Εκκλησία της Ανατολής (19ος αιώνας)

Τι πρέπει να σκεφτεί κανείς για μια Εκκλησία της οποίας ο ηγέτης, αντί να οριστεί από το Άγιο Πνεύμα, πολύ συχνά διορίζεται από το σουλτάνο ή τον πρώτο βεζύρη του, οι οποίοι αποστρέφονται ό,τι χριστιανικό! Τι πιο λυπηρό από το να βλέπεις τους ίδιους τους Έλληνες να είναι δημιουργοί αυτής της απέχθειας.

Εκκλησία της Ανατολής
Έλληνας παπάς και Ορθόδοξος επίσκοπος

Οι Τούρκοι δεν απαίτησαν ποτέ τίποτα, εκτός από ένα χρηματικό ποσόν για να εκχωρήσουν τα δικαιώματα στο νέο Πατριάρχη. Πρώτοι οι Έλληνες έθεσαν το Πατριαρχείο σε πλειστηριασμό χωρίς να περιμένουν, όπως προβλεπόταν, το θάνατο του αρχιερέα τους. Το αξίωμα αυτό πωλείται σήμερα 60.000 τάλιρα. Το ποσό αυτό δίνεται για την επικύρωση μιας κανονικής εκλογής: πολύ συχνά ο Πατριάρχης εκθρονίζει κάποιον άλλο και υπάρχουν περιπτώσεις που, αφού απώλεσαν τη θέση τους, μια ή δυο φορές, επανήλθαν στον άμβωνα τους.

Υπάρχουν άγια πρόσωπα στην Ελληνική Εκκλησία που δεν θα ήθελαν να αγοράσουν το αξίωμα αυτό σε οποιαδήποτε τιμή και που μετά την εκλογή τους, με πράξη κανονικού Δικαίου από τους επισκόπους, να δίνουν στο βεζύρη το σύνηθες ποσόν με μόνο σκοπό να αποκτήσουν προνόμια.

Ο νέος Πατριάρχης κοινοποιεί τη διαταγή του σουλτάνου σε όλους τους αρχιεπισκόπους και επισκόπους του κλήρου του. Επίσης δεν προσφωνείται απλώς με τον τίτλο «η Αγιότητα Σας» αλλά «η Παναγιότητα Σας». Ντύνεται πάντα ως απλός καλόγερος και ασπάζονται το χέρι του ή το κομποσκοίνι του.

Η ιεραρχία της Ελληνικής Εκκλησίας αποτελείται από μερικούς Πατριάρχες οι οποίοι αναγνωρίζουν ως αρχηγό αυτόν της Κωνσταντινούπολης. Οι Πατριάρχες αυτοί είναι: των Ιεροσολύμων, της Αντιόχειας, της Αλεξάνδρειας. όλες ο άλλες ελληνικές Εκκλησίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εξαρτώνται άμεσα από τον Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης. Τους Πατριάρχες ακολουθούν οι αρχιεπίσκοποι και αυτών έπονται οι επίσκοποι. Έπειτα ακολουθούν οι αρχιμανδρίτες, ύστερα οι παπάδες και τέλος οι καλόγεροι. Όταν χαιρετούν ένα αρχιεπίσκοπο ή έναν επίσκοπο, του φιλούν το χέρι και τον αποκαλούν «η Πανιεροσύνη Σας» ή «η Μακαριότητα Σας». Τους ιερείς τους προσφωνούν με την προσφώνηση «η Αγιότητα Σας».

Οι παπάδες και οι καλόγεροι ξεχωρίζουν από μια λευκή ταινία μεγέθους περίπου ενός δαχτύλου, που φαίνεται στο κάτω μέρος του καλύμματος των παπάδων. Σε πολλές περιοχές οι παπάδες και οι καλόγεροι φορούν ένα μάλλινο μαύρο ρούχο μέσα από τη σκούφια τους το οποίο κρέμεται στον ώμο τους. Αυτό τους δίνει ύφος ιεράρχη. όλοι οι σκούφοι είναι το ίδιο μοντέλο και φτιάχνονται στο Άγιο Όρος. Το ένδυμα τους, μαύρο ή σκούρο, είναι ένα ράσο πολύ απλό, πάνω στο οποίο βάζουν μια ζώνη με τα ίδια χρώματα.

Οι καλόγεροι στην Ελληνική Εκκλησία

Οι καλόγεροι ανήκουν στο τάγμα του Αγίου Βασιλείου. Δεν υπάρχει κάτι παράξενο στην ενδυμασία τους. Το σώμα αυτό εφοδιάζει όλους τους ιεράρχες της Ελληνικής Εκκλησίας. Οι παπάδες στην ουσία δεν είναι παρά απλοί λαϊκοί ιερείς και δεν μπορούν να γίνουν εφημέριοι και πρωθιερείς. Ο πρώτος τίτλος που απονέμεται σε αυτούς που προορίζονται για την εκκλησία είναι του Αναγνώστη, που καθήκον του έχει να διαβάσει την Αγία Γραφή στο λαό τις ημέρες των μεγάλων εορτών. Οι αναγνώστες γίνονται ψάλτες, κατόπιν υποδιάκονοι και ψάλλουν τις επιστολές των Αποστόλων στη λειτουργία. Στη συνέχεια γίνονται διάκονοι και ψάλλουν το Ευαγγέλιο. η τελευταία τάξη είναι η ιεροσύνη. όσον αφορά την κληρικότητα, δεν την υπολογίζουν ως εκκλησιαστική τάξη. Ονομάζουν κληρικό, οποιοδήποτε άτομο ανήκει στο σώμα του κλήρου. Οι παπάδες επιτρέπεται να νυμφευθούν μόνο μία φορά στη ζωή τους.

Οι καλόγεροι δεν λειτουργούν, αν θέλουν να διατηρηθούν στο μοναχικό τάγμα τους. ν γίνουν ιερείς γίνονται ιερομόναχοι και λειτουργούν μόνο τος μεγάλες εορτές. Γι΄αυτό σε όλες τις μονές υπάρχουν παπάδες. Όσοι επιθυμούν να γίνουν καλόγεροι απευθύνονται σε ιερομόναχο για να λάβουν το μοναχικό ένδυμα και η τελετή αυτή στοιχίζει περίπου δώδεκα τάλιρα. Πριν από την παρακμή της Ελληνικής Εκκλησίας, ο ηγούμενος της μονής εξέταζε υποψήφιο μοναχό με προσοχή και για να δοκιμάσει την κλίση του τον υποχρέωνε να μείνει 3 χρόνια μέσα στο μοναστήρι. Μετά τη λήξη αυτού του χρονικού ορίου, αν ο υποψήφιος επέμενε στο όραμα του, ο ηγούμενος τον οδηγούσε στην εκκλησία και του απηύθυνε σχετικά με την περίσταση λόγια.

Σήμερα δεν υπάρχει πια πειθαρχία μεταξύ των Ελλήνων. Δέχονται τους κληρικούς από πολύ νέους, και ιδιαίτερα στις μονές, όπου συχνά πρόκειται για τους γιους των παπάδων, που τους μαθαίνουν γραφή και ανάγνωση. Εξάλλου τους χρησιμοποιούν για τις χειρότερες εργασίες, κι αυτό θεωρείται ως μαθητεία. Στα πιο οργανωμένα μοναστήρια, ο χρόνος επιμηκύνεται για ακόμη δύο χρόνια μετά τη λήψη του ενδύματος. Πρόκειται για τις μονές του Αγίου Όρους, του Αγίου Λουκά στη Θήβα, του Αρκαδίου της Κρήτης, της Νέας Μονής στη Χίο, του Μαυροβολίου στον Βόσπορο, των μοναστηριών στα Πριγκιποννήσια κ.α.

Αναχωρητές και ασκητές στην Ελληνική Εκκλησία

Υπάρχουν τοποθεσίες στην Ελλάδα όπου οι καλόγεροι διαχωρίζονται σε αναχωρητές και ασκητές ή ερημίτες. Οι αναχωρητές διαβιούν από κοινού τρεις ή τέσσερις μαζί σε οικία που εξαρτάται από τη μονή και από την οποία την ενοικιάζουν δια βίου. Διαθέτουν το εκκλησάκι και μετά την προσευχή τους καλλιεργούν λαχανικά, αμπέλια, ελαιόδεντρα, συκιές και άλλα δέντρα που τους προσφέρουν τους καρπούς της χρονιάς. οι μοναχοί αυτοί διαφέρουν από τους συμβατικούς μόνο επειδή επικοινωνούν λιγότερο με τον κόσμο και ζουν σε ολιγάριθμη ομάδα στο καταφύγιο τους.

Εκκλησάκια

Χωρίς αμφιβολία ο μεγάλος αριθμός αυτών των ανθρώπων πολλαπλασίασε τα ξωκκλήσια στην Ελλάδα. Καθημερινά έχτιζαν καινούργια μολονότι έπρεπε να αγοράσουν την άδεια από τον καδή. Μάλιστα απαγορευόταν να αναστηλώσουν όσα είχαν πέσει ή καεί πριν πληρώσουν τέλη στον ανώτερο αξιωματούχο. Κάθε παπάς πιστεύει ότι δικαιούται να κατέχει ένα εκκλησάκι.

Οι Έλληνες χρησιμοποιούν μικρές καμπάνες. Από τότε που οι Τούρκοι τους απαγόρευσαν τη χρήση, κρεμούν με σκοινί πάνω στα κλαδιά δένδρων σιδερένια μεταλλικά ελάσματα παρόμοια με αυτά που χρησιμοποιούν για να καλύπτουν τις ρόδες των κάρων. Έχουν σχήμα κυρτό, πάχος περίπου μισό δάχτυλο, φάρδος τρία-τέσσερα δάχτυλα και στο μήκος τους έχουν μικρές τρύπες. Χτυπούν δυνατά πάνω στα ελάσματα με μικρά σιδερένια σφυριά για να ειδοποιήσουν τους καλόγερους να προσέλθουν στη εκκλησία.

Ορθόδοξη Εκκλησία: 1453-1821

Η θρησκεία αποτελούσε και συνεχίζει να αποτελεί σημείο αναφοράς όλων των λαών. Το «ομόθρησκον» είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά που χρησιμοποιούνται για να αποδείξουν την ενότητα αλλά και την ομοιότητα τους οι Έλληνες. Τι συνέβη όμως με τον κύριο εκφραστή της θρησκείας των Ελλήνων, την Ορθόδοξη Εκκλησία, από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και μετά;

Ορθόδοξη Εκκλησία
Ο Γεννάδιος Σχολάριος με τον Μωάμεθ Β’

Οι κατακτητές, σύμφωνα με τον ιερονομικό κώδικα των μωαμεθανών, το Κοράνιο, αλλά και για άλλους λόγους, πολιτικού και οικονομικού συμφέροντος, έδειξαν ανεκτικοί απέναντι στις θρησκευτικές εθνικές ιδιαιτερότητες των ραγιάδων. Οι υπόδουλοι Έλληνες εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός αυτό και συσπειρώθηκαν γύρω από την εκκλησιαστική τους εξουσία, την οποία περιόρισε, αλλά δεν κατήργησε ο σουλτάνος. Έτσι, διαχώρισαν τον εαυτό τους από τους αλλόθρησκους Τούρκους (ή ακόμη και με τους ετερόδοξους Φράγκους).

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και τη κατάλυση της πολιτικής εξουσίας, η Ορθόδοξη Εκκλησία παρέμεινε πλέον ο μόνος εκπρόσωπος και αρχηγός των υπόδουλων Ορθοδόξων, σύμφωνα με το σύστημα των Millet, δηλαδή της διαίρεσης των υποταγμένων με βάση μόνο τους θρησκευτικούς δεσμούς, που υιοθέτησε από την αρχή της κυριαρχίας ο οθωμανικός κρατικός μηχανισμός. Ο ίδιος ο Μωάμεθ Β’ φρόντισε για την αποκατάσταση της εκκλησιαστικής διοίκησης και επιδίωξε να ρυθμίσει τις σχέσεις του με το Πατριαρχείο και μέσω αυτού με το χριστιανικό ποίμνιο. Με εντολή του, συγκλήθηκε στις αρχές Ιανουαρίου 1454, Σύνοδος Επισκόπων στην Κωνσταντινούπολη και εξέλεξε νέο Πατριάρχη το μοναχό Γεννάδιο. Μετά την εγκατάσταση του νέου Πατριάρχη εκδόθηκε αυτοκρατορικό διάταγμα (βεράτι) με σειρά προνομίων, δυνάμει των οποίων ο επικεφαλής της Ορθόδοξης Εκκλησίας κατέστη Εθνάρχη. Τα προνόμια αυτά διαιρούνται σε εκκλησιαστικά και πολιτικά.

Σύμφωνα με τα εκκλησιαστικά ο Πατριάρχης μπορούσε να:

  1. να ασκεί ανώτατη εποπτεία επί του ορθόδοξου κλήρου, των ναών, των μοναστηριών, καθώς και της περιουσίας αυτών.
  2. να δικάζει κληρικούς για παραπτώματα όχι μόνο εκκλησιαστικής φύσεως, αλλά και πολιτικής
  3. να αποφασίζει μαζί με την Πατριαρχική Σύνοδο των αρχιερέων, για κάθε ζήτημα δογματικό, ή πολιτικό, που αφορούσε την Ορθόδοξη Εκκλησία
  4. να επιβάλλει ποινές στους απειθούντες
  5. να διορίζει, να μεταθέτει και να παύει τους υπ’ αυτόν κληρικούς, σχεδόν χωρίς έλεγχο, αφού η Υψηλή Πύλη εξέδιδε -κατά κανόνα- χωρίς αντίρρηση τα ανάλογα φιρμάνια.

Σύμφωνα με τα πολιτικά ο Πατριάρχης μπορούσε:

  1. να ιδρύει σχολεία, να διορίζει δασκάλους και να φροντίζει γενικά για την εκπαίδευση
  2. να ρυθμίζει αστικές υποθέσεις που αφορούσαν τους Ορθόδοξους και συνδέονταν -άμεσα ή έμμεσα- με τον θρησκευτικό βίο (γάμοι, βαπτίσεις, διαζύγια, επιτροπείες ανηλίκων, κληρονομιές κ.λ.π.)
  3. να αποφασίζει και για άλλες αστικές υποθέσεις, οικονομικές δοσοληψίες ή κτηματικές διαφορές κ.λ.π
  4. να επιβέλλει φορολογία σε λαϊκούς και κληρικούς, για την αντιμετώπιση οικονομικών αναγκών της Εκκλησίας
  5. να διατηρεί ειδικούς υπαλλήλους για την είσπραξη φόρων
  6. να εισηγείται στην Υψηλή Πύλη την αποκατάσταση γενομένων αδικιών ή να προβαίνει σε παραστάσεις υπέρ των υποδούλων

Η σουλτανική αυτή ενέργεια υπήρξε αποφασιστική για την τύχη των Ελλήνων. Ωστόσο, δεν πρέπει να παρερμηνευτεί, ως προς τα αληθινά της κίνητρα. Οι λόγοι, για τους οποίους παραχωρήθηκαν τα προνόμια αυτά στον ορθόδοξο Πατριάρχη και, κατά συνέπεια, στους διαδόχους του, δεν υπαγορεύονταν μόνο από τις διατάξεις του Ισλάμ, που συνιστούσε στους μωαμεθανούς ηγεμόνες να τηρούν στάση ανοχής απέναντι στους λαούς της Βίβλου, δηλαδή Εβραίους και Χριστιανούς. Ο Μωάμεθ ορμήθηκε προπαντός από πολιτικούς λόγους: η εκχώρηση προνομίων στο Πατριαρχείο παρείχε στους Τούρκους τη δυνατότητα να κυβερνούν ευχερέστερα τους Χριστιανούς, δεδομένου ότι ο Πατριάρχης αναλάμβανε την υποχρέωση, απέναντι στο κυρίαρχο οθωμανικό κράτος, να τηρεί σε υποταγή τους πιστούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Παράβαση ή αδυναμία εκπλήρωσης της υποχρέωσης αυτής συνεπαγόταν καθαίρεση ή θάνατο για τον Πατριάρχη, που ήταν υπεύθυνος για κάθε επαναστατική ενέργεια ή ακόμα και ύποπτη κίνηση των ραγιάδων. Αυτός ήταν και ο κυριότερος λόγος της παραχώρησης των προνομίων.

Η τακτική αυτή του σουλτάνου ενείχε και άλλο στόχο: να εμποδίσει -στην πράξη- την ένωση των νέων υπηκόων του ορθοδόξων της Ανατολής με καθολική Δύση, όπως είχε αποφασιστεί στη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας για λόγους σκοπιμότητας (απόκρουση της τουρκικής απειλής). Με τον τρόπο αυτό ικανοποιούσε το θρησκευτικό συναίσθημα των Ορθοδόξων και ταυτόχρονα απομάκρυνε το ενδεχόμενο ανάληψης σταυροφορίας από μέρους των Καθολικών της Ευρώπης, για την απελευθέρωση των Χριστιανών της Ανατολής. Ο σουλτάνος είχε συμφέρον να διατηρηθεί το υφιστάμενο χάσμα μεταξύ Ορθόδοξης και Καθολικής Εκκλησίας. Γι’ αυτό, άλλωστε, και προτίμησε για τον πατριαρχικό θρόνο τον Γεώργιο Σχολάριο, γνωστό για τις ανθενωτικές του ιδέες και τα αντιπαπικά του φρονήματα.

Βέβαια, η μετέπειτα εξέλιξη της κατάστασης στον ελληνικό χώρο δεν δικαίωσε τους υπολογισμούς του σουλτάνου. Το εθνικό φρόνημα και ο πόθος της λύτρωσης από τα δεινά της δουλείας έθεσαν σε δεύτερη μοίρα την αντίθεση με τους Καθολικούς και ώθησαν τους Έλληνες σε συνεργασία για την απελευθέρωση τους. Σε αρκετές περιπτώσεις οι Έλληνες ενίσχυσαν, παρά τα σκληρά μέτρα της τουρκικής εξουσίας, τους Δυτικούς στους πολέμους τους κατά των Οθωμανών, με την ελπίδα να ενισχυθούν στο μέλλον και οι ίδιοι, για την ανάκτηση της ελευθερίας τους.

Θεωρητικά, η Εκκλησία, με τα προνόμια που είχε στη διάθεση της, ασκούσε τα καθήκοντα της χωρίς επεμβάσεις της οθωμανικής εξουσίας. Στην ουσία, όμως, τα πράγματα συνέβαιναν διαφορετικά. Οι Τούρκοι επενέβαιναν πολλές φορές στην εκλογή του Πατριάρχη, ή με διάφορα προσχήματα τον εξανάγκαζαν σε παραίτηση, για να επιλέξουν άλλον της αρεσκείας τους. Μέρος της ευθύνης για τις ανωμαλίες αυτές έφερε και η αντιζηλία και η διαμάχη μεταξύ των ισχυρών Ελλήνων -λαϊκών και κληρικών- που με τις ενέργειες τους υπονόμευαν τον Πατριάρχη.

Οι τουρκικές επεμβάσεις εκτείνονταν σε όλους τους τομείς που αφορούσαν την Ορθόδοξη Εκκλησία, ανάλογα με τις διαθέσεις των ισχυρών και προπαντός του σουλτάνου. Παραταύτα, οι εκάστοτε Πατριάρχες προσέφεραν -στα πλαίσια πάντα των διορθοδόξων πνευματικών καθηκόντων τους- ανυπολόγιστη βοήθεια προς το Έθνος. Ήταν, κατά κανόνα, το στήριγμα των Ελλήνων. Η ευθυκρισία τους μάλιστα ήταν σε τέτοιο υψηλό βαθμό, ώστε προσέφευγαν σ’ αυτή ακόμη και Τούρκοι, αφού ο καδής έκρινε, συνήθως, τις δικαστικές υποθέσεις, ανάλογα με την αξία των προσφερομένων δώρων των διαδίκων. Για τους Έλληνες ο Πατριάρχης δεν ήταν μόνο ηγέτης της Εκκλησίας, αλλά και του Έθνους. Ήταν, δηλαδή, τυπικά και ουσιαστικά Εθνάρχης. Μαζί με τον υπ’ αυτόν κλήρο αποτέλεσε τον πλέον καθοριστικό παράγοντα της εθνικοπολιτικής αποκατάστασης του Γένους.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Ο Άγιος Κύριλλος (375-444)

Ο Άγιος Κύριλλος, μετά τον Άγιο Αθανάσιο, υπήρξε ο ασυμβίβαστος υπερασπιστής του ομοουσίου. Η Εκκλησία της Αλεξανδρείας υπήρξε για την οικουμένη φάρος της Ορθοδοξίας χάρις στον Άγιο Κύριλλο, τον υπέρμαχο της Θεοτόκου, του θεμελίου λίθου του δόγματος της Ενανθρωπήσεως.

Ο Άγιος Κύριλλος
Ο Άγιος Κύριλλος

Ο Άγιος Κύριλλος και ο θείος του Θεόφιλος

Ο Άγιος Κύριλλος γεννήθηκε περί το 375 και από πολύ νωρίς τέθηκε υπό την προστασία του θείου του Θεοφίλου, αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, ο οποίος του εξασφάλισε ολοκληρωμένη μόρφωση στην ρητορική και στην φιλοσοφία, πρωτίστως όμως στην Αγία Γραφή, την οποία ο Κύριλλος γνώριζε σχεδόν απέξω και ήταν σε θέση να χρησιμοποιεί με θαυμαστό τρόπο. Σε ηλικία περίπου 18 ετών, ο θείος του τον έστειλε στην έρημο της Νιτρίας για να συμπληρώσει την μόρφωσή του με την ασκητική επιστήμη. Όταν μετά πέντε χρόνια (περί το 399) επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια, έθεσε την μεγάλη του παιδεία στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Ο Θεόφιλος του εμπιστεύθηκε την διδασκαλία της Αγίας Γραφής, τον ενέταξε στον κλήρο και τον προάλειφε για διάδοχό του. Ο Κύριλλος τον συνόδευσε στην Βασιλεύουσα και παρευρέθη στην παράνομη σύνοδο της Δρυός (403), η οποία καταδίκασε αδίκως τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Έκτοτε αρνιόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα να μνημονεύσει το όνομα του αγίου ιεράρχη στα δίπτυχα – περισσότερο λόγω της προσήλωσής του στην μνήμη του θείου του, παρά εξαιτίας δογματικής αντίθεσης προς τον Χρυσόστομο –και μόνο μετά από επίμονες παροτρύνσεις του οσίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου (4 Φεβρ.) και, καθώς λέγεται, από όραμα της Θεοτόκου, η οποία είχε στο πλευρό της τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, συναίνεσε να αποκαταστήσει το όνομά του και έγινε μάλιστα ένθερμος υποστηρικτής της τιμής του (417).

Ο Άγιος Κύριλλος αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας

Όταν εκοιμήθη ο Θεόφιλος (412), ο Κύριλλος χειροτονήθηκε αμέσως αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, παρά την βίαιη αντίθεση των υποστηρικτών του αρχιδιακόνου Τιμοθέου. Με τον ενεργητικό χαρακτήρα του και τον φλογερό ζήλο για την υπεράσπιση της αληθείας, που τον διέκρινε, ο Άγιος Κύριλλος επιδόθηκε στην στερέωση της ενότητας της Εκκλησίας του, που βρισκόταν τους χρόνους εκείνους σε πλήρη άνθιση, αλλά απειλούνταν από ποικίλα διαιρετικά στοιχεία. Κήρυττε στο πλήρωμα την αγάπη της αληθινής Πίστεως, την οποία διέσωσαν οι άγιοι Πατέρες χάρις σε τόσους αγώνες κατά των αιρετικών και έλαβε αυστηρά μέτρα εναντίον των σχισματικών νοβατιανών, οι οποίοι προσείλκυαν πολλούς Ορθοδόξους εξαιτίας της αυστηρότητας του βίου τους και του ακάμπτου ήθους τους. Έκλεισε τους ναούς τους και απαγόρευσε στον επίσκοπό τους να ασκεί το αξίωμά του. Για να καταπολεμήσει τα υπολείμματα της ειδωλολατρίας και τις δεισιδαιμονίες, που παρέμεναν ανεκρίζωτες στους κόλπους του λαού, μετέφερε τα λείψανα των Αγίων Κύρου και Ιωάννου (28 Ιουν.) από την Αλεξάνδρεια στο ειδωλολατρικό τέμενος στην Μένουθη, κοντά στην Κανώπη, το οποίο ήταν περιβόητο για τους χρησμούς, που έδιναν οι δαίμονες, και μπήκε ο ίδιος επικεφαλής της λιτάνευσης, που διήρκεσε μία ολόκληρη εβδομάδα (414).

Παρά το γεγονός ότι ήταν χριστιανική, η πόλη της Αλεξάνδρειας συμπεριελάμβανε σημαντική εβραϊκή μειονότητα, η οποία διετάρασσε συχνά την ειρήνη με στάσεις και επιθέσεις κατά των χριστιανών. Μετά από κάποια συμβάντα, ο επίσκοπος κάλεσε τους Εβραίους ηγέτες και τους επετίμησε απειλώντας τους. Αυτοί για να εκδικηθούν, διέδωσαν ψευδείς φήμες για πυρκαγιά στον ναό του Αγίου Αλεξάνδρου, όπου συγκεντρώθηκε πλήθος χριστιανών και εσφάγησαν πολλοί. Μπροστά στην αδράνεια του επάρχου Ορέστη, ο οποίος φοβούμενος την αυξανομένη ανάμειξη του επισκόπου στα πράγματα της πόλεως διέκειτο μάλλον ευνοϊκά προς τους Εβραίους, ο Άγιος Κύριλλος προέβη στην απέλασή τους και μετέτρεψε τις συναγωγές τους σε ναούς του Κυρίου. Έτσι, η εβραϊκή κοινότητα της Αλεξάνδρειας, ονομαστή από τα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου, έπαψε να υπάρχει. Τα γεγονότα αυτά, όμως, δηλητηρίασαν τις σχέσεις του αρχιεπισκόπου με τον έπαρχο. Πεντακόσιοι μοναχοί της Νιτρίας, αφοσιωμένοι στον Κύριλλο, έκλεισαν μία ημέρα τον δρόμο στον άρχοντα και τον ονόμασαν ειδωλολάτρη. Ένας δε εξ αυτών, ονόματι Αμμώνιος, αρπάζοντας μία πέτρα την πέταξε στο κεφάλι του επάρχου. Συνελήφθη αμέσως και βασανίσθηκε τόσο βίαια, που πέθανε. Νέες ταραχές, επίσης, στάθηκαν η αφορμή για τον επονείδιστο φόνο της Υπατίας, γυναίκας ενάρετης, μεγάλου κύρους σε θέματα φιλοσοφίας, την οποία όλος ο κόσμος τιμούσε, από ανεξέλεγκτη ομάδα φανατικών χριστιανών, που υποπτευόμενοι ότι μεσολαβούσε μεταξύ του επισκόπου και του επάρχου Ορέστη ήθελαν να αποτρέψουν την συμφιλίωσή τους. Μπροστά στις αιματηρές αυτές ταραχές ο Άγιος Κύριλλος αγωνίσθηκε, για να γίνει σεβαστή η δικαιοσύνη και τελικά κατόρθωσε να εξασφαλίσει την αυθεντία της Εκκλησίας σε όλους τους τομείς του βίου της πόλεως.

Κληρονόμος των παραδόσεων της περίφημης Σχολής Αλεξανδρείας και πιθανώς μαθητής του Διδύμου του Τυφλού, ο άγιος επίσκοπος αφιέρωνε μεγάλο μέρος του χρόνου του στην συγγραφή ερμηνευτικών έργων, τα οποία σχολίαζαν συστηματικά, σύμφωνα με τον αλληγορικό και ηθικό τρόπο, όλες τις λεπτομέρειες της Παλαιάς Διαθήκης, στην οποία διέκρινε το «Μυστήριο του Χριστού φανερωμένο εν αινίγμασι». Αυτή η αντίληψις του Ενός Χριστού, τέλους του Νόμου και των Προφητών, επρόκειτο να καθοδηγεί όλο τον βίο του και σύντομα η θεία Πρόνοια θα απαιτούσε να την εφαρμόσει τόσο σε θεολογικό επίπεδο, όσο και σε κείνο της εκκλησιαστικής δράσεως.

Ο Άγιος Κύριλλος και ο Νεστόριος

Το 428 εκλήθη από την Αντιόχεια στην Κωνσταντινούπολη, με σκοπό να ανέλθει στον πατριαρχικό θρόνο ο πρεσβύτερος Νεστόριος, περίφημος για την ευγλωττία του και την αυστηρότητα του βίου του. Η εκλογή αυτή χαιρετίσθηκε με μεγάλη χαρά, όχι μόνο από τον λαό της Βασιλεύουσας, ο οποίος ήλπιζε να δεχθεί ένα νέο Χρυσόστο μο, αλλά και από το σύνολο των επισκόπων, συμπεριλαμβανομένου και του Κυρίλλου. Ωστόσο, μόλις χειροτονήθηκε, ο Νεστόριος έβγαλε την μάσκα της ευσεβείας και επέδει ξε ασυγκράτητο ζήλο στην καταπολέμηση των αιρετικών, δηλώνοντας έτοιμος να αναστατώσει τις πόλεις για να τους εκδιώξει. Σύντομα κατέστη μισητός για τις βιαιότητές του και την αλαζονεία του και άρχισε να κάνει απερίσκεπτες δηλώσεις στο ζήτημα της Ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού. Ωθώντας ως τις έσχατες συνέπειές της την θεολογία της Σχολής της Αντιοχείας – η οποία αρεσκόταν να διακρίνει στις ενέργειες του Κυρίου εκείνες, που απέρρεαν από την θεία φύση και εκείνες που ανήκαν στην ανθρωπίνη φύση Του – ο Νεστόριος επεχείρησε να δώσει μία αφηρημένη και λογοκρατική ερμηνεία της Ενανθρωπήσεως, χωρίς ωστόσο να διαθέτει τις κατάλληλες έννοιες, για να εξηγήσει τον τρόπο της ενώσεως των δύο φύσεων. Εισάγοντας την διττότητα υποκειμένου μεταξύ του Λόγου του Θεού και του Χριστού, «του προσληφθέντος ανθρώπου», ισχυριζόταν ότι έπρεπε κανείς να αποδίδει στο ένα ή στο άλλο τους χαρακτήρες της θείας φύσεως και της ανθρωπίνης φύσεως αντίστοιχα. Οδηγήθηκε κατά συνέπεια στην θεωρία ότι ο Λόγος προσέλαβε την ανθρωπότητα μόνο ως σκηνή, ως όργανο, και ότι η Παρθένος Μαρία δεν ήταν «Θεοτόκος» – έναν όρο, που η παράδοση της Εκκλησίας είχε καθιερώσει προ πολλού – αλλά μόνο «Χριστοτόκος». Διακηρύσσοντας ότι δεν μπορεί να λέει κανείς ότι «ο Θεός γεννήθηκε από την Παρθένο, αλλά ότι ενώθηκε μόνο με εκείνον (τον άνθρωπο), που γεννήθηκε και πέθανε», δεν έβλεπε κατά βάθος στον Χριστό παρά μόνο έναν υποδειγματικό άνθρωπο, θεοφόρο, «θεωμένο», με εξέχοντα τρόπο λόγω των αρετών του, στον οποίο ενοικούσε ο Θεός κατά τρόπο παρόμοιο με εκείνον, που ενέπνεε τους προφήτες και τους αγίους, και επ  οὐδενὶ τον Θεάνθρωπο, που αποτελεί για τους ανθρώπους την πηγή της Σωτηρίας, της ζωής και της θεοποιού χάριτος. Χωρίς ο ίδιος να κάνει λόγο για δύο «πρόσωπα» στον Χριστό, δεν έπαυε να επιτίθεται στην έκφραση «Θεοτόκος» και ένας από τους μαθητές του, ο επίσκοπος Δωρόθεος, διακήρυξε μία ημέρα σε μία ομιλία, παρουσία του Νεστορίου: «ο λέγων την Μαρίαν Θεοτόκον, ανάθεμα έστω!». Τούτο ισοδυναμούσε με τον αναθεματισμό όλων των θεοφόρων Πατέρων, που είχαν χρησιμοποιήσει τον όρο αυτό καθώς και των επισκόπων όλης της οικουμένης, που ομολογούσαν την Θεομήτορα.

Πληροφορούμενος την νέα αυτή αίρεση, ο Άγιος Κύριλλος εξέθεσε επισήμως στην πασχάλιο επιστολή του τον επόμενο χρόνο (429) ότι όντως η Παρθένος γέννησε τον Ενανθρωπήσαντα Υιό του Θεού και ότι πρέπει συνεπώς να ονομάζεται δικαίως Θεοτόκος. Έγραψε στον Νεστόριο μία αδελφική επιστολή νουθεσίας, για να του ζητήσει να δεχθεί τον όρο αυτό, πάνω στον οποίο βασιζόταν το δόγμα της εν Χριστώ Σωτηρίας μας. Κατόπιν, μετά την αλαζονική και περιφρονητική άρνηση του Νεστορίου, ο οποίος επιστρέφοντας τις κατηγορίες κατά του αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας διέδιδε συκοφαντίες εις βάρος του και ισχυριζόταν ότι θα τον εγκαλούσε στην δικαιοσύνη, ο Κύριλλος αποφάσισε να πάρει τα όπλα, για να υπερασπισθεί την αλήθεια και δήλωσε «έτοιμος να υποφέρει τα πάντα, μέχρι θανάτου, παρά να εγκαταλείψει την Πίστη». Απηύθυνε στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β´, στην σύζυγό του και στις αδελφές του μία πραγματεία περί ορθής πίστεως, και απέστειλε στον πάπα Ρώμης, Κελεστίνο (8 Απρ.), μία έκθεση για τις πλάνες του Νεστορίου. Ο πάπας συνεκάλεσε Σύνοδο στην Ρώμη, η οποία τις καταδίκασε και ανέθεσε στον αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας να εκτελέσει την απόφαση κατά του αιρετικού, αν αρνιόταν να τις ανακαλέσει μέσα σε δέκα ημέρες (430). Εν τω μεταξύ ο Άγιος Κύριλλος είχε συγκαλέσει Σύνοδο των επισκόπων της Αιγύπτου, η οποία συνέταξε έκθεση του χριστολογικού δόγματος, ακολουθούμενη από τους δώδεκα Αναθεματισμούς των προτάσεων του Νεστορίου, τους οποίους ο Κύριλλος είχε απευθύνει στον αιρετικό στην Τρίτη Επιστολή του.

Στα απολογητικά αυτά συγγράμματα κατά του Νεστορίου, πιστός στην διδασκαλία της Αγίας Γραφής για τον Λόγο, που σαρξ εγένετο (Ιω. 1, 14) και στους Πατέρες της Συνόδου της Νικαίας, οι οποίοι είχαν ομολογήσει ότι ο ίδιος ο Υιός του Θεού, παραμένοντας στους κόλπους του Πατρός, έγινε άνθρωπος, πέθανε και ανεστήθη, ο Άγιος Κύριλλος υπογράμμιζε την ενότητα του μυστηρίου του Χριστού. Επιδιώκει να δείξει ότι από την πρώτη στιγμή της συλλήψεώς Του ο Κύριος ένωσε οριστικά την ανθρωπίνη και την θεία φύση· και στην μυστηριώδη αυτή ένωση – και όχι συνάφεια, όπως ισχυριζόταν ο Νεστόριος, – βλέπει την αντίδοση των ιδιωμάτων της θείας και της ανθρωπίνης φύσεως στην ενιαία κράση του Σωτήρος, ο Οποίος άνοιξε στον άνθρωπο την δυνατότητα μιας πραγματικής μετοχής στο θείο, μιας θεώσεώς του, της οποίας πρότυπο και υπόδειγμα είναι η Θεομήτωρ. Με αυτόν τον τρόπο ο Κύριος έχοντας εγκαινιάσει καινόν τρόπον υπάρξεως, θεανθρώπινο, στο Σώμα του, την Εκκλησία, λαμβάνουμε ζωή από την σάρκα Του, που έγινε αληθινά «σάρκα του Λόγου». Ο «εις Χριστός» του Αγίου Κυρίλλου είναι, λοιπόν, Εκείνος της θείας Ευχαριστίας και του πνευματικού βιώματος, που μέσα από μακρές και επώδυνες έριδες η Εκκλησία έμελλε να διασαφηνίσει στις επόμενες γενιές.

Η Οικουμενική Σύνοδος στην Έφεσο

Εν τω μεταξύ, ο Νεστόριος με την υποστήριξη της αυτοκρατορικής εξουσίας και των φίλων του στο παλάτι επεδίωξε να επιβάλει τις ιδέες του στην Βασιλεύουσα με απειλές, διαφθορά, αφορισμούς και διώξεις εναντίον όσων τολμούσαν να του αντισταθούν. Η κατάσταση έφθασε σε σημείο, ώστε ο Ορθόδοξος κλήρος παρακάλεσε τον Θεοδόσιο να συγκαλέσει Οικουμενική Σύνοδο, για να θέσει τέρμα στο «οικουμενικό σκάνδαλο» του επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως. Αλλά με ένα επιδέξιο τέχνασμα, ο αιρεσιάρχης έπεισε τον αυτοκράτορα να συγκληθεί Σύνοδος στην Έφεσο για την Πεντηκοστή του επομένου έτους (431), προκειμένου να κρίνει τον Άγιο Κύριλλο για τους Αναθεματισμούς του, με τους οποίους κατηγορήθηκαν ως αιρετικοί.

Ο Κύριλλος και ο Νεστόριος έφθασαν στην Έφεσο επι κεφαλής των επιβλητικών συνοδειών τους και ανέμεναν την άφιξη του αρχιεπισκόπου Αντιοχείας, Ιωάννη, και των επισκόπων της Ανατολής, τους οποίους ο Νεστόριος είχε κερδίσει με το μέρος του, όχι με βάση την απόρριψη του «Θεοτόκος», αλλά αποστέλλοντας τους Αναθεματισμούς του Κυρίλλου, οι οποίοι αποκομμένοι από τα συμφραζόμενά τους ήταν αναπόφευκτο να διαβασθούν ως παλινόρθωση της αιρέσεως του Απολλιναρίου. Καθώς ο Ιωάννης και η συνοδεία του αργούσαν, αποφασίσθηκε να ανοίξει δίχως αυτούς η πρώτη συνεδρίαση στις 22 Ιουνίου 431. Προήδρευε ο Άγιος Κύριλλος, ως αναπληρωτής του πάπα Ρώμης, οι λεγάτοι του οποίου είχαν επίσης καθυστερήσει. Μετά την ανάγνωση του Συμβόλου της Νικαίας, της Επιστολής του Κυρίλλου προς Νεστόριο και της απαντήσεως του τελευταίου, οι διακόσιοι περίπου παρόντες Πατέρες διακήρυξαν την νομιμότητα του «Θεοτόκος» και καθαίρεσαν τον Νεστόριο, ο οποίος είχε αρνηθεί τρεις φορές να παρευρεθεί. Βγαίνοντας από τον ναό τους υποδέχθηκαν οι επευφημίες πλήθους πιστών υπερμάχων της τιμής της Θεομήτορος, ενώ γυναίκες θυμιάτιζαν στο πέρασμά τους.

Μόλις έφθασαν στην Έφεσο πέντε ημέρες αργότερα, ο Ιωάννης και η συνοδεία του, προσβεβλημένοι από το γεγονός ότι δεν τους περίμεναν, συγκρότησαν σύνοδο με σαράντα τρεις επισκόπους και, κατηγορώντας τον Κύριλλο ότι ανανεώνει την αίρεση του Απολλιναρίου, αποφάσισαν την καθαίρεσή του, χωρίς άλλη διαδικασία, καθώς και εκείνη του Μέμνονος Εφέσου. Η Οικουμενική Σύνοδος μετατράπηκε έτσι σε ένα βίαιο και εμπαθή αγώνα ανάμεσα στα δύο μέρη, που προσπαθούσαν να προσελκύσουν την προστασία του αυτοκράτορα. Ευρισκόμενος μακριά και λάθος πληροφορημένος, ο Θεοδόσιος, μετά από μάταιες προσπάθειες για συμφιλίωση, διέταξε να συλληφθούν ο Κύριλλος και ο Μέμνων, κηρύσσοντας ταυτόχρονα τον Νεστόριο αιρετικό, και έδωσε εντολή να διαλυθεί η Σύνοδος. Το μόνο αποτέλεσμα της Συνόδου ήταν ότι είχε διακηρύξει το βάσιμο του όρου «Θεοτόκος» και ότι είχε προχωρήσει στην καθαίρεση του Νεστορίου, ο οποίος εστάλη στην μονή του στην Αντιόχεια και κατόπιν εξορίσθηκε στην Λιβύη (435), όπου και πέθανε οικτρά.

Εν τούτοις είχε προκύψει μία νέα και σκληρή διαίρεση. Την στιγμή που η Αυτοκρατορία απειλούμενη από τους βαρβάρους είχε ανάγκη μεγαλύτερης συνοχής, το μόνο που έβλεπε κανείς με το πρόσχημα της προσήλωσης στην αλήθεια ήταν έριδες, αμοιβαίοι αναθεματισμοί και ταραχές, που εξέθεταν την αγιότητα της Εκκλησίας στην χλεύη των εχθρών της. Κατά την διάρκεια των επιπόνων διαπραγματεύσεων, που ακολούθησαν, ο Άγιος Κύριλλος που είχε επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια, όπου ο λαός τον υποδέχθηκε θριαμβευτικά, φανέρωσε όχι μόνο την ορθοδοξία του, αλλά και την ταπεινοφροσύνη του και την περίσσεια της αρετής του. Παραιτούμενος από κάθε απαίτηση δικαίωσης για την κακομεταχείριση που υπέστη στην Έφεσο κατά την φυλάκισή του, έδωσε στους επισκόπους της Ανατολής εξηγήσεις για τους Αναθεματισμούς, ένα θέμα που τους άγγιζε όλως ιδιαιτέρως, διευκρινίζοντας ότι δεν είχαν στόχο παρά τα αιρετικά δόγματα του Νεστορίου, και δήλωσε έτοιμος να τους διορθώσει, με τον όρο ο Ιωάννης και οι συν αυτώ να συναινέσουν στην καταδίκη του Νεστορίου. Τελικά κατέληξαν σε συμφωνία και οι ανατολικοί έστειλαν στον Κύριλλο ομολογία Πίστεως, την οποία εκείνος έκανε δεκτή με επιστολή, που δεν έκρυβε την μεγάλη χαρά του. Με ειρηνικό πνεύμα, δίχως όμως να εγκαταλείπει τις θεμελιώδεις θέσεις του, έκανε δίκαιες παραχωρήσεις στην ορολογία της αντιοχειανής παραδόσεως και προσυπέγραφε την διάκριση, που γινόταν εκεί των δύο φύσεων, που βρίσκονταν ασυγχύτως και αμίκτως ενωμένες στο Πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αυτή η Έκθεσις των Διαλλαγών (Απρ. 433), παρά το γεγονός ότι δεν ήταν απόφαση Συνόδου, θεωρείται ωστόσο ως η ομολογία Πίστεως της Τρίτης Οικουμενικής Συνόδου και ο Κανόνας της Ορθοδοξίας. Απέρριπτε εκ των προτέρων τις αιρετικές προτάσεις του Ευτυχούς και των μονοφυσιτών, οι οποίοι θα επικαλούνταν τα συγγράμματα του Αγίου Κυρίλλου, για να υποστηρίξουν ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού ήταν τρόπον τινά «απορροφημένη» από την θεότητα· και η Σύνοδος της Χαλκηδόνος (451) ουσιαστικά δεν έκανε άλλο από το να διευκρινίσει τους βασικούς όρους της.

Τα τελευταία χρόνια του Αγίου Κυρίλλου

Αφού αποκαταστάθηκε μία εύθραυστη ειρήνη, ο Άγιος Κύριλλος πέρασε τα τελευταία χρόνια της επισκοπείας του στερεώνοντας την ενότητα της Εκκλησίας και μετριάζοντας τις εκδηλώσεις άμετρου ζήλου των οπαδών του, οι οποίοι τον κατηγορούσαν ότι είχε προδώσει την υπόθεσή τους προωθώντας την ένωση με τους ανατολικούς. Έχοντας διδαχθεί από τις εμπειρίες του στα εκκλησιαστικά πράγματα και τα ανθρώπινα πάθη, αποδείχθηκε στις περιστάσεις αυτές υπόδειγμα μετριοπαθείας και ποιμαντικής συγκαταβάσεως. Έτσι, ενώ ανασκεύασε τα συγγράμματα του Θεοδώρου Μοψουεστίας, του μεγάλου θεολόγου της Σχολής της Αντιοχείας, ο οποίος είχε πεθάνει εν ειρήνη (428), απέφυγε να ζητήσει την καταδίκη του, για να μην προκαλέσει εκ νέου τις ευαισθησίες των ανατολικών και θέσει σε κίνδυνο την ενότητα της Εκκλησίας.

Έχοντας ολοκληρώσει το έργο, που του ανέθεσε ο Θεός για την οικοδομή της Εκκλησίας του, ο Άγιος Κύριλλος εκοιμήθη εν ειρήνη στις 9 Ιουνίου 444, για να συγκαταριθμηθεί στον χορό των Αγίων Πατέρων και να παρακαθήσει μαζί με τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο στο πλευρό της Θεοτόκου. Τιμήθηκε σύντομα ως άγιος και εγκωμιάσθηκε ως «φωστήρας του κόσμου», «ανίκητος υπέρμαχος της Ορθοδοξίας» και «Σφραγίς των Πατέρων».

Πηγή: https://www.pemptousia.gr/2014/06/vios-ke-politia-tou-agiou-kirillou-a/

Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως

Οι Άγιοι Αλέξανδρος, Παύλος και Ιωάννης διετέλεσαν Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως στην περίοδο ακμής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως
Άγιοι Αλέξανδρος, Ιωάννης και Παύλος ο νέος, Πατριάρχες Κωνσταντινούπολης

Αλέξανδρος

Ο Αλέξανδρος (μεταξύ 237 και 244 – 337) ήταν επίσκοπος Νέας Ρώμης είκοσι τρία έτη (314–337).

Καταγόταν από την Καλαβρία της Ιταλίας. Αφιερώθηκε από μικρός στο Θεό και διαδέχθηκε τον Μητροφάνη, όταν εκείνος πέθανε. Σπουδαία γεγονότα που συνέβησαν επί των ημερών του ήταν η Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος, η οποία συνεκλήθη στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 και καταδίκασε τον Αρειανισμό, καθώς επίσης και τα εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης, τα οποία τελέστηκαν στις 11 Μαΐου του 330. Τέλος, επί των ημερών του, και συγκεκριμένα το 336, συγκροτήθηκε η πρώτη Ενδημούσα Σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη, με τη συμμετοχή επισκόπων της περιοχής.

Ο Αλέξανδρος πέθανε το 337, την ίδια χρονιά με τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο. Ανακηρύχθηκε άγιος και η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη και την Καθολική Εκκλησία στις 30 Αυγούστου.

Παύλος ο Γ΄

Ο Παύλος Γ΄ ήταν Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως για έξι χρόνια και οκτώ μήνες, από το 687 μέχρι το 693. Ο Παύλος Γ΄ προήδρευσε της «εν Τρούλλω» Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, η οποία συνεκλήθη το 692 στην Κωνσταντινούπολη. Επί των ημερών της Πατριαρχίας του εγκαινιάστηκε στην Αθήνα ο Παρθενώνας ως Ναός της Αγίας Σοφίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τον ανακήρυξε Άγιο, η μνήμη του οποίου και τιμάται στις 30 Αυγούστου (ως τον 12ο αιώνα ετιμάτο στις 2 Σεπτεμβρίου).

Ιωάννης

Ο Ιωάννης Ξιφιλίνος ήταν σπουδαίος βυζαντινός νομικός και λόγιος, ο οποίος αναγορεύθηκε και πατριάρχης.

Ο Ιωάννης Ξιφιλίνος γεννήθηκε στην Τραπεζούντα μεταξύ του 1005 και του 1008 και καταγόταν από την αρχοντική οικογένεια των Ξιφιλίνων. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη και διακρίθηκε στη Νομική επιστήμη ως δικηγόρος, δικαστής και δάσκαλος στην Ανωτέρα Σχολή Νομικής που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Θ΄, διδάσκοντας τους δικηγόρους και υποψηφίους για ανώτερες κρατικές θέσεις, φέροντας τον τίτλο του «νομοφύλακος» της σχολής. Εκεί ανέπτυξε φιλική σχέση με τον Μιχαήλ Ψελλό, ύπατο των φιλοσόφων, του δεύτερου τομέα της σχολής. Ήταν δε τόσο στενή η φιλία τους ώστε τον ακολούθησε ως μοναχός στη μονή του Ολύμπου της Βιθυνίας, όταν ο Μιχαήλ Ψελλός αποπέμφθηκε το 1054 και εξαναγκάστηκε να αναλάβει το μοναστικό σχήμα στη μονή.

Το 1064, ο Ιωάννης Ξιφιλίνος κλήθηκε από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Δούκα να αναλάβει Οικουμενικός Πατριάρχης ως Ιωάννης Η΄. Ως Πατριάρχης ανέπτυξε σημαντική κοινωνική δράση, ενδιαφέρθηκε για τους φτωχούς, κατασκευάζοντας φούρνους και ανακαίνισε το Ναό της Αγίας Σοφίας. Παράλληλα, συνέχισε και το συγγραφικό του έργο, στο οποίο διακρίνονται θεολογικές, φιλοσοφικές και νομικές πραγματείες. Από αυτά διασώζονται κάποιες ερμηνείες των ευαγγελικών περικοπών και ορισμένες επιστολές. Πέθανε στις 2 Αυγούστου 1075. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο και τιμά τη μνήμη του στις 30 Αυγούστου.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/