Ο Κώστας Ουράνης (1890-1953)

Ο Κώστας Ουράνης (πραγματικό όνομα: Κλέαρχος Νιάρχος ή Νεάρχου, όπως το άλλαξε ο ίδιος, 12 Φεβρουαρίου 1890 – 12 Ιουλίου 1953) ήταν Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, κριτικός λογοτεχνίας, μεταφραστής, δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος.

Ο Κώστας Ουράνης
Ο Κώστας Ουράνης

Ο Βίος του Κώστα Ουράνη

Ο Κώστας Ουράνης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν γιος του Νικόλαου Νιάρχου από τα Πούλιθρα Κυνουρίας και της Αγγελικής Γιαννούση από το Λεωνίδιο Αρκαδίας. Εκεί ο ποιητής πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Φοίτησε στο γυμνάσιο του Ναυπλίου και αποφοίτησε από το Λύκειο Χατζηχρήστου και τη Ροβέρτειο Σχολή στην Κωνσταντινούπολη.

Στα 1908 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και για κάποιο διάστημα έγραφε στην εφημερίδα Ακρόπολις του Βλάση Γαβριηλίδη. Στη συνέχεια θέλησε να συνεχίσει τις σπουδές του όπου σπούδασε πολιτικές επιστήμες στα πανεπιστήμια της Γαλλίας,της Ελβετίας καί του Βελγίου αλλά και να ταξιδεύει, όπως του άρεσε, προσβλήθηκε όμως στο Παρίσι από φυματίωση και νοσηλεύτηκε σε σανατόριο του Νταβός της Ελβετίας, όπου γνώρισε την πρώτη του γυναίκα, την Πορτογαλέζα Μανουέλα Σαντιάγκο. Διορίστηκε στα 1920 και για τέσσερα χρόνια γενικός πρόξενος της Ελλάδας στη Λισαβόνα. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Αθήνα και εργάστηκε σε εφημερίδες και περιοδικά σαν χρονογράφος, συντάκτης, ανταποκριτής ή έκτακτος απεσταλμένος: διευθυντής στον Ελεύθερο Λόγο, συνεργάτης στο Νουμά, τα Γράμματα και τη Νέα Ζωή Αλεξάνδρειας, τη Δάφνη, τον Καλλιτέχνη, τη Μούσα, το Ελεύθερο Βήμα, τον Ελεύθερο Λόγο, τον Εθνικό Κήρυκα της Αμερικής κ.ά. Επίσης διετέλεσε καί ανταποκριτής καί διευθυντής της μεγάλης εφημερίδας του Καΐρου της Αιγύπτου «Άλ Αχράμ» στην Ελλάδα.

Στα 1930 χώρισε και παντρεύτηκε την συγγραφέα και κριτικό της λογοτεχνίας Ελένη Νεγρεπόντη, που είχε το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Άλκης Θρύλος.

Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής η υγεία του επιδεινώθηκε. Πέθανε τελικά στα 1953 στο σανατόριο Παπανικολάου από καρδιακή προσβολή.

Ο ποιητής Κώστας Ουράνης

Από τη μαθητική του ακόμα ηλικία ο Ουράνης ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία δημοσιεύοντας ποιήματά του στο περιοδικό Ελλάς. Στα 1909 δημοσιεύτηκε η πρώτη του συλλογή Σαν Όνειρα, που αργότερα αποκήρυξε. Ως πρώτο του έργο ο ίδιος θεωρούσε τη συλλογή Spleen (1912) ο τίτλος της οποίας παραπέμπει στην γνωστή αγγλική λέξη για την έντονη διάθεση της φυγής και την ανεξήγητη μελαγχολία την οποία έκανε γνωστή ο Σάρλ Μπωντλαίρ με την συλλογή του «Le Spleen De Paris(ή μελαγχολία του Παρισιού)» το 1869. Από ποιήματα δημοσιευμένα σε περιοδικά και εφημερίδες απαρτίστηκαν οι συλλογές Νοσταλγίες (1920) και Αποδημίες.

Στο έργο του φαίνεται να επηρεάζεται από τον Γάλλο ποιητή Σαρλ Μπωντλαίρ. Κυριαρχούν οι συμβολισμός, ο νεορομαντισμός και ο κοσμοπολιτισμός ενώ από τα ποιήματά του είναι διαποτισμένα με έντονη και διάχυτη μελαγχολία, νοσταλγία, πλήξη, διάθεση φυγής, αίσθημα αθυμίας και πίκρας καθώς και μια αίσθηση ανεκπλήρωτου. Τα έργα του Ουράνη τον εντάσσουν στο κλίμα της γενιάς του μεσοπολέμου.

Έγραψε επίσης πεζογραφήματα καθώς και ταξιδιωτική λογοτεχνία (ως δημοσιογράφος και ανταποκριτής ταξίδεψε σ’ όλο τον κόσμο και με αναφορά τα ταξίδια του έγραψε ταξιδιωτικά βιβλία), χρονογραφήματα, δοκίμια (κυρίως για θέματα εικαστικών τεχνών) ενώ ασχολήθηκε και με τη λογοτεχνική κριτική και τη μετάφραση.Στα ταξιδιωτικά του έργα ο Κώστας Ουράνης με την υποκειμενική, ρομαντική και αισθητική θεώρηση των πραγμάτων συνδυασμένη με την ευσυνείδητη πρόθεσή του να μην αλλοιωθεί το φυσικό τοπίο ή το κοινωνικό περιβάλλον, δημιουργούν ένα ισορροπημένο αποτέλεσμα και δημιουργούν ένα νέο αυτόνομο λογοτεχνικό είδος.

Το έργο του Κώστα Ουράνη

Πρώτες εκδόσεις

  • Σαν όνειρα (ποίηση), 1909
  • Spleen (ποίηση), 1912
  • Νοσταλγίες (ποίηση), 1920
  • Κάρολος Μπωντλαίρ (κριτική μελέτη), Αλεξάνδρεια 1918
  • Sol y Sombra (ταξιδιωτικά), 1934
  • Σινά, το Θεοβάδιστον Όρος (ταξιδιωτικά), 1944
  • Γλαυκοί Δρόμοι (ταξιδιωτικά), 1947
  • Ταξίδια στην Ελλάδα (ταξιδιωτικά), 1949
  • Αχιλλεύς Παράσχος (μυθιστορηματική βιογραφία, (1944)
  • Ποιήματα (συγκεντρωτική έκδοση), 1953
  • Ιταλία (ταξιδιωτικά), 1953
  • Ισπανία(ήλιος καί σκιά) (ταξιδιωτικά), 1954
  • Σινά (ταξιδιωτικά), 1944
  • Δικοί μας και ξένοι (3 τόμοι) (κριτική), 1954-1956
  • Στιγμιότυπα (κριτική), 1958
  • Αναβίωση, 1955
  • Αποχρώσεις, 1956
  • Από τον Ατλαντικό στη Μαύρη Θάλασσα (ταξιδιωτικά), 1957

Ποιήματα και πεζά

  • Ποιήματα, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας 2009
  • Ποιήματα, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας 2008
  • Γλαυκοί δρόμοι. Βορινές θάλασσες, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1999
  • Ελλάδα, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1998
  • Ισπανία, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1997
  • Ένα ειδύλλιο, εκδ. Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη 1992
  • Αναβίωση, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας
  • Από τον Ατλαντικό στη Μαύρη Θάλασσα, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας
  • Αποχρώσεις, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας
  • Δικοί μας και ξένοι, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας
  • Στιγμιότυπα, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας
  • Ταξίδια, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας

https://el.wikipedia.org/wiki/Κώστας_Ουράνης

Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε (1809-1849)

Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε (Edgar Allan Poe, 19 Ιανουαρίου 1809 – 7 Οκτωβρίου 1849) ήταν Αμερικανός ποιητής και πεζογράφος. Υπήρξε ένας από τους κύριους εκπροσώπους του αμερικανικού ρομαντισμού. To λογοτεχνικό του έργο είχε σημαντική επίδραση στην παγκόσμια λογοτεχνία, αποτελώντας θεμέλιο λίθο για την εξέλιξη σύγχρονων λογοτεχνικών ειδών, όπως η αστυνομική λογοτεχνία ή οι ιστορίες τρόμου και φαντασίας.

Για τη ζωή και την προσωπικότητα του Πόε υπάρχουν αρκετές πληροφορίες, συχνά αντιφατικές, ωστόσο ελάχιστα γεγονότα μπορούν να επιβεβαιωθούν ή να επαληθευθούν μέσα από επίσημες πρωτογενείς πηγές ή έγγραφα. Πολλά βιογραφικά στοιχεία για τον Πόε βρίσκονταν ή και παραμένουν υπό καθεστώς αμφισβήτησης, όπως η ημερομηνία γέννησής του, τα αίτια του θανάτου του, η ημέρα ταφής του, οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις, καθώς και άλλες σκοτεινές πλευρές της ζωής του, όπως η σχέση του με το ποτό ή άλλες ναρκωτικές ουσίες.

Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε
Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Ο Βίος του Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε γεννήθηκε το 1809 στη Βοστώνη και οι γονείς του ήταν ηθοποιοί. Ο πατέρας του, Ντέιβιντ Πόε, εγκατέλειψε την οικογένεια του τον Ιούλιο του 1811 ενώ πέθανε πέντε μήνες αργότερα, στις 11 Δεκεμβρίου. Η μητέρα του, Ελίζαμπεθ Άρνολντ Χόπκινς, υπέφερε από φυματίωση και πέθανε στις 8 Δεκεμβρίου 1811, ενώ ο Πόε ήταν μόλις δύο ετών. Μετά το θάνατο της μητέρας του, έζησε στο σπίτι του επιτυχημένου εμπόρου καπνού Τζον Άλλαν και μεγάλωσε στην πόλη Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια.

Το 1815 η οικογένεια Άλλαν μετακόμισε στη Σκωτία και την Αγγλία, όπου έζησαν συνολικά για πέντε χρόνια. Στο διάστημα αυτό, ο Πόε φοίτησε σε δύο αγγλικά σχολεία κοντά στην πόλη του Λονδίνου. Μετά την επιστροφή του στο Ρίτσμοντ, εγγράφηκε στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια, το 1826, όπου παρέμεινε μόνο για ένα χρόνο. Ήρθε σε σύγκρουση με τον πατριό του, εξαιτίας οικονομικών χρεών που ανέπτυξε μέσω της χαρτοπαιξίας, κατά την περίοδο των σπουδών του. Τελικά ο Πόε εγκατέλειψε το σπίτι των Άλλαν και κατατάχθηκε το 1827 στον αμερικανικό στρατό, πιθανότατα για λόγους οικονομικής επιβίωσης. Στην αίτηση κατάταξής του δήλωσε το όνομα Έντγκαρ Α. Πέρι, αναφέροντας επίσης ως ηλικία τα 22 χρόνια ενώ ήταν δεκαοκτώ ετών.

Τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο, μία ποιητική συλλογή με τίτλο Ταμερλάνος και άλλα ποιήματα. Το 1829 εκδόθηκε το δεύτερο ποιητικό βιβλίο του, το Al Aaraaf, ενώ παράλληλα έκανε αίτηση εγγραφής στην στρατιωτική ακαδημία του Γουέστ Πόιντ, με την υποστήριξη του πατριού του. Εκεί θεωρείται πως ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο άλλων ρομαντικών  ποιητών, ενώ σύντομα ανέπτυξε εκ νέου οικονομικά χρέη. Υπήρξε σκόπιμα αμελής ως προς τα καθήκοντά του γεγονός που οδήγησε τελικά στην απόλυσή του. Αμέσως μετά, ο Πόε μετακόμισε στη Βαλτιμόρη, όπου έζησε με τη θεία του Μαρία Κλεμ και την πρώτη του εξαδέλφη Βιρτζίνια Ελίζα Κλεμ. Προκειμένου να συντηρείται οικονομικά, ξεκίνησε να γράφει πεζά κείμενα υποβάλλοντας συμμετοχή σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Το 1833, βραβεύθηκε για το διήγημά του Μήνυμα στο μπουκάλι, γεγονός που του εξασφάλισε μία πρώτη αναγνώριση σε ένα περιορισμένο τοπικό λογοτεχνικό κύκλο.

Τον Δεκέμβριο του 1835 άρχισε να εργάζεται ως συντάκτης στην  εφημερίδα Southern Literary Messenger («Λογοτεχνικός Αγγελιοφόρος του Νότου»), στο Ρίτσμοντ. Την ίδια περίοδο νυμφεύθηκε τη δεκατριάχρονη εξαδέλφη του, η οποία στο πιστοποιητικό του γάμου τους αναφερόταν ψευδώς πως ήταν είκοσι ενός ετών.

Το 1838 εκδόθηκε η Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πυμ (The Narrative of Arthur Gordon Pym) ενώ το καλοκαίρι του επόμενου χρόνου, ο Πόε μετακόμισε στη Φιλαδέλφεια, όπου ξεκίνησε να εργάζεται ως βοηθός συντάκτη στο περιοδικό Burton’s Gentleman’s Magazine. Δημοσίευσε αρκετά άρθρα, διηγήματα και κριτικές απολαμβάνοντας ολοένα και μεγαλύτερη φήμη. Το ίδιο διάστημα, εκδόθηκε η δίτομη συλλογή έργων του Tales of the Grotesque and Arabesque (Ιστορίες του Γκροτέσκου και του Αραβουργήματος), η οποία αν και δεν αποτέλεσε σημαντική εμπορική επιτυχία, επαινέθηκε από την κριτική και θεωρείται σήμερα ορόσημο στην ιστορία της αμερικανικής λογοτεχνίας. Ο Πόε εγκατέλειψε τη θέση του μετά από περίπου ένα χρόνο και ανέλαβε χρέη βοηθού συντάκτη στο περιοδικό Graham’s Magazine.

Στις 20 Ιανουαρίου 1842, η σύζυγός του έδειξε για πρώτη φορά δείγματα πως έπασχε από φυματίωση και, υπό το βάρος της ασθένειάς της, ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε κατέφυγε στο ποτό. Εγκατέλειψε εκ νέου την θέση του στο Graham’s Magazine και επέστρεψε στη Νέα Υόρκη όπου εργάστηκε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στην εφημερίδα Evening Mirror και ως συντάκτης στην έκδοση του Broadway Journal. Στις 29 Ιανουαρίου 1845 εκδόθηκε το ποίημά του Το Κοράκι (The Raven), ένα από τα πιο γνωστά έργα του, το οποίο του προσέφερε μεγάλη αναγνώριση, γεγονός που τον βοήθησε επίσης να αυξήσει το ισχνό του εισόδημα δίνοντας διαλέξεις. Ανατυπώθηκε σε αρκετές εφημερίδες και περιοδικά, ωστόσο ο ίδιος ο Πόε δεν αποκόμισε οικονομικά οφέλη από το ίδιο το έργο εξαιτίας της έλλειψης νόμων περί πνευματικών δικαιωμάτων.

Τον Ιανουάριο του 1847, η σύζυγός του Βιρτζίνια πέθανε και τον επόμενο χρόνο ο Πόε αρραβωνιάστηκε την ποιήτρια Σάρα Έλεν Ουίτμαν. Ο προγραμματισμένος τους γάμος τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, πιθανότατα εξαιτίας των προβλημάτων του Πόε με το ποτό. Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή, η μητέρα της Ουίτμαν είχε σημαντική συμβολή στη διάλυση της σχέσης τους. Με βάση την αλληλογραφία του Πόε εκείνης της περιόδου, γνωρίζουμε ότι επιχείρησε να αυτοκτονήσει με υπερβολική δόση λάβδανου. Αργότερα, ο Πόε επέστρεψε στο Ρίτσμοντ, όπου αρραβωνιάστηκε την Σάρα Ελμίρα Ρόυστερ και μαζί όρισαν ως ημερομηνία του γάμου τους την 17η Οκτωβρίου 1849.

Το τέλος του Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Ο τάφος του Πόε στη Βαλτιμόρη

Σύμφωνα με επιστολή του προς τη Μαρία Κλεμ στις 18 Σεπτεμβρίου 1849, ο Πόε θα πραγματοποιούσε ένα ταξίδι στη Φιλαδέλφεια, προκειμένου να συναντήσει την ποιήτρια Λέον Λάουντ, με αφορμή την επιμέλεια της έκδοσης ενός τόμου με έργα της. Ανακαλύφθηκε σε παραληρηματική κατάσταση στους δρόμους της Βαλτιμόρης από έναν περαστικό, ο οποίος μετά από σχετική υπόδειξη του Πόε, έστειλε επιστολή στον δρα. J. E. Snodgrass, ενημερώνοντάς τον σχετικά. Ο Snodgrass έλαβε την επιστολή στις 3 Οκτωβρίου και την ίδια ημέρα φρόντισε, μαζί με τον θείο του Πόε, Χένρυ Χέρινγκ, για τη μεταφορά του Πόε στο νοσοκομείο, όπου τελικά πέθανε στις 7 Οκτωβρίου. Καθώς δεν κατάφερε κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του να συνέλθει επαρκώς, ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πώς είχε οδηγηθεί στην κατάστασή του. Όταν βρέθηκε, φορούσε ρούχα που πιστεύεται ότι δεν του ανήκαν, ενώ επανειλημμένα πρόφερε το όνομα Ρέυνολντς κατά την διάρκεια της τέταρτης νύχτας που έμεινε στο νοσοκομείο. Σύμφωνα με επιστολή του ιατρού δρα. John J. Moran που εξέτασε τον Πόε στο νοσοκομείο, προς τη θεία του, οι τελευταίες του λέξεις ήταν “Lord help my poor soul” («Κύριε βοήθησε τη φτωχή ψυχή μου»).

Η πραγματική αιτία θανάτου του Έντγκαρ Άλλαν Πόε παραμένει ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα και δεν υπάρχει μία οριστική θέση, καθώς ουδέποτε υπήρξε ή βρέθηκε ένα επίσημο πιστοποιητικό θανάτου. Ο Snodgrass, ο οποίος γνώριζε προσωπικά τον Πόε και βρέθηκε μαζί του στις τελευταίες του ημέρες, βεβαίωνε πως ο θάνατός του ήταν απόρροια αλκοολισμού. Αντίθετα, ο Δρ. John Moran, θεωρούσε πως ο θάνατός του δεν σχετιζόταν με χρήση κάποιου είδους τοξικής ουσίας. Τόσο τα γραπτά του Snodgrass όσο και του Moran, με θέμα τις τελευταίες ημέρες ζωής του Πόε, περιέχουν σημαντικές αντιφάσεις με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζονται εν γένει με δυσπιστία από τους μελετητές και βιογράφους του συγγραφέα. Πληθώρα άλλων θεωριών έχουν προταθεί επίσης, μεταξύ αυτών πιθανή σύφιλη, επιληψία, δηλητηρίαση, δολοφονία ή λύσσα, θεωρίες όμως που δεν επιβεβαιώνονται μέχρι σήμερα από επίσημα ιατρικά έγγραφα ή αναφορές.

Η ταφή του έγινε στις 8 ή 9 Οκτωβρίου και ο τάφος του βρίσκεται στη Βαλτιμόρη, όπου αποτελεί ένα ιδιαίτερο αξιοθέατο της περιοχής. Την ημέρα της ταφής του Πόε, μία νεκρολογία δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα New York Tribune, υπογεγραμμένη με το ψευδώνυμο Ludwig, το οποίο όπως αποκαλύφθηκε αργότερα ανήκε στον εκδότη και επιμελητή ανθολογιών, Ρούφους Ουίλμοτ Γκρίζγουολντ. Η νεκρολογία ανέφερε στην εισαγωγή της: «O Έντγκαρ Άλλαν Πόε είναι νεκρός. Πέθανε στη Βαλτιμόρη προχθές. Η ανακοίνωση αυτή θα τρομάξει αρκετούς, αλλά λίγοι θα νιώσουν θλίψη για το γεγονός.» και θεωρείται απόρροια της εχθρότητας που είχε καλλιεργηθεί μεταξύ του Πόε και του Γκρίσγουολντ.

160 χρόνια μετά τον θάνατό του, στις 12 Οκτωβρίου 2009, έγινε η κηδεία του ομοιώματος του ποιητή, με τιμές, στη Βαλτιμόρη.

Για πολλές δεκαετίες, το νωρίτερο από το 1930, έως και το 2008, στον τάφο του Πόε εμφανίζονταν ένας μυστηριώδης θαυμαστής κατά τις πρώτες πρωινές ώρες των γενεθλίων του Πόε, στις 19 Ιανουαρίου, ο οποίος άφηνε κόκκινα τριαντάφυλλα στον τάφο του και έκανε πρόποση με ένα μπουκάλι κονιάκ.

Επιρροή του έργου του Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Το έργο του Έντγκαρ Άλλαν Πόε είχε σημαντική επιρροή τόσο στην αμερικανική όσο και στην παγκόσμια λογοτεχνία, αποτελώντας το θεμέλιο λίθο για σύγχρονα είδη όπως η αστυνομική λογοτεχνία και οι ιστορίες τρόμου ή φαντασίας. Θεωρείται πρωτοπόρος στο είδος του αστυνομικού μυθιστορήματος, το οποίο ανέπτυξε μέσα από τις τρεις ιστορίες του με ήρωα τον Ωγκύστ Ντυπέν (Auguste Dupin), μεταξύ αυτών Οι Δολοφονίες της Οδού Νεκροτομείου. Τα έργα αυτά αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τις μεταγενέστερες ιστορίες του Άρθουρ Κόναν Ντόυλ, με κεντρικό ήρωα τον Σέρλοκ Χολμς.

Η φήμη του Πόε υπήρξε αρκετά μεγάλη τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη. Αμερικανοί λογοτέχνες που εκτιμούσαν το έργο του και επηρεάστηκαν από αυτό, ήταν ο Ουώλτ Ουίτμαν, ο Χ. Φ. Λάβκραφτ, ο Γουίλιαμ Φώκνερ, καθώς και ο Χέρμαν Μέλβιλ. Αντιθέτως, ο Μαρκ Τουαίην υπήρξε αυστηρός κριτής του, όπως και ο ποιητής Τ. Σ. Έλιοτ, ο οποίος ωστόσο εκτιμούσε το κριτικό του έργο.

Ιδιαίτερα σημαντική επίδραση είχε το έργο του Πόε στη γαλλική  λογοτεχνία και ειδικότερα στον γαλλικό συμβολισμό. Ο Κάρολος Μπωντλαίρ μετέφρασε σχεδόν το σύνολο των πεζών του κειμένων, καθώς και αρκετά ποιήματα του. Σε επαφή με το έργο του ήρθε και ο ποιητής Στεφάν Μαλλαρμέ, ο οποίος επίσης μετέφρασε έργα του, ενώ αφιέρωσε δικά του ποιήματα στον Πόε. Επηρέασε σημαντικά και τον Ιούλιο Βερν, ο οποίος έγραψε ένα δοκίμιο για το έργο του, Poe et ses oeuvres (Ο Πόε και τα έργα του), ενώ το μυθιστόρημα του Η Σφίγγα των Πάγων (Le Sphinx des glaces), αποτελούσε συνέχεια της Αφήγησης του Άρθρουρ Γκόρντον Πυμ του Πόε. Ενδεικτικό της επίδρασης του Πόε στη Γαλλία, είναι επιπλέον το γεγονός πως οι ζωγράφοι Εντουάρ Μανέ  και Γκυστάβ Ντορέ φιλοτέχνησαν αναπαραστάσεις έργων του. Σε μεταγενέστερη περίοδο, ο Πωλ Βαλερύ και ο Μαρσέλ Προυστ υπήρξαν επίσης θαυμαστές του. Με αφετηρία τη Γαλλία, έργα του μεταφέρθηκαν στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στην Αγγλία, μεταξύ των λογοτεχνών που τα εκτίμησαν, υπήρξαν ο Άλγκερνον Σουίνμπουρν και ο Όσκαρ Ουάιλντ.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Έντγκαρ_Άλαν_Πόε

Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (1809-1892)

Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (27 Δεκεμβρίου 1809 – 16 Ιανουαρίου 1892) ήταν Φαναριώτης λόγιος, ρομαντικός ποιητής της Α’ Αθηναϊκής Σχολής, πεζογράφος, καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, πολιτικός και διπλωμάτης.

Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής
Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής 

Ο Βίος του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή

Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 27 Δεκεμβρίου του 1809, γιος του Ιάκωβου Ρίζου Ραγκαβή, αλλά τα παιδικά του χρόνια, 1813 -1821, τα πέρασε στο Βουκουρέστι, στην αυλή του ηγεμόνα της Βλαχίας  Αλέξανδρου Σούτσου, που ήταν συγγενής του, στην Στεφανούπολη (το σημερινό Μπρασόβ της Ρουμανίας) και την  Οδησσό της Ρωσίας (1821-1825), όπου φοίτησε στο Λύκειο και τελικά στο Μόναχο από το 1825, όπου φοίτησε στη Στρατιωτική Σχολή της  Βαυαρίας έχοντας υποτροφία από τον Βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκο τον Α΄, μέχρι το 1829.

Στην Ελλάδα (Ναύπλιο) εγκαταστάθηκε από το 1829, ως ανθυπολοχαγός του πυροβολικού, αλλά γρήγορα παραιτήθηκε, καθώς θεωρούσε ότι είχε αδικηθεί, αφού, όπως αναφέρει στα Απομνημονεύματά του, το κράτος, στην προσπάθεια να προσελκύσει ξένους αξιωματικούς στον Ελληνικό Στρατό, έδινε σ’ αυτούς δύο βαθμούς ανώτερους από αυτούς που είχαν στην πατρίδα τους. Μετά την παραίτησή του από τον στρατό σταδιοδρόμησε σε διοικητικές και κυβερνητικές θέσεις. Κατά τα έτη  1831-1841 υπηρέτησε ως Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας, (επεξεργάστηκε σχέδιο για την οργάνωση της Μέσης Εκπαίδευσης και του Πανεπιστημίου). Ήταν ο πρώτος γενικός γραμματέας της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας κατά την ίδρυσή της το 1837.

Μεταξύ 1841-1844 εργάστηκε στο Υπουργείο Εσωτερικών, όπου επεξεργάστηκε σχέδιο για την καταπολέμηση της ληστείας, ενός από τα σοβαρότερα προβλήματα που απασχολούσαν το νεοσύστατο κράτος.

Το 1844, όταν εφαρμόστηκε ο νόμος που απαγόρευε την υπηρέτηση ετεροχθόνων στο δημόσιο, απολύθηκε και διορίστηκε καθηγητής  Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Στην πνευματική ζωή της χώρας άρχισε να συμμετέχει ενεργά αμέσως μετά την άφιξή του στην Ελλάδα. Το ποίημά του Δήμος και Ελένη, που μαζί με τον Οδοιπόρο του Π. Σούτσου είναι το πρώτο έργο του αθηναϊκού ρομαντισμού, δημοσιεύτηκε το 1831 και ακολούθησε μεγάλος αριθμός  λογοτεχνικών αλλά και επιστημονικών έργων. Το 1847 άρχισε να εκδίδει το περιοδικό Ευτέρπη μαζί με τον φίλο και συμμαθητή του Γρηγόριο Καμπούρογλου. Από το 1849 αποχώρησε από την Ευτέρπη και συμμετείχε στην έκδοση του περιοδικού Πανδώρα, μαζί με τους Νικόλαο Δραγούμη και Κων/νο Παπαρρηγόπουλο. Σε αυτά τα περιοδικά δημοσίευσε και αρκετά από τα διηγήματά του, καθώς και το μυθιστόρημα Ο Αυθέντης του Μορέως και τη νουβέλα Ο Συμβολαιογράφος. Από το 1851 συμμετείχε στην κριτική επιτροπή των ποιητικών διαγωνισμών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Είχε μάλιστα επισημάνει τους κινδύνους από τις ακρότητες του ρομαντισμού, παρ’ όλο που το 1837 ο πρόλογός του στο δραματικό έργο του Φροσύνη  αποτελούσε κατά κάποιον τρόπο το μανιφέστο του ρομαντισμού στην Ελλάδα.

Το 1856-1859 διετέλεσε Υπουργός Εξωτερικών («Επί των Εξωτερικών και του Βασιλικού Οίκου γραμματεύς της Επικράτειας») στην Κυβέρνηση Δημητρίου Βούλγαρη 1855 και στην Κυβέρνηση Αθανασίου Μιαούλη 1857.

Το 1859 οι απόψεις του για την ενίσχυση των ελληνικών προϊόντων, αποτέλεσαν την αιτία δημιουργίας ενός κινήματος της νεολαίας με ηγέτη τον γιο του Κλέωνα και αποκορύφωμα τα Σκιαδικά. Το ίδιο έτος ήταν μέλος στην τριμελή επιτροπή των ελλανοδικών στο Καλλιτεχνικό Τμήμα των Α’ Ολυμπίων.

Το 1867 παραιτήθηκε από τη θέση του στο Πανεπιστήμιο, για να αφοσιωθεί στο διπλωματικό του έργο. Υπηρέτησε ως πρεσβευτής της  Ελλάδας στις ΗΠΑ από το 1867 (ο πρώτος Έλληνας πρεσβευτής εκεί), στην Κωνσταντινούπολη, στο Παρίσι το 1868 και στο Βερολίνο από το 1874 μέχρι το 1887, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. Ήταν ένας από τους Έλληνες πληρεξούσιους στο Συνέδριο του Βερολίνου το 1878.

Πέθανε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου του 1892.

Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής ο λόγιος

Ο Α. Ρ. Ραγκαβής ήταν ευρυμαθής λόγιος με πολλά ενδιαφέροντα. Το οικογενειακό του περιβάλλον ήταν περιβάλλον λογίων: αδερφός της μητέρας του ήταν ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός και ξαδέρφια του οι λογοτέχνες Αλέξανδρος και Παναγιώτης Σούτσος. Στην αυλή του ηγεμόνα Αλέξανδρου Σούτσου στο Βουκουρέστι, όπου έζησε από το 1813 ως το 1821 ήρθε σε επαφή με την ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Στο Μόναχο είχε παρακολουθήσει μαθήματα του Σέλλινγκ και μιλούσε άπταιστα 2-3 ξένες γλώσσες.

Ποιητικό έργο

Πρωτοεμφανίστηκε με το εκτενές αφηγηματικό ποίημα Δήμος και Ελένη το 1831, που είναι γραμμένο σύμφωνα με την τεχνική του  δημοτικού τραγουδιού και η γλώσσα του προσεγγίζει αρκετά την καθομιλουμένη. Την ίδια περίοδο επίσης έγραψε πολλά ποιήματα πατριωτικά, εμπνευσμένα από την ελληνική επανάσταση, τα οποία μιμούνται τους τρόπους του δημοτικού τραγουδιού. Το πιο γνωστό απ’ αυτά είναι Ο Κλέφτης. Σε αυτά τα ποιήματα, τα οποία βέβαια απευθύνονται στο ευρύτερο κοινό, η γλώσσα του προσεγγίζει τη δημοτική. Ένα από τα πιο αξιόλογα ποιήματά του είναι η Ωδή για τον Αθανάσιο Χριστόπουλο, ποίημα που επαινούσε και ο Διονύσιος Σολωμός. Τα πρώτα έργα του είναι επηρεασμένα από τον ρομαντισμό και στον πρόλογο του δραματικού έργου του Φροσύνη (1837) παρουσίαζε την  ρομαντική λογοτεχνική θεωρία και αυτοχαρακτηριζόταν ρομαντικός. Σταδιακά όμως απέρριψε τον ακραίο ρομαντισμό: οι απόψεις του και η γραφή του άρχισαν να μεταβάλλονται προς τον κλασικισμό και η γλώσσα του να γίνεται ακόμα περισσότερο αρχαΐζουσα. Παραδείγματα τέτοιων έργων είναι οι εκτενείς ποιητικές συνθέσεις Διονύσου πλους  (1864) και Γοργός ιέραξ (1871), με θέματα από την αρχαιότητα.

Το ποιητικό του έργο κινείται στο κλίμα της Α’ Αθηναϊκής Σχολής, υπερτερεί όμως σε σχέση με άλλα έργα των συγχρόνων του ποιητών αφού δεν έχει τα μειονεκτήματα του ατημέλητου ύφους και μέτρου και της έλλειψης ακριβολογίας. Η γλώσσα του είναι βέβαια αυστηρή καθαρεύουσα, αλλά πολύ κομψή και επιμελημένη.

Πεζογραφικό έργο

Στο πεζογραφικό του έργο δεσπόζει το ιστορικό μυθιστόρημα Ο Αυθέντης του Μορέως. Είναι το πρώτο νεοελληνικό ιστορικό μυθιστόρημα και ακολουθεί το πρότυπο του Sir Γουόλτερ Σκοτ. Έγραψε πολλά διηγήματα, σε μια εποχή που το αυτό το είδος δεν είχε γνωρίσει ακόμα την ανάπτυξη που γνώρισε αργότερα. Γι’ αυτό κάποιοι μελετητές τον χαρακτηρίζουν «πατέρα του νεοελληνικού διηγήματος». Τα διηγήματά του βέβαια σπανίως διαδραματίζονται στην Ελλάδα και δεν έχουν καμία σχέση με την ελληνική πραγματικότητα, με εξαίρεση το εκτενέστερο απ’ αυτά, Ο συμβολαιογράφος, ενώ κάποια είναι διασκευές ή παραφράσεις ξένων· αυτός και ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίον οι μεταγενέστεροι λογοτέχνες και κριτικοί τον «κατηγόρησαν» ότι δεν αξιοποίησε το συγγραφικό ταλέντο του για να δώσει «γνήσια ελληνικά» διηγήματα.

Θεατρικό έργο

Έγραψε αρκετά θεατρικά έργα, τραγικά και κωμικά, τα οποία όμως δεν γνώρισαν μεγάλη σκηνική επιτυχία κυρίως επειδή ήταν απρόσφορα για σκηνική παρουσίαση. Τα δραματικά του έργα είναι εμπνευσμένα από την ελληνική ιστορία, από την αρχαιότητα (Οι τριάκοντα), το βυζάντιο (Δούκας) ώς την ελληνική επανάσταση (Η παραμονή). Στα κωμικά του έργα, το πιο γνωστό από τα οποία είναι Του Κουτρούλη ο γάμος, επιχείρησε την μορφολογική αναγέννηση της κλασικής αριστοφανικής κωμωδίας, με χρήση αρχαϊκών μέτρων, χορικών και παράβασης.

Παράλληλα ο Ραγκαβής έπαιξε μεγάλο ρόλο και στην οργάνωση της θεατρικής ζωής της χώρας και συμμετείχε στις πρώτες προσπάθειες δημιουργίας θεατρικών φορέων και επιχειρήσεων (Φιλοδραματική Εταιρεία, Εταιρεία του εν Αθήναις Θεάτρου). Συχνά δίδασκε ηθοποιούς και επέβλεπε την προετοιμασία παραστάσεων και διοργάνωνε και ερασιτεχνικές παραστάσεις έργων με φοιτητές του Πανεπιστημίου.

Η Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας

Σημαντικό έργο του, ως προς την ιστορική του αξία, είναι η Ιστορία της νεοελληνικής φιλολογίας, πρώτη ως τότε συστηματική απόπειρα καταγραφής της ελληνικής λογοτεχνίας, στην οποία υπερασπίζεται τη λόγια γλώσσα και τη φαναριώτικη ποίηση. Θεωρεί ότι μόνο αυτή είναι άξια συνέχεια της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας. Απορρίπτει τη δημοτική γλώσσα ως ακατάλληλη για να εκφράσει υψηλά ποιητικά νοήματα και το δημοτικό τραγούδι ως προϊόν της αμάθειας του λαού, που επιβίωσε μόνο επειδή κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας δεν υπήρχε άλλη, αξιολογότερη παραγωγή. Απορρίπτει επίσης και την κρητική λογοτεχνία, ως μίμηση ξένων προτύπων και μη γνήσια γλώσσα, γεμάτη ιταλισμούς. Για την επτανησιακή σχολή γράφει ότι υπάρχουν βέβαια ποιητές με ταλέντο, αλλά δεν αποδέχεται τη δημοτική γλώσσα που χρησιμοποιούσαν. Όπως είναι φυσικό, καταλήγει σε έπαινο της Α’ Αθηναϊκής Σχολής και ιδιαιτέρως των δύο εξαδέρφων του,  Αλέξανδρου και Παναγιώτη Σούτσου στους οποίους αφιερώνει περισσότερες σελίδες απ’ ό,τι στον Κάλβο και τον Σολωμό! Απάντηση στην Ιστορία του Ραγκαβή έδωσε ο Ιούλιος Τυπάλδος με επιστολή προς τον Σπυρίδωνα δε Βιάζη, στην οποία ανασκευάζει όλες τις απόψεις του.

Η Εργογραφία του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή

Ποίηση

  • Δήμος και Ελένη, 1831
  • Διάφορα ποιήματα, τ.Α 1837, τ.Β 1840
  • Διονύσου πλους, 1864
  • Γοργός ιέραξ, 1871

(Στα Άπαντά του, τ.Α 1874 Λυρική ποίηση, Β 1874 Δραματική και διηγηματική ποίηση, Γ-Δ 1871 Δραματική ποίηση)

Θεατρικά έργα

Έγραψε επίσης τα ακόλουθα δραματικά έργα:

  • Του Κουτρούλη ο Γάμος (κωμωδία), 
  • Δούκας (τραγωδία),
  • Οι Τριάκοντα Τύραννοι,
  • Η Εύα (της ελληνικής επανάστασης),

τα ρομάντζα:

  • Ο Πρίγκιπας του Μοριά,
  • Λέιλα 
  • Ο συμβολαιογράφος

Πεζογραφία

  • Διάφορα Διηγήματα τ. Α 1855, τ.Β 1857, τ.Γ 1859
  • Ο Αυθέντης του Μορέως, ιστορικό μυθιστόρημα, 1850

(Στα Άπαντά του, τ.Η, Ι, ΙΑ Διηγήματα)

Άλλα έργα

  • Μεταφράσεις αρχαίων δραμάτων, Δάντη, Σαίξπηρ, Γκαίτε, Σίλλερ (Άπαντα τ. Ε-Ζ 1875,Θ 1875,ΙΒ 1885,Ιθ 1889)
  • Αρχαιολογικές μελέτες (΄Απαντα τ. ΙΓ-ΙΔ 1885, ΙΕ-ΙΖ 1889)
  • Απομνημονεύματα τ.Α 1894, τ.Β 1895, τ.Γ-Δ 1930
  • Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 1877 στα Γαλλικά και 1882 στα Γερμανικά
  • Περίληψις Ιστορίας της Νεοελληνικής Φιλολογίας 1887

https://el.wikipedia.org/wiki/Αλέξανδρος_Ρίζος_Ραγκαβής

Ο Γεώργιος Δροσίνης (1859-1951)

Ο Γεώργιος Δροσίνης (9 Δεκεμβρίου 1859 – 3 Ιανουαρίου 1951) ήταν Έλληνας ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος. Ήταν ένας από τους πρωτοπόρους της Νέας Αθηναϊκής Σχολής στην ποίηση και της  ηθογραφίας στην πεζογραφία. Η πρώτη ποιητική του συλλογή Ιστοί Αράχνης σηματοδότησε την εμφάνιση της Νέας Αθηναϊκής Σχολής ενώ το διήγημά του Χρυσούλα κέρδισε το πρώτο βραβείο στον πρώτο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Η Εστία» το 1883.

Ο Γεώργιος Δροσίνης
Ο  Γεώργιος Δροσίνης

Ο Βίος του Γεωργίου Δροσίνη

Ο Γεώργιος Δροσίνης γεννήθηκε σε ένα αρχοντικό της Πλάκας στην Αθήνα από γονείς Μεσολογγίτες. Ήταν γιος του Χρήστου Δροσίνη, που εργαζόταν ως ανώτατος υπάλληλος στο Υπουργείο Οικονομικών και της Αμαλίας Πετροκόκκινου, της οποίας η οικογένεια είχε κατεβεί στην Αθήνα με τον Καποδίστρια. Η οικογένεια του Δροσίνη, εκτός από εύπορη ήταν και γνωστή για τη συνεισφορά της στον  εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821. Παππούς του ήταν ο Γιώργης Καραγιώργης, που σκοτώθηκε στην Έξοδο του Μεσολογγίου το 1826 ενώ ο προπάππος του ήταν ο Καπετάν-Αναστάσης Δροσίνης, γνωστός και ως ο Πρωτοκλέφτης των Αγράφων.

Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών και μεταγράφηκε στη φιλοσοφική σχολή μετά από σύσταση του Νικόλαου Πολίτη. Το 1885 συνέχισε τις σπουδές του στην Ιστορία της τέχνης στο εξωτερικό, στα Πανεπιστήμια της Λειψίας, της Δρέσδης και του  Βερολίνου, στη Γερμανία, χωρίς όμως να πάρει κάποιο πτυχίο. Επίσης ανήκε στον κύκλο των προοδευτικών ποιητών (μαζί με τους Νίκο Καμπά και Κωστή Παλαμά) που επιδίωκαν να ανανεώσουν τον ποιητικό τους λόγο και να καθιερώσουν την δημοτική ως επίσημη γλώσσα της λογοτεχνίας.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού «Η Εστία», το οποίο μετέτρεψε σε καθημερινή  εφημερίδα το 1894. Παράλληλα με την λογοτεχνική προσφορά του, συνεισέφερε σημαντικά σε πολλούς τομείς της πνευματικής και κοινωνικής ζωής της χώρας: ήταν γραμματέας του «Συλλόγου προς διάδοση ωφελίμων βιβλίων» που είχε ιδρύσει ο Δημήτριος Βικέλας από το 1899. Ιδρυτής του Ημερολογίου της Μεγάλης Ελλάδας το 1922, διευθυντής του Τμήματος Γραμμάτων και Καλών Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας (1914-1920) και 1922-1923 και τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από την ίδρυσή της το 1926.

Το 1918 αγόρασε μαζί με τον αδελφό του το σπίτι του θείου τους Διομήδη Κυριακού στην Κηφισιά και από το 1939 έμενε μόνιμα στο οίκημα αυτό που είχε μετονομασθεί σε έπαυλη Αμαρυλλίδα. Έζησε εκεί τα δύσκολα χρόνια του πολέμου και της κατοχής μέχρι το τέλος της ζωής του την 3 Ιανουαρίου 1951. Το σπίτι αυτό έχει αναπαλαιωθεί, είναι σήμερα ιδιοκτησία του Δήμου Κηφισιάς και στεγάζει τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κηφισιάς από το 1991 και το Μουσείο Δροσίνη από το 1997.

Στο μουσείο αυτό υπάρχει μέσα ολόκληρο το έργο του Δροσίνη και το οποίο περιλαμβάνει: Τις πρώτες εκδόσεις των βιβλίων του, Περιοδικά και λεξικά, προσωπικά αντικείμενα του ποιητή και πλούσιο λαογραφικό υλικό.

  • Στον 1ο όροφο βρίσκεται ή δανειστική βιβλιοθήκη και το τμήμα των ηλεκτρονικών υπολογιστών με ελεύθερη πρόσβαση στο Ίντερνετ.
  • Η αριστερή αίθουσα του 2ου ορόφου περιλαμβάνει: Συλλογές βιβλίων παλιά αναγνωστικά, οικογενειακές φωτογραφίες και τις πρώτες εκδόσεις του Ιστορικού λεξικού της Νέας Ελληνικής της Ακαδημίας των Αθηνών, το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών που απονεμήθηκε στον Δροσίνη, την ιδιόγραφη διαθήκη του και διάφορα άλλα προσωπικά αντικείμενά του.
  • Η δεξιά αίθουσα του 2ου ορόφου περιλαμβάνει: Ολόκληρο το λογοτεχνικό έργο του καθώς φυλάσσονται μεταφρασμένα παραμύθια, παρτιτούρες με μελοποιημένα ποιήματα, παλιοί τόμοι των εικονογραφημένων περιοδικών Εστία, της Διάπλασης Των Παίδων, Σχολικά Βοηθήματα, την λαογραφική βιβλιοθήκη, Το Ημερολόγιο Της Μεγάλης Ελλάδας, Χειρόγραφα, Επιστολές, Σχετικά άρθρα από ελληνικές και ξένες εφημερίδες, Προσωπικά του είδη και το Παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής που του απονεμήθηκε για την πνευματική του προσφορά.
  • Ο 3ος όροφος είναι ειδικά διαμορφωμένος για τις επισκέψεις μαθητών. Περιλαμβάνει αφιερώματα του ίδιου του λογοτέχνη και των ηρώων των ποιημάτων του όπως της Αμαρρυλίδος, της Αμυγδαλιάς και του Μπάρμπα-Δήμου, ένα παλιό γραμμόφωνο με δίσκους, λαογραφικό υλικό και αφίσες από πίνακες γνωστών ζωγράφων και οι οποίες τυπώθηκαν στην Λειψία για λογαριασμό του περιοδικού της Εστίας.

Στο μουσείο οργανώνονται εκπαιδευτικές ξεναγήσεις σε ομάδες επισκεπτών και σε μαθητές σχολείων.

Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Γεώργιος Δροσίνης μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους διανοούμενους ολόκληρου του κόσμου με την οποία αφενός μεν καυτηριαζόταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.

Τιμήθηκε με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών της «Ακαδημίας Αθηνών», ενώ το 1947 προτάθηκε από το Ελληνικό Κράτος για το βραβείο Νόμπελ, σε αναγνώριση της αξίας του έργου του, το οποίο τελικά απονεμήθηκε στο Γάλλο λογοτέχνη Αντρέ Ζιντ (André Gide).

Το έργο του Γεωργίου Δροσίνη

Ο Γ. Δροσίνης ασχολήθηκε εξίσου με την πεζογραφία και την ποίηση, αλλά σημαντικότερο θεωρείται το ποιητικό του έργο. Άρχισε να δημοσιεύει τα πρώτα ποιήματά του το 1878 στην εφημερίδα «Ραμπαγάς», με το ψευδώνυμο «Αράχνη». Ανήκε στον κύκλο των προοδευτικών ποιητών, που επεδίωκαν να ανανεώσουν τον ποιητικό λόγο, να τον απαλλάξουν από τον στόμφο και την απαισιοδοξία της Α’ Αθηναϊκής Σχολής και να καθιερώσουν την δημοτική ως επίσημη γλώσσα της λογοτεχνίας. Η χρονολογία έκδοσης της πρώτης του ποιητικής συλλογής, το 1880, είναι το ορόσημο της εμφάνισης της Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Ο Δροσίνης συνέχισε να υπηρετεί την ποίηση ως το τέλος της ζωής του, χωρίς όμως η ποιητική του τέχνη να παρουσιάσει κάποια εξέλιξη.

Τα πεζογραφικά έργα του Δροσίνη εντάσσονται στον χώρο της  ηθογραφίας: απεικονίζουν σκηνές από την αγροτική ζωή, ήθη, έθιμα και παραδόσεις του λαού της υπαίθρου. Ο συγγραφέας εξ άλλου ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τη Λαογραφία (ήταν ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας) και είχε ασχοληθεί με τη συλλογή τραγουδιών, εθίμων και παραδόσεων. Το κύριο γνώρισμά των μυθιστορημάτων και των διηγημάτων του είναι ο ειδυλλιακός  χαρακτήρας. Παρ’ όλο που στην ποίηση ήταν ένας από τους πρωτοπόρους του δημοτικισμού, οι γλωσσικές του επιλογές στην πεζογραφία ήταν συντηρητικότερες, κάτι που αποτελεί μια από τις βασικές αδυναμίες του πεζογραφικού του έργου.

Ποίηση

  • Ιστοί Αράχνης, 1880
  • Σταλακτίται, 1881
  • Ειδύλλια , 1884
  • Αμάραντα , 1890
  • Γαλήνη (1891-1902) , 1902
  • Φωτερά Σκοτάδια (1903-1914) , 1915
  • Κλειστά βλέφαρα (1914-1917) , 1918
  • Πύρινη Ρομφαία-Αλκυονίδες (1912-1921), 1921
  • Το μοιρολόι της όμορφης, 1927
  • Θα βραδιάζη (1915-1922), 1930
  • Είπε: (1912-1932), 1932
  • Φευγάτα Χελιδόνια (1911-1935), 1936
  • Σπίθες στη στάχτη, 1940
  • Λαμπες, 1947

Μυθιστορήματα

  • Αμαρυλλίς, 1886
  • Το βοτάνι της ζωής, 1901
  • Το βοτάνι της αγάπης, 1901
  • Έρση (μυθιστόρημα), 1922
  • Ειρήνη (μυθιστόρημα), 1945

Συλλογές διηγημάτων

  • Αγροτικαί επιστολαί, 1882
  • Διηγήματα και αναμνήσεις, 1886
  • Διηγήματα των αγρών και της πόλεως, 1904
  • Το ανθισμένο ξύλο-Τρεις εικόνες (διηγήματα), 1948

Παραμύθια

  • Παιδικά παραμύθια, 1889
  • Ελληνική Χαλιμά. Τα ωραιότερα παραμύθια του ελληνικού λαού, 1921 και 1926

Άλλα

  • Παράδοξος γάμος (κωμωδία μονόπρακτη), 1878
  • Το μήλον (κωμωδία), 1884
  • Τρεις ημέραι εν Τήνω 1888
  • Αι μέλισσαι 1890
  • Αι όρνιθες 1895
  • Το ψάρευμα 1908
  • Συλλογαί φυσικής ιστορίας 1912
  • Οι τυφλοί 1924
  • Η σκοπευτική άσκησις του έθνους 1938
  • Ο κυνηγός 1948
  • Ημερολόγιο της πολιορκίας του Μεσολογγίου 1958
  • Γεώργιος Νάζος 1966
  • Επιστολαί του Νικολάου Γύζη 1969
  • Ο Μπαρμπα-Δήμος 1974
  • Θαλασσινά τραγούδια 1884
  • Ιστορικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, εκδόσεις δωρική 1972

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Γεώργιος_Δροσίνης

Ο Γιάννης Σκαρίμπας (1893-1984)

Ο Γιάννης Σκαρίμπας αν και γεννημένος στην Αγία Ευθυμία της Παρνασσίδας, ταυτίστηκε με τη Χαλκίδα, καθώς η πόλη αποτελεί σημείο αναφοράς στα κείμενά του. Mιλάει γι’ αυτήν με έναν βαθύτατο ερωτισμό σαν να απευθύνεται σε αγαπημένη γυναίκα.

Ο Γιάννης Σκαρίμπας, ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας
Ο Γιάννης Σκαρίμπας

Ο Βίος του Γιάννη Σκαρίμπα

Ο Γιάννης Σκαρίμπας γεννήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου του 1893 στην Αγία Ευθυμία της Παρνασσίδας από τον Ευθύμιο Σκαρίμπα και την Ανδρομάχη Σκαρτσίλα. Ήταν γόνος ιστορικής οικογένειας, αφού ο πατέρας του, Ευθύμιος Σκαρίμπας, ήταν απόγονος αγωνιστών της Επανάστασης του 1821. Ξεκίνησε τις εγκύκλιες σπουδές του στο σχολαρχείο του Αιγίου και τις ολοκλήρωσε στην Πάτρα στο Α’ Γυμνάσιο Πατρών. Υπηρέτησε στον Ελληνικό Στρατό ως ανθυπασπιστής στο 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων. Διορίστηκε τελωνοσταθμάρχης στην Ερέτρια (πρώην Νέα Ψαρά) και το 1915 εγκαταστάθηκε στη Χαλκίδα, για να εργαστεί εκεί ως εκτελωνιστής.

Εκεί, στη Χαλκίδα, όπου εγκαταστάθηκε μετά το γάμο του με την Ελένη Κεφαληνίτη, το 1919, άνοιξε τελωνειακό γραφείο, απέκτησε πέντε παιδιά και έζησε μια ζωή εμπόλεμη, δημιουργώντας έργα αιφνιδιαστικά, πρωτότυπα, ανεξάρτητα από σχολές και ρεύματα, μνημεία μιας προσωπικής τέχνης και υλικά μιας δικής του μυθολογίας.

Ο Γιάννης Σκαρίμπας ταυτίστηκε με τη Χαλκίδα –όπως ο Καρυωτάκης με την Πρέβεζα, ο Καβάφης με την Αλεξάνδρεια, ο Παπαδιαμάντης με τη Σκιάθο–, την έκανε σημείο αναφοράς στην ποίησή του, της έδωσε υπόσταση ερωτικού αντικειμένου και, ως σύμβολο ή ως μεταφορά, η επαρχιακή αυτή πόλη του μεσοπολέμου έγινε η σφραγίδα του ποιητικού του κόσμου.

Το έργο του Γιάννη Σκαρίμπα

Ο Γιάννης Σκαρίμπας εμφανίστηκε στα γράμματα κατά τη δεκαετία του 1910 με ποιήματα και πεζά που δημοσίευσε σε διάφορα περιοδικά της Αθήνας και στις εφημερίδες Εύριπος και Εύβοια της Χαλκίδας, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Κάλλις Εσπερινός. Η πρώτη του επίσημη εμφάνιση με το πραγματικό του όνομα έγινε το 1929, σε μια περίοδο που η λογοτεχνία περνούσε κρίση, καθώς οι συγγραφείς εκείνου του καιρού (Καρκαβίτσας, Θεοτόκης κ.α.), επαναλάμβαναν σχεδόν ο ένας τον άλλον, χωρίς να προσθέτουν τίποτα καινούργιο. Για αυτή του την εμφάνιση έλαβε το Α΄ βραβείο διηγήματος για το πεζό «Ο καπετάν Σουρμελής ο Στουραΐτης», το οποίο δημοσίευσε στο περιοδικό Ελληνικά Γράμματα. Βραβεύεται ακόμα για τη συλλογή διηγημάτων του «Καημοί στο Γριπονήσι» σε λογοτεχνικό διαγωνισμό και εξέδωσε τις συλλογές «Το θείο τραγί» και «Η μαθητευόμενη των τακουνιών». Έγραψε και μυθιστορήματα μεταξύ των οποίων είναι ο «Μαριάμπας», «Το σόλο του Φίγκαρο», «Το Βατερλώ των δυο γελοίων», το θεατρικό «Ο ήχος του κώδωνος» και τις ποιητικές συλλογές «Ουλαλούμ» και «Ευατούληδες».

Ξεχωριστή περίπτωση για την ελληνική λογοτεχνία ο Γιάννης Σκαρίμπας, ασχολήθηκε με όλα σχεδόν τα είδη της, ως ποιητής, πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Yπήρξε βιβλιοκριτικός και αιφνιδίασε ως οργισμένος αρθρογράφος ή επιστολογράφος. Δικομανής αλλά και μανιώδης καραγκιοζοπαίχτης, (δημιούργησε όλες τις φιγούρες του θεάτρου σκιών), ο Σκαρίμπας ήταν μια μοναδική, αυθεντική προσωπικότητα που έζησε και δημιούργησε στη Xαλκίδα, φιλοδοξώντας μάλιστα να την προάγει σε κέντρο της περιφερειακής λογοτεχνίας, γιατί πίστευε -πιθανόν δεν είχε άδικο- ότι οι επαρχιώτες συγγραφείς αγνοούνται ή παραγκωνίζονται από τους Aθηναίους συναδέλφους τους.

Ο Γιάννης Σκαρίμπας και ο υπερρεαλισμός

Το έργο του, εντυπωσιακό σε έκταση και ποικιλία, σημαδεύτηκε από την έντονη αντιδικία του με τις καθιερωμένες αξίες της ζωής και του αστικού πολιτισμού. Σουρεαλιστής χρησιμοποιεί τη γλώσσα με τρόπο αναρχικό και παράδοξο ενώ καταστρέφει τους παραδοσιακούς θεσμούς της αφήγησης, παραβιάζει τη σύνταξη και τη γραμμική της τάξη και καταγράφει την πραγματικότητα όπως εκείνος την εννοεί και την αντιλαμβάνεται. Εισήγαγε επίσης υπερρεαλιστικά στοιχεία στην ελληνική πεζογραφία. Ο Γιάννης Σκαρίμπας υπήρξε ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα γιατί τόσο το εικονοπλαστικό του ύφος όσο και ή ιδιόρρυθμη γλώσσα πού χρησιμοποίησε στα έργα του, προκάλεσε αίσθηση για την εποχή εκείνη. Θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους της ελληνικής λογοτεχνίας, ενώ τον διακατείχε ένα ιδιαίτερο πάθος και αγάπη για τον Καραγκιόζη, τον οποίο θεωρούσε το γνησιότερο είδος λαϊκού θεάτρου, αφού μέσα από αυτόν εκφράζονταν τα όνειρα και οι καημοί του λαού.

Το τέλος του Γιάννη Σκαρίμπα

Ο μπαρμπα-Γιάννης Σκαρίμπας, όπως ήταν γνωστός στους φίλους του, έζησε όλη του τη ζωή στη Χαλκίδα και ταξίδεψε ελάχιστα. Πέθανε στις 21 Ιανουαρίου 1984 και τάφηκε στο κάστρο του Καράμπαμπα.

Η προτομή του, φιλοτεχνημένη από τον σπουδαίο Ευβοιώτη γλύπτη Αντώνη Καραχάλιο, βρίσκεται στην Χαλκίδα. Στην βάση της υπάρχει πλάκα με στίχους ενός από τα γνωστότερα ποιήματα του Γιάννη Σκαρίμπα εξαιτίας και της μελοποίησης του.

Φίλοι του Γιάννη Σκαρίμπα

Οι συντοπίτες του, που τον γνώρισαν και τον αγάπησαν, δύο μήνες μετά το θάνατό του (1984) ίδρυσαν τον Πολιτιστικό Σύλλογο «Φίλοι του Σκαρίμπα» τιμώντας μέχρι σήμερα τη μνήμη του. Δημιούργησαν, ακόμη, με τη βοήθεια του δήμου «Mουσείο Σκαρίμπα», όπου στεγάζονται τα περισσότερα αντικείμενα της προσωπικής του ζωής, οι εκδόσεις όλων των βιβλίων του, ό,τι γράφτηκε γι’ αυτόν από πνευματικούς ανθρώπους, οι φιγούρες του Kαραγκιόζη που έφτιαχνε και γενικά ό,τι έχει σχέση με τον ίδιο και το έργο του.

Ο Γιάννης Σκαρίμπας σήμερα

Αρκετοί συνθέτες και τραγουδοποιοί έχουν μελοποιήσει ποιήματα του μεγάλου Χαλκιδέου συγγραφέα και ποιητή. Ανάμεσα τους και οι Γιάννης Σπανός και Διονύσης Τσακνής. Ο Διονύσης Τσακνής μελοποίησε 12 ποιήματα του και πραγματοποίησε την μουσική παράσταση Εαυτούληδες στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Η εργογραφία του Γιάννη Σκαρίμπα

  • Καϋμοί στο Γριπονήσι, διηγήματα (1930)
  • Το θείο τραγί, διηγήματα (1933)
  • Μαριάμπας, μυθιστόρημα (1935)
  • Ουλαλούμ, ποιήματα (1936)
  • Το σόλο του Φίγκαρω, μυθιστόρημα (1939)
  • Εαυτούληδες, ποιήματα (1950)
  • Ο ήχος του κώδωνος, θέατρο (1950)
  • Το Βατερλώ δύο γελοίων, μυθιστόρημα (1959)
  • Η μαθητευομένη των τακουνιών, τρεις νουβέλες (1961)
  • Βοϊδάγγελοι, ποιήματα (1968)
  • Άπαντες στίχοι, ποιήματα (1970)
  • Το ’21 και η αλήθεια, Η τράπουλα και Οι γαλατάδες, ιστορία (1971–1977)
  • Ο σεβαλιέ σερβάν της Κυρίας, θέατρο (1971)
  • Η περίπολος Ζ΄, χρονικό από τον Α΄ Παγκ. Πόλεμο (1972)
  • Τυφλοβδομάδα στη Χαλκίδα, διηγήματα (1973)
  • Φυγή προς τα εμπρός, μυθιστόρημα (1976)
  • Τρεις άδειες καρέκλες, διηγήματα (1976)
  • Αντι-Καραγκιόζης ο Μέγας, θέατρο (1977)
  • Τα πουλιά με το λάστιχο, χρονογραφήματα (1978)
  • Τα καγκουρώ, θέατρο (1979)
  • Σπαζοκεφαλιές στον ουρανό, αντιδιηγήματα (1979)
  • Η κυρία του τραίνου, θέατρο (1980)
  • Ο πάτερ Συνέσιος, θέατρο (1980)

https://eviaportal.gr