Η Συμφωνία της Βάρκιζας (1945)

Η Συμφωνία της Βάρκιζας υπογράφτηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1945 ύστερα από δεκαήμερες διαπραγματεύσεις. Το αν έπρεπε αν υπογραφεί αυτή η συμφωνία με τους όρους που περιελάμβανε αποτέλεσε ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα το οποίο συζητήθηκε επίσημα και ανεπίσημα τόσο την περίοδο που υπογράφτηκε η συμφωνία όσο και μεταγενέστερα.

Η Συμφωνία της Βάρκιζας

Τα γεγονότα πριν τη Συμφωνία

Τον Ιανουάριο του 1945 ο ΕΛΑΣ (συνέχεια των Δεκεμβριανών) βρισκόταν πια σε υποχώρηση μπροστά στην πίεση των υπέρτερων βρετανικών και κυβερνητικών δυνάμεων: τη νύχτα της 4ης προς την 5η Ιανουαρίου τα τμήματα του άρχισαν να υπαναχωρούν από το πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας. Προελαύνοντας γρήγορα τα βρετανικά στρατεύματα έφτασαν ως τις Θερμοπύλες. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, αποτέλεσμα των κοινών ενδιαφερόντων, τα δύο μέρη οδηγήθηκαν σε διαπραγματεύσεις στις 9 Ιανουαρίου 1945. Η αντιπροσωπεία του ΕΛΑΣ δέχθηκε το βρετανικό πλαίσιο ανακωχής, το οποίο περιελάμβανε διευρυμένες ζώνες από τις οποίες ο ΕΛΑΣ θα έπρεπε να αποσύρει τις δυνάμεις του. Από τις 14 Ιανουαρίου, ημέρα έναρξης της ανακωχής, έως τις 18 Ιανουαρίου ο ΕΛΑΣ θα έπρεπε να εκκενώσει σχεδόν όλη τη Στερεά Ελλάδα, το μεγαλύτερο μέρος του Νομού Μαγνησίας, το Νομό Θεσσαλονίκης, τα νησιά Ζάκυνθο, Κύθηρα και τις Σποράδες, όπως επίσης και ολόκληρη τη βόρεια Πελοπόννησο.

Η Συμφωνία της Βάρκιζας

Από την στιγμή εκείνη ετίθετο επί τάπητος η αναζήτηση μιας πολιτικής λύσης, που θα έθετε τέλος στην πολεμική αναμέτρηση ή τουλάχιστον η επιδίωξη διαπραγματεύσεων προς αυτή την κατεύθυνση. Άμεσα ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις στη βίλα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου στη Βάρκιζα. Και τα δύο στρατόπεδα εξέφρασαν την επιθυμία μα τους να συμμετάσχουν στις διαπραγματεύσεις.

Στην πράξη, συζητήσεις και διαπραγματεύσεις δεν έγιναν. Κάθε πλευρά παρουσίασε τις απόψεις της και επιχειρηματολόγησε πάνω σε αυτές. όσον αφορά τις θέσεις του ΕΑΜ, αυτές είχαν καθοριστεί από την ΚΕ του ΚΚΕ και βασικό θέμα ήταν μην υπογραφεί, σε καμία περίπτωση, συμφωνία στην οποία δεν θα συμπεριλαμβανόταν ο όρος χορήγησης αμνηστίας για τα γεγονότα τα οποία συνέβησαν της σύγκρουσης του Δεκέμβριο του 1944 Ο όρος όμως αυτός σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να γίνει δεκτός από την κυβερνητική αντιπροσωπεία, χαρακτηρίστηκε μάλιστα «απαράδεκτος». Τελικά η ΕΑΜική αντιπροσωπεία υποχώρησε σχετικά με το θέμα της γενικής αμνηστίας, κάτι το ποίο δημιούργησε μαι μαύρη τρύπα για τους χιλιάδες οπαδούς της Αριστεράς, που διώχθηκαν, φυλακίσθηκαν και εκτελέστηκαν, συχνά με ανυπόστατες κατηγορίες.

Η συμφωνία προέβλεπε, από τη μια, να τερματίσει τις εμφύλιες συγκρούσεις που είχαν αρχίσει στις 3 Δεκεμβρίου και από την άλλη να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες για την ειρηνική μεταπολεμική εξέλιξη. Αν και ο πρώτος στόχος πραγματοποιήθηκε, ο δεύτερος όχι. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα η Ελλάδα οδηγήθηκε σε έναν τραγικό εμφύλιο πόλεμο.

Σύμφωνα με τη Συμφωνία της Βάρκιζας, η οποία περιελάμβανε 9 άρθρα, το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ έπρεπε να απελευθερώσει όλους τους ομήρους του -πολιτικούς αιχμαλώτους (άρθρο 4), να παραδώσει όλον τον εξοπλισμό του και να αυτοδιαλυθεί μέσα σε δύο εβδομάδες (άρθρο 6). Τα υπόλοιπα άρθρα αφορούσαν υποχρεώσεις της ελληνικής κυβέρνησης.

Σύμφωνα με το άρθρο 1, η ελληνική κυβέρνηση υποσχόταν να αποκαταστήσει πλήρως τις αστικές ελευθερίες του Τύπου και τις συνδικαλιστικές ελευθερίες. Ανάμεσα στις υποσχέσεις της κυβέρνησης ιδιαίτερη θέση έχει κατείχε η δέσμευση της κατάργησης ορισμένων ανελεύθερων νόμων του παρελθόντος. Η κυβέρνηση με το άρθρο 3 είχε υποσχεθεί εκτεταμένη αμνηστία για τα αδικήματα που διαπράχθηκαν στη διάρκεια του δεύτερου γύρου, με εξαίρεση τα εγκλήματα κοινού δικαίου κατά της ζωής και της περιουσίας. Η συγκρότηση εθνικού στρατού, στον οποίο θα γίνονταν δεκτά ακόμη και πρώην μέλη του ΕΛΑΣ, αποτέλεσε το άρθρο 5 της Συμφωνίας. Στην πράξη όμως οι ένοπλες δυνάμεις διαμορφώθηκαν ως ένα αντικομμουνιστικό όπλο.

Σημαντικότατο θέμα επίσης που είχε τεθεί στη Συμφωνία της Βάρκιζας ήταν η μεταχείριση των δοσίλογων, όπου η κυβέρνηση είχε υποσχεθεί ότι θα τους παρέπεμπε σε δίκη. Υπήρχαν τρεις συγκεκριμένες κατηγορίες: η πρώτη περιελάμβανε τους πρώην υπουργούς των κυβερνήσεων που συνεργάστηκαν με τον εχθρό, η δεύτερη μέλη της Αστυνομίας, της Χωροφυλακής και των Ταγμάτων Ασφαλείας και η τρίτη τους κοινούς εγκληματίες (μαυραγορίτες, πράκτορες, καταδότες). Μόνο η τελευταία κατηγορία διώχθηκε σοβαρά, όταν ορισμένοι καταδικάστηκαν σε θάνατο. Από τη δεύτερη κατηγορία μόνο λίγοι διαβόητοι βασανιστές διώχθηκαν. Οι υπόλοιποι αφέθηκαν ανενόχλητοι όταν υποστήριξαν ότι δεν συνεργάστηκαν με τον εχθρό αλλά μόνο πολέμησαν τον κομμουνισμό. Πολλά στελέχη αυτών των Ταγμάτων ενσωματώθηκαν και πάλι στις ένοπλες δυνάμεις.

Μετά τη Συμφωνία

Η Συμφωνία της Βάρκιζας δεν έλυσε τα βαθύτερα πολιτικά προβλήματα της χώρας, αυτά που κατά κύριο λόγο είχαν προκαλέσει την σύγκρουση. Στις 12 Μαρτίου 1945, η Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ, σε μακροσκελές υπόμνημα της προς τις συμμαχικές κυβερνήσεις, δήλωνε πως μόνο το ΕΑΜ είχε τηρήσει πιστά τους όρους της Συμφωνίας της Βάρκιζας και κατηγορούσε την κυβέρνηση ότι καταδίωκε και τρομοκρατούσε το ΕΑΜικό αντιστασιακό κίνημα σε όλη τη χώρα. Το υπόμνημα υποστήριζε ότι η υπάρχουσα κατάσταση απειλούσε να οδηγήσει τη χώρα σε ένα νέο χάος και ότι η λύση θα μπορούσε να αναζητηθεί μόνο στο σχηματισμό μιας αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης. Το υπόμνημα τελείωνε με την αίτηση «να συγκροτηθεί, όπως προέβλεπε σχετικό άρθρο της Γιάλτας, διασυμμαχική επιτροπή για να εξετάσει την κατάσταση στην Ελλάδα και να πάρει τα μέτρα εκείνα που θα εξασφαλίσουν και στον ελληνικό λαό τις δημοκρατικές ελευθερίες, που αποτελούν την απαραίτητη και επείγουσα προϋπόθεση για ένα γνήσιο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και των εκλογών» που θα ακολουθούσαν.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Δεκεμβριανά (1944-1945)

Ως Δεκεμβριανά αναφέρεται σε μία σειρά ένοπλων συγκρούσεων που έλαβαν χώρα στην Αθήνα το Δεκέμβριο 1944 – Ιανουάριο 1945, ανάμεσα στις δυνάμεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και τις Βρετανικές και Κυβερνητικές δυνάμεις που ανήκαν σε ένα ευρύ πολιτικό φάσμα, από την σοσιαλδημοκρατία (όπως ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου ηγέτης του Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος) έως την φιλομοναρχική δεξιά και τους πρώην συνεργάτες των κατακτητών.

Τα Δεκεμβριανά

Η απελευθέρωση της Αθήνας (12 Οκτωβρίου 1944) δεν κατάφερε να διώξει τη σκιά της σκληρής πραγματικότητας. Από τη μια ένα αυξανόμενο κλίμα πόλωσης και από την άλλη η τραγική οικονομική κατάσταση της χώρας, την οποία η κυβέρνηση Παπανδρέου δε μπορούσε να αντιμετωπίσει. Οι καταστροφές που είχε υποστεί η Ελλάδα σε έμψυχο και άψυχο υλικό ήταν τεράστιες. Περίπου 90.000 άνδρες και γυναίκες είχαν πεθάνει πάνω από 3.500 πόλεις και χωριά είχαν καταστραφεί, περίπου 410.000 κατοικίες είχαν χαθεί. Το 1/4 των δασών καταστράφηκε, ανυπολόγιστες ήταν οι απώλειες στην κτηνοτροφία και στην γεωργία, ενώ η έλλειψη πρώτων υλών είχε προκαλέσει την ελαχιστοποίηση της βιομηχανικής παραγωγής. Παράλληλα, είχε καταστραφεί η πλειονότητα των υποδομών της χώρας. Σχεδόν ολοσχερής ήταν η καταστροφή των συγκοινωνιών. Οι βασικότερες οδικές αρτηρίες, γέφυρες και λιμάνια ήταν ακατάλληλα. Σε σχέση με τα δημόσια οικονομικά, η κυβέρνηση είχε να αντιμετωπίσει την έλλειψη χρημάτων, το σοβαρό έλλειμμα αλλά τον συνεχώς αυξανόμενο πληθωρισμό.

Το πρόβλημα ΕΛΑΣ του Γεωργίου Παπανδρέου

Η κυριαρχία του ΕΛΑΣ στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας αποτελούσε ένα κύριο πρόβλημα για τον Παπανδρέου, ειδικότερα όταν υπήρχε ο φόβος για παράδοση της χώρας στα των κομμουνιστών. Πρωταγωνιστές βέβαια των εξελίξεων συνέχιζαν να είναι οι Βρετανοί όπου η πολιτική τους απέβλεπε στην επιβολή μιας κατάστασης που θα εξασφάλιζε τα συμφέροντα τους. Τους δύο πρώτους μήνες της απελευθέρωσης η διάρθρωση των στρατιωτικών δυνάμεων αποτέλεσε ζήτημα κρίσιμης σημασίας, εφόσον είχε άμεση συνάρτηση με την πολιτική εξουσία αυτή καθ’ αυτή. Ο Γεώργιος Παπανδρέου οργάνωσε άμεσα την επιστροφή στην Ελλάδα της «Ορεινή Ταξιαρχίας», που είχε δημιουργηθεί στη Μέση Ανατολή ως αποτέλεσμα των στρατιωτικών κινημάτων και της εκκαθάρισης των αριστερών από τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις. Τόσο τα παλαιά αστικά κόμματα όσο και οι Βρετανοί επιθυμούσαν την αποστράτευση του ΕΛΑΣ και τη συγκρότηση νέου εθνικού στρατού. Στις αρχές Νοεμβρίου Παπανδρέου και Σκόμπι είχαν αποφασίσει ότι ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ θα αποστρατευθούν ως τις 10 Δεκεμβρίου, γεγονός που το ακολούθησαν μακρές διαπραγματεύσεις μεταξύ της κυβέρνησης και του ΕΑΜ. Στα σχέδια δεν περιλαμβάνονταν η «Ορεινή Ταξιαρχία», η Αστυνομία και η Χωροφυλακή, όπως επίσης η επίσημη οργάνωση Χ του Γρίβα.

Τα Δεκεμβριανά

Την 1η Δεκεμβρίου μετά την αποτυχία των σχετικών διαπραγματεύσεων η κυβέρνηση, που συνεδρίαζε χωρίς τη συμμετοχή των ΕΑΜικών υπουργών, διέταξε τη παράδοση της Εθνικής Πολιτοφυλακής του ΕΛΑΣ στα Τάγματα Εθνοφυλακής, δηλαδή στις δικές της δυνάμεις. Την ίδια ημέρα το ΕΑΜ απέσυρε τους υπουργούς του από την κυβέρνηση, ανακοίνωσε ότι θα διοργάνωνε συγκέντρωση διαμαρτυρίας την Κυριακή 3 Δεκεμβρίου και κήρυξε γενική απεργία τη Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου. Παρά την απαγόρευση της από την κυβέρνηση η διαδήλωση πραγματοποιήθηκε, αλλά οι διαδηλωτές στην πλατεία Συντάγματος δέχθηκαν πυροβολισμούς που ρίχθηκαν από το κτίριο της Αστυνομικής Διεύθυνσης της Αθήνας για λόγους που παραμένουν ανεξήγητοι, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 17 άτομα και να τραυματιστούν πολλά άλλα. Το κλίμα στην Αθήνα άρχισε να γίνεται βαρύ και ο ΕΛΑΣ κινητοποίησε τις δυνάμεις του. ήδη εκείνο το βράδυ υποστηρικτές του ΕΑΜ απάντησαν αποκλείοντας και κάνοντας επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα σε όλη την Αθήνα. Την επομένη, κατά την κηδεία των θυμάτων, πραγματοποιήθηκαν νέες συγκεντρώσεις από το ΕΑΜ, όπου και πάλι δέχτηκαν πυρά τα οποία προκάλεσαν νέους θανάτους. Το ίδιο βράδυ υπέβαλλε την παραίτηση του ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου τελικά όμως παρέμεινε στο αξίωμα του μετά από Βρετανικές πιέσεις.

Η ηγεσία του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ φάνηκε να αιφνιδιάστηκε, ενώ ο αρχικός στόχος των μαχητών στην Αθήνα ήταν τα τελευταία υπολείμματα αυτών που συνεργάστηκαν με τα SS το 1944. Η ιδέα ενός συνολικού σχεδίου για επίθεση του ΕΛΑΣ για την κατάληψη της Αθήνας φαίνεται ότι δεν υπήρχε, εφόσον οι πρώτες μάχες ήταν σποραδικές και δε βασίζονταν σε συγκεκριμένο σχεδιασμό. Αν και οι συγκρούσεις προοδευτικά κλιμακώνονταν, τις πρώτες μέρες είχαν τη μορφή κλεπτοπόλεμου. Αρχικά οι μαχητές του ΕΛΑΣ προσπαθούσαν να καταστρέψουν τις ελληνικές μονάδες των αντιπάλων τους, χωρίς όμως να εμπλακούν σε μάχες με βρετανικά στρατεύματα, εφόσον οι Βρετανοί δε είχαν εχθρικά αισθήματα. Η σύγκρουση είχε πλέον αρχίσει και αρχικά φάνηκε να κλίνει υπέρ του ΕΛΑΣ, που οι ελεύθεροι σκοπευτές του περιόρισαν τους Βρετανούς και τους Έλληνες αντιπάλους τους σε μια μικρή περιοχή στο κέντρο της Αθήνας. Ο ΕΛΑΣ δε μπορούσε να αντιμετωπίσει τις τακτικά οργανωμένες και εκπαιδευμένες βρετανικές δυνάμεις, ούτε τη σημαντική υπεροπλία και δύναμη πυρός, εφόσον ακόμη και τα αεροπλάνα σφυροκοπούσαν θέσεις του ΕΛΑΣ.

Η ηγεσία του ΕΑΜ-ΚΚΕ υπερεκτίμησε τη δύναμη του ΕΛΑΣ και αντίστοιχα υποτίμησε τις βρετανικές δυνάμεις και ξεκίνησε μια μάχη χωρίς σαφή επιχειρησιακό σχεδιασμό. Αυτό φαίνεται και από το ότι, χωρίς κάποια εμφανή αναγκαιότητα, δυνάμεις του ΕΛΑΣ εξαπέλυσαν επίθεση εναντίον του Ζέρβα στην Ήπειρο. Το ΕΑΜ-ΚΚΕ προσδοκούσε σε βοήθεια από το εξωτερικό, η οποία ποτέ δεν έφτασε.

Οι Βρετανοί με την έναρξη των συγκρούσεων παρουσιάστηκαν αποφασισμένοι στο μέγιστο βαθμό να λύσουν το θέμα με τη δύναμη των όπλων. Στο πλαίσιο αυτό έφτασαν στην Αθήνα βρετανικές ενισχύσεις και στις 15 Δεκεμβρίου οι Βρετανοί κατόρθωσαν όχι μόνο να αντισταθούν αλλά και να περάσουν στην αντεπίθεση . Στο πλευτό των συμμαχικών δυνάμεων εντάχθηκαν πολλά μέλη αντοκομμουνιστικών οργανώσεων με αποτέλεσμα η Εθνοφυλακή που αριθμούσε 15.000 μέλη στα τέλη Δεκεμβρίου, τον Ιανουάριο να αριθμεί 23.000.

Ο ταξικός εμφύλιος

Η διαίρεση που προκάλεσε η σύγκρουση του Δεκεμβρίου ήταν βαθύτερη από κάθε άλλη φορά, προκαλώντας μια αδιανόητη υστερία και κάνοντας τη σύγκρουση να διαφαίνεται ταξική. Από τη μια οι Βρετανοί σε μπλόκο συνέλαβαν και φυλάκισαν 15.000 υπόπτους συμπαθούντες την Αριστερά, εκ των οποίων 8.000 εκτοπίστηκαν σε στρατόπεδα στη Μέση Ανατολή. Από την άλλη, μονάδες του ΕΛΑΣ, απαντώντας με ωμό τρόπο, εκτέλεσαν μέλη «αντιδραστικών» οικογενειών της Αθήνας, θάβοντας τους σε ομαδικούς τάφους.

Οι Βρετανοί είχαν διαπιστώσει ότι το ελληνικό πρόβλημα δε θα λυνόταν μόνο με στρατιωτικά μέσα, αλλά χρειαζόταν και πολιτική λύση. Συμφωνήθηκε να ζητηθεί από το βασιλιά να ορίσει αντιβασιλέα τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, ένα πρόσωπο ευρύτερης λαϊκής αποδοχή, για να συντονίσει-δρομολογήσει τις απαραίτητες ενέργειες για τον τερματισμό των εχθροπραξιών.

Στις 30 Δεκεμβρίου ο Γεώργιος ο Β’ ανακοίνωσε το διορισμό του Δαμασκηνού ως Αντιβασιλέα και έδωσε την υπόσχεση του να μην επιστρέψει στην Ελλάδα παρά μόνο έπειτα από ελεύθερη απόφαση του ελληνικού λαού. Στις 3 Ιανουαρίου 1945 σχηματίστηκε νέα κυβέρνηση, υπό τον Νικόλαο Πλαστήρα, χωρίς τη συμμετοχή ΕΑΜικών στελεχών.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή (1873-1950)

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή (Βερολίνο, 13 Σεπτεμβρίου1873 – Μόναχο, 2 Φεβρουαρίου1950) ήταν Έλληνας μαθηματικός που διακρίθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή ήταν γνωστός εκτός Ελλάδας ως Konstantin Carathéodory και συχνά αναφέρεται λανθασμένα ως Καραθεοδωρής. Το επιστημονικό έργο του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή επεκτείνεται σε πολλούς τομείς των Μαθηματικών, της Φυσικής και της Αρχαιολογίας. Είχε σημαντικότατη συνεισφορά ιδιαίτερα στους τομείς της πραγματικής ανάλυσης, συναρτησιακής ανάλυσης και θεωρίας μέτρου και ολοκλήρωσης. Τα περισσότερα έργα του τα έγραψε στα γερμανικά.

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή
Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή στο Ιωνικό Πανεπιστήμιο

«Ένας από τους τελευταίους Έλληνες που είδα στους δρόμους της Σμύρνης πριν την είσοδο των Τούρκων ήταν ο καθηγητής Καραθεοδωρή, Πρύτανης του καταδικασμένου εν τη γενέσει του Πανεπιστημίου. Όταν αναχώρησε ο Κραθεοδωρή από τη Σμύρνη, ήταν σαν να έφευγε από τη Μικρά Ασία η ενσάρκωση της ελληνικής ευφυΐας, της τέχνης και του πολιτισμού» γράφει ο τότε πρόξενος της Αμερικής στη Σμύρνη Τζορτζ Χόρτον στο βιβλίο του «Αναφορικά με την Τουρκία».

Έτσι γράφτηκε ο επίλογος ενός μεγαλεπίβολου σχεδίου. Εμπνευστές του υπήρξαν ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή και ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Οραματίστηκαν όχι μόνο την απελευθέρωση της Μικράς Ασίας αλλά τον εκπολιτισμό και την πνευματική και διοικητική άνθησή της, με επίκεντρο το Πανεπιστήμιο της Σμύρνης. Το Πανεπιστήμιο αυτό με το χαρακτηριστικό λεκτικό έμβλημα «Φως εξ Ανατολών», θα περιλάμβανε και Σχολή ανατολικών γλωσσών, καθώς και Ανώτερο μουσουλμανικό ιεροδιδασκαλείο. όπως αναφέρει ο Ευάγγελος Σπανδάγος στο βιβλίο του «Η ζωή και το έργο του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή»: «Αυτό έγινε από τον Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή για να αναδείξει τον εκπολιτιστικό χαρακτήρα της ελληνικής διοικήσεως προς τους αλλοεθνείς υπηκόους και για να προβάλει την πνευματικότητα του ανώτατου αυτού ιδρύματος».

Παρ’ όλο που ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή ήταν ολόψυχα δοσμένος στα μαθηματικά, ωστόσο η μακροχρόνια ενασχόληση της οικογένειας του με την πολιτική και τη διπλωματία δεν του επέτρεπε να αδιαφορεί για τα κοινά.

Η οικογενειακή αυτή παράδοση, το αναγνωρισμένο επιστημονικό κύρος, η εκπεφρασμένη φιλοπατρία, καθώς και τα αποδεδειγμένα διοικητικά προσόντα του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή οδήγησαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο να τον καλέσει το Σεπτέμβριο του 1919 στο Παρίσι από το Βερολίνο. Εκεί ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή του παρουσίασε κάποιες απόψεις του για τη ίδρυση ενός δεύτερου Πανεπιστημίου στην Ελλάδα και του υπέβαλε (τον Οκτώβριο του 1919) σχετικό γραπτό υπόμνημα. Ο Βενιζέλος αποφάσισε έδρα αυτού του δεύτερου Πανεπιστημίου να είναι η Σμύρνη, η οποία ήδη από το Μάιο του 1919 είχε απελευθερωθεί από τον ελληνικό στρατό.

Η ιδέα αυτή ενθουσίασε τον Καραθεοδωρή. Έτσι, όταν τον Ιούλιο του 1920 η κυβέρνηση Βενιζέλου του υπέβαλε την παράκληση να αποδεχθεί τη θέση του τακτικού καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών και να οργανώσει παράλληλα το Πανεπιστήμιο Σμύρνης, δέχθηκε, παρ’ ότι εγκατέλειπε με αυτόν τον τρόπο την αξιοζήλευτη σταδιοδρομία που του εξασφάλιζε η θέση του τακτικού καθηγητή σε ένα από τα καλύτερα Πανεπιστήμια του Μονάχου.

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή συνέταξε το σχέδιο λειτουργίας του Πανεπιστημίου κατά το πρότυπο των αγγλοσαξονικών ιδρυμάτων, τα οποία περιλάμβαναν θεωρητικές και εφαρμοσμένες επιστήμες. Παράλληλα, μερίμνησε για την προμήθεια εργαστηριακών οργάνων και βιβλίων για τη βιβλιοθήκη.

Επίσημα η οργάνωση του Πανεπιστημίου της Σμύρνης ανατέθηκε στον Καραθεοδωρή από τον Ύπατο Αρμοστή της Ελλάδας Αριστείδη Στεργιάδη. Η σχετική σύμβαση υπογράφτηκε στις 27 Οκτωβρίου 1920. Με αυτήν ανατίθεται στον Καραθεοδωρή η καθηγεσία στο Πανεπιστήμιο Σμύρνης με μισθό 4.000 δραχμών το μήνα, για πέντε χρόνια. Για την αγορά οργάνων και ειδικού υλικού το υπουργείο Εξωτερικών του έστειλε 500.000 μάρκα και Ύπατη Αρμοστεία Σμύρνης 200.000 μάρκα. Στο έργο της επιλογής και προμήθειας των απαιτούμενων οργάνων είχε συμπαραστάτη τον καθηγητή του Πανεπιστήμιου του Βερολίνου Γεώργιο Ιωακείμογλου. Τα όργανα αυτά και άλλο επιστημονικό υλικό συσκευάστηκαν σε 82 κιβώτια και στάλθηκαν στη Σμύρνη.

Ο Καραθεοδωρή φρόντισε ακόμη και για την επίπλωση του Πανεπιστημίου. Αγόρασε τα αναγκαία έπιπλα από τον οίκο του Βερολίνου Zelder und Platen.

Σύμφωνα με το διάταγμα της Ύπατης Αρμοστείας Σμύρνης, το σχετικό με την ίδρυση του Πανεπιστημίου, αυτό θα περιλάμβανε:

  1. Σχολή γεωπονική και φυσικών επιστημών, με σκοπό την εκπαίδευση πολιτικών μηχανικών, μηχανολόγων, αρχιτεκτόνων, ηλεκτρολόγων, χημικών, γεωλόγων, βοτανολόγων, ζωολόγων, κ.α. Επίσης προβλεπόταν η διοργάνωση ειδικών σεμιναρίων επιμόρφωσης κτηματιών και πρακτικών γεωργών. Σε αυτούς θα παρέχονταν συμβουλές για τη καλύτερη και αποδοτικότερη καλλιέργεια των κτημάτων, καθώς και για την καταπολέμηση των νόσων των ζώων και των φυτών. Η επιστημονική έρευνα θα γινόταν στα εργαστήρια της σχολής και σε ένα πρότυπο, πειραματικό, μεγάλο κτήμα στο Τεπεκιόϊ.
  2. Σχολή ανατολικών γλωσσών και ανατολικού πολιτισμού, από όπου θα αποφοιτούσαν δάσκαλοι για τα ανώτερα εκπαιδευτήρια. Στη σχολή θα διδάσκονταν η τουρκική, η αραβική, η περσική,η αρμενική καθώς και η αρχαία και νεώτερη εβραϊκή γλώσσα. Προβλεπόταν δε η λειτουργία ιδιαίτερου φροντιστηρίου για τη πρακτική διδασκαλία φοιτητών άλλων σχολών.
  3. Σχολή δημοσίων υπαλλήλων, για τη διδασκαλία της κοινωνικής και οικονομικής επιστήμης και του διοικητικού δικαίου.
  4. Σχολή Εμπορική.
  5. Σχολή χωροσταθμών και εργοδηγών, από όπου θα αποφοιτούσαν επιστάτες τεχνικών έργων.
  6. Ανώτερο μουσουλμανικό ιεροδιδασκαλείο, για τη μόρφωση μουφτήδων και ιεροδικαστών.
  7. Ινστιτούτο υγιεινής, από το οποίο θα γίνονταν δωρεάν βακτηριολογικές, υγιεινολογικές, ορολογικέ και βιοχημικές εξετάσεις, θα παρασκευάζονταν εμβόλια, οροί, αντιτοξίνες, αντιγόνα κ.α. Το ινστιτούτο αυτό αποσκοπούσε στην καταπολέμηση των λοιμωδών νόσων, της ελονοσίας, της φυματίωσης, των αφροδίσιων κλπ. Θα αποτελούσε ακόμη κέντρο μετεκπαιδεύσεως γιατρών, οι οποίοι θα επιθυμούσαν να αναλάβουν δημόσια υγειονομική υπηρεσία. Επίσης θα παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα σε νοσηλευτές και μαίες.
  8. Δημόσια βιβλιοθήκη, η οποία θα περιείχε όχι μόνο συγγράμματα, αλλά και βιβλία γενικού ενδιαφέροντος.

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή θεωρούσε τη βιβλιοθήκη ως «σπονδυλική στήλη» του Πανεπιστημίου. Φιλοδοξία του ήταν να την εμπλουτίσει τόσο ώστε να είναι η μοναδική στην Ανατολή. Για το σκοπό αυτό ζήτησε από την Αρμοστεία έγκριση και προσέλαβε ως ειδικό τπ δόκτορα Γ. Αουσερερ που για 12 χρόνια ήταν υπάλληλος της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Βερολίνου και επιπλέον ήξερε τούρκικα. Ο Στεργιάδης ενέκρινε τον διορισμό. Ο Αουσερερ πέτυχε την αγορά σπουδαίων συγγραμμάτων, τα οποία στάλθηκαν στη Σμύρνη συσκευασμένα σε 36 μεγάλα κιβώτια. Αργότερα σε αυτά προστέθηκαν πολλά σπάνια και δυσεύρετα βιβλία σχετικά με τη Μικρά Ασία. Τα είχαν συγκεντρώσει Αυστριακοί αρχαιολόγοι, οι οποίοι διενεργούσαν ανασκαφές στην περιοχή της Εφέσου και της Σμύρνης κατά τα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η επιλογή του καθηγητικού προσωπικού του Πανεπιστημίου έγινε από τον Ύπατο Αρμοστή Στεργιάδη, με βάση τα πρόσωπα που του υπέδειξε ως κατάλληλα ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή. Έτσι για την έδρα της μικροβιολογίας επέλεξε και διόρισε τον καθηγητή του Πανεπιστημίου του Βερολίνου Γεώργιο Ιωακείμογλου. Ο μηνιαίος μισθός του ορίστηκε στις 3.000 δρχ. για πέντε χρόνια. Μέχρι να λειτουργήσει η πανεπιστημιακή του έδρα θα αναλάμβανε τη διεύθυνση του εργαστηρίου υγιεινής, το οποίο αποτελούσε παράρτημα του Πανεπιστημίου, και την εποπτεία όλων των υπηρεσιών υγείας της Σμύρνης.

Για την έδρα της Φυσικής τον Φρίξο Θεοδωρίδη, διπλωματούχου του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης και μαθητή του διάσημου φυσικού Πιέρ Βάις. Ο μισθός του ορίστηκε στις 3.000δρχ. το μήνα.

Για την έδρα της Χημείας διορίστηκε ο Π. Κυρόπουλος, ο οποίος υπήρξε για πολλά χρόνια βοηθός του σπουδαιότερου εκείνη την εποχή φυσικομαθηματικού και μεταλλειολόγου Α.Τάμαν.

Για την αγρονομική επιστήμη διορίστηκε, με μηνιαίο αντιμίσθιο 3.000δρχ, ο Θεολόγος Κεσίμογλου από την Καισάρεια. Είχε σπουδάσει στην ανώτερη βελγική αγρονομική σχολή του Gembloux και είχε οργανώσει γεωργικές σχολές στην Κίνα, στην Κολομβία και στην Ουρουγουάη, όπου και δίδαξε μαθήματα κτηνοτροφίας. Είχε επίσης αξιόλογο συγγραφικό έργο σε γλώσσα γαλλική και ισπανική.

Μηχανουργός του Πανεπιστημίου Σμύρνης με πρόταση πάντοτε του Καραθεοδωρή, διορίστηκε ο Ε.Πάσκεβιτς, ο οποίος ανέλαβε τη διασκευή του εργαστηρίου φυσικής και χημείας.

Γραμματέας του Πανεπιστημίου διορίστηκε και ανέλαβε ο Νικόλαος Κριτικός. Υπηρετούσε τότε στη Μεραρχία Κυδωνίων και αποσπάστηκε στην υπηρεσία του Πανεπιστημίου με ειδική διαταγή της Στρατιάς Μικρασίας.

Τέλος, στο αρχιτεκτονικό γραφείο του Πανεπιστημίου διορίστηκε ο Κ.Γιωτούλος.

Στην μισθοδοτική κατάσταση του προσωπικού οργανώσεως του Πανεπιστημίου Σμύρνης, κατά τον τελευταίο μήνα πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή (Αύγουστος 1922), αναγράφονται:Κ. Καραθεοδωρήμε μηνιαία χρηματική αποζημίωση 4000δρχ., Ν. Κριτικός, γραμματέας, με μηνιαίο μισθό 775δρχ., Θ .Κεσίσογλου, οργανωτής γεωπονικής σχολής, με δρχ. 3.000, Φρίξος Θεοδωρίδης, διευθυντής Φυσιολογικού Ινστιτούτου, με δρχ. 3.000, Ε. Πάσκεβιτς, λεπτομηχανουργός, με δρχ. 1.800, Δ. Δεργάλη, σχεδιάστρια, με 900δρχ., Ν. Ζωγράφος, ακόλουθος, με 562δρχ., Σ. Τοκάτογλου, δακτυλογράφος, με 300δρχ. και ακόμη τρεις καθαρίστριες, ένας φύλακας και ένα κλητήρας με μισθούς 150-250δρχ.

Ο Γεώργιος Ιωακείμογλου δεν αναγράφεται στη μισθοδοτική κατάσταση γιατί, απογοητευμένος από τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου του 1920, κυριεύτηκε από απαισιοδοξία ως προς την τύχη της Μικρασίας και δεν επέστρεψε στη Σμύρνη, παρά τις επίμονες προσπάθειες του Καραθεοδωρή να τον μεταπείσει.

Ως κτίριο του Πανεπιστημίου Σμύρνης χρησιμοποιήθηκε ένα μεγάλο και ευρύχωρο κτίριο στο λόφο Μαχρή Μπαμπά. Το κτίριο ήταν μισοτελειωμένο όταν απελευθερώθηκε η Σμύρνη. Προοριζόταν να στεγάσει δημόσια βιβλιοθήκη και ανώτερη τουρκική σχολή. Αμέσως η Ύπατη Αρμοστεία ασχολήθηκε με τη διασκευή και την αποπεράτωση του κτιρίου, το οποίο θα περιλάμβανε 70 ευρύχωρες και ηλιόλουστες αίθουσες, αμφιθέατρο 320 θέσεων και μεγάλο περίβολο. Το ημιτελές κτίριο συμπληρώθηκε και διαρρυθμίστηκε από την τεχνική εταιρεία των Αθηνών του Α. Ζαχαρίου. Την επιστασία των έργων είχε ο πολιτικός μηχανικός Δραγώνας Ευστάθιος. Οι εργασίες αποπερατώθηκαν τον Οκτώβριο του 1921.

Από τον Αύγουστο έως και τον Οκτώβριο του 1921 ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή πήγε στη Γερμανία για να μεριμνήσει για θέματα του Πανεπιστημίου. Επέστρεψε στη Σμύρνη στις 12 Οκτωβρίου. Από τότε παρέμεινε εκεί μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή. Εργάστηκε με πίστη και ενθουσιασμό για την οργάνωση του Πανεπιστημίου, το οποίο δεν έμελλε, ωστόσο, να λειτουργήσει.

Ο μοιραίος Αύγουστος του 1922 έφτασε με όλα τα γνωστά τραγικά επακόλουθα για τον Ελληνισμό γενικά και κυρίως για τον μικρασιατικό Ελληνισμό. Ο Καραθεοδωρή έμεινε εκεί ως την τελευταία μέρα. Έφυγε με το τελευταίο ελληνικό πλοίο από την Σμύρνη και μόνο αφού πρώτα κατάφερε να φορτωθούν για την Αθήνα όλα τα βιβλία και ένα μέρος από τα όργανα που είχε συλλέξει. Παράλληλα, φρόντισε να εφοδιάσει με συστατικές επιστολές το διοικητικό προσωπικό του Πανεπιστημίου, το οποίο αποχώρησε «ένεκεν ανωτέρας βίας», όπως χαρακτηριστικά έγραψε σε αυτές.

Όπως διηγήθηκε ο σχεδιαστής του Πανεπιστημίου Σμύρνης Δημήτριος Δεργαλής στο δημοσιογράφο Θεοδόσιο Δανιηλίδη, στις 23 Αυγούστου 1922 ο Καραθεοδωρή συγκέντρωσε το προσωπικό του Πανεπιστημίου κα με τρεμάμενη φωνή είπε: «Φίλοι μου, οι Τούρκοι ένοπλοι έφτασαν προ των πυλών. Δυστυχώς το όραμα της Μεγάλης Ελλάδας για μια ακόμα φορά δύει. Πρέπει όλοι να εγκαταλείψετε το συντομότερο τη Σμύρνη. Έχω έτοιμες συστατικές επιστολές για τον καθένα από εσάς και λίγα χρήματα από το ταμείο του Πανεπιστημίου. Καλή τύχη και καλή αντάμωση».

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή ήταν ο τελευταίος που κλείδωσε την κεντρική πόρτα του κτιρίου του Πανεπιστημίου της Σμύρνης. Οι λυγμοί του συνόδευαν το γύρισμα του μεγάλου κλειδιού της πόρτας. Το κλειδί αυτό το παρέδωσε αργότερα συμβολικά στο Νικόλαο Πλαστήρα.

Τα πολύτιμα βιβλία, τα όργανα φυσικής και χημείας του Πανεπιστημίου Σμύρνης, καθώς και το αρχείο του (έγγραφα, επιστολές, λογαριασμοί τραπεζών, προσφορές, αποδείξεις κλπ) παραδόθηκαν από τον Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή στον καθηγητή Δημήτριο Χόνδρο. Το αρχείο αυτό, τα βιβλία και τα όργανα διατηρήθηκαν με μέριμνα των καθηγητών Μιχαήλ Αναστασιάδη, Θεόδωρου Κουγιουμζέλη και Σαλτερή Περιστεράκη. Στη συνέχεια παραδόθηκαν στον καθηγητή και ακαδημαϊκό Καίσαρα Αλεξόπουλο. Σήμερα φυλάσσονται στο Μουσείο «Φυσικών Επιστημών και Τεχνολογίας» του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή, ο Έλληνας Αϊνστάιν http://www.enet.gr

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Κωνσταντίνος_Καραθεοδωρή

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος (1878-1952)

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος (Σαλαμίνα, 11 Ιανουαρίου 1878 – Κηφισιά, 27 Φεβρουαρίου 1952) ήταν Έλληνας στρατιωτικός, κινηματίας και συνωμότης κατ΄ επανάληψη, που αναδείχθηκε δικτάτορας, πρωθυπουργός και πρόεδρος της Δημοκρατίας. Συμμετείχε στο κίνημα στο Γουδί, στους Βαλκανικούς πολέμους, στο κίνημα της Θεσσαλονίκης, στη Μικρασιατική εκστρατεία, στην επανάσταση του 1922, ενώ από το 1925, με το κίνημα της 25ης Ιουνίου ανέλαβε την πρωθυπουργία, ουσιαστικά ως δικτάτορας. Στη συνέχεια υποχρεώνοντας σε παραίτηση τον τότε πρόεδρο της Δημοκρατίας Παύλο Κουντουριώτη, μετά από μια εκλογική παρωδία εξελέγη πρόεδρος της Δημοκρατίας. Παρέμεινε στην εξουσία μέχρι το 1926, συλλαμβάνοντας και εκτοπίζοντας άνευ δίκης τους πολιτικούς του αντιπάλους στην Νάξο, οπότε και ανατράπηκε από το κίνημα του Κονδύλη. Από το 1926 μέχρι το θάνατό του, το 1952, αποσύρθηκε, με μερικά μικρά διαλείμματα, από την πολιτική ζωή του τόπου. Από τους ιστορικούς έχει χαρακτηριστεί ως αρκετά αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Θεωρείται πως είχε ανάμειξη στον σχηματισμό των δωσιλογικών Ταγμάτων Ασφαλείας κατά την Κατοχή. Ο πολιτικός Θεόδωρος Πάγκαλος είναι εγγονός του.

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος
Ο Θεόδωρος Πάγκαλος

Ο Βίος του Θεόδωρου Πάγκαλου

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος γεννήθηκε το 1878 στην Σαλαμίνα (στην οικία Κυριάκου Πάλλα επί της οδού Αγίου Μηνά 7, όπου αργότερα λειτούργησε το τριτάξιο ελληνικό σχολείο Σαλαμίνας) και ήταν το τρίτο παιδί του γιατρού και βουλευτή Αττικοβοιωτίας Δημητρίου Πάγκαλου και της Κατίγκως Χατζημελέτη, κόρης αρχοντικής οικογένειας της Ελευσίνας με αρβανίτικη καταγωγή. Η οικογένεια Πάγκαλου καταγόταν από την Μικρά Ασία και εμφανίζεται ήδη από τα βυζαντινά χρόνια. Ανάδοχος του Θεοδώρου ήταν ο στρατηγός και μακρινός συγγενής του, Τιμολέων Βάσσος – Μαυροβουνιώτης. Ο πατέρας του, Δημήτριος, πολιτευόταν με την παράταξη του Χαρίλαου Τρικούπη και είχε εκλεγεί βουλευτής της Η΄ βουλευτικής περιόδου (από τις 23 Σεπτεμβρίου 1879 μέχρι τις 22 Οκτωβρίου 1881) μαζί με τον Στέφανο Ν. Δραγούμη.

Αποφοίτησε από την Ιωνίδειο Σχολή Πειραιά. Το 1895 έκανε αίτηση για τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, από την οποία απορρίφθηκε. Τελικά κατέληξε να σπουδάζει στην ιατρική σχολή, λογικά λόγω του επαγγέλματος του πατέρα του, την οποία όμως εγκατέλειψε δύο χρόνια αργότερα για να εισαχθεί τελικά στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων.

Η στρατιωτική σταδιοδρομία του Θεόδωρου Πάγκαλου

Τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 ο Θεόδωρος Πάγκαλος τον παρακολούθησε ως πρωτοετής της Σχολής Ευελπίδων. Τα συναισθήματα τα οποία ένιωσε μετά την ήττα της Ελλάδας περιγράφονται στα απομνημονεύματά του και είναι τα ίδια με αυτά της πλειονότητας των άλλων αξιωματικών. Υπεύθυνοι για την ήττα, σύμφωνα με τον Πάγκαλο, ήταν οι πολιτικοί, αλλά και ο ίδιος ο διάδοχος Κωνσταντίνος.

Η πορεία του Πάγκαλου στην Ευελπίδων ήταν αρκετά αξιόλογη. Ήταν αρχηγός στην τάξη του όλες τις χρονιές, με συμμαθητές όπως τον Αλέξανδρο Οθωναίο, τον πρίγκιπα Ανδρέα, τον Μαργαρίτη κ.ά. Μάλιστα το 1899 δημιουργήθηκε επεισόδιο μεταξύ του συνταγματάρχη Νικολάου Ζορμπά, διοικητή της σχολής Ευελπίδων, και της βασιλικής Αυλής εξαιτίας της προαγωγής του Πάγκαλου σε επιλοχία, σε αντίθεση με τον συμμαθητή του, πρίγκιπα Ανδρέα, ο οποίος έμεινε στον ίδιο βαθμό. Τον επόμενο χρόνο αποφοίτησε από τη σχολή Ευελπίδων πρώτος στην τάξη του με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού.

Τον Οκτώβριο του 1908 στο σπίτι του Πάγκαλου συγκεντρώθηκαν οι Πάσσαρης, Σιώχας, Γεωργακόπουλος, Σάρρος, Ψύχας, Πανάς, Κατσούλης, Φαληρέας, Καθενιώτης και Χατζημιχάλης για να συζητήσουν για τα προβλήματα του στρατού και της χώρας. Στο τέλος αυτής της συνάντησης ιδρύεται ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, ο οποίος θα αποτελέσει τη βάση του κινήματος στο Γουδί και ο οποίος είχε ως σκοπό να προωθήσει μεταρρυθμίσεις στο στρατό, την οικονομία, τη διοίκηση και γενικά στο κράτος. Εκείνη την εποχή ο Θεόδωρος Πάγκαλος υπηρετούσε στον 2ο λόχο του 7ου συντάγματος πεζικού υπό τον Σάρρο. Μέχρι το 1909 στην οργάνωση είχαν ενταχθεί και ανώτεροι αξιωματικοί, όπως οι Νικόλαος Ζορμπάς, Επαμεινώνδας Ζυμβρακάκης, Γεώργιος Σ. Καραϊσκάκης, εγγονός του ομώνυμου οπλαρχηγού του ’21, Γεώργιος Κονδύλης κ.ά. Πολλές από τις συνεδριάσεις του στρατιωτικού συνδέσμου πραγματοποιούνταν στο σπίτι του Πάγκαλου, στην οδό Αριστοτέλους 37 ή σε αυτό στην Ελευσίνα.

Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος γρήγορα μύησε πολλούς αξιωματικούς του στρατού και του ναυτικού και η δράση του έγινε γνωστή και στους κύκλους των ανακτόρων. Η κυβέρνηση Ράλλη, φιλικά προσκείμενη στα ανάκτορα, εξαπέλυσε κύμα μεταθέσεων και παρέπεμψε 12 αξιωματικούς, μεταξύ αυτών και τον Πάγκαλο, στο Ανακριτικό Συμβούλιο προς απόταξη. Εκτός από τον Πάγκαλο οι υπόλοιποι 11 αξιωματικοί καταδικάστηκαν, αλλά και οι δώδεκα αποτάχθηκαν από το στράτευμα. Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, βλέποντας τον κίνδυνο ματαίωσης του κινήματος, πήρε την απόφαση να δράσει.

Στις 14 Αυγούστου του 1909 ο Πάγκαλος απελευθέρωσε με τη βία αξιωματικούς του στρατού που κρατούνταν φυλακισμένοι λόγω της τότε πολιτικής κατάστασης. Η αποστολή πέτυχε και ο Πάγκαλος με τους συνεργάτες του και τους δραπέτες κατέφυγε στο σπίτι Παπαμαλέκου στην Καστέλλα. Το πρωί όλοι μαζί πήγαν στο Γουδί, όπου είχε δοθεί εντολή να ξεκινήσει η επανάσταση. Το ίδιο πρωί συνέβη ένα περιστατικό με πρωταγωνιστή τον Πάγκαλο και τον Παπούλα, αρκετά παράξενο αν σκεφτεί κανείς τη μεταξύ τους διαφορά στην ιεραρχία. Ο Παπούλας μαζί με τον Σπυρίδωνα Μερκούρη έφτασαν νωρίς το πρωί ως απεσταλμένοι του Ράλλη για να διαπραγματευτούν. Τότε ένας στρατιώτης ρώτησε τον Πάγκαλο αν θα έπρεπε να πάρουν εκτός από τα όπλα και το σπαθί του Παπούλα. Τότε ο Πάγκαλος απάντησε: «Όχι, ας το κρατήσει όπως ο Ναπολέων στο Σεντάν». Το επεισόδιο δεν είχε συνέχεια.

Τον Ιανουάριο του 1910 ο Πάγκαλος αντικατέστησε τον ανθυπολοχαγό Λιδωρίκη στη θέση του γραμματέα στη διοικητική επιτροπή του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Ήταν από τους πρώτους που υποστήριξαν τον ερχομό του Ελευθερίου Βενιζέλου. Στις 15 Μαρτίου 1910 και μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Βενιζέλο, ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος διαλύθηκε, έχοντας πετύχει τις επιδιώξεις του.

Το 1911 εισήχθη στη σχολή πολέμου και στη συνέχεια στάλθηκε για σπουδές μαζί με άλλους τέσσερις αξιωματικούς στο Παρίσι και συγκεκριμένα στη Γαλλική Ακαδημία Πολέμου. Το 1912 τον βρίσκει διοικητή του λόχου του 7ου συντάγματος πεζικού. Με την έκρηξη του Α΄ Βαλκανικού πολέμου στέλνεται στο Ναύπλιο και λίγο αργότερα στη Λάρισα. Σημαντική ήταν και η συμμετοχή του στη μάχη των Γιαννιτσών στις 19 και 20 Οκτωβρίου του 1912. Ήταν από τους πρώτους που μπήκαν στη Θεσσαλονίκη, από την οποία όμως αναχώρησε λίγο μετά με το 18ο σύνταγμα πεζικού. Στις 24 Νοεμβρίου καταλαμβάνει τη Φλώρινα και επτά μέρες αργότερα επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη. Από εκεί φεύγει για το οχυρό του Μπιζανίου, το οποίο, όπως εξομολογείται στα απομνημονεύματά του, δεν θα καταλαμβανόταν χωρίς τη συμβολή του Ιωάννη Μεταξά. Τον Μάρτιο του 1913 επιστρέφει μαζί με όλα τα άλλα τάγματα στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, και αφού οι πολεμικές συγκρούσεις σταματούν, πετυχαίνει να πάρει ολιγοήμερη άδεια για να επισκεφθεί την οικογένειά του. Στην Αθήνα έρχεται σε επαφή με τον Βενιζέλο, με τον οποίο συζητά θέματα πολεμικής φύσεως.

Στις 16 Ιουνίου 1913 ξεσπάει ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος μεταξύ Ελλάδας, Σερβίας, Τουρκίας και Βουλγαρίας. Συμμετείχε στη μάχη του Λαχανά, όπου μάλιστα εν μέσω εχθρικών πυρών οδήγησε τις πυροβολαρχίες μέσα από την περιοχή των συγκρούσεων με ελάχιστες απώλειες. Τις επόμενες μέρες θα αναλάβει το 9ο ευζωνικό τάγμα, το οποίο και θα οδηγήσει στο Μπέλες, όπου διεξήχθη νικηφόρα για τον ελληνικό στρατό μάχη. Στις 27 Ιουνίου καταλαμβάνει το Σιδηρόκαστρο και στις 10 Αυγούστου ο σύντομος αυτός πόλεμος έληξε. Ο Πάγκαλος, λόγω των διαφωνιών που αντιμετώπιζε με τον Χατζανέστη, μετατέθηκε στο 1/38 τάγμα ως υπασπιστής.

Ο Πάγκαλος (αριστερά) με τον στρατηγό Νίδερ, 1917
Ο Πάγκαλος (αριστερά) με τον στρατηγό Νίδερ, 1917

Το Φθινόπωρο του 1913 αναχωρεί για τη Γαλλία, για να σπουδάσει στην Ανώτατη Σχολή Πολέμου μέχρι και τον Αύγουστο του 1914, όταν και εξερράγη ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, στον οποίο η Ελλάδα αρχικά κράτησε ουδέτερη στάση, με συνέπεια να ξεκινήσει ο Εθνικός Διχασμός και να εκδιωχθεί ο βασιλιάς Κωνσταντίνος. Συγκεκριμένα ο βασιλιάς, όντας φιλογερμανός, λόγω των συγγενικών δεσμών που είχε η σύζυγός του, Σοφία, με τη γερμανική βασιλική αυλή, και μη μπορώντας να αναγκάσει την κυβέρνηση να εισέλθει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με το πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, άσκησε πιέσεις για να παραμείνει η χώρα ουδέτερη. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, πρωθυπουργός τότε, θεωρώντας ως επέμβαση στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης τη στάση του βασιλιά, γεγονός που αντέβαινε στο Σύνταγμα, παραιτήθηκε και λίγο αργότερα προχώρησε στο κίνημα της Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, ο Πάγκαλος διορίστηκε επιτελάρχης της 8ης μεραρχίας στην Πρέβεζα. Λίγους μήνες αργότερα μετατέθηκε στην 4η μεραρχία Ναυπλίου. Το καλοκαίρι του 1916 θα είναι καθοριστικό για την πολιτική ζωή του τόπου. Ο Πάγκαλος μαζί με τον Φικιώρη συστήνουν κρυφή ομάδα αξιωματικών με σκοπό την είσοδο της χώρας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Μέχρι τα τέλη Αυγούστου είχαν μυηθεί πάνω από 60 αξιωματικοί του στρατού. Το κίνημα της Θεσσαλονίκης, στο οποίο αναφερθήκαμε παραπάνω, ξεσπά και αμέσως η ομάδα Πάγκαλου σπεύδει να το ενισχύσει.

Στις 12 Σεπτεμβρίου αναχωρεί μαζί με άλλους στρατιωτικούς και πολιτικούς με πλοίο από τον Πειραιά και εγκαθίσταται στη Μυτιλήνη, όπου διορίζεται από την Προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας διοικητής Αιγαίου. Στη συνέχεια διορίζεται στρατιωτικός διοικητής Ηρακλείου και τον Μάρτιο του 1917 προάγεται σε αντισυνταγματάρχη, αναλαμβάνοντας παράλληλα τη διοίκηση του 9ου Συντάγματος. Ο Βενιζέλος με τη βοήθεια των δυνάμεων της Αντάντ καταφέρνει να εκδιώξει τον Κωνσταντίνο, να ανέλθει στην κυβέρνηση και ουσιαστικά να εγκαινιάσει την είσοδο της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.

Με το 9ο σύνταγμα ο Πάγκαλος εισέρχεται στην Αθήνα και εγκαθίσταται στον στρατώνα του Ρουφ αμέσως μετά την έξωση του Κωνσταντίνου. Στις 15 Μαρτίου του 1917 ο Πάγκαλος, έχοντας την απόλυτη εμπιστοσύνη του Βενιζέλου, γίνεται προσωπάρχης του υπουργείου στρατιωτικών, το χαρτοφυλάκιο του οποίου είχε ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Κατά τη διάρκεια της θητείας του δημιουργήθηκε παρεξήγηση με τον βασιλιά Αλέξανδρο εξαιτίας κάποιων κατηγοριών του Πάγκαλου που εξελήφθησαν ως ύβρεις κατά του έκπτωτου βασιλιά Κωνσταντίνου Α. Ύστερα όμως από τις απαραίτητες εξηγήσεις προς τον βασιλιά Αλέξανδρο, η παρεξήγηση λύθηκε. Ο Πάγκαλος ήταν ο κύριος εισηγητής και εκτελεστής του νόμου με τον οποίο όλοι οι λιποτάκτες θα έπρεπε εντός 48ωρου να επιστρέψουν στις θέσεις τους, αλλιώς θα εκτελούνταν, νόμο που αργότερα ο Βενιζέλος αναίρεσε. Στις 18 Ιανουαρίου του 1918 ο Πάγκαλος παύθηκε από τη θέση του προσωπάρχη. Λίγες μέρες αργότερα μετατέθηκε στη μεραρχία Σερρών και τον Μάιο του ίδιου χρόνου έγινε διοικητής της 1ης μεραρχίας.

Ο Πάγκαλος με τον Παρασκευόπουλο και τον Στεργιάδη στη Σμύρνη, Οκτώβριος 1920
Ο Πάγκαλος με τον Παρασκευόπουλο και τον Στεργιάδη στη Σμύρνη, Οκτώβριος 1920

Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συμμετείχε σε διάφορες μάχες, για τις οποίες τιμήθηκε με εύφημη μνεία και πολεμικό σταυρό. Απότοκος όλων αυτών των διακρίσεων ήταν και η επιλογή του από τον αρχιστράτηγο του στρατού Λεωνίδα Παρασκευόπουλο ως γενικού επιτελάρχη της στρατιάς. Τον Μάιο του 1919 αποβιβάστηκε στη Σμύρνη και εγκαταστάθηκε εκεί ως αρχηγός του επιτελείου. Οι συγκρούσεις του με τον Αριστείδη Στεργιάδη, αρμοστή της Σμύρνης, ήταν αρκετές, με αποτέλεσμα να προταθεί από αυτόν και τον Παρασκευόπουλο η αντικατάστασή του. Ο Πάγκαλος εκείνη την εποχή αναχώρησε για το Παρίσι για κατ’ ιδίαν συζητήσεις με τον Βενιζέλο και τους Ευρωπαίους στρατηγούς. Η καλή συνεργασία που είχαν είχε ως αποτέλεσμα την παραμονή του στη θέση του αρχηγού του επιτελείου.

Χάρη στην εξυπνάδα του ο ελληνικός στρατός προέλασε στη Μικρά Ασία και μάλιστα έφτασε να καταλάβει την Προύσα και να σώσει τους Άγγλους στρατιώτες που βρίσκονταν σε δεινή θέση. Η κίνηση αυτή όμως εξόργισε τον Βενιζέλο, αφού η Προύσα δεν εντασσόταν στο σχέδιο δράσης. Στις 22 Αυγούστου του 1920, και ύστερα από διαμάχη του Βενιζέλου με τον Παρασκευόπουλο, λόγω της κατάληψης της Προύσας, ο δεύτερος παραιτείται. Ο Πάγκαλος, παρών στο επεισόδιο, δηλώνει και αυτός την παραίτησή του. Τελικά δεν γίνονται δεκτές. Τις επόμενες μέρες ο Πάγκαλος προάγεται σε υποστράτηγο.

Με την άνοδο της φιλοβασιλικής κυβέρνησης Γούναρη, ο Πάγκαλος ανακαλείται από το μέτωπο και αποστρατεύεται τον Νοέμβριο του 1920. Μέχρι τα γεγονότα της Μικρασιατικής καταστροφής, ο Πάγκαλος είχε αποσυρθεί στην Ελευσίνα, απ’ όπου παρακολουθούσε τις πολιτικές εξελίξεις.

Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1922, παράλληλα με το στρατιωτικό κίνημα της Χίου, ο Πάγκαλος έχοντας συστήσει από καιρό μια ομάδα αξιωματικών, σχηματίζει την επιτροπή Αθηνών, η οποία προχωρεί κατευθείαν σε συλλήψεις πολιτικών και απελευθερώσεις φιλελεύθερων προσωπικοτήτων. Με την έλευση της επαναστατικής επιτροπής Πλαστήρα-Φωκά-Γονατά, ο Πάγκαλος διορίζεται διοικητής της σχολής Ευελπίδων. Μέχρι την έλευση της Επαναστατικής Επιτροπής συμπεριφερόταν ως αρχηγός αυτής καθώς είχε την πίστη ότι αυτή θα τίθετο υπό της διαταγές του. Παρ’ όλα αυτά όχι μόνο αγνοήθηκε, αλλά αρκετές αποφάσεις για τη σύλληψη στελεχών της κυβέρνησης που είχαν πραγματοποιηθεί από αυτόν ακυρώθηκαν. Ο Πάγκαλος μαζί με τον Αλέξανδρο Οθωναίο και τον Αλέξανδρο Χατζηκυριάκο  αποτελούσαν ανεξάρτητη ομάδα από την επαναστατική επιτροπή, με την οποία αν και συνεργάζονταν διαφωνούσαν ριζικά ως προς το θέμα της τιμωρίας των υπευθύνων για την καταστροφή. Αυτή η ομάδα δεν είχε συμμετάσχει την μικρασιατική εκστρατεία παραμένοντας στην Αθήνα και διατηρώντας ζωντανή τη νοοτροπία του διχασμού. Υποστηρίζεται ότι σε αυτόν οφείλεται η παραπομπή των οκτώ σε στρατιωτικό δικαστήριο μέσω των έντονων πιέσεων που ασκούσε στο Νικόλαο Πλαστήρα.

Στις 5 Οκτωβρίου συστήθηκε ανακριτική επιτροπή για την τιμωρία των υπευθύνων της Μικρασιατικής Καταστροφής με πρόεδρο τον Θεόδωρο Πάγκαλο. Στην επιτροπή κατέθεσαν όλοι οι κατηγορούμενοι και στις 24 Οκτωβρίου εκδόθηκε το πόρισμα αυτής με το οποίο καταλόγιζε ευθύνες στους κατηγορουμένους. Στη συνέχεια συστήθηκε έκτακτο στρατοδικείο, του οποίου τα μέλη, σε μεγάλο βαθμό, ορίστηκαν από τον Πάγκαλο. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε ο Πάγκαλος και στην ουσιαστική αθώωση του πρίγκιπα Ανδρέα, συμμαθητή του στη σχολή Ευελπίδων, τον οποίο μάλιστα συνόδευσε ο ίδιος στο Φάληρο απ’ όπου αναχώρησε για το εξωτερικό. Παραδίδεται μάλιστα και χαρακτηριστικός διάλογος μεταξύ των δύο κατά τη διάρκεια της ανάκρισης. Στο ερώτημα του Πάγκαλου προς τον πρίγκιπα Ανδρέα αν έχει παιδιά, ο δεύτερος του απάντησε καταφατικά. Τότε ο Πάγκαλος αποκρίθηκε: «Κρίμα που θα μείνουν ορφανά», σίγουρος ότι, παρά τις διεθνείς πιέσεις, το δικαστήριο δεν θα τον αθώωνε, προκειμένου να ικανοποιήσει το λαϊκό αίσθημα. Μετά από χρόνια ο ίδιος ο Πάγκαλος δήλωσε ότι «οι έξι εκτελεσθέντες υπήρξαν μοιραία κατ’ ανάγκην θύματα στο βωμό της πατρίδας σε κρίσιμες στιγμές».

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος και η στρατιά του Έβρου

Στις 14 Νοεμβρίου του 1922 διορίστηκε υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Στυλιανού Γονατά. Από την θέση αυτή έλεγχε όλες τις προαγωγές και μεταθέσεις προωθώντας, κατά παράβαση της επετηρίδας, τους ευνοούμενούς του. Στις 12 Δεκεμβρίου παραιτήθηκε για να αναλάβει την αρχιστρατηγία της Στρατιάς του Έβρου. Εγκαταστάθηκε στην Αλεξανδρούπολη έχοντας έκτακτες εξουσίες. Για να διευκολυνθεί στο έργο του η κυβέρνηση, κατόπιν υποδείξεώς του, εξέδωσε δύο νόμους, σύμφωνα με τους οποίους η κλοπή υλικού από τον στρατό και η εκ δόλου έκδοση απαλλακτικού σε στρατιώτη από αξιωματικό της υγειονομίας θα τιμωρείτο με εκτέλεση. Οι δύο αυτοί νόμοι, καθώς και οι φήμες περί δεκάδων εκτελέσεων που επίτηδες άφησε να διαρρεύσουν ο ίδιος ο Πάγκαλος, επέβαλαν σε μεγάλο βαθμό την πειθαρχία στο καταπονημένο και διαλυμένο στράτευμα.

Σύντομα κατάφερε να μετατρέψει μια διασκορπισμένη μάζα στρατού με χαμηλό ηθικό σε ισχυρό και αξιόμαχο ετοιμοπόλεμο στρατό 115.000 ανδρών. Στην αντίθετη πλευρά ο τουρκικός στρατός της Θράκης δεν ήταν ικανός σε σχέση με αυτόν του Έβρου. Ο Πάγκαλος πίστευε ότι μπορούσε να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, αφού οι συνθήκες τον ευνοούσαν. Η ελληνική διπλωματία, γνωρίζοντας το αξιόμαχο του στρατού, χρησιμοποίησε αυτόν ως όπλο προκειμένου να συνθηκολογήσει με την Τουρκία. Πράγματι στις 24 Ιουλίου του 1923 υπογράφηκε η Συνθήκη της Λωζάννης.

Η συνθηκολόγηση αυτή δεν ικανοποίησε τον Πάγκαλο, αφού θεωρούσε ότι η κατάληψη της Ανατολικής Θράκης δεν θα ήταν δύσκολη για έναν τέτοιο στρατό. Οι απόψεις του, οι οποίες αντιτίθεντο προς την επαναστατική κυβέρνηση, επέφεραν σύγκρουση μεταξύ της επαναστατικής κυβέρνησης και του ίδιου. Στην Θεσσαλονίκη μάλιστα συγκάλεσε και σύσκεψη με άλλους στρατηγούς προκειμένου να κινηθούν εναντίον της κυβέρνησης. Ο Πλαστήρας έλαβε γνώση της συνάντησης και τον εξανάγκασε σε παραίτηση παρά τις προσπάθειες του Οθωναίου για συνδιαλλαγή.

Μετά από την παραίτηση του ο Πάγκαλος αποφάσισε να ασχοληθεί με την πολιτική, κάτι που θα μας απασχολήσει σε άλλο άρθρο.

Το τέλος του Θεόδωρου Πάγκαλου

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος απεβίωσε στις 27 Φεβρουαρίου 1952 από φυματίωση στο ξενοδοχείο «Χλόη» της Κηφισιάς, όπου διέμενε. Η κηδεία του έγινε την επομένη, δημοσία δαπάνη. Το 1950 εξεδόθησαν τα απομνημονεύματά του.

https://el.wikipedia.org/wiki/Θεόδωρος_Πάγκαλος_(στρατιωτικός)

Η Καρδίτσα (6000π.Χ.-…)

Η Καρδίτσα είναι πόλη της Θεσσαλίας, πρωτεύουσα της ομώνυμης  Περιφερειακής Ενότητας (τέως Νομού Καρδίτσας -και παλαιότερα Θεσσαλιώτιδας) και έδρα του δήμου Καρδίτσας και της Ιεράς μητροπόλεως Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων. Βρίσκεται στο δυτικό άκρο του Θεσσαλικού κάμπου. Διακρίνεται για τα πολλά παραδοσιακά πέτρινα αρχοντικά, τις πλατείες και τους πεζόδρομους. Σε απόσταση 10km απ’ τις υπώρειες της Πίνδου και σε υψόμετρο 110μ. χτισμένη δίπλα σε παραπόταμο του Πηνειού η γεωγραφική της θέση, στην καρδιά της ηπειρωτικής Ελλάδας της προσέδωσε ίσως και το όνομα. Κατά την απογραφή του 2011 η Δημοτική ενότητα Καρδίτσας είχε πληθυσμό 44.002 μόνιμους κατοίκους, ενώ η πόλη της Καρδίτσας είχε 38.554 κατοίκους.

Η Καρδίτσα
Η Λίμνη Πλαστήρα

Το όνομα της Καρδίτσας

Οι εκδοχές για την ετυμολογία του ονόματος της Καρδίτσας είναι πολλές. Μία από αυτές, που καταγράφεται στο έργο του Λάμπρου Καταφυγιώτη «Ιστορία της Θεσσαλίας και οι Θεσσαλοί αγρόται» καθώς και στο βιβλίο του Α.Γ. Σαμαρόπουλου «Οδηγός του Νομού Καρδίτσας» αναφέρει ότι η πόλη έλαβε την ονομασία Καρδίτσα επειδή βρίσκεται στο κέντρο (στην καρδιά) του κάμπου και των Αγράφων –ότι δηλαδή η ονομασία της πόλης προέρχεται από τη λέξη καρδιά. Μια δεύτερη εξήγηση απομακρύνεται κατά πολύ από την έννοια της καρδιάς και συνδέει την πόλη με το βαμβάκι. Υποστηρίζεται δηλαδή πως η πόλη πήρε το όνομά της από τη λέξη καρυδίτσα. Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή, που καταγράφεται από τον Χαρ. Θ. Μηχιώτη, η ονομασία της Καρδίτσας προήλθε από τις καρυδίτσες του βαμβακιού (δηλ. βαμβακοκαρυδίτσα>Καρδίτσα) και ότι αυτό έγινε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Ενδιαφέρον πάντως παρουσιάζει και η άποψη που διατύπωσε ο Γ.Κ. Δελόπουλος σύμφωνα με την οποία ρίζα της λέξης Καρδίτσα είναι η παλιά σλαβική λέξη «Grad» που σημαίνει «πόλη» και απαντά ως δεύτερο συνθετικό στις ονομασίες πολλών πόλεων των σλαβικών χωρών, όπως το Πέτρογκραντ, το Λένινγκραντ κ.α. Η ίδια λέξη περνώντας νοτιότερα, αλλοιώθηκε και στην ελληνική γλώσσα από γκραντ έγινε γραδ (π.χ. Βελιγράδι). Με την πάροδο των χρόνων υπέστη άλλη μια φωνητική μεταβολή, αρκετά συνηθισμένη στη νεοελληνική γλώσσα και από γραδ έγινε γαρδ ή γκαρδ. Σύμφωνα λοιπόν με την εξήγηση αυτή, την οποία υποστηρίζουν και πάρα πολλοί ξένοι ερευνητές, το όνομα Καρδίτσα προέρχεται από τη λέξη Grad (δηλαδή το Grad έγινε γκαρδ και το γκαρδ με τη σειρά του έγινε Γκαρδίτσα, απ’ όπου και Καρδίτσα).

Αξίζει σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε και άλλες πιθανές εκδοχές που αφορούν στην προέλευση του ονόματος της Καρδίτσας. Όπως αναφέρει ο Φαίδων Μαλιγκούδης, σε ένα λειτουργικό χειρόγραφο βιβλίο (Πρόθεσις) της Μονής Βαρλαάμ από το έτος 1613 αναφέρονται τα ονόματα κατοίκων από γειτονικούς θεσσαλικούς οικισμούς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η Καρδίτσα. Η αναφορά αυτή είναι η αρχαιότερη μνεία που θα συναντήσει κανείς στις ελληνόγλωσσες ιστορικές πηγές για τη θεσσαλική αυτή πόλη.

Η ιστορία της Καρδίτσας

Η Καρδίτσα κατά την αρχαιότητα

Έχοντας κομβική γεωγραφική θέση στην ευρύτερη περιοχή, ο νομός Καρδίτσας, αποτέλεσε σταυροδρόμι διαφορετικών λαών και πολιτισμών. Ευρήματα μαρτυρούν την ανθρώπινη παρουσία από τα 6000 π.χ. Η περιοχή αποτέλεσε τμήμα της αρχαίας Θεσσαλιώτιδας μαζί με τις περιοχές της Φθιώτιδας, της Ιστιαιώτιδας και της Πελασγιώτιδας, την Θεσσαλική Τετράδα, μια πρώτης μορφής συμμαχία. Αναφορά στην περιοχή γίνεται και από τον Όμηρο, στην Ιλιάδα, όπου τρεις πόλεις (Ιθώμη, Τιτάνιο και Αστέριο) συμμετείχαν με πλοία τους στον Τρωικό πόλεμο.
Οι παλαιότερες θέσεις κατοίκησης έχουν επισημανθεί στις πεδινές περιοχές του νομού. Εκεί η εύφορη γη με τα άφθονα νερά ευνοούσε την εγκατάσταση, όπως το Καρποχώρι, η Σικυώνα, η Μύρινα, η Μαγούλα, η Μαγουλίτσα, ο Πρόδρομος, όπου εντοπίστηκαν δείγματα κεραμικής της 6ης χιλιετίας π.Χ. Χαρακτηριστικό είναι το πήλινο ομοίωμα σπιτιού, με θαυμάσια γραπτή διακόσμηση, που βρέθηκε στο νεολιθικό οικισμό Μύρινα, με άνοιγμα στη στέγη για την εστία και στο δάπεδο δύο τρύπες, προφανώς για τους κίονες.
Από τις αρχαιότερες πόλεις, η Άρνη, υπήρξε έδρα των Βοιωτών πριν από την εγκατάσταση των Θεσσαλών, δηλαδή πριν από το 1900 π.Χ. Άρνη ήταν η κόρη του Αίολου και μητέρα του γενάρχη Βοιωτού.
Στα Ιστορικά Χρόνια η πόλη μετονομάστηκε Κιέριο. Σύμφωνα με τις επιγραφές ταυτίζεται με την αρχαία θέση «Ογλά», δυτικά από το χωριό Πύργος Κιερίου, πολύ κοντά στον Κουάριο ή Κουράλιο ποταμό (Σοφαδίτικο). Σώζονται ερείπια από τα ισχυρά τείχη και από άλλα κτίσματα.

Η Άρνη τοποθετείται στη θέση «Μακριά Μαγούλα». Το Κιέριο ήταν μια από τις τρεις σημαντικές πόλεις του σημερινού νομού (οι άλλες δυο ήταν η Μητρόπολη και οι Γόμφοι) και χαρακτηρίζεται πρώτη πρωτεύουσα της Θεσσαλιώτιδας, στο πρώτο μισό του 4ου αιώνα π.Χ. Τότε κόπηκαν και τα πρώτα χάλκινα και αργυρά νομίσματα. Εικονίζει το Δία και την Άρνη, κοριτσάκι να παίζει γονατιστή αστραγάλους. Στα ασημένια εικονίζεται και ο Ασκληπιός, η λατρεία του οποίου έχει τις ρίζες στη Θεσσαλία. Στην πόλη λάτρευαν και τον Ποσειδώνα Κουέριο, επίθετο που συσχετίζει το θεό με το ποτάμι, το νερό και τις πηγές. Επιγραφές σώζουν πληροφορίες για επιφανείς Κιέριους που έγιναν ταγοί, στρατηγοί, γραμματείς του Κοινού των Θεσσαλών, ιερομνήμονες στους Δελφούς, πρόξενοι σε άλλες θεσσαλικές πόλεις, και νίκησαν σε αγώνες. Μια επιγραφή του 1ου αιώνα π.Χ. αναφέρεται σε δικαστική απόφαση του Κοινού των Θεσσαλών, όπου δικαιώθηκε το Κιέριο, σε εδαφική διαφορά με τη Μητρόπολη.

Η Μητρόπολη βρισκόταν στη θέση του σημερινού ομώνυμου χωριού και έχει εντοπιστεί από ενεπίγραφο γωνιόλιθο σε σπίτι. Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές δημιουργήθηκε με το συνοικισμό τριών μικρών οικισμών. Η πρώτη αναφορά στην πόλη διασώθηκε σε επιγραφή των Δελφών του 360 π.Χ. όπου η πόλη συμμετείχε στην ανακατασκευή του ναού του Απόλλλωνα με το σεβαστό ποσό των 120 δρχ. Αργότερα συνοικίστηκαν άλλες γειτονικές πόλεις στη Μητρόπολη, όπως το Ονθύριο, οι Πολίχνες και η Ιθώμη, που είχε πάρει μέρος στον Τρωικό Πόλεμο με τους βασιλείς της Τρίκκης, Ποδαλείριο και Μαχάονα, τους γιους του Ασκληπιού. Τα παλαιότερα αργυρό νομίσματα της Μητρόπολης χρονολογούνται στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. και στα μέσα του 3ου αιώνα π.Χ. κόπηκαν χάλκινα νομίσματα με την Αφροδίτη – κύρια θεότητα – ή το περιστέρι, σύμβολο της θεάς. Στη Μητρόπολη λατρεύονταν επίσης ο Δίας, ο Ποσειδώνας, ο Απόλλωνας, ο Διόνυσος και οι Μοίρες.

Στη θέση «Επισκοπή», στην αριστερή όχθη του ποταμού Πάμισου, κοντά στο Μουζάκι, έχουν επισημανθεί τα ερείπια της αρχαίας πόλης Γόμφοι. Λείψανα από τα ισχυρό τείχη της έχουν επισημανθεί στην κορυφή του λόφου στα βόρεια της πόλης. Στα χρόνια του Φιλίππου Β’ είχε μετονομαστεί σε Φιλιππόπολη. Τότε, γύρω στα 340 π.Χ., έκοψε τα πρώτα αργυρά νομίσματα και αργότερα χάλκινα, με το όνομα Γόμφοι. Εδώ λάτρευαν το Δία Ακραίο – συναντάται και με το επίθετο Παλάμνιος – και το Διόνυσο Κάρπιο. Το 198 π.Χ. οι Γόμφοι περιέρχονται στο βασίλειο της Αθαμανίας, του Αμύνανδρου.

Οι Αθαμάνες της Καρδίτσας

Η Αθαμανία ήταν η περιοχή της κεντρικής Πίνδου που διαρρέεται από τον Άνω Αχελώο, τον αρχαίο Ίναχο. Περιελάμβανε το νοτιοανατολικό τμήμα της Ηπείρου και το δυτικό ορεινό τμήμα της Θεσσαλίας. Αθαμάνες και Μολοσσοί αποκαλούνται λαοί της Ηπείρου από το Στράβωνα.

Η ορεινή περιοχή του νομού Καρδίτσας, όπου βρίσκονται τα χωριά της Αργιθέας, αποτελούσαν στην αρχαιότητα τμήμα της Αθαμανίας. Οι Αθαμάνες ήταν ένα από τα ελληνικά φύλα που εγκαταστάθηκαν εδώ τη 2η χιλιετία π.Χ. και πήραν μέρος στις μετακινήσεις των Ελλήνων στα τέλη του 12ου αιώνα π.Χ. ως τον 9ο αιώνα π.Χ. Γενάρχης τους, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Απολλόδωρου, ήταν ο Αθάμας, βασιλιάς της Βοιωτίας, ο οποίος εγκαταστάθηκε στις πλαγιές της Πίνδου μετά από περιπλανήσεις και «φιλοξενήθηκε» από άγρια ζώα. Διώχθηκε από την πατρίδα του επειδή είχε σκοτώσει το γιο του – με την Ινώ – Λέαρχο.
Στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. οι Αθαμάνες ήταν φίλοι των Λακεδαιμονίων, ενώ το 395 π.Χ. συμμετείχαν στη συμμαχία Αθηναίων, Βοιωτών, Θεσσαλών και άλλων.
Το 375 π.Χ. συμμετείχαν στη Β’ Αθηναϊκή Συμμαχία και στον Γ’ Ιερό πόλεμο, το 355 π.Χ., συμμάχησαν με Θεσσαλούς, Μακεδόνες και άλλους Έλληνες εναντίον των Φωκέων. Γνωστοί βασιλείς των Αθαμάνων υπήρξαν ο Θεόδωρος και ο Αμύνανδρος. Στα χρόνια που κυβέρνησε ο Αμύνανδρος, η Αθαμανία υπήρξε σημαντικός πολιτικός και στρατιωτικός παράγων, λόγω της θέσης της ανάμεσα στην Αιτωλία και τη Μακεδονία.
Στα 198 – 191 π.Χ. τα όριά της είχαν επεκταθεί ανατολικά σε αρκετές θεσσαλικές πόλεις, την Τρίκκη, τη Φαλώρεια, το Αιγίνιο, τις οποίες ο Αμύνανδρος είχε αποσπάσει από το Φίλιππο Ε’ της Μακεδονίας. Στην κρίσιμη για την ιστορία του έθνους μας μάχη της Πύδνας το 168 π.Χ., Μολοσσοί και Αθαμάνες τάχθηκαν στο πλευρό του Μακεδόνα Περσέα, σε μια τελευταία προσπάθεια να αντισταθούν στους Ρωμαίους.
Οι Έλληνες έχασαν τη μάχη και ο νικητής Αιμίλιος Παύλος επιδόθηκε σε λεηλασίες και καταστροφές. Αργότερα, το 48 π.Χ., τις διαφορές Πομπηίου Καίσαρα στο ρωμαϊκό εμφύλιο πλήρωσαν οι Γόμφοι με λεηλασία, καταστροφές και θανατώσεις πολιτών.

Επιγραφή του 165 π.Χ., που βρέθηκε στους Δελφούς, αναφέρεται στο Κοινό των Αθαμάνων, το οποίο κράτησε τουλάχιστον ως το 80 π.Χ., σύμφωνα με επιγραφή που βρέθηκε στη Λάρισα. Πρωτεύουσα των Αθαμάνων ήταν η Αργιθέα. Λείψανα έχουν εντοπιστεί κοντά στο ομώνυμο χωριό. Άλλες σπουδαίες πόλεις ήταν η Θευδορία ή Θεοδωρία (Θεοδωριανά Άρτας), η Τετραφυλία στην κοιλάδα του Αχελώου, η Ηράκλεια (Βουλγαρέλι ή Δροσοπηγή Άρτας), η Χαλκίδα (Χαλίκι Τρικάλων), το Πότναιο ή Πότνειο (στην περιοχή της Ελάτης Τρικάλων).

Ο Χριστιανισμός στην Καρδίτσα

Ο χριστιανισμός επικράτησε νωρίς στην Καρδίτσα και το πανθεσσαλικό ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς, «παρά τον Κουράλιον», μετατράπηκε σε χριστιανική εκκλησία. Ανακαλύφθηκαν λείψανα παλαιοχριστιανικής βασιλικής (5ου αιώνα), ρωμαϊκό ή παλαιοχριστιανικό ψηφιδωτό δάπεδο και χριστιανικοί τάφοι μεταγενέστεροι της βασιλικής.
Οι Γόμφοι και η Μητρόπολη ήταν από τις σημαντικότερες πόλεις της Θεσσαλίας και ο Ιουστινιανός (527-565) ανακαίνισε την οχύρωση.
Κατά την Βυζαντινή περίοδο η Καρδίτσα γνώρισε αλλεπάλληλες εισβολές από Σλάβους, Βλάχους, Καταλανούς. Εξαιρετικό βυζαντινό μνημείο στην περιοχή, το κάστρο του Φαναρίου δεσπόζει στις παρυφές των Αγράφων αγναντεύοντας τον Θεσσαλικό κάμπο.

Η Καρδίτσα κατά την Τουρκοκρατία

Ευτυχές γεγονός για τους ιστορικούς και τους σημερινούς επισκέπτες είναι η διατήρηση πολλών εκκλησιών και μοναστηριών όπως η Μονή Παναγίας Πελεκητής και η Μονή Κορώνης στην περιοχή λίμνης Ν. Πλαστήρα, η Μονή Σπηλιάς στην Αργιθέα, η Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Ρεντίνα, κομμάτια ζωντανής ιστορίας που παρέμειναν αναλλοίωτα στο χρόνο. Όταν κατέλαβαν το νομό οι Τούρκοι στα 1420, οι κάτοικοι αποσύρθηκαν στις δυσπρόσιτες πλαγιές των Αγράφων, εξασφαλίζοντας την ελευθερία τους. Οι κατακτητές αναγκάστηκαν να παραχωρήσουν προνόμια, τα οποία ανανεώθηκαν με τη συνθήκη του Ταμασίου, το 1525 – αφού δεν κατάφεραν να υποτάξουν τους κατοίκους. Με τη συνθήκη απαγορευόταν η εγκατάσταση Τούρκων στην περιοχή. Έτσι λειτούργησαν ονομαστές σχολές, όπως των Βραγκιανών, όπου δίδαξε ο Ευγένιος Γιαννούλης και φοίτησε ο Κοσμάς ο Αιτωλός και ο Βραγκιανός δάσκαλος του Γένους Αναστάσιος Γόρδιος.
Γνωστή ήταν και η σχολή Φουρνά, με αξιόλογο εργαστήρι αγιογραφίας, όπως δείχνουν οι κατάγραφες εκκλησίες των Αγράφων.
Η περιοχή των Αγράφων κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας κράτησε άσβεστο τον πνευματικό και θρησκευτικό λίκνο του Ελληνισμού, με τις ξακουστές της σχολές. Σημαντική ήταν η συνεισφορά του ντόπιου στοιχείου σ΄ όλους τους αγώνες της ελληνικής ιστορίας. Ο Καραϊσκάκης, ο Κατσαντώνης, ο Δίπλας, οι Μπουκουβαλαίοι κ.ά. μεγάλωσαν ή έδρασαν στην περιοχή βοηθώντας στην απελευθέρωσή της από τον Τουρκικό ζυγό.

Οι Αγραφιώτες έδωσαν πρώτοι το σύνθημα της εξέγερσης το 1854 και η επανάσταση εξαπλώθηκε σε όλη τη Θεσσαλία. Μεγάλη μορφή του αγώνα υπήρξε ο Χριστόδουλος Χατζηπέτρος. Παρά την εξάπλωση της επανάστασης και τις πρώτες νίκες, οι Έλληνες έχασαν ακόμα μια ευκαιρία να επεκτείνουν το κράτος, εξαιτίας της στάσης της Αγγλίας και της Γαλλίας, που υποστήριξαν ανεπιφύλακτα την Τουρκία και άσκησαν πίεση στην ελληνική κυβέρνηση, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των στρατευμάτων και την ήττα της 6ης Ιουνίου 1854.
Τελικά η απελευθέρωσή της από τον Τουρκικό ζυγό, ήρθε  στα 1881.

Τα χρόνια που ακολούθησαν την απελευθέρωση χαρακτηρίζονται από την ανασυγκρότηση του τόπου και τον αγώνα για πρόοδο. Γνωστοί είναι άλλωστε και οι αγώνες των αγροτών για τη δίκαιη ανακατανομή της γης με αποκορύφωμα την εξέγερση στο Κιλελέρ (6-3-1910).

Η Καρδίτσα στην κατοχή

Η περίοδος της Ιταλογερμανικής κατοχής ανέκοψε την πορεία προόδου που παρουσιάστηκε κατά το μεσοπόλεμο. Σημαντικός παράγοντας στον απελευθερωτικό αγώνα κατά του Άξονα ήταν η μαζική συμμετοχή του πληθυσμού στην Αντίσταση. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: το συμμαχικό αεροδρόμιο που λειτουργούσε στο οροπέδιο της Νεβρόπολης (η σημερινή λίμνη Ν. Πλαστήρα), στα Άγραφα ήταν το αρχηγείο του Ε.Λ.Α.Σ..Στο χωριό Κορυσχάδες ήταν η έδρα της Προσωρινής Επαναστατικής Κυβέρνησης του βουνού.

Η Καρδίτσα ελεύθερη

Την 12 Μαρτίου του 1943 η Καρδίτσα γίνεται η πρώτη ελεύθερη πόλη της σκλαβωμένης Ευρώπης, όταν οι αγωνιστές του Ε.Λ.Α.Σ., μετά την φυγή των Ιταλών στα Τρίκαλα, μπήκαν με σχηματισμό και βήμα παρέλασης στην πόλη.

Από το 1944 η Καρδίτσα ανακηρύσσεται σε νομό και παύει να υφίσταται ως επαρχία Τρικάλων.

Πηγή: https://karditsas.blogspot.com/p/blog-page_30.html

Πηγή: https://www.karditsanews.gr

Ο Γεώργιος Παπανδρέου (1888-1968)

Ο Γεώργιος Παπανδρέου (13 Φεβρουαρίου 1888 – 1 Νοεμβρίου 1968) υπήρξε μία από τις πιο επιφανείς προσωπικότητες της νεώτερης πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας. Πατέρας του Ανδρέα Παπανδρέου, του Γεωργίου Γ. Παπανδρέου (με την Κυβέλη Ανδριανού) και παππούς του Γεωργίου Α. Παπανδρέου. Διετέλεσε τρεις φορές Πρωθυπουργός της Ελλάδας (1944-1945, 1963, 1964-1965), Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης τα χρόνια 1950-1952 και πολλές φορές Υπουργός, με πρώτη υπουργική θητεία στην επαναστατική κυβέρνηση του 1922. Υπήρξε φίλος, συνεργάτης και διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Ελευθερίου Βενιζέλου. Απέκτησε το προσωνύμιο «Γέρος της Δημοκρατίας».

Ο Γεώργιος Παπανδρέου
Ο Γεώργιος Παπανδρέου

Ο Βίος του Γεωργίου Παπανδρέου

Ο Γεώργιος Παπανδρέου γεννήθηκε ως Γεώργιος Σταυρόπουλος στο Καλέντζι Αχαΐας το 1888 και ήταν το τρίτο παιδί του  πρωτοπρεσβύτερου Ανδρέα Σταυρόπουλου και της συζύγου του Παγώνας, κατά άλλους  γεννήθηκε στο χωριό Αγία Μαρίνα που ήταν τότε οικισμός του Καλεντζίου. Δε γνώρισε τη μητέρα του, η οποία απεβίωσε λίγους μήνες μετά τη γέννησή του. Ο θείος του, Νικόλαος Σταυρόπουλος, ήταν σχολάρχης Πατρών. Ξεκίνησε τις σπουδές του στο τετρατάξιο σχολείο του χωριού του και στη συνέχεια στο σχολαρχείο της Χαλανδρίτσας. Δύο χρόνια αργότερα και αφού ο πατέρας του μετατέθηκε στην Πάτρα, γράφτηκε στο Β΄ Γυμνάσιο Πατρών, όπου ήδη φοιτούσε ο μεγαλύτερος αδερφός του, Νίκος. Το 1901 έχασε την αδελφή του, Μαγδαληνή, από φυματίωση σε ηλικία μόλις 19 ετών. Την ίδια χρονιά αποφάσισε μαζί με τον αδελφό του να επισημοποιήσουν το επίθετο με το οποίο ήταν άλλωστε γνωστοί: Από Γεώργιος Σταυρόπουλος έγινε Γεώργιος Παπανδρέου.

Σπούδασε νομική στην Αθήνα και πολιτικές επιστήμες στο Βερολίνο, όπου και γνώρισε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, προσφωνώντας τον ως εκπρόσωπος των Ελλήνων φοιτητών. Από τους Γερμανούς καθηγητές του στο πανεπιστήμιο, αυτός που τον επηρέασε περισσότερο ήταν ο Χάινριχ Τρίπελ (Heinrich Triepel), ο οποίος πρωταγωνίστησε στην αμφισβήτηση του άκρατου θετικισμού και νομικισμού που επικρατούσε τότε στην γερμανική πολιτειολογία και θεωρία του κράτους, προτείνοντας αντίθετα μια περισσότερο κοινωνιολογική και πολιτική θεώρηση.

Κατά την πολιτική κρίση που δημιουργήθηκε με θέμα την ουδετερότητα ή την είσοδο της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Παπανδρέου ήταν από τους σφοδρότερους υποστηρικτές του Βενιζέλου. Όταν ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα, ο Παπανδρέου τον συνόδεψε στην Κρήτη κι έπειτα πήγε στη Λέσβο, απ’ όπου κινητοποίησε τους βενιζελικούς υποστηρικτές του στα νησιά εξουδετερώνοντας τους βασιλόφρονες και υποστήριξε την επαναστατική κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη.

Ο Βενιζέλος εντυπωσιάστηκε από τη ρητορική δεινότητα του νεαρού Παπανδρέου και τον διόρισε, το 1916, γενικό διευθυντή του πολιτικού γραφείου του και αργότερα την ίδια χρονιά νομάρχη Λέσβου και Χίου. Την περίοδο 1917-1920 διετέλεσε γενικός διευθυντής νήσων Αιγαίου, με ουσιαστικές αρμοδιότητες υπουργού. Παντρεύτηκε τη Σοφία Μινέικο (κόρη του Σιγισμούνδου Μινέικο, Πολωνού αριστοκράτη, και της Περσεφόνης Μανάρη) με την οποία απέκτησε το 1919 τον Ανδρέα Παπανδρέου. Το 1921 επέζησε από μια απόπειρα δολοφονίας από φανατικούς φιλοβασιλείς, ενώ το 1922 είχε κορυφαίο ρόλο στην  επανάσταση των Πλαστήρα-Γονατά που έδιωξε τον βασιλιά Κωνσταντίνο. Ο Παπανδρέου εκλέχτηκε βουλευτής με το Κόμμα Φιλελευθέρων του Βενιζέλου και το 1923 ο Στυλιανός Γονατάς τον διόρισε υπουργό Εσωτερικών στην επαναστατική κυβέρνηση. Αργότερα υπηρέτησε ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας με την κυβέρνηση Ανδρέα Μιχαλακοπούλου το διάστημα 1924-1925. Η δικτατορία του Θεόδωρου Πάγκαλου τον εξόρισε. Στη συνέχεια υπηρέτησε ως υπουργός Παιδείας επί Βενιζέλου (1930-1932) και υπουργός Συγκοινωνιών το 1933 πάλι με την κυβέρνηση Βενιζέλου. O Γεώργιος Παπανδρέου ως υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Bενιζέλου την περίοδο 1930 με 1932, συνέδεσε το όνομά του όχι μόνο με τα 3.200 σχολεία που κτίστηκαν τότε αλλά και με μία ευρύτατη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Τα σχολεία που έκτισε του εξασφάλισαν την αγάπη του προσφυγικού στοιχείου (Πόντιοι και Μικρασιάτες). Το 1935 ίδρυσε το Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο μετονομάστηκε αργότερα σε Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1934

Ως σταθερός υπέρμαχος της δημοκρατίας και πολέμιος του δικτατορικού καθεστώτος του Ιωάννη Μεταξά, εξορίστηκε το 1936 στην Άνδρο και στα Κύθηρα. Κατά την κατοχή της Ελλάδας από τους Γερμανούς στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συνελήφθη στις αρχές του 1942 από τους Ιταλούς ως εκδότης της παράνομης εφημερίδας Ελευθερία και φυλακίστηκε για ένα τρίμηνο στις φυλακές Αβέρωφ. Τον Ιούνιο του 1943 υπέβαλλε απευθείας στο στρατηγείο της Μέσης Ανατολής ειδική αναφορά με χαρακτήρα διακήρυξης η οποία προκάλεσε το ζωηρό ενδιαφέρον του Ουίνστον Τσώρτσιλ με τίτλο: «Η ταυτότης συμφερόντων Ελλάδος και Αγγλίας για πρώτη φορά στην ιστορία είναι απόλυτος».

Με την αποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα τον Οκτώβριο του 1944 ο Γεώργιος Παπανδρέου επανήλθε -έπειτα από σύντομη παραμονή της κυβέρνησής του στην Ιταλία- ως ο «πρωθυπουργός της Απελευθερώσεως».

Ο ρόλος του Γεωργίου Παπανδρέου στα Δεκεμβριανά

Ο Γ. Παπανδρέου απολάμβανε της απολύτου εμπιστοσύνης της βρετανικής κυβέρνησης, όσον αφορούσε στις επιδιώξεις τους για τον έλεγχο της μεταπολεμικής Ελλάδας. Για το σκοπό αυτό, οι Άγγλοι υποχρέωσαν σε παραίτηση το Σοφοκλή Βενιζέλο από την ηγεσία της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης και στη θέση του, ο βασιλιάς Γεώργιος τοποθέτησε τον Παπανδρέου. Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ μάλιστα φερόταν αποφασισμένος να τον διατηρήσει στη θέση του πρωθυπουργού πάση θυσία ενώ και ο ίδιος ο Παπανδρέου απηύθυνε δραματική έκκληση προς τη βρετανική κυβέρνηση να αποστείλει στην Αθήνα ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, προκειμένου αυτές να αποτελέσουν ανάχωμα στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Ενώ κυριαρχούσαν εντός του ΕΑΜ οι διαφωνίες μεταξύ διαλλακτικών και αδιάλλακτων, βασική επιδίωξη του Παπανδρέου ήταν η αποτροπή πάση θυσία της κατάληψης της χώρας από τις δυνάμεις του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού ύστερα από την αποχώρηση των Γερμανών, αλλά και η αναίμακτη μετάβαση στην ομαλότητα παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες που υπήρχαν. Τον Οκτώβριο του 1944, αμέσως μετά τη συμφωνία της Καζέρτας (η οποία έθετε υπό συμμαχική διοίκηση του στρατηγού Ρόναλντ Σκόμπι όλες τις αντιστασιακές ομάδες και όριζε σαφώς να παρενοχλούνται οι Γερμανοί κατά την αποχώρησή τους) και την απελευθέρωση, επέστρεψε στην Ελλάδα από το Σαλέρνο της Ιταλίας με το αγγλικό πολεμικό πλοίο Prince David και ανεβαίνοντας στο βράχο της Ακρόπολης ύψωσε την ελληνική σημαία. Ήταν υπό την προεδρία του που ο Σκόμπι εξέδωσε την ξαφνική διαταγή για αφοπλισμών μόνο των αριστερών οργανώσεων, διαταγή που αποτέλεσε τη θρυαλίδα των Δεκεμβριανών. Μετά τις μάχες των  Δεκεμβριανών παραιτήθηκε από πρωθυπουργός, τον Ιανουάριο του 1945. Την ημέρα του συλλαλητηρίου, σύμφωνα με μαρτυρία του ίδιου, μέλη της Οργάνωσης Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών (ΟΠΛΑ) προσπάθησαν να εισβάλλουν στο σπίτι του με χειροβομβίδα, αλλά απέτυχαν λόγω της αντίδρασης της φρουράς του. Ως επικεφαλής της κυβέρνησης, κατηγορήθηκε από το ΕΑΜ ότι έφερε την ευθύνη για το αιματοκύλισμα της διαδήλωσης στις 3 Δεκεμβρίου 1944 στην Πλατεία Συντάγματος, καθώς αρχικά έδωσε την άδεια για την πραγματοποίησή της και στη συνέχεια την ανακάλεσε σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλέστηκε (τις οποίες αμφισβήτησε το ΕΑΜ) ότι η συγκέντρωση θα ήταν ένοπλη και θα αποσκοπούσε στην προετοιμασία έκρηξης κομμουνιστικού κινήματος. Ως επικεφαλής μάλιστα (πολιτικός προϊστάμενος) κάθε άλλης κυβερνητικής εξουσίας, έδωσε ρητή εντολή στον αστυνομικό διευθυντή Αθηνών Άγγελο Έβερτ για την έναρξη του πυρός κατά των αόπλων διαδηλωτών. Ο Παπανδρέου κατηύθυνε τις ένοπλες συγκρούσεις σε συνεργασία με τους Βρετανούς πετυχαίνοντας την επικράτηση των κυβερνητικών δυνάμεων.

Μεταπολεμική περίοδος

1950, Σχολή Χωροφυλακής στο Γουδί. Ο πρωθυπουργός, στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας, και ο υπουργός Εσωτερικών και Δημοσίας Τάξεως, Γεώργιος Παπανδρέου, με ανώτατους αξιωματικούς της Χωροφυλακής
1950, Σχολή Χωροφυλακής στο Γουδί. Ο πρωθυπουργός, στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας, και ο υπουργός Εσωτερικών και Δημοσίας Τάξεως, Γεώργιος Παπανδρέου, με ανώτατους αξιωματικούς της Χωροφυλακής

Μετά το 1946 συνέχισε την πολιτική του καριέρα ως βουλευτής Αχαΐας (προπολεμικά εκλεγόταν στη Μυτιλήνη όπου είχε διατελέσει και νομάρχης), ως αρχηγός του κόμματος Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα με το οποίο συμμετείχε στις εκλογές του 1946 και ως Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, Εφοδιασμού, Εργασίας, Παιδείας, Δημόσιας Τάξης και Συντονισμού στις κυβερνήσεις των ετών 1946-1952. Το 1950 ίδρυσε το Κόμμα Γεωργίου Παπανδρέου με το οποίο συμμετείχε στις εκλογές του 1950 και 1951. Τα χρόνια 1950-1952 ήταν Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Κυβέρνησης με Πρωθυπουργούς τον Σοφοκλή Βενιζέλο και τον Νικόλαο Πλαστήρα. Αυτή την περίοδο της Αντιπροεδρίας του δημιουργεί το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ) που μέχρι σήμερα προσφέρει υποτροφίες σε Έλληνες σπουδαστές. Στις εκλογές του 1952  συνεργάστηκε με τον Ελληνικό Συναγερμό του Στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου, που κατήλθε στις εκλογές ως αρχηγός της συντηρητικής παράταξης, λόγω της εκτίμησης που του είχε ο Παπάγος και παρά την αντίθεση πολλών παραγόντων του Συναγερμού. Τον Απρίλιο του 1953 όμως, μετά την υποτίμηση της δραχμής από τον τότε Υπουργό Συντονισμού Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη, αποχώρησε από τον Ελληνικό Συναγερμό, επανίδρυσε το κόμμα του και το συγχώνευσε με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, αναλαμβάνοντας συναρχηγός του τελευταίου με τον Σοφοκλή Βενιζέλο. Μετά το 1953 οι βενιζελογενείς φιλελεύθερες δυνάμεις υπέφεραν από συνεχείς εσωτερικές συγκρούσεις και πολιτικό κατακερματισμό, και έφτασαν σε σημείο να πέσουν πιο κάτω και από την Αριστερά (ΕΔΑ) τα χρόνια 1958-1961.

Το 1961 ο Γεώργιος Παπανδρέου αναβίωσε τον ελληνικό φιλελευθερισμό ιδρύοντας το κόμμα Ένωσις Κέντρου, ένα συνασπισμό των παλιών φιλελεύθερων βενιζελικών και απογοητευμένων συντηρητικών. Στις εκλογές του ίδιου χρόνου εξασφάλισε το 1/3 των εδρών της Βουλής και αναδείχθηκε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Κατήγγειλε τα αποτελέσματα των εκλογών ως νοθευμένα, κατηγορώντας το  παρακράτος για διπλοψηφίες και άλλες παρεμβάσεις, κάνοντας λόγο για εκλογές «βίας και νοθείας». Τότε ξεκίνησε πολιτικό αγώνα εναντίον της ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή για τη διενέργεια νέων εκλογών, που έμεινε γνωστός στην ιστορία ως «ανένδοτος αγών».

Ο Γεώργιος Παπανδρέου, Πρωθυπουργός με την Ένωση Κέντρου

Το κόμμα του κέρδισε τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου του 1963 με ποσοστό 42,04%. Έχοντας 138 έδρες σχημάτισε κυβέρνηση μειοψηφίας με τη στήριξη της ΕΔΑ, που είχε 28 έδρες. Ωστόσο, ο Παπανδρέου επιθυμούσε αυτοδύναμη πλειοψηφία και έτσι υπέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησης αμέσως μετά την εξασφάλιση ψήφου εμπιστοσύνης. Στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1964 η Ένωση Κέντρου κέρδισε με το 52,8% των ψήφων και 171 έδρες. Η προοδευτική πολιτική του, όπως και ο ευδιάκριτος ρόλος που έπαιζε ο γιος του, Ανδρέας, ξεσήκωσαν την αντιπολίτευση των συντηρητικών κύκλων. Ρύθμισε τα αγροτικά χρέη, πρόσφερε δωρεάν παιδεία σε όλες τις βαθμίδες, διπλασίασε τις βασικές αποδοχές των δικαστικών, απελευθέρωσε πολιτικούς κρατούμενους. Κυρίως όμως, συνέβαλε στο να «φυσήξει» ένας φρέσκος άνεμος πολιτικής ελευθερίας και να αναθαρρήσουν έτσι πολλοί πολίτες που ζούσαν επί χρόνια υπό τη σκιά αστυνομικών παρακολουθήσεων και εκφοβισμών. Προσπάθησε να ανακτήσει τον έλεγχο του στρατού και της αστυνομίας, παραγκωνίζοντας τους ακροδεξιούς και τους παρακρατικούς, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Παράλληλα, μείωσε τον ασφυκτικό έλεγχο του κράτους στις ιδέες και τα φρονήματα. Κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του ότι τα οικονομικά μέτρα που εφάρμοσε ήταν εφικτά, λόγω της ανθηρής οικονομίας που είχε κληροδοτήσει η πρωθυπουργία Καραμανλή. Από την άλλη, η οκταετία Καραμανλή είχε μεν επιτύχει ανθηρά οικονομικά μεγέθη, το εισόδημα όμως των χαμηλότερων τάξεων είχε παραμείνει για χρόνια αμετάβλητο.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου και το Κυπριακό

Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν από τους πιο μαχητικούς υποστηρικτές της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα ήδη από τα πρώτα του πολιτικά βήματα. Όμως στα χρόνια αμέσως μετά την Απελευθέρωση συχνά συμβούλευε τους Κύπριους ηγέτες να προσέχουν πολύ τις κινήσεις τους, όπως για παράδειγμα το 1950 σε συνάντησή του με τον δήμαρχο  Λευκωσίας Θεμιστοκλή Δέρβη, καθώς η Ελλάδα χρειαζόταν όλη την οικονομική βοήθεια που ήταν σε θέση να προσφέρουν ΗΠΑ το Ηνωμένο Βασίλειο. Το 1959 απέρριψε τις Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου, με τις οποίες δημιουργήθηκε το κράτος της Κύπρου, επειδή προέβλεπαν ανεξαρτησία και όχι ένωση με την Ελλάδα. Ως πρωθυπουργός, το 1964, μετά από επεισόδια μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων στο νησί, δεν δίστασε να στείλει μία ελληνική μεραρχία για τη διατήρηση της τάξης και την προώθηση των ελληνικών συμφερόντων, την οποία μεραρχία αργότερα η Χούντα απέσυρε για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του ΝΑΤΟ, με τραγικά αποτελέσματα.

Στις 20 Ιουλίου του 1964, ο Γεώργιος Παπανδρέου ταξίδεψε στο Λονδίνο. Την επομένη, συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου σερ Άλεκ Ντάγκλας Χιουμ. Οι συνομιλίες για το Κυπριακό  χαρακτηρίστηκαν από τον Τύπο άκαρπες. Ο Γεώργιος Παπανδρέου απέρριψε και πάλι απευθείας διμερείς ελληνοτουρκικές συνομιλίες και συνάντησή του με τον Τούρκο πρωθυπουργό. Παράλληλα, πρότεινε τόσο η Ελληνική Δύναμη Κύπρου (ΕΛΔΥΚ), όσο και η αντίστοιχη τουρκική (ΤΟΥΡΔΥΚ) τεθούν υπό τον ΟΗΕ. στη δε Κυπριακή Δημοκρατία να επιτραπεί να οργανώσει τις αμυντικές της δυνάμεις και να αποφασίσει για το μέλλον της.

Το Κυπριακό βρισκόταν στο επίκεντρο και των συνομιλιών που είχε ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Γεώργιος Παπανδρέου και στο Παρίσι. Και στις δύο επισκέψεις του συνοδεύτηκε, εκτός από τον υπουργό Εξωτερικών Σταύρο Κωστόπουλο, και από τον Ανδρέα Παπανδρέου, αναπληρωτή υπουργό Συντονισμού. Στο Παρίσι, ο Γ. Παπανδρέου έφτασε στις 29 Ιουλίου 1964, προερχόμενος από τη Νέα Υόρκη. Την ίδια ημέρα συναντήθηκε με τον πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας στρατηγό Σαρλ ντε Γκωλ, ο οποίος λίγο πριν είχε ενημερωθεί εκ μέρους των ΗΠΑ από τον πρεσβευτή Μπόλεν για τις συνομιλίες του προέδρου Λίντον Τζόνσον με τον Γ. Παπανδρέου και τον Τούρκο ομόλογό του Ισμέτ Ινονού. Ο Σαρλ ντε Γκωλ δεν πρότεινε συγκεκριμένο σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού. Ο Έλληνας πρωθυπουργός έδειξε πάντως ικανοποιημένος από τις συνομιλίες του, οι οποίες ολοκληρώθηκαν την επομένη. Συνομιλητές ο Γάλλος πρωθυπουργός Ζωρζ Πομπιντού, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Σταύρος Κωστόπουλος και ο Γάλλος ομόλογός του Κουβ ντε Μιρβίλ.

Στις 6 Ιανουαρίου του 1965, ο Γεώργιος Παπανδρέου προέβη σε μερικό ανασχηματισμό της κυβέρνησής του. Στις 2 και 3 Φεβρουαρίου ο Γ. Παπανδρέου είχε συνομιλίες με τον στρατάρχη Γιόσιπ Μπροζ Τίτο  στο Βελιγράδι. Η επίσκεψη σκιάστηκε από απροσδόκητη δήλωση του Γιουγκοσλάβου υφυπουργού Εξωτερικών ότι υπάρχει «μακεδονική» μειονότητα στην Ελλάδα.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου συγκρούεται με τα ανάκτορα

Κατά τη διακυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου προέκυψαν διαμάχες με τον νεαρό βασιλιά Κωνσταντίνο Β’, ο οποίος ακολουθούσε την παραδοσιακή πολιτική του παλατιού και αναμιγνυόταν ενεργά στις υποθέσεις του στρατεύματος. Η διαφωνία τους κορυφώθηκε το καλοκαίρι του 1965 και ο Παπανδρέου εξαναγκάστηκε σε παραίτηση στις 15 Ιουλίου 1965 λόγω της άρνησης του βασιλιά να του επιτρέψει να αναλάβει την ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Αυτή υπήρξε η αρχή μιας περιόδου πολιτικής ανωμαλίας που συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια, οδηγώντας τελικά στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Ο Γεώργιος Παπανδρέου επέβαλλε το 1964 ως Αρχηγό της Χωροφυλακής τον Αντιστράτηγο Σταύρο Βαλσαμάκη, παρά τις αντιδράσεις των Ανακτόρων. Επίσης, απέκτησε τον έλεγχο της ΚΥΠ εκδιώκοντας τον επί πολλά χρόνια Αρχηγό της Αλέξανδρο Νάτσινα. Όμως υπήρξαν και συμβιβασμοί. Είναι σαφές ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1964 προτιμούσε ως αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού τον διακεκριμένο στρατηγό Σιαπκαρά, αλλά μετά την αλλαγή αρχηγών σε Χωροφυλακή και ΚΥΠ που είχε κατορθώσει να πραγματοποιήσει, δεν ήθελε να τραβήξει τελείως το σκοινί. Η επιλογή τελικά του φιλοβασιλικού στρατηγού Γεννηματά, αλλά και η επιλογή ως υπουργού Άμυνας του Πέτρου Γαρουφαλιά, έδειχνε ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε επιλέξει έναν περίπλοκο συνδυασμό «μαστίγιου και καρότου» στη σχέση της με τα ανάκτορα. Παρ’ όλη τη βούληση για συμβιβασμό της ΕΚ, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας προχωρεί σε μια σειρά από μεταθέσεις αντι-παπανδρεϊκών αξιωματικών μακριά από την Αθήνα. Οι περισσότεροι από αυτούς τους αξιωματικούς ήταν οι μετέπειτα πρωταίτιοι της Χούντας των Συνταγματαρχών. Το παλάτι αντέδρασε και θεώρησε ότι πρόκειται για πολιτικές διώξεις. Παράλληλα, η πολιτική σκηνή χαρακτηριζόταν από μεγάλη οξύτητα, ενώ ταυτόχρονα το Κυπριακό βρισκόταν σε πολύ κρίσιμη κατάσταση. Η ΕΚ ήταν εξ αρχής σε βαθύ διχασμό, η δε άνοδος του Ανδρέα Παπανδρέου έκανε την κατάσταση ακόμα πιο δραματική, την οποία επιβάρυνε και ο ακραίος τρόπος λειτουργίας του Τύπου. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ξέσπασε η  υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ και οι κατηγορούμενοι για το «σχέδιο Περικλής» βρήκαν την πρόφαση για αντεπίθεση. Η κρίση πλέον γύρω από τον έλεγχο του στρατού βγήκε εκτός ελέγχου. Το παλάτι προσπάθησε, στηριζόμενο στην υπόθεση «Ασπίδα», να πάρει τη ρεβάνς και τον έλεγχο του στρατού. Αυτή τη φορά ο Γεώργιος Παπανδρέου δεν επανέλαβε τον συμβιβασμό Γεννηματά και απαίτησε τον απόλυτο έλεγχο του στρατού. Τον Ιούλιο του 1965 κορυφώθηκε η κρίση στις σχέσεις του με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, οι οποίες -παρά τη μετάβασή του στην Κέρκυρα με τον υπουργό του Νικόλαο Μπακόπουλο για την υπογραφή της ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως της πριγκίπισσας Αλεξίας- δεν αποκαταστάθηκαν αφού ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε το δικαίωμα στον πρωθυπουργό να αναλάβει υπουργός Εθνικής Άμυνας. Η συνταγματική και πολιτειακή κρίση ήταν πλέον γεγονός.

Όταν έγινε η αποστασία, ο Κωνσταντίνος διόρισε πρωθυπουργό τον  Γεώργιο Αθανασιάδη-Νόβα με υπουργούς βουλευτές της Ένωσης Κέντρου που αποστάτησαν. Η νέα κυβέρνηση όμως δεν είχε πλειοψηφία στη Βουλή, οπότε σχηματίστηκε άλλη κυβέρνηση υπό τον Ηλία Τσιριμώκο, η οποία επίσης καταψηφίστηκε. Τελικά, τον Σεπτέμβριο του 1965 η νέα κυβέρνηση υπό τον Στέφανο Στεφανόπουλο κατάφερε να πάρει ισχνή ψήφο εμπιστοσύνης, ενώ ο Παπανδρέου είχε κηρύξει τον δεύτερο «ανένδοτο» αγώνα. Το 1967, και ενώ είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 28 Μαΐου, στις 21 Απριλίου αξιωματικοί του στρατού υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου κατέλαβαν την εξουσία με πραξικόπημα και καθ’ υπόδειξή τους την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Κωνσταντίνος Κόλλιας. Η επταετής περίοδος που ακολούθησε έγινε γνωστή ως η χούντα των Συνταγματαρχών.

Η δικτατορία βρήκε τον Γεώργιο Παπανδρέου στη δύση του βίου του, ενώ τη σκυτάλη είχε παραλάβει πλέον ο γιος του, Ανδρέας. Ο Γ. Παπανδρέου τέθηκε σε περιορισμό στο σπίτι του στο Καστρί.

Το τέλος του Γεωργίου Παπανδρέου

Ο Γεώργιος Παπανδρέου άρχισε την πορεία του προς το μοιραίο στις 25 Οκτωβρίου του 1968 με την εκδήλωση βαριάς γαστρορραγίας. Μεταφέρθηκε στον «Ευαγγελισμό» και υποβλήθηκε σε εγχείρηση. Πέθανε στις 2.20 το πρωί της 1ης Νοεμβρίου. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας η σορός του μεταφέρθηκε στο παρεκκλήσιο της Μητροπόλεως, όπου εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Κατά την άφιξη της σορού οι εκεί συγκεντρωμένοι νέοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα, ενώ το σύνθημα «Παπανδρέου-Δημοκρατία» τάραξε την ησυχία που είχε επιβάλει η δικτατορία. Η αστυνομία διενέργησε λίγες συλλήψεις. Αντιλαμβανόμενο το καθεστώς ότι ιδίου περιεχομένου εκδηλώσεις, αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα, θα επαναλαμβάνονταν κατά την εκφορά, έδωσε την παραμονή στη δημοσιότητα ανακοίνωση της αστυνομίας με την οποία επιχειρήθηκε αποθάρρυνση των επίδοξων διαδηλωτών και τους προειδοποίησε ότι «αι αρμόδιαι αρχαί θα λάβουν τα αναγκαία νόμιμα μέτρα προς αποτροπήν πάσης ασχημίας».

Το πρωί της Κυριακής, 3 Νοεμβρίου, την ημέρα της κηδείας του Γεωργίου Παπανδρέου, ξέσπασε στην Αθήνα η πρώτη μαζική διαδήλωση κατά της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Δύο ήταν τα κυρίαρχα συνθήματα: το κλασικό από τα γεγονότα του 1965 «Παπανδρέου-Δημοκρατία-114» και το «Τι τα κάνατε τα όχι μας». Με το σύνθημα αυτό, οι διαδηλωτές αμφισβήτησαν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 29ης Σεπτεμβρίου για το νέο Σύνταγμα κατά το οποίο η στρατιωτική δικτατορία, με ανενδοίαστη νοθεία, κατόρθωσε να παρουσιάσει το συνηθισμένο για ολοκληρωτικά καθεστώτα ποσοστό του 92,2%. Η αστυνομία συνέλαβε περισσότερους από 40 πολίτες.

Οι ρήσεις του Γεωργίου Παπανδρέου

Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν γνωστός ως αριστοτέχνης ρήτορας και ετοιμόλογος ευφυολόγος. Αυτός έπλασε τη φράση «Μέγα πλήθος μέγα πάθος», που χρησιμοποιείται και σήμερα για μεγάλες πολιτικές συγκεντρώσεις. Εδώ παρατίθενται μερικές από τις ρήσεις του:

  • Παραφράζοντας το σύνθημα του δικτατορικού καθεστώτος, Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών, έκανε λόγο για «Ελλάδα Ελλήνων Χριστιανών καθολικώς διαμαρτυρομένων».
  • Για τον στρατηγό Γεώργιο Γρίβα είπε: «Εδοξάσθη κρυπτόμενος και κατεποντίσθη εμφανιζόμενος».
  • Σε μία κοινοβουλευτική συζήτηση, ακούγοντας μίαν ύβρη προς το πρόσωπό του, ρώτησε «Ποίος το λέει αυτό;» για να πει, μόλις ο υβριστής απάντησε «εγώ»: «Τότε δεν έχει καμία σημασία!»
  • Όταν κλήθηκε να περιγράψει την ιδεολογία της Ένωσης Κέντρου είπε: «διαφέρομεν από την Δεξιάν ως προς την Δικαιοσύνην, διαφέρομεν από την Αριστεράν ως προς την Ελευθερίαν».
  • «Ψήφισαν ακόμα και τα δένδρα»
  • Το 1965, επί πρωθυπουργίας του, ξέσπασε διαμάχη ανάμεσα στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης και τον Οργανισμό Διαχείρισης Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΕΠ) για την κυριότητα οικοπέδου στο κέντρο της Αθήνας. Ο αρμόδιος υφυπουργός Μιχάλης Παπακωνσταντίνου ζήτησε οδηγίες, και ο Παπανδρέου του είπε: «Άκουσε παιδί μου. Τα ράσα είναι σαν το κάρβουνο: αν είναι σβηστό και το πιάσεις λερώνεσαι, αν είναι αναμμένο καίγεσαι. Δώσε το στους παπάδες.»

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Γεώργιος_Παπανδρέου

Δεύτερη Ελληνική Δημοκρατία (1924-1935)

Δεύτερη Ελληνική Δημοκρατία είναι ο όρος που χρησιμοποιείται από ορισμένες πηγές για να περιγράψει το πολιτικό καθεστώς της Ελλάδας από το 1924 ως το 1935. Ο όρος αυτός δεν έχει ευρεία χρήση. Η Δεύτερη Ελληνική Δημοκρατία προέκυψε από την περίοδο της συνταγματικής μοναρχίας κάτω από τους μονάρχες του οίκου Γκλύξμπουργκ, και διήρκησε μέχρι τη συντριβή του σε ένα στρατιωτικό χτύπημα που αποκατέστησε τη μοναρχία. Η δεύτερη Δημοκρατία χαρακτηρίζει το δεύτερο μέρος στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας όπου δεν διοικήθηκε από βασιλιά, με τις συνελεύσεις και τις προσωρινές κυβερνήσεις της ελληνικής επανάστασης που θεωρούνται ως πρώτη Δημοκρατία.

Δεύτερη Ελληνική Δημοκρατία
Το εθνόσημο της Β’ Ελληνικής Δημοκρατίας

Η δεύτερη Δημοκρατία ανακηρύχθηκε στις 25 Μαρτίου 1924, ως συνέπεια της ήττας της Ελλάδας από την Τουρκία στην εκστρατεία της Μικράς Ασίας, για την οποία κατηγορήθηκε ευρέως η βασιλική κυβέρνηση. Κατά τη διάρκεια της συνοπτικής ύπαρξής της η δεύτερη Δημοκρατία αποδείχτηκε ασταθής. Η ελληνική κοινωνία συνέχισε να διαιρείται, δεδομένου ότι ήδη προερχόταν από τον Εθνικό Διχασμό, μεταξύ των υπέρ-δημοκρατικών Βενιζελικών και των μοναρχικών που αντιπροσωπεύθηκαν από το Λαϊκό κόμμα, το οποίο αρνήθηκε να αναγνωρίσει ακόμη και τη νομιμότητα της Δημοκρατίας. Ο Εθνικός Διχασμός στην κοινωνία επεκτάθηκε στα πολιτιστικά και κοινωνικά ζητήματα όπως οι διαφορές με βάση τη χρήση της ελληνικής γλώσσας στις αρχιτεκτονικές μορφές. Στην πόλωση προστέθηκε η συνεχόμενη συμμετοχή των στρατιωτικών στην πολιτική που οδήγησε σε διάφορα χτυπήματα και προσπάθησε να αποσταθεροποιήσει τον τότε πολιτικό κόσμο. Η οικονομία είχε καταρρεύσει μετά από μια δεκαετία εχθροπραξίας και ήταν ανίκανη να υποστηρίξει τους 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες από την ανταλλαγή πληθυσμών με την Τουρκία. Παρά τις προσπάθειες της μεταρρυθμιστικής κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1928-1932, η Μεγάλη Ύφεση των Η.Π.Α άσκησε καταστρεπτική επίδραση στην Ελληνική οικονομία. Η εκλογική νίκη του Λαϊκού Κόμματος το 1933, και δύο αποτυχημένα χτυπήματα των Βενιζελιστών, προετοίμαζαν το έδαφος για την αποκατάσταση του βασιλιά Γεώργιου Β’.

Το ιστορικό της Δεύτερης Ελληνικής Δημοκρατίας

Μετά από την ήττα της Ελλάδας από την Τουρκία (η «Μικρασιατική Καταστροφή») του 1922, ο νικημένος στρατός επαναστάτησε ενάντια στη βασιλική κυβέρνηση. Κάτω από τους ανώτερους αξιωματικούς όπως ο Νικόλαος Πλαστήρας και ο Στυλιανός Γονατάς, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος αναγκάστηκε πάλι να παραιτηθεί, και πέθανε εξόριστος το 1923. Ο μεγαλύτερος γιος και ο διάδοχός του, βασιλιάς Γεώργιος Β’, ζητήθηκε από το Κοινοβούλιο να αποχωρήσει από την Ελλάδα έτσι το έθνος θα μπορούσε να αποφασίσει ποια μορφή κυβέρνησης πρέπει να υιοθετήσει, επιλέγοντας τελικά μια Δημοκρατία. Αυτά τα γεγονότα χαρακτήρισαν το αποκορύφωμα μιας διαδικασίας που είχε αρχίσει το 1915 μεταξύ του βασιλιά Κωνσταντίνου και του πολιτικού αντιπάλου του, του Ελευθέριου Βενιζέλου.

Ο πρώτος Πρόεδρος της ελληνικής Δημοκρατίας ήταν ο Παύλος Κουντουριώτης, ναύαρχος και υποστηρικτής του Βενιζέλου που παραιτήθηκε μετά από ένα χτύπημα το 1925. Τον διαδέχθηκε ο αρχηγός του στρατιωτικού χτυπήματος Θεόδωρος Πάγκαλος, ο οποίος καθαιρέθηκε από στρατιωτικό κίνημα, λίγο μετά τον παρ’ολίγον Ελληνοβουλγαρικό πόλεμο του 1925. Ο Κουντουριώτης επανεγκαταστάθηκε και επανεκλέχτηκε στο αξίωμα το 1929, αλλά αναγκάστηκε να παραιτηθεί για λόγους υγείας αργότερα εκείνο το έτος. Τον διαδέχθηκε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, ο οποίος υπηρέτησε μέχρι την αποκατάσταση της μοναρχίας το 1935.

Παρά την περίοδο σταθερότητας και αίσθηση της ευημερίας που γνώρισε η χώρα κάτω από την τελευταία κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1928-1932, τα αποτελέσματα της Μεγάλης Ύφεσης των Η.Π.Α έγιναν αισθητά σοβαρά, και η πολιτική αστάθεια επέστρεψε. Δεδομένου ότι η προοπτική της επιστροφής της μοναρχίας έγινε εμφανής, οι ανώτεροι αξιωματικοί των Βενιζελικών προώθησαν ένα κίνημα το Μάρτιο του 1935, το οποίο καταστάλθηκε από το στρατηγό Γεώργιο Κονδύλη. Στις 10 Οκτωβρίου 1935, οι ανώτατοι αξιωματικοί των Ένοπλων Δυνάμεων έριξαν την κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη, και ο Γεώργιος Κονδύλης αυτοανακηρύχθηκε ως αντιβασιλέας. Κατάργησε τη Δημοκρατία και διοργάνωσε δημοψήφισμα που στις 11 Νοεμβρίου οδήγησε στην επιστροφή της μοναρχίας, στο πρόσωπο του βασιλιά Γεωργίου Β’.

Κυβερνήσεις της Ελλάδας κατά την Δεύτερη Ελληνική Δημοκρατία

  • Κυβέρνηση Αλεξάνδρου Παπαναστασίου 1924
  • Κυβέρνηση Θεμιστοκλή Σοφούλη 1924
  • Κυβέρνηση Ανδρέα Μιχαλακόπουλου 1924
  • Κυβέρνηση Θεόδωρου Πάγκαλου 1925
  • Κυβέρνηση Αθανασίου Ευταξία 1926
  • Κυβέρνηση Γεωργίου Κονδύλη 1926
  • Κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαΐμη 1926
  • Κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαΐμη 1927
  • Κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαΐμη 1928
  • Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου 1928
  • Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου Ιουνίου 1929
  • Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου Δεκεμβρίου 1929
  • Κυβέρνηση Αλέξανδρου Παπαναστασίου 1932
  • Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου 1932
  • Κυβέρνηση Παναγή Τσαλδάρη 1932
  • Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου 1933
  • Κυβέρνηση Αλέξανδρου Οθωναίου 1933
  • Κυβέρνηση Παναγή Τσαλδάρη 1933

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Β’_Ελληνική _Δημοκρατία

Ο Γεώργιος Κονδύλης (1879-1936)

Ο Γεώργιος Κονδύλης (14 Αυγούστου 1879 – 31 Ιανουαρίου 1936) ήταν Έλληνας στρατιωτικός και πολιτικός, δύο φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας μετά από δύο πραξικοπήματα, αντιβασιλέας, πολλές φορές βουλευτής και υπουργός.

Ο Γεώργιος Κονδύλης
Ο Γεώργιος Κονδύλης το 1932

Πρώτα χρόνια και Βαλκανικοί Πόλεμοι

Γεννήθηκε στον Προυσό Ευρυτανίας. Σε ηλικία 17 ετών κατατάχθηκε εθελοντής στο στρατό (πεζικό) και συμμετείχε στην Κρητική Επανάσταση του 1896. Το 1900 ήταν υποψήφιος για τη Σχολή Υπαξιωματικών, όμως τον απέρριψαν λόγω του ατίθασου χαρακτήρα του. Αργότερα, έχοντας το βαθμό του λοχία στο στράτευμα, υπήρξε οπλαρχηγός με δική του αντάρτικη ομάδα στο Μακεδονικό Αγώνα (1904-1908) στην περιοχή Καστοριάς και Μοριχόβου. Το 1909, επιλοχίας πλέον, συμμετείχε στο Κίνημα στο Γουδί. Το 1910 στάλθηκε σε ειδική αποστολή ως δάσκαλος στο χωριό Οργάς της Ανατολικής Θράκης, οπότε και προήχθη σε ανθυπολοχαγό. Κατόπιν, ως υπολοχαγός στους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913), υπηρέτησε στο 5ο Σύνταγμα της υπό τον υποστράτηγο Εμμανουήλ Μανουσογιαννάκη 5ης Μεραρχίας. Διακριθείς στους πολέμους αυτούς προήχθη σε λοχαγό. Το 1915 λόγω των σημαντικών ικανοτήτων του αλλά και της φιλοβενιζελικής του τότε στάσης τοποθετήθηκε αξιωματικός του Επιτελείου της 6ης Μεραρχίας, παρότι δεν προερχόταν από τη Σχολή Ευελπίδων.

Στρατιωτική δράση

Ο Γεώργιος Κονδύλης κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο συμμετείχε στις επιχειρήσεις του Μακεδονικού Μετώπου (1916-1918). Ειδικότερα, το 1916 με την έκρηξη του Κινήματος της Θεσσαλονίκης, συμμετέχοντας σ΄ αυτό προήχθη σε ταγματάρχη και τέθηκε επικεφαλής των ταγμάτων του λεγόμενου Στρατού Εθνικής Αμύνης.Κατηγορήθηκε γιά εκτελέσεις στην Χαλκιδική κάποιων που δεν ήθελαν να στρατευθούν στό κίνημα .Αναλαμβάνοντας στη συνέχεια διοικητής του συντάγματος Σερρών,συμμετείχε στη μάχη του Σκρα όπου διακριθείς προήχθη κατ΄ εκλογή σε αντισυνταγματάρχη, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση του συντάγματος Καλαμών. Συμμετέχοντας στην εκστρατεία στην Ουκρανία (1919) ως διοικητής συντάγματος της 13ης Μεραρχίας, προήχθη σε συνταγματάρχη. Με το άδοξο τέλος της τελευταίας στάλθηκε στις επιχειρήσεις στη Μικρά Ασία (1919-1920), όπου έδρασε κυρίως στην περιοχή Σαλιχλή. Απέδρασε από την Τουρκία ντυμένος σαν απλός φαντάρος, με τη βοήθεια του Αριστείδη Βέττου του Ζήκου από την Κεραμίτσα Θεσπρωτίας, ο οποίος ήταν ταχυδρόμος των Ελλήνων στρατιωτών, φοβούμενος απόπειρα δολοφονίας από την ελληνική κυβέρνηση. Όταν έφτασε σώος στην πατρίδα, υποσχέθηκε στον ταχυδρόμο ότι όταν έρθει στα πράγματα θα τον βοηθήσει, όπως και έγινε, αφού τον διόρισε στα ΤΤΤ, τον μετέπειτα ΟΤΕ.
Μετά τις εκλογές του 1920 (1 Νοεμβρίου), εγκατέλειψε τη μονάδα του και εγκαταστάθηκε αυτοβούλως στην Κωνσταντινούπολη, απ’ όπου άσκησε οξύτατη αντιπολίτευση στην τότε νέα φιλοβασιλική ελληνική κυβέρνηση. Με το Κίνημα της 11ης Σεπτεμβρίου 1922 επανήλθε στο στρατό και τοποθετήθηκε διοικητής της Μεραρχίας Κρήτης της Στρατιάς Έβρου, την οποία και αναδιοργάνωσε. Όταν εκδηλώθηκε το κίνημα Γαργαλίδη-Λεοναρδόπουλου (1923) βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη, όπου και ανέλαβε ο ίδιος την καταστολή του, και στη συνέχεια έφτασε στην Αττική όπου και κατόρθωσε παρά τον Κιθαιρώνα να εξαναγκάσει τα επαναστατικά εκεί στρατεύματα να παραιτηθούν των ενεργειών τους. Για την ταχύτατη αυτή δράση του αποκαλείτο “Κεραυνός”.
Κατόπιν παραίτησής του, αποστρατεύθηκε τον ίδιο χρόνο με το βαθμό του υποστρατήγου. Ως αξιωματικός αναδείχθηκε, κυρίως, για το θάρρος που επέδειξε στις μάχες, την εν γένει αποφασιστικότητα, αλλά και για τις στρατηγικές του ικανότητες.

Πολιτική δράση – 1η Πρωθυπουργία

Αμέσως μετά την αποστράτευσή του το Νοέμβριο του 1923, ασχολήθηκε με την πολιτική και εκλέχτηκε βουλευτής Ροδόπης στη Δ΄ Εθνοσυνέλευση, όπου και ηγήθηκε του μικρού Εθνικού Δημοκρατικού Κόμματος, με το οποίο και επιτέθηκε με δριμύτητα κατά των κυβερνήσεων Ελευθερίου Βενιζέλου και Γεωργίου Καφαντάρη, θεωρώντας τις τελείως ξένες προς τους δημοκρατικούς θεσμούς (πλέον είχε απομακρυνθεί ο Κονδύλης από το βενιζελικό στρατόπεδο). Στις 12 Μαρτίου του 1924 επί κυβερνήσεως Αλέξανδρου Παπαναστασίου ανέλαβε επί τρίμηνο υπουργός των Στρατιωτικών. Στις 7 Οκτωβρίου του 1924 επί κυβερνήσεως Ανδρέα Μιχαλακόπουλου ορκίσθηκε υπουργός των Εσωτερικών, θέση από την οποία και παραιτήθηκε λίγο πριν τη δικτατορία του στρατηγού Θεόδωρου Πάγκαλου (Ιούνιος 1925). Τάχθηκε όμως αμέσως κατά της δικτατορίας, παρασύροντας στρατιωτικές φρουρές σε ένοπλη εξέγερση, και την ανέτρεψε στις 21 Αυγούστου του 1926, συλλαμβάνοντας στις Σπέτσες τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Θεόδωρο Πάγκαλο και άλλους οπαδούς του. Κατόπιν ορκίσθηκε Πρόεδρος της Κυβέρνησης και υπουργός των Στρατιωτικών και των Ναυτικών. Πρώτο του έργο ήταν να αποκαταστήσει στη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και να προκηρύξει εκλογές για τις 7 Νοεμβρίου του 1926. Οι εκλογές αυτές, από τις οποίες απείχε ο ίδιος και το κόμμα του, διενεργήθηκαν άψογα και αδιάβλητα. Όταν στις 4 Δεκεμβρίου σχηματίσθηκε η Οικουμενική Κυβέρνηση του Αλέξανδρου Ζαΐμη, ο Κονδύλης παρέδωσε την εξουσία.

Αργότερα, στις εκλογές του Αυγούστου 1928 εξελέγη βουλευτής Καβάλας, οπότε και μετονόμασε το Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο είχε ιδρύσει, σε Εθνικό Ριζοσπαστικό Κόμμα. Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 1932 το κόμμα του συνεργάσθηκε με το Κόμμα των Φιλελευθέρων και εκλέχθηκε βουλευτής Τρικάλων. Όταν το Λαϊκό Κόμμα αναγνώρισε την Αβασίλευτη Δημοκρατία, συνεργάσθηκε με αυτό αναλαμβάνοντας έτσι στην πρώτη κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη το υπουργείο Στρατιωτικών, στο οποίο και παρέμεινε μέχρι τις 16 Ιανουαρίου του 1933, όταν ανατράπηκε η κυβέρνηση Τσαλδάρη από τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1933 συνεργάσθηκε με το Λαϊκό Κόμμα, και στη νέα κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη που αναδείχθηκε μετά και την καταστολή του Κινήματος της 6ης Μαρτίου 1933, ανέλαβε αρχικά το υπουργείο Στρατιωτικών (10 Μαρτίου 1933), και λίγο αργότερα στις 5 Απριλίου την αντιπροεδρία της Κυβέρνησης.

Όταν το 1935 εκδηλώθηκε το βενιζελικό Κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 υπό του Βενιζέλου και του Πλαστήρα, ο Γεώργιος Κονδύλης συνέβαλε στην άμεση καταστολή και συντριβή του, μετά τις οποίες ακολούθησαν σειρές δικών από έκτακτα στρατοδικεία. Μετά τις εκλογές της Ε’ Εθνοσυνέλευσης (9 Ιουνίου 1935), όπου το κόμμα του κατέλαβε 33 έδρες στη Βουλή, πεπεισμένος ότι η κρατούσα τότε πολιτική κατάσταση δεν παρείχε ασφάλεια και ηρεμία, και δεν ανταποκρινόταν στα αισθήματα του ελληνικού λαού, τάχθηκε με δηλώσεις του υπέρ της επαναφοράς της Βασιλείας, σχεδιασμός που τον εξυπηρετούσε και πολιτικώς. Έτσι, στις 5 Ιουλίου του 1935 μέσα στη Βουλή εκφώνησε τον ιστορικό λόγο του υπέρ της Βασιλείας. Το λόγο αυτό η κυβέρνηση δέχθηκε θετικά και υποσχέθηκε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος.

2η Πρωθυπουργία

Παρά ταύτα, οι διάφορες κωλυσιεργίες και αναβολές προσδιορισμού του δημοψηφίσματος, καθώς και οι φόβοι εκδήλωσης τυχόν νέων κινημάτων, οδηγούν τους αρχηγούς των τριών όπλων, υποστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο (διοικητή του Α΄ Σώματος Στρατού στην Αθήνα), υποναύαρχο Δημήτριο Οικονόμου (αρχηγό ΓΕΝ) και υποστράτηγο Αεροπορίας Γεώργιο Ρέππα (αρχηγό ΓΕΑ), υπό τον Γ. Κονδύλη, στον πραξικοπηματικό εξαναγκασμό του Παναγή Τσαλδάρη σε άμεση παραίτηση με την επίδοση τελεσιγραφικού διαβήματος, μπλοκάροντας στις 10 Οκτωβρίου 1935 καθ’ οδόν το όχημα που τον μετέφερε από την οικία του στο κέντρο, επί της λεωφόρου Κηφισίας, στο ύψος περίπου του Γηροκομείου. Έτσι το ίδιο βράδυ ο Κονδύλης ορκίζεται στη Βουλή Πρόεδρος της Κυβέρνησης και σχηματίζει την Κυβέρνηση Κονδύλη του 1935 με αντιπρόεδρο τον Ιωάννη Θεοτόκη, και καταργεί με ψήφισμα στη Βουλή την Αβασίλευτη Δημοκρατία υπέρ της Βασιλευομένης. Η δε Βουλή αναθέτει την Αντιβασιλεία στον Γ. Κονδύλη μέχρι τον ερχομό του Γεωργίου Β΄ στην Ελλάδα.

Με το Δημοψήφισμα του 1935 που ακολούθησε, επανήλθε ο Βασιλιάς Γεώργιος Β΄. Λίγες όμως ημέρες αργότερα ο Κονδύλης διαφώνησε με τον βασιλιά για το θέμα της παροχής αμνηστίας των κινηματιών της 1ης Μαρτίου 1935, στο οποίο αντιτασσόταν ο πρώτος πεισματικά, όμως ο βασιλιάς επέμενε στη συμφιλίωση των αντιμαχόμενων παρατάξεων που θα εξασφάλιζε αρχικώς το θρόνο του. Συνέπεια αυτού ήταν ο βασιλιάς να τον αναγκάσει σε παραίτηση στις 30 Νοεμβρίου 1935.

Τέλος του Γεωργίου Κονδύλη

Απεβίωσε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 1936, στις 12:30 το μεσημέρι, από συγκοπή καρδιάς, σε ηλικία 57 ετών. Ύστερα από απαίτηση του βασιλιά Γεώργιου Β’ να του αποδοθούν δημόσιες τιμές, το σώμα του ταριχεύτηκε από γιατρούς και νοσοκόμους του Ερυθρού Σταυρού. Μετά την ταρίχευση, ο γλύπτης Γεώργιος Δημητριάδης πήρε το γύψινο εκμαγείο του για την κατασκευή προτομής. Το σώμα του τοποθετήθηκε σε μεγάλο φέρετρο με γυάλινο καπάκι και πλήθος κόσμος συνέρρευσε στην οικία του του για να τον αποχαιρετήσει. Την 1η Φεβρουαρίου, η σορός του μεταφέρθηκε στη Μητρόπολη Αθηνών, και τέθηκε σε δημόσιο προσκύνημα. Το απόγευμα της 2ας Φεβρουαρίου, η σορός του μεταφέρθηκε με το τρένο στα Τρίκαλα, για να ταφεί δίπλα στον τάφο της μητέρας του, όπως ήταν η επιθυμία του.

Επίσημη αναφορά στο έργο του έγινε σε ειδική τελετή της Βουλής στις 22 Απριλίου του 1936.

https://el.wikipedia.org/wiki/Γεώργιος_Κονδύλης

Ο Νικόλαος Πλαστήρας, ο Μαύρος Καβαλάρης

Ο Νικόλαος Πλαστήρας (4 Νοεμβρίου 1883 – 26 Ιουλίου 1953) ήταν στρατιωτικός και πολιτικός στη νεότερη Ελλάδα. Έγινε γνωστός για την στρατιωτική του δράση κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους (όπου έγινε γνωστός ως Μαύρος Καβαλάρης) και την Μικρασιατική εκστρατεία και πολλές φορές ενεπλάκη με την πολιτική συμμετέχοντας ή οργανώνοντας κινήματα. Ο Νικόλαος Πλαστήρας κυβέρνησε την Ελλάδα τρεις φορές, μία το 1945 και άλλες δύο στα 1951-1952.

Ο ΝΙκόλαος Πλαστήρας, ο Μαύρος Καβαλάρης
Ο ΝΙκόλαος Πλαστήρας έφιππος

Ο Νικόλαος Πλαστήρας ήταν γιος του Χρήστου Πλαστήρα, ράφτη, και της Στυλιανής Καραγιώργου, υφάντρας, γεννήθηκε στο Μορφοβούνι Καρδίτσας το 1883. Κατά τον πόλεμο του 1897, η οικογένειά του καταφεύγει στην ορεινή Πεζούλα της Νευρόπολης Αγράφων και μετά το τέλος του πολέμου επιστρέφουν στην Καρδίτσα, όπου φοιτά στο δημοτικό και στο Ελληνικό σχολείο της πόλης. Η φοίτηση όμως στο σχολείο διακόπτεται όταν εμπλέκεται σε έναν καυγά με έναν Τούρκο και αναγκάζεται να διαφύγει για να μη συλληφθεί, μέσω Βόλου στον Πειραιά. Φοιτά στη Βαρβάκειο Σχολή και στη συνέχεια επιστρέφει, αφού φεύγουν οι Τούρκοι από τη Θεσσαλία, στην πατρίδα του για να ολοκληρώσει τις γυμνασιακές σπουδές του. 

Αφού τελείωσε το Γυμνάσιο κατατάχθηκε στον στρατό τον Δεκέμβριο του 1903 και υπηρέτησε στο 5ο Σύνταγμα Πεζικού στα Τρίκαλα όπου προήχθη σε υπαξιωματικό (επιλοχίας). Τον Απρίλιο του 1907 πήρε μέρος στον Μακεδονικό αγώνα: αφού εγκατέλειψε τη μονάδα του,μαζί με μερικούς συναδέλφους του ήλθε σε επαφή με διάφορα πρόσωπα στην Καρδίτσα συγκροτώντας ομάδα εθελοντών.Με αυτή στη συνέχεια, συνεργάζεται με την ομάδα του καπετάν-Αγραφιώτη και του υπολοχαγού Χαράλαμπου Παπαγάκη σε επιχειρήσεις γύρω από τη λίμνη των Γιαννιτσών. Μετά την ολοκλήρωση της απόστολής του επέστρεψε στην μονάδα του και στα 1908 δίνει εξετάσεις προκειμένου να εισαχθεί στη Σχολή Υπαξιωματικών της Κέρκυρας,ερχόμενος πρώτος επιλαχών. Συμμετείχε ενεργά στον «Σύνδεσμο Υπαξιωματικών» που είχε σκοπό την αξιοκρατία και την εξυγίανση του Στρατού και ήταν παράλληλη με τον «Στρατιωτικό Σύνδεσμο» των αξιωματικών, που έκανε το Κίνημα στο Γουδί το 1909. Το 1910 εισήχθη στην Σχολή Υπαξιωματικών της Κέρκυρας από όπου εξήλθε το 1912 ως Ανθυπολοχαγός.

Κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους υπηρετεί ως υπασπιστής τάγματος στο 5ο Σύνταγμα πεζικού με έδρα τη Λάρισα, και επειδή αυτό ανήκε στη στρατιά της Θεσσαλίας, ήταν από τις πρώτες που πολέμησαν και έτσι διακρίθηκε στις μάχες της Ελασσόνας, των Γιαννιτσών και του Λαχανά, και ιδιαίτερα στην τελευταία στην οποία ονομάστηκε από τους συμπολεμιστές του Μαύρος Καβαλάρης. Μετά το πέρας των επιχειρήσεων το 5ο Σύνταγμα πεζικού του Πλαστήρα γύρισε στα Τρίκαλα και ένα τάγμα, στο οποίο ανήκε και ο ίδιος, αποσπάστηκε στη Χίο. Την ίδια περίοδο προήχθη σε υπολοχαγό και αργότερα στο βαθμό του υπολοχαγού λόγω εξαιρέτων πράξεων. Το 1914 πήρε μέρος στον Βορειοηπειρωτικό αγώνα. Από τη Χίο όπου βρισκόταν φεύγει για την Αθήνα και συναντά τον Στέφανο Σαράφη. Μαζί συνεννοούνται για να δράσουν υπέρ της κίνησης του Ζωγράφου. Ο Πλαστήρας μεταβαίνει στα Τρίκαλα με σκοπό την οργάνωση στρατιωτικής αποστολής στη Βόρειο Ήπειρο. Όμως του ανακοινώνεται η επικείμενη σύλληψή του λόγω ακριβώς του σχεδίου που οργάνωνε. Η συμπαράσταση πολλών συναδέλφων αλλά κυρίως η υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας ακύρωσε τα σχέδιά του αλλά και τη σύλληψή του. Επιστρέφει στη Χίο και ολοκληρώνει το σχεδιασμό άμυνας του νησιού. 

Διχασμός

Στην περίοδο του Διχασμού, κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο τάχθηκε με το Κίνημα Εθνικής Αμύνης (Σεπτέμβριος 1916) και συμμετείχε σ΄ αυτό. Συγκεκριμένα τον Αύγουστο του 1916 κι όταν βρισκόταν με άδεια στην Αθήνα, ήλθε σε επαφή μαζί με άλλους αξιωματικούς με τον Βενιζέλο,για να τον συμβουλευθούν αν θα έπρεπε να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους για να ενωθούν με το γαλλικό στρατό στη Θεσσαλονίκη. Αυτός τους ζήτησε να μην εγκαταλείψουν τις θέσεις τους στο στράτευμα προκειμένου να μην απογυμνωθεί από αντιμοναρχικούς αξιωματικούς, αλλά να στρατολογούν κι άλλους αξιωματικούς και να είναι σε ετοιμότητα. Όταν υπηρετούσε τότε ως λοχαγός στη Λευκάδα μαζί με 11 άλλους αξιωματικούς της μονάδας του εγκατάλειψε τη θέση του και κινήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου έφτασε στις 17/30 Σεπτεμβρίου 1916. Πολέμησε στο Μακεδονικό μέτωπο, όπου τραυματίστηκε και προάχθηκε σε ταγματάρχη. Επίσης, ορίστηκε Στρατιωτικός Διοικητής στη Χίο. Στην μάχη του Σκρα διακρίθηκε ως διοικητής τάγματος και προήχθη «επ’ ανδραγαθία» σε αντισυνταγματάρχη. Το 1919 με το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων συμμετείχε, ως επικεφαλής του, στην εκστρατεία της Αντάντ στην Ουκρανία, κατά των Μπολσεβίκων, όπου μετά την αποτυχία της επιχείρησης διέφυγε στο Γαλάτσι της Ρουμανίας και από εκεί προαχθείς σε συνταγματάρχη, επικεφαλής της μονάδας του μεταφέρθηκε στην Σμύρνη.

Δράση στη Μικρά Ασία

Ως επικεφαλής του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων έχει ως περιοχή ευθύνης του την περιοχή Μαγνησίας. Μεταξύ άλλων προέβαινε σε εκκαθαρίσεις από τους Τούρκους τσέτες και στην προάσπιση των Ελληνικών πληθυσμών, ενώ ίδρυσε και ένα ορφανοτροφείο με σκοπό την φροντίδα των ορφανών ελληνόπουλων. Επίσης προέλασε τον Ιούνιο του 1920 καταλαμβάνοντας το Αξάρι. Στις εκλογές του 1920 οι οποίες διεξήχθησαν μεταξύ των στρατιωτών στο Μικρασιατικό μέτωπο, ο Πλαστήρας φρόντισε να διεξαχθούν άψογα στον τομέα του, όπου η αντιπολίτευση κέρδισε με συντριπτική πλειοψηφία. Μετά την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του 1920, πολλοί βενιζελικοί αξιωματικοί απομακρύνθηκαν από το στράτευμα , ενώ ο Πλαστήρας, χάρη σε απειλή ανταρσίας της 13ης Μεραρχίας, «ο αγαπητός στους άνδρες του Πλαστήρας απέφυγε τη μετάθεση», ενώ συκοφαντήθηκε για περιύβριση του Βασιλέως Κωνσταντίνου. Τελικά αποκαλύφθηκε η εις βαρος του ψευδής καταγγελία. 

Στην Μικρασιατική εκστρατεία έδωσε πολλές νικηφόρες μάχες με λίγες απώλειες που τον έκαναν γνωστό στους αντιπάλους που τον ονόμασαν «καρά-πιπέρ» (μαύρο πιπέρι), ενώ το 5/42 σύνταγμα ευζώνων έγινε γνωστό ως «σεϊτάν ασκέρ» (στρατός του διαβόλου). Κατά την προέλαση του ελληνικού στρατού, το καλοκαίρι του 1921, έφτασε μέχρι το Καλέ-Γκρότο, πέρα από τον Σαγγάριο. Αναφέρεται ότι τις νύχτες έμενε μόνος του ως σκοπός για να ξεκουράζονται οι άντρες του, και κοιμόταν έφιππος κατά την πορεία της επόμενης ημέρας. Κατά την κατάρρευση του μετώπου ο Πλαστήρας κατάφερε να δώσει μάχες υποχωρώντας τακτικά, μαζεύοντας στρατιώτες από διαλυμένες μονάδες. Με την καθυστέρηση που προέβαλε στην επέλαση του εχθρού έδωσε την ευκαιρία σε πολλούς πρόσφυγες να διαφύγουν, σώζοντάς τους από τους Τούρκους. Για την πράξη του αυτή αγαπήθηκε πολύ από τους πρόσφυγες, στο σημείο να βαφτίζουν τα παιδιά τους με το όνομα του.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και την Eπανάσταση της 11ης Σεπτεμβρίου των στρατιωτικών δυνάμεων στη Χίο και τη Λέσβο, το 1922, ο Νικόλαος Πλαστήρας ανέλαβε την αρχηγία της επαναστατικής επιτροπής (από όπου απέκτησε και το προσωνύμιο ‘Αρχηγός’). Τον Σεπτέμβριο του 1922 μετέβη στην Αθήνα όπου ανέτρεψε την κυβέρνηση και υποχρέωσε τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α’ σε παραίτηση υπέρ του γιου του Γεωργίου Β’ και σχημάτισε επαναστατική κυβέρνηση χωρίς όμως να συμμετάσχει σ΄αυτήν. Με τη φροντίδα του περιθάλπηκαν και στεγάστηκαν εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, και με νομοθετικό διάταγμα (14 Φεβρουαρίου 1923), έδωσε λύση στο αγροτικό ζήτημα, διανέμοντας το μεγαλύτερο μέρος των τσιφλικιών, στους ακτήμονες. Χάρη σ´αυτόν και τον Θεόδωρο Πάγκαλο αναδιοργανώθηκε ο στρατός και ανασυντάχθηκε η στρατιά του Έβρου, δίνοντας ένα βοήθημα στον Ελευθέριο Βενιζέλο, κατά τις διαπραγματεύσεις για την Συνθήκη της Λωζάνης, περιορίζοντας τις απαιτήσεις του Κεμάλ. Επίσης υποστήριξε και ανέλαβε την ευθύνη για την «εκτέλεση των έξι», κατευνάζοντας τον λαό που ζητούσε την τιμωρία των υπεύθυνων για την Μικρασιατική καταστροφή. 

Μεσοπόλεμος

Μετά τις εκλογές τον Δεκέμβριο του 1923 ο Νικόλαος Πλαστήρας κατέθεσε την εξουσία στα χέρια της εκλεγμένης κυβέρνησης. Τον Ιανουάριο του 1924 παραιτήθηκε και αποστρατεύτηκε με τον βαθμό του Αντιστράτηγου. Η Δ’ Εθνοσυνέλευση τον ανακήρυξε «Άξιο της Πατρίδος». Το 1925 μετά το πραξικόπημα της 25ης Ιουνίου κι ενώ ιδιώτευε στην ιδιαίτερη πατρίδα του στην Καρδίτσα, προσκλήθηκε να έλθει στην Αθήνα, από τους επίδοξους ανατροπείς του Πάγκαλου. Ο Πάγκαλος έβαλε τη χωροφυλακή να τον παρακολουθεί αλλά ο Πλαστήρας έφτασε κρυφά στην Αθήνα τον Οκτώβριο καταλύοντας στο ξενοδοχείο Ακταίον του Νέου Φαλήρου. Στη συνέχεια κρύφτηκε σε φιλική οικία (Ιωάννη Δογάνη) και μετά στο Χαλάνδρι. Το 1933 τις εκλογές κέρδιζε η αντιβενιζελική παράταξη του Παναγή Τσαλδάρη. Πριν ολοκληρωθεί η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, την νύχτα 5 προς 6 Μαρτίου, ο Πλαστήρας οργάνωσε Κίνημα υπέρ του Βενιζέλου και με την έγκριση αυτού, με την δικαιολογία ότι η άνοδος των αντιβενιζελικών στην εξουσία θα σήμαινε το τέλος της Δημοκρατίας. Το κίνημα απέτυχε και κατέφυγε στο Λίβανο και μετά στην Γαλλία. Στο επόμενο Στρατιωτικό Κίνημα, την 1η Μαρτίου 1935 (πάλι με την έγκριση του Βενιζέλου) προσέφερε και πάλι την υποστήριξή του παρ’ όλο που ήταν ακόμη στο εξωτερικό, και μετά την αποτυχία του καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο, όπως και ο Βενιζέλος, που όμως έλαβαν όλοι αμνηστία με την παλινόρθωση της Βασιλευομένης Δημοκρατίας τον ίδιο χρόνο, από τον Βασιλέα Γεώργιο Β΄.

Αντιδικτατορική δραστηριότητα

To Σεπτέμβριο του 1937, ο Πλαστήρας άρχισε έντονη αντιδικτατορική δραστηριότητα κατά του καθεστώτος του Μεταξά, και έγινε Πρόεδρος της Αντιδικτατορικής Επιτροπής, με μέλη μεταξύ άλλων τον Σοφοκλή Βενιζέλο, τον Αγαμέμνονα Σλήμαν, και τον Κομνηνό Πυρομάγλου. Σε συνέντευξή του σε μία Γαλλίδα δημοσιογράφο, εξέφρασε την άποψή του για τη δικτατορία, τονίζοντας ότι « δέν είναι σύστημα προόδου και εξυψώσεως του διανοητικού επιπέδου των λαών.» 

Στην περίοδο της Κατοχής

Με την είσοδο των Γερμανικών στρατευμάτων στο Παρίσι, μετακομίζει στην ελεύθερη ζώνη (νότιο Γαλλία). Ο Νικόλαος Πλαστήρας φτάνει στις 2 Οκτωβρίου 1940 στη Νίκαια και εγκαθίσταται στο ξενοδοχείο Φράντσια, στον αριθμό 9 της λεωφόρου Βίκτωρ Ουγκώ. Στις 2 Νοεμβρίου αποκτά προσωρινή άδεια παραμονής για έξη μήνες, που του παρέδωσε ο νομάρχης των Αλπ-Μαριτίμ. Στην Ελλάδα, ο Κωνσταντίνος Μανιαδάκης, στις αρχές Νοεμβρίου 1940, έδωσε εντολή στην Ελληνική πρεσβεία στο Παρίσι ώστε να εμποδίσει τον Πλαστήρα να επιστρέψει στην Ελλάδα. Πράγματι η Ελληνική πρεσβεία προέβη σε σχετικό διάβημα προς τον υπουργό Εξωτερικών της κυβέρνησης του Βισύ. Ο Κομνηνός Πυρομάγλου ανέλαβε την αποστολή να έλθει σε επαφή με τον Πλαστήρα, προκειμένου να επιστρέψει μέσω Συρίας και Τουρκίας στην Ελλάδα. Ο Πυρομάγλου ήλθε σε επαφή με τον τον πλωτάρχη Voisin στέλεχος της Κυβέρνησης του Βισύ, η οποία τελικά μετρίασε τα μέτρα σε βάρος του Πλαστήρα. Όμως όταν οι Άγγλοι και οι Γκωλικοί κατέλαβαν τη Συρία, οι επαφές Πλαστήρα-κυβέρνησης του Βισύ διακόπηκαν περί τις αρχές Ιουνίου του 1941. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς οι Γερμανοί από το Παρίσι, έστειλαν τον αξιωματικό των Es-Es Roland Nosek στη Νίκαια της Γαλλίας και συνάντησε τον Πλαστήρα προσκαλώντας τον στο Παρίσι. Την ίδια περίοδο κάποιος Νίκος Ρούσσος που εκπροσωπούσε την κυβέρνηση της Αθήνας συναντήθηκε μαζί του: είναι άγνωστο τι συζητήθηκε μαζί του. Ο Νικόλαος Πλαστήρας ενημέρωσε αργότερα τις αρχές Ασφαλείας του Βισύ πως του είχε προταθεί να αναλάβει την εξουσία στην Ελλάδα. Μεταξύ 23 Ιουλίου και 29 Αυγούστου πραγματοποιεί ταξίδι στο Παρίσι και επαφές με τις εκεί Γερμανικές αρχές άγνωστο με ποιο περιεχόμενο. Όπως υποστηρίζει ο καθηγητής Christophe Chiclet, «σκεφτόταν αφελώς ότι η Γερμανία θα κέρδιζε τον πόλεμο και ότι θα γινόταν ο δημοφιλής δημοκράτης δικτάτορας της Ελλάδας, σωτήρας μιας χώρας που εγκαταλείφθηκε από το βασιλιά και τους φιλομοναρχικούς» Τελικά επειδή η πλειοψηφία των βενιζελικών προσωπικοτήτων προσχώρησε στους Άγγλους , την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση και επομένως και τον βασιλιά, εκείνος απομονώθηκε. Αρχές του φθινοπώρου του 1941, έρχεται πάλι σε επαφή με τον Πυρομάγλου τον οποίο στέλνει στην Ελλάδα με σκοπό να αναστείλει κάθε ένοπλη αντίσταση, ο οποίος τελικά προσχώρησε στον ΕΔΕΣ. Ο Πλαστήρας ήταν ένας, παρά τη θέληση τη δική του, πρόεδρος του ΕΔΕΣ. Από τον Οκτώβριο του 1941 έως τον Αύγουστο του 1943, τα ίχνη του χάνονται. Από έγγραφο του F.O (Αύγουστος του 1942) πληροφορούμαστε πως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος είχε εισηγηθεί να δοθεί στον Νικόλαο Πλαστήρα διαβατήριο για να φύγει από τη Γαλλία. Η τελευταία αυτή πρόταση αναστάτωσε το Βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών και τον Εμμανουήλ Τσουδερό, ο οποίος σε επιστολή του προς τον Κανελλόπουλο, τόνιζε πως η επιστροφή του Πλαστήρα έθετε αναπόφευκτα εκ νέου συνταγματικό ζήτημα. Τον Αύγουστο του 1943 ο πρέσβης της Ελλάδας στο Λονδίνο ζητά πληροφορίες περί του Πλαστήρα από τους Γάλλους στο Αλγέρι, ενώ τον Φλεβάρη του 1944 αρχίζουν να πληθαίνουν οι προσπάθειες εκ μέρους της εξόριστης Ελληνικής κυβέρνησης (οι φιλελεύθεροι Σοφοκλής Βενιζέλος και ο υπουργός πολέμου Βύρωνας Καραπαναγιώτης) για να έλθει ο Πλαστήρας σε επαφή μαζί τους. Την ίδια περίοδο, η SOE έβλεπε στο πρόσωπό του τον Έλληνα de Gaulle και λόγω του παρελθόντος του αντιμετωπιζόταν σαν σύμβολο της δημοκρατίας. 

Τον Νοέμβριο του 1944 ο Νικόλαος Πλαστήρας ήλθε σε επαφή με τον Γεώργιο Παπανδρέου, ο οποίος ήθελε να τον προσκαλέσει στην Ελλάδα με σκοπό να ενισχύσει την κυβέρνησή του. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα ο Πλαστήρας είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στις εξελίξεις. Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, σε συζήτηση που διεξήχθη μεταξύ των Σιάντου, Γεωργίου Παπανδρέου, Καφαντάρη, του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού και του ίδιου, είχε έντονη λογομαχία με το Σιάντο. Ο Πλαστήρας αμφισβήτησε ανοικτά την προσφορά των ανταρτών του ΕΛΑΣ στην Εθνική Αντίσταση και στην απελευθέρωση κάνοντας λόγο για «ξεπάστρεμα όλων των δεξιών» και «κάψιμο χωριών». Ο Σιάντος εξανέστη φωνάζοντας «Δεν σας επιτρέπω να υβρίζετε τους ηρωικούς μας αντάρτες!» με τον Πλαστήρα να του ανταπαντάει «κάθισε κάτω ζαγάρι!». Μετά τα «Δεκεμβριανά» του 1944 κλήθηκε να αναλάβει την κυβέρνηση ως προσωπικότητα ευρείας αποδοχής, στις 3 Ιανουαρίου 1945. Παρ΄όλα αυτά ο Γάλλος πρεσβευτής στην Αθήνα Ζαν Μπελέν έγραφε στις 6 Απριλίου 1945: «Οι Βρετανοί θεωρούν τον Πλαστήρα μια μετριότητα… Κάνουν τα πάντα για να τον διώξουν» Προσπάθησε να αποτρέψει τον Εμφύλιο πόλεμο, και συμμετείχε στην Συμφωνία της Βάρκιζας. Όμως τον Μάρτιο του 1945, μετά τη δημοσίευση στην εφημερίδα «Ελληνικόν Aίμα» φωτοτυπίας της επιστολής του που κατά τη διάρκεια του πολέμου συνιστούσε κατάπαυση του πυρός με τη μεσολάβηση της Γερμανίας, ο τότε Αντιβασιλέας και Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός ζήτησε την άμεση παραίτηση του Ν. Πλαστήρα και της κυβέρνησής του όπου και ακολούθησε στις 8 Απριλίου 1945. Στη συνέχεια o Νικόλαος Πλαστήρας, μετά την παραίτησή του, παρέμεινε στην Ελλάδα ασχολούμενος με την πολιτική.

Πολιτική δραστηριότητα

Μετά την λήξη του Εμφύλιου ο Νικόλαος Πλαστήρας ήταν πρωταγωνιστής στην πολιτική ζωή ως αρχηγός της ΕΠΕΚ. Το σύνθημά του ήταν η λέξη «Αλλαγή». Σχημάτισε δύο φορές κυβέρνηση συνασπισμού από κόμματα του κέντρου την περίοδο 1950-1952 (15 Απριλίου 1950 – 21 Αυγούστου 1950 και 1 Νοεμβρίου 1951 – 11 Οκτωβρίου 1952) που χαρακτηρίστηκε ως «κεντρώο διάλειμμα». Ως πρωθυπουργός άσκησε μετριοπαθή πολιτική με πλούσια δράση. Ασχολήθηκε με την εξάλειψη των συνεπειών του Εμφύλιου και την οικονομική και κοινωνική ανασυγκρότηση, με ένα σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα εθνικοποιήσεων, κοινωνικών παροχών, διανομής γης στους ακτήμονες, χορήγησης ψήφου στις γυναίκες κλπ. Στη δεύτερη περίοδο της πρωθυπουργίας του συνεργάστηκε με το κόμμα των Φιλελευθέρων με αρχηγό τον Σοφοκλή Βενιζέλο. Λόγω της αναγκαστικής συνεργασίας και λόγω της πίεσης των ανακτόρων και των δεξιών κομμάτων αναγκάστηκε να συμβιβαστεί και να μην προχωρήσει την πολιτική της εθνικής συμφιλίωσης όσο θα ήθελε. Αρχικός του στόχος ήταν η κατάργηση των στρατοδικείων και η υπαγωγή των υποθέσεων στα τακτικά δικαστήρια, η κατάργηση των ειδικών αντικομμουνιστικών νόμων, η απελευθέρωση των εκτοπισμένων και η κατάργηση του θεσμού της διοικητικής εκτόπισης, η κατάργηση της θανατικής ποινής.

Eπί των κυβερνήσεών του Νικόλαου Πλαστήρα η Ελλάδα εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ, στάλθηκε εκστρατευτικό σώμα στην Κορέα και εκτελέστηκε το ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ Νίκος Μπελογιάννης. Τα γεγονότα αυτά και η απαίτησή του να στηριχτεί απ’ την Αριστερά στις εκλογές, τις οποίες διεξήγαγε με πλειοψηφικό σύστημα, και κατά συνέπεια η Αριστερά θα καταδικαζόταν σε πολιτική εξαφάνιση, καθόρισε το σύνθημα του ΚΚΕ «τι Παπάγος, τι Πλαστήρας». Το κόμμα του διασπάστηκε, και με το σύνθημα της Αριστεράς «Τι Παπάγος, τι Πλαστήρας» και την Αμερική να υποστηρίζει την εκλογή του Παπάγου έχασε τις εκλογές στις 16 Νοεμβρίου 1952.

Τέλος του Νικόλαου Πλαστήρα

Η υγεία του είχε ήδη κλονιστεί και πέθανε στις 26 Ιουλίου 1953. Τον έντυσαν το νεκρικό κοστούμι, που το αγόρασε ο φίλος του Διονύσιος Καρρέρ – γιατί ο ίδιος τον μισθό του τον πρόσφερε διακριτικά σε άπορους και ορφανά παιδιά – ο δε γιατρός, που ήταν παρών και υπέγραψε το σχετικό πιστοποιητικό θανάτου, μέτρησε στο ταλαιπωρημένο κορμί του: 27 σπαθιές και 9 σημάδια από βλήματα.

Στην κηδεία του δόθηκε επίσημος χαρακτήρας και παραβρέθηκαν ο βασιλιάς, όλος ο πολιτικός κόσμος και άνθρωποι απ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα και απ’ όλα τα πολιτικά κόμματα, πράγμα ασύνηθες για την τότε ελληνική πραγματικότητα. Μίλησαν πολλοί επιφανείς πολιτικοί του φίλοι και αντίπαλοι. Οι σημαίες είχαν αναρτηθεί μεσίστιες με διαταγή του Παπάγου, και παλιοί στρατιώτες του εθεάθησαν να θρηνούν επάνω από τη σορό του. 

Ο στρατηγός Νικόλαος Σαμψών, φίλος του Πλαστήρα, σε επιστολή του περιγράφει, το παρακάτω:
Όταν πέθανε ο Πλαστήρας, δεν άφησε πίσω του σπίτι, ακίνητα ή καταθέσεις σε τράπεζες. Η κληρονομιά που άφησε στην ορφανή προσφυγοπούλα ψυχοκόρη του, ήταν 216 δρχ., ένα δεκαδόλλαρο και μια λακωνική προφορική διαθήκη: «Όλα για την Ελλάδα!». Βρέθηκε επίσης στα ατομικά του είδη ένα χρεωστικό του Στρατού (ΣΥΠ 108) για ένα κρεβάτι που είχε χάσει κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων στη Μικρά Ασία και 8 δρχ. με σημείωση να δοθούν στο Δημόσιο για την αξία του κρεβατιού, ώστε να μην χρωστά στην Πατρίδα».

Χαρακτηρισμός του Νικολάου Πλαστήρα

Ο Πλαστήρας θεωρείται ότι ήταν ικανότατος στρατιωτικός, τίμιος πολιτικός και υπόδειγμα ανθρώπου, και αγαπήθηκε πολύ από τον λαό. Γεγονότα που τον χαρακτήρισαν ήταν η διακριτική προσφορά του μισθού του σε φτωχούς, η άρνησή του να «βολέψει» από την θέση του τον άνεργο αδερφό του και το ότι πέθανε και ο ίδιος χωρίς ποτέ να αποκτήσει περιουσιακά στοιχεία. Ο Γιώργος Θεοτοκάς θα γράψει το 1965: «Στο πεδίο των ανθρώπινων σχέσεων ύστερα από τον Ελευθέριο Βενιζέλο μόνο δύο δημόσιοι άνδρες κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ένα θερμό ρεύμα συναισθηματικής επαφής με τις μάζες, ο Παπανδρέου τώρα και ο Πλαστήρας άλλοτε…». 

Η Ελλάδα τιμά το Νικόλαο Πλαστήρα

Η Καρδίτσα, ο συνοικισμός της Νέας Ερυθραίας Αθηνών και η Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών στα Τρίκαλα κοσμούνται με την προτομή του, η δε τεχνητή λίμνη του Ταυρωπού, που πρώτος αυτός «οραματίστηκε», βλέποντάς την όπως είχε δημιουργηθεί μετά από μεγάλες βροχοπτώσεις με τεράστιες καταστροφές που είχαν σημειωθεί στην περιοχή, ονομάστηκε προς τιμήν του, επί κυβερνήσεως Κ. Καραμανλή, Λίμνη Πλαστήρα. Επίσης ένα στρατόπεδο στη Λάρισα καθώς και το τρένο της Δυτικής Θεσσαλίας φέρουν το όνομά του. Στον τόπο καταγωγής του, το Μορφοβούνι, πραγματοποιούνται εδώ και δεκαετίες πολιτιστικές εκδηλώσεις με το όνομα «Πλαστήρεια» ενώ το 1994 δημιουργήθηκε το Κέντρο Ιστορικών Μελετών «Ν. Πλαστήρας» με διάφορα τμήματα, στόχος του οποίου είναι η δημιουργία μονογραφικού Μουσείου Πλαστήρα. Με την εφαρμογή του «σχεδίου Καποδίστριας» στην τοπική αυτοδιοίκηση, συστάθηκε Δήμος Πλαστήρα, ο οποίος περιλαμβάνει τα ανατολικά παραλίμνια χωριά.

Περιστατικά από τη ζωή του Νικόλαου Πλαστήρα


Ο αείμνηστος Ανδρέας Ιωσήφ – πιστός φίλος του – αναφέρει:

Ο στρατηγός είχε απαγορεύσει στους δικούς του να χρησιμοποιούν το όνομα “Πλαστήρας” όπου κι αν πήγαιναν. Ο αδελφός του ήταν άνεργος. Το εργοστάσιο ζυθοποιΐας «ΦΙΞ» ζητούσε οδηγό κι εκείνος έκανε αίτηση. Ο αρμόδιος υπάλληλος τον ρώτησε πώς λέγεται: Κι επειδή αυτός δίσταζε να πει το όνομά του, ενθυμούμενος την εντολή του στρατηγού, τον ξαναρώτησε και δυο και τρεις φορές, ώσπου αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι τον λένε Πλαστήρα. Παραξενεμένος ο υπεύθυνος ζητάει να μάθει αν συγγενεύει με το στρατηγό και πρωθυπουργό. Μετά από πολύ δισταγμό του αποκαλύπτει ότι είναι αδελφός του. Αφού η αίτηση, ικανοποιήθηκε, παρακάλεσε να μη το μάθει ο αδελφός του. Ο στρατηγός το έμαθε κι αφού τον κάλεσε αμέσως στο σπίτι του τον επέπληξε και του απαγόρευσε να αναλάβει αυτή την εργασία λέγοντάς του: «Αν έχεις ανάγκη, κάτσε εδώ να μοιραζόμαστε το φαγητό μου». Και δεν πήγε.

Ο Πλαστήρας ήταν άρρωστος – έπασχε από φυματίωση – κι έμενε σ’ ένα μικρό σπιτάκι στο Μετς, κοντά στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Του πρότειναν να του βάλουν ένα τηλέφωνο δίπλα στο κρεβάτι αλλά αυτός αρνήθηκε λέγοντας: «Μα τι λέτε; Η Ελλάδα πένεται κι εμένα θα μου βάλετε τηλέφωνο;».
Πολλές φορές με τρόπο έστελνε και αγόραζαν ψωμί, ελιές και λίγη φέτα. Τότε οι γύρω του, του υπενθύμιζαν ότι είχε ανάγκη καλύτερου φαγητού λόγω της αρρώστιας κι εκείνος με απλότητα τους απαντούσε: «Τι κάνω, σκάβω για να καλοτρώγω;».

Ο Βάσος Τσιμπιδάρος, δημοσιογράφος στην εφημερίδα «Ακρόπολη», περιγράφει το εξής περιστατικό:

Κάποτε, ο στενός του φίλος Γιάννης Μοάτσος, είχε πάρει την πρωτοβουλία να του εξασφαλίσει μόνιμη στέγη, για να μην περιφέρεται εδώ και εκεί σε ενοικιαζόμενα δωμάτια. Πήγε λοιπόν σε μια Τράπεζα και μίλησε με τον διοικητή. «Τι;», απόρησε εκείνος. «Δεν έχει σπίτι ο κύριος πρωθυπουργός Πλαστήρας; Βεβαίως και θα του δώσουμε ό,τι δάνειο θέλει και μάλιστα με τους καλύτερους όρους!»

Ο Μοάτσος έτρεξε περιχαρής στον Πλαστήρα, του το ανήγγειλε και εισέπραξε την αντίδραση: «Άντε ρε Γιάννη, με τι μούτρα ρε θα βγω στο δρόμο, αν μαθευτεί πως εγώ πήρα δάνειο για σπίτι;». Έσχισε το έντυπο στα τέσσερα και το πέταξε.

Ο Δημήτρης Λαμπράκης «δώρισε» κάποια στιγμή στον Πλαστήρα ένα ωραίο χρυσό στυλό κι αφού ο στρατηγός κάλεσε τον φίλο του Ανδρέα του λέει:

Εγώ δεν βάζω χρυσές υπογραφές. Μου φτάνει το στυλουδάκι μου. Να το στείλεις πίσω.

– Μα θα προσβληθεί.

– Δεν πειράζει. Ας μου κόψει το νερό από το κτήμα. Δεν θέλω δώρα Ανδρέα. Γιατί τα δώρα φέρνουν και αντίδωρα!

Το 1952, πρωθυπουργός ακόμη ο Πλαστήρας, ήταν κατάκοιτος από την αρρώστια που τον βασάνιζε, όταν μία μέρα δέχθηκε την επίσκεψη της Βασίλισσας Φρειδερίκης. Μπαίνοντας εκείνη στο λιτό ενοικιαζόμενο διαμέρισμά του, εξεπλάγη όταν είδε τον πρωθυπουργό να χρησιμοποιεί ράντζο για τον ύπνο του, και τον ρώτησε με οικειότητα: «Νίκο, γιατί το κάνεις αυτό;» και η απάντηση ήρθε αφοπλιστική. «Συνήθισα, Μεγαλειοτάτη, το ράντζο από το στρατό και δεν μπορώ να το αποχωριστώ».

Πηγή: https://www.timesnews.gr/nikolaos-plastiras-o-mayros-kavalari/

Πηγή: http://yiorgosthalassis.blogspot.com/2013/02/blog-post_5338.html

Ο Αλέξανδρος Παπάγος (1883-1955)

Ο Αλέξανδρος Παπάγος ήταν στρατιωτικός και πολιτικός. Διετέλεσε Αρχιστράτηγος κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και στο τελευταίο στάδιο του Εμφυλίου Πολέμου, και Πρωθυπουργός από το 1952 έως το θάνατό του.

Ο Αλέξανδρος Παπάγος, Στρατιωτικός και πολιτικός.
Ο Αλέξανδρος Παπάγος

Ο Βίος του

Ο Αλέξανδρος Παπάγος γεννήθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 1883. Πατέρας του ήταν ο αντιστράτηγος Λεωνίδας Παπάγος με καταγωγή από τις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας και μητέρα του η Μαρία Καλίνσκυ, ανιψιά του εθνικού ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ.

Μετά τις γυμνασιακές του σπουδές, το 1901 εγγράφηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά την εγκατέλειψε ένα χρόνο αργότερα, προκειμένου ν’ ακολουθήσει στρατιωτική εκπαίδευση στο εξωτερικό, καθότι είχε παρέλθει το όριο ηλικίας για την εισαγωγή του στη Σχολή Ευελπίδων. Φοίτησε για μία διετία (1902 – 1904) στη στρατιωτική σχολή των Βρυξελλών και την επόμενη διετία στη σχολή Ιππικού του Ιπρ.

Το 1906 επέστρεψε στην Ελλάδα και κατετάγη στο στρατό ως Ανθυπίλαρχος στο Όπλο του Ιππικού. Το 1911 παντρεύτηκε τη Μαρία Καλίνσκυ, εγγονή του στρατηγού Τιμολέοντα Βάσσου, με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά, τον Λεωνίδα (1912), διπλωμάτη και αυλάρχη των ανακτόρων και την Ειρήνη (1914), σύζυγο του γλύπτη Γιάννη Παππά.

Η στρατιωτική του σταδιοδρομία

Ο Παπάγος συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους ως Υπίλαρχος κι έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις για την κατάληψη των Ιωαννίνων. Δεδηλωμένος φιλοβασιλικός ο Παπάγος, μετά την επικράτηση του Ελευθέριου Βενιζέλου το 1917, αποστρατεύτηκε κι εξορίστηκε διαδοχικά στα νησιά Ίο, Θήρα, Μήλο και Κρήτη.

Η νίκη των «Κωνσταντινικών» και η επάνοδος του Βασιλιά Κωνσταντίνου το Νοέμβριο του 1920 είχε ως επακόλουθο την ανάκληση του Παπάγου στο στράτευμα και την αναδρομική απόδοση του βαθμού του Αντισυνταγματάρχη. Συμμετείχε στη Μικρασιατική Εκστρατεία ως Επιτελάρχης σε μονάδες του Ιππικού, όπου και παρέμεινε μέχρι την κατάρρευση του Μετώπου τον Αύγουστο του 1922.

Μετά την Επανάσταση Πλαστήρα, το 1922, αποστρατεύτηκε εκ νέου. Επανήλθε για δεύτερη φορά στις τάξεις του στρατού το 1926 επί οικουμενικής κυβέρνησης με το βαθμό του Συνταγματάρχη και μέχρι το 1935 είχε φθάσει στο βαθμό του Αντιστρατήγου, διοικώντας σημαντικές μονάδες του Ελληνικού Στρατού.

Στις 10 Οκτωβρίου 1935, ως αρχηγός του Στρατού οργάνωσε κίνημα μαζί με τους ομολόγους του υποναύαρχο Οικονόμου και αντιπτέραρχο Ρέππα, προκαλώντας την παραίτηση της κυβέρνησης Παναγή Τσαλδάρη και επιταχύνοντας τις εξελίξεις για την επαναφορά της βασιλείας στη χώρα μας. Ο Γεώργιος Κονδύλης, που βρισκόταν σε συνεννόηση με τους πραξικοπηματίες, σχηματίζει αμέσως κυβέρνηση, ορίζοντας τον Παπάγο υπουργό Στρατιωτικών. Η νέα κυβέρνηση προκήρυξε δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος, το οποίο απέβη υπέρ της Βασιλευόμενης Δημοκρατίας και ο Παπάγος ορίστηκε να μεταφέρει το αποτέλεσμα στο Βασιλιά Γεώργιο Β’ στην Αγγλία, όπου διέμενε.

Όταν ο Ιωάννης Μεταξάς έγινε πρωθυπουργός, επανήλθε στην αρχηγία του στρατεύματος την 1η Αυγούστου 1936, παρέχοντάς του σημαντική βοήθεια στο πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου. Παρέμεινε στη θέση αυτή και κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας Μεταξά, συμβάλλοντας στην αναδιοργάνωση και τον επανεξοπλισμό του ελληνικού στρατού στον διαφαινόμενο πόλεμο.

Με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου ανέλαβε Αρχιστράτηγος του στρατού ξηράς, καταφέρνοντας, παρά τις υλικές αδυναμίες και τον αρχικό αιφνιδιασμό, να οργανώσει την αποτελεσματική άμυνα της χώρας και να απωθήσει τα ιταλικά στρατεύματα στην αλβανική ενδοχώρα. Παρέμεινε στην ηγεσία του στρατεύματος έως τις 23 Απριλίου 1941, οπότε παραιτήθηκε, προκειμένου να μη συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις της συνθηκολόγησης μετά τη ναζιστική εισβολή και προέλαση, επικρίνοντας το στρατηγό Τσολάκογλου για το σχηματισμό δοσιλογικής κυβέρνησης.

Η δράση του στην Κατοχή

Στη διάρκεια της Κατοχής, δημιούργησε μία πατριωτική οργάνωση, τη Στρατιωτική Ιεραρχία, στην οποία συμμετείχαν ως επί το πλείστον αξιωματικοί. Η αποκάλυψη της δράσης τους τον Ιούλιο του 1943 συνοδεύτηκε από την αποστολή του, μαζί με άλλους τέσσερεις αντιστράτηγους, σε στρατόπεδα συγκέντρωσης (στο Νταχάου, μεταξύ άλλων), στα οποία παρέμεινε μέχρι τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας.

Επέστρεψε στην Ελλάδα τον Ιούλιο του 1945 και τον Ιούλιο του 1947 του απονεμήθηκε ο βαθμός του στρατηγού εν αποστρατεία. Στις 19 Ιανουαρίου 1949 η κεντρώα κυβέρνηση Σοφούλη ανακάλεσε στην ενέργεια τον στρατηγό Αλέξανδρο Παπάγο και του ανέθεσε εν λευκώ τη Γενική Αρχιστρατηγία των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, με στόχο τη συντριβή της κομμουνιστικής ανταρσίας.

Η έκβαση του Εμφυλίου Πολέμου ήταν επιτυχής για τις αστικές δυνάμεις, με την καθοριστική συμβολή των Αμερικανών. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε το Βασιλιά Παύλο να απονείμει στον Παπάγο, για πρώτη φορά σε Έλληνα στρατιωτικό, τον τίτλο του Στρατάρχη (17 Οκτωβρίου 1949). Ο Στρατάρχης Παπάγος παρέμεινε επικεφαλής των Ενόπλων Δυνάμεων, συμβάλλοντας στην ίδρυση στις 11 Απριλίου 1950 του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, σε αντικατάσταση των μέχρι τότε υφιστάμενων Υπουργείων Στρατιωτικών, Ναυτικών και Αεροπορίας, και την οργάνωση του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας (ΓΕΕΘΑ), του οποίου υπήρξε και ο πρώτος αρχηγός.

Σημαντική υπήρξε η συμβολή του σε θέματα που αφορούσαν τη βελτίωση των όρων διαβίωσης των αξιωματικών, με τη σύσταση του Αυτόνομου Οικοδομικού Οργανισμού Αξιωματικών (ΑΟΟΑ) και τη δημιουργία ενός οικισμού στις ανατολικές πλαγιές του Υμηττού, που φέρει το όνομά του (Δήμος Παπάγου).

Η πολιτική του δραστηριότητα

Οι αποτυχημένες προσπάθειες των βενιζελογενών δυνάμεων για τη δημιουργία ενός ισχυρού κεντρώου συνασπισμού οδήγησαν τον αμερικανικό παράγοντα να βλέπει θετικά τη λύση της ανάληψης της πρωθυπουργίας από τον δεξιό Παπάγο, που πλέον διέθετε ιδιαίτερα ισχυρό γόητρο στην ελληνική κοινωνία. Το εγχείρημα στηρίχθηκε και από τα μεγαλύτερα εκδοτικά συγκροτήματα της εποχής (Καθημερινή, Εστία, Βήμα), αλλά αντιμετώπισε τη σθεναρή αντίδραση των Ανακτόρων, που φοβούνταν απώλεια του ελέγχου του στρατεύματος.

Στις 28 Μαΐου 1951 ο Παπάγος υπέβαλε την παραίτησή του στον Πρωθυπουργό Σοφοκλή Βενιζέλο, εκφράζοντας την πρόθεσή του να πολιτευτεί. Στις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951 ο «Ελληνικός Συναγερμός», το κόμμα που είχε ιδρύσει στα πρότυπα του γαλλικού Συναγερμού του στρατηγού Ντε Γκωλ, συγκέντρωσε το 36,53% των ψήφων, αλλά δεν εξασφάλισε αυτοδύναμη πλειονοψηφία στη Βουλή.

Ο Αλέξανδρος Παπάγος παραλαμβάνει από τον Νικόλαο Πλαστήρα. Οι κεντρώες πολιτικές δυνάμεις σχημάτισαν βραχύβια κυβέρνηση με πρόεδρο το Νικόλαο Πλαστήρα, η οποία μετά την ασθένειά του και την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη κλονίστηκε σοβαρά. Στις 10 Οκτωβρίου 1952 προκηρύχθηκαν εκλογές για τις 16 Νοεμβρίου, με νέο πλειοψηφικό σύστημα. Ο Ελληνικός Συναγερμός κατήγαγε θρίαμβο με ποσοστό 49,22% και 247 από τις 300 έδρες της Βουλής, με αποτέλεσμα να σχηματισθεί κυβέρνηση Παπάγου στις 19 Νοεμβρίου 1952.

Στο εσωτερικό μέτωπο, η κυβέρνηση Παπάγου ξεκίνησε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα για την ανοικοδόμηση της χώρας, μετά τον καταστροφικό εμφύλιο και την κατοχή. Στο οικονομικό πεδίο απόλυτος κυρίαρχος υπήρξε ο Υπουργός Συντονισμού Σπυρίδων Μαρκεζίνης, ο οποίος με τολμηρές κινήσεις κατάφερε τη μερική ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.

Στις 9 Απριλίου 1953 η κυβέρνηση, με πρόταση του Μαρκεζίνη, προχώρησε στην υποτίμηση κατά 50% του εθνικού νομίσματος έναντι του δολαρίου, συνδέοντας με αυτό τον τρόπο την ισοτιμία της δραχμής με τα διεθνή νομίσματα, σύμφωνα με τις επιταγές του Μπρέτον Γουντς (1944). Η απόφαση αυτή θεωρείται από τις πλέον επιτυχημένες οικονομικές κινήσεις και συνέβαλε δραστικά στη σταθεροποίηση της εθνικής οικονομίας. Η αντιπολίτευση κατηγόρησε επανειλημμένα την κυβέρνηση Παπάγου ότι δεν έπραξε αρκετά για την κοινωνική συμφιλίωση και την επούλωση των τραυμάτων του Εμφυλίου.

Στην εξωτερική πολιτική, η νέα κυβέρνηση ευθυγραμμίστηκε με την πολιτική των Η.Π.Α., κατανοώντας την ηγετική τους παρουσία μεταξύ των χωρών του Ελευθέρου Κόσμου και τους παραχώρησε το δικαίωμα της δημιουργίας στρατιωτικών βάσεων στο ελληνικό έδαφος. Δύο είναι τα σοβαρότερα προβλήματα στην εξωτερική πολιτική που αντιμετώπισε ο Παπάγος: το Κυπριακό και τα Σεπτεμβριανά.

Την περίοδο της διακυβέρνησής του κορυφώνεται ο απελευθερωτικός αγώνας των Κυπρίων από τη βρετανική αποικιοκρατία, που ζητούσαν την Ένωση με τη μητέρα – πατρίδα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την άμεση εμπλοκή της Ελλάδας, που αντιμετώπισε, όμως, και την αντίδραση της ισχυρής συμμάχου Μεγάλης Βρετανίας. Η έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ βρίσκει τον Παπάγο σοβαρά άρρωστο και ανίκανο να πάρει αποφάσεις. Οι συγκρούσεις στην Κύπρο οδηγούν σε χειροτέρευση τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, που φθάνουν στο κατώτερο δυνατό σημείο με το τουρκικό πογκρόμ κατά των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης στις 6 Σεπτεμβρίου 1955.

Το τέλος του Στρατάρχη

Ο Στρατάρχης Παπάγος πέθανε, τελικά, στις 4 Οκτωβρίου 1955, έπειτα από σύντομη ασθένεια, ενώ ήταν ακόμη πρωθυπουργός. Ο Βασιλιάς Παύλος έκανε την έκπληξη κι έχρισε διάδοχό του τον δυναμικό υπουργό Δημοσίων Έργων Κωνσταντίνο Καραμανλή και όχι κάποιο πρωτοκλασάτο στέλεχος της κυβέρνησής του, όπως τους δελφίνους Στέφανο Στεφανόπουλο και Παναγιώτη Κανελλόπουλο.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/198