηματικά και ιστορία, υπογράφτηκαν τα πρακτικά του σχολικού έτους από τον πληρεξούσιο του δημάρχου, τον παπά και δύο χωριανούς και στη συνέχεια πήγαμε στο δείπνο που ακολούθησε.

Irving Manatt

Πάσχα στην Πάρο

Περάσαμε την Κυριακή του Πάσχα στην Πάρο. Ήταν μια ήρεμη μέρα, χωρίς τίποτα το εντυπωσιακό, στην τοπική εκκλησία που ήταν παλιά και ασυνήθιστη και είχε, ενδιαφέρουσα εξωτερικά και εσωτερικά στοιχεία, γιατί ορισμένα τμήματα της ανάγονται στην ειδωλολατρική εποχή. Το πάτωμα της ήταν στρωμένο με αρωματικά φύλλα που είχαν πέσει και πατηθεί κατά την προηγούμενη νύχτα από τους πιστούς της μεσονύχτιας λειτουργίας, μέρος της οποίας παρακολουθήσαμε στο γειτονικό νησί, Ίος. Οι δρόμοι της Πόλης της Πάρου ήταν έρημοι, γιατί το Πάσχα στην Πάρο είναι μια σπιτική γιορτή. Ο ήχος κάποιου πυροτεχνήματος ακουγόταν κάθε τόσο.

Πάσχα στην Πάρο
Αρχαιοελληνικά και χριστιανικά στοιχεία στην Εκατονταπυλιανή της Πάρου

Κάναμε ένα πρωινό περίπατο στους δρόμους της πόλης και φθάσαμε στην σε μια μεγάλη άσπρη εκκλησία, όχι μακριά από τη θάλασσα που ήταν αφιερωμένη στην Παναγία, που λέγεται Παναγία Εκατονταπυλιανή: ήταν ένα είδος τριπλής εκκλησίας μ δύο παρεκκλήσια αριστερά και δεξιά της κύριας αίθουσας της εκκλησίας και περίπου στο ίδιο μέγεθος. Στο δεξιό παρεκκλήσι υπήρχε μια σταυροειδής κολυμπήθρα αρκετά παλιά και σε μικρό ύψος από το επίπεδο του πατώματος, πράγμα που φανέρωνε τη χρήση αυτού του τμήματος του ναού.

Η παρουσία των αρχαίων μαρμάρινων κιόνων που ήταν ενσωματωμένοι στο πρώιμο χριστιανικό οικοδόμημα ήταν εξίσου εντυπωσιακή. Στο κύριο μέρος του ναού, το πιο αξιοσημείωτο, υπήρχε ένα πέτρινο τέμπλο με τρεις θύρες που οδηγούν μέσα στο Ιερό αντί για τη συνηθισμένη μία θύρα, μια διαρρύθμιση που πολλοί θεωρούν ότι προσομοιάζει το προσκήνιο του αρχαίου θεάτρου.

Ήταν εντελώς άδεια και υπήρχε μια βαριά μυρωδιά από λιβάνι και μυρωδιά βάλσαμου από τα φύλλα και τα κλαδιά που είχαν πέσει την προηγούμενη νύχτα. ήταν όλα ακίνητα, πολύ υγρά και κρύα και εμφανώς πολύ παλιά, που χωρίς αμφιβολία έχουν αντικαταστήσει κάποιον προηγούμενο ειδωλολατρικό ιερό χώρο.

Στην αυλή μπροστά στην εκκλησία υπήρχε ένα είδος εγκαταλελειμμένου μοναστηριού, που με τους τοίχους περιέκλειε το χώρο μπροστά από τη εκκλησία. Σε ένα τμήμα των κτιρίων αυτού του περιφραγμένου χώρου υπάρχει ένα μικρό μουσείο, γνωστό κυρίως για τις επιγραφές, μία από τις οποίες αναφέρεται στον Αρχίλοχο, το συγγραφέα της ιαμβικής ποίησης, που ζούσε στην Πάρο τον 7ο αιώνα π.Χ. Η Πάρος ήταν, φυσικά, γνωστή για τα μάρμαρα της. Το λατομείο από όπου προέρχονταν οι τεράστιοι ογκόλιθοι βρισκόταν στα βορειοανατολικά.

Τριγυρνώντας στην μικρή σύγχρονη πόλη, που βρίσκεται στην ίδια τοποθεσία που βρισκόταν η αρχαία πόλη της Πάρου, και λέγεται Παροικιά, διαπιστώσαμε ότι δεν έλειπε το χρώμα που ήταν τόσο ευχάριστο στα μάτια, παρ΄όλο που οι δρόμοι ήταν γενικά λασπωμένοι και βρώμικοι.

Στη νότια πλευρά του λιμανιού υπάρχει ένα ύψωμα πάνω στο οποίο υπήρχε στην αρχαιότητα μια μικρή ακρόπολη, που ακόμη και έχει στην κορυφή ένα σχετικά ογκώδη πύργο, χτισμένο από τους Φράγκους, λίγο πιο πέρα από τα αρχαία μαρμάρινα οικοδομήματα. Απ΄έξω είχε κανείς μια παράξενη εικόνα μιας καλύβας φτιαγμένης από κορμούς, εικόνα που δημιουργούνταν από τη χρησιμοποίηση μαρμάρινων κιόνων για τα τείχη, με τον κάθε κίονα με τις πλευρές στραμμένες προς τα έξω, που δέσποζε και εντυπωσίαζε.

Μέσα βρήκαμε μια μικρή λάρνακα, ερειπωμένη όπως ήταν και η μεγάλη εκκλησία, που όμως έχει ακόμη μαρτυρίες πρόσφατης θρησκευτικής δραστηριότητας. Εκτός από τα απομεινάρια παλαιών ναών, που χρησιμοποιήθηκαν στα τείχη του φράγκικου φρουρίου, λίγα πράγματα στην Πάρο θυμίζουν την εποχή που ήταν η πλουσιότερη από όλες τις περιοχές που ήταν υποτελείς στην Αθήνα.

Τα πιο διατηρημένα από τα κλασικά μνημεία είναι τα λατομεία, τώρα εγκαταλελειμμένα, που όμως φέρουν τα σημάδια της αρχαίας σμίλης από όπου προήλθε η πρώτη ύλη για τα περισσότερα από τα φημισμένα ελληνικά γλυπτά που μας παραδόθηκαν.

Philip Sanford Marden

Ανάσταση στην Ίο

Η κύρια τελετή της γιορτής του Πάσχα στην Ελληνική Εκκλησία γίνεται τη νύχτα πριν το Πάσχα μάλλον, παρά ανήμερα. Αισθανθήκαμε πολύ τυχεροί που παρακολουθήσαμε αυτήν την νυχτερινή λειτουργία και κάναμε Ανάσταση στην Ίο.

Ανάσταση στην Ίο
Η πόλη της Ίου

Εκεί η εκκλησία ήταν μικροσκοπική με άσπρους τοίχους, χαμηλή σκεπή και γεμάτη μέχρι έξω από την πόρτα, ενώ από την ανοιχτή είσοδο έβγαινε η μονότονη ψαλμωδία μιας ανδρικής χορωδίας, με τις φωνές να επιστρέφουν πάντα σε ένα έντονα τονισμένο και μελωδικό ρεφρέν.

Τα κεριά αποτελούσαν το μόνο φωτισμό. Στα δεξιά μια χορωδία ανδρών και αγοριών, υπό τη διεύθυνση του σχολείου, έψαλλε την ατελείωτη και επίμονη λιτανεία του ελάσσονα. Ένας γέρος διοπτροφόρος παπάς περιεργαζόταν το εκκλησίασμα από την είσοδο του ιερού. Οι άνδρες φαίνονταν ιδιαίτερα ευσεβείς, παίρνοντας στα χέρια τους την εικόνα που βρισκόταν μπροστά στην είσοδο και φιλώντας τη πολλές φορές. Καθώς μπαίναμε μας έδωσαν από ένα κερί περίπου 30 εκατοστών και στεκόμασταν στριμωγμένοι ανάμεσα στο μικρό ακροατήριο κρατώντας τα μπροστά μας και με τους καλοσυνάτους ανθρώπους να μας κοιτάζουν ζωντανή και καλοπροαίρετα χιουμοριστική περιέργεια. Σε λίγο ο παπάς προχώρησε μπροστά από την πόρτα του ιερού με το κερί του αναμμένο, που ήταν το σύνθημα για ένα συναρπαστικό στριμωξίδι πολλών μικρών αγοριών που βρέθηκαν γύρω του, προσπαθώντας το καθένα να ανάψει πρώτο το κερί του. Έπειτα από αυτό η φλόγα πήγε από κερί σε κερί μέχρι που ο καθένας κρατούσε το δικό του μικρό φανάρι, και ακολουθώντας το γέροντα παπά προχωρήσαμε όλοι μαζί προς την πλατεία που βρισκόταν μπροστά στην εκκλησία όπου συνεχίστηκε η λειτουργία.

Η Ανάσταση στην Ίο ήταν ένα θέαμα που δεν μπορεί εύκολα να ξεχαστεί: η μικρή πλατεία, με το βάθρο του Χριστού στο κέντρο της και το πλήθος των πιστών γύρω γύρω, με τον καθένα να κρατά το αναμμένο κερί του και όλη η περιοχή να πλημμυρίζει από μια κίτρινη λάμψη. Η μονοτονία της λειτουργίας συνεχιζόταν όπως πριν. Η ήπια νυχτερινή αύρα επαρκούσε τώρα για να σβήσει ένα απροστάτευτο κερί, αλλά όποτε συνέβαινε αυτό, οι διπλανοί έδιναν τη φλόγα τους και ο φωτισμός ανανεωνόταν με το ρυθμό που διακοπτόταν.

Η γραφική λειτουργία κορυφώθηκε με την ανακοίνωση του «Χριστός Ανέστη». Με αυτές τις μαγικές λέξεις όλοι οι φραγμοί έπεσαν. Όλοι οι πιστοί έγιναν φορείς αυτής της ιερής χαράς. Ένας σωματώδης άνδρας άρπαξε το σκοινί της καμπάνας που κρεμόταν έξω από την εκκλησία και χτύπαγε με ζωηρό ρυθμό τις πολλές καμπάνες που υπήρχαν ψηλά. Διαχυτικά πληθωρικά αγόρια εξακόντιζαν εκρηκτικά πυροτεχνήματα στους τοίχους των γειτονικών σπιτιών, προκαλώντας ένα χαρούμενο βουητό με γνήσιο μεσογειακό τρόπο.

Οι θρησκευτικές γιορτές όλων των νότιων περιοχών φαίνεται ότι αποτελούν κατάλληλες ευκαιρίες για ζωηρές εκδηλώσεις παρόμοιες με αυτές που είμαστε συνηθισμένοι να παρακολουθήσουμε στη δική μας εθνική εορτή. Γρήγορα αντιληφθήκαμε ότι και οι άλλες εκκλησίες στην περιοχή είχαν φτάσει στο «Χριστός Ανέστη» περίπου την ίδια ώρα, γιατί μακρινές καμπάνες και πυροτεχνήματα γρήγορα ανήγγειλαν την Ανάσταση του Κυρίου.

Χωρίς αμφιβολία ένα μέρος της πασχαλινής χαλάρωσης οφείλεται στην αντίδραση στην αυστηρή νηστεία της Σαρακοστής των Ελλήνων, καθώς και σε ένα αίσθημα πίστης και αφοσίωσης που ανανεώνεται κάθε χρόνο κατά τη γιορτή αυτή με ένα ζήλο που παραπέμπει στην πρώτη μυθιστορηματική ανακάλυψη της αιώνιας σωτηρίας ως θείας αλήθειας. Η ελληνική Σαρακοστή είναι μια αυστηρή περίοδος κατά την οποία η αποχή από φαγητό και κρασί, είναι εκπληκτικά πλήρης: έχει αναφερθεί από ταξιδιώτες στην Ελλάδα τα προηγούμενα χρόνια ότι αντιμετώπιζαν πολλές δυσκολίες από την αδυναμία εξασφάλισης τροφής, ειδικότερα κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας,

Η αγροτιά ακολουθούσε πρόθυμα τη νηστεία. Οι ντόπιοι καταφέρνουν να επιβιώνουν με εκπληκτικά λίγη τροφή κατά τη διάρκεια των σαράντα ημερών. Δεν είναι παράξενο που με τον ερχομό του Πάσχα αποβάλλουν κάθε συγκράτηση σε μυρωδιές και εκδηλώνουν μια χωρίς όρια ευχαρίστηση. Από αυτά δεν πρέπει να συμπεράνουμε ότι επικρατεί ανάρμοστη ελευθεριότητα. Η λειτουργία μετά από τη διακοπή από τις καμπάνες και τα βαρελότα, επανήλθε στον ρυθμό της και διήρκεσε μέχρι τις τρεις το πρωί, γεγονός το οποίο φανερώνει ότι η ευχάριστη ατμόσφαιρα του Πάσχα συνοδεύεται από μια κόσμια συγκράτηση και αναβλητικότητα.

Αφού έγινε η Ανάσταση στην Ίο και ανταλλάξαμε πολλά «Χριστός Ανέστη» μεταξύ μας και με τους χωρικούς, ξεκινήσαμε περνώντας από τα στενά σοκάκια της πόλης και ακολουθήσαμε τον τραχύ δρόμο προς το πλοίο, κρατώντας τα αναμμένα κεριά, προστατεύοντας τα από τον δυνατό άνεμο. Σχηματίσαμε μια μακριά πομπή φώτων, καθώς ανηφορίζαμε την πλαγιά, προς τις βάρκες, μια ταιριαστή κορύφωση μιας από τις πιο παράδοξες εμπειρίες που είχαμε στο Αιγαίο.

Βρήκαμε τα κόκκινα αυγά, χαρακτηριστικά του ελληνικού Πάσχα, να μας περιμένουν στο πλοίο. Αυγά σφιχτά και βαμμένα με χυμό από παντζάρι ή άλλη ανάλογη χρωστική ουσία, που τα βλέπαμε να υπάρχουν σε γαβάθες για 1-2 βδομάδες μετά το Πάσχα. Οι Έλληνες τηρούν το έθιμο αυτό γιατί πιστεύεται ότι είναι η ανάμνηση ενός θαύματος που έγινε για να πεισθεί μια δύσπιστη γυναίκα για την αλήθεια της Ανάστασης.

Philip Sanford Marden

Το Ιερό της Δήλου

Αναρριχηθήκαμε ανάμεσα σε χωράφια με κριθάρι, με κατακόκκινες παπαρούνες και περπατήσαμε ανάμεσα σε ανθισμένο τριφύλλι για να φτάσουμε μέχρι το Ιερό της Δήλου.

Το Ιερό της Δήλου
Ο στεγασμένος με ογκόλιθους γρανίτη χώρος, όπου γεννήθηκαν οι δύο θεοί στον Κύνθο της Δήλου

Αν ο ίδιος ο Όμηρος ήταν εδώ για να τραγουδήσει στις μεγάλες συνάξεις των Ιώνων και όντως τραγούδησε αυτόν τον ύμνο της Δήλου, βρήκε σίγουρα τα άνθη του και την ευωδία του, αν όχι και το φοίνικα του. Και στο σημείο αυτό η προσευχή της Χρυσηίδας θα μπορούσε να έχει διαμορφωθεί στο μυαλό του. Ενώ ο Κύνθος δεν είναι παρά ένας χωματόλοφος ανάμεσα σε βουνά, για το μάτι του νου όμως κανένα επιβλητικό βουνό στη Γη δεν προσφέρει πλατύτερο ορίζοντα από αυτό το παρατηρητήριο στη μικρή Δήλο. Αν κάποιος θέλει να γοητευτεί από το Αιγαίο και τις ιστορίες που το συνοδεύουν, πρέπει να βρεθεί σε εκείνο το μέρος. Στρογγυλά σαν δαχτυλίδια, τα νησιά σχηματίζουν έναν κύκλο που υψώνεται από τον ορίζοντα. Τα νησιά αυτά που σχηματίζουν ένα κύκλο, «Κυκλάδες», ήταν το παλιό ελληνικό γλωσσικό ιδίωμα «Τα μαργαριτάρια της Ελλάδος» -και κατά τον ποιητή Καλλίμαχο «ένας χορός που χόρευε γύρω από την εύοσμη Αστερία», όπως ονομαζόταν η Δήλος σε παλαιότερους χρόνους.

Το Ιερό της Δήλου είναι ο βωμός στη μεγάλη πλατιά ορχήστρα του Αιγαίου. Σε αυτή θάλασσα που φουσκώνει ελαφρά και τρεμοφέγγει, έχεις την εντύπωση μιας ρυθμικής κίνησης των νησιών. Και παρ΄όλο που ο Κύνθιος βάρβιτος έχει σιωπήσει από καιρό, υπάρχει μια αίσθηση λεπτής μελωδίας των πρωινών άστρων.

Τα ερείπια των ναών που κάποτε ήταν αφιερωμένοι στον Κύθνιο Δία ή την Αθηνά σε αυτήν την κορυφή του λόφου. Αλλά τα λίγα υπολείμματα ενός φράγκικου κάστρου στη θέση αυτή δείχνουν ότι κατά το Μεσαίωνα η Δήλος δεν ήταν έρημος τόπος, όπως υπήρξε για δεκαοχτώ αιώνες. Ο Παυσανίας τη βρήκε να κατοικείται από έναν μόνο άνθρωπο που φύλασσε τον Ιερό της Δήλου και ένας ποιητής, έναν αιώνα πριν, είχε γράψει: «Ποιος θα περίμενε να είναι πιο έρημη από την Τήνο;». Σήμερα το σύνολο του πληθυσμού του ιερού του νησιού, όταν δεν αυξάνεται από άτομα που βρίσκονται σε καραντίνα λόγω πανώλους, σε περιοχές της Ανατολής αποτελείται από τον έφορο των μαρμάρινων ερειπίων και δύο κοπάδια από κατσίκια από τη Μύκονο, που είναι πράγματι κάτοικοι της Δήλου μόνο όταν υπάρχει βοσκή.

Αλλά πρέπει να πας στην Τήνο αν θέλεις να δεις τους Έλληνες να συγκεντρώνονται από τρεις ηπείρους εκεί τώρα, όπως παλαιότερα συνωστίζονταν στη Δήλο, και αν ήθελες να ακούσεις τους κανονιοβολισμούς. Και μια ματιά στα μάρμαρα της Δήλου που έχουν χρησιμοποιηθεί για το χτίσιμο της εκκλησίας, του προσκυνήματος θα εξηγήσει σε μεγάλο βαθμό την ερείπωση της Δήλου.

Irving Manatt