18 Λιανοτράγουδα

Τα «18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας» είναι συλλογή ποιημάτων του Γιάννη Ρίτσου τα οποία μελοποίησε και ενέταξε σε έναν Δίσκο ο Μίκης Θεοδωράκης.

18 Λιανοτράγουδα

Πρόκειται για 18 τετράστιχα του Γιάννη Ρίτσου, εκ των οποίων τα 16 ο ποιητής τα έγραψε στο Παρθένι της Λέρου στις 16 Σεπτεμβρίου του 1968. Τα άλλα δύο τα έγραψε στη Σάμο την Πρωτομαγιά του 1970. Τα ποιήματα είναι γραμμένα στη φόρμα των δημοτικών λιανοτράγουδων, σε ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους στίχους, με πυκνό αλλά λιτό ύφος. Η σύνθεση του δίσκου έγινε στο Παρίσι τη διετία 1971-1973 από τον Μίκη Θεοδωράκη, και η πρώτη εκτέλεση στις 17 Ιανουαρίου 1973 στο Albert Hall με τραγουδιστές τους: Μαρία Φαραντούρη, Πέτρο Πανδή, Αφροδίτη Μάνου, Αχιλλέα Κωστούλη και τον ίδιο το συνθέτη. Η πρώτη ηχογράφηση του έργου έγινε το 1973 στο Παρίσι με τους ίδιους τραγουδιστές και κυκλοφόρησε στην Γαλλία την ίδια χρονιά από την EMI France. Παράλληλα ηχογραφήθηκε και στην Ελλάδα, κρυφά κατά τη διάρκεια της Χούντας, με τον Γιώργο Νταλάρα και την Άννα Βίσση. Με την πτώση της χούντας κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα πρώτα η έκδοση με τον Νταλάρα και μετά η έκδοση με Φαραντούρη, Πανδή, Μάνου και Κωστούλη. Λίγους μήνες αργότερα κυκλοφόρησε και τρίτη έκδοση του έργου με την Μ.Δημητριάδη, Ε.Βιτάλη, Κ.Καμένο, Σ.Πασπαράκη και Σ.Κρυστάλη.

Τα 18 Λιανοτράγουδα

  1. Αναβάφτιση
  2. Αυγή
  3. Δε φτάνει
  4. Εδώ το φως
  5. Επιτύμβιο
  6. Καρτέρεμα
  7. Κουβέντα με ένα λουλούδι
  8. Λαός
  9. Μνημόσυνο
  10. Ο ταμένος
  11. Πράσινη μέρα
  12. Συλλείτουργο
  13. Τ’ άσπρο ξωκλήσι
  14. Τη ρωμιοσύνη μην την κλαις
  15. Το κυκλάμινο
  16. Το νερό
  17. Το χτίσιμο
  18. Λιγνά Κορίτσια

Κουβέντα με ένα λουλούδι

Κυκλαδινό κυκλάμινο
στου βράχου τη σχισμάδα
πού βρήκες χρώματα κι ανθείς
πού μίσχο και σαλεύεις

Μέσα στο βράχο σύναξα
το γαίμα στάλα στάλα
μαντήλι ρόδινο έπλεξα
κι ήλιο μαζεύω τώρα

Το κυκλάμινο

Μικρό πουλί τριανταφυλλί, δεμένο με κλωστίτσα,
με τα σγουρά φτεράκια του στον ήλιο πεταρίζει.
Κι αν το τηράξεις μια φορά, θα σου χαμογελάσει
κι αν τὸ τηράξεις δυο και τρεις, θ᾿ αρχίσει το τραγούδι.

https://el.wikipedia.org/wiki/18_Λιανοτράγουδα_της_Πικρής _Πατρίδας

Της Δικαιοσύνης Ήλιε Νοητέ

Της Δικαιοσύνης Ήλιε Νοητέ

Μία από τις κορυφαίες δημιουργίες του υπήρξε το ποίημα Το Άξιον Εστί (1959), μέρος του οποίου είναι το ποίημα Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ. Το έργο είναι αυτό με το οποίο ο Ελύτης διεκδίκησε θέση στην εθνική λογοτεχνία, προσφέροντας ταυτόχρονα μία «συλλογική μυθολογία» και ένα «εθνικό έργο». Η λογοτεχνική κριτική υπογράμμισε την αισθητική αξία του καθώς και την τεχνική του αρτιότητα. Η γλώσσα του επαινέθηκε για την κλασσική ακρίβεια της φράσης ενώ η αυστηρή δόμησή του χαρακτηρίστηκε ως άθλος που «δεν αφήνει να διαφανεί πουθενά ο παραμικρός βιασμός της αυθόρμητης έκφρασης». Τον «εθνικό» χαρακτήρα του Άξιον Εστί υπογράμμισαν μεταξύ άλλων ο Δ.Ν. Μαρωνίτης και ο Γ.Π. Σαββίδης, ο οποίος σε μία από τις πρώτες κριτικές του ποιήματος διαπίστωσε πως ο Ελύτης δικαιούταν το επίθετο «εθνικός», συγκρίνοντας το έργο του με αυτό του Σολωμού, του Παλαμά και του Σικελιανού.

Το «Αξιον Εστί» έχει μεταφραστεί βέβαια σε πολλές γλώσσες, μα έχει ως δεσπόζουσα αρετή του μια σφραγίδα ιθαγένειας, μια «ελληνικότητα» χωρίς όμως φολκλόρ ή ιδεολογήματα, ακριβώς επειδή η δραστικότητα της γλώσσας του ποιητή φτάνει σε βάθη όπου δεν χωρούν φτηνές «πατριωτικές» αναγνώσεις. Το ότι τα πολύ γνωστά και δημοφιλή άσματα του ορατορίου έχουν ταυτιστεί με μια «αριστερή» ανάγνωση για τις εθνικές επετείους και τους σχολικούς εορτασμούς είναι το αντίτιμο της «εμπορικότητας» που απέκτησε το μουσικό έργο του Μίκη Θεοδωράκη. Πίσω απ’ αυτό το αντίτιμο όμως λάμπει ένας ποιητικός λόγος καίριος και διαχρονικός, και το σημαντικότερο, ένας ποιητικός λόγος που η πρόσληψή του απαιτεί εξοικείωση με την γλωσσική παράδοση του Ελληνισμού. Η τάση του υπερρεαλισμού να ξεπερνά τις γλωσσικές κοινοτυπίες μπόλιασε με τρόπο θαυμαστό το «Άξιον Εστί»… σε μια εποχή που ο πόλεμος δημοτικής – καθαρεύουσας γινόταν με πολιτικά χαρακτηριστικά, ο Ελύτης κατήργησε τις διακρίσεις, άντλησε λέξεις απ΄ολόκληρο τον ρου της γλώσσας μας και κατέθεσε το πιο ολοκληρωμένο, σαν σύλληψη και σαν εκτέλεση, ποιητικό έργο της νεώτερης Ελλάδας. Το ότι πέρασε σε εκατομμύρια στόματα, σαν τραγούδι πια, έστω και αποσπασματικά, είναι μια ακόμη ευτυχισμένη στιγμή στην ιστορία του ελληνικού πολιτισμού.

Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγουδά Οδυσσέα Ελύτη

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
και μυρσίνη εσύ δοξαστική
Μη παρακαλώ σας μη
μη τη λησμονάτε τη χώρα μου

Αετόμορφα τα έχει τα ψηλά βουνά
στα ηφαίστεια κλήματα σειρά
Και τα σπίτια πιο λευκά
στου γλαυκού το γειτόνεμα!

Τα πικρά μου χέρια με τον κεραυνό
τα γυρίζω πίσω απ’ τον καιρό
Τους παλιούς μου φίλους καλώ
με φοβέρες και μ’ αίματα

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
και μυρσίνη εσύ δοξαστική
Μη παρακαλώ σας μη
μη τη λησμονάτε τη χώρα μου

Οδυσσέας Ελύτης

Πηγή: https://www.youtube.com/

Σπασμένο Καράβι

Το «Σπασμένο Καράβι» είναι ποίημα του Γιάννη Σκαρίμπα μελοποιημένο από τον Γιάννη Σπανό και τον Κώστα Καράλη σε μια ανεπανάληπτη και αξεπέραστη μέχρι σήμερα ερμηνεία. Κυκλοφόρησε το 1975 στο δίσκο «Τρίτη Ανθολογία». Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν και άλλες εκτελέσεις από άλλους καλλιτέχνες.

Ο Γιάννης Σκαρίμπας έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στην Χαλκίδα, με την οποία ταυτίστηκε –όπως ο Καρυωτάκης με την Πρέβεζα, ο Καβάφης με την Αλεξάνδρεια, ο Παπαδιαμάντης με τη Σκιάθο–, την έκανε σημείο αναφοράς στην ποίησή του, της έδωσε υπόσταση ερωτικού αντικειμένου και, ως σύμβολο ή ως μεταφορά, η επαρχιακή αυτή πόλη του μεσοπολέμου έγινε η σφραγίδα του ποιητικού του κόσμου.

Ο μπαρμπα-Γιάννης Σκαρίμπας, όπως ήταν γνωστός στους φίλους του πέθανε στις 21 Ιανουαρίου 1984 και τάφηκε στο κάστρο του Καράμπαμπα.

Η προτομή του, φιλοτεχνημένη από τον σπουδαίο Ευβοιώτη γλύπτη Αντώνη Καραχάλιο, βρίσκεται στην Χαλκίδα. Στην βάση της υπάρχει πλάκα με στίχους ενός από τα γνωστότερα ποιήματα του Γιάννη Σκαρίμπα εξαιτίας και της μελοποίησης του.

Σπασμένο Καράβι
Ο Γιάννης Σκαρίμπας

Σπασμένο Καράβι

Σπασμένο καράβι να ‘μαι πέρα βαθειά
έτσι να ‘μαι
με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά
να κοιμάμαι

Να ‘ν’ αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική
γύρω-γύρω
με κουφάρι γυρτό και με πλώρη εκεί
που θα γείρω

Να ‘ν’ η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά
έτσι να ‘ναι
και τα βράχια κατάπληχτα και τ’ αστέρια μακριά
να κοιτάνε

Δίχως χτύπο οι ώρες και οι μέρες θλιβές
δίχως χάρη
κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μες σε νύχτες βουβές
το φεγγάρι

Έτσι να ‘μαι καράβι γκρεμισμένο νεκρό
έτσι να ‘μαι
σ’ αμμουδιά πεθαμένη και κούφιο νερό
να κοιμάμαι

Πηγή: https://www.sansimera.gr/anthology/344