Μύρινα Λήμνου

Από το ένδοξο παρελθόν της, το μόνο που έχει να επιδείξει η Μύρινα είναι το κάστρο της, κτισμένο πάνω σε ένα ακρωτήρι που στέκεται ανάμεσα σε δύο κόλπους, που με τη σειρά τους σχηματίζουν δύο λιμανάκια. Κάποιες πλευρές του τείχους από πέτρες ακανόνιστες χωρίς τσιμέντο, ίχνη από σκαλοπάτια και εγκοπές μέσα στο βράχο αντιπροσωπεύουν την ελληνική αρχαιότητα. Αντίθετα, τα γενοβέζικα προπύργια επιβιώνουν, φέροντας ακόμα το μονόγραμμα του Παλαιολόγου Gatiliusi (Γατελούζου), Γενοβέζου στην καταγωγή, που θα κυβερνούσε ταυτόχρονα τη Λήμνο και τη Μυτιλήνη.

Μύρινα Λήμνου
Το κάστρο της Μύρινας όπως είναι σήμερα

Το κάστρο στη Μύρινα, στην εξωτερική του εμφάνιση, παρουσιάζει μια εικόνα από τις γραφικότερες, χάρη στις απόκρημνες μεριές από τραχείτη όπου και στηρίζεται και τις πολύ απότομες κορυφές, τις παράξενες σε σχήμα που υψώνονται γύρω του, στην πεδιάδα. Ιδιαίτερα δε κατά τη δύση του ηλίου, όταν αυτές οι μαύρες σκιές με τις μορφές φανταστικών τεράτων προβάλλουν στον κόκκινο ουρανό, έχουμε καταπληκτική θέα, από τους λόφους στα ανατολικά, κοντά στον Άγιο Παύλο και τον Κοντιά.

Σαν πόλη, το Κάστρο ή Μύρινα, μοιάζει με όλα τα άλλα μικρά λιμάνια των νησιών του Αιγαίου πελάγους ή των ακτών της Μικράς Ασίας: στενοί δρόμοι, ένας από αυτούς με ανοιχτά καταστήματα και βαρέλια κρασιού, χρησιμεύει για αγορά. Σπίτια από γκρίζα ακατέργαστη πέτρα, με τον πρώτο όροφο να προεξέχει στηριζόμενος σε επικλινή στηρίγματα. Καφασωτά παράθυρα με κιγκλιδώματα στα σπίτια των Τούρκων. Το εσωτερικό των σπιτιών, οι φορεσιές τα έθιμα είναι παρόμοια με των άλλων νησιών του Αιγαίου. Πρόκειται πάντα για τους ίδιους χώρους υποδοχής, με ντιβάνια στρωμένα με πολύχρωμα υφάσματα σε όλο το μήκος των τοίχων. Σε μια γωνία του δωματίου, η στήλη από μαξιλάρια για τους καλεσμένους, το καντήλι αναμμένο μπροστά στην αγία εικόνα, τα υφαντά και τα κεντήματα των γυναικών του σπιτιού.

Για φορεσιά, το παντελόνι σε σχήμα σάκου, με δυο ανοίγματα για τις κνήμες που άνδρες και γυναίκες δένουν, οι μεν στα γόνατα, οι δε στον αστράγαλο, αφήνοντας το να πέφτει λιγότερο ή περισσότερο. Στο κεφάλι το κόκκινο φέσι των ανδρών και η χρωματιστή μαντίλα των γυναικών. Όλα τα ρούχα, τα υφάσματα, τα υποδήματα φτιάχνονται στο σπίτι από τις γυναίκες.

Όσον αφορά τα έθιμα, το σύνηθες είναι να προσφέρεται στους επισκέπτες μαστίχα από τη Χίο, γλυκά, ζαχαρωτά, καφές. Ίδιος ο τρόπος φαγητού, καθιστοί σε ένα χαμηλό τραπέζι, σχεδόν στο ύψος του πατώματος.

Στη Μύρινα οι κάτοικοι, που παραμένουν στην πατρίδα τους, δεν έχουν κανένα λόγο να προσπαθήσουν με την εργασία τους να ευδοκιμήσει η γη τους, αφού δεν τους ωθεί σε αυτό το μεγάλο κίνητρο της ανάγκης. Προσεγγίζοντας με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, δεν έχουν, χωρίς αμφιβολία, ούτε ανέσεις, ούτε πολυτέλειες.

Ωστόσο, δεν δοκιμάζονται από τη στέρηση τους. Δεν είναι πλούσιοι, αντίθετα σχεδόν όλοι τους έχουν εξασφαλίσει τη διαβίωση τους, χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Οι απέραντες αυτές εκτάσεις, ένα είδος δημοσίων κτημάτων που κανένας δεν γνωρίζει τον ακριβή ιδιοκτήτη, ανήκουν σε όσους θέλουν να οδηγούν εκεί τα κοπάδια τους. Ελάχιστοι είναι οι κάτοικοι που δεν έχουν ένα κομμάτι γης για να καλλιεργήσουν το σιτάρι για το ψωμί της χρονιάς: ζουν με λίγα πράγματα σε αυτές τις θερμές χώρες!

Ίσα που ανάβουν φωτιά για φαγητό και αυτό σπάνιες φορές. Με καρπούζι, τυρί, ψωμί, ψάρια παστά, περνούν καιρό. Το κρασί είναι τόσο άφθονο, που μου το πουλούσαν, σε μένα έναν ξένο, λιγότερο από τρεις δεκάρες το λίτρο.

Στη Μύρινα η μόνη ασχολία ικανού αριθμού κατοίκων της συνίσταται στο να φυλούν τα αιγοπρόβατα, που σύμφωνα με τις εκτιμήσεις υπολογίζονται σε πάνω από 40.000 ζώα. Αρκεί να συναντήσεις τα κοπάδια στα έρημα οροπέδια που προσφέρονται για ελεύθερη βοσκή, για να καταλάβεις για ποιο λόγο στη Λήμνο δεν έχει μείνει ούτε ένας θάμνος. Οι βοσκοί είναι ικανοί να κάψουν ένα θάμνο για να ζεσταθούν, με κίνδυνο πυρκαγιάς στο δάσος, και να βάλουν φωτιά σε εάν αιωνόβιο πεύκο για να έχουν λίγα κάρβουνα. Η φωτιά αποτελεί ένα εύκολο τρόπο αποψίλωσης, που πάντα αφήνει στους γείτονες καυσόξυλα, και ό,τι άρχισε η φωτιά το αποτελειώνει το αδηφάγο δόντι των προβάτων και αιγών. Σε αυτές τις χώρες είναι μοιραίο κάποια από τα δύο να υποκύψουν: ή τα δάση ή τα ζώα. Στη Λήμνο τα ζώα θριάμβευσαν.

Οι Λήμνιοι βοσκοί έχουν ενδυμασία και πολύ παράξενο τύπο. Ντύνονται στα λευκά από το κεφάλι ως τα πόδια με το φουσκωτό παντελόνι και ένα γιλέκο από δέρμα πάνω από το μάλλινο πουκάμισο. Σπάνε λίγο τη μονόχρωμη λευκότητα με το μαύρο των δερμάτινων λουριών που δένουν γύρω από τα πόδια τους, των περικνημίδων που καταλήγουν σε αιχμή πάνω από το γόνατο και της ζώνης τους, από όπου κρέμεται συνήθως μια δερμάτινη θήκη. Στο λευκό μάλλινο σκούφο τους είναι στριμμένη πολλές φορές μια υφασμάτινη άκρη, αφήνοντας να φανούν μακριά κατσαρά μαλλιά που πλαισιώνουν ένα οστεώδες πρόσωπο, με μάτια πολύ κοντά το ένα στο άλλο, διαπεραστικά, με μύτη κυρτή. Στο χέρι κρατούν ένα μακρύ φυσικό μπαστούνι.

Ένα ελληνικό νησιωτικό χωριό πολύ συχνά χαρακτηρίζει μια εκκλησία μεγαλοπρεπής σε κατασκευή. Οι θρησκευτικές κοινότητες, που για τους Έλληνες υπόδουλους στους Τούρκους αντιπροσωπεύουν την πατρίδα, είναι όλες πλούσιες, και όταν πρόσφατα η Τουρκία ήρε παλαιότερη απαγόρευση και τους επέτρεψε, με οικονομικό αντάλλαγμα, να κτίσουν εκκλησίες, αμέσως επιδόθηκαν στην οικοδόμηση τους. Με έκπληξη είδαμε σε φτωχά χωριά τόσο μεγάλα οικοδομήματα, τόσο υπέροχα διακοσμημένα, συχνά δε με μάρμαρα από τα γύρω αρχαία ερείπια.

Εκτός από τις εκκλησίες, υπάρχουν στη Λήμνο επτά μοναστήρια με σπουδαιότερα του Πορτιανού και του Κοντιά. Και κατά μία πολύ παλαιά συνήθεια, ένα είδος λατρείας των ψηλότερων σημείων, όπου ο άνθρωπος πίστευε ότι ήταν πλησιέστερο στον ουρανό, πάνω τις ψηλότερες κορυφές, τις πιο δύσβατες, υπάρχει πάντα ένα μικρό ξωκκλήσι αφιερωμένο στην Παναγία, στον Άγιο Γεώργιο, στον Άγιο Αθανάσιο ή στον Προφήτη Ηλία.

Louis de Launay

Μυτιλήνη, ο κήπος της αυτοκρατορίας

Η Μυτιλήνη είναι ένας μεγάλος τόπος με επιβλητική εμφάνιση και περιλαμβάνει πληθυσμό 20.000 ατόμων. Η πόλη είναι χτισμένη εν μέρει πάνω σε μια χερσόνησο, η οποία στο σημείο αυτό προβάλλει προς τη θάλασσα, και εν μέρει στο γειτονικό χώρο και τον ισθμό που τα συνδέει.

Μυτιλήνη, ο κήπος της αυτοκρατορίας
Εγκαταλελειμμένο ελαιοτριβείο-σαπουνοποιείο στη Λέσβο

Βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του νησιού, πράγμα που χωρίς αμφιβολία έχει επιβληθεί για δύο λόγους: πρώτον μεγαλύτερη ασφάλεια για τη ναυτιλία, καθώς έτσι το λιμάνι της δεν ήταν εκτεθειμένο στην ανοιχτή θάλασσα και δεύτερον ευκολία επικοινωνίας με την ενδοχώρα καθώς οι ελληνικοί οικισμοί παντού ιδρύονταν με προοπτική το εμπόριο και ειδικότερα την εξαγωγή του προϊόντος της ενδοχώρας. Η πόλη στην πίσω πλευρά περιβάλλεται από σειρά λόφους, οι πλαγιές των οποίων είναι καλυμμένες με όμορφη βλάστηση και διάσπαρτες αγροικίες.

Η ελιά βασιλεύει στη Μυτιλήνη. Ο πληθυσμός είναι αφοσιωμένος στην καλλιέργεια της ελιάς και το λάδι είναι το κύριο εξαγωγικό προϊόν. Ως εκ τούτου το νησί ονομάζεται από τους Τούρκους «κήπος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας».

Η Μυτιλήνη αποτελείται από δύο τομείς, το μεσαιωνικό κάστρο, το οποίο καλύπτει την κορυφή και ένα μεγάλο μέρος των βορείων κλιτών της χερσονήσου, και τη σύγχρονη πόλη, που είναι χτισμένη στον ισθμό και στις πλαγιές αριστερά και δεξιά του. Το κάστρο είναι μια εκτεταμένη και θεαματική κατασκευή, που έχει εσωτερικά και εξωτερικά τείχη, με προμαχώνες, στρογγυλούς και γωνιώδεις πύργους και επάλξεις. Η οχύρωση του φτάνει μέχρι τη θάλασσα και την ακολουθεί για κάποια απόσταση προς τη βορειοδυτική πλευρά. Είναι βυζαντινής κατασκευής, αλλά το 1335 πέρασε στα χέρια των Γενουατών ευγενών της οικογένειας των Γατελούζων, οι οποίοι κατείχαν το νησί, για περισσότερο από έναν αιώνα, μέχρι που δόθηκε σαν δώρο στον Μωάμεθ Β΄το 1462.

Η ιστορία του κάστρου μπορεί να λεχθεί ότι αποτυπώνεται με ακρίβεια στην προμετωπίδα του, γιατί πάνω από την είσοδο, στην κορυφή του λόφου, όπου παραμένει ακόμα η παλιά σιδερένια πόρτα, βρίσκονται δίπλα δίπλα εντοιχισμένα: ένας βυζαντινός αετός, ένας φράγκικος θυρεός και μια τούρκικη επιγραφή. Τώρα κατοικείται από οθωμανικό πληθυσμό, κυρίως κυβερνητικούς αξιωματούχους και ένα σημαντικό αριθμό στρατιωτικών δυνάμεων. Το μεγαλύτερο μέρος της χερσονήσου δεν έχει ανοικοδομηθεί και καταλήγει στη θάλασσα σε απότομους βράχους.

Το βόρειο τμήμα της σύγχρονης πόλης, που βρίσκεται πλησιέστερα προς το κάστρο, είναι επίσης τουρκικός τομέας και περιλαμβάνει ορισμένα τζαμιά, ενώ το τμήμα προς τη νότια πλευρά του ισθμού, που έχει μεγάλη έκταση, κατοικείται από τους Έλληνες και Ευρωπαίους πρόξενους.

Henry Fanshawe Tozer

Ο Αλκαίος (τέλη 7ου-αρχές 6ου αιώνα π.Χ.)

Η Λέσβος τον 7ο και 6ο αιώνα π.Χ. παρουσίασε πολύ μεγάλη πνευματική και καλλιτεχνική δραστηριότητα. Ο Πιττακός, ένας από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας, και οι λυρικοί ποιητές, η Σαπφώ και ο Αλκαίος, κατάγονταν από τη Λέσβο. Οι δύο τελευταίοι είναι περίπου σύγχρονοι και παρουσιάζουν το κοινό χαρακτηριστικό: το έργο τους είναι στενά συνδεδεμένο με περιστατικά της ζωής τους.

Εκείνο που προέχει στη ζωή του Αλκαίου, που γεννήθηκε στη Μυτιλήνη, είναι η ανάμειξη του με την πολιτική ζωή της πόλης του καθώς ο ίδιος ανήκε σε αριστοκρατική τάξη. Βρέθηκε σε πολύχρονη αντιπαράθεση με τους τυράννους, που, στηριγμένοι στο δημοκρατικό πλήθος, πήραν την εξουσία. Έτσι γνώρισε περιπέτειες, πήρε μέρος σε εμφυλίους πολέμους, γεύτηκε την εξορία. Από όλα αυτά εμπνεύστηκε τα περίφημα στασιωτικά (πολιτικά) ποιήματα του, που μαζί με τα ερωτικά και τα συμποσιακά αποτελούν το κύριο μέρος του έργου του. Βασικό χαρακτηριστικό είναι το έντονο πάθος για ό,τι τον απασχολεί.

Ο Αλκαίος
Ο Αλκαίος

Ο Αλκαίος γράφει

Αγριοκαίρι

Τι ανέμων ταραχή είν΄ αυτή δε νιώθω

κυλάει το κύμα δώθε, κείθε, ολούθε,

κι εμάς, στη μέση, με το μαύρο πλοίο

μακριά μας σέρνει

τ΄ αγριοκαίρι βαριά μας πολεμάει,

μες της σεντίνας τα νερά είν΄ η βάση

του καταρτιού, και το πανί, σκισμένο

κουρέλι είν΄ όλο

τα σκοινιά έχουν λασκάρει…

Πολέμα τ’ αγριοκαίρι

Ο Δίας ρίχνει βροχή, βαρύς χειμώνας

από τον ουρανό, τα ρέματα έχουν

παγώσει και τα δέντρα μες στο λόγγο

το βάρος δε μπορούν πια να σηκώσουν.

Πολέμα τ΄ αγριοκαίρι, ξύλα ρίχνε

στη φωτιά, βάζε μπόλικο κρασάκι

γλυκόπιοτο, και γέρνε το κεφάλι

στο μαλακό σου απάνω μαξιλάρι.

Ο γυρισμός του αδελφού

Μας ήρθες απ΄της γης την άκρη, με ένα

σπαθί που ΄ναι χρυσόδετη η λαβή του

και φιλντισένια, αφού, της Βαβυλώνας

βοηθώντας το λαό σε πόλεμό τους,

ένα ανδραγάθημα έκαμες μεγάλο,

έναν εχθρό τους, μαχητή γιγάντιο,

που μια παλάμη του ΄λειπε να φτάσει

τις πέντε πήχες, σκότωσες στη μάχη

κι έτσι απ΄τα βάσανα έσωσες εκείνους.

Ο Θεόφιλος, ο δικός μας ζωγράφος

Όταν στην Γαλλία, που ήταν το καλλιτεχνικό κέντρο της Ευρώπης μεσουρανούσαν ο Πικάσο και άλλοι, στην Ελλάδα έζησε ταπεινά στο περιθώριο της ζωής και ζωγράφισε, ο λαϊκός δικός μας Θεόφιλος.

Ο Θεόφιλος, ο ζωγράφος
Ο Παύλος Μελάς, Θεόφιλος

Ο Βίος του Θεόφιλου

Ο Θεόφιλος γεννήθηκε  στα 1867 στη Βαρεία της Μυτιλήνης.  Ήταν το πρώτο παιδί από τα 8 συνολικά της οικογένειας του (4 αγόρια και 4 κορίτσια). Οι γονείς του ήταν ο Γαβριήλ Χατζημιχάλης και η Πηνελόπη Ζωγράφου. Ο Θεόφιλος σαν παιδί είχε ιδιαίτερα αδύναμη κράση και ένα «μέγα κουσούρι», όπως το θεωρούσαν τότε: Ήταν αριστερόχειρας.  Όλοι τον έλεγαν «ζερβοκουτάλα» και μισακάτη. Γονείς και δάσκαλοι προσπαθούσαν κάθε μέρα και βίαια να τον κάνουν δεξιόχειρα. Τον  τυραννούσαν, να του αλλάξουν τη φύση του δηλαδή. Έτσι  ο Θεόφιλος κλείστηκε στον εαυτό του. Δεν  έπαιζε με τα άλλα παιδιά. Βρήκε παρηγοριά στη ζωγραφική. Κατέβαινε στο υπόγειο του σπιτιού του που το χρησιμοποιούσαν ως αποθήκη και ζωγράφιζε συνεχώς, ατελείωτες ώρες. Εκεί κλειδωμένος τραγουδούσε τα κλέφτικα τραγούδια.  Τραγουδούσε μόνο εκεί  για να μην τον ακούνε γιατί όταν ήταν νήπιο πέρασε μιαν αρρώστια που τον έκανε να τραυλίζει. Αυτό αγωνιζόταν συνεχώς να το κατανικήσει αλλά η προφορά του δεν ήταν ποτέ καθαρή. Δεν ήθελε να τον ακούσει ο κόσμος να τραγουδάει γιατί θα τον γιουχάριζε για τη δυσκολία της φωνής του.

Ο Θεόφιλος ήταν μικρός, καχεκτικός, βιασμένος από όλους και αποτραβηγμένος από όλους. Όμως, αυτός αγάπησε την λεβεντιά! Και σύμβολο της η φουστανέλα που σε όλη την ζωή του δεν την αποχωρίστηκε από πάνω του για να εκδυτικιστεί με τα κουστούμια της εποχής που έτρεξαν να φορέσουν όλοι στην Ελλάδα, ίσως για να κρύψουν τον Έλληνα με τα τσαρούχια και την κακομοιριά  που ένοιωθαν  σε αυτόν μέσα από τόσα χρόνια σκλαβιάς, που τους έκανε μάλλον να  ντρέπονται.   

Στο σχολείο γέμιζε τα τετράδια του με ζωγραφιές: Καΐκια και γοργόνες. Στην Τρίτη δημοτικού σταματά το σχολείο. Ο πατέρας του τον στέλνει στο παπουτσάδικο του νησιού για να γίνει τσαγκάρης αλλά ο Θεόφιλος το έσκαγε συνέχεια και πήγαινε τρεχάτος στον παππού του τον Κωνσταντή που ήταν αγιογράφος. Ο παππούς του έκανε αληθινά θαύματα μπροστά στα μάτια του. Έπαιρνε απλά ξύλα και σανίδια και  τα μετέτρεπε σε αγίους. Ο παππούς του τον λάτρευε. Τον κάθιζε στα πόδια του, τον αγκάλιαζε και του έδειχνε τη ζωγραφική του, του έλεγε ιστορίες: για τους βίους των αγίων, τους ήρωες του 1821, τον Μέγα Αλέξανδρο. Αυτοί οι ήρωες θα αποτυπωθούν στο έργο του Θεόφιλου.

Στο σπίτι η μάνα του τον παρακαλά, αφού τσαγκάρης δεν γινόταν, να δουλέψει σαν βοηθός κτίστη δίπλα στον θείο του. Πήγε. Μια μέρα όμως, ο Θεόφιλος ζωγραφίζει πάνω σε έναν φρεσκοβαμμένο τοίχο μια γοργόνα που όταν την είδε ο θείος του έγινε έξαλλος και την έσβησε αμέσως. Στην Μυτιλήνη, ο κόσμος τον κορόιδευε για την φουστανέλα, τον χλεύαζαν και έφθασαν ακόμα και να τον χτυπούν. Ο Θεόφιλος φεύγει. Το σκάει από το σπίτι του με πονεμένη ψυχή από την απάνθρωπη συμπεριφορά των συγχωριανών του. Ήταν 16 χρονών. Πηγαίνει στη Σμύρνη. Εκεί έκανε θελήματα στο ελληνικό προξενείο όπου δούλευε σαν θυρωρός. Παράλληλα ζωγράφιζε και κέρδιζε και από εκεί κάποια χρήματα. Πάντα με θέματα από την ελληνική ιστορία.  Εκεί, στη Σμύρνη, κάποιοι τον κατηγόρησαν στους Τούρκους για αυτά, όταν ζωγράφιζε στο σπίτι του Δρουσάκη. Ο Δρουσάκης για να σώσει την κατάσταση, λέει πως ο Θεόφιλος είναι ένας τρελός και δεν αξίζει σημασίας. Ο Τούρκος αξιωματούχος τότε είπε: «Αν τούτος είναι τρελός, ντροπή σε εμάς τους γνωστικούς».

Μετά τη Σμύρνη, ο Θεόφιλος πηγαίνει στη Μακρινίτσα στο Πήλιο και στο Βόλο. Στη ζώνη της φουστανέλας του, εκεί που έμπαιναν τα ντουφέκια, αυτός ζώνεται με πινέλα και χρώματα που τα έφτιαχνε ο ίδιος από τρίχες αλόγου και για τα χρώματα κοπανούσε λουλούδια και χορτάρια που έβρισκε άφθονα στην φύση μαζί με κρεμμύδια και φλούδες ροδιού. Μετά τα ανακάτευε με τις μπογιές των μπογιατζήδων. Για να δέσουν όλα, κάποιες φορές πρόσθετε γάλα συκιάς ή αυγό.

Σε αυτά τα μέρη ζωγραφίζει τοίχους σε μικρά μαγαζιά, σε βαρέλια, στις ταβέρνες και όπου βρει. Στα θέματα του προστίθενται πουλιά, δέντρα και λουλούδια. Θέματα καθημερινής ζωής, θρησκευτικά, ιστορικά και της παράδοσης μας. Ο Θεόφιλος έτσι κατάφερνε να επιβιώνει. Λίγα χρήματα ίσως, ένα πιάτο φαγητό και κρεμμύδια που ήταν η αδυναμία του. Συχνά έλεγε πως δεν πουλάει τα έργα του αλλά τα χαρίζει. Και δεν είχε άδικο. Μα, με τη ζωγραφική του δεν μπορούσε να ζήσει. Έτσι έκανε τον χαμάλη, ασβέστωνε τοίχους, ξεχορτάριαζε, κουβαλούσε νερό, και ότι άλλη δουλειά του ποδαριού έβρισκε.

Σαν άνθρωπος ο Θεόφιλος χαρακτηριζόταν από πραότητα, απλότητα, μοναχικότητα, πόθο να εκφραστεί μέσα από τη ζωγραφική, και κάπου –  κάπου, παίζει τη φυσαρμόνικα του. Και ενώ ο ίδιος δεν έκανε κακό σε κανέναν, το ταπεινό ύφος της ζωής του, προκαλούσε τους ανθρώπους που ζούσαν στον αντίποδα και έψαχναν ευκαιρία να τον κοροϊδεύουν. Η καζούρα εναντίον του από μεγάλους και μικρούς αποτελούσε  την  καθημερινότητα της ζωής του. Οι μικροί όμως κάπως δικαιολογούνται κατά τον Θεόφιλο που αγαπούσε τα παιδιά. Ο Θεόφιλος έγραφε δικά του έργα με κυρίαρχο ήρωα τον Μ. Αλέξανδρο και οργάνωνε τα πιτσιρίκια να παίξουν θεατρικές παραστάσεις. Ο ίδιος έφτιαχνε τα σκηνικά (υποτυπώδη βέβαια) και τα κουστούμια (για πανοπλίες διαμόρφωνε χαρτόκουτα). 

Το 1912 γνωρίζει σε ένα πανηγύρι τον Γιάννη Κοντό με την γυναίκα του Ασπασία όπου τον φιλοξένησαν σπίτι τους. Ο Κοντός ήταν μυλωνάς και γαιοκτήμονας. Του φέρθηκαν τόσο ανθρωπινά και αυτός τους ζωγράφισε τα ωραιότερα του έργα στους τοίχους του αρχοντικού τους. Έλεγε ο Κοντός για τον Θεόφιλο: «Αυτός παιδί μου ήταν τρελός στο μυαλό και σοφός στα χέρια». Το όνομα του Θεόφιλου αργά και σταθερά γινόταν γνωστό και τον καλούσαν από τόπο σε τόπο για να ζωγραφίσει τοίχους σπιτιών και μαγαζιών. Ένα από τα ωραία περιστατικά είναι με έναν μαγαζάτορα που ήθελε να του ζωγραφίσει 2 λιοντάρια. Ο Θεόφιλος τον ρωτά «Και πώς τα θες; Δεμένα ή λυτά;» Ο μαγαζάτορας κοντοστέκεται και του λέει «Και ποια είναι η διαφορά;» Ο Θεόφιλος αποκρίνεται «Τα δεμένα κοστίζουν 10 φασολάδες και τα λυτά μια φασολάδα». Ο Θεόφιλος με αυτή τη διαφορά εννοούσε αν ήθελε να τα φτιάξει με καλά χρώματα ή με μπογιές που με την πρώτη βροχή χαλάνε. Ο μαγαζάτορας βέβαια απάντησε λυτά. Και επειδή ξεκινούσαν και οι βροχές, στη πρώτη βροχή τα λιοντάρια εξαφανίστηκαν. Ο μαγαζάτορας γίνεται έξαλλος!  Ο Θεόφιλος ήρεμος του απαντά «Άνθρωπε μου, τι φωνάζεις; Λυτά δεν τα ήθελες τα λιοντάρια; Ε! Τι περίμενες; Να μείνουν πάντα εδώ; Αφού ήταν λυτά, έφυγαν»!!

Η ωραία περίοδος του Θεόφιλου ήταν μετά την Μικρασιατική καταστροφή που ήρθαν οι πρόσφυγες Έλληνες από την ανατολή με τον πόνο και τον θρήνο στις καρδιές τους αλλά και το μεράκι τους που προσπαθούσαν να ζήσουν και να δημιουργήσουν. Στη τέχνη τους προτιμούσαν την διακόσμηση και τα καθαρά χρώματα. Ο Θεόφιλος είχε αυτή τη ζωγραφική που ζητούσαν και επίσης και την εμπειρία να ζει στην Σμύρνη και να γνωρίζει τον πολιτισμό  ους. Πληρώνεται καλύτερα και τρώει και καλύτερα από τις εξαιρετικές συνταγές των προσφύγων. Όταν το 1930 οι παράγκες των προσφύγων πιάνουν φωτιά, χάνεται και η  ομορφιά στα έργα του Θεόφιλου, παρόλο που τότε αυτός δεν ζούσε μαζί τους.

Το 1927, ανεβασμένος σε μια ξύλινη σκάλα, ο Θεόφιλος ζωγράφιζε την πρόσοψη ενός μαγαζιού. Κάποιος Βολιώτης για να διασκεδάσει με τους παραβρισκόμενους, τραβάει τη σκάλα και ο Θεόφιλος σωριάζεται στο χώμα. Ματώνει το κεφάλι του και το χέρι του. Σπαράζει στους πόνους ενώ οι άλλοι χαχάνιζαν από το θέαμα. Σηκώνεται και απομακρύνθηκε αργά – αργά. Έτσι, έφυγε. Μαζεύει τα πράγματα του, όλα και όλα μέσα σε 3 μπαουλάκια και φεύγει το 1927 για την πατρίδα του την Μυτιλήνη. Μετά από 30 χρόνια.

Στο χωριό του οι συγγενείς του δεν τον εκτιμούν γιατί είχε την αμαρτία να γυρίσει όπως έφυγε. Δεν είχε γίνει σπουδαίος παρά ένας φτωχός μπογιατζής, όπως όλοι τον αποκαλούσαν.  Όμως υπήρχε η μάνα του. Ένας άνθρωπος που θα νοιαζόταν για την υγεία του, αλλά και τα αδέλφια του. Τα αδέλφια του είχαν βολευτεί με τα πρακτικά επαγγέλματα. Ο Σωτήρης και ο Παναγιώτης ήταν επιπλοποιοί. Ο Μιχάλης εργολάβος. Οι αδελφές του Σοφία και Αθανασία είχαν παντρευτεί και η Ελπίδα είχε πεθάνει νέα. Αρχικά τον μαζεύει ο Σωτήρης.  Έπειτα θα μείνει με την οικογένεια της Σοφίας και τη μάνα τους. Στην Μυτιλήνη ζωγράφιζε καθημερινά σπίτια και μαγαζιά για ένα πιάτο φαγητό.  Όλο το νησί γέμισε με τις ζωγραφιές του. Στο τέλος της ζωής του, έμενε σε ένα μικρό σπιτάκι στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα. Ένα στρώμα κατάχαμα, ένα ντουλάπι, δυο κασέλες, μια μικρή αυλή που φύτευε τα μπαξεβανικά του και δυο αμυγδαλιές. Παρέα του είχε την Μαρουλιώ, την γάτα του που υπερλάτρευε.

Ο Θεόφιλος πεθαίνει στις 24 Μαρτίου του 1934. Πιθανότατα από τροφική δηλητηρίαση. Η αδελφή του στις αναμνήσεις της περιγράφει «Ο μακαρίτης ήταν έξυπνος και γνωστικός και ας τον έλεγαν «παλαβό» και «αχμάκη». Οι κοιλαράδες που δεν τον ξέρανε και στερνά τον εμπορευτήκανε κιόλας».

Ένα χρόνο μετά, έργα του εκτέθηκαν στο Μουσείο του Λούβρου ως δείγμα της δουλειάς ενός γνήσιου λαϊκού ζωγράφου της Ελλάδας. Πώς έγινε αυτό; Το 1928, ο ζωγράφος Γιώργος Γουναρόπουλος βρισκόταν στον Βόλο. Είδε τοιχογραφίες του Θεόφιλου σε ένα μανάβικο. Τις φωτογράφισε και στο Παρίσι πια όπου έμενε, τις έδειξε στον (εκ καταγωγής Μυτιληνιό) Στρατή Ελευθεριάδη (Τεριέν) – άνθρωπο που εξελίχθηκε σε μέγα κριτικό τέχνης. Ο Ελευθεριάδης ένα χρόνο μετά πηγαίνει στην Μυτιλήνη και αγοράζει μερικά έργα του Θεόφιλου. Από εδώ και πέρα, ο Τεριέν αναλαμβάνει την προώθηση του Θεόφιλου αλλά ο Θεόφιλος δεν πρόλαβε να ζήσει για να δει την εξέλιξη. Ο Κώστας Ουράνης (ποιητής, δημοσιογράφος, πεζογράφος) γράφει «Αλλά ο Θεόφιλος δεν είναι πια σήμερα στη ζωή για να χαρεί την άξαφνη αυτή δόξα ή για να εκπλαγεί από αυτήν».

Ο Θεόφιλος ζωγραφίζει

Η ζωγραφική του Θεόφιλου χωρίζεται σε 4 περιόδους. Η πρώτη όταν ήταν στη Σμύρνη από όπου δεν υπάρχουν έργα του. Η δεύτερη από το Πήλιο και Βόλο, η Τρίτη από την επιστροφή του στη Μυτιλήνη ως τη γνωριμία του με τον Ελευθεριάδη και η τέταρτη (1929-1934) όταν ήταν στη δούλεψη του Τεριέν (Teriant) μέχρι το τέλος της ζωής του. Τότε είχε μόνιμο εργοδότη και ζωγράφιζε σε πανί αρκετούς πίνακες που σήμερα φυλάσσονται στο Μουσείο της Μυτιλήνης.

Η ζωγραφική του δεν έχει την κλασική προοπτική, δεν έχει βάθος. Ούτε διαβάθμιση χρωματικών τόνων. Ότι στο έργο του φαίνεται μακρινό είναι χρωματισμένο όπως και ότι βρίσκεται κοντά. Το βάθος επιτυγχάνεται μόνο με το να ζωγραφίζει τα αντικείμενα μικρότερα. Το έργο του είναι επίπεδο όπως πχ του Ματίς ή της βυζαντινής τέχνης. Στις πολυπρόσωπες συνθέσεις ξεχωρίζει το κεντρικό πρόσωπο με 2 τρόπους: Τον τοποθετεί στη μέση του έργου και τον μεγεθύνει. Όπως έκαναν και οι αρχαίοι Αιγύπτιοι στη τέχνη τους. Ακολουθεί μάλιστα (τυχαία και όχι επίτηδες) και την αντίληψη των αρχαίων Αιγυπτίων (ως ένα σημείο) που πίστευαν ότι όλα έπρεπε να φαίνονται για να υπάρχουν.  Γι αυτό τα τοποθετούσε στη σειρά όλα. Παρατηρώντας τις μορφές των ανθρώπων του, βλέπουμε πως έχουν δυσανάλογο μεγάλο κεφάλι που όσο προχωρεί προς το σώμα, τα χέρια μικραίνουν και καταλήγει στα πόδια που μικραίνουν ακόμα περισσότερο. Τα γυναικεία πρόσωπα σχεδόν ίδια. Αντιγράφουν τα βυζαντινά πρότυπα. Τα παιδικά πρόσωπα έχουν όλα τη μορφή ηλικιωμένων. Το φόντο έντονα χρωματισμένο και διακοσμημένο με δέντρα, λουλούδια κτλ. Επίσης, για να ξεχωρίσουν όλα μεταξύ τους, χρησιμοποιούσε περιγράμματα: Μια μαύρη γραμμή. Άλλο χαρακτηριστικό του: Σε κάθε έργο του σχεδόν, έγραφε κάτι πάνω του. Ήταν ανορθόγραφο και ασύντακτο μα τον εξυπηρετούσε για να σχολιάσει ή να επεξηγήσει το θέμα του.

«Δεν ξέρω την ιστορία όπως οι δάσκαλοι από τα βιβλία. Την ξέρω όπως την λέει ο τόπος και τα τραγούδια του. Η ιστορία είναι άνεμος που την καταλαβαίνεις όταν την ανασαίνεις» έλεγε ο Θεόφιλος. Ο Οδυσσέας Ελύτης έγραφε για αυτόν «Αληθινοί ελαιώνες επιτέλους, αληθινοί άνθρωποι, αληθινά πράγματα. Γι αυτόν, ισότιμα με το σώμα του Χριστού, υπάρχουν τα λιβάδια με τις ανεμώνες και τα λιόδεντρα που αφήνουν ανάμεσα στα δάχτυλα τους να περάσει η θάλασσα».

Ο Τσαρούχης γράφει σε ειδικό κεφάλαιο για τον Θεόφιλο στο βιβλίο του  «Αγαθόν το  εξομολογείσθαι»: «Γίνεται ζωγράφος από ενθουσιασμό για το θέμα. Δεν ζωγραφίζει τα πράγματα μα τον ενθουσιασμό που του έδωσαν. Τα σέβεται και τα λατρεύει γιατί αυτά του δίνουν τους ενθουσιασμούς του. Ότι κάνει δεν μοιάζει πάντα με το πράγμα – τι παράλογη απαίτηση να μοιάζει το παράφορο αγκάλιασμα μας με αυτό που αγκαλιάζουμε».

Σύμφωνα με τον Θεόφιλο: «Στη ζωγραφική, πρέπει όλα να φαίνονται». Πρόκειται για έναν γνήσιο άνθρωπο με καλλιτεχνική ψυχή, που στόλισε και ομόρφυνε την ζωή στο πέρασμα του από αυτήν. Μια ψυχή που την  σμίλευσε ο πόνος και εκφράστηκε με τραγούδι και ζωγραφική.

Πηγή: http://texni-zoi.blogspot.com/2015/10/blog-post.html