Ύδρα (19ος αιώνας)

Με το ξημέρωμα ανακαλύψαμε την Ύδρα. Η πόλη παρουσιάζει μια ευχάριστη όψη. Είναι χτισμένη πάνω σε πολλούς πυραμιδοειδείς βράχους που σχηματίζουν αμφιθέατρο γύρω από το λιμάνι και στην κορυφή τους έχουν ανεμόμυλους ιδιότυπης κατασκευής και οι οποίοι είναι εφοδιασμένοι με έξι ως οκτώ φτερά.

Ύδρα
Η Ύδρα το 1800
Χαρακτικό

Σχεδόν όλα τα σπίτια είναι χτισμένα με πέτρες και περίπου με το ίδιο σχέδιο: είναι τετράγωνα, με μικρό αριθμό παραθύρων, μόνο με έναν όροφο. Μερικά καλύπτονται από στέγες ιταλικού τύπου,, αλλά η πλειονότητα τους καταλήγει σε ταράτσα. Είναι ασβεστωμένα. Αυτό το επίχρισμα τους δίνει την όψη της καθαριότητας και τα κάνει να ξεχωρίζουν τόσο από το πράσινο που τα περιβάλλει όσο και από την καφέ απόχρωση του βράχου που χρησίμευσε για θεμέλιο.

Το λιμάνι είναι μικρό αλλά βαθύ και καλά προστατευμένο. Τα πλοία μπορούν να προσεγγίσουν και να αγκυροβολήσουν στις πιο όμορφες αποβάθρες. Διακρίνουμε στοές που χρησίμευαν για περίπατο και όπου βρίσκονται τα πλούσια σε προϊόντα καταστήματα.

Τη στιγμή που ρίχναμε άγκυρα πολλά υδραίικα καράβια σήκωναν πανιά: τα πάντα ήταν σε κίνηση, η αποβάθρα ήτα γεμάτη από κατοίκους, γυναίκες στα υψώματα κουνούσαν τα μαντήλια τους και με φωνές και χειρονομίες χαρακτηριστικές έστελναν το αντίο στους συζύγους ή τους αγαπημένους τους. Για να τις διακρίνουν περισσότερη ώρα ανέβαιναν διαδοχικά σε ψηλότερα σημεία.

Τα πλοία ήταν σημαιοστολισμένα: παπάδες μέσα σε στολισμένες βάρκες πήγαιναν από το ένα στο άλλο, για να τα ευλογήσουν, να ραντίσουν τη γέφυρα και να προσευχηθούν για το καλό ταξίδι. Αξιωματικοί, ναύτες, επιβάτες, όλοι γονατιστοί στη διάρκεια της ψαλμωδίας, μπροστά στην περιβεβλημένη από λαμπάδες εικόνα της Παναγίας. Αυτή η τελετή φαινόταν να γίνεται με πολλή τάξη από περισυλλογή κι όταν οι ιερείς επιβιβάζονταν ξανά στις βάρκες, τους χαιρετούσαν με ομοβροντία πυροβολικού, στην οποία ανταπαντούσαν με κωδωνοκρουσία των καμπαναριών των εκκλησιών.

Η ιδιότητα των Γάλλων μας επιφύλαξε υποδοχή ελάχιστα ευνοϊκή στην Ύδρα. Με το που πατήσαμε στη στεριά ένα τσούρμο από παιδιά μας επιτέθηκαν με λιθοβολισμούς που μας ακολούθησαν ως ένα καφενείο όπου καταφύγαμε. Ζητήσαμε να μάθουμε το λόγο της αφιλόξενης υποδοχής: μας είπαν πως οι Υδραίοι στη διάρκεια σιτοδείας μετέφεραν σιτάρι στη Μασσαλία και είχαν κακοπληρωθεί. Δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί κανείς να πιστέψει αυτήν την κατηγορία, διότι οι κάτοικοι της Ύδρας από τότε έγιναν πλουσιότεροι και αύξησαν τον αριθμό των πλοίων τους. Ο καπετάνιος μας τους απείλησε με την οργή του Καπουδάν πασά. Αλλά αδιαφόρησαν. Φαίνεται πως ελάχιστα φοβούνταν τους Τούρκους. Ο καπετάνιος οδηγήθηκε στους πρόκριτους της πόλης για να παραπονεθεί για την προσβολή που μας έγινε. Αυτοί αρκέστηκαν στην προσφορά φρουράς για να μας συνοδεύει, χωρίς ωστόσο να την πραγματοποιήσουν.

Είχαμε χάσει μια άγκυρα που μας ήταν πολύτιμη: ελπίζαμε να την αντικαταστήσουμε στην Ύδρα, και ο καπετάνιος υπέβαλε αίτημα στο όνομα της Υψηλής Πύλης. Οι Υδραίοι απάντησαν πως ευχαρίστως συμφωνούν να μας την προμηθεύσουν, αρκεί να τους πληρώσουμε μετρητοίς, αρνούμενοι χρέωση της Κωνσταντινούπολης. Τους είπαμε να ξανασκεφτούν αυτή την άρνηση, η οποία μπορεί να τους εκθέσει σε κίνδυνο, επιμείναμε σε μια γρήγορη απόφαση, όντας ευνοϊκός ο άνεμος και η αποστολή, την οποία είχαμε αναλάβει, δεν έπαιρνε αναβολή. Απάντησαν με βαρύτητα: «Η θάλασσα είναι ανοιχτή».  Επισημάναμε επίσης πως καθίστανται υπεύθυνοι για ενδεχόμενο ατυχές γεγονός που μπορούσε να μας συμβεί ελλείψει άγκυρας. «Ο Θεός είναι μεγάλος. Θα σας οδηγήσει». Απάντησαν πάντα με την ίδια ψυχραιμία και το ίδιο λακωνικά. Αυτό ήταν ό,τι μπορέσαμε να κερδίσουμε από αυτούς.

Πήγαμε να επισκεφτούμε τη μητρόπολη, της οποίας η όψη μας εντυπωσίασε μπαίνοντας στο λιμάνι. Είναι ένα κτίριο σε σχήμα παραλληλόγραμμου, απομονωμένο, που περιβάλλεται από στοές παρόμοιου σχήματος, με αψίδες υποστηριζόμενες από κολόνες. Αυτό το περιστύλιο της αυλής χρησιμεύει για κατοικία των ιερέων. Ανεβαίνουμε πολλά σκαλιά για να φτάσουμε στο περιστύλιο της εκκλησίας, το οποίο είναι διακοσμημένο επίσης με λευκές μαρμάρινες κολόνες, οι οποίες στηρίζουν τους θόλους.  Στην πρόσοψη έχουν διανοίξει τρεις πόρτες.

Εισερχόμενοι, εκπλαγήκαμε και γοητευθήκαμε από την πολυτέλεια της εκκλησίας. Η Αγία Τράπεζα, ο άμβωνας, τα θεωρεία είναι επιχρυσωμένα και χαραγμένα με λεπτότητα. Το ιερό χωρίζεται από το νάρθηκα με ένα τέμπλο στολισμένο με μαρμάρινους στύλους και με πλούσια ξύλινα αραβουργήματα, όπου παρεμβάλλονται πίνακες και εικόνες αγίων, μερικές των οποίων είναι ζωγραφισμένες με επίχρυσο φόντο. Αυτοί οι πίνακες που μοιάζουν παλαιοί είναι μέτριας τεχνικής, αντίθετα οι μορφές έχουν ένα ορισμένο ύφος, σωστή απόδοση και τα χρώματα διατηρούνται τέλεια. Είναι ζωγραφισμένα με τέμπερα, με επένδυση από ωραίο βερνίκι. Αυτός ο τρόπος ζωγραφικής, ο οποίος ανάγεται σε αιώνες προγενέστερους της ζωγραφικής με λάδι και ίσως στην αρχαιότητα, εφαρμόζεται ακόμη σε όλη την Ανατολή. Υπάρχουν, πάνω από τις πόρτες και στα άκρα της εκκλησίας, υπερυψωμένες και κλειστές θέσεις που προορίζονται για τις γυναίκες. Το φως της ημέρας δεν περνά, παρά μόνο μέσα από θολά βιτρό.

Εδώ και καιρό δεν είδαμε ναό με χαρακτηριστικά χριστιανικής λατρείας. Μέσα σε αυτόν μας διαπέρασε το αίσθημα του σεβασμού: η σιωπή που βασίλευε, η θέα ιερών αντικειμένων, φωτισμένων από ένα μυστηριώδες φως, το άρωμα του θυμιάματος, όλα συνέβαλαν στο να εμπνεύσουν αυτό το συναίσθημα.

Η εξωτερική όψη αυτού του οικοδομήματος είναι ευχάριστη. Είναι χτισμένο με σωστές αναλογίες: το καμπαναριό, που βρίσκεται πάνω από την είσοδο, κατά τον ιταλικό τρόπο, είναι κομψό, φαίνεται φτιαγμένο σχεδόν όλο από μάρμαρο. Το σχέδιο του περιστυλίου της αυλής που περιβάλλει την εκκλησία είναι απλό, όπως επίσης και το συνολικό σχέδιο του μνημείου, το οποίο, με κάποια σοφή κατανομή, μοιάζει πολύ ευρύτερο από ό,τι πραγματικά είναι.

Εφοδιαστήκαμε με αρκετές προμήθειες, πληρώνοντας τες, αλήθεια, πολύ ακριβά. Υποχρεωμένοι να ζούμε εδώ και λίγο καιρό με σουπιές, το ψωμί της Ύδρας μας φάνηκε απολαυστικό. Έχει ένα λευκό χρώμα, είναι νόστιμο και μάλιστα λίγο γλυκό. Ωστόσο το φουρνίσαμε δύο φορές, αφού το ψωμί στην Ανατολική Μεσόγειο ίσα που ψήνεται και είναι σχεδόν χωρίς μαγιά. Το κρασί μας φάνηκε λίγο δυνατό. Όσο για το νερό στάθηκε αδύνατον να μας προμηθεύσουν αρκετό. Αυτό που υπάρχει σε πηγές και σε πηγάδια είναι σε μικρή ποσότητα και ίσα που αρκεί για την κατανάλωση των κατοίκων. Στείλαμε τις βάρκες για να φέρουν νερό από την ξηρά.

Μας μίλησαν για ένα φημισμένο πηγάδι που βρίσκεται έξω από την πόλη, σε μεγάλο ύψος. Πήγαμε, φαίνεται είναι έργο των αρχαίων. Είναι πλατύ, βαθύ, κτισμένο στέρεα και με τρόπο που σου επιτρέπει να το κατέβεις σε ορισμένες περιπτώσεις. Όταν φτάσαμε εκεί, τριγύρω  υπήρχαν γυναίκες που αντλούσαν νερό, με τη δύναμη του χεριού, σε χάλκινα δοχεία δεμένα στην άκρη με μακριά σκοινιά. Μεταξύ των γυναικών υπήρχαν ορισμένες αρκετά όμορφες, μα πάρα πολύ μελαχρινές. Η ενδυμασία τους δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο, εκτός από το ότι αφήνουν ακάλυπτο το πρόσωπο και δεν φορούν παρά ένα μεγάλο πέπλο στο κεφάλι που δένεται απλά κάτω από το πηγούνι και πέφτει με φαρδιές πτυχές πίσω από τους ώμους. Παρατηρήσαμε με έκπληξη μεγάλα αγόρια να τρέχουν εντελώς γυμνά στην ακτή και η έκπληξη μας μεγάλωνε βλέποντας νεαρά κορίτσια οχτώ ή εννιά χρονών, που δεν είχαν άλλο ένδυμα πλην των μακριών μαλλιών τους. Συμμετείχαν στα παιχνίδια των αγοριών στη θάλασσα, κολυμπούσαν πάρα πολύ καλά, και για να στεγνώσουν κυλιόντουσαν στην άμμο. Έτσι το δέρμα τους εκτεθειμένο διαρκώς στον ήλιο ήταν σχεδόν μαύρο.

Η Ύδρα διαφέρει από την πλειονότητα των άλλων νησιών της Ελλάδας, όπου συναντάει κανείς έναν λαό εκφυλισμένο, ταπεινωμένο κάτω από ξένη κυριαρχία, φτωχό μέσα σε μια πλούσια χώρα, άθλιο και νοσηρό κάτω από ένα κλίμα-βάλσαμο. Στην Ύδρα αναγνωρίζεις τον ελληνικό χαρακτήρα σε πλήρη ενέργεια: οι Υδραίοι είναι χαρούμενοι, ρωμαλέοι και δραστήριοι. Η πόλη μεγαλώνει καθημερινά, τα σπίτια καθαρά, αερισμένα, πιστοποιούν προκοπή, αφθονία και μάλιστα μια κάποια πολυτέλεια. Βλέπουμε μαγαζιά γεμάτα προϊόντα της βιομηχανίας και του εμπορίου, ένα ναό κομψής αρχιτεκτονικής, επενδυμένο με μάρμαρο, και του οποίου το εσωτερικό είναι πλούσια διακοσμημένο. Πλήθος πλοίων γεμίζουν το λιμάνι ή μεταφέρουν μακριά τα προϊόντα της Ευρώπης, της Ασίας, της Αφρικής και ακόμη το άφθονο αγροτικό πλεόνασμα της Ινδίας. Είναι οι Υδραίοι αυτοί που εφοδιάζουν την Κωνσταντινούπολη και τις σκάλες της Μεσογείου, που επιτρέπουν σε όλους μας να απολαμβάνουμε τα σκορπισμένα πλούτη των αποικιών: φέρνουν πορτοκάλια της Μάλτας, αρώματα και καφέ της Αραβίας, ρύζι της Αιγύπτου, σταφίδα της Ζακύνθου, λάδι της Ιταλίας και της Προβηγκίας, χουρμάδες της Μικράς Ασίας, βιομηχανικά προϊόντα της Γαλλίας και μικροτεχνήματα της Βενετίας.

Αυτοί είναι που διενεργούν το εμπόριο σιτηρών σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα. Οι Υδραίοι, σχετικά ανεξάρτητοι, δεν πληρώνουν παρά ένα μικρό φόρο υποτέλειας στην Οθωμανική Πύλη. Οι Τούρκοι αποκομίζουν πάρα πολλά από αυτή τη χώρα για να σκεφτούν να την υποδουλώσουν ολοκληρωτικά. Η Ύδρα και τα Ψαρά, άλλο ανεξάρτητο νησί, τους εφοδιάζουν με τους καλύτερους ναυτικούς και μάλιστα με το μεγαλύτερο μέρος των αξιωματικών του ναυτικού. Αυτοί οι νησιώτες, διενεργώντας σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους ακτοπλοϊκό εμπόριο, γνωρίζουν τέλεια τις ακτές της Μεσογείου και αποκτούν αρκετά εκτεταμένες πρακτικές γνώσεις. Είναι αλήθεια πως τους λείπει η θεωρητική κατάρτιση και σπάνια ριψοκινδυνεύουν στην ανοιχτή θάλασσα. Αλλά αυτό περισσότερο οφείλεται σε μια συνήθεια που τους έχει μεταδοθεί προ αμνημονεύτων ετών και στα μικρά πλοιάρια τους, παρά στη μικροψυχία για την οποία δε μπορεί κανείς να τους κατηγορήσει.

Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ των Ελλήνων της Ύδρας και των γειτόνων τους της ξηράς, αυτή είναι η επιρροή της κυβέρνησης στα ήθη και την ευδαιμονία των λαών. Ο Υδραίος εργάζεται για τον εαυτό του, βρίσκει στην πατρίδα του ένα σίγουρο καταφύγιο. Δεν ξοδεύεται στην απόλαυση της περιουσίας που απέκτησε από τη δουλειά του. Αυτό το νησί, η Ύδρα, είναι ένας ξερός βράχος, δεν υπάρχουν ούτε δασύλλια, ούτε κήποι, ούτε καν ένα ρυάκι, εντούτοις παρατηρούμε έναν λαό έξυπνο, δραστήριο και ευτυχισμένο. Ο Τούρκος, φιλάργυρος και ανέμελος, πεθαίνει από αθλιότητα και πλήξη εν μέσω των θησαυρών της ελεύθερης φύσης και ο Έλληνας ελεύθερος μετατρέπει τους βράχους σε γόνιμη πηγή πλούτου.

Antoine-Laurent Castellan

Οι Συνθήκες της Κάνλιτζα (1855-1856)

Οι Συνθήκες της Κάνλιτζα (προάστιο της Κωνσταντινούπολης) ήταν δύο και υπογράφτηκαν ανάμεσα την Ελλάδα και την Οθωμανική αυτοκρατορία το 1855 και το 1856 αντίστοιχα. Ήταν απόρροια του Κριμαϊκού πολέμου και των γεγονότων που συνέβησαν στον ελλαδικό χώρο παράλληλα με τον πόλεμο αυτό ανάμεσα τη Ρωσία και την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Οι Συνθήκες της Κάνλιτζα (1855-1856)
Ο Βόσπορος από την Κάνλιτζα

Τα γεγονότα πριν τις Συνθήκες της Κάνλιτζα

Στην Ελλάδα, κατά την διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου, συνέβησαν σοβαρά γεγονότα. Όταν έγινε γνωστό ότι τα ρωσικά στρατεύματα κατέλαβαν τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και ετοιμάζονταν να κινηθούν προς τα νότια, οι Έλληνες κατελήφθησαν από υπέρμετρο ενθουσιασμό. Ο θρησκευτικός χαρακτήρας της προστασίας των δικαιωμάτων των Ορθοδόξων, τον οποίο έδινε ο τσάρος στον πόλεμο αυτό -σε συνδυασμό και με τις γνωστές ελληνικές μεγαλοϊδεατικές αντιλήψεις- πολλαπλασίασε το συναισθηματικό ενδιαφέρον των Ελλήνων, για τους υπόδουλους ομοεθνείς και δημιούργησε ατμόσφαιρα φιλοπόλεμη. Η Ρωσία ενίσχυε, φυσικά, το φιλοπόλεμο αυτό ρεύμα, το οποίο δημιουργούσε αντιπερισπασμό στους Τούρκους, αλλά ουσιαστική βοήθεια δεν προσέφερε στους Έλληνες, γιατί η επιτήρηση των Αγγλογάλλων ήταν συνεχής και αυστηρή.

Παραταύτα, η Ελλάδα παρέβλεψε το γεγονός αυτό και εισήλθε σε έναν ακήρυχτο πόλεμο εναντίον της της Τουρκίας, τον οποίο κατηύθυνε περισσότερο το πανελλήνιο φρόνημα και λιγότερο η υπεύθυνη κυβέρνηση. Παρά τις συστάσεις, αλλά και τις απειλές των συμμάχων της Τουρκίας Μεγάλων Δυνάμεων προς την ελληνική κυβέρνηση, να παραμείνει ουδέτερη διάφορα σώματα, ελληνικά, αποτελούμενα από τακτικούς στρατιώτες και εθελοντές εισέβαλαν στο τουρκικό και άρχισαν αγώνα εναντίον των Τούρκων. Επικεφαλής των σωμάτων αυτών ήταν παλιοί οπλαρχηγοί, αλλά και νεώτεροι αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού. Ο Όθων και η ελληνική κυβέρνηση ενίσχυε με κάθε μέσο τους αναχωρούντες για την ελληνοτουρκική μεθόριο. Υποτίθεται ότι όλα αυτά γίνονταν μυστικά, αλλά αυτό δεν εμπόδιζε τους αναχωρούντες να εκδηλώνουν τον ενθουσιασμό τους με παρελάσεις στους αθηναϊκούς δρόμους, κατά τις οποίες τα πολεμικά εμβατήρια και οι πυροβολισμοί στον αέρα ήταν στην ημερήσια διάταξη.

Στην Ήπειρο έσπευσαν πρώτοι, για να ενισχύσουν τους εξεγερθέντες υπόδουλους Έλληνες εναντίον των τουρκικών τοπικών αρχών, ο υπολοχαγός Σπυρ. Καραϊσκάκης και ο συνάδελφος του Δημ. Γρίβας, των οποίων οι αρχικές επιτυχίες προξένησαν μεγάλο ενθουσιασμό. Ωστόσο, ο κύριος στόχος, της απελευθέρωσης της Άρτας, καθυστερούσε, γιατί οι ενισχύσεις των Τούρκων, οι οποίες έφθαναν στην Πρέβεζα με την προστασία των αγγλικών πολεμικών, δυσκόλευαν την κατάσταση για τους Έλληνες. Τότε, η σκέψη όλων στράφηκε προς τον παλαίμαχο υποστράτηγο Θεόδ. Γρίβα, ο οποίος και ανέλαβε τον συντονισμό των επιχειρήσεων στην Ήπειρο. Παράλληλα, η κυβέρνηση ενίσχυε συνεχώς τους επαναστάτες με νέους εθελοντές και πολεμοφόδια. Ο Γρίβας, με τη βοήθεια και των άλλων αξιωματικών, είχε σημαντικές επιτυχίες, και λίγο αργότερα, με την ενίσχυση και του Κίτσου Τζαβέλλα, που έφθασε στο μεταξύ εκεί και ενώθηκε μαζί του, απελευθερώθηκε σχεδόν ολόκληρη η Νότια Ήπειρος. Συγχρόνων γινόταν προετοιμασίες για προέλαση και κατάληψη των Ιωαννίνων.

Στη συνέχεια, η επανάσταση μεταδόθηκε στη Θεσσαλία, όπου εισέβαλαν (αρχές 1854) οι εθελοντές-επαναστάτες, οι οποίοι είχαν συγκεντρωθεί στη Λαμία με τη φροντίδα του υπουργού των Στρατιωτικών Σκαρλάτου Σούτσου και του μοιράρχου της περιοχής Σωτ. Κροκιδά. Επικεφαλής των επαναστατών και εδώ ήταν παλιοί οπλαρχηγοί και νέοι αξιωματικοί, όπως ο Γεώρ, Δυοβουνιώτης, ο Νάκος Πανουργιάς, ο Παπακώστας Τζαμάλας, ο Ευαγ. Κοντογιάννης, ο Ευαγ. Μπαλτατσός, ο Θεοδ. Ζιάκας, ο Γεώρ. Καταραχιάς, ο Καλαμάρας Τσουκαλάς, οι οπλαρχηγοί Τζακόπουλος, Κόρακας, Στουρνάρας, Καραμήτσος κ.α.

Κατά τα μέσα Μαρτίου πέρασε στη Θεσσαλία και ο υποστράτηγος και υπασπιστής του Όθωνα Χριστόδουλος Χατζηπέτρος, ο οποίος ανέλαβε τον συντονισμό του αγώνα. Έτσι, από τον Απρίλιο εντάθηκε η δράση των Ελλήνων εθελοντών που ξεπερνούσαν τις 6.000 χιλιάδες και ενισχύονταν συνεχώς από τους ντόπιους αγωνιστές. Από τις μεγαλύτερες επιτυχίες των Ελλήνων ήταν η κατάληψη, μετά από σφοδρή μάχη, του χωριού Πλάτανος Αλμυρού (12 Μαρτίου), η νίκη στα Μεγάλα Καλύβια Τρικάλων (8 Απριλίου), η μάχη γύρω από το Δομοκό (13 Απριλίου) και η νίκη στην Καλαμπάκα (10 Μαΐου). Οι επαναστάτες έγιναν κύριοι της Θεσσαλικής πεδιάδας.

Στη Μακεδονία, η επανάσταση άρχισε κατά τα μέσα Μαρτίου 1854, αλλά δεν είχε την έκταση και την ένταση των εξεγέρσεων της Ηπείρου και της Θεσσαλίας. Οι Τούρκοι είχαν τη δυνατότητα να μεταφέρουν από τα πλησιέστερα στρατιωτικά κέντρα ένοπλες δυνάμεις για την έγκαιρη καταστολή της. Παρ’ όλες τις δυσκολίες, όμως, οι Μακεδόνες δεν υστέρησαν σε αγωνιστική διάθεση και η επανάσταση εκδηλώθηκε σε τρία σημεία: α) στη Χαλκιδική, όπου αποβιβάστηκε ο πρώην υπασπιστής του Όθωνα Δημήτριος ή Τσάμης Καρατάσος με σώμα 500 περίπου ανδρών, β) στα Γρεβενά, όπου πέρασε μετά την εξέγερση στη Θεσσαλία, ο παλιός οπλαρχηγός Θεοδ. Ζιάκας και γ) στην περιοχή του Ολύμπου, όπου αγωνίστηκε σώμα Μακεδόνων οπλαρχηγών.

Καθώς ήταν επόμενο, ο ακήρυχτος αυτός πόλεμος οδήγησε στη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων Ελλάδας-Τουρκίας. Η Οθωμανική αυτοκρατορία είχε ζητήσει διαμέσου του πρεσβευτή της στην Αθήνα και με την υπόδειξη των συμμάχων της Άγγλων και Γάλλων, τελεσιγραφικά αό την ελληνική κυβέρνηση: α) να σταματήσει αμέσως την ενίσχυση των επαναστατών, β) να ανακαλέσει και α τιμωρήσει τους αξιωματικούς, οι οποίοι συμμετείχαν στα επαναστατικά κινήματα και γ) να καταστείλει την αντιτουρκική προπαγάνδα του τύπου. Επειδή η ελληνική απάντηση δεν κρίθηκε ικανοποιητική, ο Τούρκος πρέσβης εγκατέλειψε την Αθήνα, ενώ η Ελλάδα ανακάλεσε τον Ανδρέα Μεταξά, που ήταν τότε πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι, ανέλαβαν πλέον να δώσουν λύση στο θέμα η Αγγλία και η Γαλλία, οι οποίες κατέφυγαν στην αποτελεσματική πολιτική των κανονιοφόρων.

Συγκεκριμένα, τον Απρίλιο του 1854, απηύθυναν ταυτόσημες αυστηρές διακοινώσεις προς την Ελλάδα, για τη στάση της. Ζητούσαν από την ελληνική κυβέρνηση την ικανοποίηση των τουρκικών απαιτήσεων και από τον Όθωνα, ειδικότερα, την αποκήρυξη των επαναστατών της Ηπειρο-Θεσσαλία και της Μακεδονίας, καθώς και την αντικατάσταση της κυβέρνησης Αντ. Κριεζή. Κατά την τελευταία διακοίνωση τους δεν παρέλειψαν να κάνουν και σαφή υπαινιγμό για δυναστική αλλαγή (εκθρόνιση του Όθωνα) και ακόμη να θέσουν 15ήμερη προθεσμία για την ικανοποίηση των όρων τους.

Ο βασιλιάς, αν και είχε ενστερνιστεί τα ιδανικά λαού και είχε καταληφθεί από τον φιλοπόλεμο ενθουσιασμό των Ελλήνων, την τελευταία μέρα της τελεσιγραφικής προθεσμίας (14 Μαΐου), αναγκάστηκε να υποκύψει. Δεν είχε καμιά δυνατότητα επιλογής πλέον, γιατί οι Αγγλογάλλοι, την ίδια μέρα αποβίβασαν αγήματα στον Πειραιά και απέκλεισαν την πρωτεύουσα, με αποτέλεσμα η προστατευμένη Ελλάδα να βρεθεί και αποκλεισμένη. Ο Όθων αφού δήλωσε ότι θα τηρήσει αυστηρή ουδετερότητα έναντι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, έπαυσε την κυβέρνηση και κάλεσα τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο να σχηματίσει κυβέρνηση. Το Υπουργείο Στρατιωτικών ανέλαβε, ως εκπρόσωπος της γαλλικής μερίδας, ο Δημήτριος Καλλέργης, ο οποίος είχε γνωρισθεί παλαιότερα στο Λονδίνο και είχε συνδεθεί φιλικά με τον στρατηγό Λουδοβίκο Ναπολέοντα, ανηψιό του Μεγάλου Ναπολέοντα, και από το 1851, αυτοκράτορα της Γαλλίας ως Ναπολέων Γ’.

Το Υπουργείο Κατοχής, όπως αποκλήθηκε η κυβέρνηση αυτή, πολιτεύθηκε κατά τη δύσκολη αυτή περίοδο, με σύνεση. Διέταξε τη διάλυση των εθελοντικών σωμάτων και δέχθηκε, σιωπηρώς, την επάνοδο των αξιωματικών στις τάξεις του στρατού, για την αποφυγή εσωτερικής αναταραχής. Πάντως, αντέδρασαν αρκετοί και στις παραμεθόριες περιοχές είχε αρχίσει να παρατηρείται, εξαιτίας των γεγονότων, έξαρση της ληστείας.

Το έργο της κυβέρνησης ήταν δυσχερέστατο, γιατί υπήρχαν και άλλα δεινά της Κατοχής, τα οποία προσπαθούσε να μετριάσει. Τα ξένα αγήματα φέρονταν με προκλητικό τρόπο που μεγάλωνε την αγανάκτηση του λαού. Στην Αθήνα και τον Πειραιά πραγματοποιούσαν στρατιωτικές παρελάσεις, για να εκφοβίσουν τους κατοίκους και να ταπεινώσουν περισσότερο τον Όθωνα. Κατέστρεψαν τα τυπογραφεία των φιλορωσικών εφημερίδων Αιών και Ελπίς και έθεσαν υπό κράτηση τους διευθυντές τους Ιω. Φιλήμονα και Κων. Λεβίδη. Κια το χειρότερο τα στρατεύματα Κατοχής μετέφεραν από τη Βάρνα και μετέδωσαν στον πληθυσμό της Αττικής την επιδημία της χολέρας, από την οποία πέθαναν περισσότερα από 3.000 άτομα.

Οι διπλωματικές σχέσεις Ελλάδας και Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ύστερα από μεσολάβηση και πίεση των Αγγλογάλλων, αποκαταστάθηκαν κατά την περίοδο της Κατοχής. Διορίσθηκαν νέοι διπλωματικοί εκπρόσωποι και από τα δύο μέρη, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα και στη συνέχεια κλείστηκαν δύο ελληνοτουρκικές συνθήκες, οι Συνθήκες της Κάνλιτζα.

Οι Συνθήκες της Κάνλιτζα

Η πρώτη ήταν η Συνθήκη φιλίας, εμπορίου και ναυτιλίας, η οποία υπογράφτηκε στις 8 Ιουνίου 1855, από τον απεσταλμένο και αργότερα πρεσβευτή της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη Ανδρέα Κουντουριώτη και επικυρώθηκε στις 21 Ιουλίου του ίδιου έτους.

Η δεύτερη ελληνοτουρκική συνθήκη, η οποία θεωρείτο συμπληρωματική της πρώτης και αφορούσε στην καταδίωξη της ληστείας, υπογράφτηκε στις 20 Απριλίου 1856 από την κυβέρνηση του Δημητρίου Βούλγαρη (ο Αλ.Μαυροκορδάτος είχε παραιτηθεί). Μεταξύ των άλλων, η συνθήκη αυτή προέβλεπε τη συνεργασία των δύο κρατών, ιδιαίτερα στις όμορες επαρχίες, για την πάταξη της ληστείας και κάθε μία χώρα επέτρεπε στα καταδιωκτικά αποσπάσματα της άλλης να καταδιώκουν τους ληστές, σε ορισμένη ακτίνα, μέσα στο έδαφός της.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Ο Κριμαϊκός Πόλεμος (1853-1856)

Ο Κριμαϊκός πόλεμος ήταν, κατά βάση, ρωσοτουρκικός πόλεμος, του οποίου οι κυριότερες φάσεις διεξήχθησαν στην Κριμαία, από όπου πήρε και το όνομα του. Ο πόλεμος αυτός αποτέλεσε μια νέα φάση του Ανατολικού ζητήματος. Η Ρωσία πίστευε ότι ήταν αρκετά ισχυρή ώστε να επιφέρει ένα νέο πλήγμα εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προκειμένου να πραγματοποιήσει τα προαιώνια σχέδια της, να κατέβει δηλαδή στο Αιγαίο και να εξασφαλίσει κηδεμονία των χριστιανικών λαών της Εγγύς Ανατολής. Η Γαλλία, όμως, και η Αγγλία έσπευσαν -στα πλαίσια της διατήρησης του καθεστώτος στην περιοχή- να βοηθήσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία, για να αποτραπεί η πραγματοποίηση του ρωσικού σχεδίου.

Ο Κριμαϊκός Πόλεμος (1853-1856)
Η πολιορκία της Σεβαστούπολης

Αγγλογάλλοι εναντίον Ρώσων

Η αφορμή της ανακίνησης του Ανατολικού ζητήματος ήταν πάντα πρόχειρη και φυσικά εύκολη για τη Ρωσία. Αυτή τη φορά δόθηκε από τα τοπικού χαρακτήρα επεισόδια μεταξύ Ρωμαιοκαθολικών και Ορθοδόξων, τα οποία συνέβησαν το 1850 για την κατοχή ιερών προσκυνημάτων στους Αγίους Τόπους. Συγκεκριμένα, ο νεοανακηρυχθείς Αυτοκράτορας της Γαλλίας Λουδοβίκος Ναπολέων ζήτησε από το σουλτάνο -στα πλαίσια ενίσχυσης του καθολικισμού- και πέτυχε να ανανεωθούν οι παλιές συμφωνίες που είχαν γίνει τον 16ο αιώνα, μεταξύ του τότε σουλτάνου Σουλεϊμάν και του Γάλλου βασιλιά Φραγκίσκου Α’. Έτσι, κατά την αναδιανομή των προσκυνημάτων ευνοήθηκαν οι Καθολικοί σε βάρος των Ορθοδόξων.

Η αύξηση όμως της επιρροής των Γάλλων, εξερέθισε τον τσάρο Νικόλαο Α’, ο οποίος ζήτησε, ως προστάτης των Ορθοδόξων, όχι μόνο την επιστροφή των προσκυνημάτων σε αυτούς, αλλά και πλήρη ανεξαρτησία του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε θέματα εκκλησιαστικά. Η Υψηλή Πύλη, όμως, η οποία είχε εξασφαλισμένη και την αγγλογαλλική υποστήριξη, αρνήθηκε να ικανοποιήσει τις ρωσικές απαιτήσεις, με αποτέλεσμα να επιστρέψει στην Πετρούπολη άπραγος ο απεσταλμένος του τσάρου στην Κωνσταντινούπολη, Αλέξανδρος Μεντζικώφ. Στη συνέχεια, οι Ρώσοι κατέλαβαν τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και τις χρησιμοποίησαν ως μοχλό πίεσης προς την Υψηλή Πύλη.

Από την πλευρά του ο σουλτάνος, ενθαρρυνόμενος και από Αγγλογάλλους, φάνηκε ότι ήταν αποφασισμένος να μην ενδώσει στη ρωσική αυτή πίεση. Στις αρχές Οκτωβρίου του 1853 κήρυξε μάλιστα πόλεμο εναντίον της Ρωσίας, η οποία αντέδρασε με την ολοσχερή καταστροφή του τουρκικού στόλου κοντά στη Σινώπη (Νοέμβριος 1853). Τότε, ο ενωμένος στόλος των Άγγλων και των Γάλλων εισέπλευσε στον Εύξεινο Πόντο, για να προστατεύσει τα τουρκικά παράλια, ενώ οι διπλωμάτες του ζήτησαν από τον τσάρο να σταματήσει τον πόλεμο και να αποσύρει τα στρατεύματα του από τις Ηγεμονίες. Ο τσάρος απάντησε με την ανάκληση των πρεσβευτών του από το Λονδίνο και το Παρίσι, με αποτέλεσμα η Αγγλία και η Γαλλία να υπογράψουν συνθήκη συμμαχίας με το σουλτάνο (Μάρτιος 1854) και λίγο αργότερα να κηρύξουν τον πόλεμο εναντίον της Ρωσίας.

Στην αρχή, οι πολεμικές συγκρούσεις διεξήχθησαν στο Δούναβη, αλλά οι σύμμαχες δυνάμεις μετέφεραν τον πόλεμο στην Κριμαία, όπου επιχείρησαν -με την ενίσχυση 15.000 Ιταλών στρατιωτών από το Πεδεμόντιο- να καταλάβουν το λιμάνι της Σεβαστούπολης, για να υποχρεώσουν τον τσάρο σε στρατιωτική και διπλωματική υποχώρηση. Οι Ρώσοι, όμως, αντέταξαν σθεναρή άμυνα, η οποία κράτησε δέκα μήνες περίπου, με τεράστιες απώλειες και για τις δύο πλευρές. Το Σεπτέμβριο του 1855 έπεσε η Σεβαστούπολη, αλλά ο τσάρος δεν έδειχνε διατεθειμένος να σταματήσει τον πόλεμο. Τελικά, με την παρέμβαση της Αυστρίας, η οποία απείλησε τη Ρωσία ότι θα προσχωρούσε και αυτή στους αντιπάλους της, αν δεν σταματούσε τον πόλεμο, ο τσάρος Αλέξανδρος Β’ (ο τσάρος Νικόλαος Α’ είχε πεθάνει από το 1855) δέχθηκε την πρόταση ειρήνης (Ιανουάριος 1856).

Ο Κριμαϊκός Πόλεμος λήγει στο Παρίσι

Τυπικά, ο Κριμαϊκός πόλεμος έληξε με την Συνθήκη των Παρισίων (30 Μαρτίου 1856). Από αυτή την Συνθήκη κερδισμένη βγήκε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία εξασφάλισε και την επίσημη διαβεβαίωση της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Αυστρίας ότι στο εξής θα αναλάμβαναν εγγύηση για την ακεραιότητας της. Η επίλυση ενδεχόμενων διαφορών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με οποιαδήποτε Μεγάλη Δύναμη θα γινόταν με ειρηνικές διαπραγματεύσεις και με την εποπτεία των ευρωπαϊκών κρατών, στα οποία συνυπολογιζόταν πλέον και η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο σουλτάνος αποκτούσε πλέον το δικαίωμα να παρακάθεται σε ευρωπαϊκά συνέδρια.

Σε αντάλλαγμα των ωφελημάτων αυτών οι Τούρκοι αντιπρόσωποι ανακοίνωσαν στο συνέδριο το περιεχόμενο του Χάττ-ι Χουμαγιούν, του νέου, δηλαδή, μεταρρυθμιστικού προγράμματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επρόκειτο για ένα διάταγμα που είχε υπογράψει ο σουλτάνος, στις 18 Φεβρουαρίου 1856 (με τη βεβαιότητα της νίκης του στον πόλεμο, αλλά και με την υπόδειξη των ισχυρών συμμάχων του) και αναφερόταν στις συνταγματικές αναθεωρήσεις (τανζιμάτ) που είχε αποφασίσει να εφαρμόσει σε όλους τους υπηκόους του.

Με το σουλτανικό αυτό διάταγμα:

  1. αναγνωρίζονταν όλα τα προνόμια που είχε παραχωρ’ησει ο Μωάμεθ Β’ στο Πατριαρχείο, υπό την προϋπόθεση της προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της εποχής
  2. οι πιστοί όλων των θρησκειών αποκτούσαν το δικαίωμα της ελεύθερης λατρείας
  3. στο εξής η κατάληψη των δημοσίων θέσεων θα γινόταν με βάση τις ικανότητες των ενδιαφερομένων και όχι την καταγωγή και το θρήσκευμα
  4. κάθε θρησκευτική κοινότητα αποκτούσε το δικαίωμα να ιδρύει ελεύθερα ναούς και σχολεία, αλλά με την προϋπόθεση της έγκρισης, από τις τουρκικές αρχές, των αρχιτεκτονικών σχεδίων για τους ναούς και των εκπαιδευτικών προγραμμάτων για τα σχολεία
  5. οι τουρκικές φυλακές θα γίνονταν πιο ανθρώπινες, με την κατάργηση των εξευτελιστικών σωματικών ποινών, ραβδισμών κ.λ.π.
  6. οι φόροι θα εισπράττονταν από όλους, ανεξάρτητα από το θρήσκευμα και την καταγωγή
  7. οι αλλοδαποί θα μπορούσαν να αποκτήσουν ιδιοκτησία στην Οθωμανική αυτοκρατορία, σύμφωνα με τους κείμενους νόμους και η απονομή δικαιοσύνης θα γινόταν γενικά με αμεροληψία, ενώ εμπορικές και ποινικές υποθέσεις, κατά τις οποίες οι διάδικοι δεν ήταν μωαμεθανοί, θα δικάζονταν από μικτά δικαστήρια.

Στην πραγματικότητα όλα αυτά αποτελούσαν μεγαλόστομες διακηρύξεις που δόθηκαν κάτω από τη επίδραση των συναισθημάτων της στιγμής και απλές υποσχέσεις που αντιπροσώπευαν το άμεσο αντίτιμο, που κατέβαλε η σουλτανική κυβέρνηση στους Αγγλογάλλους, για την πολύτιμη βοήθεια που του προσέφεραν στον πόλεμο. Άλλωστε, και η πείρα του παρελθόντος δεν δικαιολογούσε μεγάλη αισιοδοξία για την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων. Ωστόσο, αργότερα και υπό την πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων, μερικές μεταρρυθμίσεις που αναφέρονταν στον τομέα του εμπορίου, πραγματοποιήθηκαν. Οι υπόλοιπες παρέμειναν στα χαρτιά.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Η Συνθήκη του Κάρλοβιτς (1699)

Η Συνθήκη του Κάρλοβιτς συνομολογήθηκε στις 26 Ιανουαρίου 1699. Για πρώτη φορά η Οθωμανική Αυτοκρατορία παραχωρεί εδάφη στις χριστιανικές δυνάμεις.

Η Συνθήκη του Κάρλοβιτς

Η υπογραφή της συνθήκης του Κάρλοβιτς

Η συνθήκη του Κάρλοβιτς ήταν μια διεθνής συνθήκη ειρήνης που υπογράφηκε στο Σρέμσκι Καρλόβτσι, μια πόλη στη σημερινή Σερβία. Η συνθήκη τερμάτισε τον αυστροοθωμανικό πόλεμο του 1683-1697 στον οποίο οι Οθωμανοί ηττήθηκαν.

Η συνθήκη του Κάρλοβιτς συνομολογήθηκε κατόπιν της μεσολάβησης της Αγγλίας και της Ολλανδίας και υπογράφτηκε μετά από ένα συνέδριο, πληρεξούσιων αντιπροσώπων, διάρκειας δύο μηνών όπου συνήλθαν σε 36 συνεδριάσεις από 17 Νοεμβρίου του 1698 μέχρι τον Ιανουάριο του 1699 μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αφενός και των συνασπισμένων δυνάμεων της Ιερής Συμμαχίας του 1684 αφετέρου, (μίας συμμαχίας διαφόρων ευρωπαϊκών δυνάμεων που περιελάμβανε την Αψβουργική Αυτοκρατορία, την Πολωνολιθουανική Κοινοπολιτεία, τη Δημοκρατία της Βενετίας και τη Ρωσική Αυτοκρατορία).

Η συνθήκη σημάδεψε την αρχή της Οθωμανικής παρακμής και την ανάδειξη της Αυστρίας σε κυρίαρχη δύναμη της κεντρικής Ευρώπης. Επίσης, το μεγαλύτερο μέρος της Δαλματίας πέρασε στη Βενετία, μαζί με την Πελοπόννησο, και την Κρήτη, τα οποία όμως οι Οθωμανοί επανέκτησαν, περίπου 20 χρόνια μετά, με τη Συνθήκη του Πασάροβιτς το 1718. Για τους επόμενους δύο αιώνες οι Ευρωπαίοι δε θα ασχολούνταν με την οθωμανική ισχύ αλλά με την οθωμανική αδυναμία, καθώς οι γείτονες του Σουλτάνου ανταγωνίζονταν για εδαφικά οφέλη εις βάρος της αυτοκρατορίας του.

Η φράση «ο μεγάλος ασθενής της Ευρώπης» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στα τέλη του φθινοπώρου του 1683, μετά την αποτυχημένη πολιορκία της Βιέννης. Κι όμως, η παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κράτησε περισσότερο απ’ ότι αναμενόταν και διακόπηκε από σύντομα διαλείμματα ανάτασης. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία στο εξής αμυνόταν, αλλά παρέμεινε ένας σημαντικός παράγοντας στην ευρωπαϊκή ιστορία, αν και για διαφορετικούς πλέον λόγους.

Η συνθήκη του Κάρλοβιτς και οι Έλληνες

Η συνθήκη είχε αξιοσημείωτες συνέπειες και για τους Έλληνες, που αν και δεν υπήρχε όρος που να κάνει κάποια σχετική μνεία, έδωσε τη δυνατότητα στους Έλληνες εμπόρους να ξαναρχίσουν το εμπόριο με τη Βενετία και την Αυστριακή Αυτοκρατορία, γεγονός που είχε καθοριστικές συνέπειες στην οικονομική αναγέννηση του ελλαδικού χώρου.

Επίσης, ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι στην υπογραφή της συνθήκης ο επίσημος αντιπρόσωπος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν ένας Φαναριώτης, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (ο εξ απορρήτων), γεγονός που σηματοδοτεί την άνοδο των Φαναριωτών στον οθωμανικό κρατικό μηχανισμό κατά τον 18ο αιώνα.

Πηγή: https://www.armyvoice.gr

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ο «εξ απορρήτων»

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (7 Σεπτεμβρίου 1641 – 23 Δεκεμβρίου 1709), ο επιλεγόμενος «ο εξ απορρήτων», ήταν σημαντικός Φαναριώτης ιατρός και διπλωμάτης του 17ου αιώνα. Τρισέγγονός του ήταν ο γνωστός ως πολιτικός στην Ελληνική Επανάσταση και μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (1791-1865).

Ο Αλέξανδρος Ν. Μαυροκορδατος, «ο εξ απορρήτων»
Ο Αλέξανδρος Ν. Μαυροκορδάτος

Ο Βίος του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος «ο εξ απορρήτων» γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Γονείς του ήταν ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος από την Χίο και η Λωξάνδρα από το Φανάρι της Κωνσταντινούπολης. Κατά το 1649 έμεινε ορφανός από πατέρα και γι’ αυτό έμαθε τα πρώτα γράμματά του από την μητέρα του. Φοίτησε στο Ελληνικό Κολέγιο του Αγίου Αθανασίου στη Ρώμη και μετά σπούδασε Φιλολογία και Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Ρώμης. Μετά πήγε στην Πάδοβα, όπου σπούδασε ιατρική και αναγορεύτηκε διδάκτορας κατά το 1662.

Το 1670  παντρεύτηκε με την Σουλτάνα, κόρη του Ιωάννη Χρυσοσκουλαίου και της Κασσάνδρας Ηλία Βόδα, με την οποία απέκτησε τον

  • Νικόλαο (διάδοχός του στο αξίωμα του Μεγάλου Διερμηνέα και πρώτος Έλληνας κυβερνήτης στην Ηγεμονία της Μολδαβίας)
  • τον Σκαρλάτο
  • τον Ιωάννη Α΄ Μαυροκορδάτο.

Απεβίωσε στην Κωνσταντινούπολη στις 23 Δεκεμβρίου του 1709 και τάφηκε στον ναό της Αγίας Παρασκευής. Θεωρήθηκε ως ένας από τους πιο μορφωμένους Έλληνες της εποχής του, καθώς και άτομο που μέσω της θέσης του προστάτευσε τις ελληνικές κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τα προνόμια της Ορθόδοξης Εκκλησίας επί του Παναγίου Τάφου.

Επαγγελματική δραστηριότητα του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος μετά τις σπουδές του έμεινε για λίγο καιρό στη Χίο και τελικά εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί αρχικώς δίδαξε στη Σχολή Μανωλάκη και κατόπιν διορίσθηκε σχολάρχης της Πατριαρχικής Σχολής (1665-1672), ενώ παραλλήλως ασκούσε την Ιατρική με επιτυχία. Η ευρυμάθεια και η γλωσσομάθειά του έκαναν μεγάλη εντύπωση. Εκτός από τις ευρωπαϊκές γλώσσες γνώριζε άπταιστα την τουρκική, την αραβική, την περσική, γαλλική και την εβραϊκή γλώσσα. Ως συνέπεια αυτού, επιβλήθηκε σύντομα στους επιστημονικούς και κοινωνικούς κύκλους της Κωνσταντινούπολης και, μετά τον θάνατο του διερμηνέα της Υψηλής Πύλης Παναγιώτη Νικουσίου το 1673, ο Μαυροκορδάτος -που είχε διατελέσει γραμματέας του Νικούσιου- κλήθηκε και ανέλαβε Μέγας Διερμηνέας της Πύλης.

Υπό την ιδιότητα αυτή σταδιοδρόμησε τόσο στον πολιτικό όσο και στον διπλωματικό τομέα. Το 1683 όμως, μετά την αποτυχημένη πολιορκία της Βιέννης από τους Οθωμανούς, έπεσε σε δυσμένεια, η περιουσία του δημεύτηκε και ο ίδιος, η μητέρα και η σύζυγός του φυλακίστηκαν για μία χρονιά. Στην συνέχεια διέφυγε στη Σωζόπολη και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη το 1685, όταν ο νέος Μέγας Βεζίρης τον αποκατέστησε στην παλαιά του θέση και του επέστρεψε την περιουσία του. Τα επόμενα χρόνια αναδείχθηκε σε προσωπικότητα με διεθνές κύρος, ιδίως μετά την συμμετοχή του στην υπογραφή της ιστορικής Συνθήκη του Κάρλοβιτς (στη σημερινή αυτόνομη περιφέρεια της Βοϊβοντίνας)1699, ως πληρεξουσίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οπότε και έφθασε στο απόγειο της δόξας του χειριζόμενος το ζήτημα της ειρήνης με τη μοναρχία των Αψβούργων με λεπτότητα και σοφία. Αλλά και ο Λεοπόλδος του οίκου των Αψβούργων ανύψωσε αυτόν στον τίτλο του πρίγκηπα εν αγνοία των Τούρκων. Ο δε Yemeniz Eugene αναφέρει: «ο αυτοκράτορας Λεοπόδος γοητευμένος από τα ταλέντα του, του χάρισε πενήντα χιλιάδες φιορίνια… και του απένειμε τον κληρονομικό τίτλο του πρίγκηπα».

Το επιστημονικό έργο Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου

Ως επιστήμονας ιατρός, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος υπήρξε από τους γνωστότερους του 17ου αιώνα σε όλη την Ευρώπη. Μεταξύ των επιστημονικών του εργασιών, εκείνη που τον έκανε γνωστό ήταν η διδακτορική διατριβή του, δια της οποίας απεδείκνυε, με πειράματα σε ζώα, την κυκλοφορία του αίματος στους πνεύμονες. Η εργασία αυτή εκδόθηκε στα λατινικά στη Μπολόνια το 1664 με τίτλο Instrumentum Pneumaticum Circulandi Sanguinis sive modu usu pulmonum. Επανεκδόθηκε στη Φραγκφούρτη το 1665 και στη Λειψία το 1682, εντυπωσιάζοντας τους επιστημονικούς κύκλους της εποχής. Ακόμα και οι Τούρκοι σχολίαζαν ποικιλοτρόπως την ανακάλυψη αυτή, μέχρι του σημείου πολλοί δύσπιστοι να θεωρούν τον Μαυροκορδάτο μάγο. Αυτός, για να διαλύσει την πλάνη μεταξύ των Τούρκων, μετέφρασε και εξέδωσε το έργο του και στην τουρκική γλώσσα.

Εκτός από τα ιατρικά, ο Αλέξανδρος Ν. Μαυροκορδάτος «ο εξ απορρήτων» συνέγραψε και μελέτες για ποικίλα θέματα φιλολογικά, φιλοσοφικά, ιστορικά και στοχαστικά, όλα σε αρχαΐζουσα γλώσσα. Κάποια σημαντικά του έργα είναι:

  • Εφημερίδες (που αναφέρεται στα γεγονότα της περιόδου 1682-1687 και θεωρείται ιδιαίτερα αξιόλογη ιστορική πηγή για την εποχή εκείνη)
  • Γραμματική
  • Ρητορική
  • Ερμηνεία εις το περί γενέσεως και φθοράς του Αριστοτέλους
  • Ιερά Ιστορία
  • Ιστορία Ρωμαϊκή (σε τρεις τόμους)
  • Απομνημονεύματα περί των Τούρκων Αυτοκρατόρων
  • Φιλοσοφικά και φιλολογικά ανάμεικτα
  • Φροντίσματα
  • Λόγος πρεσβευτικός προς Γερμανούς περί ειρήνης
  • Ευχαί εις τον όρθρον και μετά το απόδειπνον

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Αλέξανδρος_Μαυροκορδάτος_(ο_εξ_απορρήτων)