Τα μέτρα του Καποδίστρια

Πολύς θόρυβος έχει γίνει τον τελευταίο καιρό για το κλείσιμο των εκκλησιών, για να αποφευχθεί μια πιθανή μόλυνση των πιστών από τον κορωνοϊό COVID-19. Δεν είναι όμως η πρώτη φορά που κλείνουν οι εκκλησίες. Έκλεισαν και τον 19ο αιώνα για παρόμοιο λόγο. Ήταν ένα από τα μέτρα του Καποδίστρια για να αντιμετωπιστεί μια επιδημία που ξέσπασε κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του.

Τα μέτρα του Καποδίστρια

Είναι γνωστό ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν πολύ πιστός Χριστιανός. Ορισμένοι τον χαρακτηρίζουν ακόμα και θρησκόληπτο. Πολλές από τις πράξεις του μπορούν να εξηγηθούν μόνο μέσα από αυτό το πρίσμα. Θεωρούσε τον εαυτό του υπερασπιστή της Ορθοδοξίας και ήρθε σε σύγκρουση με όποιον θεωρούσε ότι την απειλούσε. Όμως ο Καποδίστριας ήταν επίσης ένας υπεύθυνος ηγέτης που ήταν έτοιμος να λάβει δύσκολες αποφάσεις και μάλιστα από την πρώτη στιγμή που έφτασε στην Ελλάδα.

Τα μέτρα του Καποδίστρια

Δεν είχαν περάσει ούτε τρεις μήνες από την άφιξή του στην Ελλάδα. Ο άνθρωπος είχε απελπιστεί με την κατάσταση που ανέλαβε. Ήταν χειρότερη απ’ ό,τι φοβόταν. Ο Ιμπραήμ βρισκόταν ακόμα στην Πελοπόννησο και η Ελληνική Κυβέρνηση δεν είχε κανένα σταθερό έσοδο. Οι Έλληνες ζούσαν από την γενναιόδωρη αμερικανική βοήθεια (ιδιωτική, όχι κρατική). Δεν θα μπορούσαν τα πράγματα να είναι χειρότερα όταν ξέσπασε και η επιδημία πανώλης.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας θεωρούσε ότι τα πρώτα δύο μέτρα που έπρεπε να λάβει μια κυβέρνηση αμέσως μετά την εμφάνιση επιδημίας σε μια περιοχή είναι ο υποχρεωτικός εγκλεισμός στις οικίες όλων των κατοίκων και το κλείσιμο των εκκλησιών. Οι εκκλησίες έκλεισαν για αόριστο χρονικό διάστημα και οι αντιδράσεις ήταν ελάχιστες. Οι Έλληνες τον σέβονταν, τον θαύμαζαν και κυρίως τον εμπιστεύονταν. Διότι ο Καποδίστριας ήταν επίσης και ένας πολύ καλός γιατρός και μάλιστα με αξιόλογη πρακτική πείρα που απέκτησε πολύ πριν ασχοληθεί πλήρως με την πολιτική.

Στις 20 Αυγούστου του 1828 εξέδωσε Ψήφισμα «Περί υγειονομικών διατάξεων» (Ψηφ. 15/20.8.1828). Εκεί προβλέπεται το εξής στο άρθρο 285, εδ. 3. «Εμποδίζεται πάσα θρησκευτική τελετή. Δεν σημαίνονται οι κώδωνες.» Οι δε κάτοικοι υποχρεώνονται να μείνουν κλεισμένοι στα σπίτια τους. Σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του Ψηφίσματος, τα προληπτικά μέτρα εφαρμόζονται ΑΜΕΣΩΣ μόλις εμφανιστεί επιδημία στην Ελλάδα ή στα σύνορα της Ελλάδας. Το ψήφισμα υπογράφει ο ίδιος ο Κυβερνήτης («Ι.Α. Καποδίστριας»), καθώς και ο Γραμματέας της Επικράτειας («Σ. Τρικούπης»).

Δεν είναι βέβαιο από πού μεταδόθηκε η πανώλη, οι Έλληνες κατηγορούσαν τους Αιγύπτιους. Επιπλέον είχαν παρουσιαστεί τα πρώτα κρούσματα πανώλης στην Εύβοια και στην Κέα από τα τέλη Ιανουαρίου του 1828. Πάντως η επιδημία χτύπησε σχεδόν ταυτόχρονα Έλληνες (στην Ύδρα πρώτα) και Αιγύπτιους (στο κάστρο της Μεθώνης) στις αρχές Απριλίου. Ο Καποδίστριας έστειλε στις 17 Απριλίου 1828 τον γιατρό Σπυρίδωνα Καλογερόπουλο στην Ύδρα και τις Σπέτσες. Ο Καλογερόπουλος κατάλαβε αμέσως ότι η κατάσταση ήταν κρίσιμη και έλαβε ο ίδιος τα πρώτα αυστηρά μέτρα με εξουσιοδότηση της κυβέρνησης. Ένα από αυτά ήταν το κλείσιμο των Εκκλησιών.

Ο Καλογερόπουλος ενημέρωσε την Κυβέρνηση και ο Καποδίστριας, χωρίς να διστάσει, ανέλαβε ο ίδιος προσωπικά να αντιμετωπίσει την επιδημία. Έστειλε στις 18 Απριλίου στα δύο νησιά τον Γενικό Έφορο Υγείας Αναστάσιο Λόντο και τον γιατρό Νικόλαο Καλογερόπουλο για να κάνουν την πρώτη επιθεώρηση. Στις 21 Απριλίου έδωσε εντολή στον συνταγματάρχη Κάρολο Φαβιέρο να οργανώσει μια θαλάσσια υγειονομική αλυσίδα γύρω από τα δύο νησιά, χρησιμοποιώντας μια γολέτα και πέντε ένοπλες λέμβους. Κανονικός ναυτικός αποκλεισμός δηλαδή.

Ακόμη, έστειλε ειδικούς απεσταλμένους σε όλες τις επαρχίες της ηπειρωτικής Ελλάδας και όλα τα νησιά, ενημερώνοντας τις τοπικές διοικήσεις για τα μέτρα που ελήφθησαν και παρέχοντας αναλυτικές οδηγίες για τα μέτρα που θα πρέπει να υιοθετηθούν σε τοπικό επίπεδο για να δημιουργηθούν υγειονομικές ζώνες. Διόρισε έκτακτους επιτρόπους στην Πελοπόννησο και τους ζήτησε να αναχωρήσουν αυθημερόν για τις επαρχίες ευθύνης τους.

Στις 22 Απριλίου ο Κυβερνήτης εξέδωσε διάγγελμα στο οποίο τόνιζε: «Νομίζω ότι ο καλύτερος τρόπος για να εκπληρώσω το καθήκον μου είναι να επισκεφτώ ο ίδιος τους τόπους που έχουν πληγεί και να λάβω αυστηρά μέτρα για να προφυλάξω από την επιδημία την υπόλοιπη Ελλάδα». Αμέσως μετά αναχώρησε για να επισκεφτεί τα δύο νησιά, χρησιμοποιώντας τη ρωσική φρεγάτα «Ελένη». Στις 24 Απριλίου επισκέφτηκε τις Σπέτσες. Εκεί συσκέφθηκε με τους δημογέροντες και τους τοπικούς γιατρούς. Διόρισε τον Ιωάννη Κωλέττη, Έκτακτο Επίτροπο της Υγείας για τις Σπέτσες. Τον εφοδίασε με στρατιωτικές δυνάμεις και αναλυτικές οδηγίες. Στις 25 Απριλίου έφτασε στην Ύδρα ο Ολλανδός ναύαρχος του ρωσικού στόλου Λογγίνος Χέυδεν (ένας από τους τρεις ναυάρχους στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου) με δύο δίκροτα και ένα μπρίκι και συναντήθηκε με τη φρεγάτα «Ελένη» στα ανοικτά της Ύδρας. Ο Κυβερνήτης συνάντησε τον Ναύαρχο, τηρώντας όλες τις υγειονομικές προφυλάξεις και ζήτησε τη βοήθειά του στον έλεγχο της θαλάσσιας υγειονομικής ζώνης.

Στις 26 Απριλίου ο Κυβερνήτης μετέβη στην Ύδρα. Συσκέφτηκε με τους προκρίτους εκεί και άκουσε τις αναφορές των γιατρών. Διαβεβαίωσε τους Υδραίους ότι θα τους δώσει το ταχύτερο ό,τι βοήθεια ήταν αναγκαία, με κάθε μέσο. Ο Κυβερνήτης επέστρεψε στην Αίγινα στις 29 Απριλίου αλλά παρέμεινε πάνω στη ρωσική φρεγάτα. Από εκεί έστελνε εντολές με μεγάλο αριθμό πλοιαρίων στους διοικητές και τις κοινότητες της ελληνικής επικράτειας. Γαλλικά και βρετανικά πλοία βοήθησαν στην αυστηρή εφαρμογή της θαλάσσιας υγειονομικής ζώνης. Ο Κυβερνήτης αποβιβάστηκε στην Αίγινα την 1η Μαΐου και κατέλυσε στην αγροικία του Δημητρίου Βούλγαρη στον κόλπο της Περιβόλας, μια τοποθεσία με ιδιαίτερα υγιεινό κλίμα. Την ίδια ημέρα έστειλε στις Σπέτσες και την Ύδρα δύο πλοία με τρόφιμα και χρήματα για να εξασφαλιστεί η βασική διατροφή για τους φτωχότερους κατοίκους των δύο νησιών. Διόρισε τον αδελφό του, Βιάρο Καποδίστρια, Έκτακτο Επίτροπο της Υγείας για την Ύδρα. Ο Βιάρος αναχώρησε αμέσως μαζί με τον γιατρό Νικόλαο Καλογερόπουλο. Έλαβε πολύ αυστηρά μέτρα που παρέλυσαν το εμπόριο και οδήγησαν στην πρώτη σύγκρουση Υδραίων-Καποδίστρια.

Στις 3 Μαΐου η Κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι στην Πελοπόννησο, στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα και τη Σύρο δεν έχει εμφανιστεί κανένα κρούσμα. Την ίδια ημέρα η κυβέρνηση έλαβε επιστολή των προκρίτων της Ύδρας σύμφωνα με την οποία από τις 23 Απριλίου και έπειτα κανένα νέο κρούσμα δεν εμφανίστηκε, κανείς ασθενής δεν πέθανε, επιβίωσαν όλοι όσοι νοσηλεύτηκαν σε καραντίνα. Στις 4 Μαΐου επέστρεψε ο Βιάρος Καποδίστριας από την Ύδρα επιβεβαιώνοντας τα παραπάνω. Κανένα νέο κρούσμα, κανένας θάνατος στην Ύδρα από 23 Απριλίου μέχρι 3 Μαΐου. Το ίδιο και στις Σπέτσες, σύμφωνα με επιστολές του Ιωάννη Κωλέττη από εκεί. Στις 5 Μαΐου η Κυβέρνηση αποφάσισε να διατηρήσει τα υγειονομικά μέτρα προφύλαξης για αόριστο χρόνο, τηρώντας τα με μεγάλη αυστηρότητα, ιδιαίτερα στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ των δύο νησιών και της Πελοποννήσου.

Όμως η αρρώστια έπληξε μετά τη Μεθώνη και άλλα μέρη που βρίσκονταν ακόμα υπό αιγυπτιακό έλεγχο (όπως ο Πύργος Ηλείας). Ταυτόχρονα παρουσιάστηκαν κρούσματα στη Σαλαμίνα, τα Μέγαρα, τον Πόρο και την Χαλκίδα αλλά με αυστηρά μέτρα περιορίστηκαν αμέσως. Στις αρχές Αυγούστου ο Κυβερνήτης ανακοίνωσε την άρση των μέτρων και πέρασε το Ψήφισμα 15. Στα μέσα Δεκεμβρίου, όμως, η ασθένεια έπληξε την Αχαΐα, ξεκινώντας από τα Καλάβρυτα. Τον αποκλεισμό της περιοχής επέβαλε ο Κυβερνήτης με τη βοήθεια του γαλλικού στρατιωτικού σώματος, υπό τον στρατηγό Νικόλαο-Ιωσήφ Μαιζών. Τον επόμενο χρόνο, το 1829, τα κρούσματα ήταν ελάχιστα και περιορίστηκαν ακαριαία. Στον περιορισμό της επιδημίας συνέβαλλε καθοριστικά ένας φιλελεύθερος φιλέλληνας που είχε φτάσει ένα χρόνο νωρίτερα στην Ελλάδα, o ελβετός γιατρός Louis-André Gosse (1791-1873) από τη Γενεύη.

Πηγή: Protagon.gr

Παραδόσεις της πανούκλας

Η άγνοια των αιτίων που προκαλούσαν τις αρρώστιες έκανε τους ανθρώπους να τις αποδώσουν σε υπερφυσικές ή μεταφυσικές κακοποιές δυνάμεις και πνεύματα. Για να κατανοήσουν όμως αυτές τις αιτίες έπρεπε να τους δώσουν μορφή και μάλιστα μορφή ανθρώπου. Αυτό ισχύει ειδικότερα για τις αρρώστιες εκείνες που προκαλούσαν τις φονικές επιδημίες ή πανδημίες, όπως η χολέρα, η ευλογιά και η πανούκλα. Την τελευταία φοβερή αρρώστια ο ελληνικός λαός στις παραδόσεις του την προσωποποιεί ως γυναίκα με φονικό άγγιγμα, ως μαυροφόρα με φαρμακερό φύσημα, ως τρεις γριές, ως αράπισσα αμίλητη και απλησίαστη.

Παραδόσεις της πανούκλας
Ο Άγιος Χαράλαμπος πατά την «πανούκλα»

Για την προφύλαξη από την πανούκλα μια από τις παραδόσεις αναφέρει ότι επειδή αυτή, ως τυφλή, «πηγαίνει ψαχτά τοίχο τοίχο, δεν μπορεί να φτάσει κείνους που παραμερίζουν και κάθονται μες στα σπίτια τους». Εδώ υποδηλώνεται μια γενική υγειονομική αρχή: οι κλεισμένοι στα σπίτια τους περιορίζουν τις επαφές και ως εκ τούτου τον κίνδυνο μόλυνσης τους. Ίσως δε και η σωματική ανάπαυση, οι σταθερές συνθήκες θερμοκρασίας να παίζουν κάποιο ρόλο.

Κατά τα άλλα, η αντιμετώπιση τους γίνεται με τρόπους μαγικούς ή με τη μεταφυσική-θεουργική παρέμβαση. Ένας αρκετά συχνός τρόπος ήταν το όργωμα ενός κύκλου γύρω από τον τόπο και το θάψιμο των καταπονημένων ζώων, για να «ταφεί» μαζί τους η πανούκλα.

Κατά τόπους αναφέρονται παραλλαγές αυτής της αντίληψης: «…έτυχε να γεννήσει μια γελάδα διδυμάρικα δαμάλια και σε σαράντα μέρες μπόρεσαν και τα έβαλαν στ’ αλέτρι και ζευγάρωσαν. Εσυλλογίστηκαν, λοιπόν, να βάλουν τα δαμάλια στο ζυγό, να οργώσουν ένα γύρο και να στο χωριό και να τα θάψουν στη μέση του χωριού. Το έκαμαν και από εκείνη τη μέρα γλύτωσαν από την πανούκλα. Και γι’ αυτό το χωριό από τα δαμάλια το ‘βγαλαν Δαμαλά». (Δαμαλά Τροιζηνίας)

Στην Αθήνα εκεί που «θαβόταν» η πανούκλα μαζί με τα ζώα και το αλέτρι, έβαζαν μια κολώνα («κολωνάκι»), ώστε να σηματοδοτείται ο τόπος για να μην «ξεθαφτεί» η αρρώστια. Ο Πολίτης αναφέρει μια ανάλογη κολώνα στη Γαργαρέτα, όπου είχε «ταφεί» η πανούκλα του 1789, μαζί με τα δίδυμα βόδια, με το αλέτρι και ένα ασημένιο καζάνι, μέσα το οποίο είχαν γράψει την αρρώστια. Το κολωνάκι αυτό ήταν τοποθετημένο στην περιοχή που σήμερα είναι το Γκάζι. Όταν, στα 1835, ανοιγόταν η οδός Πειραιώς το κολωνάκι βγήκε από τη θέση του και κι έπεσαν αρρώστιες στην πόλη. Σε ανάλογο κολωνάκι οφείλει την ονομασία της η ομώνυμη περιοχή του κέντρου της Αθήνας.

Εκτός από τη μαγεία, την πανούκλα -κατά τις λαϊκές αντιλήψεις- μπορούσε να την αντιμετωπίσει και η παρέμβαση αγίων. Ιδιαίτερα έχει συσχετιστεί ο Άγιος Χαράλαμπος, ο οποίος στις εικόνες παριστάνεται να πατά την αρρώστια, που αποδίδεται με τη μορφή ισχνής, μαυριδερής γυναίκας που βγάζει φλόγα από το στόμα της. Η ιδιότητα αυτή του Αγίου προκύπτει από το συναξαρικό στοιχείο, που αφηγείται ότι το προνόμιο αυτό του δόθηκε «θεόθεν» κατά τη διάρκεια οπτασίας που έβλεπε κατά την ώρα του μαρτυρίου του. Εκκλησίες και παρεκκλήσια που υπάρχουν σε πολλές πόλεις και χωριά της Ελλάδας συνδέονται με κάποια επιδημία πανούκλας. Στον προσεισμικό ναό του Αγίου Χαραλάμπους στο Ληξούρι Κεφαλλονιάς, υπήρχε εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα που ανέφερε τη σωτηρία της πόλης από το λοιμό με την παρέμβαση του Αγίου. Σε ορισμένα μέρη φτιάχνουν και «μονομερίτικο πουκάμισο» που του «φορούν» στην εικόνα του.

Κατά την επιδημία του 1792 στην Αθήνα, σαράντα μονοστέφανες γυναίκες έγνεσαν βαμβάκι, το ύφαναν και έκοψαν πουκάμισο που του φόρεσαν στις 10 Φεβρουαρίου (ημέρα γιορτής του Αγίου Χαραλάμπους) στην εικόνα του. Μάλιστα την επομένη το πουκαμισάκι κόπηκε σε κομμάτια και μοιράστηκε στον κόσμο ως φυλαχτό.

Εκτός από τον Άγιο Χαράλαμπο, και η Αγία Παρασκευή προστατεύει από την επιδημία πανούκλας. Στην Κέρκυρα οι τοπικές παραδόσεις θέλουν τον πολιούχο Άγιο Σπυρίδωνα να έχει πολλές φορές σώσει το νησί από διάφορα δεινά και από επιδημίες πανούκλας. Σε ανάμνηση της σωτηρίας από το λοιμό του 1630 τελείται η λιτανεία της Κυριακής των Βαΐων, ενώ σε ανάμνηση της προστασίας από το λοιμό του 1673 τελείται η λιτανεία της πρώτης Κυριακής του Νοεμβρίου. Είναι μάλιστα ενδιαφέρον ότι αυτή καθιερώθηκε από την ενετική αρχή.

Άλλα θεολογικά μέσα που χρησιμοποιούσαν για την πρόληψη ή το σταμάτημα ενός λοιμού αναφέρονται σε τελεουργίες που ήταν σε χρήση ήδη από τα χρόνια του Βυζαντίου κι έχουν ευρύτερη διασπορά στον ελλαδικό χώρο «…την αγίαν κάραν την οποίαν στέλλουσι και την φέρουσι εις στην πανούκλαν…». επικαλείται ο Καισάριος Δαπόντες. Αρχές Ιουλίου του 1821, για να αντιμετωπίσει επιδημία πανούκλας στο Ηράκλειο της Κρήτης ποσκομίστηκε στο νησί η Αγία Ζώνη από τη Μονή Βατοπεδίου. «Εκτός της Τιμίας Ζώνης της Παναγίας, συναπεστάλησαν ο Τίμιος Σταυρός μετά Τίμιου Ξύλου και η κάρα του εν Αγίοις Πατρός ημών Ανδρέου του Κρητός…». Σε άλλα μέρη για να μην πέσει πανούκλα στο χωριό έκαναν την κεροδεσία, όπως έκαναν και για την ευλογιά. Γενικότερα λιτανείες αγίων λειψάνων ή θαυματουργών εικόνων, ολονύχτιες δεήσεις, λειτουργίες και άλλες τελετές ήταν σε κοινή χρήση για την αντιμετώπιση του λοιμού.

Ό,τι ισχύει και ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα, ισχύει και συμβαίνει και στον εξωελλαδικό ελληνισμό. Δεν είναι μόνο η κοινή παράδοση του Βυζαντίου και η κοινή (ορθόδοξη) πίστη με την ενιαία παράδοση. Είναι και η κοινή γλώσσα και το κοινό πολιτιστικό πλαίσιο, είναι όμως και η αδιάκοπη και πυκνή επικοινωνία των ανθρώπων που μεταφέρουν γνώσεις, σωστές ή λανθασμένες, γνώμες, αντιλήψεις, πίστεις, μύθους, παραδόσεις, τραγούδια. Ανάλογες είναι οι λαϊκές αντιλήψεις και στην Κύπρο, όπου η πανούκλα είναι η συχνότερα προσωποποιημένη νόσος, που εμφανίζεται ως ηλικιωμένη γυναίκα.

Εκτός από τις μαγικές και μεταφυσικές αντιλήψεις υπάρχουν και οι παράλληλα ακούμενες από τους εμπειρικούς μέθοδο, που, βέβαια, ελάχιστα μπορούν να παρέμβουν στην εξέλιξη του νοσήματος. Πιο αποτελεσματικά ήταν τα υγειονομικά μέτρα που έπαιρναν. Στη Χίο συγκεκριμένα έπαιρναν τα εξής:

  1. Απομόνωση των πανουκλιαμένων σε κελιά μοναστηριών (ενδεχομένως και σε άλλους χώρους)
  2. Ρούχα ανθρώπων που πέθαιναν από πανούκλα δεν τα έπαιρναν υγιείς, αλλά μόνο άτομα που είχαν αρρωστήσει και είχαν κατ’ εξαίρεση επιβιώσει.
  3. Όσοι πέθαιναν από πανούκλα θάβονταν σε λάκκους με ασβέστη.

Όσο για τη θεραπεία, οι εμπειρικοί της Λευκάδας χρησιμοποιούσαν πλήθος πολύπλοκων σκευασμάτων:

  1. Επιθέματα από μείγμα λαδιού κρίνου, λαδιού άνηθου, λίπους χήνας σε άπλυτο μαλλί προβάτου.
  2. Άνθη κολοκυθιάς, σταφίδες, μολόχα, χουρμάδες ανακατεμένα με χοιρινό λίπος, σε τοπικά επιθέματα.
  3. Χλωρή ρίζα άσπρης μολόχας, λινοκόκκι, σπόρι τίλιου σε λίπος χήνας ή σε ανάλατο λίπος χοίρου, σε επιθέματα.
  4. Ρίζα σέλινου σε ξύδι, σε απάλειψη.

Ευτυχώς η πανούκλα στις μέρες μας, χωρίς να εξαλειφθεί από τον κόσμο, έχει εκλείψει από ένα μεγάλο μέρος του και από το δικό μας τόπο. Έτσι η λέξη πανούκλα σήμερα λειτουργεί μόνο σε επίπεδο συμβολισμού.

Πηγή: http://www.enet.gr

Η θεολογία της πανούκλας

Ο Μεσαίωνας βρίσκεται ανάμεσα σε δύο θανάτους: την «ιουστινιάνειο πανώλη» και τον «Μαύρο Θάνατο» που θέρισε το μισό πληθυσμό της Ευρώπης. Στην πρώτη επιδημία η πανούκλα βρίσκει μια κοινωνία σε μετάβαση από την όψιμη αρχαιότητα στη φεουδαρχία. Στη δεύτερη, βρίσκει τη φεουδαρχική κοινωνία σε μετάβαση προς του Νέους Καιρούς, την αστική νεοτερικότητα. Ανάμεσα στην εξέλιξη μιας φυσικής καταστροφής και την εξέλιξη της κοινωνίας υπάρχει αλληλεπίδραση, Μέσα σε αυτές τις συνθήκες αναπτύσσεται η θεολογία της πανούκλας.

Η θεολογία της πανούκλας
Χριστιανοί παρακολουθούν την καύση Εβραίων

Η θεολογία της πανούκλας

Η θεολογία ως κυρίαρχη μορφή αυτοσυνείδησης του μεσαιωνικού κόσμου επιχειρεί να ερμηνεύσει την πανδημία, να καθοδηγήσει και να νομιμοποιήσει κοινωνικές πρακτικές αντιμετώπισης της, αλλά, ταυτόχρονα, υφίσταται και τη βαθιά επίδραση της. Αλλάζει η ίδια. Κι αλλάζει σύμφωνα με τις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζουν οι κοινωνικοοικονομικοί σχηματισμοί του πάλαι ποτέ ανατολικού και δυτικού τμήματος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Υπάρχει, βέβαια, ένα κοινό γενικό σχήμα θεολογικής ερμηνείας της επιδημίας: η αμαρτία προκαλεί την «οργή Κυρίου» και επιφέρει τη φοβερή τιμωρία, που για να παύσει απαιτείται μετάνοια και εξοβελισμός του κακού.

Στην Ρωμαιοκαθολική Δύση

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο παρατηρούνται διαφορές τόσο οριζόντια, ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή, όσο και κάθετα, μέσα στον ίδιο κοινωνικό σχηματισμό. Πρόκειται για τη διαφοροποίηση ανάμεσα σε μια θεολογία της ελίτ, που στόχο είχε την περιφρούρηση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, και σε μια λαϊκή θεολογία των καταπιεσμένων, που απειλεί με ανατροπή το status quo. Στη ρωμαιοκαθολική εκκλησία θα κυριαρχήσει η νομοκανονιστική θεολογική προσέγγιση της επιδημίας.

Η Ιατρική, που είχε καθηλωθεί στις αρχαίες αντιλήψεις του Ιπποκράτη και προπαντός του Γαληνού, ήταν εγκιβωτισμένη στα διάφορα συστήματα θεολογίας και στο εκκλησιαστικό κατεστημένο. Γιατροί και Ιατρική στέκονταν από μόνοι τους αδύναμοι να αντιμετωπίσουν έναν πρωτοφανή μαζικό όλεθρο σαν εκείνο του Μαύρου Θανάτου του 14ου αιώνα. Η Θεολογία της Παλαιάς Διαθήκης επιστρατεύεται και υποστηρίζεται ότι: «Στον Γαληνό δεν αναφερόταν τίποτα που να αφορά το λοιμό και οι γιατροί, όπως και ο λαός, έπρεπε σε αυτήν την κρίσιμη περίσταση να στηριχθούν στις δικές τους δυνάμεις. Η Παλαιά Διαθήκη δείχνει να έχει μεγαλύτερη επίγνωση της ιδέας της μεταδοτικότητας από ό,τι οι Έλληνες κλασικοί, συνεπώς δεν αποτελεί έκπληξη ότι ο Μεσαίωνας, διαποτισμένος με τη βιβλική παράδοση, ανέπτυξε μια καλύτερα σχηματισμένη ιδέα της μεταδοτικότητας από ό,τι τα τέλη της αρχαιότητας. Μέσα σε αυτήν την επιρροή προήλθε ο θεσμός της καραντίνας ως προφυλακτικής διαδικασίας».

Στις σελίδες του βιβλίου του Λευιτικού, στην Πεντάτευχο, θα αναζητηθεί το βιβλικό πρότυπο της αντιμετώπισης μιας μεταδοτικής επιδημίας, μαζί και της πανούκλας. Στο Τυπικό του ραβινικού ιουδαϊσμού, «η Διδασκαλία για την πηγή της λέπρας» εμπεριέχεται σε δύο συνεχόμενα αποσπάσματα. Το σχετικό κείμενο αρχίζει με μια αναφορά στην περιτομή του νεογέννητου αγοριού, με άλλα λόγια με την ένταξη στην κοινότητα, συνεχίζει με τον κοινωνικό αποκλεισμό, κάθε φορέα του φυσικού (και ηθικού) κακού που απειλεί τη συλλογική ύπαρξη της κοινότητας και καταλήγει με τα κριτήρια και τους κανόνες επανένταξης στην κοινότητα.

Το απόσπασμα του βιβλίου του Λευιτικού δείχνει με μοναδική καθαρότητα, στη βασική «κυτταρική» του μορφή, τον κοινωνικό αποκλεισμό ως διαδικασία που καθορίζεται από τον ίδιο τον κοινωνικό τρόπο παραγωγής και αναπαραγωγής της κοινωνικής ζωής.

Κάθε τρόπος παραγωγής γεννά τις δικές του μορφές αποκλεισμού. Στις προνεοτερικές, προκαπιταλιστικές κοινότητες, που βασίζονται στη φυσική οικονομία κι όπου κυριαρχούν οι προσωπικές μορφές εξάρτησης, ο κοινωνικός αποκλεισμός έχει προσωπικό χαρακτήρα και σκοπό έχει την απλή αναπαραγωγή των όρων ύπαρξης της κοινότητας. Αντίθετα, στην καπιταλιστική κοινωνία κυριαρχούν απρόσωπες μορφές αποκλεισμού που απαιτούνται από τις ανάγκες διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Οι αποκλεισμένοι από τις προκαπιταλιστικές κοινότητες αντιμετώπιζαν τον εξοβελισμό και το θάνατο. Αντίθετα, στη σύγχρονη κοινωνία οι αποκλεισμένοι γίνονται αντικείμενο εγκλεισμού και ελέγχου. Στην πρώτη περίπτωση υπήρχε το ενδεχόμενο προσωπικής «σωτηρίας», της άνωθεν θείας παρέμβασης, της μετάνοιας, της προσωπικής «κάθαρσης» από το κακό και της επανένταξης. Στη δεύτερη το ενδεχόμενο επανένταξης, όταν υπάρχει, υπακούει σε εντελώς απρόσωπα κριτήρια, στη λογική του κεφαλαίου.

Η σκηνή του μαρτυρίου, κέντρο και ρυθμιστική αρχή της κοινότητας, διασώζεται από τα μιάσματα και μαζί της και όλη η κοινότητα του Ισραήλ-μαζί και ο «νέος Ισραήλ», όπως θεωρείται από την Εκκλησία το χριστεπώνυμο πλήρωμα της- με το διαχωρισμό από κάθε εστία μολυσματική, με τον αποκλεισμό των μιασμάτων και των ανθρώπινων φορέων τους.

Η κοινωνική αυτή διαδικασία έχει τα θετικά της, όπως ήταν η εμφάνιση μέτρων υγειονομικής προστασίας και της καραντίνας. Από την άλλη, η ίδια λογική οδηγεί στην αναζήτηση «αποδιοπομπαίων τράγων», στον αποκλεισμό και την εξόντωση του Κακού με την ταύτιση του στο πρόσωπο του Άλλου. Και ποιος άλλος θα είναι ο ιδεώδης υποψήφιος για μια τέτοια ταύτιση με το Κακό, μαζί με τους δυστυχείς αρρώστους, έξω από το λαό των Εβραίων, το διαχρονικό αποδιοπομπαίο τράγο;

Όμως στην επιδημία της λέπρας το 1320, το αγροτικό κίνημα των Ποιμένων στη νοτιοδυτική Γαλλία εξόντωσε μαζικά λεπρούς και Εβραίους, έτσι και ο Μαύρος Θάνατος της πανούκλας ξορκίστηκε με την εξολόθρευση των «υιών του Ισραήλ» από το «νέο Ισραήλ».

Ο Μ. Βοβέλ γράφει: «Το 1348 ο λαός ψιθυρίζει ότι οι Εβραίοι διέδωσαν την πανούκλα, που είναι ο καρπός, λένε, μιας τερατώδους συνωμοσίας, η οποία υποτίθεται ότι γεννήθηκε στο Τολέδο και αποσκοπεί στην εξολόθρευση των Χριστιανών: τα βασανιστήρια θα τους δώσουν όλες τις επιβεβαιώσεις που επιθυμούν». Ο Μαύρος Θάνατος τροφοδοτεί το Μαύρο Ψεύδος.

Οι διωγμοί σαρώνουν όλες τις εβραϊκές κοινότητες, ιδιαίτερα εκεί που ήταν πιο σημαντικές και μισητές, από την Καταλονία και την Προβηγκία στην Ελβετία και προπαντός τη Γερμανία, όπου περίπου το 50% των Εβραίων εξοντώθηκαν.

Μέσα στη γενικευμένη αυτή σφαγή ακόμα και ο Πάπας Κλήμης ΣΤ’ χρειάστηκε να στείλει επιστολές που «αθώωναν» τα αθώα θύματα και ζητούσαν να σταματήσει η εξόντωση τους με το τσεκούρι, το μαχαίρι και την πυρά. Σίγουρα οι αντιεβραϊκοί διωγμοί ήταν προϊόν όχι απλώς ανορθολογικής μανίας, αλλά των εκρηκτικών αντιφάσεων μιας φεουδαρχικής κοινωνίας σε κρίση, όπου όλες οι υπονοούμενες ιστορικά κοινωνικές σχέσεις αποσαθρώνονταν από την πανδημία της πανούκλας. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν έπαιξε και τον πιο ολέθριο ρόλο η συστηματική καλλιέργεια από την Εκκλησία του θρησκευτικού αντιιιουδαϊσμού-που διαφέρει από το σύγχρονο αντισημιτισμό γιατί επικεντρώνεται ακριβώς στη θρησκευτική διαφορά και όχι στη ράτσα.

Στην περίπτωση του Μαύρου Ψεύδους, η θεολογία της πανούκλας μετατρέπεται σε πανούκλα της θεολογίας, σε κοινωνικό λοιμό.

Όταν καθυστερημένα οι εκκλησιαστικές (Κλήμης ΣΤ’) και κοσμικές (Κάρολος Δ’) αρχές θέλησαν να σταματήσουν τους διωγμούς αυτό δεν οφειλόταν σε κάποια απόρριψη του θρησκευτικού αντιιουδαϊσμού και της θεολογίας του αποκλεισμού των «χριστοκτόνων», αλλά στο γεγονός ότι θίγονταν βασικά συμφέροντα των κρατούντων.

Πολλοί από τους διωγμούς εξαπολύονταν από αγροτικά κινήματα και ρεύματα ζηλωτών όπως ήταν οι περίφημοι αυτομαστιγούμενοι, που προϋπήρχαν του Μαύρου Θανάτου, ξέφευγαν από τον έλεγχο και τα δόγματα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και απειλούσαν με ανατροπή όλη την υπάρχουσα κοινωνική τάξη και ιεραρχία.

Η κρίση της φεουδαρχίας, που κορυφώνεται και επιταχύνεται με το σοκ της Μαύρης Πανούκλας, βαθαίνει το χάσμα ανάμεσα στις θρησκευόμενες λαϊκές μάζες και το εκκλησιαστικό κατεστημένο και τροφοδοτεί ποικιλόμορφα ανατρεπτικά ρεύματα που ομιλούν στο όνομα της Αποκαλύψεως, της επερχόμενης Συντέλειας και της «χιλιετούς» Μεσσιανικής Βασιλείας.

Η Βίβλος γίνεται το κοινό σημείο αναφοράς των αντιμαχόμενων στρατοπέδων. Μετατρέπεται η γλώσσα της σε πύργο της Βαβέλ όπου ομιλούνται όλες οι γλώσσες της ασυνεννοησίας της εκκλησιάζουσας Βαβυλώνας και των πολεμίων της. Από τη μια, υπάρχει η επίσημη θεολογία που επιχειρεί να διασώσει μια κοινωνική τάξη πραγμάτων που σαπίζει από τις αντιφάσεις της και σαρώνεται από το Μαύρο Θάνατο. Από την άλλη, αναπτύσσεται η θεολογία της αποσάθρωσης αυτής της τάξης πραγμάτων μαζί και η θεολογία της ανατροπής της.

Με τομή το Μαύρο Θάνατο, εμφανίζεται στο διάστημα 1350-1450 αυτό που οι ιστορικοί ονομάζουν επιστροφή της Αποκαλύψεως. Ο Βοβέλ σε αυτή τη στροφή σε μια θεολογία ταυτόχρονα και θεολογία της ανατροπής της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, εντάσσει τους αυτομαστιγώμενους με αλυσίδες το σώμα τους για να εξιλεωθούν και κηρύσσοντας το τέλος του κόσμου, το Μακάβριο Χορό, τους «εν μανία χορεύοντες», που χορεύουν διαρκώς, όπως οι δερβίσηδες στο Ισλάμ, κοιτάζοντας τα ουράνια μέχρι να πέσουν λιπόθυμοι. Το Αποκαλυπτικό, μέσα στο ζόφο του, κάλυπτε το αίτημα της ανατροπής ενός τερατώδους κόσμου, την προσδοκία του Μεσσιανικού.

Η απουσία μιας κοινωνικής τάξης ικανής να ανοίξει δρόμο στο ιστορικό αδιέξοδο, έκανε τους αυτομαστιγώμενους να στρέφουν το ανήμπορο κοινωνικό τους μίσος ενάντια στο ίδιο τους το σώμα. Σε άλλες περιπτώσεις η ίδια κρίση γεννούσε την αντίστροφη κίνηση: τη δημιουργία μικρόκοσμων της σωματικής απόλαυσης, μικροουτοπίες της κραιπάλης, όπως με τους ήρωες του «Δεκαήμερου» του Βοκάκιου. Κι αυτοί, όμως, οι μικρόκοσμοι διαφυγής στήνονταν στο χείλος της αβύσσου μιας κοσμικής και ιστορικής Αποκαλύψεως.

Η επίσημη θεολογία, για να διασώσει ό,τι της ήταν δυνατό, καταδίκασε σαν αιρετικά αυτά τα ρεύματα που γεννιούνταν από την κρίση κι απειλούσαν να συμπαρασύρουν ό,τι άφηνε όρθιο ο Μαύρος Θάνατος. Πέρα, όμως, της καταδίκης, προχώρησε σιωπηλά και σε κάποιο συμβιβασμό, σε μια βαθμιαία ενσωμάτωση και «εκχριστιανισμό» των λαϊκών προχριστιανικών δοξασιών. Η πανδημία έγινε αφετηρία για να φουντώσει η θεολογία των διαφόρων μεσιτών που παρεμβάλλονται ανάμεσα στους πιστούς, τους προσκυνηματικούς τόπους και τον Θεό.

Συνήθως η πανούκλα υπάρχει στη φαντασία των ανθρώπων της εποχής και παρουσιάζεται στους πίνακες των Εκκλησιών με βέλη να απειλούν τους ανθρώπους. Η θεολογία της ελίτ δεν περιορίζεται στην ενσωμάτωση λαϊκών παγανιστικών στοιχείων. Αλλάζει, ως αποτέλεσμα του σοκ του 14ου αιώνα, και την ίδια τη συμβολική παράσταση του θανάτου, που προσωποποιείται, γίνεται έννοια. Μέσα από αυτή την τομή θα αναδυθεί μια νέα στάση απέναντι στο θάνατο, αυτή των Νέων Καιρών.

Στην Ορθόδοξη Ανατολή

Με αφετηρία την Κριμαία, ο Μαύρος Θάνατος βρήκε την Κωνσταντινούπολη σαν πύλη εισόδου στην Ευρώπη, πλήττοντας συνάμα και τα βυζαντινά εδάφη. Κι, όμως, τα σχετικά τεκμήρια στη βυζαντινή ιστοριογραφία είναι φειδωλά, συγκριτικά με ό,τι καταγράφεται για την πανούκλα την ίδια εποχή στη Δύση. Κι ακόμη μια άλλη ουσιαστική διαφορά στο επίπεδο της θεολογικής παράστασης της ιστορικής συγκυρίας: η επιστροφή της Αποκαλύψεως στη Δύση μεν συνδέεται άμεσα με την επιδημία της πανούκλας, στην ορθόδοξη Ανατολή όμως όχι. Παρ’ όλο που η «κοινή και παγκόσμιος» πανδημία αναγνωρίζεται σαν οργή του Θεού, στην ορθόδοξη Ανατολή α σημεία της Αποκαλύψεως αναζητούνται, όχι σε κακοδαιμονίες της Φύσης, αλλά, σε καταστροφές της Ιστορίας και του πολιτισμού: στην πτώση του τρούλου της Αγιάς Σοφιάς, στην εμφάνιση των Τούρκων, στο ψυχορράγημα της Αυτοκρατορίας.

Η διαφορά στην εσχατολογία έχει βαθιές ιστορικές αλλά και θεολογικές ρίζες που αφορούν την αντιπαράθεση Ορθοδοξίας και σχολαστικισμού για τις θέσεις της Θείας πρόνοιας και του Προορισμού, της αιτιοκρατίας και της ελευθερίας. Ο Μάρκος ο Ευγενικός στηρίζεται στο Μέγα Βασίλειο που διακρίνει την καθοριζόμενη από τον Θεό πλήρωση «των όρων της ζωής» και συνεπώς και το θάνατο, από τις όποιες φυσικές διαδικασίες, συνεπώς και την ασθένεια. Η πανούκλα, δηλαδή, μπορεί να οφείλεται σε φυσικές διαδικασίες, το αν κάποιος πεθαίνει ή όχι, όμως, δεν οφείλεται σ’ αυτήν, αλλά στη Θεία Πρόνοια. Με αυτόν το συλλογισμό ο Μάρκος ο Ευγενικός αποδίδει πλήρη ελευθερία στον άνθρωπο, μαζί με την ελευθερία να εξετάζει τη Φύση και τα φυσικά δεινά χωρίς μεταφυσικές-θεϊκές παρεμβάσεις.

Ο Γεννάδιος Σχολάριος άσκησε κριτική στο Μάρκο Ευγενικό. Αλλά και γι΄αυτόν «τέλος ανθρώπου και όρος αληθώς και κυρίως η αιώνιος εστί ζωή, ης χάριν γέγονεν». Από αυτή την έσχατη προοπτική της θριαμβεύουσας τελικά ζωής πρέπει να ιδωθεί και ο θάνατος και η αρρώστια, μαζί και η φρίκη της πανούκλας.

Η μέγιστη διαφορά ορθόδοξης και σχολαστικής παράδοσης βρίσκεται στην αποδοχή ή την απόρριψη της θεοδικίας, στη θεολογία του Κακού. Η ανατολική παράδοση απορρίπτει τη θεοδικία και την προέλευση οποιουδήποτε κακού από τον Θεό ή και τη Φύση: «ουδέν έτερον εστίν η κακία ει μη το παρά φύσιν και τον νόμον κεχρήσθαι ταις φυσικαίς δυνάμεσι, ο ουκ έστιν ουσία, αλλ’ ημέτερον επιτήδευμα», λέει ο Δαμασκηνός.

Όταν ο Μάρκος ο Ευγενικός αρνείται να δει στην αρρώστια μια θεϊκή παρέμβαση, αρνείται όλη την επιχειρηματολογία των φίλων του Ιώβ που θέλουν να εξάγουν κρίσεις ηθικής τάξεως από φαινόμενα φυσικής τάξεως. Από αυτή την άποψη η ορθόδοξη αντίληψη συμπορεύεται με τον Ιώβ.

Ο μεγάλος Εβραίος αριστοτελικός ιατροφιλόσοφος και θεολόγος του Μεσαίωνα, Γερσονίδης, στο σχολιασμό του στο βιβλίο του Ιώβ, αναπτύσσει μιαν άποψη εγγύτατη σε εκείνη του Μάρκου Ευγενικού. Αποδίδει πλήρη ελευθερία και ευθύνη τον άνθρωπο και στο λόγο του αντιμετωπίσει τα φυσικά δεινά, χωρίς να τα αποδίδει σε θεία παρέμβαση.

Ο Μεσαίωνας τερματίζεται δραματικά μέσα σε κρίση, εξεγέρσεις, σφαγές, διωγμούς, πολέμους και το Μαύρο Θάνατο και οι ιστορικές συνθήκες γεννούν ανεξάρτητα πνεύματα, μέσα στα πιο διαφορετικά θεολογικά περιβλήματα, σε Ανατολή και Δύση, που σχηματίζουν υπόγεια ρεύματα και ωθούν προς μια νέα στάση απέναντι στην αρρώστια, το θάνατο, τη Φύση, μια στάση χειραφέτησης. Μέγας ευαγγελιστής της θα γίνει ο Μπαρούχ Σπινόζα, το 17ο αιώνα, που θα μετατρέψει τη φιλοσοφία από μελέτη θανάτου σε μελέτη ζωής.

Πηγή: http://www.enet.gr

Οι γιατροί της πανώλους

Η πανώλης θέρισε την Ευρώπη από τον 6ο ως τον 19ο αιώνα. Οι γιατροί προσπαθούν όλους αυτούς τους αιώνες να καταλάβουν τον τρόπο με τον οποίο προκύπτει μια επιδημία, τον τρόπο με τον οποίο μεταδίδεται και προσπαθούν να βρουν τρόπο αντιμετώπισης της και γιατί όχι ακόμη και πρόληψης της. Οι γιατροί της πανώλους είναι εκείνοι οι γιατροί που εξέφρασαν την άποψη τους, τεκμηριωμένη ή όχι, για την επιδημία και έκαναν τα πειράματα τους.

Οι γιατροί της πανώλους
Ο Αλέξανδρος Γιερσέν

Οι γιατροί της πανώλους

Ο Ιπποκράτης θεμελίωσε μια επιστημονική αντίληψη την οποία ανέπτυξε ο Γαληνός και υποστηρίζει ότι οι επιδημίες οφείλονταν στο μολυσμένο αέρα, στο λεγόμενο μίασμα. Με φωτιές, καπνούς και θυμιάματα προσπαθούν λοιπόν να απολυμάνουν τους χώρους και τον αέρα. Η άποψη αυτή κατά την οποία οι επιδημίες δεν είναι μεταδοτικές διατήρησε το κύρος ως το Μεσαίωνα, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση.

Ο Άραβας ιατρός Αβικέννας (980-1037), πρώτος, καταγράφει μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση: Πριν εκδηλωθεί επιδημία πανώλους, αρχίζουν να βγαίνουν από τη γη ποντικοί, αρουραίοι και άλλα τρωκτικά. Συμπεριφέρονται σαν μεθυσμένα, γεννάνε όπου βρουν και πεθαίνουν σωρηδόν.

Το 1546 ο Τζιρολάμο Φρακαστόρο έγραψε το περίφημο βιβλίο του για τις μεταδοτικές λοιμώξεις. Εκεί ξεχωρίζει την πανώλη από άλλες μεταδοτικές ασθένειες και πιστοποιεί ότι είναι τρομερά επικίνδυνο ακόμη και το να πάρει κανείς ένα ρούχο από κάποιον άρρωστο με πανώλη. Όμως ούτε ο ίδιος ούτε ο Τζερόνιμο Μερκουλιάρε, που συνέχισε την παράδοση του, υποπτεύθηκαν ότι η αιτία της μόλυνσης ήταν οι ψύλλοι των ποντικών που κρύβονταν στα υπάρχοντα των πεθαμένων.

Τον ίδιο καιρό περίπου ο Αμβρόσιος Παρέ, πατέρας της νεότερης χειρουργικής, πλησίασε περισσότερο στα αίτια της λοίμωξης. Επισήμανε, ξανά το γεγονός ξανά το γεγονός των αρουραίων λίγο πριν από την έναρξη της επιδημίας πανώλους. Χρειάστηκαν όμως να περάσουν άλλα 250 χρόνια μέχρις ότι ο Ελβετός Γιερσέν (Yesrsin) ανακαλύψει την αιτία και τη σχέση της αρρώστιας με τους αρουραίους και τους ψύλλους των τρωκτικών.

Το 1631 ο Αθανάσιος Κίρχνερ θα ανακαλύψει με το μικροσκόπιο μέσα στο πύον από βουβώνες, αλλά και στο αίμα ασθενών, κάτι μικρά σκουληκάκια που τα ονόμασε «vermiculi» και εντόπισε σε αυτά την αιτία της πανώλους. Αν ήταν πράγματι τα Gram-αρνητικά βακτήρια που προκαλούσαν την πανώλη, είναι δύσκολο να το πει κανείς σήμερα. Δεν παύει όμως να είναι ο πρώτος που έγραψε ότι το λεγόμενο «μίασμα» δεν είναι τίποτα άλλο από ένας στρατός από μικρά σκουληκάκια που μπαίνει με την αναπνοή ή από το δέρμα στο σώμα, κάνει τους αδένες να γεμίζουν πύον και σκοτώνουν τον ασθενή. Οι πρακτικές που ακολουθούσαν τότε οι γιατροί ήταν «μεσαιωνικές». Ο φόβος για το μίασμα τους έκανε να ντύνονται με βαριά ρούχα ποτισμένα σε κερί και να φοράνε μια περίεργη μάσκα, μέσα στην οποία έβαζαν σφουγγάρι με ξύδι, καμφορά ή άλλα αντισηπτικά ονομαζόμενα «νερά της πανώλους». Ένα από αυτά ανακάλυψαν γύρω στο 1700 στην Κολωνία δύο Ιταλοί αδελφοί, ο Ιωάννης-Βαπτιστής και ο Ιωάννης-Μαρία Φαρίνα. Είναι το επιλεγόμενο «Eau de Cologne, η σημερινή κολώνια.

Το πλοίο «Le Grand Antoine»

Οι αυστηροί έλεγχοι στα λιμάνια δεν είχαν πάντα αποτέλεσμα. Στις 22 Μαΐου 1720 άραξε στη Μασσαλία το πλοίο «Le Grand Antoine». Το περίμεναν με ανυπομονησία γιατί έφερνε πραμάτεια από την Ανατολή για μια μεγάλη εμπορική έκθεση. Ο καπετάνιος του είχε ήδη μαζί του τρία διαβατήρια υγείας από τη Σίδη, τη Τρίπολη και την Κύπρο, που του επέτρεπαν ελεύθερη πρόσβαση, αλλά και ένα άλλο από τον ιατρό του πλοίου -που ήδη πεθάνει μετά από 7 ναύτες- το οποίο έλεγε ότι πέθαναν από πανώλη. Στις 27 Μαΐου πεθαίνει άλλος ένας μέσα στο πλοίο. Τον νεκροτομούν στο νοσοκομείο του λιμανιού, αλλά πάλι κρύβουν ότι ήταν πανώλης. Στις 12 Ιουνίου πεθαίνει ο υπάλληλος του τελωνείου που είχε επισκεφθεί το πλοίο και κατόπιν δύο ναύτες. Ο αρμόδιος χειρουργός το αποκρύπτει ξανά έως ότου πεθάνει και αυτός.

Η πραμάτεια είχε βγει στο λιμάνι. Λίγο αργότερα, την 1η Αυγούστου, πεθαίνουν μαζικά 100 άτομα, ενώ στις αρχές Σεπτεμβρίου πάνω από 1.000. Κανείς δε δέχεται να τους θάψει και οι αρχές πανικοβλημένες φέρνουν κατάδικους από τις φυλακές. Από τους 698 κατάδικους πεθαίνουν οι 457.

Στην επιδημία αυτή ο καθηγητής παθολογίας Ντεϊτιέ (Deidier) από την Ζυρίχη θα κάνει στο Μονπελιέ (Montpellier) τα πρώτα πειράματα που αποδεικνύουν τη μεταδοτικότητα της ασθένειας. Παίρνοντας χολή από ασθενή και δίνοντας την ενδοφλεβίως, από το στόμα ή υποδόρια, μεταδίδει την αρρώστια σε σκύλους. Από τότε η αυστηρή επιτήρηση των ταξιδιωτών γίνεται νόμος.

Η Παναγία η Κουμαριώτισσα

Στην Τουρκία, που οι αρχές δεν παίρνουν καμιά προφύλαξη, ο πληθυσμός συνεχίζει να αφανίζεται. Οι πολλοί θάνατοι του 1836 αναγκάζουν τον σουλτάνο Μαχμούτ Β’ να ακολουθήσει την εισήγηση των ιατρών Στεφάνου και Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή (παππού του μαθηματικού), για άμεση μεταφορά όσων έχουν προσβληθεί από πανώλη στο λοιμοκαθαρτήριο του Πύργου του Λεάνδρου. Το μέτρο αυτό βοηθά στο να καταστείλουν την επιδημία. Για να τους ευχαριστήσει ο σουλτάνος τους έδωσε την άδεια να ανεγερθεί η εκκλησία της Παναγίας Κουμαριώτισσας στο Νεοχώρι.

Ο γιατρός Αλέξανδρος Γιερσέν

Την αποφασιστική ανακάλυψη για την αντιμετώπιση της πανώλους θα κάνει ο Ελβετός γιατρός Αλέξανδρος Γιερσέν, που έφερε στο φως το αιτιογόνο βακτήριο της πανώλους, τη Yersinia pestis, που πήρε το όνομα του. Ο Γιερσέν απέδειξε ότι ο πρώτος κρίκος στην αλυσίδα ήταν ο αρουραίος. Είχε εντυπωσιαστεί από τις εκατοντάδες νεκρών αρουραίων που είδε στους δρόμους του Χονγκ Κονγκ, και από την εικόνα αυτή βοηθήθηκε να κάνει τον πρώτο συνειρμό.

Τον Απρίλιο του 1895 κλήθηκε από το Ινστιτούτο Παστέρ στο Παρίσι να αναλάβει την έρευνα για την προφύλαξη και τη θεραπεία της πανώλους. Τον ίδιο χρόνο, στο τεύχος Ιουλίου του περιοδικού του Ινστιτούτου δημοσίευσε τα πρώτα αποτελέσματα με αντιτοξικούς όρους. Τον Σεπτέμβριο σώζει με τους όρους αυτούς εκατοντάδες άρρωστους με πανώλη στην Ινδοκίνα, όπου είχε κληθεί.

Τον τρίτο κρίκο της αλυσίδας έκλεισε στη Βομβάη ο Ισπανός Σιμόντ (Simont) που εργαζόταν με τον Γιερσέν στο Ινστιτούτο Παστέρ στο Παρίσι. Παρατήρησε ότι οι ξυπόλητοι Hindus πριν εμφανίσουν αποστήματα στη βουβωνική χώρα, εμφάνιζαν μικρή φλύκταινα στο δέρμα του ποδιού τους, συνήθως κάτω από τα σφυρά (αστράγαλος). Την ονόμασε «Phlyktaena praecox»=πρώιμη φλύκταινα. Από το υγρό αυτό καλλιέργησε Yersinia. Βλέποντας την ομοιότητα με τα τσιμπήματα των ψύλλων «ψυλλιάστηκε».

Όπως έγραψε αργότερα, εκείνη την ώρα ανατρίχιασε πιστεύοντας ότι ίσως ανακάλυψε το μεγάλο μυστικό της αρρώστιας. Συγκέντρωσε τότε ψύλλους από αρουραίους που πέθαναν και με το μικροσκόπιο, αλλά και στις καλλιέργειες, ανακάλυψε Yersiniae. Κατόπιν τοποθέτησε δοκιμαστικά σε θάλαμο που χωριζόταν με συρμάτινο δίχτυ, από τη μια μεριά έναν αρουραίο με πανώλη, γεμάτο ψύλλους, και από την άλλη έναν υγιή αρουραίο, που είχε αφαιρέσει όλους τους ψύλλους. Το ήδη άρρωστο ζώο πέθανε μέσα σε μια μέρα, ενώ το υγιές έπειτα από έξι ημέρες. Έκανε το ίδιο πείραμα με έναν άρρωστο αρουραίο χωρίς ψύλλους και έναν υγιή χωρίς ψύλλους. Το αποτέλεσμα ήταν ο άρρωστος να πεθάνει και ο υγιής να επιζήσει. Ήταν πια φανερό ότι το βακτήριο της πανώλους το περνούσαν οι ψύλλοι από τον έναν αρουραίο στον άλλον μέσα από το συρμάτινο δίχτυ, ενώ ο ένας αρουραίος δε μπορούσε να κολλήσει αν δεν υπήρχαν ψύλλοι.

Στα χρόνια που ακολούθησαν ήρθαν τα εντομοκτόνα και έτσι η ασθένεια περιορίστηκε. Σήμερα αν κάποιος προσβληθεί από πανώλη θεραπεύεται με αντιβιωτικά. Η πανώλης νικήθηκε σχεδόν πια οριστικά, παρ’ όλο που πολλά τρωκτικά παραμένουν ακόμη σαν φυσική δεξαμενή στη νοτιοανατολική Ασία, το Ιράν, τις Ινδίες, την κεντρική και νότια Αφρική, αλλά και τις δυτικές πολιτείες της Αμερικής, προκαλώντας σποραδικά μικρές επιδημίες και μεμονωμένους θανάτους.

Πηγή: http://www.enet.gr

Η «Ιουστινιάνειος Πανώλης»

Ζούμε σε μια πολύ δύσκολη περίοδο με την εξάπλωση του κορωνοϊού που μας αναγκάζει να αλλάξουμε τις καθημερινές μας συνήθειες, ελπίζοντας όχι για πολύ καιρό. Η ανθρωπότητα, όμως, στο πέρασμα των αιώνων, έχει ζήσει και άλλες παρόμοιες ή και χειρότερες καταστάσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Πανώλης ή Μαύρος Θάνατος, που είναι γνωστή περισσότερο για τα θύματα που προκάλεσε στην Ευρώπη, κατά το Μεσαίωνα. Το πρώτο κρούσμα, όμως, εμφανίστηκε το 541μ.Χ. στην περιοχή του ποταμού Νείλου. Ένα χρόνο αργότερα η νόσος, η «ιουστινιάνειος πανώλης», όπως ονομάστηκε, χτυπά την Βασιλεύουσα, τη Θεσσαλονίκη, την Παλαιστίνη, τη Συρία, την Κίνα και επανακάμπτει το 747 που θερίζει το μισό πληθυσμό της Κωνσταντινούπολης.

Η «Ιουστινιάνειος Πανώλης»
«Επίσκεψη σε πανωλόβλητο ασθενή»
Ο ιατρός κρατά στη μύτη του ένα σφουγγάρι με αντισηπτικό, ενώ οι υπηρέτες καίνε αρώματα

«Το Σεπτέμβριο του 541μ.Χ. συνέβη το ακόλουθο περιστατικό: Μια γυναίκα που κατοικούσε κοντά τη Χρυσή Πύλη έπεσε σε έκσταση και ξεστόμιζε διάφορα ακατάληπτα λόγια, με αποτέλεσμα ο λαός της Κωνσταντινούπολης να συρρεύσει προς το μέρος και να αρχίσει να πορεύεται σε λιτανεία προς τη μονή του Αγίου Διομήδη, στη λεγόμενη Ιερουσαλήμ. Αφού έβγαλαν τη γυναίκα αυτή από το σπίτι της, την έφεραν στο ναό του Αγίου Διομήδη, καθώς εκείνη έλεγε ότι σε τρεις μέρες η θάλασσα θα υψωνόταν και θα κατάπινε τα πάντα. Και τα πλήθη λιτάνευαν και έψαλλαν το Κύριε Ελέησον, καθώς έφταναν ειδήσεις ότι ήδη αρκετές πόλεις είχαν καταποντιστεί από τα ύδατα. Και την ίδια εποχή το θανατικό είχε ξεσπάσει στην Αίγυπτο και την Αλεξάνδρεια». Έτσι περιγράφει τα γεγονότα ο χρονογράφος Ιωάννης Μαλάλας.

Τη στιγμή που η Κωνσταντινούπολη βρισκόταν υπό την επήρεια αυτής της εσχατολογικής έξαρσης, η πανώλης εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο προσκήνιο της ευρωπαϊκής ιστορίας. Το πρώτο τεκμηριωμένο χτύπημα της πανδημίας μαρτυρείται στο Πηλούσιο, μια μικρή πόλη της Αιγύπτου στις ανατολικές εκβολές του Νείλου, περίπου τον Ιούλιο του 541. Τότε Βυζαντινός Αυτοκράτορας ήταν ο Ιουστινιανός Α’, από τον οποίο πήρε το όνομα του ο κύκλος επιδημιών πανώλης που ξεκίνησε τότε.

Συνολικά η παρουσία της νόσου παρέμεινε δραστήρια ως το 750, μαστίζοντας όλη την περιοχή της μεσογειακή λεκάνης σε περίπου δεκαεπτά επιδημικά κύματα, με μέσο όρο περιοδικότητας τα δεκαπέντε χρόνια. Η μεγάλη θνησιμότητα που προκάλεσε κάθε κύμα, σε συνδυασμό με τη συνεχή παρουσία της νόσου, είχε αποτέλεσμα μια οξεία δημογραφική κρίση, η οποία ανάγκασε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, που επλήγη περισσότερο από κάθε άλλο σύγχρονο της κράτος, να αναδιπλωθεί και να περιορίσει τα ρωμαϊκά και οικουμενικά οράματα της.

Η εξάπλωση της «ιουστινιανείου πανώλους»

Όπως είπαμε η «ιουστινιάνειος πανώλης» ξεκίνησε από το αιγυπτιακό Πηλούσιο. Η επιστημονική κοινότητα συναινεί ότι η νόσος δεν ξεκίνησε από εκεί, αλλά ήρθε στο Πηλούσιο από την κεντρική Αφρική και ειδικότερα από την περιοχή των μεγάλων λιμνών της Τανζανίας και της Ουγκάντας. Εκεί απαντά, ως και σήμερα, μια πανάρχαιη, ενδημική εστία της πανώλης στα άγρια τρωκτικά της περιοχής. Είτε καταπλέοντας το Νείλο προς την Κάτω Αίγυπτο είτε -πολύ πιθανότερο- μέσω της Ερυθράς Θάλασσας η νόσος μεταφέρθηκε παθητικά ακολουθώντας τους εμπορικούς δρόμους της εποχής ως τις μεσογειακές ακτές της Αιγύπτου. Εκεί συνάντησε μεγάλα, πυκνοκατοικημένα αστικά κέντρα και εκτεταμένα, καλά οργανωμένα δίκτυα επικοινωνιών, χερσαία και θαλάσσια, τα οποία ευνόησαν την καταστροφική της πορεία. Η διάδοση της πανδημίας σε ολόκληρη την μεσογειακή λεκάνη αποτελεί τη μεγαλύτερη απόδειξη για την ύπαρξη και την καλή λειτουργία αυτών των δικτύων.

Μετά το Πηλούσιο η πανώλης ακολούθησε δύο κατευθύνσεις: από τη μια πλευρά εξαπλώθηκε προς την Αλεξάνδρεια και τις βορειοαφρικανικές ακτές και από την άλλη προχώρησε προς την Παλαιστίνη. Οι σύγχρονοι της παρατήρησαν με ακρίβεια ότι η νόσος προχωρούσε πάντοτε από τις ακτές προς την ενδοχώρα. Στη διάρκεια του καλοκαιριού και του φθινοπώρου του 541 η πανδημία έφτασε στην Αλεξάνδρεια, στη Γάζα και από εκεί στην περιοχή του Νεγκέβ, ενώ το χειμώνα εξαπλώθηκε στην Ιερουσαλήμ και τη νότια Συρία. Η πανώλης μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τη θάλασσα την άνοιξη του 542 και έπληξε την πολυπληθή και πυκνοκατοικημένη πόλη για τουλάχιστον τέσσερις μήνες, προκαλώντας μεγάλη θνησιμότητα. Είναι πολύ πιθανό ότι υπέκυψε στη μάστιγα σχεδόν ο μισός πληθυσμός της Βασιλεύουσας, ενώ η οικονομική και κοινωνική ζωή της παρέλυσαν εντελώς. Την ίδια εποχή η πανδημία προχωρούσε και στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας πλήττοντας την Αντιόχεια, την Επιφάνεια, τα Μύρα της Λυκίας και γενικότερα την ευρύτερη περιοχή της Μικράς Ασίας. Στην άλλη άκρη της Μεσογείου η νόσος, αφού αποδεκάτισε περιοχές της βόρειας Αφρικής, τόσο στο εσωτερικό όσο και στις ακτές της, μεταπήδησε στην Ιταλία και στα τέλη του 543 έφτασε στη Ρώμη.

Στη διάρκεια του ίδιου χρόνου εξαπλώθηκε στην Ισπανία και στο εσωτερικό της Γαλατίας. Στις 23 Μαρτίου του 544 ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός κηρύσσει το πέρας του πρώτου κύματος της πανδημίας, το οποίο χαρακτηρίζει μεταφορικά ως «παίδευση που συνέβη σύμφωνα με τη φιλανθρωπία του δεσπότη Θεού». Η πορεία μεν της νόσου είχε ανακοπεί μέσα στα εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, δεν ίσχυε όμως το ίδιο για την υπόλοιπη τότε οικουμένη. Γύρω στα 548-549 η πανώλης έφτασε στη Βρετανία και την Ιρλανδία και ακόμη βορειότερα ως τη σκανδιναβική χερσόνησο, ενώ περίπου την ίδια εποχή έκανε την καταστροφική της εμφάνιση στην Υεμένη και τη Νότια Αραβία. Ο κύκλος της πανδημίας είχε μόλις αρχίσει.

Η «Ιουστινιάνειος πανώλης» είχε συμπτώματα

Τα συμπτώματα της «ιουστινιανείου πανώλους», όπως μας έχουν παραδοθεί από πολλές και διαφορετικές πηγές, ήταν τα εξής: για σύντομο διάστημα οι προσβεβλημένοι από την πανώλη είχαν παραισθήσεις, η νόσος ξεκινούσε με ξαφνικό, υψηλό πυρετό και οδηγούσε έπειτα από λίγες μέρες τους αδένες στη βουβωνική χώρα, στις μασχάλες, στον αυχένα και στους μηρούς σε φλεγμονή και διόγκωση. Στις περιπτώσεις στις οποίες τα οιδήματα αυτά εξελίσσονταν σε γάγγραινα, οι ασθενείς πέθαιναν τάχιστα με ανυπόφορους πόνους. Σε άλλους εμφανίζονταν μαύρες φλύκταινες στο μέγεθος φακής σε ολόκληρο το σώμα, γεγονός που προανήγγειλλε τον επερχόμενο θάνατο.Σε άλλους, πάλι, το κυρίαρχο σύμπτωμα που επέφερε το θάνατο ήταν η αιμόπτυση. Σε γενικές γραμμές, η διάρκεια της θανατηφόρου ασθένειας δεν ξεπερνούσε τις πέντε μέρες, στην διάρκεια των οποίων ο ασθενής βασανιζόταν από αϋπνία και παραληρήματα.

Ο ιστορικός Προκόπιος, σύγχρονος της εποχής, είναι ο μοναδικός που αναφέρει περιπτώσεις ίασης της πανώλους σε όσους το βουβωνικό οίδημα δημιούργησε απόστημα, το οποίο αφού άνοιξε προκάλεσε την έκχυση του πύου και εντέλει τη θετική έκβαση της νόσου. Ο ίδιος ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός είναι μια τέτοια περίπτωση.

Η Ιουστινιάνειος πανώλης και οι άνθρωποι της εποχής

Για να καταλάβουμε πως αντιλαμβάνονταν οι άνθρωποι της εποχής εκείνης την ιουστινιάνειο πανώλη θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν επιστημονικές και θρησκευτικές αντιλήψεις. Σύμφωνα με τον Ιπποκράτη και τον Γαληνό οι επιδημίες οφείλονταν στο μολυσμένο αέρα. Η άποψη αυτή, κατά την οποία οι επιδημίες δεν ήταν μεταδοτικές, διατήρησε κάποιο κύρος στο Μεσαίωνα, τόσο στην Ανατολή και όσο τη Δύση. Ήταν όμως εντελώς αναποτελεσματική σε σχέση με την πανώλη. Στον αντίποδα αυτής της αντίληψης, η χριστιανική σκέψη θεώρησε την πανδημία έκφραση της Θείας Δίκης, που είχε σκοπό το σωφρονισμό της ανθρωπότητας, κάποτε μάλιστα και την τιμωρία ορισμένων ατόμων για τα παραπτώματα τους.

Το κοινό σημείο των δύο αυτών αντιλήψεων έγκειται στο ότι δεν παρείχαν σε όσους τις ενστερνίζονταν κανένα αποτελεσματικό μέσο αντιμετώπισης της νόσου. Η μεν ιατρική γραμματεία εξακολουθούσε να προτείνει διάφορα γαληνικά αντίδοτα, όπως την περιβόητη θηριακή (μείγμα 60 βοτάνων), αλλά και έμπλαστρα για τη θεραπεία της πανώλους, ενώ τα θεολογικά κείμενα συνιστούσαν στους πιστούς μετάνοια και προσευχή, στην ουσία, όμως, διακήρυτταν την τυφλή αποδοχή της ως αναγκαίου κακού.

Η Εκκλησία οργάνωνε λιτανείες για τον κατευνασμό της Θείας Οργής. Οι έντρομοι πληθυσμοί επικαλούνταν θαυματουργούς Αγίους, όπως τον Συμεών το Νεότερο Στυλίτη στην Αντιόχεια ή τον Άγιο Δημήτριο Θεσσαλονίκης, ενώ συχνά παρατηρούνταν φαινόμενα μαζικής μεταμέλειας και στροφής προς τη φιλανθρωπία. Σπανιότερα αναφέρονται περιπτώσεις μαζικής φυγής από τις προσβεβλημένες περιοχές.

Σε κρατικό επίπεδο γίνονταν συντονισμένες προσπάθειες για την αντιμετώπιση των άμεσων προβλημάτων που δημιουργούσε η ιουστινιάνειος πανώλης. Ο Ιουστινιανός επιφόρτισε ένα ανώτατο αξιωματούχο με την ευθύνη για την ταφή των πολυάριθμων θυμάτων που κείτονταν άταφα στο κέντρο της Κωνσταντινούπολης.

Ασφαλώς η ιουστινιάνειος πανώλης, ως νόσος που προκαλούσε υψηλή θνησιμότητα, είχε πολλαπλές συνέπειες στην οικονομική και κοινωνική ζωή των ανθρώπων. Δυστυχώς η έλλειψη αξιόπιστων πηγών δεν μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε τον ακριβή αριθμό θυμάτων της πανώλους. Όσες πηγές αναφέρουν συγκεκριμένους αριθμούς θυμάτων δεν μπορούν να ληφθούν σοβαρά υπόψιν, επειδή αποτελούν ρητορικές υπερβολές που θέλουν απλά να τονίσουν ότι έχασε τη ζωή του ένας ασυνήθιστος αριθμός ανθρώπων. Ωστόσο, η δημογραφική κρίση που επέφερε η πανώλης υπήρξε οξεία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η κίνηση του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε’, το 755. Ο Αυτοκράτορας μετέφερε στην Πόλη ολόκληρες οικογένειες από τα νησιά του Αιγαίου και τη νότια Ελλάδα, προκειμένου να πυκνώσει τον πληθυσμό της.

Οι μεσογειακές κοινωνίες στη διάρκεια της πανδημίας προσπάθησαν με ποικίλα μέσα, σε διαφορετικά επίπεδα να ανταπεξέλθουν στις δυσχέρειες που προκαλούσε η νόσος μαχόμενες να διατηρήσουν τον έλεγχο της καθημερινότητας.

Πηγή: http://www.enet.gr