Ατρέας, ο γενάρχης των Ατρειδών

Ο Ατρέας ήταν ο γενάρχης της τραγικής οικογένειας των Ατρειδών. Ήταν γιος του Πέλοπα και της Ιπποδάμειας. Εγγονός του Τάνταλου. Είχε μοναδικό αδελφό τον Θυέστη. Η τραγωδία της οικογένειας των Ατρειδών αρχίζει σύμφωνα με την παράδοση από τα δύο αυτά αδέλφια.

Ατρέας, ο γενάρχης των Ατρειδών
Ο θησαυρός του Ατρέα, Μυκήνες

Ο Ατρέας παντρεύτηκε την Αερόπη, την κόρη του Κατρέα από την Κρήτη, εγγονή του Μίνωα. Απέκτησε δύο γιους, τον Αγαμέμνονα και τον Μενέλαο και μια κόρη την Αναξιβία, μητέρα του Πυλάδη. Ωστόσο, ο Πέλοπας, ο πατέρας του Ατρέα και του Θυέστη, είχε και έναν άλλο γιο, τον Χρύσιππο, που τον απέκτησε σε μεγάλη ηλικία από τη νύμφη Αξιόπη. Επειδή ο γερο-Πέλοπας αγαπούσε πολύ τον τελευταίο γιο του, οι Ατρέας και Θυέστης, παρακινημένοι από τη μητέρα τους Ιπποδάμεια, επειδή φοβήθηκαν ότι θα έχανα τα κληρονομικά τους δικαιώματα πάνω στην Πελοπόννησο, σκότωσαν το Χρύσιππο και τον έριξαν σε ένα πηγάδι. Το πρώτο αυτό έγκλημα θα οδηγήσει σε μια σειρά εγκλημάτων.

Ο Πέλοπας θύμωσε πολύ και τους έδιωξε από κοντά του. Τα δύο αδέλφια πήγαν τότε στις Μυκήνες, όπου βασίλευε ο αδελφός της μητέρας τους Σθένελος, ο πατέρας του Ευρυσθέα. Ο Σθένελος τους πρόσφερε καταφύγιο και μετά το θάνατο του Ευρυσθέα ο Ατρέας παντρεύτηκε την Αερόπη και έγινε βασιλιάς των Μυκηνών.

Ο Ατρέας μετά το θάνατο του Πέλοπα παίρνει στην κατοχή ολόκληρη την Πελοπόννησο και παραμερίζει τον Θυέστη, που τον κάνει βοσκό στα κοπάδια του. Αυτό έγινε γιατί ο Ατρέας είχε στην κατοχή του αρνί με το χρυσόμαλλο δέρμα (που ήταν σύμβολο της δύναμης του). Έτσι ο Θυέστης συνωμοτεί με τη γυναίκα του Ατρέα Αερόπη, γίνεται εραστής της και αυτή τον παρακινεί να κλέψουν το χρυσόμαλλο αρνί για να αφαιρέσουν την εξουσία από τον Ατρέα. Ο Ατρέας αποκαλύπτει τη συνωμοσία και καταδιώκει τη γυναίκα του Αερόπη, που πέφτει με το άλογο της στη θάλασσα από το Ταίναρο και πνίγεται, ενώ ο Θυέστης κρύβεται στα βουνά.

Ο Ατρέας κρατά αιχμάλωτους τους γιους του αδελφού του και τελικά τον καλεί λέγοντας του ότι τον συγχωρεί. Οργανώνει μάλιστα και συμπόσιο προς τιμήν του, όπου του δίνει να φάει τις σάρκες των γιων του που είχε στο μεταξύ σκοτώσει. Ο Θυέστης, όταν το μαθαίνει αυτό, τρελαίνεται. Μόνο ένας από τους γιους του Θυέστη γλύτωσε, ο Αίγισθος, που θα εκδικηθεί αργότερα το κακό που έκανε ο Ατρέας στην οικογένειας του ξελογιάζοντας την Κλυταιμήστρα και σκοτώνοντας μαζί της τον Αγαμέμνονα, όταν ο τελευταίος γύρισε από την Τροία.

Η Μυθολογία αναφέρει ότι ο Ήλιος, από τον αποτροπιασμό που ένιωσε για τα εγκλήματα της οικογένειας του Ατρέα, μια μέρα ανέτειλε από τη δύση.

Το έπος του Γιλγαμές

Η μυθολογία των Σουμέριων ξεκινά από τη μετανάστευση τους από τη μυθική γενέτειρα τους, τη χώρα του Μαγκάν και κορυφώνεται με το Έπος του Γιλγαμές, το οποίο είναι και το μόνο που μας έχει σωθεί από τη λογοτεχνία των Σουμέριων.

Το έπος του Γιλγαμές

Οι Σουμέριοι δεν ήταν σημιτική φυλή. Η γλώσσα τους ανήκει στις συγκολλητικές γλώσσες. Είναι τελείως διαφορετική από τις σημιτικές και παρουσιάζει ορισμένα κοινά γνωρίσματα με τις γλώσσες της ουραλοαλταϊκής ομάδας. Δεν έχει ακόμη εξακριβωθεί που βρισκόταν αυτή η μυθική χώρα του Μαγκάν, αν και πολλοί ερευνητές τοποθετούν αυτή τη χώρα στη δυτική ακτή της Ινδίας, άλλοι στον Εύξεινο Πόντο και κάποιοι άλλοι στην Κρήτη.

Το έπος του Γιλγαμές

Το έπος του Γιλγαμές περιγράφει τις περιπλανήσεις και τις περιπέτειες του Γιλγαμές, Σουμέριου βασιλιά. Στην αφήγηση διαπλέκονται δεκάδες ιστορίες, πολλές από τις οποίες θα τις συναντήσουμε στις μυθολογίες πολλών άλλων λαών, όπως οι Έλληνες και οι Εβραίοι. Χιλιετίες ολόκληρες ήταν το αγαπημένο έπος των λαών της Μεσοποταμίας, Σουμέριων Ακκαδίων, Βαβυλωνίων και Ασσυρίων, αλλά και ευρύτερα της Μέσης Ανατολής. Όπως όλα τα αρχαία έπη, το Γιλγαμές το απήγγελλαν περιοδεύοντες αοιδοί και σ’ αυτή την προφορική μορφή επιβίωσε στην παράδοση πολλών λαών.

Φυσικά υπήρχαν και γραπτά κείμενα του έπους, αλλά παρέμεναν άγνωστα ως τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν σε ανασκαφές στην αρχαία Βαβυλώνα, οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν πινακίδες, που είχαν επάνω τους γραμμένο με σφηνοειδή γραφή το αρχαίο κείμενο του έπους. Αργότερα, παρόμοιες πλάκες ανακαλύφθηκαν και αλλού, και από τη σύγκριση και διασταύρωση των κειμένων τους, αφενός μεν επιβεβαιώθηκε η γνησιότητα των πρώτων, αφετέρου δε, έγινε δυνατή η ανασύνθεση του έπους και μάλιστα στις τρεις εκδοχές του, τη σουμερική, τη βαβυλωνιακή και την ασσυριακή.

Το έπος αναφέρεται στις περιπέτειες και τα ταξίδια του Γιλγαμές, βασιλιά της σουμερικής πόλης Ουρούκ, της οποίας τα ερείπια έχουν εντοπιστεί στο σημερινό νότο Ιράκ. Ο Γιλγαμές ήταν, σύμφωνα με την παράδοση, τρισέγγονος του Νώε και στο έπος εμφανίζεται σαν το πρότυπο της ανδρικής δύναμης και ομορφιάς, ταυτόχρονα όμως αδυσώπητος και καταπιεστικός, ιδίως όταν υποχρέωσε τους κατοίκους της πόλης στην οποία βασίλευε, να χτίσουν τα τείχη της, με καταναγκαστική εργασία.

Οι άνθρωποι ζήτησαν βοήθεια από τους θεούς και εκείνοι έπλασαν στο χώμα τον Ενκιδού, που τον προόριζαν για αντίπαλο του Γιλγαμές. Ο Ενκιδού ήταν αρχικά αγροίκος δασόβιος, που έτρωγε όπως τα ζώα και καλά καλά δεν ήξερε να μιλά. Μια ιερόδουλος της Ουρούκ όμως ανέλαβε να τον εξανθρωπίσει και μετά από επταήμερη συναναστροφή μαζί της ο Ενκιδού έγινε κανονικός άνθρωπος. Τότε ήρθε αντιμέτωπος με τον Γιλγαμές, πάλεψαν σκληρά για πολλές ώρες και τελικά νίκησε ο Γιλγαμές, με μεγάλη δυσκολία.

Οι δύο αντίπαλοι, εκτιμώντας ο ένας τις αρετές του άλλου, συμφιλιώθηκαν και από τότε έγιναν αχώριστοι. Στη συνέχεια επιχείρησαν ένα ταξίδι σε μακρινές χώρες, που ήταν γεμάτο περιπέτειες. Κατά τη διάρκεια του συναντήθηκαν με τη θεά του έρωτα, την Ιστάρ, την οποία προσέβαλαν, ιδίως ο Ενκιδού με πολλές ύβρεις. Μετά από αυτό οι θεοί τιμώρησαν τον Ενκιδού, ο οποίος πεθαίνει, αφήνοντας τον φίλο του Γιλγαμές.

Ο Γιλγαμές περίλυπος για το θάνατο του φίλου του και φοβισμένος καθώς βλέπει και το δικό του αναπόφευκτο τέλος, αρχίζει ένα φοβερό ταξίδι στον Κάτω Κόσμο αναζητώντας την αθανασία. Η περιπλάνηση του δε θα του φέρει την αθανασία, αλλά θα τον βοηθήσει να κατανοήσει τη ζωή και θα τον προικίσει με σοφία, που θα τον απαλλάξει από το άγχος του θανάτου.

Πηγή: https://sarantakos.wordpress.com

Ο Νικόλαος Πολίτης (1852-1921)

Ο Νικόλαος Πολίτης (Καλαμάτα, 3 Μαρτίου 1852 – Αθήνα, 12 Ιανουαρίου 1921) ήταν Έλληνας λαογράφος και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Θεωρείται ως ο πρόδρομος της επιστήμης της λαογραφίας στην Ελλάδα.

Ο Νικόλαος Πολίτης
Ο Νικόλαος Πολίτης 

Ο Βίος του Νικολάου Πολίτη

Ο Νικόλαος Πολίτης γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου 1852 στο χωριό Γιάννιτσα (Ελαιοχώριον Καλαμάτας) και μεγάλωσε στην Καλαμάτα, όπου και τελείωσε το σχολείο. Παππούς του ήταν ο παπά-Νικόλαος Πολίτης συμμαχητής του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι, ενώ ο πατέρας του Γεώργιος καταγόταν από το χωριό Γιαννιτσάνικα της επαρχίας Καλαμών και ήταν δικαστικός. Από τα μαθητικά του χρόνια είχε αναπτύξει ενδιαφέρον για την παραδοσιακή ζωή και, ως μαθητής γυμνασίου ακόμα, άρχισε να συντάσσει μια χειρόγραφη εφημερίδα που λεγόταν Ο Φιλόπαις. Αρχίζει να δημοσιεύει λαογραφικές μελέτες σε περιοδικά, όπως η «Ευτέρπη», η «Πανδώρα», η «Εστία»«Χρυσαλλίς»«Φιλόστοργος μήτηρ». Το 1866 όταν ξεσπά η Κρητική επανάσταση επιχειρεί να καταταγεί εθελοντής σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, αλλά τελικά ανακαλύφθηκε από τους γονείς του και επέστρεψε σε αυτούς. Το 1868 με δική του πρωτοβουλία το Γυμνάσιο Καλαμάτας όπου φοιτούσε έδωσε παράσταση με τα έργα του Μολιέρου Ο Ακούσιος γάμος και Ο χαρτοπαίκτης σε δική του μετάφραση, προκειμένου να συγκεντρωθούν χρήματα υπέρ των Κρητών προσφύγων που είχαν καταφύγει στη Μεσσηνία.

Σπούδασε φιλολογία (1868-1872) και νομική (1874-1878) στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1870 έγινε μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός». Εξέδωσε από κοινού με τον Σπυρίδωνα Λάμπρο τα Νεοελληνικά Ανάλεκτα Παρνασσού. Απέκτησε τρεις γιους, μεταξύ τους τον πρωτότοκο φιλόλογο και κριτικό βιβλίου Γιώργο Πολίτη, τον σκηνοθέτη και θεατρικό κριτικό Φώτο Πολίτη και τον νεότερο, καθηγητή στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και ακαδημαϊκό Λίνο Πολίτη. Το 1871 βραβεύτηκε για τη μελέτη του  Νεοελληνική Μυθολογία. Στο διάστημα 1876-1880 παρακολούθησε σπουδές στο Μόναχο, ως υπότροφος της ελληνικής κυβέρνησης, τις οποίες ολοκλήρωσε στο Έρλανγκεν όπου έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα. Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τον βυζαντινολόγο Καρλ Κρουμπάχερ.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα εργάστηκε αρχικά στη Βιβλιοθήκη της Βουλής συμβάλλοντας στην κατάταξη του υλικού της. Το 1882 ονομάστηκε υφηγητής της ελληνικής μυθολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διετέλεσε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος.

Ο Νικόλαος Πολίτης στο Υπουργείο Παιδείας

Από το 1884 κατέλαβε θέσεις στο Υπουργείο Παιδείας, αρχικά ως Τμηματάρχης Μέσης Εκπαίδευσης (Απρίλιος 1884-Απρίλιος 1885) και έπειτα Γενικός Επιθεωρητής της δημοτικής εκπαίδευσης (Μάιος 1886-Δεκέμβριος 1887). Από τη συνολική εκπαιδευτική κυβερνητική του θητεία θεωρούνται τομές στην ιστορία της εκπαίδευσης η εισαγωγή μαθημάτων των νέων ελληνικών στο λεγόμενο τότε ελληνικό σχολείο και αργότερα στο γυμνάσιο, η δραστική μείωση των ωρών διδασκαλίας των μαθημάτων της ιεράς ιστορίας και η μετωνυμία του μαθήματος σε  θρησκευτικά, η δημιουργία του Βαρβάκειου Πρακτικού Λυκείου (1886), και η αποστολή εγκυκλίου τον Δεκέμβριο του 1887 στο διδακτικό προσωπικό με την οποία προτρεπόταν να συγκεντρώσει λαογραφικό υλικό.

Ο ακαδημαϊκός Νικόλαος Πολίτης

Το 1883 επιθυμώντας να συμβάλει στη δημιουργία εθνικής λογοτεχνικής παραγωγής εισηγείται την προκήρυξη διαγωνισμού για τη συγγραφή ελληνικού διηγήματος στον διευθυντή του περιοδικού Εστία Γεώργιο Κασδόνη. Το 1890 έγινε καθηγητής Μυθολογίας και Ελληνικής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, του οποίου διατέλεσε και πρύτανης. Ο Νικόλαος Πολίτης ήταν ο πρώτος που δίδαξε πολιτικές και σκηνικές αρχαιότητες και ιστορία θρησκευμάτων σε συγκριτική βάση πριν καθιερωθεί ως διδακτικό αντικείμενο στη θεολογική σχολή. Στο διάστημα 1889-1890 ήταν συνδιευθυντής του περιοδικού Εστία, μαζί με τον Γεώργιο Δροσίνη. Όταν δημοσίευε κείμενα στην Εστία απέφευγε να παραθέτει το όνομά του θεωρώντας πως δεν ήταν αντιπροσωπευτικά της όλης δημιουργίας του. Το 1908 ίδρυσε την Ελληνική Λαογραφική Εταιρεία (ο ίδιος είχε εισηγηθεί τον όρο «λαογραφία» ως αντίστοιχο των ευρωπαϊκών όρων Folklore και Volkskunde), το 1909 ξεκίνησε την έκδοση του περιοδικού «Λαογραφία» και το 1918 ίδρυσε το Λαογραφικό Αρχείο.

Το τέλος του Νικολάου Πολίτη

Ο Πολίτης πέθανε στις 12 Ιανουαρίου 1921 «εκ στηθάγχης, ην επέτεινεν η μέχρι της τελευταίας του βίου στιγμής αδιάκοπος αυτού εργασία».

Αποτίμηση του έργου του

Ο Νικόλαος Πολίτης συστηματοποίησε το έργο της λαογραφίας, ώστε να καλύπτει όλο το φάσμα των εκδηλώσεων του παραδοσιακού βίου: μνημεία λόγου (τραγούδια, παροιμίες, ευχές, διηγήσεις κ.α.), κοινωνική οργάνωση, καθημερινή ζωή (ενδυμασία, τροφή, κατοικία), επαγγελματικό βίο (γεωργικό, ποιμενικό, ναυτικό), θρησκευτική ζωή, δίκαιο, λαϊκή φιλοσοφία και ιατρική, μαγεία και δεισιδαιμονικές συνήθειες, λαϊκή τέχνη, χορός και μουσική. Η ενθάρρυνση της μελέτης της παραδοσιακής ζωής αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τη θεματική και την τεχνοτροπία των ποιητών της Γενιάς του 1880 και των εκπροσώπων της ηθογραφικής πεζογραφίας.

Η μεθοδολογία του Νικολάου Πολίτη

Στην εποχή του Νικόλαου Πολίτη στην Ελλάδα επικρατούσαν δύο μέθοδοι όσον αφορά τη λαογραφία, η εθνογραφική η οποία στηριζόταν στην συγκέντρωση περιγραφικών στοιχείων και η άλλη η συγκριτική με σκοπό τη μελέτη των ελληνικών εθίμων του παρόντος συγκριτικά με εκείνα της αρχαιότητας. Η δεύτερη ήταν απάντηση στις θεωρίες του Γιάκομπ Φίλιπ Φαλμεράυερ για τον αφελληνισμό των Ελλήνων. Η Νεοελληνική μυθολογία, το παλιότερο σημαντικό έργο του Πολίτη, υιοθετεί την θεωρία των επιβιωμάτων – διατυπωμένη από τον Ταίηλορ, κι αποδεκτή από τον Πολίτη – παλιότερα πολιτισμικά στοιχεία μπορούν να διατηρηθούν χωρίς όμως λειτουργικότητα στο σήμερα. Η σύγκριση δεν γινόταν με τους άλλους λαούς, αλλά απέβλεπε στο να αποδείξει συνέχειες. Ο Πολίτης όμως επιχειρεί σύγκριση με άλλους βαλκανικούς και αρχαίους ή σύγχρονους ευρωπαϊκούς λαούς. Γι’ αυτό και θα επικριθεί πιο πολύ, στα πλαίσια του Ροδοκανάκειου διαγωνισμού όπου υποβλήθηκε, η εργασία του αυτή, με την οποία προσδίδει στην σκέψη του πιο πολύ εθνολογική-ανθρωπολογική χροιά, ενώ έχει συλλάβει από τότε τη συνοχή τόσο του Βαλκανικού όσο και του ευρωπαϊκού πολιτισμού, καθώς όλοι αυτοί οι λαοί στην πλειοψηφία τους είναι Ινδοευρωπαϊκοί. Εγκαταλείπει αυτού του είδους τη συγκριτική μέθοδο, τη διαχρονική και της συνέχειας, και ακολουθεί τη σύγκριση μεταξύ των διαφόρων πολιτισμών: δεν βρίσκει ομοιότητες, παρά μόνο επιφανειακές ανάμεσα σε αρχαίους και νεοέλληνες,ενώ είναι οπαδός και της πολυγένεσης, δηλαδή της θεωρίας πως οι άνθρωποι υπό τις ίδιες κοινωνικές συνθήκες δημιουργούν παρόμοια πολιτισμικά στοιχεία, αναγνωρίζοντας τον πανανθρώπινο πολιτισμό.

Γραπτά του Νικολάου Πολίτη

  • Μελέται επί του βίου των νεωτέρων Ελλήνων (2 τ., 1871-1874)
  • Σπυρίδων Λάμπρος, Νικόλαος Πολίτης, επιμ. (1896). Die Olympischen Spiele 776 – 1896 (Τόμος Α’) (PDF) (στα Γερμανικά). Αθήνα, Λειψία, Λονδίνο: Καρλ Μπεκ, F. Volckmar, H. Grevel and co. σελ. 218. Ανακτήθηκε στις 14 Απριλίου 2010.
  • Παροιμίαι (4 τ., 1899-1902)
  • Παραδόσεις (1904)
  • Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού (1914)

https://el.wikipedia.org/wiki/Νικόλαος_Πολίτης

Η Ωρείθυια, η κόρη του Ερεχθέως

Η Ωρείθυια ήταν κόρη του Ερεχθέως, βασιλιά των Αθηνών και της Διογενίας ή Πραξιθέας. Ανάμεσα στα αδέλφια της Ωρειθυίας συγκαταλέγονται ο Κέκρωπας ο νεότερος, ο Άλκωνας, ο Ορνέας, ο Θέσπιος, ο Ευπάλαμος, ο Πάνδωρος, ο Μητίωνας, η Μερόπη, η Κρέουσα, η Πρόκρις και η Πρωτογένεια.

Το όνομά της σημαίνει «αυτή που τρέχει σαν τρελή στο βουνό» («η εν τω όρει ως μανιώδης τρέχουσα»).

Η Ωρείθυια, η κόρη του Ερεχθέως
Η αρπαγή της Ωρείθυιας

Η Ωρείθυια ήταν θλιμμένη γιατί ο πατέρας της αποφάσισε να μην την παντρέψει ποτέ για να τον φροντίσει όταν θα γεράσει αρκετά και θα είναι ανήμπορος.

Για αυτό το λόγο της απαγόρευσε να βγαίνει από το παλάτι – φοβούμενος μήπως ερωτευτεί κάποιο νέο – και την έκλεισε σε ένα από τα πιο ψηλά δωμάτια του παλατιού.

Όταν ο Βορέας ο θεός του βόρειου ανέμου είδε την κοπέλα την ερωτεύτηκε αμέσως τόσο πολύ που αποφάσισε να παρουσιαστεί μπροστά στον πατέρα της για να του ζητήσει το χέρι της.

Ο Ερεχθέας προσποιήθηκε πως χάρηκε πολύ που ένας θεός θέλησε να παντρευτεί την κόρη του όμως στην ουσία δεν ήθελε να αποχωριστεί την Ωρείθυια. Σκεπτόμενος όμως την οργή του θεού σε μια αρνητική απάντηση του αλλά και στην προσπάθεια να κερδίσει λίγο χρόνο, δέχθηκε την πρόταση του Βορέα με τον όρο να έρθει πάλι σε ένα μήνα για να προετοιμάσει την κόρη του για τον γάμο.

Σ’ αυτό το διάστημα ο Βορέας επισκεπτόταν την κοπέλα η οποία τον ερωτεύτηκε τόσο πολύ, όσο την είχε ερωτευτεί εκείνος, κι ανυπομονούσε να περάσει ο καιρός για να γίνει ο γάμος.

Όταν πέρασε ο ένας μήνας που είχε ορίσει ο Ερεχθέας, ο Βορέας παρουσιάστηκε ξανά στον βασιλιά για να ζητήσει την Ωρείθυια.

Όμως, έλαβε μια ακόμη αναβολή από τον Ερεχθέα κι όταν αυτή έληξε έλαβε κι άλλη κι άλλη. Ο Βορέας τότε κατάλαβε πως ο Ερεχθέας δεν είχε σκοπό να του δώσει την κόρη του και θύμωσε τόσο πολύ με την συμπεριφορά του που αποφάσισε να κλέψει την κοπέλα προκειμένου να την παντρευτεί.

Έτσι ο Βορέας την απήγαγε την ώρα που μάζευε λουλούδια πάνω στην Ακρόπολη ή κοντά στον Ιλισό.

Ο Βορέας τη μετέφερε στον «Βράχο του Σαρπηδόνα», κοντά στον ποταμό Εργίνο,στη Θράκη. Εκεί την τύλιξε μέσα σε ένα σύννεφο και ενώθηκε βίαια μαζί της.

Το ζευγάρι απέκτησε δίδυμους γιους, τους δυο Βορεάδες Αργοναύτες, τον Ζήτη και τον Κάλαϊ, καθώς και τους Αίμο, το Βούτη, το Λυκούργο,δύο κόρες, τη Χιόνη(θεά του χιονιού και μητέρα του Εύμολπου από τον Ποσειδώνα) και την Κλεοπάτρα(γυναίκα του Φινέα και μητέρα του Πλέξιπου και του Πανδίωνα).

Ο Βορέας ήταν η προσωποποίηση του Βόρειου ανέμου, ενώ κατά τον Ελλάνικο ήταν η προσωποποίηση του όρους Βόρα της Μακεδονίας. Ήταν γιός της Ηούς (Αυγής)και του Αστρέα.Κατοικούσε στη Θράκη,άλλοτε στην οροσειρά του Αίμου,άλλοτε στο όρος Βόρας(καιμάκτσαλάν) και άλλοτε κάπου κοντά στον Στρυμόνα.

Ως προσωποποίηση του βορείου ανέμου ήταν αδελφός του Ζέφυρου (δυτικού), του Εύρου (νοτιοανατολικού) και του Νότου (νότιου). Παρουσιάζονταν ως γενειοφόρος με φτερά στα χέρια και τα πόδια.

Η αρπαγή της από τον Βορέα έγινε θέμα πολλών αγγειογράφων και ενέπνευσε τον Σοφοκλή και τον Αισχύλο να γράψουν σχετικά δράματα, από τα οποία όμως δεν σώζονται παρά μερικά αποσπάσματα.

Ο Αισχύλος έγραψε ένα σατυρικό δράμα σχετικά με το περιστατικό, την «Ωρείθυια», το οποίο έχει χαθεί.

Ο Πλάτων αναφέρει κάπως ειρωνικά ότι ίσως υπάρχει μία λογική εξήγηση της ιστορίας: η Ωρείθυια μπορεί να έπεσε και να σκοτώθηκε στα βράχια του Ιλισού όταν φύσηξε μια δυνατή ριπή βοριά, και έτσι να ειπώθηκε ότι «την πήρε ο Βορέας». Προσθέτει και μια άλλη εκδοχή, κατά την οποία η αρπαγή της Ωρειθυίας έγινε όχι στον Ιλισό αλλά στον Άρειο Πάγο.

Το σχετικό χωρίο / Νεοελληνική απόδοση:

Φαίδρος – Για πες μου, Σωκράτη, δε λέει μια παράδοση πως κάπου από δω βέβαια,από τον Ιλισό ο Βορέας άρπαξε την Ωρείθυια;

Σωκράτης – Ναι, το λέει η παράδοση.

Φαίδρος – Λοιπόν, σίγουρα από δω; Και δες,το ρυάκι φαίνεται να κυλά με τα χαριτωμένα και καθαρά και διάφανα νερά, ότι πρέπει να παίζουν οι κορασιές στις όχθες του.

Σωκράτης – Όχι, αλλά παρακάτω, περίπου δύο ή τρεις σταδίους, εκεί απ΄όπου περνάμε στο ναό της Άγρας· μάλιστα κάπου εκεί βρίσκεται κι ένας βωμός του Βορέα.

Φαίδρος – Δεν το συγκρατώ στο νου μου και πολύ καλά· αλλά, γιατ΄όνομα του Δία πες μου, Σωκράτη, εσύ έχεις πειστεί ότι αυτό το μυθολόγημα είναι αληθινό;

Σωκράτης – Αλλά, αν δεν του έδινα πίστη, όπως κάνουν οι σοφοί, δε θα΄κανα τίποτε το παράλογο· μάλιστα, επιστρατεύοντας σοφιστικά επιχειρήματα θα ισχυριζόμουν ότι το φύσημα του Βοριά έσπρωξε την Ωρείθυια, την ώρα που η κόρη έπαιζε μαζί με τη Φαρμακεία, πάνω στους κοντινούς βράχους, κι αφού βρήκε το θάνατο μ΄ αυτό τον τρόπο, είπαν ότι αρπάχτηκε από τον Βορέα και πάει ή από την περιοχή του Αρείου Πάγου· γιατί ακούστηκε και αυτό…Εγώ όμως δε διαθέτω γι΄αυτό ελεύθερο χρόνο, ούτε στιγμή.

Οι Αθηναίοι θεωρούσαν τον Βορέα γαμπρό τους, κι όταν βρέθηκαν στα δύσκολα, μπροστά στον απειλητικό στόλο του Ξέρξη, τον παρακάλεσαν να τους βοηθήσει. Εκείνος ανταποκρίθηκε άμεσα, και κατέστρεψε με μιάς τετρακόσια περσικά καράβια.

Γι αυτόν τον λόγο οι Αθηναίοι τού έχτισαν έναν όμορφο ναό στις όχθες του Ιλισσού. Υπήρχαν ναοί αφιερωμένοι στο Βορέα, στη Μεγαλόπολη, στους Θούριους, ενώ λατρεύονταν και στην Αθήνα, όπου θεωρούνταν γαμπρός. Πέρα από το σπήλαιο στον Αίμο, όπου κατοικούσε, υπήρχε άντρο του στη Σκυθία και κοίτη του στον Καύκασο.

Πηγή: https://elhalflashbacks.blogspot.com/2019/08/arpagi-orityas-apo-vorea.html