Ιπποδάμεια και Ιππόδαμος

Με το όνομα «Ιπποδάμεια» αναφέρεται η κόρη του Οινόμαου, βασιλιά της Πίσας στην Ηλεία και της Στερόπης ή Ευρυθόης. Σύμφωνα με κάποιον χρησμό που δόθηκε στον Οινόμαο, όταν γεννήθηκε η κόρη του, θα σκοτωνόταν από αυτόν που θα την παντρευόταν.

Ιπποδάμεια και Ιππόδαμος
Ιπποδάμεια και Πέλοπας

Για να αποφύγει, λοιπόν, ο Οινόμαος να παντρέψει την κόρη του, είχε δηλώσει ότι θα την έπαιρνε όποιος τον νικούσε στις αρματοδρομίες, από το βωμό του Δία στην Ολυμπία ως τον βωμό του Ποσειδώνα στον Ισθμό της Κορίνθου. Έτσι κατάφερε να εξοντώσει 13 μνηστήρες. Αφού σκότωνε τους μνηστήρες ο Οινόμαος, κρεμούσε τα κεφάλια τους στο βωμό του Ποσειδώνα.

Ο δέκατος τέταρτος που ζήτησε να διαγωνιστεί ήταν ο Πέλοπας, ο γιος του Τάνταλου. Η Ιπποδάμεια τον ερωτεύτηκε και κατάφερε να πείσει τον ηνίοχο του πατέρα της να αφαιρέσει τη σφήνα από τον άξονα του ενός τροχού του αμαξιού του Οινόμαου, ώστε να σπάσει. Από την άλλη μεριά ο Ποσειδώνας που προστάτευε τον Πέλοπα, του χάρισε χρυσό άρμα με φτερωτά άλογα ακατανίκητα. Έτσι, ο Πέλοπας κατάφερε να νικήσει τον Οινόμαο, αλλά και να σκοτωθεί ο μελλοντικός πεθερός του, καθώς το άρμα του μόλις ξεκίνησε ανατράπηκε.

Με αυτόν τον τρόπο επαληθεύτηκε ο χρησμός και ο Πέλοπας παντρεύτηκε την Ιπποδάμεια και έγινε κυρίαρχος της περιοχής που πήρε το όνομα του, της Πελοποννήσου. Από τον γάμο του Πέλοπα και της Ιπποδάμειας γεννήθηκαν πολλά παιδιά. Πρώτα τη Νικίππη, που παντρεύτηκε το Σθένελο και γέννησε τον Ευρυσθέα και μετά τον Ατρέα, τον γενάρχη των Ατρειδών.

Άλλη «Ιπποδάμεια» ήταν η κόρη του Άδραστου και σύζυγος του Πειρίθοου, που ήταν βασιλιάς των Λαπιθών. Στον γάμο είχαν κληθεί πολλοί ήρωες. Ήταν καλεσμένος και ο Κένταυρος Εύρυτος ή Ευρυτίων, που όταν μέθυσε προσπάθησε να βιάσει την Ιπποδάμεια. Τότε οι Λαπίθες τον έδιωξαν, αφού του έκοψαν τη μύτη και τα αυτιά. Αργότερα, όμως, γύρισε πίσω με άλλους Κένταυρους και ακολούθησε η φοβερή σύγκρουση, όπου οι Λαπίθες με τη βοήθεια άλλων ηρώων σκότωσαν όλους τους Κενταύρους.

Άλλες κοπέλες με το όνομα «Ιπποδάμεια» ήταν

  • Η κόρη του Αγχίση, αδελφή του Αινεία και γυναίκα του Αλκάθοου.
  • Η κόρη του Φρίσου και μητέρα της Βρυσηίδας, που από αυτήν ξεκίνησε η έχθρα ανάμεσα στον Αγαμέμνονα και τον Αχιλλέα.
  • Η κόρη του Αμύντορα, βασιλιά του Ορμένιου και μητέρα του γενάρχη των Φοινίκων, Φοίνικα.
  • Δύο από τις κόρες του Δαναού, που σκότωσαν αντίστοιχα δύο γιους του Αίγυπτου, τον Ίστρο και τον Διοκορύστη.
  • Μία από τις υπηρέτριες της Πηνελόπης.

Με το όνομα «Ιππόδαμος» αναφέρεται από την παράδοση ένας από τους ηγέτες των Τρώων, γιος του περίφημου μάντη και ηγεμόνα της Περκώτης στον Ελλήσποντο, Μέροπα. Τον σκότωσε ο Οδυσσέας.

Ατρέας, ο γενάρχης των Ατρειδών

Ο Ατρέας ήταν ο γενάρχης της τραγικής οικογένειας των Ατρειδών. Ήταν γιος του Πέλοπα και της Ιπποδάμειας. Εγγονός του Τάνταλου. Είχε μοναδικό αδελφό τον Θυέστη. Η τραγωδία της οικογένειας των Ατρειδών αρχίζει σύμφωνα με την παράδοση από τα δύο αυτά αδέλφια.

Ατρέας, ο γενάρχης των Ατρειδών
Ο θησαυρός του Ατρέα, Μυκήνες

Ο Ατρέας παντρεύτηκε την Αερόπη, την κόρη του Κατρέα από την Κρήτη, εγγονή του Μίνωα. Απέκτησε δύο γιους, τον Αγαμέμνονα και τον Μενέλαο και μια κόρη την Αναξιβία, μητέρα του Πυλάδη. Ωστόσο, ο Πέλοπας, ο πατέρας του Ατρέα και του Θυέστη, είχε και έναν άλλο γιο, τον Χρύσιππο, που τον απέκτησε σε μεγάλη ηλικία από τη νύμφη Αξιόπη. Επειδή ο γερο-Πέλοπας αγαπούσε πολύ τον τελευταίο γιο του, οι Ατρέας και Θυέστης, παρακινημένοι από τη μητέρα τους Ιπποδάμεια, επειδή φοβήθηκαν ότι θα έχανα τα κληρονομικά τους δικαιώματα πάνω στην Πελοπόννησο, σκότωσαν το Χρύσιππο και τον έριξαν σε ένα πηγάδι. Το πρώτο αυτό έγκλημα θα οδηγήσει σε μια σειρά εγκλημάτων.

Ο Πέλοπας θύμωσε πολύ και τους έδιωξε από κοντά του. Τα δύο αδέλφια πήγαν τότε στις Μυκήνες, όπου βασίλευε ο αδελφός της μητέρας τους Σθένελος, ο πατέρας του Ευρυσθέα. Ο Σθένελος τους πρόσφερε καταφύγιο και μετά το θάνατο του Ευρυσθέα ο Ατρέας παντρεύτηκε την Αερόπη και έγινε βασιλιάς των Μυκηνών.

Ο Ατρέας μετά το θάνατο του Πέλοπα παίρνει στην κατοχή ολόκληρη την Πελοπόννησο και παραμερίζει τον Θυέστη, που τον κάνει βοσκό στα κοπάδια του. Αυτό έγινε γιατί ο Ατρέας είχε στην κατοχή του αρνί με το χρυσόμαλλο δέρμα (που ήταν σύμβολο της δύναμης του). Έτσι ο Θυέστης συνωμοτεί με τη γυναίκα του Ατρέα Αερόπη, γίνεται εραστής της και αυτή τον παρακινεί να κλέψουν το χρυσόμαλλο αρνί για να αφαιρέσουν την εξουσία από τον Ατρέα. Ο Ατρέας αποκαλύπτει τη συνωμοσία και καταδιώκει τη γυναίκα του Αερόπη, που πέφτει με το άλογο της στη θάλασσα από το Ταίναρο και πνίγεται, ενώ ο Θυέστης κρύβεται στα βουνά.

Ο Ατρέας κρατά αιχμάλωτους τους γιους του αδελφού του και τελικά τον καλεί λέγοντας του ότι τον συγχωρεί. Οργανώνει μάλιστα και συμπόσιο προς τιμήν του, όπου του δίνει να φάει τις σάρκες των γιων του που είχε στο μεταξύ σκοτώσει. Ο Θυέστης, όταν το μαθαίνει αυτό, τρελαίνεται. Μόνο ένας από τους γιους του Θυέστη γλύτωσε, ο Αίγισθος, που θα εκδικηθεί αργότερα το κακό που έκανε ο Ατρέας στην οικογένειας του ξελογιάζοντας την Κλυταιμήστρα και σκοτώνοντας μαζί της τον Αγαμέμνονα, όταν ο τελευταίος γύρισε από την Τροία.

Η Μυθολογία αναφέρει ότι ο Ήλιος, από τον αποτροπιασμό που ένιωσε για τα εγκλήματα της οικογένειας του Ατρέα, μια μέρα ανέτειλε από τη δύση.

Η Μονεμβασία ή το «ελληνικό Γιβραλτάρ»

Η Μονεμβασία είναι μια βραχώδης περιοχή κοντά στο νοτιότερο ακρωτήρι που συνδέεται με την ηπειρωτική χώρα με έναν πολύ στενό πορθμό, πάνω από τον οποίο χρειάστηκε κάποτε να κατασκευαστεί γέφυρα σε κάποιο σημείο του. Για να ακριβολογήσουμε η Μονεμβασία είναι ένα νησί μάλλον, παρά ένα ακρωτήρι ή μια χερσόνησος.

Η Μονεμβασία ή το «ελληνικό Γιβραλτάρ»
Χάρτης της Μονεμβασίας του 1686

Είναι ένας πολύ εντυπωσιακός βράχος, που μοιάζει στο σχήμα με το Γιβραλτάρ, αν και πολύ μικρότερος. Στην πραγματικότητα, όπως και το Γιβραλτάρ, ήταν ιστορικά ένα στρατηγικό σημείο παρ΄ όλο που έχει πάψει πια να είναι. Η κορυφή του είναι ακόμη στεφανωμένη από σύμπλεγμα οχυρωματικών έργων που χτίστηκαν από τους Φράγκους και ο εσωτερικός χώρος, που περιλαμβάνει όλη την κορυφή του βράχου, περιέχει επίσης μια ερειπωμένη εκκλησία. Μια στενή και αρκετά γραφική πόλη απλώνεται κατά μήκος της ακτής, κάτω από τον οχυρωμένο βράχο, μοιάζοντας και σε αυτό το σημείο με το Γιβραλτάρ, όπου υπάρχουν άλλες ερειπωμένες εκκλησίες, που σε μεγάλο βαθμό ανήκουν στην εποχή των Φράγκων και δεν χρησιμοποιούνται τώρα.

Η είσοδος στο χωριό αυτό γίνεται από μια πελώρια πύλη στο τείχος, που κατεβαίνει από την απόκρημνη πλευρά του βράχου, ο οποίος υψώνεται κατακόρυφα. Ένα ελικοειδές μονοπάτι οδηγεί από τη πόλη στο φρούριο, το οποίο αν και έρημο κρατείται, κλειστό, έτσι που να χρειάζεται κανείς να προμηθευτεί ένα κλειδί πριν ανέβει.

Όσοι έχουν δει τα οχυρωματικά έργα στο ακρωτήρι Κεφαλοίδιο, στη βόρεια κατή της Σικελίας, θα διαπιστώσουν αμέσως μαι εντυπωσιακή ομοιότητα ανάμεσα σε εκείνο το μέρος και το ελληνικό, όχι μόνο από τοπογραφικής απόψεως, αλλά και από τον τρόπο διάταξης των τειχών, στην κορυφή αλλά και στο κατώτερο σημείο στην πύλη που φρουρεί το μονοπάτι που πάει προς τα πάνω. Το Κεφαλοίδιο, όμως, είναι πιο κατεστραμμένο από όσο είναι σήμερα αυτό το φράγκικο φρούριο. Από άποψη γενικής κατάστασης και θέας από την κορυφή οι δύο περιοχές μοιάζουν πολύ, αφού έχουν ανοιχτό ορίζοντα προς τη θάλασσα αλλά και προς τη στεριά.

Οι απότομες πλαγιές του ακρωτηρίου το έκαναν μια απόρθητη ακρόπολη από κάθε κατεύθυνση, εκτός από περιορισμένης έκτασης τμήμα από το οποίο ανεβαίνει το μονοπάτι, και η προστασία του από κάθε εχθρό, εκτός από την πείνα ήταν εύκολη υπόθεση. Ακόμη και για τους ίδιους τους πολιορκητές δεν ήταν εύκολο να εξαναγκάσουν τη φρουρά σε πείνα, γιατί έχει καταγραφεί ότι ο γενναίος κουρσάρος Βιλεαρδουίνος έμεινε έξω από τις πύλες επί τρία χρόνια για να αναγκάσει τους κατοίκους να παραδοθούν.

Το όνομα Μονεμβασία προέρχεται από το γεγονός ότι ο απομονωμένος βράχος, με το φρούριο, συνδέεται με την ηπειρωτική χώρα με μία μόνο στενή λωρίδα που επιτρέπει τη μοναδική πρόσβαση. Από εκεί προέρχεται και η έκφραση «μόνη έμβασις», της οποίας οι δύο λέξεις συνενώθηκαν στη σύγχρονη προφορά για να σχηματίσουν το αρκετά μουσικό όνομα της περιοχής που έχει μια απόλυτα φυσική εξήγηση.

Επιπλέον, το ίδιο όνομα ακόμη πιο μικρό, ξαναζωντανεύει πάλι στο όνομα «Malvasia» (Μαλβουαζί) το οποίο φτιάχνεται από σταφύλια που φύονται σε βραχώδεις περιοχές και αφήνονται να μαραθούν πριν τα τρυγήσουν, όπως συνηθιζόταν στα παλιά οινοποιεία της Μονεμβασίας.

Φυσικά το χωριό στη βάση του απότομου βράχου είναι εντελώς ασήμαντο τώρα. Το κρασί Μαλβουαζί δεν παράγεται αποκλειστικά πλέον στην περιοχή αυτή, αλλά προέρχεται από Σαντορίνη, Πορτογαλία, Μαδέρα και πολλές άλλες περιοχές, ενώ η Μονεμβασία και η προέλευση του ονόματος μάλλον έχει πια ξεχαστεί.

Η πόλη έχει βυθιστεί σε κατάσταση φτώχειας -και όσο για το φρούριο, δεν υπάρχει πια τίποτα πολύτιμο να προστατέψει και έτσι δεν έχει στρατηγική σημασία. ήταν σημαντικό στις μέρες του και μάλλον δεν θα ξαναγίνει πια. Έχει όμως μια άγρια ομορφιά και η πόλη, παρ΄όλο που είναι μισοκατεστραμμένη, είναι πολύ γραφική. Όμως δυστυχώς σπάνια την επισκέπτονται Έλληνες.

Philip Sanford Marden

Μάνη, οι ελεύθεροι Έλληνες

Στη Μάνη αντί για την ερειπωμένη και άτονη ατμόσφαιρα άλλων περιοχών της Ελλάδας, υπάρχει μια αίσθηση σφριγηλής ευμάρειας. Δεν υπήρχε ούτε σπιθαμή διαθέσιμου εδάφους που να μην ήταν καλλιεργημένο και φυτεμένο με πνεύμα οικονομίας, καθώς το έδαφος ήταν φτωχό και βραχώδες. Τα χωριά ήταν καθαρά και χωρίς εικόνα φτώχειας και πιο πυκνοκατοικημένα από τις υπόλοιπες περιοχές της Ελλάδας. Τα πρόσωπα των ανδρών ήταν χαρούμενα και ανοιχτά, οι γυναίκες κομψότερες και οι φορεσιές τους πιο ταιριαστές.

Η ελευθερία φαίνεται ότι άλλαξε εξ ολοκλήρου την όψη και τους τρόπους των ανθρώπων προς τη χαρά και την ευτυχία. όλοι μας χαιρέτισαν καθώς περνούσαμε και η μητέρα του οικοδεσπότη μας βγήκε έξω με έκδηλη χαρά να προϋπαντήσει. Άλλοι ήρθαν και με πολύ εγκάρδιο τρόπο μας εύχονταν χρόνια πολλά, μια ευγένεια σπάνια για την Ελλάδα. Τα αγόρια συνωστίζονταν γύρω μας και έλεγαν ότι οι Άγγλοι είναι πολύ καλοί φίλοι και απορούσαν που δεν είχαμε όπλα. Μετά κουνούσαν τις γροθιές τους προς την τουρκική ακτή και έλεγαν ότι αυτοί οι παλιάνθρωποι δεν τολμούσαν να έρθουν ανάμεσα στους Μανιάτες.

Η οικογένεια του οικοδεσπότη μας είχε μαγειρέψει κοτόπουλα για μας. Καθώς τρώγαμε ήρθαν πολλοί επισκέπτες, κυρίως γυναίκες που δεν είχαν δει ποτέ Φράγκους, μας κοίταζαν και μας ρωτούσαν διάφορα. Γελούσαν πολύ και συζητούσαν, αλλά ο κάθε άνδρας ήταν βαριά οπλισμένος.

Μετά το δείπνο βγήκαμε για έναν περίπατο και επισκεφτήκαμε μερικά πολύ όμορφα χωριά. Όλα ήταν προς το εσωτερικό. Οι εκκλησίες επίσης ήταν πολύ ωραίες. Όλες είχαν ένα ψηλό καμπαναριό γοτθικού τύπου με καμπάνες, που ένα αγόρι, περήφανο για την ελευθερία του και ανυπομονώντας να τη δείξει, ανέβαινε γρήγορα πάνω, και τις χτυπούσε καθώς πλησιάζαμε. Γιατί ούτε καμπαναριά, ούτε καμπάνες επιτρέπονται από τους Τούρκους.

Είδαμε έναν καινούργιο πύργο, τον πύργο του μπέη, ή καπετάνιου των Μανιατών, εξοπλισμένο με δύο βαριά πυροβόλα, και που παρ΄ότι δεν ήταν τόσο στέρεα χτισμένος, είχε μια σπουδαία θέση. Μας είπαν ότι όλοι αυτοί οι πύργοι έχουν προμήθειες για περίπτωση πολιορκίας, και ότι ένας από αυτούς είχε τρόφιμα για 5 χρόνια, πράγμα που το θεωρώ απίθανο.

Μας εντυπωσίασε αυτή η σύντομη γνωριμία μας με τους ελεύθερους Έλληνες στη Μάνη, τους Έλληνες που ήταν πάντοτε ελεύθεροι από την εποχή της Σπάρτης, που είχαν διατηρήσει την ανεξαρτησία τους με τους Ρωμαίους, τους Φράγκους, τους Βενετούς, τους Τούρκους.

Charles Robert Cockerell

Τσακωνιά ή Λακωνία

Η Τσακωνιά αποτελείται από τα χωριά Καστάνιτσα, Σίταινα, Πραστός, Λεωνίδιο, Μελανό και Δερό καθώς και τα καλύβια του Αγίου Ανδρέα. Τα μοναστήρια της Τσακωνιάς είναι η Κονδολίνα στην περιοχή της Καστάνιτσας και Ορθοκωστά, Ροδινό, Καρυά, Κλεισούρα, Σίνζα και Ελώνα στην περιοχή του Πραστού.

Τσακωνιά ή Λακωνία
Πάρνωνας

Η Καστάνιτσα ήταν η πιο σημαντική πόλη στην Τσακωνιά. Τώρα, όμως, έχουν μείνει μόνο 100 οικογένειες. Πολλά από τα σπίτια είναι άδεια και οι κάτοικοι έχουν μεταναστεύσει στην Ύδρα, στις Σπέτσες και την Κωνσταντινούπολη. Ο Πραστός έχει συγκεντρώσει τώρα όλο τον πλούτο και τον πληθυσμό των γύρω περιοχών. ήταν κάποτε τόσο κατώτερος, όπως λένε οι κάτοικοι της Καστάνιτσας, από τη δική τους πόλη, σαν να ήταν τα καλύβια της. Τα σπίτια τους είναι ευρύχωρα, καλά χτισμένα και με ωραία έπιπλα. Τα μεγαλύτερα έχουν τρία πατώματα από τα οποία το κατώτερο είναι ο στάβλος, το μεσαίο ένα είδος έκθεσης και επίδειξης των επίπλων και των όπλων, που αυτοί οι ορεσίβιοι έχουν αρκετά. Τα πάνω πάτωμα αποτελείται από δύο αίθουσες από τις οποίες η εσωτερική έχει τζάκι και η εξωτερική έναν καναπέ, αφού θεωρείται το δωμάτιο υποδοχής.

Τα τσακώνικα είναι διάλεκτος, που ομιλείται μόνο στα χωριά που αποτελούν την Τσακωνιά. Οι Έλληνες πιστεύουν ότι έχει διατηρήσει πολλούς αρχαίους δωρικούς τύπους. Μου είπαν ότι η λέξη «αμέρα», δηλαδή «ημέρα», ήταν αρχαία τσακώνικα, που δεν περιλαμβάνεται στην κοινή ελληνική, πράγμα που δε σημαίνει τίποτα παραπάνω από το ότι πρόκειται για έναν αρχαίο δωρικό τύπο. Είναι βέβαιο ότι υπάρχουν μερικές δωρικές λέξεις σε καθημερινή χρήση, όπως «νεμά» (βοσκή) και «ταν πορείαν» (δρόμος).

Η διάλεκτος της Τσακωνιάς φαίνεται να είναι σημαντική, επειδή έχει διατηρήσει λέξεις της κοινής ελληνικής σε μεγαλύτερο αριθμό από αυτές που βρίσκονται σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Οι παρακάτω ελληνισμοί είναι σε κοινή χρήση στην Τσακωνιά: «όρα» (βλέπε), «νομείς» (βοσκοί), «ερίφια» (κατσίκια), «παρήτε» (ελάτε). Μερικές από τις παραπάνω λέξεις αποτελούν δείγματα ελληνισμών αν όχι δωρισμών. Άλλες πάλι μπορεί να είναι παραφθορά των ελληνικών τύπων: «προύατα» (πρόβατα), «τζούα» (δρυς), «ίον» )νερό), «βότζια» (σταφύλια), «ατζάπο» (άνθρωπος).

Μερικοί τύποι των θεωρούμενων δωρικών τύπων των τσακώνικων είναι εφεύρεση των διδασκάλων. Με λίγα λόγια, καθώς τα πραγματικά τσακώνικα σπάνια γράφτηκαν ή δεν γράφτηκαν ποτέ και καθώς η κοινή ελληνική χρησιμοποιείται σε όλες τις συναλλαγές που χρειάζονται γραφή, αφού είναι που καταλαβαίνει ο απλός κόσμος και αυτή είναι που ομιλείται από τους λογίους είναι αναμφίβολο ότι οι ιδιομορφίες αυτής της μικρής περιοχής γρήγορα θα ξεχαστούν, ενώ οι λέξεις της κοινής ελληνικής που διατηρεί θα αποκτήσουν γενική χρήση με την πρόοδο της γλώσσας στην Ελλάδα.

Οι κάτοικοι της περιοχής με διαβεβαίωσαν ότι μόνο οι προαναφερθείσες περιοχές θεωρούνται Τσακωνιά. Μπορεί κανείς εύκολα να αντιληφθεί ότι το όνομα «Τσακωνιά» είναι παραφθορά του ονόματος «Λακωνία». και ίσως αρχικά να κάλυπτε μεγαλύτερο γεωγραφικό χώρο, και ότι τα σύνορα της συρρικνώθηκαν, καθώς η διάλεκτος που διέκρινε τους αρχικούς κατοίκους σταδιακά εκτοπίστηκε από αποίκους από την Αλβανία, τη Βουλγαρία, τα νησιά ή από την Ελλάδα πάνω από τον Ισθμό.

Το έδαφος της Καστάνιτσας δεν παράγει λάδι, ούτε σιτάρι, ούτε κριθάρι, παρά μόνο μήλα, κάστανα, σταφύλια και σίκαλη. Η τελευταία φύεται σε μερικά από τα ψηλότερα μέρη στα βουνά, όπου τη θερίζουν τον Αύγουστο και σπέρνουν κατευθείαν. Οι κάτοικοι κερδίζουν τα προς το ζην διατηρώντας μαγαζιά στο Μυστρά στο Ναύπλιο, στην Τριπολιτσά, στις Σπέτσες και στην Κωνσταντινούπολη. Μερικοί φτάνουν μέχρι τη Ρωσία, ενώ άλλοι δουλεύουν σε σπετσιώτικα πλοία, ως ναύτες. Δεν εκμεταλλεύονται καθόλου τα δάση ελάτου του όρους Πάρνωνα.

William Martin Leake

Καλάβρυτα (19ος αιώνας)

Για να φτάσουμε στα Καλάβρυτα διασχίσαμε το ύψωμα πίσω από τη Βυζίτσα, συναντήσαμε το κάστρο του Γαλατά και το ομώνυμο μέρος με τέσσερα σπίτια. Το κάστρο, το οποίο είναι μεσαιωνικό, έχει μερικούς ψηλούς στρογγυλούς πύργους και βρίσκεται πάνω σε έναν απότομο λόφο. Υπολογίζεται ότι βρίσκεται σε απόσταση 3,5 ωρών από τη Δημητσάνα.

Καλάβρυτα
Λιθογραφία με το Μέγα Σπήλαιο

Περάσαμε από το χωριό Κατσουλιά, μέσα από ένα δάσος με βελανιδιές από το χωριό Συριάμου Κουρταγή ή αλλιώς Συριαμάκος. Διασχίσαμε έναν παραπόταμο του Λάδωνα που κυλάει μέσα σε ένα φαράγγι πάνω από το οποίο είναι η Κεριτινή.

Διασχίσαμε και το Γεφύρι της Κυράς. Φτάσαμε στη Στρέζοβα, μια πόλη 100-150 σπιτιών, η οποία ανήκει στο βιλαέτι των Καλαβρύτων. Ένας Τούρκος αγάς κατέχει έναν πύργο και υπάρχει ένας Έλληνας καπετάνιος των Αρματολών που λέγεται Μακρής Βασίλης. Εδρεύει εδώ με 25 άνδρες. Αυτός ο τρόπος φύλαξης από τους ληστές φαίνεται να δείχνει ότι η κατάσταση της κοινωνίας σε αυτή τη χώρα είναι ανάλογη με εκείνη που επικρατούσε στην Αγγλία την εποχή της βασιλείας του Αλφρέδου, για τον οποίο λέγεται ότι φόρτωσε στα χωριά τα έξοδα και την ευθύνη για να διατηρήσει τη χώρα ελεύθερη από ληστές.

Τα Καλάβρυτα προφανώς ονομάστηκαν έτσι από τις «καλές βρύσες». Η πόλη βρίσκεται απάνω από την άκρη της πεδιάδας στη μία πλευρά της κοίτης του άγριου χειμάρρου που κατεβαίνει απ΄ευθείας από το όρος Χελμός, η δυτική κορυφή του οποίου, σκεπασμένη με χιόνι, φαίνεται πάνω από την πόλη. Ένα προσκείμενο βουνό δυτικά λέγεται Κυνηγού. Τα Καλάβρυτα έχουν μόλις 100 τούρκικές οικογένειες, οι υπόλοιπες, μέχρι το συνολικό αριθμό 500, είναι ελληνικές. Και οι Έλληνες και οι Τούρκοι έχουν κτήματα, που τα υπενοικιάζουν κυρίως σε Έλληνες.

Το μεγαλύτερο μέρος των 114 χωριών της περιοχής είναι κεφαλοχώρια, που κατοικούνται από Έλληνες που καλλιεργούν τη δική τους γη, ή από έναν ακόμη μεγαλύτερο αριθμό που ζουν από το προϊόν των κοπαδιών τους, ή φροντίζουν εκείνα που ανήκουν σε Τούρκους ή Έλληνες ιδιοκτήτες, με το βούτυρο και το τυρί να αποτελούν το κύριο εξαγώγιμο προϊόν της περιοχής. Ο αριθμός των φορολογουμένων φτάνει στους 6.000 και καθώς το βιλαέτι έχει διατηρήσει τον πληθυσμό καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη περιοχή του Μοριά, εκτός της Μάνης, ο κατά κεφαλήν φόρος δεν είναι βαρύς.

Στο δρόμο για τη Βοστίτσα (Αίγιο) υπάρχει η γυναικεία μονή του Μεγάλου Σπηλαίου, η μεγαλύτερη στην Ελλάδα που ονομάζεται έτσι γιατί έχει δημιουργηθεί μέσα σε ένα σπήλαιο. Κατέχει πολλά μετόχια, μερικά από τα οποία είναι ολόκληρα χωριά. Η κοιλάδα των Καλαβρύτων έχει προσανατολισμό ανατολικό-δυτικό. Ένα βαθύ ποταμάκι, το οποίο πηγάζει από το όρος Ωλονός, διασχίζει την κοιλάδα και μετά τις χαράδρες του Μεγάλου Σπηλαίου κυλάει προς τη θάλασσα που τη συναντάει κοντά στο Διακοφτό ανατολικά της Βοστίτσας. Η κοιλάδα είναι βαλτώδης, κυρίως απέναντι από την πόλη, και επειδή τα βουνά που την περιβάλλουν είναι ψηλά και πολύ κοντά δεν επιτρέπουν τον καλό αερισμό της περιοχής, με αποτέλεσμα αυτή η περιοχή να είναι μια από τις πιο ανθυγιεινές του Μοριά.

Ο Πολύβιος περιγράφει το κλίμα και την τοποθεσία της Κυναίθας ως την πιο δυσάρεστη στην Αρκαδία. Η πεδιάδα έχει γίνει πιο παραγωγική και λιγότερο βλαβερή για την υγεία από τότε που κυριάρχησε η αποστράγγιση της γης.

Τα μόνα απομεινάρια αρχαιοτήτων που καταφέραμε να διακρίνουμε είναι στην άκρη της κοιλάδας ακριβώς απέναντι από τη πόλη. Εδώ έχουν ανασκαφεί δύο μεγάλες κατακόμβες στο βράχο, που η κάθε μια τους έχει έναν θάλαμο με μαρκίζες στο πλάι του που προορίζονταν για φέρετρα. Μία από τις κατακόμβες έχει μετατραπεί σε ιερό μιας εκκλησίας, από τους τοίχους της οποίας υπάρχουν ίχνη προς την έξοδο του σπηλαίου, μαζί με δύο τμήματα ενός απλού κίονα με δωρικό κιονόκρανο.

William Martin Leake

Καρύταινα και Δημητσάνα

Η Καρύταινα είναι ένα από τα στρατηγικά σημεία του Μοριά. Το κάστρο, που τώρα είναι ερειπωμένο, καταλαμβάνει την κορυφή ενός ψηλού βράχου, πολύ απότομου, προς τον Αλφειό, που συνδέεται ανατολικά με το βουνό που βρίσκεται ανάμεσα στην παρακείμενη πεδιάδα του Αλφειού και την κοιλάδα του Ατσίχολου. Στα βόρεια και νότια ο λόφος κατεβαίνει πιο ήπια και στις πλαγιές αυτές βρίσκεται η πόλη.

Καρύταινα και Δημητσάνα
Καρύταινα

Το βιλαέτι της Καρύταινας περιλαμβάνει κάπου εκατό χωριά και εκτείνεται βόρεια μέχρι τα Καλάβρυτα. Μερικά από τα χωριά του είναι μεγάλα, όπως η Στεμνίτσα, το Ζυγοβίτσι, η Δημητσάνα και η Ζάτουνα που βρίσκονται στους πλησίον λόφους βόρεια της Καρύταιανας, ενώ πιο μακριά στην ίδι ακετεύθυνση βρίσκονται τα χωριά Αλωνίσταινα, Βυτίνα, Μαγούλιανα, Βαλτεσινίκο, Λαγκάδια, Βυζίκι και Βερβίτσα.

Εκτός από το μήκος της κοιλάδας του Αλφειού κοντά στην Καρύταινα όλη η περιοχή είναι ορεινή αλλά εύφορη σε γενικές γραμμές. Παράγει σχεδόν ίσες ποσότητες σιταριού, κριθαριού και καλαμποκιού. Τυρί και βούτυρο παράγονται σε μεγαλύτερες ποσότητες στα ορεινά χωριά. Βαμβάκι, λινάρι και αμπέλια καλλιεργούνται στα πεδινότερα μέρη. Βελανίδια συλλέγονται σε όλα τα δασώδη μέρη της περιοχής.

Η πόλη της Καρύταινας έχει πρόσφατα μειωθεί πολύ πληθυσμιακά. Παραμένουν ακόμη 200 οικογένειες από τις οποίες οι τουρκικές δεν είναι πάνω από 20: οι μετανάστες έχουν πάει κυρίως στην περιοχή Καρά Οσμάν Ογλού, στη Μικρά Ασία, όπου υπόκεινται μόνο στο φόρο της γης και στο χαράτσι και ασχολούνται κυρίως με την καλλιέργια της εύφορης γης της Περγάμου και της Μαγνησίας.

Η Καρύταινα ήταν έγγειος χορηγία του σουλτάνου προς την αδελφή του, ενώ ο Μυστράς και το Άργος παραχωρήθηκαν σε άλλη αδελφή του βασιλιά των βαρβάρων.

Από την Καρύταινα στη Δημητσάνα

Φτάνοντας στο ψηλότερο σημείο του περάσματος μεταξύ των βουνών Νιμνίτσας και Μαγουλιάνων, αφήνουμε στα αριστερά μας μια μικρή πεδιάδα. Αυτή η πεδιάδα είναι η αρχή ενός μικρού ποταμού που φτάνει στη Δημητσάνα.

Το σχολείο της Δημητσάνας είναι το πιο φημισμένο στο Μοριά, και το οποίο πιθανά να υπήρχε πριν την τουρκική κατάκτηση. Η βιβλιοθήκη του περιέχει μερικές πολύτιμες εκδόσεις των κλασικών, πολλές του Άλδου Μανούτιου και πολυάριθμες θεολογικές εργασίες, αλλά όχι χειρόγραφα. Το σχολείο έχει λίγους μαθητές και αυτοί που μαθαίνουν αρχαία ελληνικά διαβάζουν αποσπάσματα από τους Πατέρες της Ελληνικής Εκκλησίας και Λουκιανό, που γενικά είναι το πρώτο βιβλίο που πιάνουν στα χέρια τους. Το σχολείο αυτό, όμως, τελευταία βρίσκεται σε παρακμή. Με την αυξανόμενη αθλιότητα και ερήμωση της Πελοποννήσου, η αναζήτηση της μόρφωσης έχει σχεδόν μηδενιστεί.

Έχουν ιδρυθεί και μικρότερα σχολεία στον Μυστρά, στο Άργος, στη Βυτίνα και στα Καλάβρυτα όπου διδάσκεται μια επιφανειακή γνώση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας που θεωρείται αρκετή για τα αγόρια που προορίζονται για την Εκκλησία. Ο καημένος ο δάσκαλος παραπονιέται αξιολύπητα για αυτές τις αλλαγές που πήγαν από το κακό στο χειρότερο, και το αποτέλεσμα των οποίων είναι ότι το δικό του εισόδημα ζωής μειώνεται και ότι προβληματίζεται να βρει κάποιον που πραγματικά εκτιμά το επάγγελμά του ή με τον οποίο μπορεί να απολαύσει μια συζήτηση για τα θέματα που τον ενδιαφέρουν. Φαίνεται λογικός και ευχάριστος, με καλούτσικη γνώση των αρχαίων συγγραφέων και καλή μνήμη.

Γύρω από την πόλη της Δημητσάνας υπάρχουν απομεινάρια από ένα ελληνικό τείχος, μερικά τμήματα του οποίου είναι αναμεμειγμένα με τις αυλές, τους τοίχους, τα θεμέλια των ιδιωτικών κατοικιών. Σε μερικά σημεία έχουν παραμείνει κάποια δείγματα αρχιτεκτονικής.

Αν λέει αλήθεια ο Παυσανίας, αυτά πρέπει να είναι τα ερείπια της Τευθίδος. Υπάρχουν μερικά ελληνικά θεμέλια στα αμπέλια στην πλαγιά του βουνού. που δείχνουν ότι αυτή η πλαγιά ήταν μέρος της αρχαίας πόλης. Το μέρος της σύγχρονης πόλης που βρίσκεται στην κορυφογραμμή, προς τα ανατολικά, φαίνεται να είναι έξω από τον αρχαίο περίβολο. Τα τείχη που ανιχνεύονται γύρω από τη σύγχρονη πόλη πιθανόν να είναι μόνο εκείνα της ακρόπολης.

Η τοποθεσία της Δημητσάνας είναι δροσερή, υγιεινή και εξαιρετικά όμορφη. Προς τα νότια δεσπόζει η θέα του δυτικού μέρους της πεδιάδας της Μεγαλόπολης και των βουνών πίσω από το Λεοντάρι Οι άνθρωποι στη Δημητσάνα έχουν φιλικές σχέσεις μεταξύ τους.

Ο μουκατάς (ενοικίαση προσόδου) της Δημητσάνας και των γύρω χωριών ανήκει στον Οσμάν, ένα από τους 12 χότζα-χαν (ανώτεροι θρησκευτικοί ηγέτες) της Κωνσταντινούπολης. τα κρατάει με τον όρο να πληρώνει 3 πουγκιά (1.500 γρόσια) για κάποιο τζαμί στη Κωνσταντινούπολη και 4 στην Πύλη για το χαράτσι. Ο αντιπρόσωπος του Οσμάν εισπράττει 12 πουγκιά από τον Χασάν μπέη της Τρίπολης, αδελφό του Αλί εφέντη. Ο κοτζαμπάσης και οι πρόκριτοι το νοίκιασαν από τον Χασάν μπέη για 13 πουγκιά το χρόνο, ίσως και περισσότερο. Η δεκάτη για τους καλλιεργητές εδώ είναι το 1/7: οι ιδιοκτήτες της γης είναι όλοι Έλληνες. Στην πόλη υπάρχουν 300 οικογένειες, όλες ελληνικές.

William Martin Leake

Ανδρίτσαινα (19ος αιώνας)

Είναι αδύνατο να δώσουμε έστω και μια ιδέα της ρομαντικής ομορφιάς του τοπίου στο δρόμο προς Ανδρίτσαινα που περιβάλλει το ναό του Επικούριου Απόλλωνα στις Βάσσες ή τις «στήλες» όπως το ονομάζουν οι ντόπιοι. Βρίσκεται στη ράχη ενός υψώματος που δεσπόζει ανάμεσα στα επιβλητικά άγονα βουνά και μια εκτεταμένη πεδιάδα κάτω από αυτά. Το έδαφος είναι βραχώδες με ελάχιστη βλάστηση και λίγους ελαιόπρινους κατά τόπους. Η θέα περιλαμβάνει την Ιθώμη, το τελευταίο οχυρό των Μεσσηνίων κατά της Σπάρτης προς τα νοτιοδυτικά, την Αρκαδία με τους πολλούς λόφους της στα ανατολικά και την οροσειρά του Ταΰγετου, με τη θάλασσα στο βάθος στα νότια.

Ανδρίτσαινα
Ναός Επικούριου Απόλλωνα στις Βάσσες της Φιγαλείας,
14 χλμ από την Ανδρίτσαινα

Περάσαμε συνολικά 10 μέρες εκεί, κάναμε μετρήσεις και μετακινήσαμε μερικές πέτρες για το σκοπό αυτό, διαδικασία που ήταν χρονοβόρα. Ένας προύχοντας της Ανδρίτσαινας ήρθε και μας παρακάλεσε να σταματήσουμε το σκάψιμο και τη μετακίνηση των ογκόλιθων γιατί αυτό θα έφερνε κακό στην πόλη. Απαντήσαμε ότι είχαμε άδεια (φιμάνι) και δεν ήταν ευγενικό να ρωτάει ποιοι είμαστε και ότι δεν πρόκειται να πάρουμε μαζί μας τους κίονες.

Όταν άκουσε για το φιρμάνι έκανε ότι μπορούσε για να μας βοηθήσει. Αν και φαίνεται ότι είχε δώσει εντολή στους οδηγούς μας να μη σκάβουμε. Τελικά οι βοσκοί που είχαμε προσλάβει έφυγαν λέγοντας πως η δουλειά αυτή τους ήταν απεχθής. Δεν ήταν και πολύ μεγάλη απώλεια γιατί ήμουν υποχρεωμένος να δουλεύω πάντα μαζί τους. Έσκισα το χέρι μου κάνοντας ότι έπρεπε να κάνουν αυτοί. Ρίχνοντας μαι ματιά βρήκα δύο πολύ όμορφα ανάγλυφα (πρόστυπα) κάτω από μερικές πέτρες που φρόντισα να τα κρύψω αμέσως.

Η Ανδρίτσαινα

Η Ανδρίτσαινα δεν είχε μόνο όμορφη θέση. Οι άνθρωποι που ζουν εκεί είναι γοητευτικοί. Όλοι ψάχνουν τρόπο να τραβήξουν την προσοχή των ξένων. Τα κορίτσια και μερικά από αυτά ήταν πολύ όμορφα- μας έφεραν ως δώρο κάποιο φρούτο, αχλάδια ή σύκα και το έκαναν με πολλή χάρη, και έτσι εμπλούτισαν τις ωραίες εμπειρίες που θα παίρναμε στην πατρίδα. Η ανυστερόβουλη ευγένεια είναι στοιχείο ασυνήθιστο για το χαρακτήρα του Έλληνα και γι΄αυτό νοιώσαμε μεγάλη έκπληξη. Πρέπει δε να ομολογήσω ότι ήταν η μόνη φορά που μας συνέβη κάτι τέτοιο στην Ελλάδα.

Οι Τούρκοι φορολογούν αυτούς τους φουκαράδες ανελέητα. Κατ΄αρχάς είναι υποχρεωμένοι να πληρώσουν στην κυβέρνηση το 1/4 της σοδειάς τους. Μετά υπάρχει το χαράτσι ή κεφαλικός φόρος, που φαίνεται να ποικίλει σε ποσοστό, και ο τοπικός φόρος που επιβάλλεται από την τοπική κυβέρνηση, που όλα μαζί αποτελούν το άλλο 1/4. Έτσι συνολικά οι φόροι αποτελούν το μισό της ετήσιας παραγωγής. Φυσικά οι άνθρωποι παραπονιούνται. Με έχουν ρωτήσει πολλές φορές «πότε επιτέλους θα έρθουν οι Άγγλοι να μας πάρουν από τους Τούρκους, που τρώνε τις ψυχές μας;» και «γιατί καθυστερούν;».

Ένας Έλληνας μου είπε ότι προσευχόταν καθημερινά να έρθουν οι Φράγκοι. όταν ήμαστε στην Κόρινθο ένας βοσκός μου είχε πει ότι «προσεύχομαι στο θεό να ζήσω να δω το Μοριά γεμάτο με Φράγκους». Μας προτιμούν από τους Γάλλους γιατί έχουν ακούσει από τη Ζάκυνθο και αλλού ότι μεταχειριζόμασταν τις κτήσεις μας πιο τίμια από εκείνους.

Ήμασταν 5 μέρες στην Ανδρίτσαινα. Ο Χάλερ έφτιαξε σχέδιο του χωριού και εγώ ολοκλήρωσα το ημερολόγιο μου. Εκτός από αυτά, σκέφτηκα ότι δεν έπρεπε να φύγουμε από την περιοχή χωρίς να κάνουμε μια τελευταία προσπάθεια να ολοκληρώσουμε τις εξερευνήσεις μας. στις «στήλες». και ότι καθώς ο Βελής πασάς απουσίαζε από το Μοριά θα μπορούσαμε ίσως να πάρουμε άδεια από τον βοεβόδα, τον διορισμένο από το Φανάρι.

Ξεκινήσαμε με τα άλογα να τον βρούμε. Τον βρήκαμε υπερβολικά τιβόφρονα, κυριολεκτικά κοσμοπολίτη. Αν και το σπίτι του και τα δυο παλιά μαξιλάρια στη γωνιά ενός ερειπωμένου διαδρόμου στα οποία στηριζόταν, όταν μας υποδέχτηκε, δεν πρόδιδαν μεγάλη ευημερία, οι τρόποι του δεν φανέρωναν άνθρωπο που θα μπορούσες να δωροδοκήσεις. Είπε ότι λυπήθηκε πολύ που αναγκάστηκε να γράψει την επιστολή που λάβαμε με την οποία μας απαγόρευε να συνεχίσουμε το σκάψιμο, αλλά πρόσθεσε πως ήταν απολύτως αναγκαίο να σταματήσουμε και ότι αυτή η υπόθεση είχε λήξει. Επίσης είπε ότι ήλπιζε ότι δεν νοιώθαμε προσβεβλημένοι. «Ο Βελής» είπε «είναι κατηγορηματικός στο ζήτημα αυτό και δεν επιτρέπει να δίνονται άδειες παρά μόνο από τον ίδιο, γιατί επιμένει να γνωρίζει όλους τους ταξιδιώτες που κινούνται μέσα στο πασαλίκι του και να ελέγχει κατά διαστήματα τους ίδιους και τις άδειες τους. Και μόνο το γεγονός ότι επέτρεψε στην ομάδα σας να μείνει 10 μέρες στη Φιγάλεια, ανεξάρτητα αν σκάβατε ή όχι, ήταν αρκετό για να με καταστρέψει, γιατί αυτοί οι Αλβανοί (ο Αλή πασάς και οι γιοι του) δεν δέχονται καμιά δικαιολογία».

Έτσι επιστρέψαμε στην Ανδρίτσαινα χωρίς να έχουμε πετύχει κάτι ουσιαστικό, εκτός το ότι είδαμε έναν αλβανοτουρκικό γάμο στη διαδρομή. Όταν τους συναντήσαμε ήταν μεγαλόπρεπα ντυμένοι και κουνούσαν τα σπαθιά τους. Δεν είδαμε ποτέ κάτι τόσο γραφικό. Η ομήγυρη βρισκόταν στο δρόμο για το Φανάρι για να πάρει τη νύφη. Είχαν ένα αλβανικό κόκκινο και άσπρο λάβαρο με ένα μεταξένιο μαντήλι δεμένο στην κορυφή του, σημάδι που έστειλε η νύφη στον αγαπημένο της ως πρόσκληση προς αυτόν για να έρθει να την πάρει. Μετά τη δύση του ηλίου την πηγαίνουν στο σπίτι του γαμπρού πάνω σε άλογο καλυμμένη με πέπλο.

Charles Robert Cockerell

Στην Κόρινθο (19ος αιώνας)

Αποβιβαστήκαμε στην Κόρινθο, που είχε φτάσει στο απόγειο της. Τα καλλιτεχνικά αριστουργήματα της, οι κάθε είδους θησαυροί της συναγωνίζονταν τον πλούτο του Παρθενώνα και του ιερού του Δία στην Ολυμπία, όταν οι Ρωμαίοι την κατέστρεψαν από άκρη σε άκρη. Αργότερα ανοικοδομήθηκε από τους ίδιους και ανέκτησε μέρος της πρώτης λάμψης της.

Στην Κόρινθο
Αρχαίος ναός στην Κόρινθο

Ο Ηρώδης ο Αττικός, ο λαμπρός αυτός πολίτης-ευεργέτης της Αθήνας, έπραξε το ίδιο για την Κόρινθο. Ανασκεύασε το θέατρο της με δικά του έξοδα. Όμως, ο Αλάριχος ισοπέδωσε και πάλι τα πάντα, έτσι ώστε σήμερα η πόλη, η οποία κάτω απ΄την ενετική κατοχή απέκτησε και πάλι μια κάποια σπουδαιότητα, είναι λεηλατημένη όσο ποτέ.

Στην Κόρινθο ελπίζαμε ότι παρά την έλλειψη άφθονης συγκομιδής, τουλάχιστον η περιέργεια μας θα έβρισκε κάτι να σταχυολογήσει ανάμεσα στα ερείπια που διακρίναμε. Αλλά αν υπάρχει στην Ελλάδα για όπου πρέπει κανείς στη θέα της να εγκαταλείπει κάθε ελπίδα, αυτή είναι η μελαγχολική και ερημωμένη Κόρινθος. Τι αλλαγή!

Ποτέ μεγαλείο που είχε εκπέσει δεν μας είχε προκαλέσει παρόμοια θλίψη. Τα τείχη που έχουν καταρρεύσει κατά το ήμισυ, φέρουν σημάδια πρόσφατης λεηλασίας. Οι κάτοικοι της έχουν φύγει. Μερικοί στρατιώτες τριγυρίζουν μέσα στα χαλάσματα της σε αναζήτηση λείας, ενώ μέσα σε αυτή τη μοναξιά, που μοιάζει καταραμένη επτά δωρικές κολόνες μένουν όρθιες -πιστεύεται ότι ανήκουν στο ναό του Ποσειδώνα- μοναδικές μαρτυρίες ότι σε άλλους χρόνους υπήρχαν θεοί για την Κόρινθο.

Μας έδειξαν τα σχεδόν σβησμένα ίχνη ενός αμφιθεάτρου που διαμορφώθηκε πάνω σε βράχο και κατόπιν ανεβήκαμε στην ακρόπολη και την κορυφή από όπου μας αποκαλύφθηκε όλος ο Ισθμός, οι δύο θάλασσες και ένας μεγάλος ορίζοντας. Είχαμε μπροστά μας την τοποθεσία αυτής της τόσο ανθούσας πόλης, την άκρη του κόλπου και πίσω μας τις κορυφές του Κιθαιρώνα, ο οποίος μας απέκρυβε τις Πλαταιές και τη Θήβα, αριστερά μας τον Ελικώνα και στο βάθος το νεφοσκεπή Παρνασσό. Δεξιά στον έτερο κόλπο είχαμε την Αθήνα και το Ναύπλιο, όπου σκοπεύαμε να κατευθυνθούμε, αλλά οι συνθήκες δε μας το επέτρεψαν γιατί ο πόλεμος μόλις είχε αρχίσει. Οι γιοι του Κολοκοτρώνη είχαν καταφέρει τα πρώτα χτυπήματα. Ένα τμήμα από κλέφτες στρατοπέδευσε στην Κόρινθο.

Βρήκαμε ένα κατάλυμα σε ένα σπίτι εγκαταλελειμμένο. Οι προηγούμενοι επισκέπτες του είχαν κάψει τις πόρτες και τα παράθυρα. Τα ξύλινα πατώματα υπάρχουν ακόμη. Κάψτε τα μας απαντούν όταν ζητάμε ξύλα για να μαγειρέψουμε το ρύζι μας. Διάφοροι περίεργοι στρατιώτες μας επισκέπτονταν. Τους υποδεχόμασταν καθισμένοι στις αποσκευές μας, για να μην τους προκαλέσουμε την επιθυμία να τις ανοίξουν. Συμφωνήσαμε να μην απομακρυνθούμε ο ένας από τον άλλο και το βράδυ να κοιμηθούμε με το όπλο στο χέρι. Ωστόσο, ο Δημήτριος συναντά κάποιους γνωστούς και το βράδυ κυκλώνει το σπίτι με σκοπούς.

Συνήθισα τους φύλακες και ονειρευόμουν την κρήνη Πειρήνη. Κάποιοι την τοποθετούσαν στον Ακροκόρινθο και πιστεύω περισσότερο στην παράδοση αυτή. Άλλοι μου έδειχναν στην κάτω πόλη, μια μικρή δεξαμενή γοτθικής κατασκευής. Ο Παυσανίας αναφέρει έναν αξιοσημείωτο αριθμό κρηνών. Βρήκαμε αρκετές από αυτές. Ψηλά χόρτα, μαρμάρινα θραύσματα και τούβλα παρεμποδίζουν τη ροή τους. Στύλοι κείτονται ακόμη στο έδαφος. Μία, με αρχαίο πράσινο χρώμα, τη χρησιμοποιήσαμε για κάθισμα στην κορυφή της ακρόπολης. Αυτά τα μάρμαρα, κάποια μεταλλικά ανάγλυφα, οι επτά όρθιες κολόνες ενός άγνωστου ναού, είναι ό,τι απομένει από τη μεγαλοπρέπεια μιας πόλης όπου η Αφροδίτη έτρεφε στο ιερό της χίλιες και πλέον ιέρειες. Μια πόλη που υπήρξε θέατρο της οργής της Μήδειας και των απολαύσεων της Λαΐδος.

Επιπλέον, δεν μπορούμε να την προσεγγίσουμε χωρίς το φόβο της μόλυνσης και της αιματηρής αναρχίας. Είναι απαραίτητο για τον περίπατο μας η συνοδεία φρουράς. Για να κοιμηθούμε πρέπει να μισθώνουμε φρουρά -και κάτω από αυτές τις συνθήκες μπορούμε να πούμε ότι η Κόρινθος δεν προσφέρεται για επίσκεψη στους φτωχούς.

Το λιμάνι Κεχρεαί της Κορίνθου ήταν στο Σαρωνικό κόλπο, και το Λέχαιο στον απέναντι κόλπο (Κορινθιακό). Πρόκειται για μια θαυμάσια εμπορική θέση. Είναι το φυσικό λιμάνι διαμετακομιστικού εμπορίου της Μικράς Ασίας με την Ευρώπη, της Ελλάδας με την Ιταλία. «Σας συστήνω, έλεγε ο Απόστολος Παύλος, την αδελφή Φοίβη, διακόνισσα της Εκκλησίας, που βρίσκεται στο λιμάνι Κεχρεαί». Σήμερα, μόνο ένα σπίτι αποτελεί τη χριστιανική κοινότητα.

Το λιμάνι διατηρεί ακόμη μερικά καΐκια. Νοικιάσαμε ένα και κατά τα μεσάνυχτα ανοιχτήκαμε κωπηλατώντας. Ξάπλωσα στη βάρκα και αφέθηκα στις σκέψεις μου. Τι θα έπρεπε να πω για την Ελλάδα; Εκτός από τον ουρανό της και κάποια χαλάσματα, αν της αφαιρέσετε τη λαμπερή φορεσιά με την οποία τη ντύνει η φαντασία μας, πόσο λύπη προκαλεί η γύμνια της!

Bartelemy Bacheville

Εκδρομές του Castellan

Σχεδόν καθημερινά κάνουμε εκδρομές στη στεριά. Πότε επισκεπτόμαστε αρχαία ερείπια προσπαθώντας να μαντέψουμε το σχέδιο δόμησης και τη χρήση του, πότε διασχίζουμε τις πλέον απομακρυσμένες κοιλάδες, όπου η φύση παρουσιάζει ποικίλες εκδοχές, μορφές άγριες ή τοπία ειδυλλιακά.

Εκδρομές του Castellan
Βοσκός της Πελοποννήσου
(19ος αιώνας)

Πήγαμε αρκετές φορές στη Μονεμβασία να μελετήσουμε τα ήθη και τα έθιμα των κατοίκων. Τέλος, το βράδυ, με τη βάρκα πλέαμε κατά μήκος των ακτών, οι οποίες άκουγαν τα τραγούδια μας, ενώ το ρυθμικό χτύπημα των κουπιών έδινε το μέτρο. Όταν ένα ελαφρό αεράκι αγριεύει τη θάλασσα, αφηνόμαστε στην ώθηση των πανιών και καούμε σιωπηλοί τη γλυκιά μελωδία των ύμνων που απευθύνουν στην Παναγία οι Έλληνες. Αυτά τα θρησκευτικά τραγούδια έχουν κάτι το συγκινητικό μέσα στην απλότητα τους, μας δίνουν για το τι ήταν οι αρχαίες ελληνικές μελωδίες, των οποίων ίσως διατηρούν το ύφος, όπως επίσης και η ελληνική λαϊκή γλώσσα κράτησε εν μέρει τον τονισμό και τη γλυκύτητα της γλώσσας του Δημοσθένη και του Πινδάρου. Αυτή η γοητεία οφείλεται περισσότερο στη μελωδία παρά στην αρμονία. Οι Έλληνες σπάνια τραγουδούν μόνοι, και να το κάνουν το θέμα της μελωδίας δεν το πνίγει ο πλούτος της συνοδείας.

Παρόμοια θέματα συνάντησα αρκετές φορές στην Ιταλία, ακόμη και στην πατρίδα μας: είναι που χαράζονται στη μνήμη μας ευκολότερα, επειδή η μελωδία τους είναι απλή και εκφράζουν συναίσθημα.

Να το ομολογήσω: όταν στη Ελλάδα, σε κάποιες εκδρομές μου στην εξοχή, στη δύση μιας ηλιόλουστης μέρας, άκουγα από μακριά τις φωνές νεαρών χωριατοπούλων, που γονατισμένες μπροστά σε κάποιο εκκλησάκι απόμακρο και στολισμένο με φεστόνι γιασεμιού και ανθοδέσμες με λουλούδια που μόλις έκοψαν, καθυστερούσαν το βήμα μου, από φόβο μην ταράξω τη θρησκευτική αυτή κατάνυξη και στεκόμουν παράμερα.

Αυτές οι συμφωνίες που μόνο η φύση εμπνέει, αυτοί οι ευλαβείς ήχοι που έμοιαζε να διασχίζουν το αέρινο κύμα  για να φτάσουν στο αιώνιο μου παρουσίαζαν τις ορχήστρες των αγγέλων. Τρυφερά και νοερά τις συνόδευα στις προσευχές μου.

Antoine-Laurent Castellan