Στην Κόρινθο (19ος αιώνας)

Αποβιβαστήκαμε στην Κόρινθο, που είχε φτάσει στο απόγειο της. Τα καλλιτεχνικά αριστουργήματα της, οι κάθε είδους θησαυροί της συναγωνίζονταν τον πλούτο του Παρθενώνα και του ιερού του Δία στην Ολυμπία, όταν οι Ρωμαίοι την κατέστρεψαν από άκρη σε άκρη. Αργότερα ανοικοδομήθηκε από τους ίδιους και ανέκτησε μέρος της πρώτης λάμψης της.

Στην Κόρινθο
Αρχαίος ναός στην Κόρινθο

Ο Ηρώδης ο Αττικός, ο λαμπρός αυτός πολίτης-ευεργέτης της Αθήνας, έπραξε το ίδιο για την Κόρινθο. Ανασκεύασε το θέατρο της με δικά του έξοδα. Όμως, ο Αλάριχος ισοπέδωσε και πάλι τα πάντα, έτσι ώστε σήμερα η πόλη, η οποία κάτω απ΄την ενετική κατοχή απέκτησε και πάλι μια κάποια σπουδαιότητα, είναι λεηλατημένη όσο ποτέ.

Στην Κόρινθο ελπίζαμε ότι παρά την έλλειψη άφθονης συγκομιδής, τουλάχιστον η περιέργεια μας θα έβρισκε κάτι να σταχυολογήσει ανάμεσα στα ερείπια που διακρίναμε. Αλλά αν υπάρχει στην Ελλάδα για όπου πρέπει κανείς στη θέα της να εγκαταλείπει κάθε ελπίδα, αυτή είναι η μελαγχολική και ερημωμένη Κόρινθος. Τι αλλαγή!

Ποτέ μεγαλείο που είχε εκπέσει δεν μας είχε προκαλέσει παρόμοια θλίψη. Τα τείχη που έχουν καταρρεύσει κατά το ήμισυ, φέρουν σημάδια πρόσφατης λεηλασίας. Οι κάτοικοι της έχουν φύγει. Μερικοί στρατιώτες τριγυρίζουν μέσα στα χαλάσματα της σε αναζήτηση λείας, ενώ μέσα σε αυτή τη μοναξιά, που μοιάζει καταραμένη επτά δωρικές κολόνες μένουν όρθιες -πιστεύεται ότι ανήκουν στο ναό του Ποσειδώνα- μοναδικές μαρτυρίες ότι σε άλλους χρόνους υπήρχαν θεοί για την Κόρινθο.

Μας έδειξαν τα σχεδόν σβησμένα ίχνη ενός αμφιθεάτρου που διαμορφώθηκε πάνω σε βράχο και κατόπιν ανεβήκαμε στην ακρόπολη και την κορυφή από όπου μας αποκαλύφθηκε όλος ο Ισθμός, οι δύο θάλασσες και ένας μεγάλος ορίζοντας. Είχαμε μπροστά μας την τοποθεσία αυτής της τόσο ανθούσας πόλης, την άκρη του κόλπου και πίσω μας τις κορυφές του Κιθαιρώνα, ο οποίος μας απέκρυβε τις Πλαταιές και τη Θήβα, αριστερά μας τον Ελικώνα και στο βάθος το νεφοσκεπή Παρνασσό. Δεξιά στον έτερο κόλπο είχαμε την Αθήνα και το Ναύπλιο, όπου σκοπεύαμε να κατευθυνθούμε, αλλά οι συνθήκες δε μας το επέτρεψαν γιατί ο πόλεμος μόλις είχε αρχίσει. Οι γιοι του Κολοκοτρώνη είχαν καταφέρει τα πρώτα χτυπήματα. Ένα τμήμα από κλέφτες στρατοπέδευσε στην Κόρινθο.

Βρήκαμε ένα κατάλυμα σε ένα σπίτι εγκαταλελειμμένο. Οι προηγούμενοι επισκέπτες του είχαν κάψει τις πόρτες και τα παράθυρα. Τα ξύλινα πατώματα υπάρχουν ακόμη. Κάψτε τα μας απαντούν όταν ζητάμε ξύλα για να μαγειρέψουμε το ρύζι μας. Διάφοροι περίεργοι στρατιώτες μας επισκέπτονταν. Τους υποδεχόμασταν καθισμένοι στις αποσκευές μας, για να μην τους προκαλέσουμε την επιθυμία να τις ανοίξουν. Συμφωνήσαμε να μην απομακρυνθούμε ο ένας από τον άλλο και το βράδυ να κοιμηθούμε με το όπλο στο χέρι. Ωστόσο, ο Δημήτριος συναντά κάποιους γνωστούς και το βράδυ κυκλώνει το σπίτι με σκοπούς.

Συνήθισα τους φύλακες και ονειρευόμουν την κρήνη Πειρήνη. Κάποιοι την τοποθετούσαν στον Ακροκόρινθο και πιστεύω περισσότερο στην παράδοση αυτή. Άλλοι μου έδειχναν στην κάτω πόλη, μια μικρή δεξαμενή γοτθικής κατασκευής. Ο Παυσανίας αναφέρει έναν αξιοσημείωτο αριθμό κρηνών. Βρήκαμε αρκετές από αυτές. Ψηλά χόρτα, μαρμάρινα θραύσματα και τούβλα παρεμποδίζουν τη ροή τους. Στύλοι κείτονται ακόμη στο έδαφος. Μία, με αρχαίο πράσινο χρώμα, τη χρησιμοποιήσαμε για κάθισμα στην κορυφή της ακρόπολης. Αυτά τα μάρμαρα, κάποια μεταλλικά ανάγλυφα, οι επτά όρθιες κολόνες ενός άγνωστου ναού, είναι ό,τι απομένει από τη μεγαλοπρέπεια μιας πόλης όπου η Αφροδίτη έτρεφε στο ιερό της χίλιες και πλέον ιέρειες. Μια πόλη που υπήρξε θέατρο της οργής της Μήδειας και των απολαύσεων της Λαΐδος.

Επιπλέον, δεν μπορούμε να την προσεγγίσουμε χωρίς το φόβο της μόλυνσης και της αιματηρής αναρχίας. Είναι απαραίτητο για τον περίπατο μας η συνοδεία φρουράς. Για να κοιμηθούμε πρέπει να μισθώνουμε φρουρά -και κάτω από αυτές τις συνθήκες μπορούμε να πούμε ότι η Κόρινθος δεν προσφέρεται για επίσκεψη στους φτωχούς.

Το λιμάνι Κεχρεαί της Κορίνθου ήταν στο Σαρωνικό κόλπο, και το Λέχαιο στον απέναντι κόλπο (Κορινθιακό). Πρόκειται για μια θαυμάσια εμπορική θέση. Είναι το φυσικό λιμάνι διαμετακομιστικού εμπορίου της Μικράς Ασίας με την Ευρώπη, της Ελλάδας με την Ιταλία. «Σας συστήνω, έλεγε ο Απόστολος Παύλος, την αδελφή Φοίβη, διακόνισσα της Εκκλησίας, που βρίσκεται στο λιμάνι Κεχρεαί». Σήμερα, μόνο ένα σπίτι αποτελεί τη χριστιανική κοινότητα.

Το λιμάνι διατηρεί ακόμη μερικά καΐκια. Νοικιάσαμε ένα και κατά τα μεσάνυχτα ανοιχτήκαμε κωπηλατώντας. Ξάπλωσα στη βάρκα και αφέθηκα στις σκέψεις μου. Τι θα έπρεπε να πω για την Ελλάδα; Εκτός από τον ουρανό της και κάποια χαλάσματα, αν της αφαιρέσετε τη λαμπερή φορεσιά με την οποία τη ντύνει η φαντασία μας, πόσο λύπη προκαλεί η γύμνια της!

Bartelemy Bacheville

Εκδρομές του Castellan

Σχεδόν καθημερινά κάνουμε εκδρομές στη στεριά. Πότε επισκεπτόμαστε αρχαία ερείπια προσπαθώντας να μαντέψουμε το σχέδιο δόμησης και τη χρήση του, πότε διασχίζουμε τις πλέον απομακρυσμένες κοιλάδες, όπου η φύση παρουσιάζει ποικίλες εκδοχές, μορφές άγριες ή τοπία ειδυλλιακά.

Εκδρομές του Castellan
Βοσκός της Πελοποννήσου
(19ος αιώνας)

Πήγαμε αρκετές φορές στη Μονεμβασία να μελετήσουμε τα ήθη και τα έθιμα των κατοίκων. Τέλος, το βράδυ, με τη βάρκα πλέαμε κατά μήκος των ακτών, οι οποίες άκουγαν τα τραγούδια μας, ενώ το ρυθμικό χτύπημα των κουπιών έδινε το μέτρο. Όταν ένα ελαφρό αεράκι αγριεύει τη θάλασσα, αφηνόμαστε στην ώθηση των πανιών και καούμε σιωπηλοί τη γλυκιά μελωδία των ύμνων που απευθύνουν στην Παναγία οι Έλληνες. Αυτά τα θρησκευτικά τραγούδια έχουν κάτι το συγκινητικό μέσα στην απλότητα τους, μας δίνουν για το τι ήταν οι αρχαίες ελληνικές μελωδίες, των οποίων ίσως διατηρούν το ύφος, όπως επίσης και η ελληνική λαϊκή γλώσσα κράτησε εν μέρει τον τονισμό και τη γλυκύτητα της γλώσσας του Δημοσθένη και του Πινδάρου. Αυτή η γοητεία οφείλεται περισσότερο στη μελωδία παρά στην αρμονία. Οι Έλληνες σπάνια τραγουδούν μόνοι, και να το κάνουν το θέμα της μελωδίας δεν το πνίγει ο πλούτος της συνοδείας.

Παρόμοια θέματα συνάντησα αρκετές φορές στην Ιταλία, ακόμη και στην πατρίδα μας: είναι που χαράζονται στη μνήμη μας ευκολότερα, επειδή η μελωδία τους είναι απλή και εκφράζουν συναίσθημα.

Να το ομολογήσω: όταν στη Ελλάδα, σε κάποιες εκδρομές μου στην εξοχή, στη δύση μιας ηλιόλουστης μέρας, άκουγα από μακριά τις φωνές νεαρών χωριατοπούλων, που γονατισμένες μπροστά σε κάποιο εκκλησάκι απόμακρο και στολισμένο με φεστόνι γιασεμιού και ανθοδέσμες με λουλούδια που μόλις έκοψαν, καθυστερούσαν το βήμα μου, από φόβο μην ταράξω τη θρησκευτική αυτή κατάνυξη και στεκόμουν παράμερα.

Αυτές οι συμφωνίες που μόνο η φύση εμπνέει, αυτοί οι ευλαβείς ήχοι που έμοιαζε να διασχίζουν το αέρινο κύμα  για να φτάσουν στο αιώνιο μου παρουσίαζαν τις ορχήστρες των αγγέλων. Τρυφερά και νοερά τις συνόδευα στις προσευχές μου.

Antoine-Laurent Castellan

Στην Ήπειρο μιλούν ελληνικά

Στην Ήπειρο
Βουλευτήριο της αρχαίας Δωδώνης

Στην Ήπειρο βρίσκεται το πλέον ορεινό γεωγραφικό διαμέρισμα της χώρας. Αποτελείται από τους νομούς Ιωαννίνων, Θεσπρωτίας, Πρέβεζας, και Άρτας. Βόρεια συνορεύει με την Αλβανία και νότια με τους στερεοελλαδίτικους νομούς της Αιτωλοακαρνανίας και Ευρυτανίας, ανατολικά με τους μακεδονικούς νομούς Καστοριάς και Γρεβενών και τους θεσσαλικούς νομούς Τρικάλων και Καρδίτσας, ενώ δυτικά βρέχεται από το Ιόνιο Πέλαγος. Ήταν πριν 140 έως 66 εκατομμύρια χρόνια (Κρητιδική Περίοδος) όταν στο βυθό της μεγάλης θάλασσας, που ονομάστηκε Τηθύς (από το όνομα της μυθικής γυναίκας του Ωκεανού), οι διεργασίες ήταν κοσμογονικές.

Στη γειτονιά μας, από αιώνες πριν, ξεκίνησαν να σχηματίζονται δύο βαθιά αυλάκια: το ένα, εκεί που σήμερα υψώνεται η Πίνδος, και το άλλο εκεί που υπάρχουν τα νησιά του Ιονίου. Ανάμεσα τους υψώθηκε ένας λόφος σαν τεράστιο τείχος, το ύβωμα του Γαβρόβου. Στα επόμενα πολλά εκατομμύρια χρόνια τα δύο αυτά αυλάκια γέμισαν κάθε είδους υλικό.

Πριν 35 εκατομμύρια χρόνια μέσα από τα νερά του ωκεανού, ξεπετάχθηκαν οι παρυφές των Άλπεων και ακολούθησε ολόκληρη η ραχοκοκαλιά τους. Στη γειτονιά μας το αυλάκι δεν υπήρχε πια.

Η τάφρος της Πίνδου είχε γεμίσει με υλικό που κουβάλησαν οι αιώνες για πάνω από εκατό εκατομμύρια χρόνια. Μια μεγάλη ορογενετική κίνηση έσπρωξε την Πίνδο πάνω από τη θάλασσα, ενώ η τάφρος του Ιονίου συνέχισε να γεμίζει με υλικό από το ύβωμα του Γαβρόβου για ακόμα πέντε εκατομμύρια χρόνια.

Στα 3ο εκατομμύρια πριν την εποχή μας, όταν ο Καινοζωικός αγώνας έμπαινε στο Μειόκαινο, η τάφρος είχε για τα καλά γεμίσει και μια τεράστια δύναμη την ωθούσε προς τα πάνω.

Ένα κομμάτι γης ξεπρόβαλε μέσα από τα νερά εκεί όπου σήμερα υπάρχει το Ιόνιο Πέλαγος. Το ύβωμα στριμώχθηκε, πιέστηκε και ανορθώθηκε και αυτό πάνω από τα νερά. Σχηματίστηκε το δυτικό κομμάτι της Αιγηίδας. Κατακερματίστηκε στα επόμενα εκατομμύρια χρόνια κι έμεινα οι κορυφές των βουνών να σχηματίζουν τα νησιά του Ιονίου Πελάγους.

Η γη, στον Ελλαδικό χώρο, εξακολουθούσε να χορεύει στο ρυθμό των σεισμών και των εκρήξεων σε όλη τη διάρκεια της Παλαιολιθικής Εποχής.

Στα 80.000 χρόνια πριν από την εποχή μας, το ηφαίστειο της Σαντορίνης εξερράγη με δύναμη και ορμή πολλαπλάσια εκείνης του 1450π.Χ., όταν αφάνισε το μινωικό πολιτισμό της Κρήτης. Καταποντισμοί και ανυψώσεις εδαφών ταρακούνησαν και σκότωσαν πολλές ζωές. Κάποια είδη αφανίστηκαν και ίσως και σχεδόν όλοι οι πρόγονοι του ανθρώπου που κυνηγούσαν στα μέρη της πρώην Αιγηίδας. Η ζωή, όμως, δε νικιόταν πια.

Στην κοιλάδα του Λούρου, στην Ήπειρο, οι σπηλιές φωνάζουν ακόμα ότι κατοικήθηκαν πολλά ζεστά καλοκαίρια. Μόλις πενήντα χιλιόμετρα από τα σημερινά Ιωάννινα βρίσκεται η σπηλιά του Κοκκινόπηλου, όπου μετρήθηκαν 800 εργαλεία με ηλικία 50.000 ως 33.000 χρόνια. Στη σπηλιά του Ασπροχάλικου 3,5 χιλιόμετρα πιο πέρα, η ραδιοχρονολόγηση έδειξε 37.900 χρόνια π.Χ. για ένα εργαλείο, ενώ στη σπηλιά Καστρίτσας, στην ίδια περιοχή, κατοικούσαν περίπου 25 άτομα, που τους χειμώνες κατέβαινα χαμηλότερα. Μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε για τον τρόπο ζωής τους. Η σύγχρονη επιστημονική έρευνα όμως έχει καταλήξει στο ότι πολύ πριν το 2.200π.Χ. στην Ήπειρο και πιο βόρεια όπως και στα νοτιοανατολικά της μιλιόταν η ελληνική γλώσσα, ενιαία και αδιαίρετη.

Είναι η εποχή τουλάχιστον τριακόσια χρόνια πριν από τα πρώτα μινωικά ανάκτορα και πάνω από εξακόσια πριν από την εποχή της μυκηναϊκής εποχής, κοντά χίλια χρόνια πριν την εμφάνιση των Δωριέων. Και οπωσδήποτε, αρκετά πριν επικρατήσουν στον ελλαδικό χώρο τα ελληνικά φύλα, σε καιρούς που νότια πλειοψηφούσε το «μεσογειακό υπόστρωμα», τα προελληνικά ινδοευρωπαϊκά φύλα και μόλις που εμφανίζονταν οι Πρωτοέλληνες.

Γύρω στο 2.200 π.Χ. η ελληνική γλώσσα άρχισε να εξαπλώνεται σε νέες εκτάσεις και να διασπάται στα τρία: στην ιωνική διάλεκτο που έμελλε πολύ αργότερα να εξελιχθεί στην κοινή, στην κεντρική διάλεκτο και τη δυτική διάλεκτο. Αυτό σημαίνει ότι εκείνοι που τη μιλούσαν είχαν από καιρό αρχίσει να μεταναστεύουν.

Στις νέες περιοχές, η γλώσσα πήρε τους δικούς της ξεχωριστούς δρόμους. Όμως στην Ήπειρο εντοπίζονται πιο παλιά σημάδια της ελληνικής παρουσίας. Και εκεί τοποθετεί «την Ελλάδαν την αρχαίαν» ο Αριστοτέλης. Στην αρχαία Δωδώνη άλλωστε λατρεύτηκε πρώτα ο Δίας και σε αυτόν απευθύνθηκε ο Αχιλλέας όταν προσευχήθηκε.

Στη χαραυγή των χρόνων για τους οποίους έχουμε πληροφορίες, στην Ήπειρο ζούσαν 14 λαοί ή φυλές. Αρχικά, ξεχώρισαν οι Χάονες που εκτείνονταν από τα Κεραύνια όρη της σημερινής Βορείου Ηπείρου ως τον ποταμό Θύαμη (Καλαμά) βόρεια της Ηγουμενίτσα. Συνόρευαν με τους Θεσπρωτούς που απλώνονταν ανάμεσα στα ποτάμια Θύαμη και Αχέροντα, μέσα στα όρια του σημερινού νομού Πρέβεζας και ως τη Δωδώνη. Νοτιότερα, ζούσαν οι Κασσωπαίοι από τον Αχέροντα μέχρι τον Αμβρακικό κόλπο.

Η χώρα των Μολοσσών απλωνόταν στο εσωτερικό, ανάμεσα στον Αμβρακικό και την περιοχή της Δωδώνης. Στη συνέχει, ο Μολοσσοί ισχυροποιήθηκαν και απλώθηκαν σε βάρος των γειτόνων τους: πήραν τη Δωδωναία από τους Θεσπρωτούς, κατέκτησαν την Κασσωπαία και απλώθηκαν βόρεια έως τον Αώο ποταμό και τη σημερινή Βόρειο Ήπειρο. Στους ιστορικούς χρόνους, δύο λαοί κυριαρχούσαν στην Ήπειρο: οι παλιότεροι Θεσπρωτοί και οι μεταγενέστεροι Μολοσσοί, που αναπτύσσονταν με κέντρο το μαντείο της Δωδώνης, στον σημερινό νομό Ιωαννίνων.

Οι Θεσπρωτοί πίστευαν ότι οι πύλες του Άδη βρίσκονταν στην περιοχή τους  και συνδύαζαν τη μυθολογία για τον Κάτω Κόσμο με την καταγωγή των βασιλιάδων τους από το θεό Άδη. Ο Κάτω Κόσμος, όπου βρισκόταν το βασίλειο των νεκρών, ήταν γνωστός και με το όνομα του θεού και κυρίαρχου Άδη και ήταν χωρισμένος σε τρία γνωστά μας μέρη: στον Τάρταρο, τα Ηλύσια Πεδία και των Μακάρων. Τον τοποθετούσαν σε διάφορα σημεία, συνήθως σε κάποιο μέρος της Ηπείρου όπου υπήρχε και η κρυφή είσοδος σε αθέατο σημείο του ποταμού Αχέροντα. Το μυστικό πέρασμα «πρέπει να βρισκόταν» κοντά σε ένα γνωστό νεκυομαντείο στην περιοχή του Αχέροντα.

Οι Αχαιοί πήραν την Τροία με τον περίφημο Τρωικό Πόλεμο. Ο Νεοπτόλεμος γιος του Αχιλλέα  εκδικητικός για το θάνατο του πατέρα του, ξέσπασε σε αγριότητες που ενόχλησαν την θεά Αθηνά και τον θεό Ποσειδώνα. Η γιαγιά του, Θέτιδα, τον προειδοποίησε πριν φύγει από την Τροία να μην επιστρέψει στην πατρίδα του δια θαλάσσης γιατί ο Ποσειδώνας του ετοίμαζε συμφορές.

Ο Νεοπτόλεμος πήρε τη γυναίκα του Έκτορα, Ανδρομάχη και τον μάντη Έλενο, που του έλαχαν από τα λάφυρα και μαζί με τους δικούς του πέρασε στη Θράκη, στη Μακεδονία και από εκεί προχώρησε στην περιοχή των Μολοσσών, τους νίκησε και έγινε βασιλιάς στην Ήπειρο και τα κοντινά νησιά. Έδωσε στη μητέρα του Δηιδάμεια ως σύζυγο τον Έλενο και από την Ανδρομάχη απέκτησε γιο που τον ονόμασε Μολοσσό.

Τον 5ο αιώνα π.Χ. ισχυρός λαός της Ηπείρου ήταν οι Χάονες, αλλά οι Μολοσσοί κατάφεραν να τους υπερκεράσουν. Από τους Μολοσσούς γεννήθηκε η Ολυμπιάδα, η μητέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο Φίλιππος Β΄ αφού εκτόπισε τους σφετεριστές του θρόνου της Μολοσσίας, εγκατέστησε σε αυτόν τον αδελφό της γυναίκας του, τον Αλέξανδρο Α΄. Μετά το θάνατο του Αλέξανδρου του Α΄ η Ήπειρος πέρασε στα χέρια των Μακεδόνων.

Η Μάχη στο Βαλτέτσι (1821)

Η μάχη στο Βαλτέτσι (12 Μαΐου 1821) ήταν μία από τις νικηφόρες μάχες που διεξήχθησαν κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης. Ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη κατά την έναρξη της πολιορκίας της Τριπολιτσάς.

Η Μάχη στο Βαλτέτσι
Η Μάχη στο Βαλτέτσι

Τα γεγονότα πριν τη μάχη

Μετά την απελευθέρωση της Καρύταινας κύριος σκοπός ήταν η πολιορκία της Τρίπολης. Ο Κολοκοτρώνης είχε μείνει με λιγοστούς άνδρες και έκανε φιλότιμες προσπάθειες να μαζέψει αρκετό στρατό για την πολιορκία. Το στρατόπεδο που περικύκλωσε την Τρίπολη κράτησε μέχρι μέσα Μαΐου. Ο Χουρσίτ πασάς έστειλε σημαντικές δυνάμεις από τα Ιωάννινα για την καταστολή της Επανάστασης. Ο Μουσταφάμπεης κατευθύνθηκε προς την χερσόνησο. Στις 6 Μαΐου μπήκε στην Τρίπολη και η άφιξη του προκάλεσε ανησυχία στους πολιορκητές.

Η μάχη στο Βαλτέτσι

Ο Κολοκοτρώνης πρότεινε αμέσως μια ισχυρή δύναμη να καταλάβει το Βαλτέτσι. Συγκεντρώθηκαν εκεί και άλλοι οπλαρχηγοί και η δύναμη τους ήταν κάτι λιγότερο από χίλιους άνδρες. Ο Κολοκοτρώνης τους υπέδειξε πως να οχυρωθούν και έθεσε σε ετοιμότητα τα υπόλοιπα σώματα. Στις 12 Μαΐου ο Μουσταφάμπεης βάδισε στο Βαλτέτσι με 6.500 πεζικάριους, 1.500 ιππείς και 2 πυροβόλα, με σκοπό να σπάσει τον αποκλεισμό εκεί και να φτάσει στη Λακωνία για να υποτάξει όλη την Πελοπόννησο. Εκείνη τη στιγμή ο Κολοκοτρώνης βρισκόταν στο Χρυσοβίτσι που απείχε 2,5 ώρες από το Βαλτέτσι. Δεν συμμετείχε στην αρχή της μάχης, στην οποία πολέμησαν οι Κυριακούλης και Ηλίας Μαυρομιχάλης. Ύστερα από τρεις ώρες κατέφτασαν ο Κολοκοτρώνης από το Χρυσοβίτσι και ο Πλαπούτας από την Πιάνα και άρχισαν να κάνουν αντιπερισπασμό απ’ έξω στους εχθρούς. Οι πολεμιστές του Κυριακούλη αναθάρρησαν και συνέχισαν να αντιστέκονται ως το βράδυ. Τα μεσάνυχτα ο Κολοκοτρώνης μπήκε στο Βαλτέτσι. Μετά επέστρεψε στο δικό του στρατιωτικό σώμα, όμως άλλοι ικανοί πολεμιστές έφτασαν στο χωριό για ενίσχυση τη νύχτα. Έτσι, την επομένη επαναλήφθηκε η μάχη, αλλά όσοι βρίσκονταν μέσα στο Βαλτέτσι, αντί να αμύνονται όπως την προηγούμενη, επιτέθηκαν στους αντιπάλους και σύντομα τους έτρεψαν σε φυγή. Οι εχθροί συμπαρέσυραν στη φυγή τους το κύριο σώμα του Μουσταφάμπεη, ο οποίος σώθηκε, ενώ είχε χάσει το άλογο του.

Ο Κολοκοτρώνης είχε δώσει τέτοιες οδηγίες ώστε όλα τα εφόδια, τα φορτηγά και τα πυροβόλα των Τούρκων να περάσουν στα χέρια των δικών μας, που πήραν και άλλα πολλά λάφυρα. Το σπουδαιότερο, όμως, ήταν ότι ενισχύθηκε το θάρρος των Ελλήνων. Έτσι, η νίκη στο Βαλτέτσι θεωρήθηκε ο θεμέλιος λίθος της πελοποννησιακής ανεξαρτησίας.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Η Σπάρτη (περίπου 1300π.Χ.-…)

Η Σπάρτη είναι πόλη της Πελοποννήσου και πρωτεύουσα του Νομού Λακωνίας, στην Ελλάδα. Έχει πληθυσμό 16.239 κατοίκους. Η σημερινή Σπάρτη είναι χτισμένη στις ανατολικές υπώρειες του Ταΰγετου, νότια από το κέντρο της αρχαίας ομώνυμης πόλης, κοντά στη δεξιά όχθη του ποταμού Ευρώτα και σε υψόμετρο 210 μ.

Η Σπάρτη
Η Σπάρτη και ο Ταΰγετος

Η αρχαία Σπάρτη

Η Σπάρτη και η Λακωνία αναφέρονται από την ελληνική μυθολογία. Αναφέρεται και από τον Όμηρο στα έπη του, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια ως ένα από τα ισχυρότερα μυκηναϊκά βασίλεια και έδρα του Μενελάου, αδερφού του βασιλιά Αγαμέμνονα των Μυκηνών την περίοδο πριν τον Τρωικό Πόλεμο. Περίπου το 1100 π.Χ. και μετά την κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού στην περιοχή εγκαθίστανται Δωριείς, ένα διαφορετικό ελληνικό φύλο. Σταδιακά οι Σπαρτιάτες ενώνονται κάτω από δύο βασιλικές οικογένειες, τους Αγιάδες και τους Ευρυπωντίδες και αρχίζουν να επεκτείνονται στις γύρω περιοχές δημιουργώντας κοινωνικές τάξεις, τους ομοίους, τους είλωτες και τους περιοίκους και κατά τον 7ο αιώνα π.Χ. συγκροτούν τη γνωστή, σύμφωνα με τους νόμους του Λυκούργου, κοινωνία τους. Αφού υποτάξουν το μεγαλύτερο μέρος της Λακωνίας θα επεκταθούν στη Μεσσηνία και την Αρκαδία και θα νικήσουν το Άργος. Θα καταφέρουν να υποτάξουν τη Μεσσηνία και μέρος της Αρκαδίας και θα συνάψουν αρκετές συμμαχίες, με πρώτη σύμμαχό τους την Τεγέα. Όλα αυτά μέχρι τον 5ο αιώνα π.Χ..

Στους Περσικούς πολέμους οι Σπαρτιάτες δε θα πάρουν μέρος στη μάχη του Μαραθώνα, αλλά η θυσία των 300 του Λεωνίδα και των 700 Θεσπιέων στο στενό των Θερμοπυλών το 480 π.Χ. θα γινόταν το συγκλονιστικότερο γεγονός αυτής της περιόδου, καθώς οι Σπαρτιάτες έπεσαν υπακούοντας στον άγραφο νόμο που όριζε ότι δεν έπρεπε να εγκαταλείψουν το πεδίο της μάχης. Μετά τη νικηφόρα για τους Έλληνες μάχη των Πλαταιών, ζητήθηκε από τη Σπάρτη να αναλάβει επιθετικό πόλεμο στη Μικρά Ασία κατά των Περσών αλλά αρνήθηκε. Αυτή την ευκαιρία άρπαξε η Αθήνα που δημιούργησε την Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία και συνέχισε τον πόλεμο κατά των Περσών στη Μικρά Ασία και την Κύπρο ως το 451 π.Χ.. Η Αθήνα ισχυροποιήθηκε τόσο πολύ κάτω από την ηγεσία του Περικλή που η Σπάρτη φοβήθηκε και αποφάσισε με την Πελοποννησιακή Συμμαχία να της κηρύξει τον πόλεμο. Αυτός ονομάστηκε Πελοποννησιακός Πόλεμος από τον ιστορικό Θουκυδίδη και ήταν ιδιαίτερα σκληρός. Διήρκεσε από το 431 ως το 404 π.Χ. και τελείωσε με συντριπτική νίκη των Πελοποννησίων.

Μετά από αυτόν τον πόλεμο υπήρχε η ελπίδα ότι η Σπάρτη θα κυβερνούσε δίκαια την Ελλάδα, αλλά εγκατέστησε ηγεμονία που δυσαρέστησε όλους και οδήγησε σε δύο πολέμους, τον Βοιωτικό πόλεμο ή Κορινθιακό το 396-387 π.Χ. και τον πόλεμο με τη Θήβα. Στη μάχη των Λεύκτρων το 371 π.Χ. ο σπαρτιάτικος στρατός ηττήθηκε κατά κράτος από τους Θηβαίους που είχαν επικεφαλής τους Επαμεινώνδα και Πελοπίδα. Το 362 π.Χ. στη μάχη της Μαντινείας ο ενωμένος στρατός της Σπάρτης, της Αθήνας και των συμμάχων τους κατάφερε ένα μεγάλο πλήγμα στη Θήβα και τους δικούς της συμμάχους χωρίς όμως να προκύψει οριστικός νικητής και η Ελλάδα να βυθιστεί στην αβεβαιότητα για πολλά χρόνια. Μέσα σε εκείνη την ταραγμένη περίοδο κανείς δεν έδωσε σημασία σε ένα μικρό ελληνικό βασίλειο του βορρά, τη Μακεδονία, η οποία υπό την ηγεσία του Φιλίππου Β’ συνέτριψε τους Ιλλυριούς το 358 π.Χ.. Τα επόμενα χρόνια η Μακεδονία θα κυριαρχήσει στην Ελλάδα και όχι μόνο, ενώ η Σπάρτη θα συνεχίσει να βυθίζεται στην εσωτερική της κρίση και μετά τη μάχη της Μεγαλόπολης και της Σελλασίας η Σπάρτη θα καταρρεύσει τελείως μέχρι και τη ρωμαϊκή κατάκτηση (146 π.Χ.).

Ο Μεσαίωνας της Σπάρτης

Σε αντίθεση με άλλες πόλεις της Λακωνίας οι οποίες εγκαταλείφθηκαν τον 4ο αιώνα μ.Χ., τόσο η Σπάρτη όσο και το Γύθειο συνέχισαν να κατοικούνται, παρά τους σεισμούς (όπως αυτός του 365), τις επιδρομές Γότθων το 395 υπό τον Αλάριχο και Βανδάλων το 468 υπό τον Γιζέριχο και την επιδημία πανώλης το 541-43. Προς το τέλος της βασιλείας του Ιουστινιανού όμως η πόλη ερημώνει, αν και είναι πιθανό η ακρόπολη να συνέχισε να χρησιμοποιείται.

Στο Χρονικό της Μονεμβασιάς αναφέρεται ότι οι κάτοικοι της Σπάρτης εγκατέλειψαν την περιοχή για μία πιο ασφαλή τοποθεσία, τη Μονεμβασιά, ενώ άλλοι εγκαταστάθηκαν στη Σικελία, μετά από μια σλαβική επιδρομή το 587-588 μ.Χ.. Παρόλα αυτά θεωρείται πλέον απίθανο ότι μια εισβολή προκάλεσε τη φυγή των κατοίκων στη Μονεμβασία και στη Σικελία. Η ίδια η Μονεμβασιά είχε αρχίσει να κατασκευάζεται κατά την εποχή του Ιουστινιανού. Η τοποθεσία της Σπάρτης κρίθηκε ανεπαρκώς οχυρή και επιρρεπής σε μακροχρόνιους αποκλεισμούς λόγω της μεγάλης απόστασής της από το λιμάνι, ενώ με την μετακίνηση της πρωτεύουσας στη Κωνσταντινούπολη, τα πλοία από το Γύθειο έπρεπε να παραπλέουν πλέον το ακρωτήριο Μαλέας.

Εκείνη την περίοδο αρκετοί Σλάβοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Η κεντρική εξουσία της Κωνσταντινούπολης δεν έδινε μεγάλη σημασία σε μία μικρή περιοχή του θέματος Πελοποννήσου και κάποιες σλαβικές φυλές στα ορεινά, όπως οι Μηλιγγοί, κατάφεραν να παραμείνουν ανεξέλεγκτες μέχρι την έλευση των Φράγκων.

Το 1205 με την άφιξη στην περιοχή των σταυροφόρων της Δ’ Σταυροφορίας πολλοί τοπικοί άρχοντες, που είχαν ανεξαρτητοποιηθεί από την Κωνσταντινούπολη καιρό πριν, συντάχθηκαν με τους Φράγκους, ενώ άλλοι τους αντιστάθηκαν. Τις τύχες του τόπου καθορίζει μία τοπική αρχοντική οικογένεια, οι Χαμάρετοι. Η Λακεδαιμονία έπεσε στα χέρια των Φράγκων μετά από πενθήμερη πολιορκία τo 1210. Το 1249 ο Γουλιέλμος Β’ Βιλλεαρδουίνος έκτισε ένα κάστρο πάνω σε μία βουνοκορφή του Ταϋγέτου, το Μυστρά. Ο Βιλλαρδουίνος αιχμαλωτίστηκε το 1259 στη μάχη της Πελαγονίας από τους Βυζαντινούς και για να αφεθεί ελεύθερος αναγκάστηκε να τους παραδώσει 3 κάστρα, μέσα σε αυτά και το Μυστρά.

Μέχρι το 1265 οι κάτοικοι της Λακεδαιμονίας την είχαν εγκαταλείψει και είχαν εγκατασταθεί ομαδικά στο Μυστρά για περισσότερη ασφάλεια. Οι Βυζαντινοί ίδρυσαν το Δεσποτάτο του Μορέως, με έδρα το Μυστρά και χρησιμοποίησαν τη Λακωνία ως βάση για την ανακατάληψη της Πελοποννήσου. Η Πελοπόννησος τελικά περιήλθε στην εξουσία τους (εκτός από λίγα κάστρα) το 1430, αλλά το 1460 υποτάχθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η Σπάρτη τον 19ο αιώνα

Στη νεότερη εποχή η Λακωνία θα εξεγερθεί αρκετές φορές μαζί με άλλες περιοχές εναντίον των Τούρκων αλλά χωρίς αποτέλεσμα, καθώς οι Τούρκοι θα καταφέρνουν ως το 1800 να νικούν και τους Έλληνες και τους Βενετούς. Το 1821 η περιοχή θα εξεγερθεί με τη βοήθεια των πάντα ανυπότακτων Μανιατών. Ως το 1828 θα καταφέρουν να καταλάβουν τα κάστρα της περιοχής και να αντιμετωπίσουν τον Ιμπραήμ. Στις 20 Οκτωβρίου του 1834 αποφασίζεται από την αντιβασιλεία του Όθωνα η οικοδόμηση της πόλης της Σπάρτης στην αρχαία της θέση. Τα σχέδια της πόλης έκανε ο Βαυαρός Friedrich Stauffert, με βάση τις αρχές του νεοκλασικού πολεοδομικού σχεδιασμού που επικρατούσαν τότε στην Ευρώπη. Το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι τα συμμετρικά οικοδομικά τετράγωνα, τα οποία συγκλίνουν προς την ακρόπολη της αρχαίας Σπάρτης και την περιβάλλουν εν μέρει. Ο σχεδιασμός αυτός αφορούσε μια πόλη 100.000 κατοίκων. Η Σπάρτη και γενικότερα η Λακωνία ακολούθησε αργότερα τις τύχες της υπόλοιπης Ελλάδας μέσα από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας.

Παρότι τα σχέδια της οθωνικής περιόδου δεν ακολουθήθηκαν πιστά, η Σπάρτη παραμένει και σήμερα μια πόλη που διακρίνεται για την καλή ρυμοτομία της, τους δενδροφυτεμένους φαρδείς δρόμους, τα πάρκα και τις μεγάλες πλατείες της, καθώς και για τα πολλά παλιά κτήρια που διατηρούνται σε άριστη κατάσταση.

Κατά τη δεκαετία του 1930, με την ασφαλτόστρωση των κεντρικών δρόμων και την κατασκευή του δικτύου ύδρευσης, διαμορφώθηκε σε σύγχρονο αστικό κέντρο. Σήμερα η Σπάρτη διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά μιας επαρχιακής πόλης που η βασική της οικονομία στηρίζεται στην αγροτική παραγωγή, στη μεταποίηση αυτής της παραγωγής και στον τουρισμό.

Αποτελεί το οικονομικό και εμπορικό κέντρο του νομού. Έχει αξιόλογο αρχαιολογικό μουσείο και μουσείο της ελιάς. Είναι η μόνη πόλη πρωτεύουσα νομού της Πελοποννήσου που δε συνδέεται με σιδηροδρομικό δίκτυο (αν και είχε προβλεφθεί τέτοια σύνδεση τον 19ο αιώνα). Επικοινωνεί, ωστόσο, οδικά με την Καλαμάτα και την Τρίπολη, ενώ διαθέτει και μικρό αεροδρόμιο.

Το ένδοξο παρελθόν της και η κοντινή απόσταση από τον πολυθρύλητο Μυστρά τραβούν την προσοχή πολλών επισκεπτών – τουριστών με προσεγγίσεις κρουαζιερόπλοιων στο Γύθειο. Από την αρχαία Σπάρτη σώζονται λείψανα από τους ναούς της Ορθίας Αρτέμιδος, της Χαλκιοίκου Αθηνάς, του Καρνείου Απόλλωνα, καθώς και θέατρο της ρωμαϊκής εποχής.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wikiΣπάρτη

Τα μέτρα του Καποδίστρια

Πολύς θόρυβος έχει γίνει τον τελευταίο καιρό για το κλείσιμο των εκκλησιών, για να αποφευχθεί μια πιθανή μόλυνση των πιστών από τον κορωνοϊό COVID-19. Δεν είναι όμως η πρώτη φορά που κλείνουν οι εκκλησίες. Έκλεισαν και τον 19ο αιώνα για παρόμοιο λόγο. Ήταν ένα από τα μέτρα του Καποδίστρια για να αντιμετωπιστεί μια επιδημία που ξέσπασε κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του.

Τα μέτρα του Καποδίστρια

Είναι γνωστό ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν πολύ πιστός Χριστιανός. Ορισμένοι τον χαρακτηρίζουν ακόμα και θρησκόληπτο. Πολλές από τις πράξεις του μπορούν να εξηγηθούν μόνο μέσα από αυτό το πρίσμα. Θεωρούσε τον εαυτό του υπερασπιστή της Ορθοδοξίας και ήρθε σε σύγκρουση με όποιον θεωρούσε ότι την απειλούσε. Όμως ο Καποδίστριας ήταν επίσης ένας υπεύθυνος ηγέτης που ήταν έτοιμος να λάβει δύσκολες αποφάσεις και μάλιστα από την πρώτη στιγμή που έφτασε στην Ελλάδα.

Τα μέτρα του Καποδίστρια

Δεν είχαν περάσει ούτε τρεις μήνες από την άφιξή του στην Ελλάδα. Ο άνθρωπος είχε απελπιστεί με την κατάσταση που ανέλαβε. Ήταν χειρότερη απ’ ό,τι φοβόταν. Ο Ιμπραήμ βρισκόταν ακόμα στην Πελοπόννησο και η Ελληνική Κυβέρνηση δεν είχε κανένα σταθερό έσοδο. Οι Έλληνες ζούσαν από την γενναιόδωρη αμερικανική βοήθεια (ιδιωτική, όχι κρατική). Δεν θα μπορούσαν τα πράγματα να είναι χειρότερα όταν ξέσπασε και η επιδημία πανώλης.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας θεωρούσε ότι τα πρώτα δύο μέτρα που έπρεπε να λάβει μια κυβέρνηση αμέσως μετά την εμφάνιση επιδημίας σε μια περιοχή είναι ο υποχρεωτικός εγκλεισμός στις οικίες όλων των κατοίκων και το κλείσιμο των εκκλησιών. Οι εκκλησίες έκλεισαν για αόριστο χρονικό διάστημα και οι αντιδράσεις ήταν ελάχιστες. Οι Έλληνες τον σέβονταν, τον θαύμαζαν και κυρίως τον εμπιστεύονταν. Διότι ο Καποδίστριας ήταν επίσης και ένας πολύ καλός γιατρός και μάλιστα με αξιόλογη πρακτική πείρα που απέκτησε πολύ πριν ασχοληθεί πλήρως με την πολιτική.

Στις 20 Αυγούστου του 1828 εξέδωσε Ψήφισμα «Περί υγειονομικών διατάξεων» (Ψηφ. 15/20.8.1828). Εκεί προβλέπεται το εξής στο άρθρο 285, εδ. 3. «Εμποδίζεται πάσα θρησκευτική τελετή. Δεν σημαίνονται οι κώδωνες.» Οι δε κάτοικοι υποχρεώνονται να μείνουν κλεισμένοι στα σπίτια τους. Σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του Ψηφίσματος, τα προληπτικά μέτρα εφαρμόζονται ΑΜΕΣΩΣ μόλις εμφανιστεί επιδημία στην Ελλάδα ή στα σύνορα της Ελλάδας. Το ψήφισμα υπογράφει ο ίδιος ο Κυβερνήτης («Ι.Α. Καποδίστριας»), καθώς και ο Γραμματέας της Επικράτειας («Σ. Τρικούπης»).

Δεν είναι βέβαιο από πού μεταδόθηκε η πανώλη, οι Έλληνες κατηγορούσαν τους Αιγύπτιους. Επιπλέον είχαν παρουσιαστεί τα πρώτα κρούσματα πανώλης στην Εύβοια και στην Κέα από τα τέλη Ιανουαρίου του 1828. Πάντως η επιδημία χτύπησε σχεδόν ταυτόχρονα Έλληνες (στην Ύδρα πρώτα) και Αιγύπτιους (στο κάστρο της Μεθώνης) στις αρχές Απριλίου. Ο Καποδίστριας έστειλε στις 17 Απριλίου 1828 τον γιατρό Σπυρίδωνα Καλογερόπουλο στην Ύδρα και τις Σπέτσες. Ο Καλογερόπουλος κατάλαβε αμέσως ότι η κατάσταση ήταν κρίσιμη και έλαβε ο ίδιος τα πρώτα αυστηρά μέτρα με εξουσιοδότηση της κυβέρνησης. Ένα από αυτά ήταν το κλείσιμο των Εκκλησιών.

Ο Καλογερόπουλος ενημέρωσε την Κυβέρνηση και ο Καποδίστριας, χωρίς να διστάσει, ανέλαβε ο ίδιος προσωπικά να αντιμετωπίσει την επιδημία. Έστειλε στις 18 Απριλίου στα δύο νησιά τον Γενικό Έφορο Υγείας Αναστάσιο Λόντο και τον γιατρό Νικόλαο Καλογερόπουλο για να κάνουν την πρώτη επιθεώρηση. Στις 21 Απριλίου έδωσε εντολή στον συνταγματάρχη Κάρολο Φαβιέρο να οργανώσει μια θαλάσσια υγειονομική αλυσίδα γύρω από τα δύο νησιά, χρησιμοποιώντας μια γολέτα και πέντε ένοπλες λέμβους. Κανονικός ναυτικός αποκλεισμός δηλαδή.

Ακόμη, έστειλε ειδικούς απεσταλμένους σε όλες τις επαρχίες της ηπειρωτικής Ελλάδας και όλα τα νησιά, ενημερώνοντας τις τοπικές διοικήσεις για τα μέτρα που ελήφθησαν και παρέχοντας αναλυτικές οδηγίες για τα μέτρα που θα πρέπει να υιοθετηθούν σε τοπικό επίπεδο για να δημιουργηθούν υγειονομικές ζώνες. Διόρισε έκτακτους επιτρόπους στην Πελοπόννησο και τους ζήτησε να αναχωρήσουν αυθημερόν για τις επαρχίες ευθύνης τους.

Στις 22 Απριλίου ο Κυβερνήτης εξέδωσε διάγγελμα στο οποίο τόνιζε: «Νομίζω ότι ο καλύτερος τρόπος για να εκπληρώσω το καθήκον μου είναι να επισκεφτώ ο ίδιος τους τόπους που έχουν πληγεί και να λάβω αυστηρά μέτρα για να προφυλάξω από την επιδημία την υπόλοιπη Ελλάδα». Αμέσως μετά αναχώρησε για να επισκεφτεί τα δύο νησιά, χρησιμοποιώντας τη ρωσική φρεγάτα «Ελένη». Στις 24 Απριλίου επισκέφτηκε τις Σπέτσες. Εκεί συσκέφθηκε με τους δημογέροντες και τους τοπικούς γιατρούς. Διόρισε τον Ιωάννη Κωλέττη, Έκτακτο Επίτροπο της Υγείας για τις Σπέτσες. Τον εφοδίασε με στρατιωτικές δυνάμεις και αναλυτικές οδηγίες. Στις 25 Απριλίου έφτασε στην Ύδρα ο Ολλανδός ναύαρχος του ρωσικού στόλου Λογγίνος Χέυδεν (ένας από τους τρεις ναυάρχους στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου) με δύο δίκροτα και ένα μπρίκι και συναντήθηκε με τη φρεγάτα «Ελένη» στα ανοικτά της Ύδρας. Ο Κυβερνήτης συνάντησε τον Ναύαρχο, τηρώντας όλες τις υγειονομικές προφυλάξεις και ζήτησε τη βοήθειά του στον έλεγχο της θαλάσσιας υγειονομικής ζώνης.

Στις 26 Απριλίου ο Κυβερνήτης μετέβη στην Ύδρα. Συσκέφτηκε με τους προκρίτους εκεί και άκουσε τις αναφορές των γιατρών. Διαβεβαίωσε τους Υδραίους ότι θα τους δώσει το ταχύτερο ό,τι βοήθεια ήταν αναγκαία, με κάθε μέσο. Ο Κυβερνήτης επέστρεψε στην Αίγινα στις 29 Απριλίου αλλά παρέμεινε πάνω στη ρωσική φρεγάτα. Από εκεί έστελνε εντολές με μεγάλο αριθμό πλοιαρίων στους διοικητές και τις κοινότητες της ελληνικής επικράτειας. Γαλλικά και βρετανικά πλοία βοήθησαν στην αυστηρή εφαρμογή της θαλάσσιας υγειονομικής ζώνης. Ο Κυβερνήτης αποβιβάστηκε στην Αίγινα την 1η Μαΐου και κατέλυσε στην αγροικία του Δημητρίου Βούλγαρη στον κόλπο της Περιβόλας, μια τοποθεσία με ιδιαίτερα υγιεινό κλίμα. Την ίδια ημέρα έστειλε στις Σπέτσες και την Ύδρα δύο πλοία με τρόφιμα και χρήματα για να εξασφαλιστεί η βασική διατροφή για τους φτωχότερους κατοίκους των δύο νησιών. Διόρισε τον αδελφό του, Βιάρο Καποδίστρια, Έκτακτο Επίτροπο της Υγείας για την Ύδρα. Ο Βιάρος αναχώρησε αμέσως μαζί με τον γιατρό Νικόλαο Καλογερόπουλο. Έλαβε πολύ αυστηρά μέτρα που παρέλυσαν το εμπόριο και οδήγησαν στην πρώτη σύγκρουση Υδραίων-Καποδίστρια.

Στις 3 Μαΐου η Κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι στην Πελοπόννησο, στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα και τη Σύρο δεν έχει εμφανιστεί κανένα κρούσμα. Την ίδια ημέρα η κυβέρνηση έλαβε επιστολή των προκρίτων της Ύδρας σύμφωνα με την οποία από τις 23 Απριλίου και έπειτα κανένα νέο κρούσμα δεν εμφανίστηκε, κανείς ασθενής δεν πέθανε, επιβίωσαν όλοι όσοι νοσηλεύτηκαν σε καραντίνα. Στις 4 Μαΐου επέστρεψε ο Βιάρος Καποδίστριας από την Ύδρα επιβεβαιώνοντας τα παραπάνω. Κανένα νέο κρούσμα, κανένας θάνατος στην Ύδρα από 23 Απριλίου μέχρι 3 Μαΐου. Το ίδιο και στις Σπέτσες, σύμφωνα με επιστολές του Ιωάννη Κωλέττη από εκεί. Στις 5 Μαΐου η Κυβέρνηση αποφάσισε να διατηρήσει τα υγειονομικά μέτρα προφύλαξης για αόριστο χρόνο, τηρώντας τα με μεγάλη αυστηρότητα, ιδιαίτερα στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ των δύο νησιών και της Πελοποννήσου.

Όμως η αρρώστια έπληξε μετά τη Μεθώνη και άλλα μέρη που βρίσκονταν ακόμα υπό αιγυπτιακό έλεγχο (όπως ο Πύργος Ηλείας). Ταυτόχρονα παρουσιάστηκαν κρούσματα στη Σαλαμίνα, τα Μέγαρα, τον Πόρο και την Χαλκίδα αλλά με αυστηρά μέτρα περιορίστηκαν αμέσως. Στις αρχές Αυγούστου ο Κυβερνήτης ανακοίνωσε την άρση των μέτρων και πέρασε το Ψήφισμα 15. Στα μέσα Δεκεμβρίου, όμως, η ασθένεια έπληξε την Αχαΐα, ξεκινώντας από τα Καλάβρυτα. Τον αποκλεισμό της περιοχής επέβαλε ο Κυβερνήτης με τη βοήθεια του γαλλικού στρατιωτικού σώματος, υπό τον στρατηγό Νικόλαο-Ιωσήφ Μαιζών. Τον επόμενο χρόνο, το 1829, τα κρούσματα ήταν ελάχιστα και περιορίστηκαν ακαριαία. Στον περιορισμό της επιδημίας συνέβαλλε καθοριστικά ένας φιλελεύθερος φιλέλληνας που είχε φτάσει ένα χρόνο νωρίτερα στην Ελλάδα, o ελβετός γιατρός Louis-André Gosse (1791-1873) από τη Γενεύη.

Πηγή: Protagon.gr

Η Καλαμάτα (1100π.Χ.-…)

Η Καλαμάτα είναι πόλη της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου, πρωτεύουσα του Νομού Μεσσηνίας και λιμάνι της νότιας ηπειρωτικής Ελλάδας. Η Καλαμάτα έχει πληθυσμό 54.100 κατοίκους, ενώ ο Δήμος Καλαμάτας έχει πληθυσμό 69.849 κατοίκους, σύμφωνα με την Απογραφή του 2011. Η πόλη είναι κτισμένη στους πρόποδες του όρους Καλάθι (παρυφή του Ταϋγέτου), στην καρδιά του Μεσσηνιακού κόλπου. Απέχει 223 χιλιόμετρα από την Αθήνα, 215 χλμ. από την Πάτρα και 715 χλμ. από τη Θεσσαλονίκη. Έχει εύκρατο μεσογειακό κλίμα, με ήπιους χειμώνες και ζεστά καλοκαίρια. Καθημερινά στο ευρύτερο αστικό κέντρο της Καλαμάτας έρχονται και εργάζονται πάνω από 50.000 άνθρωποι από τις διπλανές πόλεις Μεσσήνη, Θουρία, Μελιγαλά, Άρι κ.α. Ο Νικόλαος Πολίτης, Καλαματιανός ο ίδιος, αναφέρει ότι η Καλαμάτα πήρε το όνομα της από την Παναγία Καλομάτα. Το όνομα αυτό ήταν ήδη γνωστό από την εποχή της φραγκοκρατίας.

Η Καλαμάτα

Η ιστορία της Καλαμάτας

Στη θέση της σημερινής Καλαμάτας, και συγκεκριμένα στην περιοχή του φρουρίου της, τοποθετείται από τους μελετητές η αρχαία πόλη Φαραί, που από τον Όμηρο ονομάζεται Φηρή και ήταν «καλόχτιστη», μία από τις «επτά πεντάμορφες πολιτείες», που ήταν «όλες στο γιαλό, στο σύνορο της αμμουδάτης Πύλου και μέσα ζούνε πολυπρόβατοι και πολυγελαδάροι νοικοκυραίοι», σύμφωνα με τον Όμηρο.

Στο τέλος του 4ου αιώνα π.Χ., σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, κατά τη διάρκεια του Κορινθιακού πολέμου ο Πέρσης Φαρνάβαζος με τον Αθηναίο ναύαρχο Κόνωνα, έχοντας αποκτήσει τον έλεγχο στο Αιγαίο, έφτασε στη Λακεδαίμονα από τη Μήλο και «καταπλεύσας εις Φεράς εδήωσε ταύτην την πόλιν».

Μετά τη δήωση των Φαρών σιωπή καλύπτει την ιστορία της περιοχής ως τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Από το 10ο ως το 12ο αιώνα ανεγείρονται οι ναοί των Αγίων Αποστόλων στην Καλαμάτα, του Αγίου Γεωργίου στο Βλαχόπουλο, του Ταξιάρχη στην Πολίχνη, του Αγίου Βασιλείου στο Πανιπέρι, της Παναγίας της Γριβιτσιανής στο Χωματερό, του Αγίου Νικολάου στην Αίπεια, που ενισχύουν την άποψη, κατά την οποία ήδη από τον όγδοο αιώνα είχε αρχίσει η πληθυσμιακή και οικονομική ανάπτυξη του τόπου.

Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204 και τη διανομή των εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στους Φράγκους και τους Βενετούς, την Πελοπόννησο κατέλαβαν ο Γουλιέλμος Σαμπλίτης και ο Γοδεφρείδος Βιλεαρδουίνος, αμφότεροι από την Καμπανία, παρά την ηρωική αντίσταση του Λέοντος Σγουρού κυρίως στον Ακροκόρινθο και το Ναύπλιο.

Οι Φράγκοι στη συνέχεια κατέλαβαν τη βορειοδυτική και δυτική Πελοπόννησο. Το 1205 ο πάπας Ιννοκέντριο Γ’ ονόμασε τον Σαμπλίτη «Ηγεμόνα της Αχαΐας» και η Πελοπόννησος εκτός από λίγα κάστρα αποτέλεσε το Φράγκικο πριγκιπάτο. Μετά το θάνατο του, το 1209, τον διαδέχθηκε ο Βιλεαρδουίνος, που ονομάστηκε «Ηγεμόνας του πριγκιπάτου της Αχαΐας»: αναγνώρισε την κυριαρχία των Βενετών στη Μεθώνη και την Κορώνη, επιδόθηκε στην επέκταση και την οργάνωση του πριγκιπάτου σε ολόκληρη την Πελοπόννησο, που διαιρέθηκε σε δώδεκα βαρονίες, μία από τις οποίες ήταν η βαρονία της Καλαμάτας και οχύρωσε σημαντικές θέσεις τα κάστρα των οποίων σώζονται μέχρι σήμερα.

Η ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Βυζαντινούς το 1261 υπήρξε καθοριστική για τη συρρίκνωση του πριγκιπάτου. Ο Γουλιέλμος Βιλεαρδουίνος, που το 1259 είχε συμμετάσχει σε επιχειρήσεις εναντίον του Μιχαήλ Παλαιολόγου στην Πελαγονία -περιοχή της Μακεδονίας- και είχε συλληφθεί αιχμάλωτος, απελευθερώθηκε υπό τον όρο να παραδώσει στους Βυζαντινούς τέσσερα κάστρα (Μυστρά, Μονεμβασίας, Γερακιού και Μάνης).

Το Φράγκικο πριγκιπάτο εν τούτοις ήταν ισχυρό ως το 1348, όταν ο αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ’ Κατακουζηνός ανέθεσε στο γιο του Μανουήλ τη διοίκηση των Βυζαντινών κτήσεων της Πελοποννήσου. Από το χρόνο αυτό μπήκαν τα θεμέλια του Δεσποτάτου του Μορέως, με έδρα το Μυστρά και τα όρια του επεκτάθηκαν σχεδόν σε ολόκληρη την Πελοπόννησο.

Κατά την παλαιολόγεια περίοδο το Δεσποτάτο, παρά τους κλυδωνισμούς που αντιμετώπισε, οργανώθηκε διοικητικά και στρατιωτικά και υπήρξε το σημαντικότερο πνευματικό κέντρο του υστεροβυζαντινού Ελληνισμού. Την εποχή αυτή και η Καλαμάτα σε καίρια θέση στο μυχό του Μεσσηνιακού κόλπου, άρχισε να αναπτύσσεται, την ανάπτυξη της όμως ανέκοψε η κατάληψη της και η καταστροφή του κάστρου της από τον Μωάμεθ το 1470 κατά τη διάρκεια του πρώτου Βενετοτουρκικού πολέμου. Θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων έγινε η Καλαμάτα,και στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα κατά τους Βενετοτουρκικούς πολέμους.

Οι Βενετοί για να δημιουργήσουν αντιπερισπασμό στους Τούρκους, που επιχειρούσαν την κατάληψη της Κρήτης, δέχτηκαν την πρόταση των Μανιατών για την απελευθέρωση της Πελοποννήσου με τη βοήθεια των Ελλήνων.

Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι με ισχυρές δυνάμεις πεζικού και ιππικού αποβιβάστηκε στην περιοχή της Καλαμάτας και πραγματοποίησε επίθεση εναντίον της πόλης που εγκαταλείφθηκε από την τουρκική φρουρά και από τους Έλληνες κατοίκους της και στη συνέχεια πυρπολήθηκε. Η τουρκοκρατία συνεχίστηκε στην Πελοπόννησο ως το 1685, οπότε περιήλθε στους Βενετούς, στις οποίες παρέμεινε επί τριάντα χρόνια.

Η περιοχή της Καλαμάτας αποτελούσε, κατά τη δεύτερη Βενετοκρατία, μία από τις δεκαέξι διοικητικές περιφέρειες και την ίδια περίπου διαίρεση της Πελοποννήσου βρίσκουμε μετά την ανάκτηση τους από τους Τούρκους. Από τα είκοσι ή εικοσιτέσσερα βιλαέτια της Πελοποννήσου, αυτό της Καλαμάτας ήταν το πιο πυκνοκατοικημένο. Αυτό αποδίδεται στην απουσία ορεινής ενδοχώρας. Η πόλη είχε μόνο 1.362 κατοίκους το 1700, στο βιλαέτι όμως υπήρχαν περισσότεροι οικισμοί από όσους σε άλλες περιοχές.

Παρά την αισθητή μείωση του πληθυσμού κατά την τρομερή πανώλη του 1717-1718 η Καλαμάτα από τα μέσα του 18ου αιώνα ως την Ελληνική Επανάσταση αναπτύχθηκε και έγινε ένα από τα πιο ανθηρά εμπορικά κέντρα της Πελοποννήσου και. Ο πληθυσμός της διπλασιάστηκε και από το λιμάνι της εξάγονταν στη Σμύρνη, στην Κωνσταντινούπολη, στην Αλεξάνδρεια, στην Ιταλία και τη Μασσαλία αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα (λάδι, βαμβάκι, μετάξι, ξηρά σύκα, δέρματα, μαλλιά, τυρί). Ιδιαίτερη ακμή σημειώθηκε στην τοπική βιοτεχνία, κυρίως στη βυρσοδεψία, στη σαπωνοποιία και στη μεταξουργία και τα μεταξωτά υφάσματα, ιδίως τα μαντήλια ήταν περιζήτητα.

Οι Γάλλοι είχαν ιδρύσει υποκαταστήματα των εμπορικών τους οίκων στην Καλαμάτα και το 1721 υποπροξενείο. Ενώ οι Σκλαβούνοι έμποροι από τις Δαλματικές ακτές το τελευταίο τέταρτο του αιώνα εξασφάλισαν το αποκλειστικό εμπόριο λαδιού της περιοχής και την ίδια περίοδο οι Δουλτσινιώτες πραγματοποιούσαν μεταφορές αγροτικών προϊόντων από τα μεσσηνιακά λιμάνια.

Η εξέγερση της Πελοποννήσου κατά τα Ορλωφικά (1770-1774), στα οποία διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο η Καλαμάτα και η Μάνη με επικεφαλής τον πλούσιο έμπορο και πρόκριτο της πόλης Παναγιώτη Μπενάκη και οι καταστροφές που ακολούθησαν μετά την εγκατάλειψη του αγώνα από τους Ρώσους από αλβανικές ορδές υπήρξαν βαρύ πλήγμα για την πόλη και για την περιοχή της. Πολλοί κάτοικοι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν και να καταφύγουν στα Επτάνησα , σε νησιά του Αιγαίου και στα παράλια της Σμύρνης. Χωριά λεηλατήθηκαν, πεδιάδες έμειναν ακαλλιέργητες και το πολυσύχναστο προηγουμένων λιμάνι της Καλαμάτας νεκρώθηκε. Μόνο μετά το 1779, όταν ο καπουδάν πασάς Χασάν εκκαθάρισε την Πελοπόννησο από τους Αλβανούς, που καταπίεζαν και τους Τούρκους, άρχισε η νέα περίοδος της οικονομικής δραστηριότητας της πόλης.

Η Καλαμάτα με την «εμπορική αριστοκρατία» της, με την κοινοτική της οργάνωση και με την πικρή εμπειρία από τη δοκιμασία των Ορλωφικών ήταν έτοιμη για τον Αγώνα του 1821. Η Καλαμάτα ήταν η πρώτη πόλη που απελευθερώθηκε από τους Τούρκους κατά την Ελληνική Επανάσταση (23 Μαρτίου 1821). Πρωταγωνιστικό ρόλο στην απελευθέρωση της έπαιξε ο Γρηγόριος Δικαίος-Παπαφλέσσας.

Η Καλαμάτα και οι αδελφές της

Η Καλαμάτα έχει αδελφοποιηθεί με τις παρακάτω πόλεις:

  • Αμιούν, Λίβανος
  • Αγλαντζιά, Κύπρος
  • Μπιζέρτα, Τυνησία
  • Σιάν, Κίνα

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Καλαμάτα

Πηγή: http://www.enet.gr

Οι Μαυρομιχάληδες

Οι Μαυρομιχάληδες ήταν οικογένεια Μανιατών, που, αν και απόγονοι ενός «μαύρου», έφτασαν να γίνουν πρώτοι ανάμεσα στους Τούρκους και τους Έλληνες την εποχή της Τουρκοκρατίας.

Οι Μαυρομιχάληδες
Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης

Οι πρώτοι Μαυρομιχάληδες

Για τους Μανιάτες το ορφανό και από τους δύο γονείς είναι το «μαύρο». Το «μαύρο», ο Μιχαήλ, καταγόταν από Βυζαντινή οικογένεια που γύρω στα 1340 κατέβηκε στην Πελοπόννησο και εγκαταστάθηκε στο Τσίμοβο. Το «μαύρο», ο Μιχαήλ, επέζησε. Μεγάλωσε και έγινε ο Μαύρος Μιχαήλ, ο Μαυρομιχάλης, κατά το Νικόλαο Σαρίπολο, τον συντάκτη της διακήρυξης με την οποία ο Όθων έγινε έκπτωτος.

Ο πρώτος εκείνος Μαυρομιχάλης πολλά αγόρια, ένα από τα οποία έγινε έξαρχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στη Μάνη. Εκείνου ο γιος, ο Γεώργιος, μετακόμισε στην Κορώνη όπου γνωρίστηκε με κάποιον σπουδαίο Οθωμανό. Αργότερα, ο Οθωμανός έγινε Μεγάλος Βεζύρης και κάλεσε τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, του έδωσε το αξίωμα του καπετάνιου της «καπετανίας» της Μάνης, διοικητική διαίρεση που υπήρχε και στα χρόνια των Βενετσιάνων. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης απέκτησε προνόμιο να εξοπλίζει πλοία για να μπορεί να αμύνεται κατά των πειρατών. Η γυναίκα του ήταν πολύ όμορφη. Οι ντόπιοι την έλεγαν νεράιδα. Ήταν επιβάτις σε ξένο πλοίο και για άγνωστο λόγο ο καπετάνιος του πλοίου την έβγαλε σε ένα μανιάτικο ακρογιάλι. Την είδε ο Μαυρομιχάλης, τη ερωτεύτηκε και την παντρεύτηκε. Γιοι τους ήταν ο Ιωάννης, που τον αποκαλούσαν Σκυλογιάννη και ο Πιέρος, ο πατέρας του Πετρόμπεη.

Ο Σκυλογιάννης ήταν αυτός που αμύνθηκε στη Μεσσήνη, όταν οι Τούρκοι του Χατζή Οσμάν κυνηγούσαν τους Έλληνες στα Ορλωφικά. Έπεσε στη μάχη μαζί με τους γιους του εκτός από έναν που πιάστηκε αιχμάλωτος. Ο τελευταίος έγινε μωαμεθανός και βρέθηκε να είναι είναι βαλής (νομάρχης) στα νησιά του Αιγαίου, με το όνομα Σιουκιούρ Μπέης.

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης

Ο Πέτρος Μαυρομιχάλης γεννήθηκε το 1765. Νεαρός ακόμα διακρινόταν για την ικανότητα του να επιβάλλεται στον περίγυρο. Κι αυτήν την ικανότητα χρησιμοποιούσε πολλές φορές για να καταπραΰνει τα πάθη και τις έχθρες των οικογενειών της Μάνης. Στα 1800, όταν πέθανε ο πατέρας του, συγκαταλεγόταν ανάμεσα στους ισχυρούς της πόλης.

Προηγουμένως, είχε έρθει σε επαφή με τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη και να του ζητήσει να βοηθήσει τους Έλληνες να αποτινάξουν τον τουρκικό ζυγό. Ήταν όταν οι Γάλλοι κατέλυσαν τη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας και απέκτησαν τα νησιά του Αιγαίου πελάγους. Ο Ναπολέων είχε άλλα σχέδια. Του ζήτησε να τον ακολουθήσει την εκστρατεία στην Αίγυπτο και μετά θα έβλεπαν τι θα έκαναν.

Ο Πέτρος Μαυρομιχάλης του αρνήθηκε. Ο Ναπολέων τον έστειλε να συνεννοηθεί με τον στρατηγό Ντανζελότ, διοικητή της Κέρκυρας. Τα γεγονότα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Οι Γάλλοι αποχώρησαν από τα Ιόνια νησιά και ο Πέτρος Μαυρομιχάλης πέρασε στο Δυρράχιο και από εκεί στην Κωνσταντινούπολη. Κατέβηκε, μετά, στη Μάνη. Την βρήκε να σπαράζεται από τον πόλεμο των οικογενειών. Και ο Πέτρος βρέθηκε στο επίκεντρο της διαμάχης. Τον κατηγόρησαν στους Τούρκους ότι αυτός έφταιγε για την όλη κακή κατάσταση.

Το 1814, έφτασαν στη Μάνη μερικά τουρκικά πλοία. Ο επικεφαλής τους εξήγησε ότι είχε αποστολή να διερευνήσει τις κατηγορίες. Οι εχθροί του Πέτρου αναθάρρησαν. Ο επικεφαλής τον κάλεσε στο πλοίο για ανάκριση. Ο Πέτρος πήγε. Δεν είναι γνωστό τι ειπώθηκε. Όμως, ο Πέτρος έφυγε ελεύθερος. Ο επικεφαλής των Τούρκων τον ακολούθησε στον πύργο των Μαυρομιχάληδων, μπήκε μέσα μόνος και επισκέφθηκε τη μάνα του Πέτρου: της φίλησε το χέρι και αποχώρησε.

Δύο χρόνια αργότερα ξαναφάνηκε στη Μάνη. Αυτή τη φορά έφερνε το διορισμό του Πέτρου ως ηγεμόνα της Μάνης. Στο εξής, ήταν ο πανίσχυρος Πετρόμπεης. Οι εχθροί του έμαθαν ότι ο «Τούρκος», που είχε διεξαγάγει τις ανακρίσεις και αντί να συλλάβει τον Πέτρο τον έκανε μπέη, δεν ήταν άλλος από τον Σιουκιούρ Μπέη, το γιο του Σκυλογιάννη και πρώτο ξάδελφο του «κατηγορουμένου».

Ο Πετρόμπεης δεν έμεινε αργός. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο σταμάτησε τη βεντέτα ανάμεσα στις μανιάτικες οικογένειες, προσέφερε ασφάλεια στους κατοίκους της Μάνης, καταπολέμησε την πειρατεία και σχεδόν ανάγκασε το πληθυσμό να ασχοληθεί με ειρηνικές εργασίες. Στα 1818 τον επισκέφτηκε ο Φιλικός Χρυσοσπάθης. Ο Πετρόμπεης ασπάσθηκε τους σκοπούς της Φιλικής Εταιρείας και προσέφερε χίλια γρόσια.

Την ίδια χρονιά στη Μάνη έφτασε ο Χριστόφορος Περραιβός, συνταγματάρχης του ρωσικού στρατού και μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Μαζί το έφερνε συμφωνητικό συμφιλίωσης και τριών και πιο σπουδαίων οικογενειών της Μάνης, Μαυρομιχάληδες, Γρηγοράκηδες, Τρουπάκηδες. Το υπέγραψαν.

Την ίδια χρονιά ο Πετρόμπεη έστειλε στην Πετρούπολη τον Κυριάκο Καμαρινό να μάθει από τον υπουργό των εξωτερικών του τσάρου, Ιωάννη Καποδίστρια, αν στ’ αλήθεια η Ρωσία θα βοηθούσε μια ελληνική επανάσταση. Ο Καμαρινός γύρισε φέρνοντας μακροσκελή επιστολή του Καποδιστρια, με ημερομηνία 3 Αυγούστου 1819. Ο Καποδίστριας εξηγούσε στον Πετρόμπεη ότι ο τσάρος ήταν βαθιά προσηλωμένος στην Ιερή Συμμαχία και μάλλον θα πολεμούσε μαι επανάσταση παρά θα την στήριζε. Και τον απέτρεπε από οποιαδήποτε ανάλογη κίνηση. Μόνο που η επιστολή αυτή δεν έφτασε ποτέ στα χέρια του Πετρόμπεη.

Ο Καμαρινός σκοτώθηκε στο γυρισμό και η ύπαρξη της επιστολής έγινε γνωστή χρόνια μετά, όταν δημοσιεύτηκαν τα αρχεία της Πετρούπολης. Αντίθετα, ο Πετρόμπεης πήρε επιστολή από τον πατριάρχη Γρηγόριο Ε’ σε απάντηση δικής του, που έστειλε στην «Ανώτατη Αρχή» της Φιλικής Εταιρείας χωρίς να ξέρει ποια ήταν αυτή. Ακολούθησε και επιστολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Ο Πετρόμπεης πείστηκε ότι ήταν σοβαρή κίνηση και όχι σαν αυτή των Ορλώφ.

Στα 1821, ήταν μαζί με εκείνους που πήραν την Καλαμάτα. Και έγινε μοχλός για τη σύσταση της Μεσσηνιακής Γερουσίας που απηύθυνε την πρώτη επίσημη ανακοίνωση προς τους ξένους ότι οι Έλληνες επαναστάτησαν.

Το 1830 ξέσπασε επανάσταση στην Πελοπόννησο εναντίον του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, με πρωτεργάτη τον αδελφό του Πετρόμπεη, Τζανή. Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης προσπάθησε να διαφύγει στη Ζάκυνθο, αλλά συνελήφθη και φυλακίστηκε. Ένα χρόνο μετά την δολοφονία του Κυβερνήτη, μετά από πρωτοβουλία του Αυγουστίνου Καποδίστρια, ο Πετρόμπεης αποφυλακίστηκε.

Προς το τέλος της ζωής του τιμήθηκε από την Αντιβασιλεία, λαμβάνοντας διάφορα αξιώματα, όπως του αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του γερουσιαστή και του αντιστρατήγου. Πέθανε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 1848.

Οι Μαυρομιχάληδες και η στατιστική

Σύμφωνα με τη στατιστική της Επανάστασης ήταν 49 οι Μαυρομιχάληδες που έπεσαν στον Αγώνα. Η ιστορία, όμως, καταγράφει δύο Μαυρομιχάληδες που δολοφόνησαν τον Ιωάννη Καποδίστρια. Καθώς και άλλους που με τους πολιτικούς τους αγώνες προσπάθησαν να ελέγξουν την μετεπαναστατική Ελλάδα.

Η Ασίνη Αργολίδας

Η Ασίνη Αργολίδας είναι η πόλη η οποία χτίστηκε από τους Δρύοπες. Οι Δρύοπες (=αυτοί που ζουν στα δάση) έφτασαν στον ελλαδικό χώρο το 3.000 π.Χ. κι έστησαν τους καταυλισμούς τους στην κοιλάδα του Σπερχειού ποταμού. Στα 1.600 π.Χ. υπήρχαν ακόμη νησίδες τους. Αργότερα, κατέβηκαν νοτιότερα.

Η Ασίνη Αργολίδας
Η ακρόπολη της Ασίνης

Στην Αργολίδα, 7 χλμ νοτιοανατολικά του Ναυπλίου, κοντά στο Τολό και ακριβώς στην άκρη της παραλίας του, έκτισαν την πόλη Ασίνη. Ο Όμηρος της αφιερώνει μόνο δύο λέξεις «Ασίνην τε» («και την Ασίνη») στον κατάλογο των νεών. Η αναφορά γίνεται για να δηλωθούν ποιοι υπήκοοι του Άργους μετείχαν στον Τρωικό πόλεμο υπό τον γενικό αρχηγό Διομήδη με τα 80 «μαύρα καράβια του».

Στα 740 π.Χ. ξέσπασε πόλεμος μεταξύ Λακεδαιμονίων και Αργείων. Οι κάτοικοι της Ασίνης ήταν σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων. Όταν οι Σπαρτιάτες σταμάτησαν τις εχθροπραξίες και επέστρεψαν στη Σπάρτη, οι Αργείοι την κυρίευσαν, την ξεθεμελίωσαν και έδιωξαν από εκεί τους κατοίκους της. Οι Ασίνιοι βρήκαν καταφύγιο στη Μεσσηνία, όπου έχτισαν νέα Ασίνη (εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η Κορώνη).

Αρχές 1ου αιώνα μ.Χ. ο Στράβων αντικρίζει ένα μικρό χωριό όταν επισκέπτεται την περιοχή. Το 2ο αιώνα μ.Χ., ο Παυσανίας βρίσκει μόνο ερείπια. Τον 4ο και 5ο αιώνα μ.Χ., πάνω από το σημερινό Τολό, δημιουργήθηκε χωριό που ονομάστηκε Ασίνη, σε ανάμνηση της αρχαίας πόλης. Στην παραλία, οι ανασκαφές αποκάλυψαν σημαντικά ίχνη της πόλης, ενώ στην κορυφή του απότομου βράχου υψώνεται ό,τι έχει απομείνει από το κάστρο της (τμήματα του περιβόλου της ακρόπολης, ελληνιστικοί πύργοι, μεσαιωνικές προσθήκες).

Στα 1936 ο Γιώργος Σεφέρης πέρασε το καλοκαίρι του στην περιοχή. Πέρασε και το 1937 και το 1938. Στις περιπλανήσεις του τον απασχολούσε «Ο βασιλιάς της Ασίνης» και η μοναδική λέξη που της αφιέρωσε ο Όμηρος. Άρχισε να γράφει το ποίημα του στα 1938, στην Ασίνη, και το ολοκλήρωσε στα 1940, στην Αθήνα. Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα», στις 27 Ιουλίου 1940 και εντάχθηκε στη συλλογή «Ημερολόγιο καταστρώματος Α’» που εκδόθηκε στην ίδια χρονιά.

Σήμερα η Ασίνη είναι ένα γραφικό χωριό του νομού Αργολίδας με 1.200 περίπου κατοίκους. Οι κατοικίες του είναι παραδοσιακές, χτισμένες ανάμεσα σε πλούσιους πορτοκαλεώνες, ελαιώνες και μεγάλες εκτάσεις με μανταρίνια, κηπευτικά και δημητριακά.

Ο Πύργος (περίπου 1.000π.Χ.-…)

Ο Πύργος είναι πόλη της βορειοδυτικής Πελοποννήσου, η οποία αποτελεί πρωτεύουσα του Νομού Ηλείας, καθώς και έδρα του Δήμου Πύργου. Κατά την εθνική απογραφή του 2011 βρέθηκε να είχε πληθυσμό 24.359 κατοίκους. Η πόλη του Πύργου απέχει 308 χλμ. από την Αθήνα μέσω Πάτρας και 293 χλμ. μέσω Τρίπολης, 20 χλμ. από την Αρχαία Ολυμπία και 13 χλμ. από το Κατάκολο, που θεωρείται το επίνειό του.

Αποτελεί το διοικητικό και εμπορικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής και την έδρα του Δήμου Πύργου, με τον συνολικό πληθυσμό του Δήμου σύμφωνα με την εθνική απογραφή του 2011 να ανέρχεται στους 47.995 κατοίκους.

Ο Πύργος

Το Δυσπόντιο ή ο Πύργος

Στον ίδιο χώρο που βρίσκεται ο Πύργος σήμερα, τοποθετείται η Αρχαία πόλη Δυσπόντιο. Στα περίχωρα του Πύργου ήταν η αρχαία πόλη Λέτρινα, απ’ όπου είχε πάρει και την ονομασία του σαν Δήμος Λετρίνων μέχρι την δεκαετία του 1980. Η ονομασία της πόλης προέρχεται από τον πύργο που είχε κατασκευάσει, το 1512, στην θέση του Επαρχείου ο Μπέης της ευρύτερης περιοχής Γεώργιος Τσερνωτάς.

Κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας ο Πύργος ήταν ένας ενδιάμεσος σταθμός των διερχόμενων εμπόρων που πήγαιναν προς τη Ζάκυνθο. Διάφορες πηγές κάνουν λόγο για πόλη 5000 κατοίκων. Με την κάθοδο των Λαλαίων επικράτησε οριστικά το τοπωνύμιο «Πύργος». Ποτέ πριν το 1778, όποτε και υπάρχουν επίσημα έγγραφα και συμφωνητικά του Γεώργιου Αυγερινού, η ιστορία δεν αναφέρει το όνομα «Πύργος».

Ο Πύργος επί Τουρκοκρατίας

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ο Πύργος είχε ειδική μεταχείριση λόγω των φορολογικών προνομίων των οποίων είχε καταφέρει να κερδίσει ο προεστός Γεώργιος Αυγερινός. Η πόλη του Πύργου είχε εξαιρετική σημασία για τους Τούρκους γιατί χρησιμοποιούσαν διαφόρους Έλληνες διερμηνείς για να αναπτύξουν τις εμπορικές τους δραστηριότητες. Στον Πύργο δεν κατοικούσαν Τούρκοι εκτός από τον Ζαπίτη και μερικές τούρκικες οικογένειες που τον πλαισίωναν. Οι πρώτοιοικιστές ήταν οι Βιλαεταίοι και οι Άχολοι. Αργότερα ήρθαν νεότεροι οικιστές, από τα Κρέστενα οι Κρεστενίτες, από τη Δίβρη οι Στεφανόπουλοι, οι Βεργαίοι, οι Θεοδωρίδηδες, οι Ψημεναίοι, οι Σωτηρόπουλοι, οι Πιεραίοι και απτό α Καλάβρυτα οι Δημακόπουλοι και οι Θεοχαρόπουλοι.

Κατά τη διάρκεια των Ορλοφικών υπήρξαν μεμονωμένες εξεγέρσεις με αποτέλεσμα οι Τούρκοι να αρχίσουν να εμπιστεύονται ακόμα περισσότερο τους προεστούς. Την παραμονή όμως της Επανάστασης του 1821 ήταν φανερό ότι υπήρχε ανησυχία μεταξύ των Ελλήνων. Παρόλα αυτά το πλαίσιο εμπιστοσύνης το οποίο είχαν δημιουργήσει οι Έλληνες προεστοί με τους Αγάδες δεν επέτρεψε στους Τούρκους να πληροφορηθούν σχετικά με τις προθέσεις των Ελλήνων.

Αξίζει να αναφερθούν οι σπουδαιότεροι προεστοί που έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην οργάνωση της τοπικής κοινωνίας κατά την Προεπαναστατική περίοδο όπως οι: Α. Γκίκας, Μ. Γιαννόπουλος, Στ. Μανωλόπουλος, Ι. Μιχαηλ, Α. Αυγερινός, Δ. Διάκος, Γ. Μήτζου, Λ. Κρεστενίτης, Άχολος, Χ. Βιλαέτης, Α. Σταϊκόπουλος και Α. Φωτόπουλος.

Η Επανάσταση του Πύργου

Οι κάτοικοι του Πύργου ήταν από τους πρώτους που κήρυξαν τον πόλεμο εναντίον των Τούρκων. Στις 29 Μαρτίου ο οπλαρχηγός του Πύργου, Χαράλαμπος Βιλαέτης, ύψωσε την Ελληνική σημαία και ξεσήκωσε τους κατοίκους σε εξέγερση κατά των Τούρκων.

Ο Πύργος την κρίσιμη στιγμή δεν βρέθηκε απροετοίμαστος αφού πολλοί γόνοι σπουδαίων οικογενειών του Πύργου είχαν μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία με σκοπό την προετοιμασία της Επανάστασης. Η πόλη γνώρισε μια μεγάλη καταστροφή τον Νοέμβριο του 1825 όταν ο Ιμπραήμ με τον στρατό του βάδισε εναντίον του ανοχύρωτου Πύργου. Ο στρατηγός Κολιόπουλος, ο οποίος είχε επιφορτιστεί με την προστασία της πόλης δεν κατάφερε να φτάσει εγκαίρως με τον στρατό του με αποτέλεσμα την ολοκληρωτική καταστροφή του Πύργου. Στις 11 Φεβρουαρίου του 1826 οι εχθροί με αρχηγό τον Ντελή Αχμέτ εισέβαλαν στον Πύργο και κατάσχεσαν όλα τα εφόδια και τα ζώα που βρήκαν.

Σπουδαίες μορφές του Πύργου είχαν αναλάβει την εκπροσώπηση του στις Εθνοσυνελεύσεις όπως οι: Παναγιώτης Άχολος, Αγαμέμνων Αυγερινός, Νικόλαος Βιλαέτης και Λυκούργος Κρεστενίτης. Επίσης η περιοχή του Πύργου είχε αναδείξει ηγετικές μορφές της Επανάστασης όπως: τον Πέτρο και Γεώργιο Μήτζου, τον Χαράλαμπο Βιλαέτη και τον Διονύσιο Διάκο.

Ειδική μνεία πρέπει να γίνει και για τον Μητροπολίτη Ώλενας, Φιλάρετο, ο οποίος στις παραμονές της έκρηξης της Επαναστάσεως συνελήφθη από τους Τούρκους και οδηγήθηκε στην Τρίπολη όπου και πέθανε με μαρτυρικό θάνατο.

Ο Καποδίστριας και ο Πύργος

Μετά την Επανάσταση ο Πύργος ορίστηκε πρωτεύουσα της Επαρχίας Ήλιδας. Πρώτος δήμαρχος του Πύργου διορίστηκε ο Συλλαϊδόπουλος. Ο πληθυσμός είχε αισθητά μειωθεί, ενώ ένα μεγάλο κομμάτι του το αποτελούσαν νησιώτες. Η γενική κατάσταση της πόλης ήταν φριχτή αφού υπήρχαν παντού γκρεμισμένα σπίτια. Γι’ αυτό το λόγο οι δημογέροντες του Πύργου στις 26 Ιουλίου του 1830 ζήτησαν την αποστολή αρχιτέκτονα για να συντάξει το σχέδιο της πόλης. Επίσης με συνοπτικές διαδικασίες κατασκευάστηκε ο Δημόσιος Οίκος με έξοδα της κυβέρνησης. Κατά την περίοδο της εξουσίας του Καποδίστρια πραγματοποιήθηκαν πολλές εξεγέρσεις με πρωταγωνιστές την οικογένεια Κρεστενίτη. Το αποκορύφωμα των επαναστατικών κινήσεων έφτασε όταν ο έκτακτος επίτροπος της Ηλείας, Αναγνωστόπουλος, συνέλαβε τον Λυκούργο Κρεστενίτη ως στασιαστή.

Τα φορολογικά του Πύργου

Ο Βασιλιάς Όθων επισκέφθηκε τον Πύργο 2 φορές κατά την βασιλεία του. Η πρώτη επίσκεψη πραγματοποιήθηκε στις 27 Οκτωβρίου 1833 και η δεύτερη, η οποία έγινε μαζί με την Αμαλία, στις 8 Μαΐου 1840. Οι αναταραχές και οι εξεγέρσεις δεν έλειψαν ούτε σε αυτή τη χρονική περίοδο. Το 1840 οι αγρότες εξεγέρθηκαν εναντίον του Βασιλιά με κύριο αίτημα την κατάργηση της φορολογίας των προϊόντων τους. Αν και το αίτημα φαίνεται ουτοπιστικό πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι μέχρι τότε οι κάτοικοι της Ηλείας δεν πλήρωναν φόρους γιατί είχαν ευνοϊκή μεταχείριση από τους Τούρκους Αγάδες. Παρόλα αυτά η κυβέρνηση κατέστειλε την εξέγερση με την αποστολή στρατιωτικού τάγματος στον Πύργο και την σύσταση έκτακτου στρατοδικείου με πρόεδρο τον Κ. Πίσσα.

Η δεύτερη χρονολογικά, και σημαντικότερη, εξέγερση συνέβη τον Μάιο του 1848 όταν ο Λύσανδρος Βιλαέτης κατέλαβε τον Πύργο με περίπου 80 οπαδούς του και κατέλυσε τις τοπικές αρχές. Η συμμετοχή του κόσμου ήταν περιορισμένη λόγω των αποτυχημένων εκβάσεων των προηγουμένων επαναστάσεων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη γρήγορη προέλαση του κυβερνητικού στρατού ο οποίος και κατέπνιξε το κίνημα. Ο ηγέτης της εξέγερσης στον Πύργο, Λύσανδρος Βιλαέτης, κατέφυγε με 11 οπαδούς του στη Αγγλοκρατούμενη Ζάκυνθο όπου ζήτησε ασυλία. Το 1849 δόθηκε αμνηστία στους αποστάτες. Την περίοδο 1851-1855 η ανάπτυξη της σταφίδας ήταν τόσο μεγάλη που η κυβέρνηση σύστησε Εφοριακό Γραφείο στον Πύργο έτσι ώστε οι φόροι από τα εισοδήματα των εμπόρων και των γεωργών να συλλέγονται ευκολότερα.

Το τραίνο του Πύργου

Στα τέλη του 19ου αιώνα ο Πύργος ακμάζει οικονομικά λόγω της σταφιδοπαραγωγής. Για την σύνδεση του Πύργου με το λιμάνι του Κατακώλου, κατασκευάζεται η δεύτερη σιδηροδρομική γραμμή της χώρας, στις 22 Σεπτεμβρίου 1878: η σιδηροδρομική γραμμή Πύργου – Κατακώλου (ΣΠΚ) είναι η πρώτη στην Ελλάδα εκτός Αθήνας και Αττικής και ταυτόχρονα αποτελεί τον πρώτο δημοτικό σιδηρόδρομο της χώρας. Η διαδικασία κατασκευής ξεκίνησε επί δημαρχίας Πέτρου Αυγερινού, ενώ καλείται ο μηχανικός Αλ Στρέιτ για να προϋπολογίσει το κόστος. Στις 13 Μαρτίου 1881, με το νόμο ΠΙΘ’ παρέχεται στο Δήμο Λετρίνων το δικαίωμα για την κατασκευή και την εκμετάλλευση για 60 χρόνια σιδηροδρομικής γραμμής πλάτους 1 μέτρου και μήκους 13 χιλιομέτρων, από τον Πύργο μέχρι το λιμάνι του Κατάκολου που αποτελεί επίνειό του. Τον Οκτώβριο 1881, γίνεται δημοπρασία και το έργο αναλαμβάνει η Γενική Πιστωτική Τράπεζα. Τον Ιανουάριο 1882 αρχίζει η κατασκευή της γραμμής. Το Νοέμβριο 1882 ολοκληρώνεται η κατασκευή της γραμμής.

Ο Πύργος κατά την περίοδο της Κατοχής

Στις 5 Μαΐου 1941 έφθασαν 700 Ιταλοί στρατιώτες στον Πύργο και εγκαταστάθηκαν στο 2ο Δημοτικό Σχολείο Πύργου ενώ μετέτρεψαν σε στάβλο το θέατρο «Απόλλων». Δήμαρχος, επί κατοχής, διορίστηκε ο Τάκης Βακαλόπουλος ενώ στη θέση του νομάρχη διορίστηκε ο Κονιωτάκης.

Η χρονιά 1943 ήταν καθοριστική για την ανάπτυξη της αντίστασης. Ο Αντώνιος Πολίτης αποχώρησε από τον Πύργο και συντάχθηκε με τους αντάρτες. Σημαντική βοήθεια στην αντίσταση πρόσφερε και ο Τάσης Καζάζης (ο μετέπειτα επίτιμος Δήμαρχος Πύργου) ο οποίος το 1943 διορίστηκε αναπληρωτής δήμαρχος αφού ο Τάκης Βακαλόπουλος για άγνωστους λόγους διέμενε στην Αθήνα. Η προσωπικότητα του απέτρεψε πολλές φορές τους Γερμανούς να προβούν σε εκτελέσεις.

Την 4η Σεπτεμβρίου 1944 το τελευταίο τμήμα του Γερμανικού στρατού αποχώρησε από τον Πύργο. Σημαντικός Πυργιώτης του αγώνα ήταν ο Μιλτιάδης Ιατρίδης, κυβερνήτης του θρυλικού υποβρυχίου Παπανικολής. Ο Δήμος Πύργου για να τον τιμήσει έστησε τον ανδριάντα του στην πλατεία Ιατρίδη.

Πηγή: https://www.cityofpyrgos.gr

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Πύργος_Ηλείας