Στον Ευρυμέδοντα ποταμό (468 π.Χ.-467π.Χ.)

Γύρω από τη μάχη στον Ευρυμέδοντα ποταμό είναι πολλές οι διαφωνίες μεταξύ των ιστορικών. Υπάρχει ασυμφωνία σχετικά με τη χρονολόγηση της, την τάξη που ακολουθήθηκε στις επιχειρήσεις -αν έγινε πρώτα η ναυμαχία ή η πεζομαχία- καθώς και για την απήχηση που είχε η νίκη στις ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας, ώστε να σπεύσουν να γίνουν μέλη, όσες δεν ήταν, της Α΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας.

Το 468π.Χ. έκλειναν δέκα χρόνια από την ίδρυση της συμμαχίας και εκτός από τις επιχειρήσεις της Θράκης, της Σκύρου και της Καρύστου, οι δυνάμεις της συμμαχίας δεν είχαν δράσει κάπου αλλού, αφού άλλωστε ο σκοπός της συμμαχίας ήταν άλλος. Στο διάστημα αυτό οι εισφορές των συμμάχων καταβάλλονταν κανονικά και ο περσικός κίνδυνος φαινόταν να έχει απομακρυνθεί οριστικά.

Η Νάξος, μόνο, είχε αποστατήσει. Αλλά αυτή η αποστασία κατεστάλη με τις ενέργειες του Κίμωνα, που έδρασε ως «αστυνόμος» της συμμαχίας. Ο κίνδυνος, όμως, να ακολουθήσουν και άλλες πόλεις το παράδειγμα της αποσοβήθηκε για ένα διάστημα από την ανάγκη που παρουσιάστηκε να αναληφθεί σοβαρή δράση εναντίον των Περσών. Στην προσπάθεια που αποφάσισαν να αναλάβουν οι Αθηναίοι έπρεπε να πετύχουν, γιατί από την έκβαση της εξαρτιόταν το μέλλον της συμμαχίας.

Στον Ευρυμέδοντα ποταμό
Ο Ευρυμέδοντας ποταμός

Ο Κίμων στον Ευρυμέδοντα παταμό

Ο Κίμων ορίστηκε αρχηγός της εκστρατείας στη Μικρά Ασία. Αποδείχτηκε εξαίρετος στρατηγός και οι μεγάλες επιτυχίες του αύξησαν καταπληκτικά το γόητρο της Αθήνας στους συμμάχους, αλλά και την προσωπική επιβολή του Κίμωνα σε όλες τις τάξεις της Αθήνας.

Ο Πλούταρχος αποδίδει στον Κίμωνα μια μεταβολή που είχε γίνει στις αθηναϊκές τριήρεις αυτήν την εποχή, ώστε να είναι πλατύτερες και να υπάρχει έτσι χώρος όχι μόνο για τους ερέτες αλλά και για οπλίτες. Η αλλαγή αυτή κρίθηκε απαραίτητη για την επιθετική μορφή που προβλεπόταν να πάρει ο αγώνας εναντίον των Περσών. Τα πλοία εκτός από τα πληρώματα τους, έπρεπε να διαθέτουν στρατιωτικές δυνάμεις έτοιμες για απόβαση στην ξηρά και για άμεση επίθεση εναντίον του εχθρού.

Τριακόσια πλοία συγκέντρωσε ο Κίμων στην Κνίδο της Καρίας και στο ακρωτήριο Τριόπιον. Τα διακόσια ήταν αθηναϊκά και εκτός από τους ερέτες είχαν μέσα γύρω στους 5.000 οπλίτες. Στις εκατό συμμαχικές τριήρεις, εκτός από τους ερέτες, υπήρχαν και μερικοί τοξότες. Από την Καρία τράβηξαν οι Έλληνες προς την Παμφυλία και έφτασαν στην Φάσηλι, ελληνική πόλη που ήταν ακόμα υπό την κυριαρχία των Περσών και βρισκόταν απέναντι από την στρατιωτική τους βάση στον Ευρυμέδοντα ποταμό.

Ο Κίμων πρότεινε στους Φασηλίτες να αποστατήσουν από τους βάρβαρους. Επειδή όμως εκείνοι αρνήθηκαν, αναγκάστηκε και να πολιορκήσει την πόλη και να λεηλατήσει τη γύρω περιοχή με το στρατό του. Η δυσάρεστη αυτή κατάσταση λύθηκε με την επέμβαση των Χίων συμμάχων, που έχοντας παλαιούς δεσμούς με τους Φασηλίτες, σκέφτηκαν να στείλουν μηνύματα στους πολιορκημένους στέλνοντας τα με βέλη που έρριχναν στην πόλη. Τελικά, συμφωνήθηκε να γίνει μέλος της συμμαχίας η Φάσηλις και να πάρει μέρος στις επιχειρήσεις εναντίον των Περσών.

Στις εκβολές του Ευρυμέδοντα βρίσκονταν οι πεζικές και ναυτικές δυνάμεις των Περσών. Οι Πέρσες εκτός από τα τριακόσια πενήντα πλοία, φοινικικά κυρίως, που είχαν συγκεντρώσει εκεί, περίμεναν να φθάσουν από την Κύπρο, που είχαν και πάλι καταλάβει, ογδόντα ακόμα φοινικικά πλοία.

Ο Κίμων εκμεταλλεύτηκε τη διστακτικότητα των Περσών αρχηγών, που δεν αποφάσιζαν να δώσουν ναυμαχία με τους Έλληνες αν δεν έφταναν οι ενισχύσεις από την Κύπρο. Έτσι, με αιφνιδιαστική επίθεση στις εκβολές του ποταμού, κατόρθωσε να συντρίψει τον περσικό στόλο και να αιχμαλωτίσει ή να καταστρέψει διακόσια εχθρικά πλοία.

Την ίδια μέρα, μετά τη ναυμαχία, οι ελληνικές τριήρεις πλησίασαν στη στεριά, αποβίβασαν τους στρατιώτες και επιτέθηκαν στο περσικό πεζικό. Η πεζομαχία που ακολούθησε ήταν πολύ σκληρή και οι απώλειες των συμμάχων σημαντικές, κατόρθωσαν, όμως, οι Έλληνες να διαλύσουν τις εχθρικές δυνάμεις. Πολλοί Πέρσες σκοτώθηκαν, άλλοι αιχμαλωτίστηκαν, και στο στρατόπεδο τους, όταν το κατέλαβαν, οι σύμμαχοι βρήκαν πλουσιώτατα λάφυρα.

Ο Κίμων υπολογίζοντας να αιφνιδιάσει και τα ογδόντα φοινικικά πλοία που θα έρχονταν από την Κύπρο, χωρίς να φαντάζονται ότι θα τον δουν ξαφνικά μπροστά τους, έπλευσε προς τα εκεί αμέσως. Στη ναυμαχία που ακολούθησε οι Φοίνικες έπαθαν πραγματική πανωλεθρία. Την άνοιξη του 465π.Χ. ο Κίμων οδηγώντας τέσσερις τριήρεις ξεκαθάρισε στην Χερσόνησο τα υπολείμματα των περσικών δυνάμεων, που είχαν εγκατασταθεί εκεί από 513π.Χ.

Συνέπειες της νίκης στον Ευρυμέδοντα ποταμό

Ύστερα από την εκμηδένιση των πεζικών και ναυτικών τους δυνάμεων οι Πέρσες δεν μπορούσαν πια να σταθούν στο Αιγαίο. Το κύρος της συμμαχίας μετά την εντυπωσιακή νίκη, είναι φυσικό να υψώθηκε αφάνταστα και όλες οι ελληνικές πόλεις να πείσθηκαν πως η ελευθερία τους ήταν εξασφαλισμένη, εφόσον οι Αθηναίοι είχαν το πρόσταγμα, ως ηγέτες της συμμαχίας. Είναι φυσικό, αφού οι Πέρσες είχαν νικηθεί, κάθε πόλη της Καρίας, της Λυκίας, της Ιωνίας, που έβλεπε αναγκαία την υποστήριξη της Αθήνας για τη διατήρηση της ανεξαρτησίας της από τους βαρβάρους να προσχώρησε τότε στη συμμαχία.

Στην Αθήνα, από τα λάφυρα που έφερε μαζί ο στρατός, πέρα από τις τιμές των νεκρών, τα αφιερώματα και τις ευχαριστίες στην θεά Αθηνά, ο Κίμων φρόντισε να γίνει το νότιο τείχος της Ακρόπολης, να «καλλωπισθεί το άστυ», να φυτευθούν στην αγορά πλατάνια και να γίνει ο χώρος της Ακαδημίας από άγονος και χέρσος τόπος σε θαυμάσιο άλσος. Τότε, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, πραγματοποιήθηκε η θεμελίωση των Μακρών Τειχών, που τα ονόμασαν Σκέλη, ένα δύσκολο τεχνικό έργο, γιατί χρειάσθηκε για τη στήριξη τους σε «τόπους ελώδεις και διαβρόχους» να γίνει ειδική εργασία: χρησιμοποιήθηκε πολύ χαλίκι και μεγάλες πέτρες και το τείχος που υψώθηκε αργότερα ήταν συμπαγές, από πέτρες δηλαδή σε ολόκληρο το πλάτος του.

Σκύρος και Κάρυστος

Σκύρος και Κάρυστος, ένα νησί και μια πόλη που δεν είχαν γίνει μέλη της Α’ Αθηναϊκής Συμμαχίας. Η πρώτη γιατί είχε καταληφθεί από πειρατές και η δεύτερη γιατί τηρούσε ουδετερότητα ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις και τους Πέρσες. Το να τις πάρουν με το μέρος τους οι Αθηναίοι ήταν ζήτημα μείζονος σημασίας για τη συμμαχία λόγω των γεωστρατηγικών θέσεων τους, αφού οι εμπορικοί δρόμοι του Αιγαίου περνούσαν από αυτές τις δύο πόλεις.

Μετά την εκστρατεία στη Θράκη και την κατάληψη της Ηιόνας το 475π.Χ. από τους Αθηναίους και τον Κίμωνα, παρουσιάστηκε μια νέα ευκαιρία για την Αθηναϊκή Συμμαχία. Στο δρόμο των πλοίων της, προς το βορειοανατολικό Αιγαίο βρισκόταν η Σκύρος, άγονο νησί που δεν ήταν δυνατόν να θρέψει τους κατοίκους του. Το είχαν από καιρό καταλάβει οι Δόλοπες, που επιδίδονταν στην πειρατεία και έτσι αποτελούσαν κίνδυνο για την ελεύθερη διακίνηση των εμπορικών πλοίων. 

Εκείνη ακριβώς την εποχή οι κάτοικοι του νησιού βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση, γιατί είχαν συλλάβει θεσσαλικά εμπορικά πλοία, που είχαν αράξει στο Κτήσιο, και άρπαξαν τα είδη που υπήρχαν μέσα. Το γεγονός καταγγέλθηκε στη Δελφική Αμφικτιονία. Οι Θεσσαλοί έμποροι ζητούσαν από τη Σκύρο αποζημίωση για την αρπαγή. Οι κάτοικοι βρέθηκαν σε αδιέξοδο γιατί δεν μπορούσαν να καταβάλουν κανενός είδους αποζημίωση και κάλεσαν τον Κίμωνα να του παραδώσουν την πόλη.

Ο Κίμων επειδή έβλεπε ότι η θέση της Σκύρου είχε πολύ μεγάλη σημασία για την κίνηση των πλοίων από την Εύβοια στο Αιγαίο και ήθελε οπωσδήποτε να εξασφαλίσει την κατοχή της για τους σκοπούς της συμμαχίας έδιωξε τους Δόλοπες από εκεί και εγκατέστησε Αθηναίους κληρούχους. Δεν αρκέστηκε σε αυτό. Η Αθηναϊκή Συμμαχία ήταν στο ξεκίνημα της. Μετά τις πρώτες επιτυχίες, ήταν πολιτική ανάγκη να δοθεί στους ηγεμόνες της Αθηναίους θεϊκή επικύρωση, που να καταξιώνει τις ενέργειες τους. Παλιός Δελφικός χρησμός όριζε στους Αθηναίους να μεταφέρουν από τη Σκύρο τα λείψανα του Θησέα στην Αττική. Ο Δόλοπες, όμως, δε θέλησαν ποτέ να μαρτυρήσουν τη θέση του τάφου του Αθηναίου ήρωα, ούτε να επιτρέψουν στους Αθηναίους να ψάξουν το νησί. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, μετά την κατάληψη της Σκύρου, οι σχετικές προσπάθειες τελεσφόρησαν. Με εξαιρετική μεγαλοπρέπεια πάνω σε τριήρη, μετέφερε ο Κίμων τα οστά του ήρωα, όπου τοποθετήθηκαν στο Θησείο.

Η Κάρυστος ήταν η μόνη πόλη της Εύβοιας που δεν είχε θελήσει να γίνει μέλος της Αθηναϊκής Συμμαχίας. Επειδή η θέση της είχε πρωταρχική σημασία για την κίνηση των πλοίων από την Εύβοια στο Αιγαίο, και επειδή όπως είχε μείνει ουδέτερη, αν παρουσιάζονταν πάλι οι Πέρσες, υπήρχε κίνδυνος να χρησιμοποιούσαν την Κάρυστο και το λιμάνι της ως βάση για ενδεχόμενες επιχειρήσεις εναντίον των Ελλήνων, προέκυψε η ανάγκη να εξασφαλισθεί η συμμετοχή της στη συμμαχία.

Έτσι οι Αθηναίοι ανέθεσαν στον Κίμωνα μεταξύ του 474π.Χ. και 472π.Χ. να εκστρατεύσει εναντίον της για να τη πείσε με τη βία να ενταχθεί στη συμμαχία.  Οι Δρύοπες, κάτοικοι της πόλης, προέβαλαν γενναία αντίσταση στους συμμάχους – ο Κίμων πολύ εύστοχα, δεν χρησιμοποίησε άλλους Ευβοείς στην επιχείρηση. Οι Δρύοπες αφού αγωνίστηκαν στην περιοχή της Καρυστίας και έχασαν αρκετές μάχες, κλείστηκαν μέσα στα τείχη της πόλης, όπου και πολιορκήθηκαν από τους Αθηναίους. Παρ΄ όλη την αντίσταση τους που κράτησε καιρό, αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν και να δεχθούν τους όρους των Αθηναίων.

Με αυτές τις δύο επιχειρήσεις η Σκύρος και η Κάρυστος έγιναν μέλη της Αθηναϊκής Συμμαχίας.

Ηιόνα

Στις εκβολές του ποταμού Στρυμόνα, προς τα ανατολικά υπήρχε μια πόλη με το το όνομα «Ηιόνα», που αργότερα έγινε το επίνειο της Αμφίπολης. Εκεί για αρκετά χρόνια είχε εγκατασταθεί περσική φρουρά. Την Ηιόνα διοικούσε από χρόνια ο Πέρσης Βόγης.

Ηιόνα
Ερείπια Ηιόνας

Ο Κίμων στην Ηιόνα

Προς τα εκεί έπλευσε από το Βυζάντιο, το 476π.Χ. ο στόλος των συμμάχων με αρχηγό τον Κίμωνα. Την πόλη προστάτευε ισχυρό τείχος και η κατάληψη της δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Επειδή την εποχή εκείνη δεν υπήρχε πολιορκητική τέχνη, και λόγω του ισχυρού της τείχους η πόλη δεν μπορούσε να κυριευθεί. Ο Κίμων μπορούσε να υπολογίζει μόνο σε παράδοση. Υποχρεώθηκε έτσι να συνεχίσει τις επιχειρήσεις όλο το χειμώνα περιμένοντας να εξαντληθούν τα εφόδια και τα τρόφιμα των αντιπάλων.

Ο Κίμων πρότεινε στον Βόγη, ότι αφού κάποια στιγμή θα τελείωναν εφόδια και τρόφιμα και βοήθεια από τους Πέρσες δεν ήταν δυνατό να έρθει, να του παραδώσει την πόλη. Επίσης, ο Κίμων του υποσχέθηκε ότι θα άφηνε ελεύθερους τους Πέρσες να φύγουν στη Μικρά Ασία.

Ο υπερήφανος, όμως, Βόγης ενώ είχε κάθε δικαιολογία να συνθηκολογήσει, δεν δέχθηκε να συζητήσει καν τις προτάσεις του Κίμωνα. Έφθασε, όμως, η στιγμή, που κάθε ελπίδα για το Βόγη χάθηκε. Τότε φάνηκε και το στρατηγικό δαιμόνιο του Κίμωνα. Εφάρμοσε μια πρωτοφανή για την εποχή εκείνη λύση, που έμεινε θρυλική: έστριψε τα νερά του Στρυμόνα προς το πλίθινο τείχος της πόλης, οπότε ήταν ζήτημα χρόνου η διάβρωση του κάτω μέρους του περιβόλου. Με το ρήγμα που θα γινόταν θα έπεφτε το πάνω μέρος του τείχους και οι Έλληνες θα ορμούσαν μέσα στην πόλη. Επειδή τα τρόφιμα είχαν ήδη εξαντληθεί ο Βόγης «άναψε μεγάλη φωτιά, έσφαξε τα παιδιά του και τη γυναίκα του, τις παλακίδες, τους υπηρέτες και τους έριξε στη φωτιά. Πήρε έπειτα όλο το χρυσάφι και το ασήμι της πόλης και τα σκόρπισε από το τείχος στον Στρυμόνα. Και αφού έκανε όλα αυτά έπεσε και ο ίδιος στη φωτιά. Γι΄αυτό επαινείται μέχρι σήμερα από τους Πέρσες», σημειώνει ο Ηρόδοτος.

Η άλωση της Ηιόνας άνοιξε τον δρόμο και για την πόλη του Δορίσκου που ήταν το τελευταίο οχυρό των Περσών στη Θράκη. Από τη στιγμή που η Ηιόνα απελευθερώθηκε και αρκετές πόλεις στα παράλια της Θράκης ήταν μέλη της Α΄Αθηναϊκής συμμαχίας, ο Δορίσκος έχοντας πια απομονωθεί τελείως, δεν ήταν δυνατόν να μείνει για πολύ καιρό ακόμα στα χέρια των Περσών.

Η εκστρατεία στη Θράκη ήταν η πρώτη επιχείρηση της συμμαχίας. Η επέκταση της κυριαρχίας των Αθηναίων σε αυτήν την περιοχή άνοιγε νέους ορίζοντες για την πόλη. Μπορούσαν να υπολογίζουν οι Αθηναίοι ότι μέσα σε λίγο διάστημα θα είχαν τη δυνατότητα να εγκαταστήσουν εκεί τους δικούς τους αποίκους και να εκμεταλλευτούν τις σπουδαίες πλουτοπαραγωγικές πηγές της περιοχής. Γι’ αυτό θέλησαν να δώσουν ιδιαίτερη έμφαση στην πρώτη τους επιτυχία, αφού με αυτή άρχιζε «μια νέα εποχή». Για πρώτη φορά ο δήμος επέτρεψε να στηθεί από τον Κίμωνα στην Αγορά λίθινη -ίσως τρίεδρη- στήλη με τρία επιγράμματα που τα αναφέρει ο Πλούταρχος στον «Βίο» του Κίμωνα:

«Ήταν γενναίοι και εκείνοι που κάποτε με το φοβερό σπαθί τους προκάλεσαν πείνα μεγάλη στα παιδιά των Περσών στην Ηιόνα, στις όχθες του Στρυμόνα, και πρώτοι προκάλεσαν στους εχθρούς απελπισία.»

«Αυτή είναι η ανταμοιβή από τους Αθηναίους στους ηγεμόνες ως ευεργεσία για μεγάλα αγαθά. Βλέποντας κάποιος από τους μεταγενέστερους αυτά, θα φιλοτιμηθεί να αγωνιστεί κι αυτός για τις κοινές υποθέσεις».

«Από αυτήν την πόλη κάποτε μαζί με τους Ατρείδες κίνησε για τη ιερή Τροία ο Μενεσθέας, για τον οποίο ο Όμηρος ότι έφτασε εκεί ανάμεσα στους θωρακοφόρους Δαναούς άριστος ηγέτης μάχης. Γι’ αυτό δεν είναι καθόλου αταίριαστο για τους Αθηναίους να ονομάζονται ηγέτες του πολέμου και συνάμα της γενναιότητας».

Η Σπάρτη (περίπου 1300π.Χ.-…)

Η Σπάρτη είναι πόλη της Πελοποννήσου και πρωτεύουσα του Νομού Λακωνίας, στην Ελλάδα. Έχει πληθυσμό 16.239 κατοίκους. Η σημερινή Σπάρτη είναι χτισμένη στις ανατολικές υπώρειες του Ταΰγετου, νότια από το κέντρο της αρχαίας ομώνυμης πόλης, κοντά στη δεξιά όχθη του ποταμού Ευρώτα και σε υψόμετρο 210 μ.

Η Σπάρτη
Η Σπάρτη και ο Ταΰγετος

Η αρχαία Σπάρτη

Η Σπάρτη και η Λακωνία αναφέρονται από την ελληνική μυθολογία. Αναφέρεται και από τον Όμηρο στα έπη του, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια ως ένα από τα ισχυρότερα μυκηναϊκά βασίλεια και έδρα του Μενελάου, αδερφού του βασιλιά Αγαμέμνονα των Μυκηνών την περίοδο πριν τον Τρωικό Πόλεμο. Περίπου το 1100 π.Χ. και μετά την κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού στην περιοχή εγκαθίστανται Δωριείς, ένα διαφορετικό ελληνικό φύλο. Σταδιακά οι Σπαρτιάτες ενώνονται κάτω από δύο βασιλικές οικογένειες, τους Αγιάδες και τους Ευρυπωντίδες και αρχίζουν να επεκτείνονται στις γύρω περιοχές δημιουργώντας κοινωνικές τάξεις, τους ομοίους, τους είλωτες και τους περιοίκους και κατά τον 7ο αιώνα π.Χ. συγκροτούν τη γνωστή, σύμφωνα με τους νόμους του Λυκούργου, κοινωνία τους. Αφού υποτάξουν το μεγαλύτερο μέρος της Λακωνίας θα επεκταθούν στη Μεσσηνία και την Αρκαδία και θα νικήσουν το Άργος. Θα καταφέρουν να υποτάξουν τη Μεσσηνία και μέρος της Αρκαδίας και θα συνάψουν αρκετές συμμαχίες, με πρώτη σύμμαχό τους την Τεγέα. Όλα αυτά μέχρι τον 5ο αιώνα π.Χ..

Στους Περσικούς πολέμους οι Σπαρτιάτες δε θα πάρουν μέρος στη μάχη του Μαραθώνα, αλλά η θυσία των 300 του Λεωνίδα και των 700 Θεσπιέων στο στενό των Θερμοπυλών το 480 π.Χ. θα γινόταν το συγκλονιστικότερο γεγονός αυτής της περιόδου, καθώς οι Σπαρτιάτες έπεσαν υπακούοντας στον άγραφο νόμο που όριζε ότι δεν έπρεπε να εγκαταλείψουν το πεδίο της μάχης. Μετά τη νικηφόρα για τους Έλληνες μάχη των Πλαταιών, ζητήθηκε από τη Σπάρτη να αναλάβει επιθετικό πόλεμο στη Μικρά Ασία κατά των Περσών αλλά αρνήθηκε. Αυτή την ευκαιρία άρπαξε η Αθήνα που δημιούργησε την Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία και συνέχισε τον πόλεμο κατά των Περσών στη Μικρά Ασία και την Κύπρο ως το 451 π.Χ.. Η Αθήνα ισχυροποιήθηκε τόσο πολύ κάτω από την ηγεσία του Περικλή που η Σπάρτη φοβήθηκε και αποφάσισε με την Πελοποννησιακή Συμμαχία να της κηρύξει τον πόλεμο. Αυτός ονομάστηκε Πελοποννησιακός Πόλεμος από τον ιστορικό Θουκυδίδη και ήταν ιδιαίτερα σκληρός. Διήρκεσε από το 431 ως το 404 π.Χ. και τελείωσε με συντριπτική νίκη των Πελοποννησίων.

Μετά από αυτόν τον πόλεμο υπήρχε η ελπίδα ότι η Σπάρτη θα κυβερνούσε δίκαια την Ελλάδα, αλλά εγκατέστησε ηγεμονία που δυσαρέστησε όλους και οδήγησε σε δύο πολέμους, τον Βοιωτικό πόλεμο ή Κορινθιακό το 396-387 π.Χ. και τον πόλεμο με τη Θήβα. Στη μάχη των Λεύκτρων το 371 π.Χ. ο σπαρτιάτικος στρατός ηττήθηκε κατά κράτος από τους Θηβαίους που είχαν επικεφαλής τους Επαμεινώνδα και Πελοπίδα. Το 362 π.Χ. στη μάχη της Μαντινείας ο ενωμένος στρατός της Σπάρτης, της Αθήνας και των συμμάχων τους κατάφερε ένα μεγάλο πλήγμα στη Θήβα και τους δικούς της συμμάχους χωρίς όμως να προκύψει οριστικός νικητής και η Ελλάδα να βυθιστεί στην αβεβαιότητα για πολλά χρόνια. Μέσα σε εκείνη την ταραγμένη περίοδο κανείς δεν έδωσε σημασία σε ένα μικρό ελληνικό βασίλειο του βορρά, τη Μακεδονία, η οποία υπό την ηγεσία του Φιλίππου Β’ συνέτριψε τους Ιλλυριούς το 358 π.Χ.. Τα επόμενα χρόνια η Μακεδονία θα κυριαρχήσει στην Ελλάδα και όχι μόνο, ενώ η Σπάρτη θα συνεχίσει να βυθίζεται στην εσωτερική της κρίση και μετά τη μάχη της Μεγαλόπολης και της Σελλασίας η Σπάρτη θα καταρρεύσει τελείως μέχρι και τη ρωμαϊκή κατάκτηση (146 π.Χ.).

Ο Μεσαίωνας της Σπάρτης

Σε αντίθεση με άλλες πόλεις της Λακωνίας οι οποίες εγκαταλείφθηκαν τον 4ο αιώνα μ.Χ., τόσο η Σπάρτη όσο και το Γύθειο συνέχισαν να κατοικούνται, παρά τους σεισμούς (όπως αυτός του 365), τις επιδρομές Γότθων το 395 υπό τον Αλάριχο και Βανδάλων το 468 υπό τον Γιζέριχο και την επιδημία πανώλης το 541-43. Προς το τέλος της βασιλείας του Ιουστινιανού όμως η πόλη ερημώνει, αν και είναι πιθανό η ακρόπολη να συνέχισε να χρησιμοποιείται.

Στο Χρονικό της Μονεμβασιάς αναφέρεται ότι οι κάτοικοι της Σπάρτης εγκατέλειψαν την περιοχή για μία πιο ασφαλή τοποθεσία, τη Μονεμβασιά, ενώ άλλοι εγκαταστάθηκαν στη Σικελία, μετά από μια σλαβική επιδρομή το 587-588 μ.Χ.. Παρόλα αυτά θεωρείται πλέον απίθανο ότι μια εισβολή προκάλεσε τη φυγή των κατοίκων στη Μονεμβασία και στη Σικελία. Η ίδια η Μονεμβασιά είχε αρχίσει να κατασκευάζεται κατά την εποχή του Ιουστινιανού. Η τοποθεσία της Σπάρτης κρίθηκε ανεπαρκώς οχυρή και επιρρεπής σε μακροχρόνιους αποκλεισμούς λόγω της μεγάλης απόστασής της από το λιμάνι, ενώ με την μετακίνηση της πρωτεύουσας στη Κωνσταντινούπολη, τα πλοία από το Γύθειο έπρεπε να παραπλέουν πλέον το ακρωτήριο Μαλέας.

Εκείνη την περίοδο αρκετοί Σλάβοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Η κεντρική εξουσία της Κωνσταντινούπολης δεν έδινε μεγάλη σημασία σε μία μικρή περιοχή του θέματος Πελοποννήσου και κάποιες σλαβικές φυλές στα ορεινά, όπως οι Μηλιγγοί, κατάφεραν να παραμείνουν ανεξέλεγκτες μέχρι την έλευση των Φράγκων.

Το 1205 με την άφιξη στην περιοχή των σταυροφόρων της Δ’ Σταυροφορίας πολλοί τοπικοί άρχοντες, που είχαν ανεξαρτητοποιηθεί από την Κωνσταντινούπολη καιρό πριν, συντάχθηκαν με τους Φράγκους, ενώ άλλοι τους αντιστάθηκαν. Τις τύχες του τόπου καθορίζει μία τοπική αρχοντική οικογένεια, οι Χαμάρετοι. Η Λακεδαιμονία έπεσε στα χέρια των Φράγκων μετά από πενθήμερη πολιορκία τo 1210. Το 1249 ο Γουλιέλμος Β’ Βιλλεαρδουίνος έκτισε ένα κάστρο πάνω σε μία βουνοκορφή του Ταϋγέτου, το Μυστρά. Ο Βιλλαρδουίνος αιχμαλωτίστηκε το 1259 στη μάχη της Πελαγονίας από τους Βυζαντινούς και για να αφεθεί ελεύθερος αναγκάστηκε να τους παραδώσει 3 κάστρα, μέσα σε αυτά και το Μυστρά.

Μέχρι το 1265 οι κάτοικοι της Λακεδαιμονίας την είχαν εγκαταλείψει και είχαν εγκατασταθεί ομαδικά στο Μυστρά για περισσότερη ασφάλεια. Οι Βυζαντινοί ίδρυσαν το Δεσποτάτο του Μορέως, με έδρα το Μυστρά και χρησιμοποίησαν τη Λακωνία ως βάση για την ανακατάληψη της Πελοποννήσου. Η Πελοπόννησος τελικά περιήλθε στην εξουσία τους (εκτός από λίγα κάστρα) το 1430, αλλά το 1460 υποτάχθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η Σπάρτη τον 19ο αιώνα

Στη νεότερη εποχή η Λακωνία θα εξεγερθεί αρκετές φορές μαζί με άλλες περιοχές εναντίον των Τούρκων αλλά χωρίς αποτέλεσμα, καθώς οι Τούρκοι θα καταφέρνουν ως το 1800 να νικούν και τους Έλληνες και τους Βενετούς. Το 1821 η περιοχή θα εξεγερθεί με τη βοήθεια των πάντα ανυπότακτων Μανιατών. Ως το 1828 θα καταφέρουν να καταλάβουν τα κάστρα της περιοχής και να αντιμετωπίσουν τον Ιμπραήμ. Στις 20 Οκτωβρίου του 1834 αποφασίζεται από την αντιβασιλεία του Όθωνα η οικοδόμηση της πόλης της Σπάρτης στην αρχαία της θέση. Τα σχέδια της πόλης έκανε ο Βαυαρός Friedrich Stauffert, με βάση τις αρχές του νεοκλασικού πολεοδομικού σχεδιασμού που επικρατούσαν τότε στην Ευρώπη. Το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι τα συμμετρικά οικοδομικά τετράγωνα, τα οποία συγκλίνουν προς την ακρόπολη της αρχαίας Σπάρτης και την περιβάλλουν εν μέρει. Ο σχεδιασμός αυτός αφορούσε μια πόλη 100.000 κατοίκων. Η Σπάρτη και γενικότερα η Λακωνία ακολούθησε αργότερα τις τύχες της υπόλοιπης Ελλάδας μέσα από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας.

Παρότι τα σχέδια της οθωνικής περιόδου δεν ακολουθήθηκαν πιστά, η Σπάρτη παραμένει και σήμερα μια πόλη που διακρίνεται για την καλή ρυμοτομία της, τους δενδροφυτεμένους φαρδείς δρόμους, τα πάρκα και τις μεγάλες πλατείες της, καθώς και για τα πολλά παλιά κτήρια που διατηρούνται σε άριστη κατάσταση.

Κατά τη δεκαετία του 1930, με την ασφαλτόστρωση των κεντρικών δρόμων και την κατασκευή του δικτύου ύδρευσης, διαμορφώθηκε σε σύγχρονο αστικό κέντρο. Σήμερα η Σπάρτη διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά μιας επαρχιακής πόλης που η βασική της οικονομία στηρίζεται στην αγροτική παραγωγή, στη μεταποίηση αυτής της παραγωγής και στον τουρισμό.

Αποτελεί το οικονομικό και εμπορικό κέντρο του νομού. Έχει αξιόλογο αρχαιολογικό μουσείο και μουσείο της ελιάς. Είναι η μόνη πόλη πρωτεύουσα νομού της Πελοποννήσου που δε συνδέεται με σιδηροδρομικό δίκτυο (αν και είχε προβλεφθεί τέτοια σύνδεση τον 19ο αιώνα). Επικοινωνεί, ωστόσο, οδικά με την Καλαμάτα και την Τρίπολη, ενώ διαθέτει και μικρό αεροδρόμιο.

Το ένδοξο παρελθόν της και η κοντινή απόσταση από τον πολυθρύλητο Μυστρά τραβούν την προσοχή πολλών επισκεπτών – τουριστών με προσεγγίσεις κρουαζιερόπλοιων στο Γύθειο. Από την αρχαία Σπάρτη σώζονται λείψανα από τους ναούς της Ορθίας Αρτέμιδος, της Χαλκιοίκου Αθηνάς, του Καρνείου Απόλλωνα, καθώς και θέατρο της ρωμαϊκής εποχής.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wikiΣπάρτη

Ο Ηράκλειος (575-641)

Το διάστημα 602-610 αυτοκράτορας στη Βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν ο Φωκάς. Η συμπεριφορά του απέναντι στους στρατιωτικούς και τους αξιωματικούς της αυτοκρατορίας ήταν αυταρχική. Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση οι συγκλητικοί ήρθαν σε επαφή με τον έξαρχο της Αφρικής, τον Ηράκλειο. Ο τελευταίος επαναστάτησε κατά του Φωκά και έστειλε υπό τις διαταγές του γιου του Ηράκλειου, στόλο στην Κωνσταντινούπολη. Ο Ηράκλειος κατανίκησε τη μικρή αντίσταση του Φωκά, τον σκότωσε και ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας.

Ο Ηράκλειος
Βυζαντινό νόμισμα με τη μορφή του Ηρακλείου

Η αυτοκρατορία, όταν ανέλαβε ο Ηράκλειος, ήταν σχεδόν υπό διάλυση. Είχε να αντιμετωπίσει στον περσικό κίνδυνο και συγχρόνως νέα αραβική απειλή. Επιπλέον, η διακυβέρνηση του Φωκά είχε απορφανίσει το στρατό και τις πολιτικές υπηρεσίες από τα καλύτερα στελέχη τους και είχε υποσκάψει τα οικονομικά του κράτους. Οι Πέρσες συνέχιζαν τις επιθέσεις και επιδρομές τους. Το 614 κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ και μετέφεραν στην πρωτεύουσα τους τον Τίμιο Σταυρό. Το 619 κατέλαβαν την Αίγυπτο, ανέκοψαν έτσι τον ανεφοδιασμό της Κωνσταντινούπολης σε σιτηρά, και προέλασαν προς την Κυρηναϊκή.

Τις ατυχίες στην Ανατολή συμπλήρωσαν οι ατυχίες στα Βαλκάνια. Οι Σλάβοι εξωθούμενοι από τους Αβάρους διασχίζουν το Δούναβη από το 615 και εισβάλλουν στο κράτος. Παραμένουν στη βόρεια Βαλκανική και εγκαθίστανται στην περιοχή της Κάτω Μοισίας και Σκυθίας σε συμπαγείς και συνεχείς πληθυσμούς. Προέλασαν ακόμη ως στη Θεσσαλονίκη, την οποία πολιόρκησαν, αλλά αποκρούστηκαν όμως έπειτα από σκληρό αγώνα, την αίσια έκβαση του οποίου οι ευγνώμονες κάτοικοι απέδωσαν στην επέμβαση του Αγίου Δημητρίου.

Συγχρόνως, άλλα σλαβικά φύλα, το 614, επιτέθηκαν εναντίον των Σαλώνων τα οποία κατέλαβαν. Προοδοποίησαν έτσι την κατάκτηση του βορειότερου μέρους της σημερινής Δαλματίας από τους Κροάτες (Χρωβάτους) και της σημερινής Σερβίας και Βοσνίας (Άνω Μοισίας, Δαρδανίας) από τους Σέρβους. Οι επιτυχίες των Σλάβων ενθάρρυναν τους Αβάρους, που εξεδήλωσαν επιδρομικές τάσεις εναντίον του Βυζαντίου.

Τα επανειλημμένα ισχυρά εξωτερικά χτυπήματα κλόνισαν τον αυτοκράτορα, που για μια στιγμή σκέφτηκε να μεταφέρει την έδρα τυο στην Καρχηδόνα, για να αναλάβει από εκεί αντεπίθεση εναντίον των Περσών και των άλλων εχθρών. Τον αυτοκράτορα μετέπεισε η αντίδραση του λαού, της συγκλήτου και προπαντός του πατριάρχη Σεργίου. Η αρπαγή του Τιμίου Σταυρού από τους Πέρσες είχε αρχίσει να γεννά αισθήματα ιερού πολέμου, αισθήματα αληθινής σταυροφορίας στην ψυχή του ευσεβούς βυζαντινού λαού εναντίον του αδυσώπητου αλλόθρησκου αντιπάλου. Η εκκλησία παρέδωσε οικειοθελώς τους θησαυρούς της στον αυτοκράτορα και ο Ηράκλειος κατάφερε να πορισθεί τα αναγκαία μέσα για να συνάψει ανακωχή με τους Αβάρους και να οργανώσει νέο στρατό κατά των Περσών.

Την άνοιξη του 622, μέσα σε ατμόσφαιρα θρησκευτικού ενθουσιασμού, έπειτα από τελετή που έμοιαζε με αληθινό σταυροφορικό ξεκίνημα, ο Ηράκλειος διαπεραιώθηκε στη Μικρά Ασία. Απέφυγε να κατευθυνθεί εναντίον του αντιπάλου και προχώρησε στα βάθη της Μικράς Ασίας. Με την κίνηση αυτή ανάγκασε τον περσικό στρατό που προχωρούσε εναντίον του, να αναστρέψει την κίνηση του εγκαταλείποντας όλη την πρόσω Μικρά Ασία.

Οι πρώτες συγκρούσεις με τους Πέρσες που διεξήχθησαν σε ατμόσφαιρα θρησκευτικής έξαρσης, απέβησαν υπέρ των βυζαντινών. Στα επόμενα έτη, 623-625, ο Ηράκλειος ανέλαβε σειρά εκστρατειών στη διάρκεια των οποίων νίκησε τους Πέρσες παντού, στην Αρμενία, τη Μεσοποταμία, την ίδια την Περσία. Μάταια επιχείρησαν οι Πέρσες το 626, αφού συνεννοήθηκαν με τους Αβάρους, να πολιορκήσουν την Κωνσταντινούπολη. Η αυτοπεποίθηση του λαού έπειτα από τόσες νίκες, ο θρησκευτικός ενθουσιασμός, η πίστη στη θαυματουργική επέμβαση της Παναγίας, της οποίας την εικόνα περιέφεραν στα τείχη, η ακατάβλητη δραστηριότητα του Πατριάρχη Σεργίου και του μαγίστρου Βώνου, έφεραν τη συντριβή των Αβαροπερσών μπροστά στα τείχη της πόλεως. Οι κάτοικοι της γεμάτοι ευγνωμοσύνη ανέπεμψαν τον ευχαριστήριο Ακάθιστο Ύμνο στη Θεοτόκο, στην οποία απέδωσαν τη λύτρωση τους.

Το επόμενο έτος, 627, ο Ηράκλειος σε νέα εκστρατεία κατανίκησε έτσι τους εξασθενημένους Πέρσες κοντά στη Νινευί και εξεβίασε την περσική υποταγή. Ο Χοσρόης Β’ δολοφονήθηκε και ο διάδοχος του Σιρόης έσπευσε να ζητήσει ειρήνη. Απόδοση όλων των βυζαντινών αιχμαλώτων και του Τιμίου Σταυρού και αναγνώριση των συνόρων του 591 ήταν οι όροι της ειρήνης, την οποία ο Βυζαντινός ηγεμόνας έπειτα από εξάχρονους σκληρούς αγώνες επέβαλε στον προαιώνιο εχθρό του Βυζαντίου.

Ανώτερη κάθε περιγραφής ήταν η υποδοχή του θριαμβευτή αυτοκράτορα, όταν επέστρεψε στην πρωτεύουσα του, το 629, φέρνοντας μαζί του τον Τίμιο Σταυρό, τον οποίο έσπευσε να στήσει στην αρχική του θέση στα Ιεροσόλυμα στις 14 Σεπτεμβρίου 630.

Το μέγεθος της υποδοχής δείχνει το μέγεθος του κινδύνου και της αγωνίας, από την οποία είχαν λυτρωθεί οι Βυζαντινοί. Βέβαια, η νίκη στην Ανατολή είχε πληρωθεί με απώλειες στη δυτική Μεσόγειο και τη Βαλκανική. Όμως, οι απώλειες των ισπανικών κτήσεων και της Δαλματίας, Άνω Μοισίας και Δαρδανίας, στις οποίες εγκαταστάθηκαν μόνιμα πια Κροάτες και Σέρβοι, ήταν μηδαμινές μπροστά στην περσική ήττα.

Η ανάκτηση των μονοφυσιτικών επαρχιών από τον Ηράκλειο, επανέφερε οξύτατο το πρόβλημα της συμβίωσης των Μονοφυσιτών και Ορθοδόξων. Για να πετύχει η συνδιαλλαγή τους ο Ηράκλειος με εισήγηση του πατριάρχη Σεργίου εξέδωσε το 638 την Έκθεση στην οποία, αφού απαγόρευσε κάθε συζήτηση για τη μία ή τις δύο φύσεις ή ενέργειες του Χριστού, δεχόταν τη μία του θέληση. Δυστυχώς, όμως, και η διατύπωση αυτή δεν έγινε αποδεκτή ούτε από τους Μονοφυσίτες ούτε από τους Ορθόδοξους, μεγάλωσε τις μεταξύ τους αντιπαραθέσεις και κατέληξε να διευκολύνει την αραβική επέκταση στις περιοχές αυτές.

Τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Ηράκλειου βρίσκονται σε τρομακτική αντίθεση ως προς τα πρώτα από την άποψη των επιτυχών ενεργειών και της δραστηριότητας του αυτοκράτορα. Αυτό οφείλεται όχι μόνο στη γεροντική πια ηλικία του Ηρακλείου, αλλά ακόμη στην εμφάνιση ενός νέου εχθρού, των Αράβων. Με την ταχύτητα και την αγριότητα ενός τυφώνα, οι νέοι επιδρομείς συντρίβουν και κατακτούν την Περσία και στη συνέχεια επιτίθενται εναντίον του βυζαντινού κράτους. Το 636 καταλαμβάνουν τη Συρία, το 638 την Παλαιστίνη, το 640 την Αίγυπτο. Η γρήγορη και σχεδόν άκοπη απόσπαση των περιοχών αυτών από την αυτοκρατορία, εξηγείται από την ψυχική αποξένωση των μονοφυσιτικών πληθυσμών τους από το ορθόδοξο κράτος.

Η αποξένωση και η αντίθεση αυτή φάνηκαν κατά την εφαρμογή της θρησκευτικής πολιτικής του Ηρακλείου. Στην προσπάθεια του να συμβιβάσει Μονοφυσίτες και οπαδούς του δόγματος της Χαλκηδόνας, δεν κατόρθωσε τίποτα άλλο, από το να φανατίσει περισσότερο τους Μονοφυσίτες. Υπό τις συνθήκες αυτές Σύροι και Παλαιστίνιοι θεώρησαν του Άραβες ως το μικρότερο κακό και υποτάχθηκαν στους κατακτητές, που άφησαν άλλωστε άθικτη τη ζωή, την περιουσία και τη λατρεία σ’ αυτούς που παραδίδονταν εκούσια.

Πηγή: Το Βυζαντινό Κράτος, Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, εκδ. ΒΑΝΙΑΣ

Ο Αλκιβιάδης (450 π.Χ.-405 π.Χ.)

Το 450 π.Χ. γεννιέται στην Αθήνα της μεγαλύτερης ακμής ο Αλκιβιάδης. Στα σαράντα πέντε χρόνια της πολυτάραχης ζωής του, διασταύρωσε τα βήματα του με τη δόξα, την προδοσία, τον θρίαμβο, την ήττα, το κυνηγητό και τη λαμπρότητα τόσο πολλές φορές και με τόσο ακραίες εναλλαγές, που προκαλεί ίλιγγο ακόμα και σήμερα στο μελετητή της προσωπικότητας του. Ήταν η πιο φιλόδοξη, η πιο συναρπαστική και πολυσυζητημένη προσωπικότητα της αρχαίας Ελλάδας.

Ο Αλκιβιάδης
Ο Αλκιβιάδης

Ο στρατηγός Αλκιβιάδης

Ο Αλκιβιάδης καταγόταν από το γένος των Αλκμεωνιδών. Πατέρας του ήταν ο Κλεινίας και μητέρα του η Δεινομάχη. Ο Αλκιβιάδης ήταν ανηψιός του Περικλή, στο σπίτι του οποίου ανατράφηκε, έζησε από μικρό παιδί μέσα στην πολυτέλεια, τη δόξα, τον πλούτο και τα κέντρα εξουσίας. Ήταν άνθρωπος εκπληκτικής ομορφιάς και χαρακτήρας απίστευτα παρορμητικός και τυχοδιωκτικός. Δεν υπολόγιζε ποτέ κανέναν, έκανε πράγματα ανήκουστα για την εποχή του, τόσο στα προσωπικά όσο και στην πολιτική και στρατιωτική του δραστηριότητα, όμως κατηύθυνε τον αθηναϊκό δήμο όπως ο κύριος το σκυλάκι του.

Μετά το θάνατο Περικλή το 431 π.Χ., ο Αλκιβιάδης εκλέγεται στρατηγός της Αθήνας. Είναι υπέρμαχος της συνέχειας του Πελοποννησιακού πολέμου κατά της Σπάρτης και οπαδός της παγκόσμιας, για τα δεδομένα της εποχής, κυριαρχίας της πόλης του. Διαφωνεί με την πρώτη ειρήνη που επιβάλλει η Αθήνα και μετά τη νίκη της στη Σφακτηρία και πείθει τους Αθηναίους να του εμπιστευτούν την εκστρατεία κατά της Σικελίας. Ενώ είχε ξεκινήσει επικεφαλής της μεγαλύτερης αρμάδας που είχε συγκεντρώσει ποτέ ο αρχαίος ελληνικός κόσμος, τον καλούν πίσω για να απολογηθεί για την κατηγορία ότι είχε σπάσει τις Ερμές, ιερές πύλες που υπήρχαν στην πόλη.

Ο Αλκιβιάδης, έξαλλος, αφήνει την αρμάδα, αλλά δε γυρίζει στην Αθήνα. Πηγαίνει στον μεγαλύτερο εχθρό της, την Σπάρτη. Αυτοί τον υποδέχονται θερμά. Ο Αλκιβιάδης τους δίνει συμβουλές κατά της πατρίδας του. Φοβερότερη είναι η συμβουλή του να καταλάβουν και να οχυρώσουν τη Δεκέλεια, για να κόψουν την Αττική στα δύο και να αποκλείσουν τα ορυχεία του Λαυρίου. Το χτύπημα για τους Αθηναίους είναι φοβερό.

Ο Αλκιβιάδης, όμως, κάνει παιδί με τη βασίλισσα της Σπάρτης, Τιμαία, ενώ ο βασιλιάς Άγις απουσιάζει σε εκστρατεία. Το σκάνδαλο τον διώχνει από τη Σπάρτη και, μη έχοντας που αλλού να πάει, καταφεύγει στην αυλή του Πέρση σατράπη, Τισσαφέρνη. Εκεί γίνεται στρατηγός εναντίον των Αθηναίων και Σπαρτιατών. Με τον περσικό στόλο νικά τους Λακεδαιμόνιους, παίρνει τα περσικά και τα σπαρτιατικά λάφυρα και ξαναγυρίζει θριαμβευτής στην Αθήνα. Ο λαός, αυτός που μέχρι πριν λίγο τον θεωρούσε προδότη, τον υποδέχεται σαν ήρωα. Λίγο αργότερα όμως, οι πράξεις του τον οδηγούν σε νέα εξορία.

Πηγαίνει στη Θράκη και απομονώνεται. Όταν βλέπει ελλιμενισμένο τον αθηναϊκό στόλο στους Αιγός ποταμούς, συμβουλεύει τους ναυάρχους να πάνε το στόλο σε πιο ασφαλές μέρος. Οι στρατηγοί, με πρώτο τον Τυδέα, τον διώχνουν λέγοντας του ότι δε δέχονται συμβουλές από προδότες. Ο Σπαρτιάτης Άγις καταστρέφει τον αθηναϊκό στόλο. Οι Αθηναίοι υποψιάζονται τον Αλκιβιάδη ως υπεύθυνο για την ήττα τους.

Πλέον ο Αλκιβιάδης έχει εχθρούς τους πάντες, Αθηναίους, Σπαρτιάτες, Πέρσες. Ο Αλκιβιάδης προσπαθεί να βρει μέρος να προφυλαχθεί. Πηγαίνει στη Φρυγία, ο Πέρσης σατράπης Φαρνάβαζος, τρομαγμένος στην ιδέα και μόνο να έρθει στην αυλή του ένας τέτοιος δαιμόνιος τύπος, διατάζει να τον σκοτώσουν. Δολοφονείται το 405 π.Χ. από άγνωστους δράστες. Κανείς δεν ξέρει με σιγουριά αν ήταν Αθηναίοι, Σπαρτιάτες ή Πέρσες.

Η προσωπική ζωή του Αλκιβιάδη

Ο Αλκιβιάδης ήταν όμορφος εξωτερικά, αλλά εσωτερικά ήταν βίαιος, εγωκεντρικός και ματαιόδοξος. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 416 π.Χ. κέρδισε τρία πρώτα βραβεία στις αρματοδρομίες και έγινε ο πιο διάσημος άνθρωπος της Ελλάδας. Οι γιορτές του και η απροκάλυπτη πολυτέλεια μέσα στην οποία ζούσε μόνο με αυτές των Περσών μπορούν να συγκριθούν. Όταν πήγε στη Σπάρτη, όμως, τους εξέπληξε όλους με την αντοχή του. Ξύρισε το κεφάλι του, έκανε μπάνιο στον Ευρώτα, κοιμόταν στο πάτωμα και έτρωγε μέλανα ζωμό. Όταν πήγε στους Πέρσες, ζούσε με τη μεγαλύτερη πολυτέλεια και χλιδή.

Στην γενέτειρα του, την Αθήνα έκανε κυριολεκτικά ό,τι ήθελε. Χαστούκισε το δάσκαλο του, κατέστρεψε το κατηγορητήριο ενός προστατευομένου του, έβαλε στοίχημα ότι θα δείρει στην Αγορά τον πιο πλούσιο και σεβάσμιο άνθρωπο της πόλης, τον Ιππόνικο, το οποίο όχι μόνο έκανε, αλλά αργότερα παντρεύτηκε την κόρη του, Ιππαρέτη. Οι απιστίες του όμως ανάγκασαν την σύζυγο του να φύγει από το σπίτι. όταν η Ιππαρέτη πήγε στο δικαστήριο για να ζητήσει διαζύγιο, μπήκε μέσα, τη σήκωσε στα χέρια και την κουβάλησε βίαια στο σπίτι. Αρνιόταν να χάσει την περιουσία της. Στην Άβυδο παντρεύτηκε μια θεία του, στη Σπάρτη, όπως αναφέραμε παραπάνω, έκανε παιδί με τη βασίλισσα.

Ο Αλκιβιάδης, όμως, ερωτικά ελκόταν και από άνδρες. Ένας εραστής του, ο Άνυτος διοργάνωσε δείπνο και τον κάλεσε. Ο Αλκιβιάδης αρνήθηκε. Κάποια στιγμή όμως, εισέβαλε μεθυσμένος μέσα στο σπίτι του Άνυτου και απαίτησε να του δώσει τα μισά αργυρά και χρυσά σκεύη του σπιτιού. Τα πήρε και έφυγε, ενώ ο Άνυτος τον επαινούσε λέγοντας στους καλεσμένους του ότι πήρε μόνο τα μισά, ενώ μπορούσε να τα πάρει όλα.

Ο μόνος που μπορούσε να τον δαμάσει ήταν ο Σωκράτης. Η σχέση τους ήταν πνευματική και πλατωνική. Ο όμορφος, πλούσιος και ένδοξος Αλκιβιάδης παρακαλούσε το γέρο, φτωχό και ρακένδυτο Σωκράτη να συνάψουν σχέσεις. Αυτός όμως τον απέρριπτε συστηματικά. Ο Σωκράτης προσπαθούσε να συγκρατήσει το νεαρό, αλλά το μόνο που κατάφερνε ήταν να τον κατευθύνει σε κάποιες στιγμές περίσκεψης, που τελικα τον οδηγούσαν σε μεγαλύτερες εκρήξεις.

Όταν έγινε Ολυμπιονίκης, αφού πήρε μέρος στην πομπή της πόλης, έκανε και μία δική του, ιδιωτική, χρησιμοποιώντας τα χρυσά αγγεία του ιερού της Ολυμπία, αλλά κανείς δεν του είπε τίποτα. ήθελε να είναι πάντα στο επίκεντρο των συζητήσεων. Μια φορά έδωσε ένα υπέρογκο ποσό για να αγοράσει ένα σκύλο και όλη η πόλη συζητούσε αυτή την απερισκεψία. Όταν έπαψε, όμως, να αποτελεί θέμα συζήτησης, έκοψε την ουρά του σκύλου, για να υπάρξει δεύτερος γύρος συζητήσεων.

Αυτός ήταν ο Αλκιβιάδης. Ακραίος, βίαιος, εγωκεντρικός, ματαιόδοξος, παρορμητικός, επιβλητικός, καιροσκόπος, προδότης.

Πηγή: Θουκυδίδου Ιστορίαι εκδ.ΚΑΚΤΟΣ

Πηγή: Μια σταγόνα Ιστορία, Δ. Καμπουράκης, εκδ. Πατάκη

Η μάχη στα Γαυγάμηλα (331π.Χ.)

Η μάχη στα Γαυγάμηλα υπήρξε η επιφανέστερη νίκη του Μεγάλου Αλεξάνδρου και αυτή έκρινε οριστικά την τύχη της περσικής αυτοκρατορίας. Και σ’ αυτήν τη μάχη πρωτεύοντα ρόλο είχε το ιππικό. Επιπλέον η ορθή εκμετάλλευση του χώρου και η λεπτομερής γνώση της παράταξης των εχθρικών δυνάμεων οδήγησε τον Αλέξανδρο στην εκπόνηση και την εκτέλεση ενός ευφυούς στρατηγικού σχεδίου που του χάρισε τη νίκη. Με τα αποτελέσματα της άμεσα και απώτερα, αποτέλεσε σταθμό αποφασιστικό της αρχαίας ιστορίας.

Η μάχη στα Γαυγάμηλα υπήρξε η επιφανέστερη νίκη Μεγάλου Αλεξάνδρου και αυτή έκρινε οριστικά την τύχη της περσικής αυτοκρατορίας.
Η μάχη στα Γαυγάμηλα

Γεγονότα πριν τη μάχη στα Γαυγάμηλα

Ο Αλέξανδρος εισήγαγε τους τακτικούς ελιγμούς για την κύκλωση του εχθρού και για τον συντονισμό πεζών και έφιππων επιθέσεων. Το 334 π.Χ. ο ελληνικός στρατός νίκησε τους Πέρσες στον Γρανικό ποταμό και βάδισε κατά της Ισσού, όπου πέτυχε νέα νίκη.

Αν και η Περσία παρέμενε ισχυρή, ο Αλέξανδρος αποφάσισε να προσθέσει νέα εδάφη στην αυτοκρατορία του πριν ολοκληρώσει την ήττα των Περσών. Ακολούθησε την ανατολική μεσογειακή ακτή, κατακτώντας το σημερινό Ισραήλ και την Αίγυπτο. Σταμάτησε την εκστρατεία του για να ιδρύσει την Αλεξάνδρεια στις εκβολές του Νείλου.

Το 331 π.Χ. ο Αλέξανδρος ξεκίνησε με στρατό 40.000 πεζών και 7.000 ιππέων, σύμφωνα με τον Αρριανό, και ακολούθησε τον δρόμο από τη Μεσόγειο προς την Περσία. Διέσχισε τον Τίγρη και τον Ευφράτη χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση. Ο βασιλιάς Δαρείος Γ’ των Περσών παρακολουθούσε την πορεία του και συγκέντρωνε στρατεύματα από ολόκληρο το βασίλειό του. Στα τέλη Σεπτεμβρίου είχε δημιουργήσει έναν στρατό από 200.000 πεζούς και ιππείς, τους οποίους υποστήριζαν 200 δρεπανηφόρα άρματα και για πρώτη φορά σε μάχη 15 ελέφαντες, που λογικά θα τρόμαζαν τους Έλληνες, οι οποίοι δεν ήταν συνηθισμένοι σε αυτά τα τεράστια ζώα.

Ο Δαρείος παρέταξε τον στρατό του σε μια μεγάλη ανοιχτή περιοχή. Ύστερα ισοπέδωσε το έδαφος για να μπορούν τα άρματα να κινούνται εύκολα. Ο Αλέξανδρος έφτασε στα Γαυγάμηλα και παρατάχθηκε απέναντι από τις γραμμές των Περσών. Ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι οι Έλληνες ξεκουράστηκαν μερικές ημέρες, ενώ άλλες λένε ότι περίμεναν μόνο μερικές ώρες πριν επιτεθούν.

Η ώρα της μάχης στα Γαυγάμηλα

Το πρωί της 1ης Οκτωβρίου ο Αλέξανδρος άρχισε την επίθεση. Επειδή μειονεκτούσε αριθμητικά σε αναλογία τουλάχιστον ένα προς πέντε, δεν είχε άλλη επιλογή παρά να χτυπήσει το περσικό κέντρο. Για να αποφύγει μια πιθανή κύκλωσή του, τοποθέτησε το πεζικό στο κέντρο, το ιππικό στις πτέρυγες και τις ισχυρές εφεδρείες του πίσω. Ο Δαρείος απάντησε με επίθεση εναντίον του κέντρου των Ελλήνων. Τα άρματα και οι ελέφαντές του διέσπασαν τις προφυλακές και βρέθηκαν μπροστά στο ελληνικό πεζικό.

Το περσικό ιππικό διέσχισε το ελληνικό μέτωπο αλλά, αντί να στραφεί και να επιτεθεί στις απροστάτευτες πτέρυγες του ελληνικού στρατού, συνέχισε την έφοδο του προς τα ελληνικά μετόπισθεν για να λεηλατήσει τα εφόδια και να σκοτώσει τους συνοδούς του στρατοπέδου.

Ο Αλέξανδρος αγνόησε τα μετόπισθεν του και επιτέθηκε αυτοπροσώπως στο κενό που άφησαν οι Πέρσες ιππείς, ενώ ταυτόχρονα έστρεψε τις εφεδρείες του εναντίον των ανυπεράσπιστων περσικών πτερύγων. Η τακτική του ήταν υπέρτερη, αλλά ο μεγάλος αριθμός των Περσών δυσκόλεψε τους Έλληνες.

Οι Πέρσες άντεξαν μέχρι τη στιγμή που είδαν τον Αλέξανδρο να διασπά το κέντρο τους και να πλησιάζει τον Δαρείο με το επιτελείου του. Η προσωπική φρουρά του Δαρείου το έβαλε στα πόδια και τον άφησε εκτεθειμένο. Τότε και αυτός αποφάσισε να εγκαταλείψει το πεδίο της μάχης. Όταν υποχώρησε ο Δαρείος, ο στρατός του, αν και εξακολουθούσε να υπερέχει σε αριθμό, διασπάστηκε και τράπηκε σε φυγή, ενώ το ελληνικό ιππικό τους καταδίωκε. Ο Δαρείος διέφυγε, αλλά ένα πολύ μεγάλο μέρος των στρατιωτών του είχε σκοτωθεί.

Μετά τη μάχη στα Γαυγάμηλα

Οι εκτιμήσεις για τις περσικές απώλειες ποικίλουν, μεταξύ 40.000 και 100.000 άνδρες. Οι ελληνικές απώλειες δεν ξεπέρασαν τους 500 στρατιώτες. Ο Αλέξανδρος και ο στρατός του κατέλαβαν σύντομα τις μεγάλες περσικές πόλεις, ενώ ο Δαρείος δολοφονήθηκε από κάποιο μέλος της αυλής του. Ο Αλέξανδρος δεν σταμάτησε την επίθεσή του εναντίον της περσικής αυτοκρατορίας, αλλά συνέχισε προς την Κασπία θάλασσα και κατέλαβε όλες τις περιοχές μέχρι τη βόρεια Ινδία. Χρησιμοποίησε τη νίκη του σαν κομβικό σημείο για να ενώσει την ανατολή με τη δύση και διέδωσε τον ελληνικό πολιτισμό σε τεράστιες περιοχές, ενώ γέμισε τα θησαυροφυλάκιά του με αμύθητους θησαυρούς.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Η ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.)

Η ναυμαχία της Σαλαμίνας διεξήχθη στις 22 Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ στα Στενά της Σαλαμίνας (στον Σαρωνικό Κόλπο) μεταξύ της συμμαχίας των ελληνικών πόλεων – κρατών και της περσικής αυτοκρατορίας. Αποτέλεσε τη σημαντικότερη σύγκρουση και την αρχή του τέλους της δεύτερης περσικής εισβολής στην Ελλάδα.

Ο Ξέρξης παρακολουθεί τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, τη σημαντικότερη σύγκρουση και την αρχή του τέλους της δεύτερης περσικής εισβολής στην Ελλάδα.
Ο Ξέρξης παρακολουθεί την Ναυμαχία της Σαλαμίνας

Τα γεγονότα πριν τη ναυμαχία της Σαλαμίνας

Αρχικά οι Έλληνες σχεδίαζαν να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες στις Θερμοπύλες και στο Αρτεμίσιο (ξηρά και θάλασσα, αντίστοιχα). Όμως στη μάχη των Θερμοπυλών οι Πέρσες εξολόθρευσαν τις περιορισμένες ελληνικές δυνάμεις που είχαν παραταχθεί στο ομώνυμο στενό – χάρη στην προδοσία του Εφιάλτη, ενώ στο Αρτεμίσιο ο συμμαχικός στόλος έχασε περίπου τα μισά πλοία του. Μόλις οι Σύμμαχοι πληροφορήθηκαν για την καταστροφή στις Θερμοπύλες, αποφάσισαν να υποχωρήσουν. Αυτό επέτρεψε στους Πέρσες να καταλάβουν τη Βοιωτία και την Αττική.

Οι Πελοποννήσιοι ήθελαν να σταματήσουν τον περσικό στόλο στον Ισθμό της Κορίνθου. Παρόλα αυτά ο Αθηναίος στρατηγός και πολιτικός Θεμιστοκλής έπεισε τους Έλληνες να αντιμετωπίσουν τον εχθρό στη Σαλαμίνα, ελπίζοντας ότι μια νίκη θα εμπόδιζε τους Πέρσες να εισβάλουν στην Πελοπόννησο.

Μετά τη μάχη των Θερμοπυλών και τη ναυμαχία του Αρτεμισίου, οι Αθηναίοι εγκατέλειψαν την πόλη και μεταφέρθηκαν στη Σαλαμίνα, μετά την προτροπή του Θεμιστοκλή, ο οποίος αρνήθηκε να δεχτεί την εκδοχή της εγκατάλειψης του αγώνα. Στην πρώτη συνάντηση των Ελλήνων αρχηγών στο συμβούλιο της Κορίνθου, ο Θεμιστοκλής πρότεινε να δράσουν και να διεξαχθεί μια ναυμαχία στα στενά της Σαλαμίνας. Οι υπόλοιπες συμμαχικές δυνάμεις θεωρούσαν ότι ο κατάλληλος τόπος διεξαγωγής μιας ναυμαχίας ήταν ο Ισθμός της Κορίνθου. Έγινε και νέα συνεδρίαση και όταν ο Θεμιστοκλής μέσα στην ορμή του μίλησε πριν από τον αρχηγό των Σπαρτιατών Ευρυβιάδη, ο στρατηγός Αδείμαντος από την Κόρινθο τού είπε ότι αυτούς που στους αγώνες ξεκινούν πριν δοθεί το σύνθημα, τους ραπίζουν. Ο Θεμιστοκλής του είπε ότι και αυτοί που ξεκινούν πολύ μετά το σύνθημα δεν παίρνουν βραβείο. Τότε ο Ευρυβιάδης θύμωσε και σήκωσε το ραβδί του να τον χτυπήσει. Ο Θεμιστοκλής δεν εξοργίστηκε, μόνο είπε τη φράση: «Πάταξον μεν, άκουσον δε». Το επιχείρημά του αρχηγού, του αθηναϊκού στόλου, ήταν ότι ο ελληνικός στόλος, με λιγότερα και μικρότερα σε όγκο σκάφη από τον εχθρικό, θα μπορούσε στον περιορισμένο χώρο του στενού να ελιχθεί ανετότερα και δεν θα διέτρεχε τον κίνδυνο να βρεθεί περικυκλωμένος από τα περσικά πλοία.

Το τέχνασμα του Θεμιστοκλή

Ο Θεμιστοκλής μηχανεύτηκε και ένα σχέδιο. Έστειλε κρυφά στο εχθρικό στρατόπεδο τον Σίκινο, ν’ αναγγείλει στους Πέρσες στρατηγούς ότι οι Έλληνες που ήταν στη Σαλαμίνα σκοπεύουν να φύγουν κρυφά κατά τη διάρκεια της νύχτας και ότι ο περσικός στόλος έπρεπε αμέσως να τους περικυκλώσει και να τους επιτεθεί για να τους καταστρέψει όλους μαζί. Οι Πέρσες πεπεισμένοι ότι ο Θεμιστοκλής υποστήριζε τα περσικά συμφέροντα, έπεσαν στην παγίδα και ξεκίνησαν για το στενό της Σαλαμίνας. Οι Πέρσες συγκεντρώθηκαν στη Σαλαμίνα όπου βρισκόταν και ο ελληνικός στόλος, ο οποίος σύμφωνα με τον Ηρόδοτο αποτελούνταν από 378 τριήρεις, στον κόλπο μεταξύ του ακρωτηρίου Κυνόσουρα και της αρχαίας πόλης Σαλαμίνα. Ο περσικός στόλος, που περιελάμβανε κατά τον Αισχύλο 1207 πλοία, ήταν αγκυροβολημένος στο Φάληρο.  Η ποικιλομορφία του στρατού, έκανε τον Ηρόδοτο να γράψει: «Τι γαρ ουκ ήγαγε εκ της Ασίης έθνος επί την Ελλάδα Ξέρξης;», «ποιο έθνος της Ασίας έμεινε που ο Ξέρξης να μην το οδήγησε εναντίον της Ελλάδας;» 

Κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας της Σαλαμίνας

Το πρωί της 22ης Σεπτεμβρίου 480 π.Χ. σήμανε η σάλπιγγα του Ευρυβιάδη και ακούστηκε ο παιάνας των Ελλήνων: «Ὦ παῖδες Ἑλλήνων ἴτε, ἐλευθεροῦτε πατρίδ’, ἐλευθεροῦτε δὲ παῖδας, γυναῖκας, θεῶν τέ πατρῴων ἕδη,
θήκας τε προγόνων· νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών.» «Εμπρός, παιδιά των Ελλήνων, ελευθερώστε την πατρίδα, τα παιδιά σας και τις γυναίκες σας, των πατρικών θεών τα ιερά, τους τάφους των προγόνων σας, τώρα πολεμήστε για όλα».

Η ναυμαχία εξισώθηκε αφού ο στενός χώρος δεν επέτρεψε στους Πέρσες να χρησιμοποιήσουν στην πρώτη γραμμή, περισσότερα πλοία από ό,τι τα ελληνικά. Στο αριστερό άκρο βρισκόταν ο Θεμιστοκλής, ο οποίος προσπαθούσε να διασπάσει την παράταξη των Φοινίκων, στο δεξιό άκρο, βρίσκονταν τα πλοία της Σπάρτης υπό τον Ευρυβιάδη έχοντας απέναντί τους τους Ίωνες που ήταν πολύ επιδέξιοι ναυτικοί. Τα περσικά πλοία, σαφώς μεγαλύτερα από τα ελληνικά, δεν μπορούσαν να κινηθούν εξαιτίας της στενότητας του χώρου. Σύμφωνα με τον Αισχύλο, μέσα στο στενό, μαζεύτηκαν πλήθος τα πλοία, και έτσι δεν μπορούσαν να προσφέρουν καμία βοήθεια μεταξύ τους αλλά χτυπούσαν το ένα το άλλο, συντρίβοντας όλα τα κουπιά, ενώ τα ελληνικά πλοία, σχηματίζοντας επιδέξια κύκλο γύρω γύρω, χτυπούσαν και αυτά. Τα νερά και οι γύρω ακτές γέμισαν κουφάρια και ναυάγια. Η ναυμαχία της Σαλαμίνας διήρκησε ως το βράδυ και ο ηρωισμός των Ελλήνων και των συμμαχικών τους δυνάμεων έτρεψαν σε άτακτη φυγή όσους Πέρσες είχαν απομείνει στη θάλασσα. Ο Αριστείδης, μαζί με ένα σώμα οπλιτών, κατευθύνθηκε στην Ψυττάλεια, για να εξοντώσει όσους Πέρσες έφυγαν προς τα εκεί. Τη ναυμαχία παρακολούθησε ο Ξέρξης από μια πλαγιά του Αιγάλεω, πιθανώς το σημερινό Πέραμα. Η ναυμαχία τελείωσε με σοβαρότατες απώλειες για τους Πέρσες. Έχασαν 200 πλοία και μεγάλο μέρος των πληρωμάτων τους, ενώ οι Έλληνες μόνο 40 τριήρεις.

Μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας

Μετά τη ναυμαχία ο Ξέρξης, μαζί με ένα μεγάλο μέρος του στρατού, επέστρεψε στην Ασία, ενώ για την υποταγή της Ελλάδας παρέμεινε ο Μαρδόνιος με τον υπόλοιπο περσικό στρατό. Αλλά το 479 π.Χ. οι Πέρσες υπέστησαν σοβαρή ήττα στις Πλαταιές και στη Μυκάλη και σταμάτησαν τις επιθέσεις τους στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Λίγο αργότερα οι Έλληνες πέρασαν στην αντεπίθεση. Στις επόμενες τρεις δεκαετίες οι Αθηναίοι, χάρη στους πολέμους της Δηλιακής Συμμαχίας, κατάφεραν να απελευθερώσουν τη Θράκη, τη Μακεδονία, τα νησιά του Αιγαίου και την Ιωνία. Επιπλέον βοήθησαν τους Αιγύπτιους στην εξέγερση τους κατά των Περσών επιφέροντας έτσι μεγάλο πλήγμα στο γόητρο της περσικής αυτοκρατορίας.

Αν οι Έλληνες είχαν ηττηθεί

Πολλοί ιστορικοί θεωρούν ότι η ναυμαχία της Σαλαμίνας είναι μία από τις πιο σημαντικές μάχες στην ιστορία, υποστηρίζοντας ότι αν οι Έλληνες είχαν ηττηθεί, η πιθανή κατάληψη της Ελλάδας από τους Πέρσες θα σταματούσε την ανάπτυξη του ελληνικού πολιτισμού και, κατά συνέπεια, ο δυτικός πολιτισμός δεν θα ήταν αυτό που είναι σήμερα.

Αυτή η άποψη βασίζεται στο γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού, όπως η φιλοσοφία, η επιστήμη, η ατομική ελευθερία και η δημοκρατία έχει τις ρίζες του στον αρχαίο ελληνικό κόσμο.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Η μάχη των Θερμοπυλών (480 π.Χ.)

Η μάχη των Θερμοπυλών διεξήχθη το 480 π.Χ. (παράλληλα με τη ναυμαχία του Αρτεμισίου) μεταξύ των Ελλήνων και των Περσών, κατά την δεύτερη περσική εισβολή στην Ελλάδα.

Χάρτης της περιοχής που έγινε η μάχη των Θερμοπυλών με την σύγχρονη ακτογραμμή και ανακατασκευασμένη την ακτογραμμή του 480 π.Χ
Χάρτης των Θερμοπυλών

Τα γεγονότα πριν τη μάχη των Θερμοπυλών

Οι Πέρσες είχαν ηττηθεί στον Μαραθώνα δέκα χρόνια νωρίτερα, γι’ αυτό και ετοίμασαν μια δεύτερη εκστρατεία, αρχηγός της οποίας ήταν ο Ξέρξης. Ο Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός Θεμιστοκλής έπεισε τους Έλληνες να κλείσουν τα στενά των Θερμοπυλών και του Αρτεμισίου. Οι Πέρσες, οι οποίοι κατά τις αρχαίες πηγές είχαν εκατομμύρια άνδρες στρατό και κατά τις σύγχρονες εκατό με τριακόσιες χιλιάδες άνδρες, έφθασαν στα στενά στις αρχές του Σεπτεμβρίου.

Το 480 π.Χ, συγκλήθηκε νέο συνέδριο. Μια αντιπροσωπεία από τη Θεσσαλία πρότεινε στους Έλληνες να σταματήσουν τον Ξέρξη στα Στενά των Τεμπών. Ωστόσο, οι Πέρσες έμαθαν από τον Αλέξανδρο Α’ της Μακεδονίας ότι η κοιλάδα θα μπορούσε να παρακαμφθεί μέσω του Περάσματος του Σαρανταπόρου, και λόγω του μεγαλύτερου μεγέθους του περσικού στρατού, οι Έλληνες οπισθοχώρησαν. Λίγο αργότερα, έμαθαν ότι ο Ξέρξης διέσχισε τον Ελλήσποντο. Οι Έλληνες αποφάσισαν να κλείσουν το στενό πέρασμα των Θερμοπυλών, από όπου ο Ξέρξης θα αναγκαζόταν να περάσει για να φτάσει στη Νότια Ελλάδα και όπου οι Πέρσες δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την αριθμητική υπεροχή τους. Παράλληλα, οι Αθηναίοι θα αντιμετώπιζαν τον περσικό στόλο στο Αρτεμίσιο. Ωστόσο, οι πόλεις της Πελοποννήσου, σε περίπτωση αποτυχίας του σχεδίου, σχεδίαζαν να υπερασπιστούν τον Ισθμό της Κορίνθου, ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά των Αθηναίων θα έφευγαν μαζικά στην Τροιζήνα.

Οι Πέρσες έφθασαν στις Θερμοπύλες στα τέλη Αυγούστου ή στις αρχές του Σεπτεμβρίου. Εκείνη την περίοδο, οι Σπαρτιάτες γιόρταζαν τα Κάρνεια, ενώ ήταν επίσης η περίοδος των Ολυμπιακών Αγώνων – μια σύγκρουση εκείνη την περίοδο θεωρούνταν ιεροσυλία. Παρ’ ολ’ αυτά, οι Έφοροι της Σπάρτης θεώρησαν ότι η επείγουσα κατάσταση ήταν σοβαρή δικαιολογία για να στείλουν στρατό με αρχηγό τον Λεωνίδα. Ο Ηρόδοτος αναφέρει τον χρησμό της Πυθίας : είτε η Σπάρτη θα χαθεί είτε θα χάσει ένα βασιλιά.

 [7.220.4] ὑμῖν δ᾽, ὦ Σπάρτης οἰκήτορες εὐρυχόροιο,
 ἢ μέγα ἄστυ ἐρικυδὲς ὑπ᾽ ἀνδράσι Περσεΐδῃσι
 πέρθεται, ἢ τὸ μὲν οὐχί, ἀφ᾽ Ἡρακλέους δὲ γενέθλης
 πενθήσει βασιλῆ φθίμενον Λακεδαίμονος οὖρος.
 οὐ γὰρ τὸν ταύρων σχήσει μένος οὐδὲ λεόντων
 ἀντιβίην· Ζηνὸς γὰρ ἔχει μένος· οὐδέ ἑ φημί
 σχήσεσθαι, πρὶν τῶνδ᾽ ἕτερον διὰ πάντα δάσηται.
[7.220.4] Εσάς, της Σπάρτης κάτοικοι, της όμορφα χτισμένης,
νά τί σας περιμένει:ή τη μεγάλη πόλη σας, την ξακουστή, κουρσεύουν
τα εγγόνια του Περσέα ή ετούτη ζει, μα θα πενθεί και ο λαός κι η χώρα
του ήρωα Λακεδαίμονα τον σκοτωμένο βασιλιά, απ᾽ του Ηρακλή τη ρίζα.
Κι αυτόν των ταύρων η ορμήνα τον κρατήσει δεν μπορεί ούτε και των λεόντων·
του Δία έχει τη δύναμη ο Πέρσης· και κανένας
δεν τον σταματά, προ τούτην πόλη είτε το ρήγα της κάνει χίλια κομμάτια.

Ο Λεωνίδας πίστευε ότι έπρεπε να πεθάνει για να σωθεί η Σπάρτη, γι’ αυτό και πήρε μονάχα 300 Σπαρτιάτες, οι οποίοι είχαν γιους. Κατά τη διάρκεια της πορείας τους, οι Σπαρτιάτες ενισχύθηκαν με άλλους 5.000 άνδρες. Ο Λεωνίδας αποφάσισε να παρατάξει τους Σπαρτιάτες στο κέντρο, όπου βρίσκονταν το πιο στενό σημείο των Θερμοπυλών, ενώ οι Φωκείς ανέλαβαν να χτίσουν αμυντικό τείχος – έστειλε 1.000 Φωκείς να υπερασπιστούν την Τραχίνα, καθώς απ’ εκεί οι Πέρσες μπορούσαν να περικυκλώσουν τους Έλληνες. Όταν οι Πέρσες έφθασαν στην περιοχή, οι Πελοποννήσιοι έλεγαν ότι έπρεπε να κατεβούν στον Ισθμό της Κορίνθου και να αμυνθούν εκεί. Αλλά οι Φωκείς και οι Λοκροί έπεισαν τον Λεωνίδα να μείνει στο στενό.

Ο Ξέρξης έστειλε πρεσβευτή για να πείσει τον Λεωνίδα να καταθέσει τα όπλα. Η απάντηση του Λεωνίδα ήταν «Μολὼν λαβέ» (αφού / εφόσον έρθεις, πάρ’τα). Η μάχη ήταν αναπόφευκτη, αλλά ο Ξέρξης προτίμησε να περιμένει τέσσερις μέρες, πιστεύοντας ότι οι Έλληνες θα διασκορπιστούν.

Στρατηγική και τακτική της μάχης των Θερμοπυλών

Η μάχη των Θερμοπυλών ήταν αποτέλεσμα της απόφασης των Ελλήνων να εξουδετερώσουν το μειονέκτημα της μικρής αριθμητικής τους δύναμης, περιοριζόμενοι αποκλειστικά στην άμυνα. Απ’ την άλλη, οι Πέρσες δεν μπορούσαν να μείνουν στις Θερμοπύλες για πολύ καιρό – είτε θα υποχωρούσαν είτε έπρεπε να σπάσουν τις ελληνικές γραμμές. Οι Έλληνες οπλίτες μπορούσαν να κλείσουν το στενό πέρασμα, χωρίς να μπορεί να επιτεθεί στο περσικό ιππικό. Υπήρχε όμως ένα μονοπάτι απ’ όπου οι Πέρσες μπορούσαν να περάσουν και να περικυκλώσουν τους Έλληνες.

Μετά από τέσσερις μέρες αναμονής, οι Πέρσες επιτέθηκαν, αλλά οι Έλληνες αντιστάθηκαν για δύο μέρες. Την τρίτη μέρα, ο Εφιάλτης οδήγησε τους Πέρσες πίσω από τους Έλληνες. Όταν το έμαθε αυτό, ο Λακεδαιμόνιος βασιλεύς Λεωνίδας (των Αγιαδών) αποδεσμεύει τις συμμαχικές δυνάμεις, για να οργανωθεί νέα άμυνα των Ελλήνων νοτιότερα, κρατώντας μαζί του στις Πύλες μονάχα επίλεκτες και εθελοντικές δυνάμεις, επιπλέον από τους θρυλικούς 300 Σπαρτιάτες, δηλαδή 900 με 1000 Περίοικους Λακεδαιμόνιους, ίσως μαζί και με Είλωτες(= απόγονοι κατακτημένων Αχαιών), 400 Θηβαίοι και 700 Θεσπιείς με επικεφαλής τον Δημόφιλο, γιο του Διαδρόμου.

Μετά τη μάχη των Θερμοπυλών

Η μάχη των Θερμοπυλών και η ναυμαχία του Αρτεμισίου έληξαν ταυτόχρονα. Μετά τη νίκη τους στις Θερμοπύλες, οι Πέρσες κατέστρεψαν τη Βοιωτία, τις Πλαταιές και τις Θεσπιές, ενώ αργότερα κινήθηκαν για να καταλάβουν την άδεια Αθήνα. Στη Σαλαμίνα, ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Ευρυβιάδης και οι υπόλοιποι Πελοποννήσιοι επέμεναν να προστατεύσουν τον Ισθμό της Κορίνθου, καταστρέφοντας τον μοναδικό δρόμο που οδηγούσε εκεί και χτίζοντας τείχος γύρω από αυτό. Ο Θεμιστοκλής, όμως, έπεισε τους Έλληνες να μείνουν στη Σαλαμίνα, όπου πέτυχαν αποφασιστική νίκη.

Ο Ξέρξης, φοβούμενος ότι οι Έλληνες μετά τη νίκη τους στη Σαλαμίνα θα κατέστρεφαν τη γέφυρα του Ελλησπόντου, αποφάσισε να υποχωρήσει με το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του. Ο Μαρδόνιος έμεινε με τους στρατιώτες που διάλεξε[. Πέρασε τον χειμώνα στη Βοιωτία και στη Θεσσαλία, ενώ οι Αθηναίοι επέστρεψαν στην πόλη τους. Το επόμενο έτος, ο Μαρδόνιος ανακατέλαβε την Αθήνα. Αλλά, οι Έλληνες, υπό την ηγεσία των Σπαρτιατών, αποφάσισαν να τον αντιμετωπίσουν, για αυτό βάδισαν για την Αττική. Ο Μαρδόνιος υποχώρησε στη Βοιωτία, για να εξαναγκάσει τους Έλληνες να πολεμήσουν στις Πλαταιές. Στη μάχη των Πλαταιών, το ελληνικό πεζικό συνέτριψε τους Πέρσες, ενώ στη μάχη της Μυκάλης, ο ελληνικός στόλος πέτυχε σοβαρή νίκη επί του περσικού στόλου.

Θρύλοι για τη μάχη των Θερμοπυλών

Ο Πλούταρχος, στο έργο Λακαινών Αποφθέγματα, αναφέρει ότι ο Λεωνίδας, όταν ρωτήθηκε από τη σύζυγο του, Γοργώ, τι πρέπει να κάνει αν δεν επιστρέψει, εκείνος απάντησε «ἀγαθὸν γαμεῖν καὶ ἀγαθὰ τίκτειν» (Παντρέψου ένα γενναίο άνδρα και γέννησε γενναία παιδιά). Οι Πέρσες, όταν έφθασαν στις Θερμοπύλες, έστειλαν κατασκόπους (ημεροσκόπους) για να μάθουν πόσους άνδρες είχαν οι Έλληνες. Αυτοί επέστρεψαν λέγοντας ότι είδαν τους Σπαρτιάτες που γυμνάζονταν και χτενίζονταν, αλλά ο Ξέρξης δεν τους πίστεψε και έβαλε τα γέλια. Τότε κάλεσε τον Δημάρατο (εξόριστο Σπαρτιάτη βασιλιά) και του επανέλαβε όσα του είχαν πει οι απεσταλμένοι του. Ο Δημάρατος δήλωσε ότι οι Σπαρτιάτες ήταν οι πιο γενναίοι άνδρες στην Ελλάδα και ότι είχαν την πρόθεση να υπερασπιστούν μέχρι θανάτου τα στενά και κατέληξε λέγοντας ότι αν ο Ξέρξης υποδούλωνε τους Σπαρτιάτες δεν θα υπήρχαν πια άνδρες που θα μπορούσαν να του αντισταθούν.

Ο Πλούταρχος αναφέρεται επίσης στην επίσκεψη των Περσών στη Σπάρτη πριν τη μάχη, όταν πρόσφεραν στον Λεωνίδα τη διοίκηση της Ελλάδος. Ο Σπαρτιάτης βασιλιάς απάντησε ότι προτιμά να πεθάνει για τους Έλληνες παρά να γίνει ο απόλυτος διοικητής τους. Αργότερα οι Πέρσες ζήτησαν την υποταγή των Ελλήνων και τότε ο Λεωνίδας απάντησε «Μολὼν λαβέ». Γνωστό είναι και το παράδειγμα του Διηνέκη, ο οποίος όταν οι Πέρσες απείλησαν ότι θα κρύψουν τον ήλιο με τα βέλη τους, απάντησε «καλύτερα, θα πολεμήσουμε υπό σκιάν» – ο Ηρόδοτος επίσης αναφέρει ότι ο Διηνέκης και οι σύντροφοί του είχαν τραβήξει το σώμα του Λεωνίδα τέσσερις φορές μέχρι που έπεσαν στο πεδίο της μάχης.

Όταν έληξε η μάχη, ο Ξέρξης ρώτησε να μάθει γιατί τόσοι λίγοι Έλληνες είχαν υπερασπιστεί τα στενά. Τότε μπροστά του παρουσιάστηκαν Αρκάδες που αυτομόλησαν στο περσικό στρατόπεδο και του απάντησαν ότι οι υπόλοιποι Έλληνες συμμετείχαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες, όπου ο νικητής έπαιρνε ένα στεφάνι ελιάς. Ο Τιγράνης, Πέρσης στρατηγός, όταν άκουσε αυτό είπε: «παπαῖ Μαρδόνιε, κοίους ἐπ᾽ ἄνδρας ἤγαγες μαχησομένους ἡμέας, οἳ οὐ περὶ χρημάτων τὸν ἀγῶνα ποιεῦνται ἀλλὰ περὶ ἀρετῆς» (μετ. Αλίμονο, Μαρδόνιε, ενάντια σε τί άνδρες μας έφερες να πολεμήσουμε, σ’ αυτούς που δεν πολεμούν για χρήματα αλλά για την αρετή).

Τα επιγράμματα

Ο Σιμωνίδης ο Κείος, μετά τη μάχη, έγραψε ένα από τα πιο γνωστά επιγράμματα.Το επίγραμμα λέγει τα παρακάτω (σύμφωνα με τον Ηρόδοτο):

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα, τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι.

Ω ξένε, ανάγγειλε στους Λακεδαιμόνιους ότι εδώ
ταφήκαμε, υπακούοντας στα προστάγματά τους.

Τα επιγράμματα είχαν χρησιμοποιηθεί πολλές φορές σε επιτάφιους και είχαν τη μορφή ελεγειακού δίστιχου. Κατά τον Τζων Ράσκιν, «η υπακοή στην υψηλότερη μορφή της δεν είναι υπακοή στους σταθερούς και υποχρεωτικούς κανόνες, αλλά μια πεπεισμένη ή εθελοντική παραχώρηση σε μια εντολή».

Σημασία της μάχης των Θερμοπυλών

Η μάχη των Θερμοπυλών αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές μάχες στην ελληνική και στην παγκόσμια ιστορία. Κυρίως όμως από ηθική άποψη είναι λαμπρό παράδειγμα αυταπάρνησης, αυτοθυσίας και υπακοής στην πατρίδα. Η μάχη έδειξε τα πλεονεκτήματα της στρατιωτικής εκπαίδευσης των Σπαρτιατών, του καλύτερου εξοπλισμού και της έξυπνης χρήσης της διαμόρφωσης του εδάφους.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Η ναυμαχία του Αρτεμισίου (480 π.Χ.)

Η Ναυμαχία του Αρτεμισίου, που διεξήχθη παράλληλα με τη μάχη των Θερμοπυλών, είναι θαλάσσια σύγκρουση μεταξύ Ελλήνων και Περσών, κατά τη δεύτερη περσική εισβολή.

Οι Πέρσες ξεκίνησαν, υπό την ηγεσία του Ξέρξη Α’, εισβολή στην Ελλάδα, με στόχο να αποκαταστήσουν το γόητρο τους μετά την ήττα από τους Αθηναίους στον Μαραθώνα, το 490 π.Χ. Ο Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός Θεμιστοκλής πρότεινε στους Έλληνες να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες στους στενούς χώρους των Θερμοπυλών και του Αρτεμισίου.

Η Ναυμαχία του Αρτεμισίου, που διεξήχθη παράλληλα με τη μάχη των Θερμοπυλών, είναι θαλάσσια σύγκρουση μεταξύ Ελλήνων και Περσών, κατά τη δεύτερη περσική εισβολή.
Ελληνικές και περσικές κινήσεις στη ναυμαχία του Αρτεμισίου

Τα γεγονότα πριν τη ναυμαχία του Αρτεμισίου

Το 480 π.Χ, συγκλήθηκε νέο συνέδριο. Μια αντιπροσωπεία από τη Θεσσαλία πρότεινε στους Έλληνες να σταματήσουν τον Ξέρξη στα Στενά των Τεμπών. Ωστόσο, οι Πέρσες έμαθαν από τον Αλέξανδρο Α’ της Μακεδονίας ότι η κοιλάδα θα μπορούσε να παρακαμφθεί μέσω του Περάσματος του Σαρανταπόρου, και λόγω του μεγαλύτερου μεγέθους του περσικού στρατού, οι Έλληνες οπισθοχώρησαν. Λίγο αργότερα, έμαθαν ότι ο Ξέρξης διέσχισε τον Ελλήσποντο. Τότε, ο Θεμιστοκλής πρότεινε μια διαφορετική στρατηγική στους συμμάχους. Ο Ξέρξης θα αναγκαζόταν να περάσει από τις Θερμοπύλες για να φτάσει στη Νότια Ελλάδα. Για αυτό, ο Θεμιστοκλής πρότεινε στους Έλληνες να κλείσουν το στενό πέρασμα των Θερμοπυλών, όπου οι Πέρσες δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την αριθμητική υπεροχή τους. Παράλληλα, οι Αθηναίοι θα αντιμετώπιζαν τον περσικό στόλο στο Αρτεμίσιο. Αυτό το σχέδιο έγινε δεκτό από τους Έλληνες. Ωστόσο, οι πόλεις της Πελοποννήσου, σε περίπτωση αποτυχίας του σχεδίου, σχεδίαζαν να υπερασπιστούν τον Ισθμό της Κορίνθου, ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά των Αθηναίων θα έφευγαν μαζικά στην Τροιζήνα.

Όταν έγινε γνωστή η προέλαση του περσικού στρατού κατά μήκος της ακτής του Ολύμπου (τέλη Ιουλίου ή αρχές Αυγούστου), οι Έλληνες έπλευσαν στο Αρτεμίσιο – από όπου μπορούσαν να φύγουν γρήγορα σε περίπτωση ανάγκης. Οι Έλληνες έστειλαν τρία πλοία στη Σκιάθο, με σκοπό να προειδοποιήσουν τους υπόλοιπους για την εμφάνιση του περσικού στόλου. Μετά από δύο εβδομάδες, δέκα τριήρεις από τη Σιδώνα έφθασαν στη Σκιάθο – οι υπόλοιποι Έλληνες έμαθαν για την παρουσία τους χάρη σε πυρσούς. Σε σύγκρουση που ακολούθησε, δύο από τα ελληνικά πλοία καταστράφηκαν με το τρίτο να υποχωρεί. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Έλληνες δεν ήταν σίγουροι ότι το μήνυμα του πυρσού εννοούσε την άφιξη του περσικού στόλου, για αυτό και οι Αθηναίοι έπλευσαν στο Αρτεμίσιο. Μόλις κατάλαβαν ότι ο περσικός στόλος δεν έφτασε εκείνη τη μέρα, οι Έλληνες κινήθηκαν στη Χαλκίδα, φυλάγοντας τον Εύριπον, και άφησαν ημεροσκόπους στα ψηλά της Εύβοιας.

Οι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν ότι οι Έλληνες ερμήνευσαν λανθασμένα τα μηνύματα των πυρσών και πίστεψαν ότι οι Πέρσες έπλευσαν ανατολικά της Σκιάθου, με σκοπό να πλεύσουν στα ανατολικά της Εύβοιας – είτε οι Έλληνες κατάσκοποι, οι οποίοι έστειλαν τα μηνύματα, θεώρησαν ότι οι Πέρσες έπλευσαν ανατολικά της Σκιάθου. Ο περσικός στόλος μπορούσε να πλεύσει γύρω από την Εύβοια, να κινηθεί στην Αττική και να επιτεθεί στο Αρτεμίσιο, με αποτέλεσμα να παγιδεύσει τους Έλληνες και να μην τους επιτρέψει να υποχωρήσουν – ωστόσο, η υποχώρηση των Ελλήνων στη Χαλκίδα είχε ως αποτέλεσμα οι Έλληνες να γλιτώσουν από πιθανή παγίδα των Περσών στην Εύβοια και τους είχε δώσει τη δυνατότητα να επιστρέψουν στο Αρτεμίσιο.

Μετά από δέκα ημέρες, οι Πέρσες έφθασαν στις Θερμοπύλες – σύμφωνα με τον Ηρόδοτο είχαν πολύ μεγάλο στρατό και στόλο. Ωστόσο, οι Πέρσες αποφάσισαν να μην επιτεθούν. Την επόμενη ημέρα, ο περσικός στόλος έφτασε κοντά στο Αρτεμίσιο (με κατεύθυνση τη Μαγνησία), αλλά λόγω καταιγίδας, κατέληξαν σε ορεινή ακτή. Μέσα σε δύο μέρες, οι Πέρσες έχασαν το ένα τρίτο των πλοίων τους (400 πλοία), ενώ το περσικό πεζικό συνέχιζε να περιμένει τους Έλληνες να διασκορπιστούν στις Θερμοπύλες.

Μια μέρα μετά τη λήξη της καταιγίδας, ο ελληνικός στόλος επέστρεψε στο Αρτεμίσιο. Αργότερα, οι Πέρσες ξεκίνησαν την επίθεση κατά των Ελλήνων στις Θερμοπύλες – παράλληλα, ο περσικός στόλος αγκυροβόλησε τα πλοία του απέναντι από το Αρτεμίσιο (ο Ηρόδοτος δίνει το όνομα Ἀφέται για την περιοχή αυτή – σήμερα εκεί βρίσκεται η Άφυσσος), αν και δεκαπέντε πλοία, που βρέθηκαν στις ελληνικές γραμμές, καταστράφηκαν. Παρ’ ολ’ αυτά, οι Πέρσες είχαν τρεις φορές περισσότερα πλοία από ό,τι οι Έλληνες, γι’ αυτό και οι τελευταίοι σχεδίαζαν να αποσυρθούν. 

Εκείνη την ημέρα, ένας δύτης και λιποτάκτης του περσικού στόλου, έφθασε στο ελληνικό στρατόπεδο – ενημέρωσε τους Έλληνες ότι οι Πέρσες έστειλαν διακόσια πλοία γύρω από την Εύβοια, με σκοπό να εμποδίσουν την υποχώρηση των Ελλήνων. Από την πλευρά τους, οι Πέρσες δεν ήθελαν να επιτεθούν στους Έλληνες, καθώς ήταν πεπεισμένοι ότι οι τελευταίοι θα υποχωρούσαν, γι’ αυτό επιχείρησαν να τους παγιδεύσουν. Οι Έλληνες αποφάσισαν να φύγουν κατά το σούρουπο, ώστε οι Πέρσες να μην μάθουν το σχέδιο τους.

Οι Έλληνες φαίνεται να κατάλαβαν ότι τους δινόταν η ευκαιρία να καταστρέψουν ένα μέρος του περσικού στόλου. Σύμφωνα με σύγχρονους ιστορικούς, οι Έλληνες σκόπευαν να παγιδεύσουν τους Πέρσες, αφού τα υπόλοιπα ελληνικά πλοία στην Αττική θα ακολουθούσαν τους Πέρσες, καθώς αυτοί θα έμπαιναν στα Στενά της Εύβοιας από τα νότια – είτε θα παγίδευαν τους Πέρσες, καθώς αυτοί θα περνούσαν από το Αρτεμίσιο, έχοντας σκοπό να φθάσουν στην Άφυσσο. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ήθελαν να δείξουν ότι θα έμεναν στο Αρτεμίσιο – ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι θα ήταν καλή ευκαιρία για αυτούς να αξιολογήσουν τον περσικό στόλο. Οι Έλληνες περίμεναν μέχρι αργά το απόγευμα, για να μην εμπλακούν σε σοβαρή σύγκρουση και υποστούν βαριές απώλειες – αυτό το γεγονός σήμαινε την αρχή της ναυμαχίας.

Στρατηγική και τακτική της ναυμαχίας του Αρτεμισίου

Όσον αφορά τη στρατηγική, η αποστολή των Ελλήνων ήταν απλή – να προστατεύουν τον στρατό στις Θερμοπύλες μέσω θαλάσσης χωρίς να διαλυθούν. Οι Πέρσες επίσης είχαν απλή στρατηγική – να ενισχύσουν τη θέση τους στις Θερμοπύλες ή στο Αρτεμίσιο ή να υπερφαλαγγίσουν τους Έλληνες (κάτι που στο Αρτεμίσιο ήταν πιο εύκολο). Οι Έλληνες είχαν διαλέξει το Αρτεμίσιο για να παρακολουθούν τέτοιες κινήσεις, καθώς αν είχαν ως καθοριστικό παράγοντα τη στενότητα του χώρου, μπορούσαν να είχαν διαλέξει την Ιστιαία.

Οι Πέρσες είχαν πλεονέκτημα, λόγω αριθμητικής υπεροχής και περισσότερων ποιοτικών πλοίων. Οι Πέρσες, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, είχαν καλύτερους ναυτικούς – τα περισσότερα αθηναϊκά πλοία (και κατ’ επέκταση το μεγαλύτερο μέρος του στόλου) είχαν δημιουργηθεί πρόσφατα και τα πληρώματα τους δεν ήταν έμπειρα. Η πιο κοινή θαλάσσια τακτική στην Μεσόγειο αυτό τον καιρό ήταν ο εμβολισμός (οι τριήρεις ήταν εξοπλισμένες με ένα έμβολο), ή η χρησιμοποίηση οπλιτών (επιβατών, όπως οι σημερινοί πεζοναύτες). Οι Πέρσες και οι Έλληνες της Μικράς Ασίας είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν έναν ελιγμό που ήταν γνωστός ως «διέκπλους». Κατά τον ελιγμό αυτόν, το πλοίο εισχωρούσε σε κενό μεταξύ πλοιών της εχθρικής παράταξης και έστρεφε απότομα, εμβολίζοντας το εχθρικό πλοίο στα πλευρά. Οι Πέρσες είχαν αρκετά έμπειρους ναυτικούς για τον ελιγμό αυτό, αλλά οι Έλληνες είχαν σχεδιάσει μια τακτική για να τον εξουδετερώσουν.

Υπήρξαν πολλές συζητήσεις σχετικά με το αξιόμαχο του ελληνικού και του περσικού στόλου. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι τα ελληνικά πλοία ήταν βαρύτερα, άρα και λιγότερο ευέλικτα. Σύμφωνα με σύγχρονους ιστορικούς, τα ελληνικά πλοία ήταν βαρύτερα εκ κατασκευής ή δεν είχαν στεγνώσει από τον χειμώνα. Άλλοι αναφέρουν ότι το μεγάλο βάρος των ελληνικών πλοίων προερχόταν από το βάρος των οπλιτών (επιβατών), είκοσι από τους οποίους φαίνεται να ζύγιζαν (με τον εξοπλισμό τους) δύο τόνους. Το μεγάλο βάρος θα μείωνε τις πιθανότητες των Ελλήνων να αποκρούσουν τον διέκπλουν. Παρ’ ολ’ αυτά, φαίνεται ότι οι Έλληνες είχαν περισσότερους από το κανονικό οπλίτες, γιατί η κύρια τακτική τους ήταν η επιβίβαση. Πράγματι, ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Έλληνες δεν βύθιζαν πλοία στο Αρτεμίσιο, αλλά τα αιχμαλώτιζαν.

Αποτελέσματα της ναυμαχίας του Αρτεμισίου

Οι Πέρσες έμαθαν για την υποχώρηση των Ελλήνων από την Ιστιαία, αλλά δεν πίστεψαν τους αγγελιαφόρους – τότε έστειλαν μερικά πλοία στην περιοχή, και έμαθαν ότι οι Έλληνες είχαν υποχωρήσει στην πραγματικότητα από το Αρτεμίσιο. Τότε, αποφάσισαν να καταστρέψουν την περιοχή. Ο στόλος των Ελλήνων κατευθύνθηκε στη Σαλαμίνα, με σκοπό να βοηθήσει την εκκένωση της Αττικής.

Μετά τη νίκη τους στις Θερμοπύλες, οι Πέρσες κατέστρεψαν τη Βοιωτία, τις Πλαταιές και τις Θεσπιές, ενώ αργότερα κινήθηκαν για να καταλάβουν την άδεια Αθήνα. Στη Σαλαμίνα, ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Ευρυβιάδης και οι υπόλοιποι Πελοποννήσιοι επέμεναν να προστατεύσουν τον Ισθμό της Κορίνθου, καταστρέφοντας τον μοναδικό δρόμο που οδηγούσε εκεί και χτίζοντας τείχος γύρω από αυτό. Παρ’ ολ’ αυτά, ο Θεμιστοκλής έπεισε τους Έλληνες να παραμείνουν στη Σαλαμίνα, και τελικά οι Έλληνες πέτυχαν αποφασιστική νίκη.

Σημασία της ναυμαχίας του Αρτεμισίου

Η ναυμαχία του Αρτεμισίου δεν θεωρείται σημαντική, καθώς οι Έλληνες δεν κατάφεραν να σταματήσουν τον περσικό στόλο – από την άλλη, ούτε οι Πέρσες κατάφεραν να καταστρέψουν ή να αποδυναμώσουν τον ελληνικό στόλο. Κατά τον Ηρόδοτο, αποτελούσε την πρώτη εμπειρία για τα ελληνικά πληρώματα, η οποία αποδείχθηκε αποφασιστική στη ναυμαχία της Σαλαμίνας – οι Έλληνες είχαν μάθει τις τακτικές των Περσών.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html