Ο Βυζαντινός ρυθμός

Την 1η Μαΐου του 880 μ.Χ. εγκαινιάζεται στην Κωνσταντινούπολη η Νέα Εκκλησία, θέτοντας το πρότυπο για όλες τις μεταγενέστερες ορθόδοξες εκκλησίες. Ο τύπος της Νέας Εκκλησίας είναι ο βυζαντινός ρυθμός. Ο βυζαντινός ρυθμός είναι «εγγεγραμμένος σταυροειδής με τρούλλο», με διάφορες παραλλαγές.

Ο Βυζαντινός ρυθμός
«Εγγεγραμμένος σταυροειδής ναός με τρούλο»

Η Νέα Εκκλησία βρισκόταν στην περιοχή του Μεγάλου Παλατίου (σήμερα Μπλε Τζαμί). Καταστράφηκε όμως στο τέλος του 15ου αιώνα και σήμερα τη γνωρίζουμε μόνο από την περιγραφή του Κωνσταντίνου Ζ’ Πορφυρογέννητου. Ο ναός ήταν πεντάτρουλλος με δευτερεύοντα πλάγια κλίτη. Λόγω της μεγάλης διάδοσης του τύπου αυτού θεωρείται ότι ο συγκεκριμένος ναός ήταν το πρότυπο.

Ο βυζαντινός ρυθμός διαμορφώνεται πλήρως στην περίοδο της Μακεδονικής Δυναστείας (867-1057) και θα επικρατήσει σε όλη την αυτοκρατορία και στις περιοχές που επηρεάζονται από αυτή.

Ο τρούλλος στον βυζαντινό ρυθμό υποβαστάζεται από τέσσερις ημικυκλικές καμάρες που διατάσσονται σταυροειδώς διαγράφοντας στη στέγη του ναού το σημείο του σταυρού. Για να εξουδετερώνονται οι ωθήσεις των ημικυκλικών θόλων τα εκατέρωθεν κενά των κεραιών του σταυρού γεμίζουν με τέσσερα μικρά γωνιακά διαμερίσματα και έτσι ο σταυρός που είναι ο πυρήνας του κτίσματος εγγράφεται σε τετράγωνο ή ορθογώνιο.

Τα μικρά γωνιακά διαμερίσματα στεγάζονται χαμηλότερα από τις κεραίες του σταυρού, ο οποίος διαγράφεται με σαφήνεια στη στέγη. Εσωτερικά τα γωνιακά διαμερίσματα στην Κωνσταντινούπολη και αλλού, καλύπτονται με σταυροθόλια, ασπίδες ή τρουλλίσκους. Στον ελλαδικό χώρο επικρατεί και η στέγαση τους με ημικυλινδρικές καμάρες. Ο τρούλλος διατρυπάται από πολλά παράθυρα. Τα στηρίγματα των καμαρών είναι λεπτοί κίονες ή σπανιότατα λεπτοί πεσσοί.

Ο βυζαντινός ρυθμός έχει τριμερές ιερό βήμα με τρεις αψίδες προς την ανατολή. Το ιερό βήμα αποτελεί ενιαίο σύνολο με τον κυρίως ναό. Πολλές φορές στον κυρίως ναό προστίθενται νάρθηκες, στοές και παρεκκλήσια σαν προσκτίσματα. Ο πλήρης βυζαντινός ρυθμός, ο σταυροειδής εγγεγραμμένος, διακρίνεται για τη συμμετρική και σαφή διάταξη των τμημάτων του και την ενότητα του χώρου.

Για το πως δημιουργήθηκε ο βυζαντινός ρυθμός υπάρχουν διάφορες απόψεις. Όμως, το πιο πιθανό είναι η δημιουργία του να είναι τυχαία. Από πολύ νωρίς διαμορφώνεται η ιδέα του τρούλλου που στηρίζεται πάνω σε καμάρες, οι οποίες σχηματίζουν ελληνικό σταυρό. Έτσι ώστε η εκκλησία να δίνει καθαρότερα την εικόνα του μικρόκοσμου και παράλληλα να αναδεικνύεται το σημείο της Πίστεως, ο Σταυρός.

Για καθαρά λειτουργικούς λόγους εγγράφηκε αργότερα σε τετράγωνο ή ορθογώνιο, οι τοίχοι του σταυρού εξαφανίστηκαν και αντικαταστάθηκαν από λεπτούς κίονες ή σπανιότερα από πεσσούς επιτρέποντας έτσι την ενοποίηση του εσωτερικού χώρου του ναού και δίνοντας στο όλο οικοδόμημα αίσθηση της λιτότητας, της σαφήνειας στη σχέση των διαφόρων μερών του και της συμμετρικής διάταξης του χώρου γύρω από τον κεντρικό τρούλλο.

Ο βυζαντινός ρυθμός είναι πραγματικά πανέμορφος, λιτός και προσδίδει κατάνυξη στον πιστό-επισκέπτη. Έχει όμως και δύο μειονεκτήματα: Το μέγεθος του είναι περιορισμένο. Έτσι οι εκκλησίες με αυτό το ρυθμό από την αρχή προορίζονταν για εκκλησίασμα μέχρι εκατό ατόμων. Ακόμη η έλλειψη σαφούς χωρισμού του ναού σε ξεχωριστά κλίτη. Ολόκληρος ο χώρος εδώ αποτελεί ένα και μοναδικό στην ουσία κλίτος, έτσι δεν είναι εύκολη η διάκριση του εκκλησιάσματος σε γυναίκες και άνδρες.

Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι ο βυζαντινός ρυθμός επινοήθηκε για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες μοναστικών κοινοτήτων, αφού τα βυζαντινά μοναστήρια αριθμούσαν συνήθως μέχρι εκατό μοναχούς και εκείνοι ανήκαν πάντα στο ίδιο φύλο, άνδρες ή γυναίκες.

Η Πύδνα των Μακεδόνων

Η Πύδνα και η ευρύτερη περιοχή της έχουν κατοικηθεί από τη Νεολιθική εποχή (6η χιλιετία π.Χ.). Η πόλη της Πύδνας κτίστηκε στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ. και από τα τέλη του 6ου αιώνα έκοβε δικά της νομίσματα. Ήταν το κύριο λιμάνι της νότιας ακτής του Θερμαϊκού, για όποιον ήθελε να έχει συναλλαγές με τους Μακεδόνες.

Η Πύδνα των Μακεδόνων
Ερείπια της Πύδνας

Η Πύδνα και οι Αθηναίοι

Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που ενοχλήθηκε ο Περδίκκας Β’ με τους Αθηναίους όταν ίδρυσαν την Αμφίπολη (437π.Χ.). Όταν το 434π.Χ. οι Αθηναίοι συμμάχησαν με τη γειτονική στην Πύδνα αποικία των Ερετριέων, Μεθώνη, και βρέθηκαν απειλητικοί στα όρια του βασιλείου των Μακεδόνων, ο Περδίκκας αντέδρασε εξωθώντας τις πόλεις της Χαλκιδικής να ξεκόψουν από τους Αθηναίους και να ενωθούν μεταξύ τους. Δημιουργήθηκε το Κοινό της Χαλκιδικής ή Κοινό των Χαλκιδέων. Οι Αθηναίοι απάντησαν με κατάληψη της Θέρμης και πολιορκία της Πύδνας. Ο Περδίκκας δεν δίστασε να υπογράψει ειρήνη μαζί τους.

Η Πύδνα χώρος δολοφονιών

Ο διάδοχος του Περδίκκα, Αρχέλαος, αντιμετώπισε την αποστασία της Πύδνας. Ο Αρχέλαος κυρίευσε την πόλη και έβαλε τους κατοίκους της να μετοικήσουν στην ενδοχώρα, ώστε να πάψει πια η πόλη να αποτελεί σπουδαίο λιμάνι. Μετά το θάνατο του Αρχέλαου (399π.Χ.) οι κάτοικοι της Πύδνας επέστρεψαν στις εστίες τους και η πόλη γρήγορα απέκτησε την παλιά της αίγλη. Στα 357π.Χ., ο Φίλιππος ο Β’ την έκανε διοικητικό κέντρο της Πιερίας. Στην Πύδνα οχυρώθηκε η μητέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Ολυμπιάδα, μαζί με τη Ρωξάνη και το νεογέννητο Αλέξανδρο Δ’, όταν μαινόταν η πάλη ανάμεσα στους διαδόχους. Εκεί, δολοφόνησε τον ετεροθαλή αδελφό του γιου της, Φίλιππο Γ’ και τη φιλόδοξη σύζυγό του Ευρυδίκη (317π.Χ.). Κι εκεί εκτελέστηκε και η ίδια, όταν ο Κάσσανδρος προκάλεσε την καταδίκη της σε θάνατο.

Οι μάχες της Πύδνας

Στα 172π.Χ. ξέσπασε ο Γ’ Μακεδονικός Πόλεμος ανάμεσα στη Μακεδονία και τη Ρώμη. Ο βασιλιάς των Μακεδόνων, Περσέας, και ο ύπατος των Ρωμαίων, Αιμίλιος Παύλος, βρέθηκαν αντιμέτωποι έξω από την Πύδνα (168π.Χ.). Ήταν καλοκαίρι. Τη νύχτα της παραμονής της μάχης το φεγγάρι έγινε μαύρο και χάθηκε. Ήταν μια απλή έκλειψη σελήνης που όμως κατατρόμαξε τους στρατιώτες και των δύο αντιπάλων. Για τους Μακεδόνες, σήμανε το τέλος του Βασιλείου. Για τους Ρωμαίους, «κακά μαντάτα»: άναβαν φωτιές και προκαλούσαν μεγάλο θόρυβο καλώντας το φεγγάρι να εμφανιστεί πάλι.

Ο Αιμίλιος Παύλος έβαλε και έκαναν θυσίες στη θεά Σελήνη και στον ήρωα και προστάτη των Μακεδόνων βασιλιάδων, Ηρακλή. Στο εικοστό σφάγιο, ο μάντης του ρωμαϊκού στρατού προέβλεψε ότι θα νικήσει εκείνος που θα επιτεθεί πρώτος. Οι αντίπαλοι συγκρατήθηκαν περιμένοντας ο ένας τον άλλον να επιτεθεί.

Ο Περσέας το έσκασε στη Θεσσαλονίκη, ενώ στο πεδίο της μάχης σφαγιάστηκαν εκατοντάδες. Ο Περσέας πιάστηκε αργότερα και φυλακίστηκε στη Ρώμη, όπου και πέθανε το επόμενο έτος (167π.Χ.)

Είκοσι χρόνια αργότερα (148π.Χ.), νότια της Πύδνας συγκρούστηκαν ο ψευτοβασιλιάς των Μακεδόνων Ανδρίσκος και ο Ρωμαίος στρατηγός Κόιντος Καικίλιος Μέτελλος. Και πάλι νικήθηκαν οι Μακεδόνες. Ο Ανδρίσκος πιάστηκε ζωντανός, κόσμησε τον θρίαμβο του Μέτελλου και στην συνέχεια, θανατώθηκε.

Η μάχη της Κραννώνας (322π.Χ.)

Η μάχη της Κραννώνας ήταν η αποφασιστική μάχη του Λαμιακού Πολέμου. Διεξήχθη το 322 π.Χ. στην Κραννώνα της Θεσσαλίας, ανάμεσα στις Μακεδονικές δυνάμεις του Αντίπατρου και μιας αντιμακεδονικής στρατιωτικής δύναμης με επικεφαλής τους Αθηναίους. Κατέληξε σε Μακεδονική νίκη, που έπεισε τελικά τους αντίπαλους να ζητήσουν ειρήνη. Αυτό σημάδεψε το τέλος της πολιτικής ελευθερίας των πόλεων – κρατών από τη Μακεδονική Ηγεμονία.

Η μάχη της Κραννώνας σήμανε το τέλος της πολιτικής ελευθερίας των πόλεων - κρατών από τη Μακεδονική Ηγεμονία.
Η μάχη της Κραννώνας

Όταν οι Αθηναίοι έμαθαν το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τον Ιούνιο του 323 π.Χ. αποφάσισαν να πολεμήσουν ενάντια στη Μακεδονική Ηγεμονία. Επιστράτευσαν, λοιπόν, μια δύναμη μισθοφόρων και ενώθηκαν με πολλές άλλες πόλεις – κράτη. Αρχικά οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοί τους είχαν επιτύχει τοπική αριθμητική υπεροχή ενάντια στον άμεσο αντίπαλό τους, τον Αντίπατρο, που ήταν τότε ο αντιβασιλιάς των Μακεδόνων στην Ευρώπη, γιατί τα στρατεύματά του στη Μακεδονία ήταν αριθμητικά περιορισμένα, εξαιτίας της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ανατολή. Έτσι, ο αντιμακεδονικός συνασπισμός βρήκε την ευκαιρία να επιτύχει την εκδίωξη των Μακεδονικών φρουρών. Έτσι ξεκίνησε ο Λαμιακός πόλεμος. Αντίπαλοι ήταν από τη μία πλευρά το Μακεδονικό βασίλειο υπό τον Αντίπατρο και από την άλλη ο αντιμακεδονικός συνασπισμός των Αθηναίων, Κορινθίων, Αχαιών κ.ά.. Ο πόλεμος άρχισε με τη μάχη της Ηράκλειας, στις Θερμοπύλες, που κατέληξε σε ήττα του Αντίπατρου και υποχώρησή του στη Λαμία, καλώντας ενισχύσεις από την Ασία. Ακολούθησε η ναυμαχία των Εχινάδων, κατά την οποία ο Κλείτος ο Μέλας νίκησε τον αθηναϊκό στόλο υπό τον Ευετίωνα στις Εχινάδες νήσους. Σε αυτή τη ναυμαχία, οι Αθηναίοι έχασαν 60 πλοία. Ύστερα ακολούθησε η πολιορκία της Λαμίας, όπου βρισκόταν οχυρωμένος ο Αντίπατρος. Εκεί, κατά τη διάρκεια εφόδου, ο Αθηναίος στρατηγός Λεωσθένης σκοτώθηκε και τον αντικατέστησε ο Αντίφιλος. Αυτός έμαθε ότι ερχόταν ο Μακεδόνας στρατηγός Λεοννάτος, προς ενίσχυση των πολιορκημένων. Στη σύγκρουση που πραγματοποιήθηκε, σκοτώθηκε ο Λεοννάτος, κατά τη διάρκεια συμπλοκής με το αντιμακεδονικό ιππικό.

Η μάχη της Κραννώνας

Το 322 π.Χ., αφίχθηκαν νέες Μακεδονικές ενισχύσεις υπό τον Κρατερό, αριθμώντας 10.000 πεζούς, 1.000 τοξότες και 1.500 ιππείς, και ενώθηκε με το στρατό του πολιορκημένου Αντιπάτρου. Σε αυτούς προστέθηκαν και οι άνδρες του νεκρού Λεοννάτου οι οποίοι αριθμούσαν 40.000 πεζούς, 5.000 ιππείς και 3.000 τοξότες. Από την άλλη ο Αντίφιλος διέθετε 25.000 πεζούς και 3.500 ιππείς. Παρά την αριθμητική υπεροχή των Μακεδόνων, ο Αντίφιλος αποφάσισε να δώσει μάχη. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στην Κραννώνα της Θεσσαλίας, στις 7 Αυγούστου του 322 π.Χ.. Ο Αντίφιλος είχε παρατάξει όλο το ιππικό του στη δεξιά πτέρυγα, ενώ ο Αντίπατρος το δικό του ιππικό στην αριστερή του, απέναντι από το αντίπαλο. Ο Αντίφιλος βασίστηκε στην υψηλή φήμη και ικανότητα των Θεσσαλών ιππέων του. Έτσι, η μάχη ξεκίνησε με την επίθεση του ιππικού του Αντίφιλου στο εχθρικό απέναντί του, προσπαθώντας, δηλαδή, να κερδίσει στη μάχη με το ιππικό του. Πράγματι, το αντιμακεδονικό ιππικό νίκησε το αριθμητικά υπεράριθμο μακεδονικό και το απώθησε. Αλλά κατά τη διάρκεια της ιππομαχίας το πεζικό του Αντίπατρου επιτέθηκε στο αντιμακεδονικό αντίστοιχο. Το αντιμακεδονικό πεζικό απωθήθηκε από το υπεράριθμο μακεδονικό σε πιο υψηλό έδαφος, από το οποίο όμως απέκρουσε κάθε μακεδονική επίθεση. Βλέποντας ότι το πεζικό τους είχε υποχωρήσει, το αντιμακεδονικό ιππικό, που είχε εν τω μεταξύ επικρατήσει επί του αντίπαλου μακεδονικού, απεμπλάκηκε από τη μάχη, αφήνοντας έτσι τελικά τη νίκη στα μακεδονικά χέρια.

Μετά τη μάχη της Κραννώνας

Μετά τη μάχη της Κραννώνας ο αντιμακεδονικός συνασπισμός αριθμούσε 500 νεκρούς, ενώ οι Μακεδόνες 130 νεκρούς. Παρ’ όλο που ο αντιμακεδονικός συνασπισμός διατηρούσε ακόμη αξιόμαχο στρατό, ήταν ξεκάθαρο ότι οι Μακεδόνες είχαν κερδίσει το πλεονέκτημα σε αυτόν τον πόλεμο. Μετά από σύσκεψη του Αντίφιλου με τον αρχηγό του ιππικού του, Μένονα της Φαρσάλου, στάλθηκε αντιπροσωπεία του αντιμακεδονικού συνασπισμού στον Αντίπατρο, για να συζητήσει όρους συνθηκολόγησης. Ο Αντίπατρος αρνήθηκε να διαπραγματευθεί με την αντιπροσωπεία του συνασπισμού, απαιτώντας ξεχωριστές αντιπροσωπείες ανά πόλη – κράτος. Οι όροι αυτοί αρχικά απορρίφθηκαν από τους εκπροσώπους του αντιμακεδονικού συνασπισμού, αλλά έπειτα, αφού ο μακεδονικός στρατός κατέλαβε αρκετές θεσσαλικές πόλεις, προκάλεσε ρήγματα και αποστασίες στον αντιμακεδονικό συνασπισμό, που τελικά οδήγησαν στην υπογραφή ειρήνης ξεχωριστά με κάθε πόλη – κράτος, εκτός της Αθήνας. Αφού εγκαταλείφθηκε από τους συμμάχους της, η Αθήνα τελικά υποχρεώθηκε σε παράδοση άνευ όρων. Ο Αντίπατρος επέβαλε στην Αθήνα την αλλαγή του πολιτεύματός της από δημοκρατικό σε τιμοκρατικό, με επικεφαλής τον Φωκίωνα, δηλαδή ένα είδος ολιγαρχίας στο οποίο θα θεωρούνταν στο εξής πολίτες με πλήρη δικαιώματα μόνο όσοι είχαν περιουσία τουλάχιστον 2.000 δραχμές. Ακόμη, η Αθήνα θα πλήρωνε πολεμική αποζημίωση, θα αποχωρούσε από τις κληρουχίες της στην Ίμβρο, στη Σκύρο, στη Λήμνο και στη Σάμο, θα δέχονταν μόνιμη μακεδονική φρουρά στη Μουνιχία και θα παραδίνονταν οι αντιμακεδόνες ρήτορες, με πρώτους τους Δημοσθένη και Υπερείδη. Μετά τον Λαμιακό πόλεμο, άρχισαν οι συγκρούσεις των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου με σκοπό το μοίρασμα της τεράστιας αυτοκρατορίας του.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html