Η μάχη στα Γαυγάμηλα (331π.Χ.)

Η μάχη στα Γαυγάμηλα υπήρξε η επιφανέστερη νίκη του Μεγάλου Αλεξάνδρου και αυτή έκρινε οριστικά την τύχη της περσικής αυτοκρατορίας. Και σ’ αυτήν τη μάχη πρωτεύοντα ρόλο είχε το ιππικό. Επιπλέον η ορθή εκμετάλλευση του χώρου και η λεπτομερής γνώση της παράταξης των εχθρικών δυνάμεων οδήγησε τον Αλέξανδρο στην εκπόνηση και την εκτέλεση ενός ευφυούς στρατηγικού σχεδίου που του χάρισε τη νίκη. Με τα αποτελέσματα της άμεσα και απώτερα, αποτέλεσε σταθμό αποφασιστικό της αρχαίας ιστορίας.

Η μάχη στα Γαυγάμηλα υπήρξε η επιφανέστερη νίκη Μεγάλου Αλεξάνδρου και αυτή έκρινε οριστικά την τύχη της περσικής αυτοκρατορίας.
Η μάχη στα Γαυγάμηλα

Γεγονότα πριν τη μάχη στα Γαυγάμηλα

Ο Αλέξανδρος εισήγαγε τους τακτικούς ελιγμούς για την κύκλωση του εχθρού και για τον συντονισμό πεζών και έφιππων επιθέσεων. Το 334 π.Χ. ο ελληνικός στρατός νίκησε τους Πέρσες στον Γρανικό ποταμό και βάδισε κατά της Ισσού, όπου πέτυχε νέα νίκη.

Αν και η Περσία παρέμενε ισχυρή, ο Αλέξανδρος αποφάσισε να προσθέσει νέα εδάφη στην αυτοκρατορία του πριν ολοκληρώσει την ήττα των Περσών. Ακολούθησε την ανατολική μεσογειακή ακτή, κατακτώντας το σημερινό Ισραήλ και την Αίγυπτο. Σταμάτησε την εκστρατεία του για να ιδρύσει την Αλεξάνδρεια στις εκβολές του Νείλου.

Το 331 π.Χ. ο Αλέξανδρος ξεκίνησε με στρατό 40.000 πεζών και 7.000 ιππέων, σύμφωνα με τον Αρριανό, και ακολούθησε τον δρόμο από τη Μεσόγειο προς την Περσία. Διέσχισε τον Τίγρη και τον Ευφράτη χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση. Ο βασιλιάς Δαρείος Γ’ των Περσών παρακολουθούσε την πορεία του και συγκέντρωνε στρατεύματα από ολόκληρο το βασίλειό του. Στα τέλη Σεπτεμβρίου είχε δημιουργήσει έναν στρατό από 200.000 πεζούς και ιππείς, τους οποίους υποστήριζαν 200 δρεπανηφόρα άρματα και για πρώτη φορά σε μάχη 15 ελέφαντες, που λογικά θα τρόμαζαν τους Έλληνες, οι οποίοι δεν ήταν συνηθισμένοι σε αυτά τα τεράστια ζώα.

Ο Δαρείος παρέταξε τον στρατό του σε μια μεγάλη ανοιχτή περιοχή. Ύστερα ισοπέδωσε το έδαφος για να μπορούν τα άρματα να κινούνται εύκολα. Ο Αλέξανδρος έφτασε στα Γαυγάμηλα και παρατάχθηκε απέναντι από τις γραμμές των Περσών. Ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι οι Έλληνες ξεκουράστηκαν μερικές ημέρες, ενώ άλλες λένε ότι περίμεναν μόνο μερικές ώρες πριν επιτεθούν.

Η ώρα της μάχης στα Γαυγάμηλα

Το πρωί της 1ης Οκτωβρίου ο Αλέξανδρος άρχισε την επίθεση. Επειδή μειονεκτούσε αριθμητικά σε αναλογία τουλάχιστον ένα προς πέντε, δεν είχε άλλη επιλογή παρά να χτυπήσει το περσικό κέντρο. Για να αποφύγει μια πιθανή κύκλωσή του, τοποθέτησε το πεζικό στο κέντρο, το ιππικό στις πτέρυγες και τις ισχυρές εφεδρείες του πίσω. Ο Δαρείος απάντησε με επίθεση εναντίον του κέντρου των Ελλήνων. Τα άρματα και οι ελέφαντές του διέσπασαν τις προφυλακές και βρέθηκαν μπροστά στο ελληνικό πεζικό.

Το περσικό ιππικό διέσχισε το ελληνικό μέτωπο αλλά, αντί να στραφεί και να επιτεθεί στις απροστάτευτες πτέρυγες του ελληνικού στρατού, συνέχισε την έφοδο του προς τα ελληνικά μετόπισθεν για να λεηλατήσει τα εφόδια και να σκοτώσει τους συνοδούς του στρατοπέδου.

Ο Αλέξανδρος αγνόησε τα μετόπισθεν του και επιτέθηκε αυτοπροσώπως στο κενό που άφησαν οι Πέρσες ιππείς, ενώ ταυτόχρονα έστρεψε τις εφεδρείες του εναντίον των ανυπεράσπιστων περσικών πτερύγων. Η τακτική του ήταν υπέρτερη, αλλά ο μεγάλος αριθμός των Περσών δυσκόλεψε τους Έλληνες.

Οι Πέρσες άντεξαν μέχρι τη στιγμή που είδαν τον Αλέξανδρο να διασπά το κέντρο τους και να πλησιάζει τον Δαρείο με το επιτελείου του. Η προσωπική φρουρά του Δαρείου το έβαλε στα πόδια και τον άφησε εκτεθειμένο. Τότε και αυτός αποφάσισε να εγκαταλείψει το πεδίο της μάχης. Όταν υποχώρησε ο Δαρείος, ο στρατός του, αν και εξακολουθούσε να υπερέχει σε αριθμό, διασπάστηκε και τράπηκε σε φυγή, ενώ το ελληνικό ιππικό τους καταδίωκε. Ο Δαρείος διέφυγε, αλλά ένα πολύ μεγάλο μέρος των στρατιωτών του είχε σκοτωθεί.

Μετά τη μάχη στα Γαυγάμηλα

Οι εκτιμήσεις για τις περσικές απώλειες ποικίλουν, μεταξύ 40.000 και 100.000 άνδρες. Οι ελληνικές απώλειες δεν ξεπέρασαν τους 500 στρατιώτες. Ο Αλέξανδρος και ο στρατός του κατέλαβαν σύντομα τις μεγάλες περσικές πόλεις, ενώ ο Δαρείος δολοφονήθηκε από κάποιο μέλος της αυλής του. Ο Αλέξανδρος δεν σταμάτησε την επίθεσή του εναντίον της περσικής αυτοκρατορίας, αλλά συνέχισε προς την Κασπία θάλασσα και κατέλαβε όλες τις περιοχές μέχρι τη βόρεια Ινδία. Χρησιμοποίησε τη νίκη του σαν κομβικό σημείο για να ενώσει την ανατολή με τη δύση και διέδωσε τον ελληνικό πολιτισμό σε τεράστιες περιοχές, ενώ γέμισε τα θησαυροφυλάκιά του με αμύθητους θησαυρούς.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Η ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.)

Η ναυμαχία της Σαλαμίνας διεξήχθη στις 22 Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ στα Στενά της Σαλαμίνας (στον Σαρωνικό Κόλπο) μεταξύ της συμμαχίας των ελληνικών πόλεων – κρατών και της περσικής αυτοκρατορίας. Αποτέλεσε τη σημαντικότερη σύγκρουση και την αρχή του τέλους της δεύτερης περσικής εισβολής στην Ελλάδα.

Ο Ξέρξης παρακολουθεί τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, τη σημαντικότερη σύγκρουση και την αρχή του τέλους της δεύτερης περσικής εισβολής στην Ελλάδα.
Ο Ξέρξης παρακολουθεί την Ναυμαχία της Σαλαμίνας

Τα γεγονότα πριν τη ναυμαχία της Σαλαμίνας

Αρχικά οι Έλληνες σχεδίαζαν να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες στις Θερμοπύλες και στο Αρτεμίσιο (ξηρά και θάλασσα, αντίστοιχα). Όμως στη μάχη των Θερμοπυλών οι Πέρσες εξολόθρευσαν τις περιορισμένες ελληνικές δυνάμεις που είχαν παραταχθεί στο ομώνυμο στενό – χάρη στην προδοσία του Εφιάλτη, ενώ στο Αρτεμίσιο ο συμμαχικός στόλος έχασε περίπου τα μισά πλοία του. Μόλις οι Σύμμαχοι πληροφορήθηκαν για την καταστροφή στις Θερμοπύλες, αποφάσισαν να υποχωρήσουν. Αυτό επέτρεψε στους Πέρσες να καταλάβουν τη Βοιωτία και την Αττική.

Οι Πελοποννήσιοι ήθελαν να σταματήσουν τον περσικό στόλο στον Ισθμό της Κορίνθου. Παρόλα αυτά ο Αθηναίος στρατηγός και πολιτικός Θεμιστοκλής έπεισε τους Έλληνες να αντιμετωπίσουν τον εχθρό στη Σαλαμίνα, ελπίζοντας ότι μια νίκη θα εμπόδιζε τους Πέρσες να εισβάλουν στην Πελοπόννησο.

Μετά τη μάχη των Θερμοπυλών και τη ναυμαχία του Αρτεμισίου, οι Αθηναίοι εγκατέλειψαν την πόλη και μεταφέρθηκαν στη Σαλαμίνα, μετά την προτροπή του Θεμιστοκλή, ο οποίος αρνήθηκε να δεχτεί την εκδοχή της εγκατάλειψης του αγώνα. Στην πρώτη συνάντηση των Ελλήνων αρχηγών στο συμβούλιο της Κορίνθου, ο Θεμιστοκλής πρότεινε να δράσουν και να διεξαχθεί μια ναυμαχία στα στενά της Σαλαμίνας. Οι υπόλοιπες συμμαχικές δυνάμεις θεωρούσαν ότι ο κατάλληλος τόπος διεξαγωγής μιας ναυμαχίας ήταν ο Ισθμός της Κορίνθου. Έγινε και νέα συνεδρίαση και όταν ο Θεμιστοκλής μέσα στην ορμή του μίλησε πριν από τον αρχηγό των Σπαρτιατών Ευρυβιάδη, ο στρατηγός Αδείμαντος από την Κόρινθο τού είπε ότι αυτούς που στους αγώνες ξεκινούν πριν δοθεί το σύνθημα, τους ραπίζουν. Ο Θεμιστοκλής του είπε ότι και αυτοί που ξεκινούν πολύ μετά το σύνθημα δεν παίρνουν βραβείο. Τότε ο Ευρυβιάδης θύμωσε και σήκωσε το ραβδί του να τον χτυπήσει. Ο Θεμιστοκλής δεν εξοργίστηκε, μόνο είπε τη φράση: «Πάταξον μεν, άκουσον δε». Το επιχείρημά του αρχηγού, του αθηναϊκού στόλου, ήταν ότι ο ελληνικός στόλος, με λιγότερα και μικρότερα σε όγκο σκάφη από τον εχθρικό, θα μπορούσε στον περιορισμένο χώρο του στενού να ελιχθεί ανετότερα και δεν θα διέτρεχε τον κίνδυνο να βρεθεί περικυκλωμένος από τα περσικά πλοία.

Το τέχνασμα του Θεμιστοκλή

Ο Θεμιστοκλής μηχανεύτηκε και ένα σχέδιο. Έστειλε κρυφά στο εχθρικό στρατόπεδο τον Σίκινο, ν’ αναγγείλει στους Πέρσες στρατηγούς ότι οι Έλληνες που ήταν στη Σαλαμίνα σκοπεύουν να φύγουν κρυφά κατά τη διάρκεια της νύχτας και ότι ο περσικός στόλος έπρεπε αμέσως να τους περικυκλώσει και να τους επιτεθεί για να τους καταστρέψει όλους μαζί. Οι Πέρσες πεπεισμένοι ότι ο Θεμιστοκλής υποστήριζε τα περσικά συμφέροντα, έπεσαν στην παγίδα και ξεκίνησαν για το στενό της Σαλαμίνας. Οι Πέρσες συγκεντρώθηκαν στη Σαλαμίνα όπου βρισκόταν και ο ελληνικός στόλος, ο οποίος σύμφωνα με τον Ηρόδοτο αποτελούνταν από 378 τριήρεις, στον κόλπο μεταξύ του ακρωτηρίου Κυνόσουρα και της αρχαίας πόλης Σαλαμίνα. Ο περσικός στόλος, που περιελάμβανε κατά τον Αισχύλο 1207 πλοία, ήταν αγκυροβολημένος στο Φάληρο.  Η ποικιλομορφία του στρατού, έκανε τον Ηρόδοτο να γράψει: «Τι γαρ ουκ ήγαγε εκ της Ασίης έθνος επί την Ελλάδα Ξέρξης;», «ποιο έθνος της Ασίας έμεινε που ο Ξέρξης να μην το οδήγησε εναντίον της Ελλάδας;» 

Κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας της Σαλαμίνας

Το πρωί της 22ης Σεπτεμβρίου 480 π.Χ. σήμανε η σάλπιγγα του Ευρυβιάδη και ακούστηκε ο παιάνας των Ελλήνων: «Ὦ παῖδες Ἑλλήνων ἴτε, ἐλευθεροῦτε πατρίδ’, ἐλευθεροῦτε δὲ παῖδας, γυναῖκας, θεῶν τέ πατρῴων ἕδη,
θήκας τε προγόνων· νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών.» «Εμπρός, παιδιά των Ελλήνων, ελευθερώστε την πατρίδα, τα παιδιά σας και τις γυναίκες σας, των πατρικών θεών τα ιερά, τους τάφους των προγόνων σας, τώρα πολεμήστε για όλα».

Η ναυμαχία εξισώθηκε αφού ο στενός χώρος δεν επέτρεψε στους Πέρσες να χρησιμοποιήσουν στην πρώτη γραμμή, περισσότερα πλοία από ό,τι τα ελληνικά. Στο αριστερό άκρο βρισκόταν ο Θεμιστοκλής, ο οποίος προσπαθούσε να διασπάσει την παράταξη των Φοινίκων, στο δεξιό άκρο, βρίσκονταν τα πλοία της Σπάρτης υπό τον Ευρυβιάδη έχοντας απέναντί τους τους Ίωνες που ήταν πολύ επιδέξιοι ναυτικοί. Τα περσικά πλοία, σαφώς μεγαλύτερα από τα ελληνικά, δεν μπορούσαν να κινηθούν εξαιτίας της στενότητας του χώρου. Σύμφωνα με τον Αισχύλο, μέσα στο στενό, μαζεύτηκαν πλήθος τα πλοία, και έτσι δεν μπορούσαν να προσφέρουν καμία βοήθεια μεταξύ τους αλλά χτυπούσαν το ένα το άλλο, συντρίβοντας όλα τα κουπιά, ενώ τα ελληνικά πλοία, σχηματίζοντας επιδέξια κύκλο γύρω γύρω, χτυπούσαν και αυτά. Τα νερά και οι γύρω ακτές γέμισαν κουφάρια και ναυάγια. Η ναυμαχία της Σαλαμίνας διήρκησε ως το βράδυ και ο ηρωισμός των Ελλήνων και των συμμαχικών τους δυνάμεων έτρεψαν σε άτακτη φυγή όσους Πέρσες είχαν απομείνει στη θάλασσα. Ο Αριστείδης, μαζί με ένα σώμα οπλιτών, κατευθύνθηκε στην Ψυττάλεια, για να εξοντώσει όσους Πέρσες έφυγαν προς τα εκεί. Τη ναυμαχία παρακολούθησε ο Ξέρξης από μια πλαγιά του Αιγάλεω, πιθανώς το σημερινό Πέραμα. Η ναυμαχία τελείωσε με σοβαρότατες απώλειες για τους Πέρσες. Έχασαν 200 πλοία και μεγάλο μέρος των πληρωμάτων τους, ενώ οι Έλληνες μόνο 40 τριήρεις.

Μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας

Μετά τη ναυμαχία ο Ξέρξης, μαζί με ένα μεγάλο μέρος του στρατού, επέστρεψε στην Ασία, ενώ για την υποταγή της Ελλάδας παρέμεινε ο Μαρδόνιος με τον υπόλοιπο περσικό στρατό. Αλλά το 479 π.Χ. οι Πέρσες υπέστησαν σοβαρή ήττα στις Πλαταιές και στη Μυκάλη και σταμάτησαν τις επιθέσεις τους στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Λίγο αργότερα οι Έλληνες πέρασαν στην αντεπίθεση. Στις επόμενες τρεις δεκαετίες οι Αθηναίοι, χάρη στους πολέμους της Δηλιακής Συμμαχίας, κατάφεραν να απελευθερώσουν τη Θράκη, τη Μακεδονία, τα νησιά του Αιγαίου και την Ιωνία. Επιπλέον βοήθησαν τους Αιγύπτιους στην εξέγερση τους κατά των Περσών επιφέροντας έτσι μεγάλο πλήγμα στο γόητρο της περσικής αυτοκρατορίας.

Αν οι Έλληνες είχαν ηττηθεί

Πολλοί ιστορικοί θεωρούν ότι η ναυμαχία της Σαλαμίνας είναι μία από τις πιο σημαντικές μάχες στην ιστορία, υποστηρίζοντας ότι αν οι Έλληνες είχαν ηττηθεί, η πιθανή κατάληψη της Ελλάδας από τους Πέρσες θα σταματούσε την ανάπτυξη του ελληνικού πολιτισμού και, κατά συνέπεια, ο δυτικός πολιτισμός δεν θα ήταν αυτό που είναι σήμερα.

Αυτή η άποψη βασίζεται στο γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού, όπως η φιλοσοφία, η επιστήμη, η ατομική ελευθερία και η δημοκρατία έχει τις ρίζες του στον αρχαίο ελληνικό κόσμο.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Η μάχη των Θερμοπυλών (480 π.Χ.)

Η μάχη των Θερμοπυλών διεξήχθη το 480 π.Χ. (παράλληλα με τη ναυμαχία του Αρτεμισίου) μεταξύ των Ελλήνων και των Περσών, κατά την δεύτερη περσική εισβολή στην Ελλάδα.

Χάρτης της περιοχής που έγινε η μάχη των Θερμοπυλών με την σύγχρονη ακτογραμμή και ανακατασκευασμένη την ακτογραμμή του 480 π.Χ
Χάρτης των Θερμοπυλών

Τα γεγονότα πριν τη μάχη των Θερμοπυλών

Οι Πέρσες είχαν ηττηθεί στον Μαραθώνα δέκα χρόνια νωρίτερα, γι’ αυτό και ετοίμασαν μια δεύτερη εκστρατεία, αρχηγός της οποίας ήταν ο Ξέρξης. Ο Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός Θεμιστοκλής έπεισε τους Έλληνες να κλείσουν τα στενά των Θερμοπυλών και του Αρτεμισίου. Οι Πέρσες, οι οποίοι κατά τις αρχαίες πηγές είχαν εκατομμύρια άνδρες στρατό και κατά τις σύγχρονες εκατό με τριακόσιες χιλιάδες άνδρες, έφθασαν στα στενά στις αρχές του Σεπτεμβρίου.

Το 480 π.Χ, συγκλήθηκε νέο συνέδριο. Μια αντιπροσωπεία από τη Θεσσαλία πρότεινε στους Έλληνες να σταματήσουν τον Ξέρξη στα Στενά των Τεμπών. Ωστόσο, οι Πέρσες έμαθαν από τον Αλέξανδρο Α’ της Μακεδονίας ότι η κοιλάδα θα μπορούσε να παρακαμφθεί μέσω του Περάσματος του Σαρανταπόρου, και λόγω του μεγαλύτερου μεγέθους του περσικού στρατού, οι Έλληνες οπισθοχώρησαν. Λίγο αργότερα, έμαθαν ότι ο Ξέρξης διέσχισε τον Ελλήσποντο. Οι Έλληνες αποφάσισαν να κλείσουν το στενό πέρασμα των Θερμοπυλών, από όπου ο Ξέρξης θα αναγκαζόταν να περάσει για να φτάσει στη Νότια Ελλάδα και όπου οι Πέρσες δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την αριθμητική υπεροχή τους. Παράλληλα, οι Αθηναίοι θα αντιμετώπιζαν τον περσικό στόλο στο Αρτεμίσιο. Ωστόσο, οι πόλεις της Πελοποννήσου, σε περίπτωση αποτυχίας του σχεδίου, σχεδίαζαν να υπερασπιστούν τον Ισθμό της Κορίνθου, ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά των Αθηναίων θα έφευγαν μαζικά στην Τροιζήνα.

Οι Πέρσες έφθασαν στις Θερμοπύλες στα τέλη Αυγούστου ή στις αρχές του Σεπτεμβρίου. Εκείνη την περίοδο, οι Σπαρτιάτες γιόρταζαν τα Κάρνεια, ενώ ήταν επίσης η περίοδος των Ολυμπιακών Αγώνων – μια σύγκρουση εκείνη την περίοδο θεωρούνταν ιεροσυλία. Παρ’ ολ’ αυτά, οι Έφοροι της Σπάρτης θεώρησαν ότι η επείγουσα κατάσταση ήταν σοβαρή δικαιολογία για να στείλουν στρατό με αρχηγό τον Λεωνίδα. Ο Ηρόδοτος αναφέρει τον χρησμό της Πυθίας : είτε η Σπάρτη θα χαθεί είτε θα χάσει ένα βασιλιά.

 [7.220.4] ὑμῖν δ᾽, ὦ Σπάρτης οἰκήτορες εὐρυχόροιο,
 ἢ μέγα ἄστυ ἐρικυδὲς ὑπ᾽ ἀνδράσι Περσεΐδῃσι
 πέρθεται, ἢ τὸ μὲν οὐχί, ἀφ᾽ Ἡρακλέους δὲ γενέθλης
 πενθήσει βασιλῆ φθίμενον Λακεδαίμονος οὖρος.
 οὐ γὰρ τὸν ταύρων σχήσει μένος οὐδὲ λεόντων
 ἀντιβίην· Ζηνὸς γὰρ ἔχει μένος· οὐδέ ἑ φημί
 σχήσεσθαι, πρὶν τῶνδ᾽ ἕτερον διὰ πάντα δάσηται.
[7.220.4] Εσάς, της Σπάρτης κάτοικοι, της όμορφα χτισμένης,
νά τί σας περιμένει:ή τη μεγάλη πόλη σας, την ξακουστή, κουρσεύουν
τα εγγόνια του Περσέα ή ετούτη ζει, μα θα πενθεί και ο λαός κι η χώρα
του ήρωα Λακεδαίμονα τον σκοτωμένο βασιλιά, απ᾽ του Ηρακλή τη ρίζα.
Κι αυτόν των ταύρων η ορμήνα τον κρατήσει δεν μπορεί ούτε και των λεόντων·
του Δία έχει τη δύναμη ο Πέρσης· και κανένας
δεν τον σταματά, προ τούτην πόλη είτε το ρήγα της κάνει χίλια κομμάτια.

Ο Λεωνίδας πίστευε ότι έπρεπε να πεθάνει για να σωθεί η Σπάρτη, γι’ αυτό και πήρε μονάχα 300 Σπαρτιάτες, οι οποίοι είχαν γιους. Κατά τη διάρκεια της πορείας τους, οι Σπαρτιάτες ενισχύθηκαν με άλλους 5.000 άνδρες. Ο Λεωνίδας αποφάσισε να παρατάξει τους Σπαρτιάτες στο κέντρο, όπου βρίσκονταν το πιο στενό σημείο των Θερμοπυλών, ενώ οι Φωκείς ανέλαβαν να χτίσουν αμυντικό τείχος – έστειλε 1.000 Φωκείς να υπερασπιστούν την Τραχίνα, καθώς απ’ εκεί οι Πέρσες μπορούσαν να περικυκλώσουν τους Έλληνες. Όταν οι Πέρσες έφθασαν στην περιοχή, οι Πελοποννήσιοι έλεγαν ότι έπρεπε να κατεβούν στον Ισθμό της Κορίνθου και να αμυνθούν εκεί. Αλλά οι Φωκείς και οι Λοκροί έπεισαν τον Λεωνίδα να μείνει στο στενό.

Ο Ξέρξης έστειλε πρεσβευτή για να πείσει τον Λεωνίδα να καταθέσει τα όπλα. Η απάντηση του Λεωνίδα ήταν «Μολὼν λαβέ» (αφού / εφόσον έρθεις, πάρ’τα). Η μάχη ήταν αναπόφευκτη, αλλά ο Ξέρξης προτίμησε να περιμένει τέσσερις μέρες, πιστεύοντας ότι οι Έλληνες θα διασκορπιστούν.

Στρατηγική και τακτική της μάχης των Θερμοπυλών

Η μάχη των Θερμοπυλών ήταν αποτέλεσμα της απόφασης των Ελλήνων να εξουδετερώσουν το μειονέκτημα της μικρής αριθμητικής τους δύναμης, περιοριζόμενοι αποκλειστικά στην άμυνα. Απ’ την άλλη, οι Πέρσες δεν μπορούσαν να μείνουν στις Θερμοπύλες για πολύ καιρό – είτε θα υποχωρούσαν είτε έπρεπε να σπάσουν τις ελληνικές γραμμές. Οι Έλληνες οπλίτες μπορούσαν να κλείσουν το στενό πέρασμα, χωρίς να μπορεί να επιτεθεί στο περσικό ιππικό. Υπήρχε όμως ένα μονοπάτι απ’ όπου οι Πέρσες μπορούσαν να περάσουν και να περικυκλώσουν τους Έλληνες.

Μετά από τέσσερις μέρες αναμονής, οι Πέρσες επιτέθηκαν, αλλά οι Έλληνες αντιστάθηκαν για δύο μέρες. Την τρίτη μέρα, ο Εφιάλτης οδήγησε τους Πέρσες πίσω από τους Έλληνες. Όταν το έμαθε αυτό, ο Λακεδαιμόνιος βασιλεύς Λεωνίδας (των Αγιαδών) αποδεσμεύει τις συμμαχικές δυνάμεις, για να οργανωθεί νέα άμυνα των Ελλήνων νοτιότερα, κρατώντας μαζί του στις Πύλες μονάχα επίλεκτες και εθελοντικές δυνάμεις, επιπλέον από τους θρυλικούς 300 Σπαρτιάτες, δηλαδή 900 με 1000 Περίοικους Λακεδαιμόνιους, ίσως μαζί και με Είλωτες(= απόγονοι κατακτημένων Αχαιών), 400 Θηβαίοι και 700 Θεσπιείς με επικεφαλής τον Δημόφιλο, γιο του Διαδρόμου.

Μετά τη μάχη των Θερμοπυλών

Η μάχη των Θερμοπυλών και η ναυμαχία του Αρτεμισίου έληξαν ταυτόχρονα. Μετά τη νίκη τους στις Θερμοπύλες, οι Πέρσες κατέστρεψαν τη Βοιωτία, τις Πλαταιές και τις Θεσπιές, ενώ αργότερα κινήθηκαν για να καταλάβουν την άδεια Αθήνα. Στη Σαλαμίνα, ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Ευρυβιάδης και οι υπόλοιποι Πελοποννήσιοι επέμεναν να προστατεύσουν τον Ισθμό της Κορίνθου, καταστρέφοντας τον μοναδικό δρόμο που οδηγούσε εκεί και χτίζοντας τείχος γύρω από αυτό. Ο Θεμιστοκλής, όμως, έπεισε τους Έλληνες να μείνουν στη Σαλαμίνα, όπου πέτυχαν αποφασιστική νίκη.

Ο Ξέρξης, φοβούμενος ότι οι Έλληνες μετά τη νίκη τους στη Σαλαμίνα θα κατέστρεφαν τη γέφυρα του Ελλησπόντου, αποφάσισε να υποχωρήσει με το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του. Ο Μαρδόνιος έμεινε με τους στρατιώτες που διάλεξε[. Πέρασε τον χειμώνα στη Βοιωτία και στη Θεσσαλία, ενώ οι Αθηναίοι επέστρεψαν στην πόλη τους. Το επόμενο έτος, ο Μαρδόνιος ανακατέλαβε την Αθήνα. Αλλά, οι Έλληνες, υπό την ηγεσία των Σπαρτιατών, αποφάσισαν να τον αντιμετωπίσουν, για αυτό βάδισαν για την Αττική. Ο Μαρδόνιος υποχώρησε στη Βοιωτία, για να εξαναγκάσει τους Έλληνες να πολεμήσουν στις Πλαταιές. Στη μάχη των Πλαταιών, το ελληνικό πεζικό συνέτριψε τους Πέρσες, ενώ στη μάχη της Μυκάλης, ο ελληνικός στόλος πέτυχε σοβαρή νίκη επί του περσικού στόλου.

Θρύλοι για τη μάχη των Θερμοπυλών

Ο Πλούταρχος, στο έργο Λακαινών Αποφθέγματα, αναφέρει ότι ο Λεωνίδας, όταν ρωτήθηκε από τη σύζυγο του, Γοργώ, τι πρέπει να κάνει αν δεν επιστρέψει, εκείνος απάντησε «ἀγαθὸν γαμεῖν καὶ ἀγαθὰ τίκτειν» (Παντρέψου ένα γενναίο άνδρα και γέννησε γενναία παιδιά). Οι Πέρσες, όταν έφθασαν στις Θερμοπύλες, έστειλαν κατασκόπους (ημεροσκόπους) για να μάθουν πόσους άνδρες είχαν οι Έλληνες. Αυτοί επέστρεψαν λέγοντας ότι είδαν τους Σπαρτιάτες που γυμνάζονταν και χτενίζονταν, αλλά ο Ξέρξης δεν τους πίστεψε και έβαλε τα γέλια. Τότε κάλεσε τον Δημάρατο (εξόριστο Σπαρτιάτη βασιλιά) και του επανέλαβε όσα του είχαν πει οι απεσταλμένοι του. Ο Δημάρατος δήλωσε ότι οι Σπαρτιάτες ήταν οι πιο γενναίοι άνδρες στην Ελλάδα και ότι είχαν την πρόθεση να υπερασπιστούν μέχρι θανάτου τα στενά και κατέληξε λέγοντας ότι αν ο Ξέρξης υποδούλωνε τους Σπαρτιάτες δεν θα υπήρχαν πια άνδρες που θα μπορούσαν να του αντισταθούν.

Ο Πλούταρχος αναφέρεται επίσης στην επίσκεψη των Περσών στη Σπάρτη πριν τη μάχη, όταν πρόσφεραν στον Λεωνίδα τη διοίκηση της Ελλάδος. Ο Σπαρτιάτης βασιλιάς απάντησε ότι προτιμά να πεθάνει για τους Έλληνες παρά να γίνει ο απόλυτος διοικητής τους. Αργότερα οι Πέρσες ζήτησαν την υποταγή των Ελλήνων και τότε ο Λεωνίδας απάντησε «Μολὼν λαβέ». Γνωστό είναι και το παράδειγμα του Διηνέκη, ο οποίος όταν οι Πέρσες απείλησαν ότι θα κρύψουν τον ήλιο με τα βέλη τους, απάντησε «καλύτερα, θα πολεμήσουμε υπό σκιάν» – ο Ηρόδοτος επίσης αναφέρει ότι ο Διηνέκης και οι σύντροφοί του είχαν τραβήξει το σώμα του Λεωνίδα τέσσερις φορές μέχρι που έπεσαν στο πεδίο της μάχης.

Όταν έληξε η μάχη, ο Ξέρξης ρώτησε να μάθει γιατί τόσοι λίγοι Έλληνες είχαν υπερασπιστεί τα στενά. Τότε μπροστά του παρουσιάστηκαν Αρκάδες που αυτομόλησαν στο περσικό στρατόπεδο και του απάντησαν ότι οι υπόλοιποι Έλληνες συμμετείχαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες, όπου ο νικητής έπαιρνε ένα στεφάνι ελιάς. Ο Τιγράνης, Πέρσης στρατηγός, όταν άκουσε αυτό είπε: «παπαῖ Μαρδόνιε, κοίους ἐπ᾽ ἄνδρας ἤγαγες μαχησομένους ἡμέας, οἳ οὐ περὶ χρημάτων τὸν ἀγῶνα ποιεῦνται ἀλλὰ περὶ ἀρετῆς» (μετ. Αλίμονο, Μαρδόνιε, ενάντια σε τί άνδρες μας έφερες να πολεμήσουμε, σ’ αυτούς που δεν πολεμούν για χρήματα αλλά για την αρετή).

Τα επιγράμματα

Ο Σιμωνίδης ο Κείος, μετά τη μάχη, έγραψε ένα από τα πιο γνωστά επιγράμματα.Το επίγραμμα λέγει τα παρακάτω (σύμφωνα με τον Ηρόδοτο):

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα, τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι.

Ω ξένε, ανάγγειλε στους Λακεδαιμόνιους ότι εδώ
ταφήκαμε, υπακούοντας στα προστάγματά τους.

Τα επιγράμματα είχαν χρησιμοποιηθεί πολλές φορές σε επιτάφιους και είχαν τη μορφή ελεγειακού δίστιχου. Κατά τον Τζων Ράσκιν, «η υπακοή στην υψηλότερη μορφή της δεν είναι υπακοή στους σταθερούς και υποχρεωτικούς κανόνες, αλλά μια πεπεισμένη ή εθελοντική παραχώρηση σε μια εντολή».

Σημασία της μάχης των Θερμοπυλών

Η μάχη των Θερμοπυλών αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές μάχες στην ελληνική και στην παγκόσμια ιστορία. Κυρίως όμως από ηθική άποψη είναι λαμπρό παράδειγμα αυταπάρνησης, αυτοθυσίας και υπακοής στην πατρίδα. Η μάχη έδειξε τα πλεονεκτήματα της στρατιωτικής εκπαίδευσης των Σπαρτιατών, του καλύτερου εξοπλισμού και της έξυπνης χρήσης της διαμόρφωσης του εδάφους.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Η ναυμαχία του Αρτεμισίου (480 π.Χ.)

Η Ναυμαχία του Αρτεμισίου, που διεξήχθη παράλληλα με τη μάχη των Θερμοπυλών, είναι θαλάσσια σύγκρουση μεταξύ Ελλήνων και Περσών, κατά τη δεύτερη περσική εισβολή.

Οι Πέρσες ξεκίνησαν, υπό την ηγεσία του Ξέρξη Α’, εισβολή στην Ελλάδα, με στόχο να αποκαταστήσουν το γόητρο τους μετά την ήττα από τους Αθηναίους στον Μαραθώνα, το 490 π.Χ. Ο Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός Θεμιστοκλής πρότεινε στους Έλληνες να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες στους στενούς χώρους των Θερμοπυλών και του Αρτεμισίου.

Η Ναυμαχία του Αρτεμισίου, που διεξήχθη παράλληλα με τη μάχη των Θερμοπυλών, είναι θαλάσσια σύγκρουση μεταξύ Ελλήνων και Περσών, κατά τη δεύτερη περσική εισβολή.
Ελληνικές και περσικές κινήσεις στη ναυμαχία του Αρτεμισίου

Τα γεγονότα πριν τη ναυμαχία του Αρτεμισίου

Το 480 π.Χ, συγκλήθηκε νέο συνέδριο. Μια αντιπροσωπεία από τη Θεσσαλία πρότεινε στους Έλληνες να σταματήσουν τον Ξέρξη στα Στενά των Τεμπών. Ωστόσο, οι Πέρσες έμαθαν από τον Αλέξανδρο Α’ της Μακεδονίας ότι η κοιλάδα θα μπορούσε να παρακαμφθεί μέσω του Περάσματος του Σαρανταπόρου, και λόγω του μεγαλύτερου μεγέθους του περσικού στρατού, οι Έλληνες οπισθοχώρησαν. Λίγο αργότερα, έμαθαν ότι ο Ξέρξης διέσχισε τον Ελλήσποντο. Τότε, ο Θεμιστοκλής πρότεινε μια διαφορετική στρατηγική στους συμμάχους. Ο Ξέρξης θα αναγκαζόταν να περάσει από τις Θερμοπύλες για να φτάσει στη Νότια Ελλάδα. Για αυτό, ο Θεμιστοκλής πρότεινε στους Έλληνες να κλείσουν το στενό πέρασμα των Θερμοπυλών, όπου οι Πέρσες δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την αριθμητική υπεροχή τους. Παράλληλα, οι Αθηναίοι θα αντιμετώπιζαν τον περσικό στόλο στο Αρτεμίσιο. Αυτό το σχέδιο έγινε δεκτό από τους Έλληνες. Ωστόσο, οι πόλεις της Πελοποννήσου, σε περίπτωση αποτυχίας του σχεδίου, σχεδίαζαν να υπερασπιστούν τον Ισθμό της Κορίνθου, ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά των Αθηναίων θα έφευγαν μαζικά στην Τροιζήνα.

Όταν έγινε γνωστή η προέλαση του περσικού στρατού κατά μήκος της ακτής του Ολύμπου (τέλη Ιουλίου ή αρχές Αυγούστου), οι Έλληνες έπλευσαν στο Αρτεμίσιο – από όπου μπορούσαν να φύγουν γρήγορα σε περίπτωση ανάγκης. Οι Έλληνες έστειλαν τρία πλοία στη Σκιάθο, με σκοπό να προειδοποιήσουν τους υπόλοιπους για την εμφάνιση του περσικού στόλου. Μετά από δύο εβδομάδες, δέκα τριήρεις από τη Σιδώνα έφθασαν στη Σκιάθο – οι υπόλοιποι Έλληνες έμαθαν για την παρουσία τους χάρη σε πυρσούς. Σε σύγκρουση που ακολούθησε, δύο από τα ελληνικά πλοία καταστράφηκαν με το τρίτο να υποχωρεί. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Έλληνες δεν ήταν σίγουροι ότι το μήνυμα του πυρσού εννοούσε την άφιξη του περσικού στόλου, για αυτό και οι Αθηναίοι έπλευσαν στο Αρτεμίσιο. Μόλις κατάλαβαν ότι ο περσικός στόλος δεν έφτασε εκείνη τη μέρα, οι Έλληνες κινήθηκαν στη Χαλκίδα, φυλάγοντας τον Εύριπον, και άφησαν ημεροσκόπους στα ψηλά της Εύβοιας.

Οι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν ότι οι Έλληνες ερμήνευσαν λανθασμένα τα μηνύματα των πυρσών και πίστεψαν ότι οι Πέρσες έπλευσαν ανατολικά της Σκιάθου, με σκοπό να πλεύσουν στα ανατολικά της Εύβοιας – είτε οι Έλληνες κατάσκοποι, οι οποίοι έστειλαν τα μηνύματα, θεώρησαν ότι οι Πέρσες έπλευσαν ανατολικά της Σκιάθου. Ο περσικός στόλος μπορούσε να πλεύσει γύρω από την Εύβοια, να κινηθεί στην Αττική και να επιτεθεί στο Αρτεμίσιο, με αποτέλεσμα να παγιδεύσει τους Έλληνες και να μην τους επιτρέψει να υποχωρήσουν – ωστόσο, η υποχώρηση των Ελλήνων στη Χαλκίδα είχε ως αποτέλεσμα οι Έλληνες να γλιτώσουν από πιθανή παγίδα των Περσών στην Εύβοια και τους είχε δώσει τη δυνατότητα να επιστρέψουν στο Αρτεμίσιο.

Μετά από δέκα ημέρες, οι Πέρσες έφθασαν στις Θερμοπύλες – σύμφωνα με τον Ηρόδοτο είχαν πολύ μεγάλο στρατό και στόλο. Ωστόσο, οι Πέρσες αποφάσισαν να μην επιτεθούν. Την επόμενη ημέρα, ο περσικός στόλος έφτασε κοντά στο Αρτεμίσιο (με κατεύθυνση τη Μαγνησία), αλλά λόγω καταιγίδας, κατέληξαν σε ορεινή ακτή. Μέσα σε δύο μέρες, οι Πέρσες έχασαν το ένα τρίτο των πλοίων τους (400 πλοία), ενώ το περσικό πεζικό συνέχιζε να περιμένει τους Έλληνες να διασκορπιστούν στις Θερμοπύλες.

Μια μέρα μετά τη λήξη της καταιγίδας, ο ελληνικός στόλος επέστρεψε στο Αρτεμίσιο. Αργότερα, οι Πέρσες ξεκίνησαν την επίθεση κατά των Ελλήνων στις Θερμοπύλες – παράλληλα, ο περσικός στόλος αγκυροβόλησε τα πλοία του απέναντι από το Αρτεμίσιο (ο Ηρόδοτος δίνει το όνομα Ἀφέται για την περιοχή αυτή – σήμερα εκεί βρίσκεται η Άφυσσος), αν και δεκαπέντε πλοία, που βρέθηκαν στις ελληνικές γραμμές, καταστράφηκαν. Παρ’ ολ’ αυτά, οι Πέρσες είχαν τρεις φορές περισσότερα πλοία από ό,τι οι Έλληνες, γι’ αυτό και οι τελευταίοι σχεδίαζαν να αποσυρθούν. 

Εκείνη την ημέρα, ένας δύτης και λιποτάκτης του περσικού στόλου, έφθασε στο ελληνικό στρατόπεδο – ενημέρωσε τους Έλληνες ότι οι Πέρσες έστειλαν διακόσια πλοία γύρω από την Εύβοια, με σκοπό να εμποδίσουν την υποχώρηση των Ελλήνων. Από την πλευρά τους, οι Πέρσες δεν ήθελαν να επιτεθούν στους Έλληνες, καθώς ήταν πεπεισμένοι ότι οι τελευταίοι θα υποχωρούσαν, γι’ αυτό επιχείρησαν να τους παγιδεύσουν. Οι Έλληνες αποφάσισαν να φύγουν κατά το σούρουπο, ώστε οι Πέρσες να μην μάθουν το σχέδιο τους.

Οι Έλληνες φαίνεται να κατάλαβαν ότι τους δινόταν η ευκαιρία να καταστρέψουν ένα μέρος του περσικού στόλου. Σύμφωνα με σύγχρονους ιστορικούς, οι Έλληνες σκόπευαν να παγιδεύσουν τους Πέρσες, αφού τα υπόλοιπα ελληνικά πλοία στην Αττική θα ακολουθούσαν τους Πέρσες, καθώς αυτοί θα έμπαιναν στα Στενά της Εύβοιας από τα νότια – είτε θα παγίδευαν τους Πέρσες, καθώς αυτοί θα περνούσαν από το Αρτεμίσιο, έχοντας σκοπό να φθάσουν στην Άφυσσο. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ήθελαν να δείξουν ότι θα έμεναν στο Αρτεμίσιο – ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι θα ήταν καλή ευκαιρία για αυτούς να αξιολογήσουν τον περσικό στόλο. Οι Έλληνες περίμεναν μέχρι αργά το απόγευμα, για να μην εμπλακούν σε σοβαρή σύγκρουση και υποστούν βαριές απώλειες – αυτό το γεγονός σήμαινε την αρχή της ναυμαχίας.

Στρατηγική και τακτική της ναυμαχίας του Αρτεμισίου

Όσον αφορά τη στρατηγική, η αποστολή των Ελλήνων ήταν απλή – να προστατεύουν τον στρατό στις Θερμοπύλες μέσω θαλάσσης χωρίς να διαλυθούν. Οι Πέρσες επίσης είχαν απλή στρατηγική – να ενισχύσουν τη θέση τους στις Θερμοπύλες ή στο Αρτεμίσιο ή να υπερφαλαγγίσουν τους Έλληνες (κάτι που στο Αρτεμίσιο ήταν πιο εύκολο). Οι Έλληνες είχαν διαλέξει το Αρτεμίσιο για να παρακολουθούν τέτοιες κινήσεις, καθώς αν είχαν ως καθοριστικό παράγοντα τη στενότητα του χώρου, μπορούσαν να είχαν διαλέξει την Ιστιαία.

Οι Πέρσες είχαν πλεονέκτημα, λόγω αριθμητικής υπεροχής και περισσότερων ποιοτικών πλοίων. Οι Πέρσες, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, είχαν καλύτερους ναυτικούς – τα περισσότερα αθηναϊκά πλοία (και κατ’ επέκταση το μεγαλύτερο μέρος του στόλου) είχαν δημιουργηθεί πρόσφατα και τα πληρώματα τους δεν ήταν έμπειρα. Η πιο κοινή θαλάσσια τακτική στην Μεσόγειο αυτό τον καιρό ήταν ο εμβολισμός (οι τριήρεις ήταν εξοπλισμένες με ένα έμβολο), ή η χρησιμοποίηση οπλιτών (επιβατών, όπως οι σημερινοί πεζοναύτες). Οι Πέρσες και οι Έλληνες της Μικράς Ασίας είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν έναν ελιγμό που ήταν γνωστός ως «διέκπλους». Κατά τον ελιγμό αυτόν, το πλοίο εισχωρούσε σε κενό μεταξύ πλοιών της εχθρικής παράταξης και έστρεφε απότομα, εμβολίζοντας το εχθρικό πλοίο στα πλευρά. Οι Πέρσες είχαν αρκετά έμπειρους ναυτικούς για τον ελιγμό αυτό, αλλά οι Έλληνες είχαν σχεδιάσει μια τακτική για να τον εξουδετερώσουν.

Υπήρξαν πολλές συζητήσεις σχετικά με το αξιόμαχο του ελληνικού και του περσικού στόλου. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι τα ελληνικά πλοία ήταν βαρύτερα, άρα και λιγότερο ευέλικτα. Σύμφωνα με σύγχρονους ιστορικούς, τα ελληνικά πλοία ήταν βαρύτερα εκ κατασκευής ή δεν είχαν στεγνώσει από τον χειμώνα. Άλλοι αναφέρουν ότι το μεγάλο βάρος των ελληνικών πλοίων προερχόταν από το βάρος των οπλιτών (επιβατών), είκοσι από τους οποίους φαίνεται να ζύγιζαν (με τον εξοπλισμό τους) δύο τόνους. Το μεγάλο βάρος θα μείωνε τις πιθανότητες των Ελλήνων να αποκρούσουν τον διέκπλουν. Παρ’ ολ’ αυτά, φαίνεται ότι οι Έλληνες είχαν περισσότερους από το κανονικό οπλίτες, γιατί η κύρια τακτική τους ήταν η επιβίβαση. Πράγματι, ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Έλληνες δεν βύθιζαν πλοία στο Αρτεμίσιο, αλλά τα αιχμαλώτιζαν.

Αποτελέσματα της ναυμαχίας του Αρτεμισίου

Οι Πέρσες έμαθαν για την υποχώρηση των Ελλήνων από την Ιστιαία, αλλά δεν πίστεψαν τους αγγελιαφόρους – τότε έστειλαν μερικά πλοία στην περιοχή, και έμαθαν ότι οι Έλληνες είχαν υποχωρήσει στην πραγματικότητα από το Αρτεμίσιο. Τότε, αποφάσισαν να καταστρέψουν την περιοχή. Ο στόλος των Ελλήνων κατευθύνθηκε στη Σαλαμίνα, με σκοπό να βοηθήσει την εκκένωση της Αττικής.

Μετά τη νίκη τους στις Θερμοπύλες, οι Πέρσες κατέστρεψαν τη Βοιωτία, τις Πλαταιές και τις Θεσπιές, ενώ αργότερα κινήθηκαν για να καταλάβουν την άδεια Αθήνα. Στη Σαλαμίνα, ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Ευρυβιάδης και οι υπόλοιποι Πελοποννήσιοι επέμεναν να προστατεύσουν τον Ισθμό της Κορίνθου, καταστρέφοντας τον μοναδικό δρόμο που οδηγούσε εκεί και χτίζοντας τείχος γύρω από αυτό. Παρ’ ολ’ αυτά, ο Θεμιστοκλής έπεισε τους Έλληνες να παραμείνουν στη Σαλαμίνα, και τελικά οι Έλληνες πέτυχαν αποφασιστική νίκη.

Σημασία της ναυμαχίας του Αρτεμισίου

Η ναυμαχία του Αρτεμισίου δεν θεωρείται σημαντική, καθώς οι Έλληνες δεν κατάφεραν να σταματήσουν τον περσικό στόλο – από την άλλη, ούτε οι Πέρσες κατάφεραν να καταστρέψουν ή να αποδυναμώσουν τον ελληνικό στόλο. Κατά τον Ηρόδοτο, αποτελούσε την πρώτη εμπειρία για τα ελληνικά πληρώματα, η οποία αποδείχθηκε αποφασιστική στη ναυμαχία της Σαλαμίνας – οι Έλληνες είχαν μάθει τις τακτικές των Περσών.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Η Μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.)

Η Μάχη του Μαραθώνα διεξήχθη το Σεπτέμβρη του 490 π.Χ. ανάμεσα σε 11.000 Έλληνες και 100.000 Πέρσες.

Η Μάχη του Μαραθώνα διεξήχθη το Σεπτέμβρη του 490 π.Χ. ανάμεσα σε 11.000 Έλληνες και 100.000 Πέρσες.
Η Μάχη του Μαραθώνα

Τα γεγονότα πριν τη μάχη του Μαραθώνα

Το 490 π.Χ. ο Πέρσης βασιλιάς, Δαρείος Α’, έχοντας καταστείλει την εξέγερση των ιωνικών πόλεων από το 494 π.Χ., έστειλε το στόλο του να τιμωρήσει τις δύο πόλεις. Ο περσικός στρατός κατέστρεψε την Ερέτρια και αποβιβάστηκε στην Αττική, αλλά στη μάχη του Μαραθώνα ηττήθηκε από τους Αθηναίους και άλλους υπό το στρατηγό Μιλτιάδη.

Το σχέδιο του Μιλτιάδη

Το σχέδιο του Μιλτιάδη ήταν να εμπλακεί σε μάχη με το περσικό πεζικό όσο πιο σύντομα γινόταν ώστε να αποφύγει τις απώλειες από τους εχθρικούς τοξότες. Κάθε βράδυ πριν τη μάχη οι Έλληνες μίκραιναν την απόσταση ανάμεσα στα δύο μέτωπα και τη μέρα της μάχης είχαν φτάσει σε απόσταση περίπου 8 σταδίων, δηλαδή 1480 μέτρα. Στο δεξιό άκρο είχε τοποθετηθεί επικεφαλής ο Καλλίμαχος και στη συνέχεια οι δέκα φυλές με τους Πλαταιείς να είναι στο αριστερό άκρο. Ο Μιλτιάδης είχε επιμηκύνει το μέτωπο έτσι ώστε το δεξιό και το αριστερό κέρας να είναι ισχυρά αποδυναμώνοντας το κέντρο.

Οι Έλληνες επιτέθηκαν εναντίον των Περσών γρήγορα, τρέχοντας στα τελευταία μέτρα, μάλλον αιφνιδιάζοντας έτσι τους Πέρσες. Η σφοδρότητα της σύγκρουσης έδωσε πλεονέκτημα στα ισχυρά άκρα. Η μάχη ήταν αμφίρροπη για αρκετή ώρα μέχρις ότου οι δυο περσικές πτέρυγες κατέρρευσαν και τράπηκαν σε φυγή. Στο κέντρο όπου βρίσκονταν οι επίλεκτες δυνάμεις με τους Πέρσες και τους Σάκες ο ελληνικός σχηματισμός διασπάστηκε και υποχώρησε. Τα πλάγια τμήματα όμως γύρισαν πίσω και επιτέθηκαν στο περσικό κέντρο περικυκλώνοντας τους. Ακολούθησε σκληρή μάχη και τελικά οι Πέρσες τράπηκαν σε φυγή, προς το Σχοινιά που βρίσκονταν τα πλοία τους. Πολλοί Πέρσες έπεσαν στα νερά του έλους και πνίγηκαν. Η μάχη συνεχίστηκε στο Σχοινιά καθώς οι Πέρσες προσπαθούσαν να διαφύγουν. Εκεί πέθαναν ο Καλλίμαχος, ο στρατηγός Στησίλαος και ο Κυναίγειρος, ο αδελφός του Αισχύλου. Οι Αθηναίοι κατάφεραν να καταλάβουν επτά πλοία.

H μάχη είχε τελειώσει. Οι νεκροί Πέρσες υπολογίζονται από τον Ηρόδοτο γύρω στους 6400 ενώ οι Έλληνες είχαν χάσει μόνο 192. Μετά τη νίκη τους στάλθηκε αγγελιοφόρος, ο Φειδιππίδης, για να την αναγγείλει στην Αθήνα, ο οποίος ξεψύχησε από την κούραση μόλις έφτασε.

Τα ανεξήγητα της μάχης του Μαραθώνα

Ανεξήγητο Πρώτον

Η Μάχη του Μαραθώνα σύμφωνα με τον Ηρόδοτο είχε γίνει πάνω σε μια πεδιάδα. Δεν έχει σχέση με καμία άλλη μάχη στην Ελλάδα όπως π.χ. με τη Μάχη των Θερμοπυλών η οποία ήταν σε στενό. Στο Μαραθώνα η πεδιάδα επέτρεπε την ανάπτυξη όλου του Περσικού στρατεύματος όπως και έγινε. Δηλαδή οι Έλληνες επέλεξαν να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες κατά μέτωπο και με όλο το εύρος της δύναμής τους πράγμα που θα ήταν ένα σοβαρό μειονέκτημα γι αυτούς. Γιατί όμως επέλεξαν αυτόν τον τρόπο δείχνοντας στον αντίπαλο ότι περιφρονούν τη δύναμή του και πως ήταν σίγουροι για τη νίκη τους;

Ανεξήγητο Δεύτερον 

Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα στο πεδίο της Μάχης οι Πέρσες αναπτύχθηκαν σε βάθος 30 αντρών στο κέντρο της παράταξής τους. Αυτό έδινε μια ανάπτυξη στρατεύματος των 100.000 χιλιάδων αντρών που ήταν εκεί γύρο στα 3.300 μέτρα. Από την άλλη μεριά οι Έλληνες ήταν μόνο 11.000 και για να μπορέσουν να αντιπαρατάξουν ένα ίσο μέτωπο απέναντι στους Πέρσες έπρεπε το βάθος τους να είναι βάθος 3 ανδρών και κάτι. Από την Ιστορία γνωρίζουμε ότι το μέτωπο των Ελλήνων ήταν 1600 μέτρα δηλ. 6 άνδρες περίπου βάθους σε ισόποση παράταξη.

Έτσι από τα παραπάνω προκύπτει ότι περίσσευαν 850 μέτρα από τη μία μεριά και 850 μέτρα από την άλλη μεριά Περσικού μετώπου το οποίου θα στεκότανε και δεν θα έκανε τίποτα. Το ερώτημα είναι ότι εάν τα πράγματα γίνανε έτσι γιατί αυτός ο στρατός των 850μ από τη μια μεριά και των 850μ από την άλλη δεν κινήθηκε κυκλωτικά για να παγιδεύσει τους Έλληνες σαν θανάσιμη τανάλια;

Ανεξήγητο Τρίτον 

Στα έργα του Ηροδότου και του Παυσανία έχουμε μια παρουσία ενός ανδρός αγνώστου προς τους Έλληνες ο οποίος εμφανίστηκε απροειδοποίητα. Ήταν πιο ψηλός από τα άτομα εκείνης της εποχής φορούσε μια περίεργη στολή η οποία έμοιαζε με αγρότη και όχι με πολεμιστή και κρατούσε ένα όπλο το οποίο έμοιαζε με λαβή αρότρου το οποίο το έστρεφε προς τους Πέρσες και τους αποδεκάτιζε. Αργότερα οι Έλληνες ζητώντας πληροφορίες για το άτομο αυτό από το Μαντείο των Δελφών οι ιερείς τον κατονόμασαν ως Εχετλαίο.

«…Συνέβη δε ως λέγουσιν, άνδρα εν τη μάχη παρείναι το είδος και την σκευήν άγροικον. Ούτος των βαρβάρων πολλούς καταφονεύσας αρότρω, μετά το έργον ην αφανής. Ερομενοις δε Αθηναίοις άλλο μεν ο θεός ες αυτόν έχρησεν ουδέν, τιμάν δε Εχετλαίον εκέλευσεν ήρωα». (Παυσανίας βιβλ. 1, κεφ. 32).

Ο άνδρας αυτός προωθούνταν στο πεδίο της Μάχης και κατακρεουργούσε τους Πέρσες με το όπλο του με απίστευτη ταχύτητα. Επίσης ο Ηρόδοτος μας αναφέρει ότι ένας Αθηναίος στρατιώτης, ο Επίζηλος, γιός του Κουφαγόρα, ενώ πολεμούσε γενναία στήθος με στήθος ξαφνικά έχασε την όραση του και στα δύο του μάτια, παρόλο που δεν τον είχε ακουμπήσει τίποτα, ούτε δόρυ ούτε ξίφος ούτε βέλος τόξου. Συνεχίζοντας ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο Επίζηλος διηγείται ότι είδε έναν μεγαλόσωμο οπλίτη που η γενειάδα του κάλυπτε ολόκληρη την ασπίδα του, και ότι αυτό το φάντασμα κρατούσε στα χέρια του ένα πολύ φωτεινό όπλο! Πέρασε ακριβώς δίπλα του, σκοτώνοντας Πέρσες αντιπάλους και αυτή η σκηνή ήταν η τελευταία που είδε ο Επίζηλος γιατί από κάποια υπερβολική λάμψη, τυφλώθηκε!

Ανεξήγητο Τέταρτον

Καθ όλη τη διάρκεια της προετοιμασίας της Μάχης μέχρι να φτάσει η μέρα της σύγκρουσης οι Έλληνες μετακινούνταν τις βραδινές ώρες, έτσι ώστε να μην γίνουν ορατές οι κινήσεις τους, προς το μέτωπο των Περσών και μέχρι την ημέρα της Μάχης ο Ηρόδοτος μας αναφέρει ότι φτάσανε 8 στάδια από το στρατόπεδο των Περσών δηλ όπως είδαμε και παραπάνω περίπου 1480μ. Ο λόγος που το κάνανε αυτό ήταν ότι οι Έλληνες γνώριζαν ότι οι Πέρσες είχαν πάγια τακτική πριν την τελική σύγκρουση και όταν ο αντίπαλος πλησίαζε προς την μεριά τους να ρίχνουν μια ομοβροντία 2-3 επαναλήψεων βελών από τους τοξότες τους. Έτσι οι Έλληνες με αυτές τις βραδινές κινήσεις προσέγγισης προσπαθούσαν να μειώσουν την απόσταση από τους Πέρσες άρα και τις απώλειές τους. Το ερώτημα που γεννάται είναι πως οι Έλληνες κατάφεραν να προσεγγίσουν τους Πέρσες στο πεδίο της Μάχης χωρίς να έχουν σοβαρές απόλειες από τις ομοβροντίες βελών καθώς σε όλη την διάρκεια της μάχης σκοτώθηκαν μόνο 192 Έλληνες; Είναι ότι οι Πέρσες δεν ήξεραν σημάδι; δεν μπορούσαν να τους πετύχουν για άλλους λόγους ή ότι δεν πρόλαβαν να το κάνουν;

Ανεξήγητο Πέμπτον

Η Μάχη του Μαραθώνα άρχισε στις 5.30 περίπου το πρωί και οι Πέρσες στρατηγοί διέταξαν οπισθοχώρηση στις 8 το πρωί δηλ μόλις 2,5 ώρες μετά την έναρξη της μάχης. Το παράξενο είναι πως όλα όσα έγιναν, έγιναν μέσα σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα. 6.400 Πέρσες αποδεκατίστηκαν από ένα Ελληνικό στρατό που αριθμούσε το 1/10 της δικιάς τους δύναμης με φοβερή ταχύτητα και αποτελεσματικότητα. Πώς είναι άραγε δυνατόν να συνέβη κάτι τέτοιο σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα;

Ανεξήγητα φαινόμενα στη Μάχη του Μαραθώνα πολλά αλλά όλα αυτά τα παραπάνω ερωτήματα δεν θα απαντηθούν ποτέ με 100% σιγουριά.

Πηγή: https://www.pronews.gr/istoria/268953_ta-5-mystiria-tis-mahis-toy-marathona

Please follow and like us:
error0