Η Κατερίνη (13ος αιώνας μ.Χ.-…)

Η Κατερίνη είναι πόλη της Μακεδονίας, έδρα του δήμου Κατερίνης και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Πιερίας στην Κεντρική Μακεδονία. Έχει πληθυσμό, σύμφωνα με την απογραφή του 2011, 55.997 κατοίκους. Βρίσκεται στο Πιερικό ύψωμα, ανάμεσα στα Πιέρια Όρη και στον Θερμαϊκό κόλπο, σε υψόμετρο 14–45 m. Απέχει 71 km από τη  Θεσσαλονίκη, κάτι το οποίο έχει αποδειχθεί ευεργετικό για την ανάπτυξη της Κατερίνης τα τελευταία χρόνια.

Η Κατερίνη
Η Κατερίνη

Και το όνομα αυτής … Κατερίνη

Είναι άγνωστο από πότε υπήρχε ως κωμόπολη. Πολλοί περιηγητές, όπως ο Leake, αλλά και σε χάρτες ήδη από το 13ο αιώνα (1264), αναφέρουν την πόλη με το όνομα Άτηρα (σταθμός ή πόλισμα Hatera) και αρκετοί είδαν και επίδραση στο όνομα της πόλης (Κατερίνη – Κάτηρα- Χάτηρα- Άτηρα). Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και ο Πουκεβίλ, ο οποίος σε χάρτη σημειώνει τον τόπο ως Kateri Hatera. Ο Heuzey υπολόγισε τη θέση της αρχαίας Άτηρας κοντά στην Κονταριώτισσα, ενώ ο Kurz τοποθετεί το πόλισμα κάπου ανάμεσα στους σημερινούς οικισμούς του Κορινού και της Καλλιθέας.

Άλλη υπόθεση κάνει λόγο για το εκκλησάκι της Αγίας Αικατερίνης, το οποίο βρίσκεται ανατολικά της πόλης και όπου βρίσκεται σήμερα το παλαιό νεκροταφείο. Οι εικόνες στο ναό χρονολογούνται από το 1831 και δεν αποκλείεται να υπήρχε από πριν στην ίδια θέση κάποιος άλλος ναός.

Η πόλη εμφανίζεται με τη λόγια ονομασία Αικατερίνη, το όνομα μιας χριστιανής μάρτυρα από την Αλεξάνδρεια, που έζησε τον 4ο αιώνα, ή Αγία Αικατερίνη στη γλώσσα της γραφειοκρατίας και μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Τελικά επικράτησε η ονομασία Κατερίνη.

Η Ιστορία της Κατερίνης

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η περιοχή της Πιερίας, αποτελεί ιδιαίτερη Διοικητική Περιφέρεια με κέντρο την Κατερίνη. Η Κατερίνη ανήκε αρχικά στην επισκοπή του Πλαταμώνα, μέχρι το 1878, που προσαρτήθηκε η Θεσσαλία στην Ελλάδα. Αργότερα προστέθηκε στην επισκοπή Πέτρας του Ολύμπου και όταν αυτή διαλύθηκε μεταφέρθηκε στο Κίτρος. Η επισκοπή έγινε Μητρόπολη το 1924 και τυπικά αναφέρεται κατ’ όνομα, σαν Μητρόπολη Κίτρους, αν και περί τα τέλη του 19ου αιώνα η έδρα της μεταφέρθηκε στην Κατερίνη, που ήταν ο κεντρικότερος οικισμός.

Παρά τη συμμετοχή της σε όλους τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες των Ελλήνων, από την Επανάσταση του 1821, το κίνημα του 1854, τη Μακεδονική Επανάσταση του 1878 και το Μακεδονικό Αγώνα, απελευθερώθηκε τελικά από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στις 16 Οκτωβρίου του 1912, από την 7η Μεραρχία πεζικού. Σημαντικοί Μακεδονομάχοι εκείνη την περίοδο, ήταν οι οπλαρχηγοί Νικόλαος Στρεμπίνας και Νικόλαος Μπαμπάκας, καθώς και ο Αλκιβιάδης Παπαδημητρίου.

Μετά την απελευθέρωση 1912 η Κατερίνη έγινε Δήμος μέχρι τις 28 Ιουνίου 1918. Το 1920-1930 η Κατερίνη αποτέλεσε Κοινότητα. Το πρώτο Δημοτικό Συμβούλιο έλαβε χώρα στις 4 Σεπτεμβρίου 1929. Το 1931 ανεγέρθηκε η Δημοτική Αγορά της Κατερίνης. Τη δεκαετία αυτή, με την έλευση των προσφύγων, διπλασιάστηκε ο πληθυσμός της πόλης. Πολλοί κάτοικοι κατάγονται από τη Θράκη, και συγκεκριμένα από τον Αρτεσκό.

Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κατελήφθη από τον γερμανικό στρατό στις 14 Απριλίου 1941 και απελευθερώθηκε τρία χρόνια αργότερα. Το 1944 ιδρύθηκε και το Γενικό Νοσοκομείο της πόλης.

Η οικονομική και πληθυσμιακή ανάπτυξη της Κατερίνης

Το 1961, το πολεοδομικό συγκρότημα της Κατερίνης ήταν το τέταρτο αστικό κέντρο της Μακεδονίας, μετά τη Θεσσαλονίκη, την Καβάλα και τις Σέρρες και το δωδέκατο της Ελλάδας. Η πληθυσμιακή αυτή ανάπτυξη, την οποία φυσικά ακολούθησε αντίστοιχη εξέλιξη της μορφής της πόλης, οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στην ανάπτυξη της καπνοκαλλιέργειας και στην αύξηση της παραγωγής καπνών ποικιλίας Κατερίνης, τα οποία μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν περιζήτητα στη διεθνή αγορά για σημαντικό χρονικό διάστημα.

Είναι χαρακτηριστικό επίσης ότι η συμβολή του καπνού στη διαμόρφωση του υψηλού σχετικά εισοδήματος της περιοχής της Κατερίνης, και γενικότερα του νομού Πιερίας, είναι μεγαλύτερη από ό,τι σε κάθε άλλη περιοχή της Ελλάδας. Το 1806 ο William Leake αναφέρει 100 οικίες και το 1810 ο Daniel κάνει λόγο για 140. Το 1812, το 1880 και το 1890 ο αριθμός των οικιών είναι σταθερός (300) σύμφωνα με τις αντίστοιχες αναφορές του Henry Holland και του Επισκόπου Κίτρους, Νικολάου.  Ειδικότερα, το 1890 αναφέρονται (Στατιστικοί Πίνακες του Ελληνικού Προξενείου Θεσσαλονίκης), 300 οικίες και 700 διαχειμαζόντες Βλαχολιβαδιώτες.

Το 1900 υπήρχαν 2.070 Χριστιανοί και 600 Μουσουλμάνοι. Στα μέσα της δεκαετίας του ’20 αποχώρησαν από την πόλη οι Μουσουλμάνοι, οι οποίοι αριθμούσαν περί τους 8.000 ανθρώπους.  Στην Κατερίνη κατέληξε μεγάλο κομμάτι των Ελλήνων Ευαγγελικών της Μικράς Ασίας μετά την Μικρασιατική καταστροφή. Κατά την απογραφή του 1928 η Κατερίνη κατείχε την 45η θέση μεταξύ των μεγαλύτερων ελληνικών πόλεων. Σήμερα, με βάση την απογραφή του 2001 κατέχει τη 10η θέση. 

Η Κατερίνη τις τελευταίες δεκαετίες

Η πόλη της Κατερίνης αποτελούσε την πρωτεύουσα επαρχίας του Νομού Θεσσαλονίκης, μέχρι το 1949. Στη συνέχεια γίνεται πρωτεύουσα του νεοϊδρυθέντος Νομού Πιερίας. Από το 1950 που η Κατερίνη γίνεται Νομαρχιακό και Περιφερειακό κέντρο, αρχίζει πια και η αστική πολεοδομική ανάπτυξή της και η γρήγορη επέκταση του οικισμού.

Σήμερα η πόλη αποτελεί μια από τις πιο δυναμικές αστικές περιοχές της Μακεδονίας και όλης της Ελλάδας. Στις μέρες μας η ανάπτυξη της Κατερίνης ανακόπτεται αισθητά από την παρουσία της γειτονικής Θεσσαλονίκης, που απορροφά σε συντριπτικό βαθμό όλες τις δραστηριότητες της ευρύτερης περιοχής.

Παρ’ όλα αυτά, εξ αιτίας της πολύ μεγάλης τουριστικής κίνησης που υπάρχει στον νομό Πιερίας, η πόλη βρίσκεται αισθητά στο προσκήνιο. Η πόλη διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα και ωραιότερα αστικά πάρκα της Ελλάδας, με πληθώρα λιμνών, σιντριβανιών και γλυπτών και ειδικά το καλοκαίρι αποτελεί όαση δροσιάς και χαλάρωσης, ιδιαίτερα τις πολύ θερμές ώρες της ημέρας.

Τα τελευταία χρόνια η Κατερίνη γνωρίζει αξιόλογη τουριστική κίνηση με την ανάπτυξη οργανωμένων παραθεριστικών κέντρων στις ακτές της οι οποίες αποτελούν παραδοσιακό θέρετρο για τουρίστες από τη Σερβία, Βόρεια Μακεδονία κ.λπ για αρκετές δεκαετίες. Παράλληλα, με δεδομένη την ύπαρξη τεράστιων επίπεδων εκτάσεων γύρω της, η πόλη γνωρίζει φρενήρη οικιστική ανάπτυξη, με συνεχή ένταξη νέων εκτάσεων στον υπάρχοντα αστικό ιστό της. Το 2008 ανακατασκευάστηκε ο σιδηροδρομικός σταθμός της πόλης, στην ομώνυμη συνοικία, ενώ από το 2007 συνδέεται με προαστιακό σιδηρόδρομο με την πόλη της Θεσσαλονίκης.

Πηγή: https://www.katerini.gr/index.php/2018-01-18-13-31-08

Πηγή: https://el.wikipedia.org/Κατερίνη

Please follow and like us:
error0

Τα Γρεβενά (3000π.Χ.-…)

Τα Γρεβενά είναι πόλη της Μακεδονίας, έδρα του δήμου Γρεβενών και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Γρεβενών στην δυτική Μακεδονία. Το υψόμετρο στην πλατεία των Γρεβενών είναι 535μ.

Το ρολόι στα Γρεβενά
Το ρολόι στα Γρεβενά

Η γεωγραφία των Γρεβενών

Τα Γρεβενά βρίσκονται στο νοτιοδυτικό τμήμα της Δυτικής Μακεδονίας, στο δυτικό λεκανοπέδιο του ποταμού Αλιάκμονα, βόρεια του μεγαλύτερου παραπόταμου του Βενέτικο σε υψόμετρο 535 μέτρα. Έχει πληθυσμό 13.137 κατοίκων, σύμφωνα με την απογραφή του 2011. Από τους πιο ορεινούς νομούς της χώρας, τα Γρεβενά φιλοξενούν ένα τεράστιο κομμάτι του «Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου» με βουνά όπως η θρυλική Πίνδος και κοιλάδες σαν την προστατευόμενη Βάλια Κάλντα με τα απέραντα δάση βελανιδιάς, ποτάμια και παραπόταμους, λίμνες και μοναδικούς γεωλογικούς σχηματισμούς. Η οικονομία της πόλης βασίζεται στις υπηρεσίες και το εμπόριο. Η πόλη εμφανίζεται από την εποχή του Βυζαντίου. Τα Γρεβενά αναφέρονται για πρώτη φορά σε κείμενο με το όνομα Γριβάνα από τον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο (905 – 953). Το όνομα συναντιέται σε γραπτές και προφορικές πηγές με τις παραλλαγές «Γραιβινό», «Γρεβενός», «Γρεβυνόν», «Γκρεμπενίτζ», «Γρεβαινά», «Γρεβαινό» κλπ. Το πιθανό είναι η τοπωνυμία να είναι λατινικής προέλευσης, καθώς στη λατινική γλώσσα υπάρχει η λέξη gravis = δυσχερής, απότομος, τραχύς και το επίρρημα grave με παραπλήσιες έννοιες. Το Νοέμβριο του 2007 ανακηρύχθηκε επίσημα «Πόλη των Μανιταριών».

Η κεντρική πλατεία εθνομάρτυρα Αιμιλιανού των Γρεβενών.
Η κεντρική πλατεία εθνομάρτυρα Αιμιλιανού των Γρεβενών.

Τα Γρεβενά στην αρχαιότητα

Ενώ η ζωή στην ευρύτερη περιοχή του νομού ανιχνεύεται από αρχαιοτάτων χρόνων, παραμένει άγνωστο πότε και πώς ιδρύθηκε η πόλη των Γρεβενών και ποια ακριβώς πορεία και εξέλιξη είχε στο πέρασμα των αιώνων. Στα τέλη της 3ης χιλιετίας π.χ. ελληνικά φύλα ήταν εγκατεστημένα στη Δυτική Μακεδονία και σε τμήμα της Ηπείρου. Στην περιοχή των Γρεβενών βρίσκονταν τα όρια μεταξύ Αρκάδων, Ιώνων, που κατοικούσαν νοτιότερα, και Δυτικών φύλων, που κατοικούσαν δυτικότερα προς την Ήπειρο. Ομάδα από τα Δυτικά φύλα, οι Μακεδόνες μετά από περιπλανήσεις κατέληξαν πάλι στη Δυτική Μακεδονία τον 14ο αιώνα π.Χ., την ίδια περίπου εποχή που συγγενής ομάδα μετακινούνταν προς νότο, όπου μετέπειτα έλαβε το όνομα Δωριείς. Κατά το 12ο αιώνα π.Χ. ηπειρωτικό φύλο, οι Ελιμιώτες, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή των Γρεβενών. Ευρήματα τυχαία μαρτύρησαν ότι οι κάτοικοι της περιοχής είχαν επαφή με τα άλλα ελληνικά φύλα, φορείς του μυκηναϊκού πολιτισμού.

Τα Γρεβενά στη Ρωμαϊκή Εποχή

Την περίοδο αυτή η Δυτική Μακεδονία αποτέλεσε παραμεθόρια περιοχή. Οι επιδρομές φύλων από το βορρά ήταν συνεχείς και οι Ρωμαίοι είχαν μεγάλη ανάγκη από μισθοφόρους οπλίτες. Στις λεγεώνες του κατετάγησαν αρκετοί ορεσίβιοι κάτοικοι της περιοχής Γρεβενών, φτωχοί και τότε, όπως και σήμερα. Αυτοί μετακινούμενοι μαζί με τις οικογένειές τους προς τη βόρεια Βαλκανική επί σειρά ετών έγιναν με την πάροδο του χρόνου δίγλωσσοι, καθώς ήταν υποχρεωμένοι να μάθουν και τη λατινική. Βέβαια η γλώσσα δεν ήταν η ακριβής λατινική αλλά άλλη απλούστερη με πλήθος ελληνικών λέξεων. Από αυτούς τους εκλατινισθέντες λεγεωνάριους προήλθαν οι Βλάχοι και η βλάχικη γλώσσα. Καθώς κατά την όψιμη περίοδο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (4ος αιώνας μ.Χ.) η περιοχή των Γρεβενών ανήκε διοικητικά στη Θεσσαλία ήταν στενές οι σχέσεις των κατοίκων των δύο περιοχών. Ανάμεσα στα βόρεια φύλα που πραγματοποίησαν επιδρομές στην περιοχή Γρεβενών, περιλαμβάνονται και οι Σλάβοι που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Αποτέλεσμα της επιρροής τους, ήταν η ύπαρξη σλάβικων τοπωνυμίων μέχρι και τον 20ο αιώνα.

Η Τουρκοκρατία στα Γρεβενά

Τα Γρεβενά βρίσκονταν υπό την Οθωμανική κυριαρχία από το 1385. Επί τουρκοκρατίας η περιοχή υπήρξε πατρίδα και εστία δράσης ονομαστών αρματολών. Το αρματολίκι της Πίνδου παρουσιάζεται σε δράση από τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας. Βασική του έδρα ήταν η Βάλια Κάλντα, το ασφαλέστερο και κυριότερο λημέρι της. Ο 18ος αιώνας υπήρξε ο αιώνας των επιδρομών Αλβανών ληστών, οι οποίοι άρπαζαν, βίαζαν και κατέστρεφαν. Τέλος στις αλβανικές επιδρομές έθεσε η τοποθέτηση στο πασαλίκι της Ηπείρου του Αλή πασά (1788). Αυτός επέκτεινε την κυριαρχία του στα Γρεβενά το 1807, οπότε πολλά χωριά έγιναν τσιφλίκια μπέηδων στην υπηρεσία του Αλή. Στην Ελληνική Επανάσταση έλαβαν μέρος και Γρεβενιώτες. Τελικά, η απελευθέρωση των Γρεβενών από τους Τούρκους πραγματοποιήθηκε την 13η Οκτωβρίου 1912.

Η Γερμανική κατοχή στα Γρεβενά

Κατά τη Γερμανική κατοχή, η περιοχή των Γρεβενών δοκιμάστηκε, λόγω της επιθυμίας των Ιταλών να ιδρύσουν το «Πριγκιπάτο της Πίνδου». Ωστόσο, υπήρξε μεγάλη εστία αντίστασης των δυνάμεων του ΕΛΑΣ.

Τα Γρεβενά σήμερα

Ο καταστροφικός σεισμός του 1995, αν και «ακούμπησε» ελαφρά την πόλη, κατάφερε να της στερήσει τα τελευταία παραδοσιακά της κτίρια. ‘Έτσι το σήμερα είναι μια σύγχρονη πόλη με ομορφιές και ασχήμιες, με υποδομές και ελλείψεις. Την τελευταία δεκαετία τα Γρεβενά ακολουθούν αναπτυξιακή πορεία, έχουν αποκτήσει μεγάλα έργα υποδομής δίνοντας έμφαση στον ορεινό όγκο του νομού με τα πυκνά δάση και τα αλπικά τοπία, έχουν αναπτύξει ποικίλες πολιτιστικές δράσεις και έχουν κατορθώσει να αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους ορεινούς πόλους έλξης τουριστών κυρίως κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

Γρεβενιώτες-Προσωπικότητες

  • Θεόδωρος Ζιάκας, αγωνιστής του 1821 και του 1854.
  • Κωνσταντίνος Δημίδης, αγωνιστής του 1821, οπλοποιός του αγώνα και τυπογράφος
  • Χαρίσιος Τζιόγας, οπλαρχηγός του 1821, χιλίαρχος 
  • Νικόλαος Τσολάκης, οπλαρχηγός, Μακεδονομάχος
  • Νικόλαος Ζαμκίνος, ηγέτης του Μακεδονικού Αγώνα με το ψευδώνυμο «Κυνηγός»
  • Γεώργιος Μπούσιος (1875 – 1929), ηγέτης του Μακεδονικού Αγώνα, υπουργός Εσωτερικών (1922

Πηγή: https://www.gnoristetinellada.gr/anadromes/makedonia/4159-grevena-istoriki-anadromi-stin-poli-ton-manitarion

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Γρεβενά

Please follow and like us:
error0

Ο Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908)

Ο Μακεδονικός Αγώνας προέκυψε από την ανάγκη να αντιμετωπιστούν οι βουλγαρικές βλέψεις για τη Μακεδονία, οι οποίες απροκάλυπτα εκδηλώθηκαν μετά τη εξέγερση του Ίλιντεν (20 Ιουλίου 1903). Η έκβαση των ελληνοβουλγαρικών συρράξεων της τετραετίας 1904-1908 που ακολούθησε, ήταν η σταθεροποίηση της ελληνικής παρουσίας στη Μακεδονία. Ένας Αγώνας, στον οποίο συμπαρατάχθηκαν, εκτός από τους εθελοντές από όλα τα μέρη της Ελλάδας, και οι ντόπιοι, ελληνόφωνοι, σλαβόφωνοι και βλαχόφωνοι, κάτοικοι της Μακεδονίας. Στις 13 Οκτωβρίου του 1904 σκοτώθηκε ο Παύλος Μελάς. Ο θάνατος του Μελά διαδόθηκε σαν αστραπή στην Αθήνα. Αν και λίγοι γνώριζαν πως βρισκόταν στη Μακεδονία, όλοι τον έκλαψαν. Το τέλος του ήταν εκείνο που ο ίδιος στα γράμματα του άφηνε να διαφανεί. Είχε το νόημα της θυσίας, συντάραξε ολόκληρο το Έθνος και παρακίνησε πολλούς συναδέλφους του αξιωματικούς να βγουν με σώματα στη Μακεδονία, για να εκδικηθούν το θάνατό του. Ενώ ως τότε η υπόθεση της Μακεδονίας ήταν υπόθεση μικρού αριθμού Ελλήνων, από το θάνατο του Μελά γίνεται υπόθεση ολόκληρου του Ελληνισμού. Η θυσία του είχε πετύχει ό,τι καμία άλλη δύναμη δεν είχε κατορθώσει και έδειξε στον κόσμο ολόκληρο πως ο Ελληνισμός έξω από τα όρια του μικρού βασιλείου δεν είχε χαθεί.

Μακεδονικός Αγώνας
Σφραγίδα του Ελληνομακεδονικού Κομιτάτου

Σκοπός της στρατιωτικής δράσης

«Ως βαίνουσι τα πράγματα προβλέπω ότι ούτως ή άλλως θα καταλήξωμεν εις πλήρην αναρχίαν. Δεν πρέπει αυτή να εύρη τον Ελληνισμόν όντα ψυχορραγούντα». Οι επισημάνσεις αυτές του γενικού Προξένου της Θεσσαλονίκης, Λάμπρου Κορομηλά, διατυπωμένες το Μάιο του 1904 καταδείκνυαν με σαφήνεια τόσο την κρατούσα κατάσταση στη Μακεδονία την περίοδο αυτή όσο και το αβέβαιο μέλλον που προδικαζόταν για τον Ελληνισμό της περιοχής. Άλλωστε η απρόσκοπτη τρομοκρατική δραστηριότητα των βουλγαρικών «κομιτάτων» σχεδόν σε ολόκληρη την περιφέρεια του Προξενείου δεν άφηνε περιθώρια διαφορετικών εκτιμήσεων. Μόλις ανέλαβε τα καθήκοντα του στο προξενείο, τόνισε σε έκθεση του στο Υπουργείο Εξωτερικών και την ανάγκη μιας ολοκληρωμένης στρατιωτικής απάντησης για την αντίκρουση της. Ο καθορισμός του «εναπομείναντος εθνικού εδάφους», ο υπολογισμός του αριθμού των εντοπίων που θα μπορούσαν να στρατολογηθούν, καθώς και ο εντοπισμός σημείων κατάλληλων για κρησφύγετα και κέντρα αποθήκευσης όπλων αναφέρονται ως πρώτα βήματα προς την κατεύθυνση αυτή. Παράλληλα, φρόντισε να οργανώσει ο ίδιος αντάρτικα σώματα στη Μακεδονία ως τη μόνη λύση για την ανάσχεση της βουλγαρικής δραστηριότητας και την ενίσχυση του ηθικού των ελληνικών κοινοτήτων.

Οι στοχεύσεις της ένοπλης παρέμβασης στα μακεδονικά πράγματα καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τόσο το είδος της όσο και το γενικότερο χαρακτήρα της. Η ανάληψη στρατιωτικής δράσης από την ελληνική πλευρά δεν αποσκοπούσε στην απελευθέρωση της Μακεδονίας από τον οθωμανικό ζυγό ούτε απέβλεπε στην κατοχή συγκεκριμένων εδαφών. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο Μακεδονικός Αγώνας δεν οριοθετήθηκε από καθαρά στρατιωτικές επιδιώξεις και προτεραιότητες, όπως αυτές ισχύουν σε περιπτώσεις όπου ένα εθνικό κράτος συγκρούεται συνολικά με κάποιο άλλο. Αντιθέτως, ως κύριος στόχος παρουσιαζόταν η αναπτέρωση του ηθικού των χειμαζομένων ελληνικών κοινοτήτων, η ανακοπή της τρομοκρατικής δραστηριότητας των Βουλγάρων και γενικότερα η υπεράσπιση της ελληνικής παρουσίας στη Μακεδονία. Επρόκειτο δηλαδή για μια επιχείρηση μάλλον ψυχολογικού παρά στρατιωτικού χαρακτήρα, γεγονός που τονιζόταν με έμφαση από τους πλέον εμπνευσμένους οργανωτές της. Ήταν πρωταρχικά μια πολιτική επιχείρηση για τη διεκπεραίωση της οποίας χρησιμοποιήθηκε η ένοπλη βία.

Αυτή ακριβώς η ευρύτερη πολιτική διάσταση της χρήσεως της βίας στο Μακεδονικό Αγώνα υπαγορεύτηκε από την ιδιάζουσα κατάσταση που επικρατούσε στη Μακεδονία αναφορικά με τον προσδιορισμό της εθνικότητας των κατοίκων και τους λόγους για τους οποίους τα χωριά επέλεγαν τον Έξαρχο ή τον Πατριάρχη. Πράγματι, σε εκτεταμένα τμήματα του μακεδονικού χώρου και ιδιαιτέρως στην περιοχή που βρίσκεται βορείως της νοητής γραμμής που συνδέει την Καστοριά με τη Δράμα, η μικτή εθνολογική σύσταση του πληθυσμού και η ρευστότητα των κριτηρίων που χαρακτήριζαν την επιλογή εθνικής παρατάξεως καθιστούσαν δυσχερή την οριστική ένταξη ενός χωριού στο ένα ή στο άλλο εθνικό στρατόπεδο.

Επιπλέον, τα χωριά αυτά αντιμετώπιζαν πλήθος προβλημάτων τα οποία επέτειναν και μονιμοποιούσαν τη ρευστότητα των επιλογών. Η ενδημική παρουσία του ληστρικού φαινομένου σε πολλές περιοχές, η βουλγαρική τρομοκρατία και η ανάλογη συμπεριφορά του τουρκικού στρατού δημιούργησαν ένα κλίμα διάχυτης ανασφάλειας, δυσπιστίας και φόβου προς όλους, αναγορεύοντας συχνά την επιβίωση σε καθοριστικό κριτήριο της στάσης τους. Κατά συνέπεια η άσκηση της ένοπλης βίας ήταν ο μόνος δρόμος που θα οριστικοποιούσε την προσχώρηση των χωριών στα εθνικά στρατόπεδα.

Η αναγκαιότητα της ανάληψης τρομοκρατικής δραστηριότητας από την ελληνική πλευρά δεν υπαγορευόταν αποκλειστικά από τη δράση των Βουλγάρων αλλά και από τις πιέσεις των εντοπίων πατριαρχικών. Εγκαταλελειμμένοι και αβοήθητοι μέχρι το 1904, είχαν σχηματίσει την πεποίθηση ότι μόνο οι αθρόες δολοφονίες κομιτατζήδων και χωρικών θα διαφύλασσαν τα χωριά τους από μελλοντικές επιδρομές, ικανοποιώντας ταυτόχρονα τα συσσωρευμένα αισθήματα απόγνωσης και εκδίκησης.

Σε κάθε περίπτωση οι συγκρούσεις των ελληνικών σωμάτων με τους κομιτατζήδες δεν έπρεπε να αποτελούν το βασικό στρατηγικό στόχο. Η ίδια η ύπαρξη των σωμάτων και οι συνεχείς περιοδείες τους στα χωριά ήταν αποφασιστικότερης σημασίας από μια άκαιρη συμπλοκή, η οποία, αν προκαλούσε την επέμβαση του τουρκικού στρατού, ενδεχομένως να κατέληγε ακόμη και στη διάλυση του σώματος. Τα σώματα απέφευγαν τις συγκρούσεις και, δεδομένου ότι οι Βούλγαροι από ακόμη μεγαλύτερη απροθυμία για συμπλοκές, στις περισσότερες περιπτώσεις η τύχη μάλλον παρά η καταδίωξη έφερναν αντιμέτωπες τις αντιμαχόμενες ομάδες. Ο τουρκικός στρατός αποτελούσε για τα σώματα ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο, οποίος θα έπρεπε πάση θυσία να αποφεύγεται. Οι λόγοι ήταν πολλοί, όχι μόνο τακτικοί αλλά και ευρύτερης πολιτικής. Γεγονός παραμένει ότι τα αντάρτικα σώματα, κατάλληλα για ανταρτοπόλεμο και εκφοβιστικές επιχειρήσεις είχαν κάθε λόγο να αποφεύγουν τις μάχες με τον τουρκικό στρατό, οι οποίες σε τελική ανάλυση ευθύνονταν για τις ελληνικές απώλειες.

Η λίμνη των Γιαννιτσών

Αν και η ελληνική τακτική κατά τις επιθέσεις στα χωριά παρουσιαζόταν σχετικά τυποποιημένη, η αναγκαιότητα της διεξαγωγής του Αγώνα ακόμα και στα πιο δυσχερή από γεωγραφική άποψη σημεία της Μακεδονίας υπαγόρευε και την τροποποίηση της. Αναμφισβήτητα, το πλέον ιδιόμορφο πεδίο μάχης ήταν η λίμνη των Γιαννιτσών, η οποία αποτελούσε σημαντικό στρατηγικό σημείο για τον έλεγχο της ευρύτερης περιοχής. Η ελώδης επιφάνεια και η πυκνή βλάστηση της την καθιστούσαν πρόσφορο ορμητήριο ανταρτικών ομάδων, κάτι που αρκετά νωρίς έγινε αντιληπτό από τη βουλγάρική οργάνωση. Κατά το 1905 και ιδίως το 1906 περιοχή αυτή έγινε το θέατρο ακόμη μιας πεισματώδους ελληνοβουλγαρικής αναμέτρησης. Αναγκασμένα να κινηθούν και να εγκατασταθούν σε ένα τόσο ιδιόμορφο χώρο, τα σώματα χρησιμοποιούσαν στις μετακινήσεις τους ελαφρά πλοιάρια, τις πλάβες, χωρητικότητας 2 έως 4 ανδρών. Για καταλύματα έφτιαχναν καλύβες από καλαμιές, κορμούς δέντρων και λάσπη, οι οποίες στηρίζονταν στο βυθό της λίμνης με πασσάλους. Γύρω από την καλύβα με τα ίδια υλικά κατασκεύαζαν αμυντικά αναχώματα. Η στενότητα των υδάτινων διόδων, το πλάτος των οποίων χωρούσε μόνο μία πλάβα, δεν επέτρεπε την ανάπτυξη «ευρέος μετώπου» κατά των καλυβιών και καθιστούσε την προσβολή τους ιδιαίτερα παρακινδυνευμένη.

Εκπαίδευση των ανταρτών

Στην προσπάθεια τους να αποφύγουν τις προδοσίες και τις συγκρούσεις με τον στρατό, οι άνδρες των σωμάτων υποχρεώθηκαν να τρόπους κινήσεως που παραδοσιακά χρησιμοποιούσαν οι τοπικοί ληστές. Συνήθισαν έτσι, όχι χωρίς δυσκολία, να πεζοπορούν πολλές ώρες υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες προκειμένου να βρουν ασφαλές μέρος για να καταλύσουν, να αλλάζουν συνεχώς τόπο διαμονής και κυρίως να κινούνται αποκλειστικά τη νύχτα, λαμβάνοντας εξαιρετικά μέτρα προφυλάξεως. Η νύχτα, ωστόσο, δεν ήταν κατάλληλη μόνο για πορείες αλλά και για διενέργεια επιθέσεων στα χωριά, καθώς μεγιστοποιούσε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και δυσχέραινε την καταδίωξη του στρατού.

Η όλη επιχείρηση της προσβολής των χωριών σπάνια διαρκούσε μεγάλο διάστημα. Ο κίνδυνος εμφανίσεως τουρκικών αποσπασμάτων ή βουλγάρικων ενισχύσεων επέβαλλε τη συντομότερη δυνατή αποχώρηση. Αρκετά συχνή ήταν και η συνεργασία των ομάδων μιας ευρύτερης περιοχής προκειμένου να προσβληθεί χωριό όπου βρισκόταν μεγάλος αριθμός κομιτατζήδων. Οι ακρότητες που σημειώνονταν σε ορισμένες επιθέσεις οφείλονταν σε αποφάσεις των αρχηγών των σωμάτων, παρά τις αντίθετες οδηγίες που έπαιρναν από τους οργανωτές του Αγώνα. Επιπλέον, τα περισσότερα ατοπήματα διεπράχθησαν κυρίως από συνεργαζόμενους ληστές και ιδιώτες οπλαρχηγούς, που δεν κατόρθωναν πάντοτε να εφαρμόζουν τον «πολιτικό» τρόπο δράσης που τους υποδεικνυόταν. Με δεδομένη όμως την απρόσκοπτη τρομοκρατική δράση της βουλγάρικης οργανώσεως επί σειρά ετών, η λογική των αντιποίνων ήταν αναπόφευκτη.

Στρατιώτες του Μακεδονικού Αγώνα

Ιδιαίτερα σημαντικό όμως για τη φύση και τους σκοπούς του ελληνικού Αγώνα ήταν το ζήτημα της συμμετοχής σ’ αυτόν των εντοπίων πατριαρχικών, καθώς η παρουσία τους στα ελληνικά σώματα θα αποτελούσε την πλέον πειστική απόδειξη του ελληνικού φρονήματος τους, ανατρέποντας την αντίθετη αντίληψη που προσπαθούσε να επιβάλλει στην Ευρώπη, όχι χωρίς επιτυχία, η βουλγαρική πλευρά. Πέρα από αυτούς τους εθνικούς λόγους, και καθαρά στρατιωτικές προτεραιότητες συνηγορούσαν προς την ίδια κατεύθυνση. Οι εντόπιοι, γνωρίζοντας άριστα τις περιοχές όπου δρούσαν, θα είχαν τη δυνατότητα ύστερα από αποτυχημένες συμπλοκές να αποσύρονται στις εστίες τους και να ανασυγκροτούνται σε ευθετότερο χρόνο. Από την άλλη μεριά, οι οπλαρχηγοί που προέρχονταν από την ελεύθερη Ελλάδα διέπρατταν σοβαρά λάθη τακτικής: παρέμεναν πολλές μέρες μέσα στα ίδια πατριαρχικά χωριά, με αποτέλεσμα να προδίδονται, να εμπλέκονται σε άσκοπες συγκρούσεις και να εκθέτουν παράλληλα και τα χωριά σε αντίποινα. Επεδείκνυαν βιασύνη στις επιχειρήσεις τους, δεν πραγματοποιούσαν συστηματικές κατοπτεύσεις του χώρου, ενώ η άγνοια του εντοπίου ιδιώματος και της τοπικής ψυχολογίας δημιουργούσε επιπρόσθετα προβλήματα.

Σχέδια δράσης του Μακεδονικού Αγώνα

Όμως η πιεστική ανάγκη για τη συγκρότηση σωμάτων οδήγησε σύντομα το Προξενείο Θεσσαλονίκης στη χρησιμοποίηση ανδρών και οπλαρχηγών από την Ελλάδα, καθώς και παλαιών ληστών για την επάνδρωση τους. Οι τελευταίοι αποτελούσαν το μοναδικό σώμα οπλοφόρων στη Μακεδονία, το οποίο συνδύαζε τη γνώση του τόπου με αυτήν της ανταρτικής ζωής. Η εκτίμηση του Κωνσταντίνου Μαζαράκη-Αινιάν ότι η κίνηση αυτή «ήτο σφάλμα», επιδή «επαγγελματίαι αντάρται και τινές ληστές … ήτο αδύνατο να προσαρμοσθώσι εις το έργο του εθνικού αποστόλου» δεν αναιρεί και την αναγκαιότητα της, τουλάχιστον κατά το αρχικό στάδιο του Αγώνα. Η «απροσάρμοστη» αυτή συμπεριφορά ληστών είχε αποτέλεσμα την απόρριψη από το Προξενείο Θεσσαλονίκης της χρησιμοποίησης τους ως αρχηγών ανταρτικών ομάδων. Τη σκυτάλη του Αγώνα θα έπαιρναν πλέον οι αξιωματικού του ελληνικού στρατού. Τα σώματα στο εξής αποτελούνταν από εντόπιους και άνδρες από το ελληνικό κράτος. Με τον τρόπο αυτό θα αξιοποιούνταν η πείρα των εντόπιων, θα επιβαλλόταν η πειθαρχία και, το κυριότερο, θα διεκπεραιωνόταν από την ηγεσία των αξιωματικών επιτυχώς το «πολιτικό σκέλος» του Αγώνα.

Όπως είναι φυσικό, η απουσία ενιαίας διευθύνσεως του Αγώνα καθιστούσε την εκπόνηση γενικότερων επιτελικών σχεδίων προβληματική και την πραγματοποίηση τους αμφίβολη. Ωστόσο, δεν έλειψαν τέτοιου είδους σχέδια, τα οποία αποσκοπούσαν σε μια πλησιέστερη έκφραση των ελληνικών στρατηγικών επιδιώξεων σε επί μέρους περιοχές ή και στο σύνολο της Μακεδονίας. Ήδη από το 1904 ο Πρόξενος Δημήτριος Καλλέργης πρότεινε στο Υπουργείο Εξωτερικών να επικεντρωθεί ο Αγώνας στο βιλαέτι του Μοναστηρίου, με τη δημιουργία σωμάτων από εντόπιους και Κρήτες. Αρκετά διαφορετικό, ως προς το εύρος του και τις προτεραιότητες που έθετε, ήταν το σχέδιο που εκπόνησε ο Νικόλαος Κοντογούρης, στις αρχές του 1905. Κατά τον Κοντογούρη ήταν ζωτικής σημασίας η εδραίωση της ελληνικής άμυνας κυρίως σε βορειότερες περιοχές, στο όρο Περιστέρι και κυρίως στο Μορίχοβο. Παρ’ ότι η άμεση εφαρμογή του σχεδίου αυτού θεωρήθηκε εξαιρετικά δύσκολη ακόμα και από το συντάκτη του, τα πλεονεκτήματα από την υλοποίηση του θα ήταν αναμφίβολα σημαντικά.

Το πληρέστερο, όμως, επιτελικό σχέδιο που εκπονήθηκε ήταν αυτό που επεξεργάστηκε ο Μαζαράκης, ασφαλώς σε στενή συνεργασία με τον Κορομηλά, στα τέλη του 1904 και αναφερόταν στο σύνολο της Μακεδονίας. Ως επίκεντρο της ελληνικής δράσεως οριζόταν η περιοχή που περικλειόταν από τους άξονες Καστοριάς-Βερμίου-Βέροιας, στο Νότο, και Αχρίδος-Μαριάνσκας-Μπέλες στο Βορρά, μέχρι τη Στρώμνιτσα και το Πετρίτσι. Για την αποτελεσματική κάλυψη του χώρου αυτού υπογραμμιζόταν η αναγκαιότητα του ελέγχου περιοχών όπως το Μορίχοβο και η Αλμωπία, στις οποίες θα εγκαθίσταντο τα τρία, και μεγαλύτερα, από τα δέκα σώματα που προέβλεπε το σχέδιο. Την άνοιξη του επόμενου έτους τα σώματα και οι αρχηγοί που αναφέρονταν στο σχέδιο του Μαζαράκη εισήλθαν στα Μακεδονικά εδάφη, επιτρέποντας έτσι τη υπόθεση ότι είχε γίνει αποδεκτό, έστω και διστακτικά, από την κυβέρνηση, τουλάχιστον σε ό,τι αφορούσε τους γενικούς στρατηγικούς στόχους του.

Χρόνος και τρόπος δράσης

Η επισήμανση του Κορομηλά, ότι η μεγάλη κατανάλωση φυσιγγίων γινόταν κυρίως τους μήνες μετά τον Απρίλιο, υποδηλώνει και το διάστημα κατά το οποίο κορυφωνόταν η δράση των σωμάτων. Πράγματι, οι ελληνικές ομάδες δεν είχαν τη δυνατότητα να περνούν το χειμώνα μέσα στα χωριά, γεγονός που τις εξανάγκαζε να περιστέλλουν τις ενέργειες τους κατά τους χειμερινούς μήνες ή και να αποσύρονται στις ασφαλέστερες, ελληνόφωνες περιοχές στο Νότο. Εξάλλου αστάθμητοι παράγοντες, όπως βαριές απώλειες ύστερα από συγκρούσεις, συχνά επέσπευδαν την αναχώρηση τους. Για τους λόγους αυτούς φαίνεται ότι τέσσερις μήνες συνεχούς δράσης ήταν ένα όριο που λίγα σώματα κατόρθωσαν να υπερβούν.

Απολογισμός του Μακεδονικού Αγώνα

Τον Ιούλιο του 1908 ξέσπασε το κίνημα των Νεοτούρκων, ο Μακεδονικός Αγώνας έλαβε τέλος. Όλοι είχαν ελπίσει σε ένα καλύτερο ειρηνικό μέλλον με το Σύνταγμα. Η μεγάλη σημασία του Μακεδονικού Αγώνα για τον Ελληνισμό ήταν αδιαμφισβήτητη. Ο ιδιόμορφος αυτός Αγώνας άργησε να γίνει ευρύτερα γνωστός, γιατί από το χαρακτήρα του έπρεπε να μείνει κρυφός. Από το 1903 μέχρι το 1908 λίγοι ήταν εκείνοι που μπορούσαν να έχουν καθολική εποπτεία του Αγώνα που έκανε ο Ελληνισμός στη Μακεδονία για να σωθεί από τον κίνδυνο που τον απειλούσε. Στον Αγώνα αυτό η προσωπικότητα των αρχηγών έπαιξε κύριο ρόλο, γιατί ήταν Αγώνας επηρεασμού και επικρατήσεως ψυχών και όχι των όπλων. Η συμβολή των εθελοντών από την ελεύθερη Ελλάδα, ιδιαίτερα Κρητών, ήταν σημαντική, αλλά τίποτα δε θα είχε γίνει χωρίς τη θέληση και την αυτοθυσία τούτων των εντοπίων της Μακεδονίας.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Πηγή: www.enet.gr

Please follow and like us:
error0

Η Κοζάνη (600π.Χ.-…)

Η Κοζάνη είναι πόλη της Μακεδονίας, έδρα του δήμου Κοζάνης και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Κοζάνης στην δυτική Μακεδονία. Επίσης, αποτελεί την έδρα της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας. Είναι χτισμένη ανάμεσα στις οροσειρές του Βερμίου, του Μπούρινου και των Πιερίων, 15 χλμ βορειοδυτικά της λίμνης του Πολυφύτου, σε υψόμετρο 720 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας. Απέχει 120 χλμ από τη Θεσσαλονίκη και 470 χλμ από την Αθήνα. Έχει πληθυσμό 41.066 κατοίκους, ενώ ο νέος διευρυμένος Καλλικρατικός Δήμος έχει 71.388 κατοίκους (απογραφή 2011).

Στην πόλη στεγάζονται τμήματα του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Επίσης είναι η έδρα της Αστυνομικής Διεύθυνσης, της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και του Εφετείου της Δυτικής Μακεδονίας, του Α’ Σώματος Στρατού της Ελλάδας και της Ιεράς Μητροπόλεως Σερβίων και Κοζάνης.

Η πλατεία Νικης με το Δημαρχείο και το ρολόι του Αγίου Νικολάου.
Η πλατεία Νίκης με το Δημαρχείο και το ρολόι του Αγίου Νικολάου.

Τα αρχαία και βυζαντινά χρόνια της Κοζάνης

Αρχαιότητες από την προϊστορική εποχή έχουν ανακαλυφθεί σε πολλά σημεία της πόλης. Στα ανατολικά της Κοζάνης, έχει ανασκαφεί νεκρόπολη, η οποία χρονολογείται από την εποχή του Σιδήρου. Οι αρχαιότητες που βρέθηκαν εδώ μαρτυρούν την ύπαρξη μιας από τις αρχαιότερες πόλεις της αρχαίας Ελιμιώτιδας (ή Ελίμειας), της οποίας η ακρόπολη βρισκόταν στο λόφο του «Αγίου Ελευθερίου». Στα νοτιοδυτικά της σύγχρονης πόλης, στο λόφο Σιόποτο, υπήρχε οικισμός ο οποίος ονομαζόταν Καλύβια, μεταξύ 1100 και 1300, ίχνη του οποίου υπάρχουν ακόμα.

Η Κοζάνη κατά την τουρκοκρατία

Η Κοζάνη εμπορεύεται

Η Κοζάνη είναι μια πόλη που δημιουργήθηκε και γνώρισε οικονομική ακμή κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας στη Βαλκανική χερσόνησο. Οι κάτοικοι της Κοζάνης, μαζί με άλλων δυτικομακεδονικών πόλεων, όπως της Σιάτιστας, της Βλάστης, των Γρεβενών, της Κλεισούρας, εκμεταλλεύτηκαν παλιές και νέες γεωγραφικές διασυνδέσεις, συχνά παρακλάδια της ρωμαϊκής Εγνατίας Οδού, στη νέα γεωπολιτική δυναμικής της οθωμανικής περιόδου. Ένα μεγάλο κομμάτι του ορεινού κόσμου της Δυτικής Μακεδονίας αξιοποίησε βορειοβαλκανικές και κεντροευρωπαϊκές οδικές συνδέσεις, παραποτάμια και παραλίμνια περάσματα και χάραξε τα δρομολόγια του χερσαίου εμπορίου. Στις δυτικομακεδονικές πόλεις συγκεντρώθηκε οικονομικό πλεόνασμα από την κτηνοτροφία κυρίως και τη γεωργία και αναπτύχθηκαν τοπικές μεταποιητικές δραστηριότητες, καθώς και διαβαλκανικές εμπορικές συναλλαγές. Έτσι οι πόλεις αυτές είναι γνωστές για τη εμπορική αποδημία των κατοίκων τους, που έφθανε μέχρι τη Βουδαπέστη και τη Βιέννη.

Στην Κοζάνη ίσχυε προνομιακό φορολογικό καθεστώς. όπως είναι γνωστό και από άλλες παρόμοιες προβιομηχανικές κοινωνίες, στην πόλη αναπτύχθηκε η υφαντική τέχνη. Δημιουργήθηκε λοιπόν μια οικονομική νησίδα αρκετά διαφοροποιημένη από τη γύρω αγροτοκτηνοτροφική περιοχή και η Κοζάνη αναδείχθηκε σε τοπικό οικονομικό κέντρο, κοιτίδα ενός σημαντικού αριθμού εμπόρων που δραστηριοποιήθηκαν στη βόρεια Βαλκανική και κεντρική Ευρώπη. Κάτοικοι αυτής της πόλης διείσδυσαν σε βορειότερα οικονομικά κέντρα, καλύπτοντας το εμπορικό κενό που δημιουργήθηκε μετά την παρακμή της Μοσχόπολης και του Μελένικου, καθώς και κέντρων του βενετομακεδονικού εμπορίου και τη συνακόλουθη μετατόπιση των εμπορικών αξόνων.

Η Κοζάνη και οι κάτοικοι της

Το οικιστικό πλέγμα που διαμορφώνεται κατά μήκος του Αλιάκμονα παρουσιάζει χαρακτηριστικά παραδείγματα μεσαιωνικών και νεότερων οικισμών της οθωμανικής περιόδου. Παράλληλα συγκροτούνται μοναστικές μονάδες, με το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της μονής της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, την επονομαζόμενη Ζάβορδα από το γειτονικό ομώνυμο οικισμό. Έτσι η ιστορία των οικισμών εξετάζεται παράλληλα με αυτής της μονής και αξιολογούνται οι ίδιοι γεωγραφικοί και κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες.

Σε ολόκληρο το 19ο αιώνα η Κοζάνη εμφανίζει ένα σχεδόν ομοιογενές πληθυσμιακό σύνολο, με κανονική αυξητική τάση. Στις αρχές του αιώνα ο Άγγλος περιηγητής Λικ (Leake) σημείωνε ότι η Κοζάνη είχε 600-700 σπίτια ελληνικά (3000 κατοίκους περίπου). Στο β’ μισό του 19ου αιώνα η πόλη είχε 5000 κατοίκους, οι οποίοι σε γεωγραφικό λεξικό της εποχής χαρακτηρίζονται φιλομαθείς έμποροι.

Λίγο αργότερα ο Ν. Σχινάς σημειώνει 8000 «κατοίκους» (δηλαδή Έλληνες) και μόνο 500 Οθωμανούς στην Κοζάνη. Τέλος, στις παραμονές της ένωσης της Κοζάνης με την Ελλάδα η πόλη είχε φτάσει τους 12000 Ορθόδοξους Έλληνες.

Στην ύστερη Τουρκοκρατία το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής της Δυτικής Μακεδονίας ανήκε στο οθωμανικό διοικητικό διαμέρισμα, στο Βιλαέτι του Μοναστηρίου. Από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα η Κοζάνη είχε αποκτήσει τη φυσιογνωμία της αστικής Βαλκανικής πόλης. Το Βαλταδώρειο Γυμνάσιο, η Βιβλιοθήκη και άλλα δημόσια ιδρύματα πλαισιώνουν ιδρυτικά οικοδομήματα.

Παράλληλα παγιώνεται η κοινωνική διαστρωμάτωση στην πόλη. Η οικονομική ελίτ μετέχει στην οργάνωση της τοπικής εκκλησιαστικής και σχολικής διοίκησης και η κύρια οικονομική δύναμη αντλείται από τον αγροτικό χώρο: τα αμπέλια και τα σιτηρά.

Η παιδεία στην Κοζάνη (ως το 1832)

Τα πρώτα οργανωμένα σχολεία εμφανίστηκαν στην Κοζάνη στο τέλος του 17ου αιώνα ως καρπός της οικονομικής προόδου των κατοίκων λόγω εμπορίου και της έφεσης του για μόρφωση. Υποτυπώδη όμως σχολεία πρέπει να λειτούργησαν καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Παράλληλα με τα σχολεία, σημαντικό ρόλο για την Παιδεία της Κοζάνης διαδραμάτισαν πολλοί λόγιοι Κοζανίτες, εγκαταστημένοι κυρίως στις ελληνικές παροικίες της ΝΑ Ευρώπης, οι οποίοι εξέδωσαν πλήθος έργων και προώθησαν τις ιδέες του Διαφωτισμού.

Ο πρώτος δάσκαλος που δίδαξε στο πρώτο οργανωμένο σχολείο της Κοζάνης ήταν ο Γεώργιος Κονταρής, με σπουδές στη Βενετία και μετέπειτα επίσκοπος Σερβίων και μητροπολίτης Σμύρνη. Δίδασκε Αριστοτέλη και θεολογία, ενώ εξέδωσε το έργο «Ιστορίαι της πόλεως Αθήνης», το πρώτο νεοελληνικό έργο για την αρχαία ιστορία. Το έτος 1745 ιδρύθηκε από με την ενίσχυση των εντοπίων και αποδήμων Κοζανιτών της Ουγγαρίας η Στοά. Ο πρώτος δάσκαλος Ευγένιος Βούλγαρις δίδαξε θετικές επιστήμες. Στην Κοζάνη ενέπνευσε νέος άνεμος. Η εισαγωγή όμως των επιστημών στο σχολικό πρόγραμμα έμεινε χωρίς συνέχεια γιατί οι συνεχιστές του Βουλγάρεως δεν διέθεταν γνώσεις θετικών επιστημών. Η Στοά σταμάτησε να λειτουργεί το 1774.

Παράλληλα με τη Στοά από το 1756 λειτούργησε και η Σχολή της Κομπανίας που πήρε το όνομα από τους χρηματοδότες εμπόρους της Ουγγαρίας. Η Σχολή της Κομπανίας έκλεισε πιθανώς το 1769 λόγω διακοπής της χρηματοδότησης.

Το 1776 ιδρύεται από τη Μητρόπολη και τους προκρίτους το Ελληνικόν Μουσείο. Το σχολείο αυτό έμεινε γνωστό ως Σχολείο του Παγούνη, καθώς βασική πηγή εσόδων του ήταν οι τόκοι κεφαλαίου 4292 δουκάτων του Κοζανίτη Δημητρίου Μανόλη Παγούνη στην επίσημη τράπεζα της Βενετίας Zecca. Το 1797/9 εξαιτίας της κατάληψης της Βενετίας από τους Γάλλους διακόπηκε και η αποστολή χρημάτων, μαζί με αυτήν και η λειτουργία του σχολείου. Ανώτερο σχολείο αναφέρεται στις αρχές του 19ου αιώνα. Το 1810 νέο σχολείο λειτούργησε κοντά στο ναό του Αγίου Νικολάου, ενώ το 1813 κτίστηκε πίσω από το ιερό του ναού ο Οίκος της Βελτιώσεως, που στέγασε τη Βιβλιοθήκη.

Τα σχολεία λειτούργησαν με εισφορές των κατοίκων, της Μητρόπολης και των ευεργετών. Διοικούνταν από από επιτροπή που λογοδοτούσε σε σύνοδο προκρίτων. Ο μισθός του δασκάλου ήταν σχετικά χαμηλός, το σχολείο όμως πλήρωνε και το χαράτσι του και άλλους μικρότερους φόρους. Οι μαθητές ήταν λίγοι, προέρχονταν από όλες τις κοινωνικές τάξεις και δεν πλήρωναν δίδακτρα. Οι πλούσιοι Κοζανίτες προσελάμβαναν δασκάλους για μαθήματα κατ’ οίκον. Στις τρεις βαθμίδες των σχολείων -κοινά γράμματα, κυκλοπαίδεια, επιστημονικά μαθήματα- διδάσκονταν γλωσσικά μαθήματα αρχαίοι συγγραφείς, θεολογία, φιλοσοφία και μαθηματικά. Σκοπός της εκπαίδευσης δεν υπήρξε η άμεση επαγγελματική αποκατάσταση αλλά η αντιμετώπιση των οικονομικών υποθέσεων μέσω της γνώσης. Στόχος βέβαια υπήρξε η χρηστότητα των ηθών και η γλωσσική κατάρτιση. Καθώς οι περισσότεροι δάσκαλοι υπήρξαν ιερωμένοι, δεν παρουσίασαν κάποιο νεωτερισμό σε σχέση με την παραδοσιακή ιδεολογία. Η απήχηση του Διαφωτισμού στα σχολεία ήταν περιορισμένη λόγω έλλειψης καταρτισμένων στις θετικές επιστήμες δασκάλων, αλλά και λόγω του συντηρητισμού της διοίκησης και της κοινωνίας. Ο φωτισμός ήρθε από μεγάλες προσωπικότητες Κοζανιτών αστών, που έδρασαν κυρίως στις παροικίες και είχαν περιορισμένη επιρροή στη γενέτειρα.

Η παιδεία στην Κοζάνη (1832-1912)

Το 1832 ιδρύεται η πρώτη αλληλοδιδακτική σχολή, η οποία από το 1842 λειτουργεί ως εξατάξια αστική σχολή, ενώ το 1894 ιδρύεται και τριτάξιο Ημιγυμνάσιο. Οι πρώτες μαθήτριες εμφανίζονται το 1840, ενώ το 1862 λειτουργεί εξατάξιο Παρθεναγωγείο. Σταθμό στην εκπαίδευση της Κοζάνης αποτελεί η ίδρυση από τους ευεργέτες αδελφούς Βαλταδώρου το 1899 του Βαλταδωρείου Γυμνασίου. Το 1905 λειτουργεί 1 Γυμνάσιο, 5 Αστικές Σχολές και 1 Παρθεναγωγείο. Μετά το 1830 η εκπαίδευση διαπνεόταν από ελληνοχριστιανικό ιδεώδες λόγω αφ’ ενός της προσπάθειας για διαμόρφωση εθνικής συνείδησης και αφ’ ετέρου λόγω της επιμονής της Εκκλησίας στο θρησκευτικό χαρακτήρα του σχολείου. Το τοπίο των γραμμάτων συμπληρώνουν και οι φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι «Φοίνιξ» (1873) και «Μορφωτική Αδελφότητα Πανδώρα» (1900). Τέλος, το πρώτο βιβλιοπωλείο ιδρύθηκε από τον Γρηγόρη Πιτένη από τη Σαμαρίνα, ενώ το 1914 κυκλοφόρησε η πρώτη τοπική εφημερίδα «Ηχώ της Μακεδονία» του Μιλτιάδη Τζώνη.

Η Κοζάνη και η οθωμανική Βουλή

Το 1908 ξέσπασε το κίνημα των Νεοτούρκων και θεσπίστηκε Σύνταγμα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το Σύνταγμα προέβλεπε εκλογές, οι οποίες προκηρύχθηκαν. Δικαίωμα ψήφου είχαν όλοι οι άντρες υπήκοοι της Αυτοκρατορίας και ανεξάρτητα από θρήσκευμα και εθνικότητα. Θα ψήφιζαν δηλαδή και οι ραγιάδες και η ψήφος τους θα ήταν ισοδύναμη με των Τούρκων. Το σύστημα ήταν περίπου σαν πλειοψηφικό. Οι Νεότουρκοι έκαναν μια σειρά ενεργειών ούτως ώστε να αποκλειστούν πολλοί χριστιανοί από την εκλογική διαδικασία. Δεν τα κατάφεραν όμως. Στην περιοχή της Κοζάνης ο χριστιανικός πληθυσμός ήταν σχετικά μεγαλύτερος από τον τουρκικό.

Μέσα σε τρομοκρατική ατμόσφαιρα έγινε ο εκλογικός αγώνας. Δεν το έβαλαν κάτω όμως οι Κοζανίτες. Οι τελευταίοι δεν ήταν ανίδεοι εκλογών και εκλογικών αγώνων. Πάντοτε ακολουθούσαν δημοκρατικές διαδικασίες στους συλλόγους, στα σωματεία, στην εφορεία κτλ. Και΄ήξεραν πως να μαζεύουν ψήφους και πως να ψηφίζουν. Εκλέχτηκαν λοιπόν, και δύο Έλληνες υποψήφιοι, ο Γεώργιος Μπούσιος και ο Κοζανίτης Κωνσταντίνος Δρίζης.

Η απελευθέρωση της Κοζάνης

Στις παραμονές του 1912 δεν είχε μείνει κοζανίτικο σπίτι χωρίς να έχει κάποιο όπλο κρυμμένο. Δεν ήταν μόνο τα απομεινάρια του Μακεδονικού Αγώνα, αλλά κρατούσε η παλιά παράδοση να προστατεύεται κάθε οικογένεια μονάχη της. Κρυψώνες για όπλα υπήρχαν όχι μόνο στα σπίτια αλλά και για μεγαλύτερους αριθμούς και ποσότητες στις εκκλησίες, και κυρίως εκείνη του Αγίου Νικολάου. Οι Τούρκοι σπάνια έψαχναν στις εκκλησίες και πολύ λιγότερο στο χώρο της Αγίας Τράπεζας. Υπήρχαν επίσης και ελληνικές σημαίες. Σε όλα τα σπίτια τις έραβαν μόνοι τους και τις κρατούσαν κάπου κρυμμένες. Τις ξεδίπλωναν και τις ανέμιζαν μέσα στα σπίτια στις γιορτές.

Από το Σεπτέμβριο του 1912, που φαινόταν πια καθαρά πως θα ξεσπάσει πόλεμος, ο εκνευρισμός του τουρκικού πληθυσμού ήταν φανερός, η εχθρότητα προς τους Έλληνες είχε ξανανάψει. Οι συγκεντρώσεις στα σπίτια είχαν μεταβληθεί σε συσκέψεις μικρών συνωμοσιών για τον τρόπο που οι ίδιοι θα χτυπούσαν τους Τούρκους, όταν ο ελληνικός στρατός θα πρόσβαλλε τις οχυρές θέσεις του κατακτητή στο Σαραντάπορο.

Η μάχη του Σαρανταπόρου υπήρξε θρίαμβος πραγματικός του ελληνικού στρατού. Έπειτα από αυτή την ελληνική νίκη, οι Τούρκοι έφυγαν άτακτα από το Σαραντάπορο και εγκατέλειψαν τα Σέρβια. Οι Τούρκοι στρατιώτες εγκαταλείπουν τα όπλα τους και αρπάζουν ψωμιά από τους φούρνους και κρέατα από τα κρεοπωλεία. Ο πληθυσμός βράζει από αγωνία και ενθουσιασμό. Οι Τούρκοι των γύρω χωριών λουφάζουν. Ο πανικός μεταδίδεται σε όλα τους Τούρκους στρατιώτες στην περιοχή. Το τουρκικό επιτελείο συνεδρίασε το πρωί και αποφάσισε να εγκαταλείψει την πόλη την 11η Οκτωβρίου. Όταν έγινε γνωστή η απόφαση της εγκατάλειψης δημιουργήθηκε ακόμη μεγαλύτερος πανικός στις τάξεις των Τούρκων. Στο μεταξύ οι Κοζανίτες έσπευσαν στους τουρκικούς στρατώνες και άρπαζαν όπλα. Από όλες τις γειτονιές κατέβαινε κόσμος προς την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, το κέντρο της πόλης. Κάποιοι αναπέταξαν στο κωδωνοστάσιο τη γαλανόλευκη. Αυτά όλα έγιναν γύρω στις 3 με 4 το απόγευμα. Αυτήν την ώρα εμφανίζεται ο πρώτος Έλληνας ιππέας από το Νότο και δέχεται τους ασπασμούς και τις περιπτύξεις των αλλοφρονούντων εκ συγκινήσεως και χαράς πολιτών. Την επομένη μπήκε θριαμβευτικά στην πόλη ο αρχιστράτηγος διάδοχος Κωνσταντίνος και στις 14 Οκτωβρίου ο βασιλιάς Γεώργιος Α’.

Πηγή: www.enet.gr

Please follow and like us:
error0

Η Φλώρινα (6000 π.Χ.-…)

Η Φλώρινα είναι πόλη της Μακεδονίας, έδρα του δήμου Φλώρινας και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Φλώρινας στην Δυτική Μακεδονία. Η πόλη της Φλώρινας βρίσκεται σε υψόμετρο 687 μέτρων και έχει πληθυσμό 17.686 κατοίκους (απογραφή 2011).

Άποψη της Φλώρινας από τον λόφο του Αγίου Παντελεήμονα προς τα ΒΑ
Η Φλώρινα

Ιστορία της Φλώρινας

Η Φλώρινα στην Αρχαιότητα

Η Φλώρινα κατοικείται τουλάχιστον από το 6.000 π.Χ. καθώς ευρήματα μαρτυρούν την πρώτη εγκατοίκηση. Ο παραλίμνιος προϊστορικός οικισμός του Αγίου Παντελεήμονα, που βρίσκεται 3 χλμ. δυτικά της σύγχρονης εγκατάστασης, παρουσιάζει εκτεταμένη διάρκεια κατοίκησης, η οποία καλύπτει χρονικά 5300 χρόνια και εκτείνεται στο σύνολο σχεδόν της Νεολιθικής Εποχής και Εποχής του Χαλκού (6500-1200 π.Χ.).

Η περιοχή κατακλύστηκε από ελληνόφωνα φύλα γύρω στο 19ο αιώνα π.Χ. όταν η βορειότερη Πελαγονία ήταν ένα από τα δύο κύρια κέντρα του ελληνόφωνου κόσμου (το δεύτερο ήταν η Χαονία). Τους αμέσως επόμενους αιώνες, ελληνόφωνα φύλα όπως οι Αχαιοί και οι Αιολείς μετανάστευσαν νοτιότερα, υπό την πίεση των Βρυγών. Η γη των Βρυγών αποτελούσε μέρος της αρχαίας Λυγκηστίδος (η περιοχή οφείλει την ονομασία της στον πρώτο μυθικό βασιλιά της, τον ήρωα και αργοναύτη Λυγκέα). Ήταν πάντα αυτόνομο κράτος με δυναστεία που συγγένευε με τους Βακχιάδες της Κορίνθου. Εντούτοις, το εθνικό υπόβαθρο της περιοχής παρέμεινε ελληνικό, και αφού αποχώρησαν οι Βρύγες στη Μικρά Ασία (15ος αιώνας π.Χ.), τους επόμενους αιώνες, σημείωσε ιδιαίτερη πληθυσμιακή ανάπτυξη. Αυτό οδήγησε σε νέα μετανάστευση νοτιότερα κατά τον 11ο αιώνα π.Χ. που έμεινε γνωστή ως κάθοδος των Δωριέων. Στο λόφο του Αγίου Παντελεήμονος, υπάρχει αρχαιολογικός χώρος οικισμού που κατοικούνταν αδιάλειπτα από το 16ο έως τον 6ο αιώνα π.Χ. και από το 4ο έως τον 1ο αιώνα π.Χ. 

Οι σπουδαιότερες πόλεις ήταν η Ηράκλεια που ίδρυσε ο Φίλιππος το 352 π.Χ. στην περιοχή όπου βρίσκεται σήμερα η Φλώρινα, η Κέλλα (σημερινή Κέλλη), η Βεύο (σημερινή Βεύη) και η Μελιτώνα (σημερινή Μελίτη) με κατοίκους Έλληνες Δωρικής καταγωγής. Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά του Ηροδότου στο κεφάλαιο του Ουρανία (137) για τη Λεβαία, που σήμερα ανήκει στο Δήμο Φιλώτα: «Του δε Αλεξάνδρου τού έβδομος γενέτωρ Περδίκκας εστί ο κτησάμενος… την τυραννίδα τρόπω τάδε εξ’ ργεως έφυγον ες Ιλλυριούς των Τημένου απογόνων τρεις αδελφέοι, Γαυάνης τε και Αέροπος και Περδίκκας… απίκοντο ες Λεβαίην πόλιν… οι δε απικόμενοι ει άλλην γην της Μακεδονίας οίκησαν πέλας των κήπων…». Ιδρυτής της Λυγκηστικής δυναστείας ήταν ο Βρομερός, πατέρας του Αρραβαίου και παππούς της γιαγιάς του Αλεξάνδοου του Γ’ του Μεγάλου. Ο Φίλιππος ο Β’ -πατέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου – προσάρτησε την περιοχή στο Βασίλειο της Μακεδονίας. Η περιοχή γνωρίζει μεγάλη ακμή στην ελληνιστική περίοδο. Η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στην επιφάνεια την ελληνιστική πόλη των Πετρών (κοντά στο Αμύνταιο) και ομόχρονη με την Πέλλα και το Δίον και την Ακρόπολη Ηράκλειας (στο λόφο του Αγίου Παντελεήμονα πάνω από τη Φλώρινα).

Η Φλώρινα στη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή εποχή

Όπως μαρτυρεί η ανεύρεση λατινικών επιγραφών και ρωμαϊκών αγγείων και νομισμάτων, ο σημαντικός αυτός οικισμός επιβίωσε ως το τέλος της ρωμαϊκής αρχαιότητας, χάρη στην εξαιρετικά στρατηγική θέση του, καθώς ασκούσε έλεγχο σε δυο σπουδαίους δρόμους, δηλαδή στη ρωμαϊκή Εγνατία οδό και στο δρόμο που έφερνε, μέσω των στενών του Πισοδερίου, από την περιοχή των Πρεσπών στον κάμπο της Φλώρινας. Η θέση της πόλης ως φυσικό πέρασμα από το λεκανοπέδιο Πρεσπών προς το λεκανοπέδιο Λυγκηστίδας ανάμεσα στα όρη Βαρνούντας και Βέρνο, δημιούργησε την ανάγκη για την κατασκευή φρουρίου ήδη από την αρχαιότητα. Λόγω της στρατηγικής της θέσης έγινε συχνά πεδίο μαχών, κάτι που εμπόδισε την ανάπτυξή της. Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της περιοχής έπαιξε η Εγνατία οδός. Το 148 π.Χ. όταν η Μακεδονία γίνεται Ρωμαϊκή Επαρχία, η περιοχή της Φλώρινας υπάγεται στην 4η Τοπαρχία της «Άνω Μακεδονίας». Αργότερα κατά τη Βυζαντινή περίοδο το φρούριο κτίστηκε ψηλότερα στους πρόποδες του Βαρνούντα  και έμεινε γνωστό ως «Κάστρο του Χλερηνού». Γι αυτό και ο οικισμός κατά το μεσαίωνα αναφέρεται ως «Χλερηνός» και εξελίχθηκε κατά τη βυζαντινή εποχή, σε πόλη. Το όνομα «Χλερηνός» προέρχεται πιθανώς από τη λέξη «χλωρό» λόγω του κλίματος και της βλάστησης της περιοχής.

Η Φλώρινα επί Οθωμανικής κυριαρχίας

Επί Τουρκοκρατίας η Φλώρινα ήταν τοπικό εμπορικό και βιοτεχνικό κέντρο ενώ η πλειοψηφία των κατοίκων της Μουσουλμάνοι. Το 16ο αιώνα δρα στην περιοχή ο αρματολός Τσολάκης. Από τη Φλώρινα κατάγονταν ο νεομάρτυρας Αγαθάγγελος που μαρτύρησε το 1727 στο Μοναστήρι. Στις αρχές του 19ου αιώνα η Φλώρινα, κείμενη βορείως της νοητής γραμμής που αποτελούσε το βόρειο όριο της συμπαγούς ελληνοφωνίας στη Μακεδονίας, ήταν μία νησίδα ελληνογλωσσίας σε μία εν πολλοίς αλλόφωνη ενδοχώρα, που, ως έδρα μητρόπολης όπου λειτουργούσαν ελληνικά σχολεία, δρούσε ως εστία εξελληνισμού των Αλβανών, Βλάχων και Σλάβων που συνέρρεαν από την ύπαιθρο στην πόλη, δίχως, ωστόσο, να εξαλειφθεί η αλλοφωνία. Κατά το 1821 οι Έλληνες ήταν περίπου 80 οικογένειες. Οι Φλωρινιώτες συμμετείχαν στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Σημαντικότερος αγωνιστής, ήταν ο Αγγελίνας που πολέμησε, μεταξύ άλλων, και στην Κρήτη. Φλωρινιώτες επίσης, πολέμησαν στο Μεσολόγγι. Μέλη της Φιλικής Εταιρείας, ήταν οι αδελφοί Λουκάς και Νικόλαος Νεδέλκος, καταγόμενοι από την περιοχή της Φλώρινας. Με το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, οι Οθωμανοί συγκέντρωσαν στην κεντρική πλατεία της πόλης τους 7 σημαντικότερους προκρίτους, και τους κρέμασαν. Στα μέσα του 19ου αιώνα, η Φλώρινα είναι σημαντικό κέντρο μεταποίησης καπνών, διάσημη για τα καπνοξηραντήριά της.

Οι Εθνικοί Ανταγωνισμοί της Φλώρινας

Ως αποτέλεσμα του εξελληνιστικού ρόλου που διαδραμάτιζε το ελληνικό σχολείο, στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα μεγάλο τμήμα των κατοίκων της Φλώρινας, ιδίως οι νέοι, συνήθιζαν να μιλούν τα ελληνικά και στο σπίτι τους. Το 1881 οι Έλληνες οπλαρχηγοί Ναούμ Κωνσταντινίδης (ή Καραναούμ ή Ορλίνης) και Νάιδος εισέβαλαν με το σώμα τους στην πόλη και απήγαγαν τον Οθωμανό καϊμακάμη (έπαρχο), σε μια προσπάθεια να σταματήσουν οι διώξεις των ανταρτών της  Επανάστασης του 1878. Μετά την Επανάσταση του 1878 που είχε αναστατώσει την περιοχή, και την ίδρυση του Βουλγαρικού κράτους, άρχισαν να εμφανίζονται στην περιοχή της Φλώρινας, πολυάριθμες Βουλγαρικές ένοπλες ομάδες, σταλθείσες από τη Βουλγαρία με σκοπό να πιέζουν τους κατοίκους να μεταστραφούν στην Βουλγαρική Εξαρχία. Μάλιστα, όταν το 1885 πήρε τα όπλα και άρχισε να δρα στην περιοχή ο καπετάν Τσανάκας, ως αντίδραση στις Βουλγαρικές επιθέσεις, οι Οθωμανικές αρχές, παρόλο που η ομάδα ντύνονταν με την τοπική Ελληνική φουστανέλα και μιλούσε ελληνικά, ήταν πεπεισμένες ότι επρόκειτο για Βουλγαρική ομάδα, που προσπαθούσε να παραπλανήσει τις αρχές ως προς την καταγωγή της. Οι Βούλγαροι προκειμένου να δελεάσουν τους Έλληνες μαθητές να εγγραφούν στο σχολείο τους, είχαν εισάγει και την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, αλλά παρ’ όλ’ αυτά οι μαθητές του εν λόγω σχολείου ήταν ελάχιστοι κατά το 1883, και συνεχώς μειώνονταν, αφού προσέτρεχαν στα Ελληνικά σχολεία της πόλης. Το 1884 η Κοινότητα Φλωρίνης έστειλε επιστολή διαμαρτυρίας προς την Υψηλή Πύλη, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και τις Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, για τις ψευδείς και παραποιημένες στατιστικές του πληθυσμού που διοχέτευαν εντέχνως οι Βούλγαροι προς τους Ευρωπαίους, και αρκετές είχαν μάλιστα υιοθετηθεί, διατρανώνοντας την Ελληνική τους συνείδηση. Κατά την επίσημη Οθωμανική απογραφή του 1885, στην υποδιοίκηση Φλώρινας οι Έλληνες αποτελούσαν τα 2/3 του συνολικού πληθυσμού, παρόλο που οι Βούλγαροι με διάφορες μεθοδεύσεις είχαν κατορθώσει, να χαρακτηρίζονται οι σλαβόφωνοι Έλληνες, ως «πατριαρχικοί Βούλγαροι» (ήταν η πρώτη φορά που εισάχθηκαν οι έννοιες «πατριαρχικοί» και «εξαρχικοί» κατ’ απαίτηση των Βουλγάρων).

Τα δυσμενή για τους Βούλγαρους, αποτελέσματα της απογραφής εντατικοποίησαν τις ενέργειές τους και εκμεταλλευόμενοι την αναταραχή που σημειώνονταν στην Ανατολική Ρωμυλία, βρήκαν την ευκαιρία να αποστείλουν εκατοντάδες πολυάριθμα ένοπλα σώματα σε όλη τη Μακεδονία. Στην περιοχή της Φλώρινας, η κατάσταση ήταν ανεξέλεγκτη και η Βουλγαρική τρομοκρατία, σχεδόν παρέλυσε την οικονομική ζωή. Οι Οθωμανικές αρχές αναγκάστηκαν να εγκαταστήσουν στη Φλώρινα ισχυρή στρατιωτική δύναμη. Στα τέλη του 1886, αποκαλύφθηκε η μυστική οργάνωση των Ελλήνων της Βορειοδυτικής Μακεδονίας, που δρούσε από το 1867 υπό τον Αναστάσιο Πηχεώνα, και ξέσπασαν μεγάλες διώξεις κατά των Ελλήνων κατοίκων, τα γνωστά Πηχεωνικά. Στην πόλη της Φλώρινας πολλοί κάτοικοι διώχθηκαν, καθώς από τις ανακρίσεις αποκαλύφθηκε ότι πολλοί Φλωρινιώτες ήταν συνεργαζόμενοι με την «νέα Φιλική Εταιρεία». Τελικά, συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν αρκετοί Φλωρινιώτες, ενώ ο ιατρός Αργύριος Βούζας εξορίστηκε. Το Σεπτέμβριο του 1888, ο βοηθός  επίσκοπος Μογλενών και Φλωρίνης και Επίτροπος Φλωρίνης, Άνθιμος Πελτέκης αποφάσισε να εγκαταλείψει τη Φλώρινα, προκειμένου να εγκατασταθεί για το χειμώνα στη Γευγελή για να εισπράξει τους εκεί φόρους, της μητρόπολης. Οι Βούλγαροι εκμεταλλεύτηκαν το κενό που δημιουργήθηκε στην πόλη, προκειμένου να μεταστρέψουν πολλούς κατοίκους στη Βουλγαρική Εξαρχία.

Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα ο συνολικός πληθυσμός της πόλης ανερχόταν σε 9 με 10 χιλιάδες, από τους οποίους τα 3/4 ήταν Μουσουλμάνοι και οι υπόλοιποι Χριστιανοί και Τσιγγάνοι. Το 1890  ο Γάλλος περιηγητής Βικτόρ Μπεράρ επισκέφθηκε την πόλη και ανέφερε πως τα 3/4 των κατοίκων (1.500 σπίτια) ήταν Μουσουλμάνοι (κυρίως Αλβανοί και Σλάβοι προσηλυτισμένοι και περίπου εκατό οικογένειες Τούρκων). Όλοι οι Χριστιανοί, περίπου 500 οικογένειες, χρησιμοποιούσαν την ελληνική και αυτοπροσδιορίζονταν ως Έλληνες, εκτός από περίπου 200-300 φανατικούς νεοπροσήλυτους Βουλγάρους, που απολάμβαναν της προστασίας της τοπικής οθωμανικής διοίκησης. Κατά την Επανάσταση του 1896 – 1897, πολλοί Φλωρινιώτες ξεσηκώθηκαν ενάντια στα Βουλγαρικά ένοπλα σώματα, ενώ κατά την άφιξη των σωμάτων των Τάκη Περήφανου (Νάτσιου), Λάζου Βαρζή και Ιωάννη Τσάμη κοντά στην πόλη, προκλήθηκε μεγάλη αναταραχή που οδήγησε στην εγκατάσταση ισχυρού  Οθωμανικού  στρατιωτικού αποσπάσματος 200 ανδρών στην πόλη για την καταστολή της εξέγερσης. Σύμφωνα με Αυστριακές στατιστικές του 1897, στην πόλη της Φλώρινας επικρατεί το Ελληνικό στοιχείο. Το 1898 λόγω της συνεχιζόμενης διαμάχης ανάμεσα, από τη μία, των εκπροσώπων της Ελληνικής κυβέρνησης, δηλαδή των προξένων Μοναστηρίου, που προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν τη Βουλγαρική ένοπλη βία χωρίς καμία συνεννόηση και συνεργασία με την τοπική μητρόπολη Μογλενών, και από την άλλη, των Μητροπολιτών, οι κάτοικοι είχαν χωριστεί σε δύο αντιμαχόμενες πτέρυγες (φιλομητροπολιτική και αντιμητροπολιτική). Για το λόγο αυτό, ο Μητροπολίτης Ιωαννίκιος Μαργαριτιάδης απέστειλε το ίδιο έτος επιστολή προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, αναλύοντας τους προβληματισμούς του για την τεταμένη κατάσταση και μάλιστα, εντός μίας ολοένα και εχθρικότερης προς τους Έλληνες Μητροπολίτες, Οθωμανικής Διοίκησης. Για τον ίδιο λόγο, το ίδιο έτος, ο Μητροπολίτης Πελαγονίας Ιωακείμ Φορόπουλος, απέστειλε επιστολή προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, προτείνοντας να αποσπαστούν τα Μογλενά (Αλμωπία) από τη Μητρόπολη και να δημιουργηθεί μία νέα Μητρόπολη Πρεσπών και Φλωρίνης, ώστε να υπάρξει αποτελεσματικότερη διοικητική οργάνωση, ανταποκρινόμενη στην ιδιαίτερα ταραγμένη περίοδο. Τελικά, οι προτάσεις του δεν υλοποιήθηκαν.

Την περίοδο 1899 – 1900 οι Βουλγαρικές ένοπλες ομάδες στην περιοχή οργάνωσαν μαζικές δολοφονίες Ελλήνων επιφανών ανδρών, μεταξύ των οποίων και ο Φλωρινιώτης Κωνσταντίνος (Κώτσης) Πέτρου. Την ίδια χρονιά, ο αρχηγός των κομιτατζήδων στην περιοχή, Γεώργης Ιβάνωφ (Μάρκος), που γνώριζε άπταιστα ελληνικά, κατάφερε να οργανώσει πυρήνα εντός της πόλης της Φλώρινας, διαδίδοντας ότι στοχεύει στην Ελληνοβουλγαρική σύμπραξη, επιδεικνύοντας τα όπλα του που είχε φέρει λαθραία από την Αθήνα. Λόγω της εντεινόμενης Βουλγαρικής τρομοκρατίας στον τοπικό πληθυσμό, ο Έλληνας  πρόξενος  Μοναστηρίου Σταμάτης Κιουζές Πεζάς το 1901 πρότεινε τη σύσταση τριμελούς επιτροπής από Φλωρινιώτες για την οργάνωση του αγώνα και τη συγκρότηση ένοπλων Ελληνικών σωμάτων. Σε στατιστική της σχολικής χρονιάς 1901/1902 οι Έλληνες μαθητές υπερτερούσαν σαφώς έναντι των Βουλγάρων. Στις αρχές του 1902, οι Βούλγαροι, στα πλαίσια της προπαγάνδας, διέρρευσαν ψευδώς ότι θα εγκατασταθεί στη Φλώρινα Βούλγαρος επίσκοπος, κάτι που προκάλεσε νέα απογοήτευση στον Ελληνικό πληθυσμού. Προς επίρρωση των φημών μάλιστα, αντιπρόσωποι της Βουλγαρικής κοινότητας Μοναστηρίου ευχαρίστησαν δημόσια το Βαλή (Περιφερειάρχη) του Βιλαετίου Μοναστηρίου για την ευνοϊκή στάση του Σουλτάνου προς τους Βούλγαρους.

Το πρώτο δεκαπενθήμερο του Σεπτεμβρίου του 1902, ο καπετάν Κώττας Χρήστου, σε μια προσπάθεια να προσεταιριστεί τον Αναστάς Γιάγκωφ και να τον απομονώσει από τους λοιπούς κομιτατζήδες της ΕΜΕΟ στην περιοχή, σχεδίασε επίθεση, από κοινού με τον Γιάγκωφ, στη Φλώρινα. Η κοινή δράση Κώττα – Γιάγκωφ προκάλεσε την έντονη ανησυχία των Ελλήνων κατοίκων που θεωρούσαν τον Γιάγκωφ, μισητό εχθρό αλλά και την αποστροφή των εκπροσώπων του Βουλγαρικού κομιτάτου. Έτσι, όταν επιχειρήθηκε η επίθεση στη Φλώρινα στα τέλη του πρώτου δεκαπενθήμερου του Σεπτεμβρίου του 1902, πολλοί ήταν εκείνοι, και από τις δυο πλευρές που ήταν καχύποπτοι ως προς το εγχείρημα. Ο Κώττας έστειλε τότε, επιστολή στον Έλληνα ιατρό Κύρο Καραμπίνα, προκειμένου να καθησυχάσει τους Έλληνες της Φλώρινας και να προετοιμάσει προμήθειες σε τρόφιμα, λόγω της επικείμενης επίθεσης στην πόλη. Η επιχείρηση τελικά απέτυχε γιατί αφενός, η επιστολή δεν έφτασε ποτέ στον παραλήπτη, καθώς έπεσε στα χέρια κομιτατζήδων οι οποίοι την κατέστρεψαν και αφετέρου το σχέδιο προδόθηκε στις Οθωμανικές αρχές από τον Έλληνα πρόκριτο της Τύρσιας (Τρίβουνο), που δεν έβλεπε με καλό μάτι την εμπλοκή του Γιάγκωφ στις ελληνικές ενέργειες. Στις αρχές του 1903, ο Νικόλαος (Λάκης) Πύρζας είχε συγκροτήσει μυστική επιτροπή στη Φλώρινα με τους Φλωρινιώτες Γεώργιο Λουκά, Πέτρο Χατζητάση, Αθανάσιο Κοτλάρτζη και Στέργιο Σαπουντζή προκειμένου να αντιμετωπίσουν τη Βουλγαρική βία (το 1904 ως εκπρόσωπος της “Επιτροπής Φλώρινας” στάλθηκε στην Αθήνα και επέστρεψε συνοδεύοντας τον Παύλο Μελά). Στα μέσα του 1903 τα πολυάριθμα Βουλγαρικά σώματα που δρούσαν στην περιοχή, στα πλαίσια της προετοιμαζόμενης εξέγερσης πύκνωσαν τις επιθέσεις τους, ώστε να προκαλέσουν τα Οθωμανικά αντίποινα κατά των χριστιανικών πληθυσμών. Έτσι, στα μέσα του 1903 επιτροπές κατοίκων της Φλώρινας (Ελλήνων και Βουλγάρων) μετέβηκαν στο Μοναστήρι  προκειμένου να διαμαρτυρηθούν στους Ευρωπαίους προξένους και να ζητήσουν της προστασίας τους. Παρά την καταπίεση, κατά την εξέγερση του Ίλιντεν, ελάχιστοι Φλωρινιώτες συμμετείχαν,  αναφέρονται μόνο δυο αδέρφια από την πόλη της Φλώρινας.

Η Φλώρινα στο Μακεδονικό Αγώνα

Η Φλώρινα ανέδειξε σημαντικούς οπλαρχηγούς, όπως ο Νικόλαος Πύρζας στην εικόνα
Ο Νικόλαος Πύρζας

Στο Μακεδονικό Αγώνα, η Φλώρινα ανέδειξε σημαντικούς οπλαρχηγούς, όπως ο Νικόλαος Πύρζας (1880 – 1947) και ο Πέτρος Χατζητάσης, ενώ ηγετική μορφή στην περιοχή ήταν ο Ξενοφών Πούσκας. Σε απογραφή των πατριαρχικών κατοίκων της πόλης που διενεργήθηκε το 1905 από το Μητροπολίτη Μογλενών και Φλωρίνης Άνθιμο για το χωρισμό τους σε ενορίες καταγράφονται 406 ελληνορθόδοξες οικογένειες. Από το καλοκαίρι του 1906, η δράση των Ελληνικών αντάρτικων σωμάτων καρποφόρησε, και στην πόλη της Φλώρινας, καθώς και στη γύρω περιοχή, σταμάτησαν πλέον να δρουν Βουλγαρικές ένοπλες ομάδες. Ταυτόχρονα, η Ελληνική εκπαιδευτική δραστηριότητα είχε επικρατήσει πλήρως, παρά την άστοχη παρουσία του Μητροπολίτη Άνθιμου. Τον Ιούλιο του 1907, οι Βούλγαροι δολοφόνησαν τον ιερέα της πόλης παπα-Κωνστάντιο. Σε αντίποινα ο Αρ. Γιαννόπουλος, γραμματέας της Μητρόπολης, σκότωσε τον Βούλγαρο ιερέα παπα-Ηλία. Για την ενέργειά του αυτή, συνελήφθη και εκτελέστηκε από τις Οθωμανικές αρχές. Κατά τα έτη 1906 και 1907 οι συγκρούσεις Ελληνικών και Βουλγαρικών ομάδων στην περιοχή ήταν τόσο έντονες, που οι Οθωμανικές αρχές για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση προέβαιναν σε αθρόες συλλήψεις, φυλακίσεις, αλλά και φόνους χριστιανών. Αυτό προκάλεσε μαζικές μεταναστεύσεις κατοίκων προς τις ΗΠΑ. Στα τέλη του  1907  η  Οθωμανική καταστολή απέδωσε αποτελέσματα και συνέλαβε πολλούς Έλληνες οπλαρχηγούς και οπλίτες. Έτσι, νέα ένοπλα Βουλγαρικά σώματα άρχισαν να δρουν στην περιοχή δολοφονώντας Έλληνες, όπως η δολοφονία του Γεώργιου Στεφάνου στην πόλη της Φλώρινας στα μέσα Ιανουαρίου του 1908.

Η Φλώρινα γίνεται επίσημα ελληνική πόλη

Η πόλη απελευθερώθηκε τελικά από τον ελληνικό στρατό στις 8 Νοεμβρίου του 1912, ύστερα από 527 χρόνια σκλαβιάς (1385, κατακτητής Σουλτάνος Μουράτ ο Α’) η περιοχή ελευθερώνεται αλλά όχι για πολύ, καθώς ακολουθεί ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Το 1916 οι σύμμαχοι απελευθέρωσαν τη Φλώρινα, που για ένα περίπου μήνα κατείχαν οι Βούλγαροι. Στο Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, η Πρώτη Νίκη του ’40 κατά των Ιταλικών στρατευμάτων από το 33ο Σύνταγμα της Φλώρινας γέμισε χαρά τους Έλληνες. Ακολούθησε η Γερμανική κατοχή, με μέρες δραματικές για τον τόπο που, δυστυχώς, έμελλε να συνεχιστούν για άλλα πέντε περίπου χρόνια, μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων το Νοέμβριο του ’44. Το 1 949 λήγει η εμφύλια σύρραξη, που διαδραματίστηκε κυρίως σ’ αυτήν την περιοχή. Την περίοδο 1951-1954 ο Νομός Φλώρινας αποκτά τα σημερινά του όρια.     

Οι σλαβόφωνοι της Φλώρινας    

Η περιοχή της Φλώρινας την περίοδο της οθωμανοκρατίας διακρίνεται για την παρουσία σλαβόφωνων πληθυσμών, οι οποίοι υπάγονταν στην πνευματική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και ήταν μέρος του μιλλέτ (Γένους) των Ρωμιών. Σε μια αυτοκρατορία όπως η Οθωμανική, οι διακρίσεις ανάμεσα στις ομάδες που την αποτελούσαν, ήταν θρησκευτικές. Επομένως με τον όρο σλαβόφωνοι εννοούμε όλους τους κατοίκους της περιοχής που είχαν μητρική γλώσσα την σλαβική και αναγνώριζαν τον Οικουμενικό Πατριάρχη ως πνευματικό και θρησκευτικό αρχηγό τους.

Εντάσσοντας τους σλαβόφωνους στο ιστορικό πλαίσιο και στις συγκυρίες που διαδέχτηκαν η μία την άλλη, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως την περίοδο της οθωμανικής αυτοκρατορίας η συμβολή τους υπήρξε σημαντική, τόσο στην συντήρηση της ορθόδοξης παράδοσης, όσο και στην διάχυση του ορθόδοξου πολιτισμού. Και το κυριότερο, οι περισσότεροι σλαβόφωνοι στήριξαν τους αγώνες του Ελληνισμού στην Μακεδονία και για αυτόν τον λόγο προσδιορίζονταν ως φανατικοί Έλληνες, γκραικομάνοι.

Η κατάτμηση όμως του μιλλετ των ορθοδόξων έλαβε χώρα το 1870, όταν η διαμόρφωση μιας εξαρχικής-βουλγαρικής ταυτότητας διέσπασε την ελληνορθόδοξη κοινοπολιτεία των Ρωμιών. Οι σημαντικότερες αιτίες θα πρέπει να αναζητηθούν στην πολιτική και στις μακροχρόνιες βλέψεις της Βουλγαρίας, η οποία διεκδικούσε τους σλαβόφωνους της Μακεδονίας για να ανασυστήσει την Μεγάλη Βουλγαρία της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, του έτους 1878.

Η ίδρυση της βουλγαρικής Εξαρχίας είχε καθοριστικές επιπτώσεις αφού σήμανε την έναρξη του ανταγωνισμού μεταξύ των πατριαρχικών-ελληνοφρόνων σλαβοφώνων, και των εξαρχικών βουλγαροφρόνων, σλαβοφώνων, οι οποίοι αναγνώριζαν διαφορετικό θρησκευτικό αρχηγό, οι μεν τον Πατριάρχη, οι δε τον Βούλγαρο Έξαρχο. Οι αντιπαραθέσεις εκδηλώθηκαν σε δύο επίπεδα: στα σχολεία και στον ένοπλο Μακεδονικό Αγώνα.

Τα ελληνορθόδοξα πατριαρχικά σχολεία οδηγούσαν τους σλαβόφωνους πληθυσμούς στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας και στην αφομοίωση της ελληνικής εθνο-πολιτισμικής ταυτότητας. Τα σχολεία αυτά στηρίζονταν από τον Σύλλογο προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων, στον οποίο προήδρευε κυρίως ο ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος. Όφειλαν όμως την συγκρότησή τους πρώτα στις ελληνικές κοινότητες των πόλεων και των χωριών, της Φλώρινας, που διοικούνταν από τον ορθόδοξο Μητροπολίτη και εξέλεγαν σε τακτές χρονικές περιόδους τους άρχοντές τους: τους Δημογέροντες που ασχολούνταν με τα οικονομικά ζητήματα, τους Εφόρους που φρόντιζαν για την λειτουργία των ελληνορθόδοξων σχολείων και τους Ταμίες που ασχολούνταν με την ορθόδοξη Εκκλησία των κοινοτήτων.

Κάθε χωριό της Φλώρινας είχε στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, στο πλαίσιο των οθωμανικών μεταρρυθμίσεων, που επέβαλε η Ευρώπη, το δικαίωμα να ιδρύει σχολεία και εκκλησίες. Στη Φλώρινα, ο Μητροπολίτης Μογλενών έμενε από το 1904 στην ορθόδοξη Μητρόπολη, έργο του Μητροπολίτη Ιωαννίκιου. Ο ελληνορθόδοξος ναός ήταν η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, στην έξοδο της πόλης. Τα σχολεία της κοινότητας χτίστηκαν με την αγορά του οικήματος του Ιζέτ πασά στον χώρο όπου βρίσκονται σήμερα το Α και Β Δημοτικό σχολείο και διαμόρφωσαν σταδιακά μια δίγλωσση αστική τάξη, η πλειοψηφία της οποίας προερχόταν από τα χωριά.

Μέσα σε αυτό το συγκείμενο εκλεκτές κατοικίες χτίστηκαν στο Βαρόσι, οι ιδιοκτήτες των οποίων ήταν δίγλωσσοι ή σλαβόφωνοι, είχαν συνεργαστεί με το ελληνικό κράτος κατά τον μακεδονικό αγώνα και μετείχαν στον ελληνορθόδοξο βίο της κοινότητας. Παράδειγμα κατοικιών ή ξενοδοχείων μεγάλων οικογενειών γύρω από το Βαρόσι είναι οι οικίες των Σαπουντζήδων που κατάγονταν από το χωριό τότε Γκορνίτσοβο και μετά το 1925 Κέλλη, το σπίτι της οικογένειας Πύρζα, το διπλό σπίτι της οικογένειας Ανδρέου, δίπλα στην οικία Κούλη, μιας οικογένειας που καταγόταν από το τότε χωριό Άρμεντσκο και τώρα Άλωνα, η οικία Ν. Χάσου, τέως Δημάρχου της πόλης που καταγόταν από το βλαχόφωνο Πισοδέρι.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι οι εγκαταστάσεις πληθυσμών στην πόλη και στα χωριά της περιοχής είναι από την έναρξη του Α παγκοσμίου πολέμου και έπειτα πυκνές. Το 1914 εγκαθίστανται Μοναστηριώτες πρόσφυγες από την ευρύτερη περιοχή της Πελαγονίας και ασκούν κυρίως αστικά επαγγέλματα. Το σημαντικότερο όμως γεγονός είναι πως το 1923 η περιοχή της Φλώρινας κατοικείται πλέον από μεγάλο αριθμό προσφύγων, που προέρχονταν από τις χαμένες ελληνικές κοιτίδες και οι οποίοι άρχισαν να αποκαθίστανται αγροτικά και αστικά από την ΕΑΠ=Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων.

Οι σχέσεις τους με τους σλαβόφωνους γηγενείς κατοίκους απέβησαν προβληματικές, κυρίως εξαιτίας της αδυναμίας του ελληνικού κράτους να διαχειριστεί τα ζητήματα της αποκατάστασης, που αποτελούσαν αντικείμενο διεκδίκησης από τις δύο πλευρές, δηλαδή τόσο από τους πρόσφυγες, όσο και από τους γηγενείς. Και αυτό γιατί, μετά την αναχώρηση των Τούρκων, ορισμένοι εκ των γηγενών είχαν αγοράσει με χρυσές δραχμές τα κτήματά των Τούρκων, δοσοληψίες που χαρακτηρίστηκαν ήδη από το 1914 παράνομες και δεν αναγνωρίστηκαν από το ελληνικό κράτος, καθώς έλλειπαν και τα αναγκαία έγγραφα. Με την έλευση μάλιστα των προσφύγων, το ελληνικό κράτος αποδύθηκε σε μια προσπάθεια να αποκαταστήσει τους πρόσφυγες στα κτήματα των Τούρκων, κάποια από τα οποία εφέροντο να έχουν αγοράσει οι γηγενείς, ενώ δεν μπορούσε να αποκλειστεί σε ορισμένες περιπτώσεις και η χρησικτησία των συγκεκριμένων κτημάτων, ήδη από το 1914 από γηγενείς καλλιεργητές.

Εξίσου πιθανή είναι η μνημονευθείσα σε πολλές πηγές μεροληπτική ή προνομιακή μεταχείριση από το κράτος των προσφύγων, έναντι των σλαβόφωνων. Το κυριότερο είναι η αβελτηρία, η αδράνεια κάποιων από τους κρατικούς λειτουργούς ή ακόμα και από τις κεντρικές κυβερνήσεις. Απέφευγαν να εκπονήσουν νόμους και κανόνες για να λύσουν τις διαφορές προσφύγων και γηγενών που ανέκυπταν. Έτσι πολιτικοί και κόμματα αδικούσαν άλλοτε τους μεν, άλλοτε τους δε ή τους άφηναν να συγκρούονται, διαιωνίζοντας τα ζητήματα νομής και κατοχής της γης, στην ενδοχώρα της Φλώρινας, της Εορδαίας, της Κοζάνης, της Καστοριάς. Ένα ανάπηρο και αναποφάσιστο κράτος που αδυνατούσε για πολλά χρόνια να δώσει λύση στα προβλήματα της προσφυγικής αποκατάστασης Το αποτέλεσμα υπήρξε καταλυτικό: η συγκυρία της Κατοχής, ειδικά σε αυτή την περιοχή, αναπαρήγαγε παλιές ταυτότητες, αναθέρμανε διαφορές και δημιούργησε χαρακώματα.

Υπήρχαν όμως και ευχάριστες όψεις της κοινωνικής εξέλιξης στην περιοχή, όπου οι σλαβόφωνοι συμμετείχαν ως μέλη της ελληνικής εθνικής κοινότητας, μοχθώντας σύμμετρα και δημιουργικά. Στην πόλη στην οποία είχαν εγκατασταθεί μόλις οι πρόσφυγες του 1923 και ήδη από το 1914 οι πρόσφυγες της Πελαγονίας, δηλαδή της περιοχής Μοναστηρίου, το 70% των αστών προερχόταν από τους σλαβόφωνους των γύρω χωριών που είχαν σταθεί δίπλα στον Μητροπολίτη Μογλενών (Φλωρίνης) και είχαν συγκροτήσει την αστική κοινότητα. Οι ευκαιρίες που είχαν δημιουργηθεί με την ενσωμάτωση της περιοχής στο εθνικό κράτος οδήγησαν στην οικονομική ακμή των κατοίκων της πόλης την δεκαετία του 30.

Σε αυτή την παραγωγή πλούτου η συμβολή των σλαβόφωνων οικογενειών υπήρξε καθοριστική. Με την μερική μετανάστευση στις υπερπόντιες χώρες και την στήριξη του ντόπιου εισοδήματος με εμβάσματα, με την οικοδόμηση εκλεκτικίστικων κατοικιών και ιδίως με την αγορά γαιών, οι σλαβόφωνοι άλλαξαν την οικονομία και την κοινωνία της ευρύτερης περιοχής. Και καθόρισαν το μέλλον της.

Το όνομα της περιοχής της Φλώρινας

Το όνομα της περιοχής δεν είναι τυχαίο. Για την ονομασία της πόλης και του νομού υποστηρίζονται διάφορες εκδοχές:
Σύμφωνα με τη μυθολογία, η ονομασία «Φλώρινα» προέρχεται από το όνομα του μυθικού Φλώριδος, ο οποίος ήταν φίλος των βασιλιάδων Ίδα και Κάστορα. Στην ύστερη βυζαντινή περίοδο, ο ιστορικός Καντακουζηνός (14ος αι.) μνημονεύει τον «Φλερηνόν» ή «Χλερηνόν». Στα τουρκικά έγγραφα, που έχει εκδώσει το ίδρυμα Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου, η «Φλώρινα» αναφέρεται συχνά. Στον «Κώδικα του Παρισιού» (14ος αι.) μαρτυρείται το «Κάστρο της Φλώρινας». Σε παρισινή γκραβούρα του 1684 αναφέρεται η «Florina». Ο τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσεμπελή (17ος αι.) καταγράφει τη “Φιλορίνα”, η «πόλη των φλουριών ή των πουλιών φλώρων». Ο Ρήγας Φερραίος αναφέρει τη «Φιλουρίνα» στη «Μεγάλη Χάρτα» του. Σύμφωνα με την πειστική ερμηνεία του ιστοριοδίφη Σωκράτη Λιάκου, από τη βυζαντινή ονομασία «Χλερηνός» προήλθε η αλ­βανόφωνη «Φολορίνα» ή «Φιλορίνα», δεδομένου ότι στη γραπτή τουρκική γλώσσα της Τουρκοκρατίας το -φ- και το -χ- γράφονται με τον ίδιο τρόπο. Από δω προφανώς, προέκυψε και η τελική ονομασία «Φλώρινα». Το βέβαιο είναι ότι η ονομασία «Χλερηνός» συγγενεύει νοημα­τικά και ηχητικά με τη «Χλωρίδα», θεά της βλάστησης, αλλά και με τη flora, τη χλωρίδα, κατά τους Ρωμαίους. Οι ονομασίες αυτές δεν είναι άσχετες με την οργιώδη βλάστηση που υπήρχε στην περιοχή και καταπλακώθηκε από βίαιες γεωλογικές ανακατατάξεις.
  

Πηγή: http://users.sch.gr/aristhodas/istoria%20ths%20florinas.htm

Πηγή: https://www.orthodoxianewsagency.gr/istoria-ethnika-themata/i-symvoli-ton-slavofonon-ellinon-tis-florinas/

Πηγή:https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CE%BB%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%B1

Please follow and like us:
error0

Ο Κώττας Χρήστου, ο Μακεδονομάχος (1860-1905)

Ο Κώττας Χρήστου (Βουλγαρικά: Κώτε Χρήστωφ / Коте Христов, ελληνικά: Κωνσταντίνος Χρήστου) (Ρούλια Φλώρινας, 1860 –Μοναστήρι, 27 Σεπτεμβρίου 1905), γνωστός και με το προσωνύμιο Αετός των Κορεστίων ή Κώττας Ρούλιας, ήταν σλαβόφωνος οπλαρχηγός. Ήταν Έλληνας Μακεδονομάχος, ο πρωτεργάτης του Μακεδονικού αγώνα.

Προτομή του Κώττα Χρήστου, του Μακεδονομάχου
Προτομή του Κώττα Χρήστου

Η οικογένεια του Κώττα Χρήστου

Ο Κώττας Χρήστου γεννήθηκε το 1860 στη Ρούλια (σημ. Κώτας, της περιφ. ενότητας Φλώρινας) των Πρεσπών. Βαπτίστηκε την ίδια χρονιά, που συνέπεσε με τη θεμελίωση της εκκλησίας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου της Ρούλιας, με το όνομα Κωνσταντίνος. Τελικά επικράτησε ο παρεφθαρμένος τύπος ΝτίνοςΚώστας ή Κώττας. Ο πατέρας του ονομάζονταν Χρήστος και η μητέρα του Δέσποινα. Στα εξαπτέρυγα της εκκλησίας του χωριού του, δωρεά του ίδιου του Κώττα, αναγράφεται η αφιέρωση: Ο Κωνσταντίνος Χρήστου και η μητέρα του Δέσποινα. Η οικογένεια του καπετάν Κώττα ήταν από τις παλαιότερες της Ρούλιας (Κώττα) και ζούσε στο χωριό, πριν ακόμα μεταφερθεί στη σημερινή του θέση. Η Ρούλια ή Χρούλια αποτελούνταν αρχικά από αρβανιτοβλάχικες και σαρακατσάνικες οικογένειες που εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο χωριό και βαθμιαία εκσλαβίστηκαν γλωσσικά στα μέσα του 19ου αιώνα. Ο ίδιος ο Κώττας ήταν σλαβόφωνος. Η Ρούλια ήταν αρχικά κτισμένη βορειοδυτικότερα του σημερινού χωριού, τοποθεσία που ως και σήμερα ονομάζεται Επάνω Χωριό και βρίσκονταν στην παλαιά οδική αρτηρία Φλώρινας – Κορυτσάς. Η θέση του χωριού, πάνω σε κύρια οδική αρτηρία, το είχε καταστήσει εύκολο στόχο σε οθωμανικά στρατεύματα και άτακτες ένοπλες ομάδες που προκαλούσαν κατά καιρούς καταστροφές, λεηλασίες και φόνους. Έτσι, οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν και να κατοικήσουν τη σημερινή τοποθεσία, που τότε βρίσκονταν ανάμεσα σε δάση και ήταν προστατευμένη (μετά το 1880 πέρασε από τον νέο οικισμό η νέα οδική αρτηρία από τη Φλώρινα, που στη Ρούλια διακλαδίζονταν προς Καστοριά και προς Κορυτσά).

Η οικογένεια του Κώττα έφερε αρχικά το επώνυμο Ρουσάνης και ήταν μία από τις λιγοστές οικογένειες που μετοίκησαν από τον παλιό, στον νέο οικισμό. Έτσι η οικογένεια Ρουσάνη κατείχε όλο το βόρειο τμήμα της νέας Ρούλιας. Ένα οικογενειακό κειμήλιο που ρίχνει φως στα προγενέστερα χρόνια της οικογένειας Ρουσάνη, είναι το χάλκινο τραπέζι όπου αναγράφεται Ιωάννης 1735 και Σωτήριος, Αναστάσιος Ρουσάνης 1849. Το τραπέζι αυτό έχει ιδιαίτερη ιστορική αξία, καθώς εκεί συνέτρωγαν ο Κώττας με τους αξιωματικούς Αλέξανδρο Κοντούλη, Αν. Παπούλα, Παύλο Μελά, Γ, Κολοκοτρώνη. Κατά την προφορική παράδοση, κάποιος πρόγονος του Κώττα, ονόματι Ανδρέας, την εποχή που ακόμα κατοικούνταν το παλιό χωριό, είχε ληστευτεί και δολοφονηθεί από Τούρκους σε τοποθεσία κοντά στο δρόμο προς Κονομπλάτι (Μακρυχώρι). Από τότε αυτή η τοποθεσία ονομάστηκε Τάφος του Ανδρέα και το περιστατικό αποτέλεσε την αιτία να επεκταθεί η Ρούλια έως εκεί, καθώς οι κάτοικοι της Τσίριας (χωριό που εγκαταλείφθηκε αργότερα) αποποιήθηκαν τον χώρο, φοβούμενοι οθωμανικά αντίποινα.

Τα πρώτα χρόνια του Κώττα Χρήστου

Ο Κώττας Χρήστου πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη Ρούλια και χαρακτηρίζονταν από τότε ως τολμηρός, επαναστατικός και ριψοκίνδυνος. Δεν αγαπούσε ιδιαίτερα τα γράμματα, αλλά αναγκάστηκε για λόγους βιοποριστικούς να μάθει με μεγάλη επιμονή, ανάγνωση και γραφή. Μετά το θάνατο του πατέρα του Χρήστου, κρατούσε μόνος του τα βιβλία του οικογενειακού παντοπωλείου. Αργότερα άσκησε το επάγγελμα του αγωγιάτη και εξ αιτίας αυτού ταξίδευε για αρκετά χρόνια στη Θράκη, την Κωνσταντινούπολη φθάνοντας ως τη Σερβία. Το 1886 επέστρεψε στη Ρούλια και άσκησε εκεί τα επαγγέλματα του παντοπώλη, του υποδηματοποιού, του κηροπλάστη και του ξενοδόχου. Απέκτησε αρκετά χρήματα και μέρος αυτών διέθετε για την αρωγή των φτωχών συμπατριωτών του. Ανέγειρε ξενώνα στη Ρούλια, όπου παρέχονταν δωρεάν τροφή και στέγη στους άπορους και με δική του δωρεά ανεγέρθηκε οίκημα στη μονή της Αγίας Τριάδας Πισοδερίου. Νυμφεύτηκε την Ζωή Σφέτκου, από παλιά οικογένεια, μία από τις πρώτες που μετοίκησαν στον νέο οικισμό. Μαζί της ο Κώττας απέκτησε 8 παιδιά, τη Σοφία, τον Δημήτριο, τον Σωτήριο, τη Βασιλική, τον Χρήστο, τον Λάζαρο, την Πασχαλινή και τον Ευάγγελο. Η Βασιλική, η Πασχαλινή και ο Λάζαρος πέθαναν σε νεαρή ηλικία. Ο Ευάγγελος πέθανε το 1958 στην Αθήνα.

Στην ιδιωτική του ζωή επιδίδονταν με ζήλο στο κυνήγι που ήταν άφθονο στην περιοχή των Κορεστίων. Στα τέλη της δεκαετίας του 1880 κατατάχτηκε στα σώματα του φαχρήδων, πολιτοφυλακής που συγκροτούνταν από Χριστιανούς με σκοπό την πάταξη της ληστείας. Το σώμα αυτό οργάνωσε ο βαλής του Μοναστηρίου Ριφαάτ πασάς. Από το 1893 έως το 1896 ο Κώττας διατέλεσε πρόεδρος της Ρούλιας. Τότε ήρθε σε ρήξη με τον Τουρκαλβανό Κασήμ αγά, μπέη της Καπεστίτσας. Ο Κασήμ αγάς ήταν κύριος του ενός από τα δύο πανδοχεία της Ρούλιας. Το άλλο ανήκε στην κοινότητα. Ο Κασήμ αγάς δεν επέτρεπε σε κανέναν να επινοικιάσει και να λειτουργήσει το κοινοτικό πανδοχείο προκειμένου να μη χάσει τα κέρδη του. Οι κάτοικοι του χωριού διαμαρτύρονταν γιατί το πανδοχείο αποτελούσε έσοδο γι αυτούς. Ο Κώττας τότε επινοικίασε ο ίδιος το κοινοτικό πανδοχείο, γεγονός που προκάλεσε τον Κασήμ αγά και τον οδήγησε στην απόπειρα δολοφονίας του Κώττα. Ο Κώττας σώθηκε, καθώς κρύβονταν σε οικίες συγχωριανών του.

Η αρχή της ένοπλης δράσης του Κώττα Χρήστου

Στις αρχές του 1897 ο Κώττας Χρήστου εγκατέλειψε τη Ρούλια και βγήκε στο βουνό ως αντάρτης, ακολουθώντας τους παλαίμαχους οπλαρχηγούς Στέφο Νταλίπη και Γεώργιο Δούκα (Νταβέλη). Η κατάσταση ήταν έκρυθμη λόγω της Μακεδονικής Επανάστασης του 1896 που ήταν ακόμα σε εξέλιξη αλλά και του επικείμενου Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Ο Κώττας άρχισε να καταδιώκει Οθωμανούς άρχοντες και έδωσε αρκετές μάχες με οθωμανικά στρατεύματα. Την άνοιξη του 1897, η φήμη της δράσης του Κώττα ήταν τέτοια, που 28 νέοι των καλύτερων οικογενειών του Μοναστηρίου, μεταξύ των οποίων και ο βιομήχανος Νικόλαος Καζάζης, είχαν προετοιμαστεί και εξοπλιστεί, προκειμένου να τεθούν υπό τη ηγεσία του Κώττα. Επίσης, ανάλογες προθέσεις είχαν και αρκετοί νέοι της Φλώρινας και της Καστοριάς. Τα σχέδια αυτά του Ελληνισμού της περιοχής ματαίωσε η ατυχής κατάληξη του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Το πρώτο σώμα του Κώττα αποτελούσαν οι Λάζαρος Τσολάκης και Αθανάσιος Γιόρλης από τον Απόσκεπο Καστοριάς, ο Νάκος από το Σίστεβο (σημ. Σιδηροχώρι), ο Αλέξανδρος Νάστος από το Τσέροβο (σημ. Κλειδί), ο Βασίλειος Μπεκιάρης από το Ζέλοβο (σημ. Ανταρτικό) και ο Σπύρος Παρασκευαΐδης. Αργότερα στο σώμα του προσήλθαν και άλλοι μαχητές, όπως ο Γρηγόριος Βαϊνάς. Η δράση του σώματος του Κώττα ήταν ανεξάρτητη και στρέφονταν κατά των Οθωμανών δυναστών.

Η δράση του Κώττα κατά το 1898 και οι επαφές με την ΕΜΕΟ

Ο Κώττας με το σώμα του περιφέρονταν στις περιοχές Πρεσπών και Φλώρινας καταδιώκοντας Τούρκους και Τουρκαλβανούς μπέηδες που καταδυνάστευαν τους χριστιανικούς πληθυσμούς. Την εποχή εκείνη ήρθε σε επαφή με τον κομιτατζή της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ) Λάζαρ Ποπτράικωφ, ο οποίος επίσης δρούσε τότε κατά οθωμανικών στόχων. Έτσι παρόλο που διατήρησε την αυτονομία των κινήσεών του, εντάχθηκε στην ΕΜΕΟ και συνεργάστηκε σε πολλές επιχειρήσεις με αρκετά στελέχη της. Για τον Κώττα, είχε μεγαλύτερη σημασία η συσπείρωση όλων των χριστιανών κατά του οθωμανικού ζυγού. Συνήθιζε να λέει «ας σκοτώσουμε πρώτα την αρκούδα και για το τομάρι, είναι εύκολο να το μοιράσουμε». Το 1898 ο Κώττας με την ομάδα του, κατόρθωσε να συλλάβει και να εξοντώσει τον Τούρκο εισπράκτορα Ταχήρ, ο οποίος καταδυνάστευε τα χωριά της τότε υποδιοίκησης (καζά) Φλώρινας. Στις 29 Ιουλίου του ίδιου έτους εξόντωσε στην Τύρσια (σημ. Τρίβουνο) τον Νουρή μπέη, που ήταν ιδιαίτερα σκληρός με τους Χριστιανούς της υποδιοίκησης (καζά) Φλώρινας.

Η δράση του Κώττα το 1899 και οι πρώτες επαφές με τη μητρόπολη Καστοριάς

Το Πάσχα του 1899, ο Κώττας με το σώμα του κατάφερε να εξοντώσει τους Τουρκαλβανούς μπέηδες Τσαούς Σιαμπάν και Τζέλιο, σε ενέδρα στο Μπούφι (σημ. Ακρίτας). Οι μπέηδες Τζέλιο και Τσαούς Σιαμπάν δρούσαν στην υποδιοίκηση (καζά) Φλώρινας και λυμαίνονταν πολλά χριστιανικά χωριά. Ο Κωνσταντίνος Χρήστου και το σώμα του συνέχισε καθ’ όλο το 1899 την καταδίωξη Οθωμανών αρχόντων που καταδυνάστευαν τους Χριστιανούς, όπως ο Ομέρ αγάς που λυμαίνονταν τη Δρανοβαίνη (σημ. Κρανιώνας), το Μαύροβο (σημ. Μαυροχώρι), το Κονομπλάτι (σημ. Μακροχώρι), τη Στάτιστα (σημ. Μελάς), την Μπόμπιστα (σημ. Βέργα), την Ντύμπενη (σημ. Δενδροχώρι) και τη Ζουπάνιστα (σημ. Άνω Λεύκη). Την ίδια χρονιά, και καθώς η ΕΜΕΟ είχε αρχίσει να γίνεται εχθρική προς το ελληνικό στοιχείο της Μακεδονίας, προσπάθησε να έρθει σε επαφή με τον Μητροπολίτη Καστοριάς, Φιλάρετο Βαφείδη. Ο μητροπολίτης Φιλάρετος ήταν ιδιαίτερα εγωιστής και αλαζόνας και επέδειξε αδιαφορία για τη θέση του μακεδονικού Ελληνισμού, αρνούμενος κάθε ανάμειξη.

Η δράση του Κώττα το 1900 και η ρήξη με την ΕΜΕΟ

Το Πάσχα του 1900, ο Κώττας με το σώμα του εξόντωσε τον Κασήμ αγά, ο οποίος ήταν ο ισχυρότερος μπέης της περιοχής και εξανάγκαζε σε εξαθλίωση τους κατοίκους του Σμαρδεσίου (σημ. Κρυσταλλοπηγή), της Μπρέσνιτσας (σημ. Βατοχώρι), της Ρούλιας, της Τύρσιας, της Όστιμας (σημ. Τρίγωνο), του Ζελόβου (σημ. Ανταρτικό), της Ποζίβιστας (σημ. Χαλάρα), του Κονομπλατίου και της Στάτιστας, επιβάλλοντας βαρείς φόρους και χρησιμοποιώντας βίαια μέσα. Την ίδια εποχή (άνοιξη του 1900) αναδιοργάνωσε το σώμα του, το οποίο τώρα περιελάμβανε το Σωτήριο Βέλλιο από την Κραπέστινα (σημ. Ατραπός), τον Μήτρο Βλάχο, τον Χρήστο Σφέτκο, τον Ιωάννη Μπούτζωφ, τον Νάκο, τον Δεμίρη και τον Αλέξανδρο Νάστο. Την περίοδο εκείνη, ο Βούλγαρος κομιτατζής Μοσκώφ απαίτησε από την ΕΜΕΟ την αρχηγία στην περιοχή Καστοριάς, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, καθώς αφενός οι Βούλγαροι δεν μπορούσαν να επιβάλουν κάποιον αρχηγό στον Κώττα, και αφετέρου, η ΕΜΕΟ, σύμφωνα με τον Πάντο Κλιάσεφ, είχε ανάγκη την, ουσιαστικά αναντικατάστατη, ηγετική φυσιογνωμία του Κώττα. Έτσι, η ΕΜΕΟ αποφάσισε την προσωρινή παραμονή του Κώττα, ως στέλεχους της. Τον Ιούλιο του 1900 ο Κώττας, με το νέο σώμα, του εξόντωσε τον Αμπεντίν αγά της Καστοριάς που καταπίεζε τους κατοίκους της περιοχής. Οι επιτυχίες αυτές εδραίωσαν την ηγετική παρουσία του Κώττα στην περιοχή Πρεσπών και Κορεστίων καθώς ανακούφισαν τους κατοίκους από την εκμετάλλευση των επίσημων και ανεπίσημων Οθωμανών δυναστών. Η μορφή του Κώττα έγινε θρύλος και αποτέλεσε την ελπίδα για τους κατοίκους της Βορειοδυτικής Μακεδονίας.

Ο Κώττας συγκρούεται με την ΕΜΕΟ

Τον Ιούλιο του 1900 κατέφτασε στην περιοχή Καστοριάς – Φλώρινας, ο κομιτατζής Γκεόργκι Ιβάνωφ, γνωστός ως Μάρκο. Έκτοτε, το Βουλγαρικό Κομιτάτο εκδήλωσε την αντιπάθειά του προς τον Κώττα. Ο Ιβάνωφ ανέλαβε τη γενική αρχηγία στις περιφέρειες Καστοριάς – Φλώρινας και ο Κώττας διατάχθηκε να τον υπακούει. Πολλοί ήταν τότε που εκδήλωσαν ανοιχτά τις διαφωνίες τους με τη νέα ηγεσία, όπως ο Σωτήριος Βέλλιος από την Κραπέστινα, ο οποίος επέστρεψε στον Κώττα. Ο Κώττας τότε αποσύρθηκε στο Κονομπλάτι (σημ. Μακροχώρι) και αρνήθηκε να συμμετάσχει σε επιχειρήσεις υπό τον Ιβάνωφ που είχαν σκοπό την τρομοκράτηση του μακεδονικού Ελληνισμού. Οι επιχειρήσεις αυτές αποφασίστηκαν από την ΕΜΕΟ, καθώς έως τότε η βουλγαρική κίνηση δεν είχε μεγάλη απήχηση στους πληθυσμούς. Τον Αύγουστο του 1900 ήρθε η οριστική ρήξη του Κώττα με την ΕΜΕΟ, καθώς ο Ιβάνωφ του ζήτησε να μεσολαβήσει ώστε να μπορέσει να κινηθεί ελεύθερα στον κάμπο της Φλώρινας, προκειμένου να καταδιώξει τον επίσης αντιρρησία Χρήστο Ποπόφσκι, εκμεταλλευόμενος την επιρροή του Κώττα στους ελληνικούς πληθυσμούς της περιοχής. Ο Κώττας ύστερα από πιέσεις αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να παράσχει στον Ιβάνωφ ασφαλή πορεία, όταν όμως επέστρεψε αργότερα στα Κορέστια με τον Σωτήριο Βέλλιο, πληροφορήθηκε ότι ο Ιβάνωφ είχε σκοπό να δολοφονήσει τον Έλληνα προύχοντα του Αγίου Παντελεήμονα. Ακολούθησε η οριστική ρήξη του Κώττα με την ΕΜΕΟ και πολλά μέλη έως τότε της βουλγαρικής οργάνωσης, που διέβλεπαν την επικείμενη στροφή του Κομιτάτου εναντίον των Ελλήνων, αποχώρησαν. Ο Κώττας τότε ανασυγκρότησε το σώμα του, το οποίο αποτελούσαν τότε ο Σωτήριος Βέλλιος, ο Ιβάντσος Κιτσεβίτης από τη Μπελίτσα Κιτσέβου και ο Νάκος, και διέφυγε το φθινόπωρο του 1900 στην περιοχή της Καστοριάς, όπου τους παρείχε ασφαλές καταφύγιο ο Λάζαρος Τσολάκης από τον Απόσκεπο. Έτσι, το Κομιτάτο προσπάθησε να απαλλαγεί διά παντός από τον Κώττα Χρήστου, ο οποίος αποτελούσε πλέον πολύ σοβαρό κίνδυνο για την επίτευξη των στόχων του. Ο κομιτατζής Πάβελ Χρήστωφ κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1900 προσπάθησε να εντοπίσει τον Κώττα προκειμένου να τον απομονώσει αλλά χωρίς επιτυχία. Το Κομιτάτο μάλιστα, διά των Γκεόργκι Ιβάνωφ (Μαρκώφ) και Πάβελ Χρήστωφ, προσπάθησε να πείσει τον Κώττα να μεταβεί στη Σόφια για συζητήσεις και όταν αυτό δεν έφερε αποτέλεσμα, προσπάθησε να εξαγοράσει τους συντρόφους του, αλλά και πάλι δίχως αποτέλεσμα. Τον Οκτώβριο ο Κώττας με το σώμα του εγκαταστάθηκε στο Κονομπλάτι, όπου είχε ισχυρά ερείσματα ανάμεσα στους ντόπιους Έλληνες κατοίκους. Στην προσπάθειά του για στρατολόγηση νέων μαχητών στο σώμα του, δέχθηκε επίθεση από το σώμα του κομιτατζή Τάνε Κλιάντσεφ, ανάμεσα στην Μπάνιτσα (σημ. Βεύη) και το Γκορνίτσοβο (σημ. Κέλλη). Κατά τη συμπλοκή ο Κώττας τραυματίστηκε στην ωμοπλάτη και νοσηλεύτηκε στην οικία του φίλου του Τραϊανού Κεσίνη, στη Ρούλια, από τους Καστοριανούς γιατρούς Μενέλαο Μπατρίνο και Κύρο Καραμπίνα.

Το φθινόπωρο εκείνο του 1900 ο Κώττας Χρήστου προσπάθησε εκ νέου να επικοινωνήσει με τον μητροπολίτη Καστοριάς που τώρα ήταν ο Αθανάσιος Καπουράλης (1899 – 1900). Ο μητροπολίτης Αθανάσιος όμως, όντας γέρος και ασθενικός, δεν μπορούσε να βοηθήσει και ουσιαστικά δεν αναμείχθηκε στα γεγονότα. Τα Χριστούγεννα του 1900 η ΕΜΕΟ επικοινώνησε με τον Κώττα, που είχε αναρρώσει από τα τραύματά του και γνώριζε πλέον τους σκοπούς της ΕΜΕΟ για τον ίδιο, αλλά και για τους ελληνικούς πληθυσμούς. Τότε ο Πάβελ Χρήστωφ του δήλωσε ότι η δολοφονική απόπειρα σε βάρος του έγινε χωρίς να το γνωρίζει. Ο Κώττας τότε, φοβούμενος για τη ζωή του, προσπάθησε να κερδίσει χρόνο προτείνοντας να συμμετάσχει ο ίδιος στο σώμα του Αθανάς Πετρώφ. Ο Πετρώφ εκείνη την περίοδο στρατολογούσε πολλούς Έλληνες της περιοχής με το πρόσχημα της κοινής ελληνοβουλγαρικής συμμαχίας κατά των Οθωμανών εν όψει της επικείμενης εξέγερσης το 1901 (όπως ήταν σχεδιασμένο τότε), καθώς η προσέλκυση Χριστιανών στην Εξαρχία ήταν πολύ περιορισμένη.

Η γνωριμία του Κώττα με τον Καραβαγγέλη

Το Μουσείο καπετάν Κώττα, στο σπίτι του στο χωριό Κώττας Φλώρινας
Το Μουσείο καπετάν Κώττα, στο σπίτι του στο χωριό Κώττας Φλώρινας

Μετά τη ρήξη του Κώττα με τη βουλγαρική πλευρά, ήλθε σε επαφή με τον Έλληνα πρόξενο Μοναστηρίου Σταμάτιο Κιουζέ Πεζά, με τον οποίον έκτοτε ήταν σε συχνή επικοινωνία προκειμένου να συντονιστεί η ελληνική δράση.

Τον Ιανουάριο του 1901 ο Κώττας βρήκε ευκαιρία να αποκηρύξει τη φαινομενική συνεργασία του με τον Αθανάς Πετρώφ και όταν πληροφορήθηκε ότι το σώμα του τελευταίου βρίσκονταν στο Νεστράμι (Νεστόριο), επιτέθηκε με τους λιγοστούς άντρες του. Δεν κατάφερε όμως να εξοντώσει τον Αθανάς Πετρώφ, καθώς οθωμανική φρουρά έφτασε στο χωριό και έτρεψε τους αντάρτες σε φυγή. Μετά απ’ αυτό το επεισόδιο και αφού είχε πλέον και επίσημα συγκρουστεί με την ΕΜΕΟ, ανασυγκρότησε το σώμα του, εντάσσοντας πλέον σε αυτό, τον Σωτήριο Βέλλιο από την Κραπέστινα (Ατραπό), τον Ιβάντσο Κιτσεβίτη, τον Γεώργιο Γκέκα από την Άνω Μπεάλα (Άνω Μπελίτσα) της Αχρίδας και τον Σπύρο Παρασκευαΐδη. Ο Αθανάς Πετρώφ μετά από αυτές τις εξελίξεις περιέπεσε στη δυσμένεια της ΕΜΕΟ. Ο Κώττας με το νέο σώμα του κινήθηκε στα Κορέστια, τη Ζουπάνιστα (Άνω Λεύκη) και τελικά κατευθύνθηκε στη Ρούλια. Ο κομιτατζής Πάβελ Χρήστο ανέθεσε στον εξαρχικό ιερέα της Ντύμπενης (Δενδροχωρίου), Φίλιππο, να μεσολαβήσει στον Κώττα, ώστε να συμφιλιωθεί και να επιστρέψει στη βουλγαρική οργάνωση, αλλά ο τελευταίος αρνήθηκε κάθε συνομιλία. Τότε, το Κομιτάτο ανέθεσε στον Πάντο Κλιάσεφ να εξοντώσει τον Κώττα, ως επιβλαβές στοιχείο, και ο Κλιάσεφ προφασίστηκε διαπραγματεύσεις, επιδιώκοντας συνάντηση με τον Έλληνα οπλαρχηγό. Ο Κώττας όμως αντιλήφθηκε την παγίδα και δεν εμφανίστηκε.

Εν τω μεταξύ είχε αφιχθεί στην Καστοριά (αρχές του 1901), νέος μητροπλίτης, ο Γερμανός Καραβαγγέλης και μάλιστα σε μια περίοδο που η ΕΜΕΟ είχε εξαπολύσει βία κατά των ελληνικών πληθυσμών της Βορειοδυτικής Μακεδονίας με αθρόες δολοφονίες ιερέων, προκρίτων και δασκάλων. Η δολοφονία του δάσκαλου Βασίλειου Μελεγγάνου, δασκάλου στη Σέτομα (Κεφαλάρι), την εποχή εκείνη, είχε τρομοκρατήσει τους ελληνικούς πληθυσμούς οι οποίοι άρχισαν να εγκαταλείπουν μαζικά τα χωριά της υπαίθρου και να συσσωρεύονται, ως πρόσφυγες, στην πόλη της Καστοριάς. Οι Έλληνες μετά τις προτροπές του Κώττα που περιόδευε στα χωριά της υπαίθρου άρχισαν σταδιακά να δηλώνουν φανερά τα εθνικά τους αισθήματα και αυτό, είχε από τη μία τονώσει το ελληνικό φρόνημα, αλλά από την άλλη, είχε προκαλέσει τη μήνι των Βουλγάρων. Ο Κώττας την εποχή εκείνη θεωρούνταν, όπως διαπίστωσε και ο Γερμανός Καραβαγγέλης, «προστάτης των Ορθοδόξων και το φόβητρο των Βουλγάρων» και είχε καλλιεργήσει το κλίμα ώστε να δημιουργηθούν οι πρώτοι αντιστασιακοί πυρήνες. Στα μέσα Ιουλίου του 1901 και ενώ ο Κώττας βρίσκονταν στη Ρούλια, οι δύο συμπολεμιστές του, οι Γεώργιος Γκέκας και Σπύρος Παρασκευαΐδης δολοφόνησαν, εν αγνοία του Κώττα, τον γιο του μπέη Τζεμάλ της Κορυτσάς, κοντά στο Τύρνοβο (σημ. Πράσινο), με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν βίαια οθωμανικά αντίποινα σε βάρος των ελληνικών πληθυσμών και να συλληφθούν 16 χωρικοί από το Κονομπλάτι, την Μπρέσνιτσα (σημ. Βατοχώρι) και την Μπεσφήνα (σημ. Σφηκιά). Ο Κώττας, εξοργισμένος, έδιωξε από το σώμα του τους δυο αντάρτες και διέταξε τους χωρικούς να μην τους παράσχουν άσυλο. Εκείνοι, τότε, συνέλαβαν τον δεκαπεντάχρονο γιο του Κώττα, Δημήτριο, και απείλησαν ότι θα τον σκοτώσουν αν δεν γίνονταν δεκτοί, πίσω. Ο Κώττας δεν κάμφθηκε από την απειλή και έτσι οι δύο αντάρτες ελευθέρωσαν τον γιο του και κατατάχθηκαν στο σώμα του Αθανάς Πετρώφ που τότε βρίσκονταν στο Σμάρδεσι (σημ. Κρυσταλλοπηγή). Μετά την απελευθέρωση του γιου του, ο Κώττας αποφάσισε να τον στείλει μαζί με τον άλλο γιο του, τον Σωτήριο, στην Αθήνα. Την εποχή εκείνη, επέστρεψε από την Αθήνα ο Βασίλ Τσακαλάρωφ, όπου είχε οργανώσει εκτεταμένο δίκτυο προμήθειας και μεταφοράς όπλων για λογαριασμό της ΕΜΕΟ, και προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τα συμβάντα, χρησιμοποιώντας τους δύο Έλληνες αντάρτες προκειμένου να συλλάβει και να εξοντώσει τον Κώττα. Ο Σπύρος Παρασκευαΐδης και ο Γεώργιος Γκέκας, αντιλαμβανόμενοι ότι η ζωή η δική τους, αλλά και του Κώττα, κινδυνεύει από την ΕΜΕΟ, επέστρεψαν μετανοιωμένοι και έγιναν δεκτοί από τον Κώττα.

Τον Αύγουστο του 1901 συνελήφθη από τους Οθωμανούς ο Ιβάντσος Κιτσεβίτης, άλλοτε συνεργάτης του Κώττα και τυπικά μέλος της ΕΜΕΟ. Ο Ιβάντσος Κιτσεβίτης αποκάλυψε στους Οθωμανούς όλα όσα γνώριζε για τη βουλγαρική δράση στην περιοχή, με αποτέλεσμα, τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1901, να συλληφθούν πολλοί κομιτατζήδες και να εξαρθρωθεί ένα μεγάλο μέρος του δικτύου της ΕΜΕΟ. Κάποιες από τις πληροφορίες όμως, ενοχοποίησαν τον Κώττα και τότε οι οθωμανικές αρχές εξαπέλυσαν ανθρωποκυνηγητό κατά του Κώττα, αλλά ο τελευταίος διέφυγε τη σύλληψη. Μετά τη σύλληψη όμως του έμπιστου φίλου του, Τραϊανού Κεσίνη, ο Κώττας, για να εκδικηθεί, προσπάθησε ανεπιτυχώς να ληστέψει χρηματαποστολή στη δημόσια οδό Μοναστηρίου – Ρέσνας (σημ. Ρέσεν) – Κορυτσάς. Τον Οκτώβριο του 1901, η ΕΜΕΟ προσπάθησε εκ νέου να εξοντώσει τον Κώττα. Η αποστολή ανατέθηκε στον Αθανάς Πετρώφ, ο οποίος αρνήθηκε να εκτελέσει τη διαταγή και κατέφυγε στο σώμα του Κώττα. Τότε, η ΕΜΕΟ διέγραψε και τυπικά τον Κώττα από μέλος της. Στη συνέχεια ο Κώττας επιχείρησε να συναντηθεί με τον μητροπολίτη Καστοριάς, Γερμανό Καραβαγγέλη. Εξουσιοδότησε τον έμπιστο φίλο του, Νικόλαο Σιδέρη, δάσκαλο στο Ζέλοβο (Ανταρτικό), να βολιδοσκοπήσει την κατάσταση. Ο μητροπολίτης δέχτηκε και η συνάντηση έγινε στο Τύρνοβο. Η συνάντηση είχε σκοπό τον συντονισμό των ενεργειών των δύο ανδρών κατά της ΕΜΕΟ και όχι τη μεταστροφή του Κώττα, όπως επιχείρησε να τονίσει ο Καραβαγγέλης στα απομνημονεύματά του. Λίγο μετά τη συνάντηση, στις 2 Δεκεμβρίου, ο μητροπολίτης Καστοριάς ανέθεσε στον οπλαρχηγό Ναούμ Σπανό από τη Χρούπιστα (Άργος Ορεστικό), να συνοδεύσει στην Αθήνα τους γιους του Κώττα, Δημήτριο (15 ετών) και Σωτήριο (12 ετών), που ήταν ως τότε τρόφιμοι του βουλγαρικού Γυμνασίου Καστοριάς. Ο Ναούμ Σπανός αναχώρησε με τους δυο γιους του Κώττα στις 21 Δεκεμβρίου του 1901 και παρουσιάστηκε στον υπουργό Εξωτερικών, Στέφανο Δραγούμη, στις 25 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Ο Ναούμ Σπανός συντηρούσε τα τέκνα του Κώττα για πέντε μήνες έως ότου με τη μεσολάβηση του Στέφανου Δραγούμη, ο Παύλος Μελάς και ο Αθανάσιος Κοντούλης, με την οικονομική ενίσχυση της κόμησας Λουίζας Ριανκούρ, ανέλαβαν να εγγράψουν τα δυο αγόρια στο Λύκειο του Ιωάννη Δέλλιου.

Στο μεταξύ, στην περιοχή είχε αφιχθεί (ήδη από τον Νοέμβριο του 1901) ο κομιτατζής Γκότσε Ντέλτσεφ, ο οποίος ενημερώθηκε για τον «κακό δαίμονα» του βουλγαρικού Κομιτάτου, Κώττα Χρήστου. Στο Κονομπλάτι, οι Βούλγαροι αρχηγοί εισηγήθηκαν στον Ντέλτσεφ την εξόντωση του Κώττα, που βρίσκονταν στο ίδιο χωριό με τον συμπολεμιστή του, Ευάγγελο (Γκέλη) Πλιάσκο και τον Αθανάς Πετρώφ που είχε καταφύγει στο σώμα του. Η βουλγαρική επιχείρηση αναβλήθηκε, καθώς αφενός ο Μήτρο Βλάχο ολιγώρησε εσκεμμένα, και αφετέρου στο χωριό βρίσκονταν ισχυρή οθωμανική φρουρά. Λίγο αργότερα όμως ο Ντέλτσεφ συνέλαβε τον Κώττα, αιφνιδιάζοντάς τον. Παρά τις εισηγήσεις των Τσακαλάρωφ, Αθανάς Πετρώφ (ο οποίος επέστρεψε στην ΕΜΕΟ), Γ. Ιβάνωφ (Μαρκώφ) και Σιλιάνωφ περί εξόντωσης του Κώττα, ο Ντέλτσεφ αποφάσισε να εκβιάσει την επιστροφή του στο Κομιτάτο, γιατί τον θεωρούσε ιδιαίτερα ικανό και χρήσιμο. Έτσι, ο Κώττας συνοδευόμενος από τους Μήτρο Βλάχο, Βασίλ Τσακαλάρωφ και άλλους κομιτατζήδες, υποχρεώθηκε δέσμιος να τους ακολουθήσει στη Ρούλια και να παρακολουθήσει ιδίοις όμμασι τη φρικτή δολοφονία του Στογιάννη Κεσίνη, πατέρα του φίλου του, Τραϊανού Κεσίνη. Με τον τρόπο αυτό ο Γ. Ντέλτσεφ απέσπασε τη μεταμέλεια του Κώττα και όταν ο τελευταίος του ζήτησε άδεια για να επισκεφτεί τους γονείς του στη Ρούλια, ο Γ. Ντέλτσεφ δέχτηκε. Μη έχοντάς του όμως εμπιστοσύνη, ανέθεσε στον Μήτρο Βλάχο και άλλους κομιτατζήδες να τον συνοδεύσουν στη γενέτειρά του. Εκεί ο Κώττας, μόλις βρέθηκε ανάμεσα σε συμπατριώτες του, δήλωσε στους άντρες του Γκότσε Ντέλτσεφ ότι απαρνείται την ΕΜΕΟ. Μετά από αυτά τα γεγονότα, οι εξοργισμένοι Βούλγαροι κομιτατζήδες δολοφόνησαν τον επιστήθιο φίλο του Κώττα, Τραϊανό Κεσίνη, στα τέλη Δεκεμβρίου του 1901.

Η δράση του Κώττα κατά το 1902

Στις αρχές του 1902 ο Κώττας ανέλαβε, με τη συνδρομή του Μητροπολίτη Καστοριάς, Γερμανού Καραβαγγέλη, να συγκροτήσει ένοπλα σώματα Ελλήνων σε διάφορα χωριά των Κορεστίων και των Πρεσπών, όπου η δράση των Βουλγάρων ήταν ακόμα δύσκολη. Με τον τρόπο αυτό, και υπό τη συνεχή καθοδήγηση του Κώττα, οι κάτοικοι των χωριών ένιωθαν πλέον ασφαλείς από τις επιθέσεις των βουλγαρικών σωμάτων, ενώ οι ιερείς και δάσκαλοι μπόρεσαν ξανά να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, χωρίς προβλήματα. Ήδη από τον Φεβρουάριο του 1902, ο Αθανάς Πετρώφ διαφώνησε εκ νέου με την ΕΜΕΟ και εντάχθηκε ξανά στο σώμα του Κώττα. Οι Βασίλ Τσακαλάρωφ και Πάντο Κλιάσεφ μόλις επέστρεψαν από την Αθήνα τον Μάιο του 1902, όπου βρίσκονταν πάλι με σκοπό την αγορά όπλων, συναντήθηκαν στην Τύρσια με τον Γ. Ιβάνωφ (Μάρκο), προκειμένου να καταστρώσουν σχέδιο για την εξόντωση του Κώττα Χρήστου. Την περίοδο εκείνη σκοτώθηκε και ο Αθανάς Πετρώφ, πιθανόν από ενέργεια του Κώττα, ο οποίος τον υποπτεύονταν για διπλό ρόλο. Στα τέλη Μαΐου ο καπετάν Κώττας κινήθηκε από τις Πρέσπες όπου έδρευε, στα Κορέστια, όπου διαπίστωσε ότι το σώμα του Τσακαλάρωφ προέβαινε σε βιαιότητες και δολοφονίες κατά Ελλήνων. Τότε, ο Κώττας προειδοποίησε τον Τσακαλάρωφ να τηρήσει τον όρκο που είχαν δώσει στην ΕΜΕΟ, ότι Έλληνες και Βούλγαροι θα συνεργαστούν κατά των Οθωμανών και να σταματήσει τις καταπιέσεις των ελληνικών πληθυσμών. Του πρότεινε μάλιστα να συναντηθούν στο Σμάρδεσι (Κρυσταλλοπηγή), πιστεύοντας ότι μπορεί να τον μεταπείσει. Ο Β. Τσακαλάρωφ δέχτηκε να συναντηθεί στις 26 Μαΐου του 1902, αλλά έδωσε εντολή στον κομιτατζή Αθανάσιο Καρσάκωφ να στήσει ενέδρα στο σώμα του Κώττα. Στη συμπλοκή που ακολούθησε το σώμα του Κώττα διέφυγε αφήνοντας 2 νεκρούς για την πλευρά των Βουλγάρων.

Τον Ιούνιο του 1902 το σώμα του Κώττα Χρήστου δέχτηκε σφοδρή επίθεση από ισχυρό οθωμανικό στρατιωτικό απόσπασμα στη Ρούλια. Ο Κώττας οχυρώθηκε στο βορειοδυτικό άκρο του χωριού, στη θέση Μαύρη Πέτρα, και ακολούθησε πολυήμερη σύγκρουση με τις οθωμανικές δυνάμεις που υπέστησαν σημαντικές απώλειες. Τις ημέρες των συγκρούσεων οι Ρουλιώτες εγκατέλειψαν το χωριό τους και εγκαταστάθηκαν στη γειτονική Μπρέσνιτσα (Βατοχώρι), για λόγους ασφαλείας. Οι Οθωμανοί, βλέποντας ότι δεν μπορούν να κάμψουν την αντίσταση του Κώττα, λεηλάτησαν τη Ρούλια.

Στα τέλη Ιουλίου του 1902, οι Π. Κλιάσεφ και Β. Τσακαλάρωφ εισέβαλαν στο Κονομπλάτι και συνέλαβαν τον Γκέλη (Ευάγγελο) Ανδρέου Πλιάσκο, πρόκριτο του Αγίου Γερμανού και μυστικό πληροφοριοδότη του ελληνικού προξενείου Μοναστηρίου, ήδη από τις αρχές του 1901. Με απειλή θανάτου, του ιδίου και της οικογενείας του, ανέθεσαν στον Γκέλη Πλιάσκο να εξοντώσει τον Κώττα. Ο Γκέλης Πλιάσκος συναντήθηκε με τον Κώττα και τον Σπύρο Παρασκευαΐδη στη Στάτιστα και τους εξιστόρησε τα γεγονότα. Έτσι στα μέσα Αυγούστου του 1902 οι Κώττας, Σπύρος Παρασκευαΐδης και Γκέλης Πλιάσκος εισέβαλαν κρυφά στο Κονομπλάτι και απελευθέρωσαν την οικογένεια του Πλιάσκου. Τότε τα ενωμένα σώματα των Κλιάσεφ και Τσακαλάρωφ συγκρούστηκαν με το σώμα του Κώττα για τέσσερις ημέρες (έως τις 19 Αυγούστου) σε διάφορες τοποθεσίες μεταξύ Ζελόβου και Κονομπλατίου. Ο Σπύρος Παρασκευαΐδης με το σώμα του και τον Γκέλη Πλιάσκο κατέφυγαν στην Όστιμα (Τρίγωνο). Εκεί, στις 19 Αυγούστου, επιτέθηκαν τα ενωμένα σώματα των Τσακαλάρωφ, Κλιάσεφ, Ρίζωφ και Μήτρο Βλάχο. Οι Έλληνες, με τον Σπύρο Παρασκευαΐδη, τον Γκέλη Πλιάσκο και τους Πισοδερίτες υπό τον παπα-Σταύρο Τσάμη, αμύνθηκαν σθεναρά και εξανάγκασαν τα βουλγαρικά σώματα σε υποχώρηση.

Στις 30 Αυγούστου του 1902 έφτασε στην περιοχή Καστοριάς, με 50 άνδρες, ο συνταγματάρχης του βουλγαρικού στρατού, Α. Γιάγκωφ, στενός συνεργάτης του Βούλγαρου στρατηγού της ΕΜΕΟ, Ι. Τσόντσεφ. Ο σκοπός του Α. Γιάγκωφ ήταν να προετοιμάσει βουλγαρική εξέγερση μικρής κλίμακας, έτσι ώστε να αποκοπούν τα περάσματα του οθωμανικού στρατού προς τα σύνορα με Βουλγαρία ή να δημιουργήσει κάποιον αντιπερισπασμό, ώστε να διευκολυνθεί η προετοιμαζόμενη εξέγερση του Ράζλογκ. Οι Βούλγαροι αρχηγοί της περιοχής εξέθεσαν στον Γιάγκωφ τη δυσμενή, για τα βουλγαρικά συμφέροντα, κατάσταση στην περιοχή και ιδιαίτερα ο Τσακαλάρωφ τόνισε την ισχύ του Ελληνισμού λόγω της δράσης του Κώττα Χρήστου. Ο Γιάγκωφ γνώριζε τη δράση και την προσωπικότητα του Κώττα και επιδίωξε να τον συναντήσει, προκειμένου να τον πείσει σε συνεργασία. Έτσι, στις αρχές Σεπτεμβρίου ο Κώττας δέχτηκε να συναντήσει αντιπροσωπεία της ΕΜΕΟ υπό τον Α. Γιάγκωφ, τον Β. Τσακαλάρωφ και τον Λ. Ποπτράικωφ στην οικία του Λάζαρου Κώττα, στη Ρούλια. Στη συζήτηση ο Λ. Ποπτράικωφ προσπάθησε να εκθέσει τον Κώττα, κατηγορώντας τον ως ληστή, αλλά ο Κώττας παρέθεσε όλες τις δολοφονίες, τους βασανισμούς και τις ληστείες που είχε διαπράξει το βουλγαρικό Κομιτάτο στην περιοχή. Κατόπιν αυτών, ο Ποπτράικωφ αναγκάστηκε να αποχωρήσει. Ο Κώττας έπεισε τον Γιάγκωφ ότι θα συνεργαστεί με την ΕΜΕΟ και μάλιστα θα φροντίσει ώστε η βουλγαρική εξέγερση να έχει τη συνδρομή του ελληνικού κράτους. Τον έπεισε μάλιστα ότι θα έπρεπε να εξοντωθεί ο Β. Τσακαλάρωφ. Η προσπάθεια του Κώττα Χρήστου ήταν αφενός να αναστείλει τη δράση των κομιτατζήδων και να ματαιώσει τα σχέδια για μια αμιγώς βουλγαρική εξέγερση, και αφετέρου να εκθέσει τους Βούλγαρους κομιτατζήδες της περιοχής στην ηγεσία της ΕΜΕΟ και να προκαλέσει έτσι τη διάσπασή της.

Μετά από τη συνάντηση αυτή ο Κώττας προχώρησε σε στενή συνεργασία με τον Γιάγκωφ, τον οποίο κατάφερε να προσεταιριστεί και να τον απομονώσει από τους λοιπούς κομιτατζήδες της ΕΜΕΟ στην περιοχή. Η κοινή δράση Κώττα – Γιάγκωφ προκάλεσε την έντονη ανησυχία των Ελλήνων χωρικών που θεωρούσαν τον Γιάγκωφ μισητό εχθρό, αλλά και την αποστροφή των εκπροσώπων του βουλγαρικού Κομιτάτου. Έτσι, όταν ο Κώττας σχεδίασε, με τον Γιάγκωφ και τους άντρες του, την επίθεση στη Φλώρινα στα τέλη του πρώτου δεκαπενθήμερου του Σεπτεμβρίου του 1902, πολλοί ήταν εκείνοι, και από τις δυο πλευρές, που ήταν καχύποπτοι ως προς το εγχείρημα. Ο Κώττας έστειλε, τότε, επιστολή στον Έλληνα ιατρό Κύρο Καραμπίνα, προκειμένου να καθησυχάσει τους Έλληνες της Φλώρινας και να προετοιμάσει προμήθειες σε τρόφιμα, λόγω της επικείμενης επίθεσης στην πόλη. Η επιχείρηση τελικά απέτυχε γιατί αφενός η επιστολή δεν έφτασε ποτέ στον παραλήπτη, καθώς έπεσε στα χέρια κομιτατζήδων οι οποίοι την κατέστρεψαν, και αφετέρου το σχέδιο προδόθηκε στις οθωμανικές αρχές από τον Έλληνα πρόκριτο της Τύρσιας, που δεν έβλεπε με καλό μάτι την εμπλοκή του Γιάγκωφ στις ελληνικές ενέργειες. Επίσης, και ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης φαίνεται να είχε ειδοποιήσει τις οθωμανικές αρχές.

Στις αρχές Οκτωβρίου του ίδιου έτους ο Κώττας, με τη συνεργασία του Γιάγκωφ, επιχείρησαν επίθεση στην πόλη της Καστοριάς, αφού προηγουμένως είχαν ενημερώσει σχετικά τον Μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη. Στις 5 Οκτωβρίου κατέλαβαν τα υψώματα της Μπόμπιστας (σημ. Βέργα), όπου συγκρούστηκαν με οθωμανικές στρατιωτικές δυνάμεις. Η μάχη ήταν σφοδρή και προκάλεσε σημαντικές απώλειες στην πλευρά του Κώττα. Μετά από αυτή τη μάχη, αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν. Στη συνέχεια πολλοί άνδρες του καπετάν Κώττα κατέφυγαν στο ελληνικό κράτος προκειμένου να αποφύγουν τη σύλληψη. Μεταξύ αυτών, ο Γεώργιος Πέτρου από τη Νεγόβανη (σημ. Φλάμπουρο), ο Νικόλαος Νεδέλκος από το Λάζετς της Πελαγονίας, ο Τόσης από τη Λάγκα, ο Νάκος από το Σίστεβο (σημ. Σιδηροχώρι), Αλέξανδρος Νάστος από το Τσέροβο (σημ. Κλειδί) και ο Ευθύμιος από τις Πρέσπες. Την ίδια στιγμή, ο Α. Γιάγκωφ, λόγω της διάστασής του με τους εκπροσώπους της ΕΜΕΟ στην περιοχή αλλά και λόγω της φιλικής στάσης που επέδειξε προς τον ελληνικό πληθυσμό κατά την παραμονή του εκεί, εκδήλωσε την επιθυμία του να καταφύγει και αυτός στο ελληνικό κράτος. Τότε ο Κώττας μεσολάβησε στον Έλληνα πρόξενο του Μοναστηρίου, Σταμάτιο Κιουζέ Πεζά, και έτσι χορηγήθηκε η σχετική άδεια στον Γιάγκωφ.

Μετά από αυτά τα γεγονότα, σκλήρυνε η αντίδραση των οθωμανικών αρχών κατά των Χριστιανών κατοίκων. Η δράση της ΕΜΕΟ στην περιοχή περιορίστηκε, καθώς έχασε τα λαϊκά ερείσματα και, ιδιαίτερα στην περιοχή Πρεσπών, οι κομιτατζήδες δεν τολμούσαν να πιέσουν τους ελληνικούς πληθυσμούς, λόγω της ισχυρής παρουσίας του Κώττα.

Η δράση του Κώττα κατά το 1903 και η στάση του στην εξέγερση του Ίλιντεν

Στις αρχές του 1903 ο Κώττας Χρήστου βρίσκονταν στην περιοχή Καστοριάς προκειμένου να αναζητήσει πόρους για τη συντήρηση των πολυάριθμων σωμάτων. Το ελληνικό κράτος και η Μητρόπολη Καστοριάς ήταν τότε ιδιαίτερα φειδωλοί στις οικονομικές ενισχύσεις και γι αυτό το λόγο ο Κώττας ήλθε σε επαφή με τους Αλβανούς μπέηδες της Καστοριάς που τον συνέδραμαν οικονομικά, με αντάλλαγμα την προστασία των αλβανικών οικογενειών της περιοχής. Στη συνέχεια μετέβη στις Πρέσπες, όπου προχώρησε σε αναδιοργάνωση του σώματός του. Στα τέλη Φεβρουαρίου του 1903, ο Κώττας συγκρούστηκε με τμήμα οθωμανικού στρατού κοντά στο Λουμπόινο (Σκόπια) των Πρεσπών, με αποτέλεσμα να μπορέσει να διαφύγει ο περικυκλωμένος κομιτατζής Σ. Αρσώφ (στο σώμα του Αρσώφ είχε ενταχθεί ο σύντροφος του Κώττα, Νικόλαος Νεδέλκος με σκοπό να ενημερώνει τον Έλληνα πρόξενο Μοναστηρίου Σταμάτιο Κιουζέ Πεζά).

Την ίδια περίοδο (Απρίλιος του 1903) πραγματοποιούνταν συνέδριο της ΕΜΕΟ στο Σμίλεβο (στη σημ. ΠΓΔΜ) προκειμένου να προετοιμαστεί η επικείμενη εξέγερση. Στο συνέδριο αυτό τέθηκε εκ νέου το ζήτημα του Κώττα και η ανάγκη εξόντωσής του. Κρυπτογραφημένο μήνυμα του Τσακαλάρωφ που ζητούσε από τους σύνεδρους, την άμεση εξόντωση του Κώττα, έφτασε στα χέρια του τελευταίου κι έτσι εκείνος οχυρώθηκε στη Ρούλια. Στις 12 Απριλίου του 1903, ισχυρό σώμα 300 Βουλγάρων κομιτατζήδων επιτέθηκαν στη Ρούλια αλλά, μπροστά στην οργανωμένη αντίδραση του καπετάν Κώττα, αποχώρησαν. Στα τέλη Μαΐου του ίδιου έτους, τα ενωμένα σώματα των Β. Τσακαλάρωφ, Π. Κλιάσεφ και Λ. Ποπτράικωφ, έστησαν ενέδρα στον σύντροφο του Κώττα, Νάκο, στην Ντύμπενη (σημ. Δενδροχώρι). Ο Νάκος επέστρεφε τότε από τη Θεσσαλία, όπου είχε μεταβεί με 30 άντρες για να προμηθευτεί όπλα. Οι κομιτατζήδες κατάφεραν να τον συλλάβουν και να τον θανατώσουν.

Στα τέλη Ιουνίου του 1903, οι Ντάμιεν Γκρούεφ και Μπόρις Σαράφωφ επισκέφτηκαν τα Κορέστια ώστε να προετοιμάσουν την εξέγερση του Ιουλίου. Το ζήτημα της εξόντωσης του Κώττα, ήταν πλέον επιτακτικό καθώς ο καπετάν Κώττας ασκούσε ηγεμονική επιρροή σε μεγάλο μέρος των πληθυσμών της Βορειοδυτικής Μακεδονίας και αποτελούσε το μεγαλύτερο εμπόδιο στην κάμψη των ελληνικών πληθυσμών. Εντούτοις, ο Γκρούεφ δεν ήταν θετικός στη δίωξη του Κώττα. Στα τέλη Ιουλίου, ο Α. Καρσάκωφ επιτέθηκε στο Ζέλοβο (σημ. Ανταρτικό), έκαψε τρεις ελληνικές οικίες αλλά αναγκάστηκε σε υποχώρηση λόγω της ισχυρής αντίστασης της ελληνικής πλευράς. Λίγο αργότερα, ο Κώττας επιτέθηκε στο σώμα του Καρσάκωφ στο Σμάρδεσι και, κατά τη συμπλοκή, ο Καρσάκωφ τραυματίστηκε βαριά.

Στις αρχές Ιουλίου του 1903, αντιπροσωπεία της ΕΜΕΟ επισκέφτηκε τον Κώττα Χρήστου, προκειμένου να τον ενημερώσει για την ημερομηνία της επικείμενης εξέγερσης και να του ζητήσει συμμετοχή. Ο Κώττας δέχτηκε να συμμετάσχει αλλά ζήτησε να αναβληθεί χρονικά η εξέγερση καθώς θεωρούσε ότι θα οδηγούσε σε καταστροφή των χριστιανικών πληθυσμών. Γι αυτό το λόγο, η συμμετοχή του περιορίστηκε στην προστασία των Πρεσπών και Κορεστίων από ενδεχόμενα οθωμανικά αντίποινα. Αμέσως μετά περιόδευσε στα χωριά των Πρεσπών και των Κορεστίων, όπου ασκούσε μεγάλη επιρροή και παρότρεινε τους κατοίκους να μη συμμετάσχουν. Στα μέσα Ιουλίου συγκέντρωσε το σώμα του στη Μπεσφήνα και από ‘κεί κατευθύνθηκε στη Ρούλια, όπου συγκρούστηκε επιτυχώς με οθωμανικό λόχο πεζικού. Από τη Ρούλια, φρόντισε να κρατήσει ανοικτές τις διόδους προς Κορέστια στον Νότο και Κορυτσά στα Δυτικά. Στη συνέχεια ανέλαβε στην περιοχή Πρεσπών τη φύλαξη των διαβάσεων Πισοδερίου από τα Ανατολικά και Ρέσεν από Βορρά, ώστε να αποτρέψει ενδεχόμενη οθωμανική επίθεση. Κατάφερε μάλιστα να αναχαιτίσει οθωμανική επίθεση από Βορρά στο Στέρκοβο (σημ. Πλατύ). Μετά όμως από τις αρχικές επιτυχίες των επαναστατών, ισχυρές οθωμανικές δυνάμεις επιτέθηκαν ταυτόχρονα από Φλώρινα και Καστοριά. Οι δυνάμεις από Φλώρινα υποχρεώθηκαν σε οπισθοχώρηση αφού κατέκαψαν το Αρμένσκο (σημ. Άλωνα), ενώ οι δυνάμεις από την Καστοριά διέσπασαν τα σώματα των Τσακαλάρωφ και Ποπτράικωφ στα Κορέστια και προέλασαν στην περιοχή Κορεστίων – Πρεσπών, όπου λεηλάτησαν τα χωριά και ανάγκασαν τους κατοίκους να καταφύγουν στα γύρω βουνά. Ο Κώττας τότε, σε μια προσπάθεια ανακατάληψης της περιοχής, αφού πρώτα ήλθε σε συμφωνία με τον Ποπτράικωφ για να εξασφαλίσει τα νώτα του, κινήθηκε στις 25 Ιουλίου προς τις Πρέσπες και πολιόρκησε ανεπιτυχώς στην Πόπλη (σημ. Λευκώνας) τις οθωμανικές δυνάμεις. Στη συνέχεια, με τους οπλαρχηγούς Σπύρο Παρασκευαΐδη και Σίμο Ιωαννίδη, επιτέθηκε σε οθωμανικά αποσπάσματα στον Άγιο Γερμανό και στο Στέρκοβο, όπου μετά από πολύωρη και πολύνεκρη μάχη, αναγκάστηκε σε οπισθοχώρηση. Στη μάχη του Στερκόβου σκοτώθηκε και ο οπλαρχηγός Σπύρος Παρασκευαΐδης. Κατά την οπισθοχώρησή του προς τον Άγιο Γερμανό, πληροφορήθηκε ότι οι κομιτατζήδες της ΕΜΕΟ Κοκάρεφ και Ηλίεφ του έστησαν ενέδρα. Τότε, διέταξε τη λύση της πολιορκίας της Πόπλης και συγκέντρωσε τους άνδρες του για να τους αναλύσει τους πραγματικούς στόχους του βουλγαρικού Κομιτάτου και της εξέγερσης. Κατόπιν, συμφώνησε ανακωχή με τους Οθωμανούς, οι οποίοι του επέτρεψαν να κινείται ελεύθερα στην περιοχή με το πολυμελές σώμα του, των 600 ανδρών. Μόνος του στόχος εν τέλει, απέμεινε η εξόντωση του Τσακαλάρωφ, ο οποίος είχε συγκεντρώσει 1.000 άνδρες.

Μετά την αποτυχία της Εξέγερσης του Ίλιντεν, οι Βούλγαροι κομιτατζήδες στράφηκαν κατά των Ελλήνων και αφού επιτέθηκαν στο Πισοδέρι σφάζοντας τους 4 πρόκριτους, εισέβαλαν με επικεφαλής τον Β. Τσακαλάρωφ και 400 άνδρες, στη Μπρέσνιτσα, συνέλαβαν τον πρόεδρο της κοινότητας Γεώργιο Καραολάνο και, αφού τον βασάνισαν, τον θανάτωσαν. Στη συνέχεια έκαψαν την οικία του στενού φίλου του Κώττα, Ιωάννη Ζάικου, θανάτωσαν τον τελευταίο, τον αδελφό του, καθώς και τον Αντώνιο Σφέτκο. Ο Κώττας λίγες μέρες μετά, εκδικήθηκε το χαμό του φίλου του, σκοτώνοντας τον κομιτατζή Ντίνε Γιάννεφ, ενώ κατόπιν συνέλαβε τον Λάζαρ Ποπτράικωφ και τον καταδίκασε σε θάνατο, στη θέση Λισίτσα. Στην ίδια θέση, είχε στήσει ενέδρα παλαιότερα ο Τσακαλάρωφ προκειμένου να εξοντώσει τον Κώττα, αλλά ο τελευταίος σώθηκε μετά από ειδοποίηση του Ναούμ Γιάμου.

Σύμφωνα με επιστολή των τελών του Αυγούστου 1903, από τον Ίωνα Δραγούμη στον Παύλο Μελά, η επαμφοτερίζουσα εθνικά στάση του Κώττα έκανε το Υπουργείο Εξωτερικών να εξετάσει την κατάργηση των υποτροφιών που είχε χορηγήσει στους δύο γιους του.

Η καθοριστική συμβολή του Κώττα στην έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα (1904)

Στις αρχές του 1904, ο Κώττας Χρήστου με τους οπλαρχηγούς Νικόλαο Πύρζα, Παύλο Κύρου, Γεώργιο Κολίτση, Σίμο Ιωαννίδη, τους συντρόφους του Βασίλειο Ράμμο από την Όστιμα και Ηλία Γκαδούτση από το Ζέλοβο και τον μεγαλέμπορο του Μοναστηρίου και ιδρυτή της Εσωτερικής Οργάνωσης Μοναστηρίου Σπυρίδωνα Δούμα, μετέβησαν στην Αθήνα για να καταστρώσουν από κοινού με τους αξιωματικούς, την επίσημη έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα. Εκεί, ο Στέφανος Δραγούμης μεσολάβησε, ώστε ο διάδοχος Κωνσταντίνος να συναντήσει τον Κώττα Χρήστου. Ο Κωνσταντίνος Χρήστου εξέθεσε στον διάδοχο Κωνσταντίνο την κρίσιμη κατάσταση του Ελληνισμού της Βορειοδυτικής Μακεδονίας και ζήτησε την αρωγή του ελληνικού κράτους. Η συνάντηση αυτή, τον Ιανουάριο του 1904 έμελε να αποτελέσει την επίσημη εμπλοκή του ελληνικού κράτους στην υπόθεση της Μακεδονίας.

Πράγματι, στα τέλη Φεβρουαρίου του 1904, πραγματοποίησε την πρώτη του περιοδεία στη Μακεδονία, ο αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, Παύλος Μελάς, με τους Αλ. Κοντούλη, Αν. Παπούλα και Γ. Κολοκοτρώνη. Την περίοδο εκείνη (Μάιος) ο Κώττας είχε συμπεριλάβει στο σώμα του τους παλιούς συντρόφους του Ευάγγελου Νάτση Γεωργίου, ο οποίος βρίσκονταν στο Μοναστήρι, Δημήτριο Ντάλιπη, Σίμο Ιωαννίδη, Παύλο Κύρου, Χρήστο Παναγιωτίδη, Γρηγόριο Βαϊνά, Γεώργιο Κολίτση, Στέφανο Γρηγορίου, Νικόλαο Νταηλάκη και Φώτιο Παππά, καθώς και τους πρώτους Κρητικούς μαχητές που είχαν καταφτάσει μερικούς μήνες νωρίτερα και αγωνίζονταν επίσης, στο πλευρό του Στρεμπενιώτη οπλαρχηγού, Ευθ. Καούδη, Γ. Δικώνυμο Μακρή και Γ. Περάκη. Ο Παύλος Μελάς αναγνώρισε αμέσως την ηγετική μορφή του Κώττα Χρήστου στη Δυτική Μακεδονία, ο οποίος τότε επιχειρούσε εναντίον βουλγαρικών στόχων στην Όστιμα. Η βουλγαρική πλευρά αμέσως αντιλήφθηκε ότι ο Κώττας είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον της ελληνικής κυβέρνησης που έως τότε ήταν αμέτοχη, και τον απειλούσαν συνεχώς με επιστολές. Τον παγίδευσαν μάλιστα με πλαστή επιστολή του ελληνικού προξενείου Μοναστηρίου, γράφοντάς του ότι πράκτορας του προξενείου επιθυμούσε να τον συναντήσει στην Όστιμα. Όταν ο Κώττας με τον Ευθ. Καούδη και τους άνδρες τους έφτασαν εκεί, ειδοποιήθηκε ο οθωμανικός στρατός, αλλά οι Έλληνες κατάφεραν να διαφύγουν.

Έως το Μάιο του 1904, τα ενωμένα σώματα των Μακεδόνων και Κρητικών οπλαρχηγών, υπό τις γενικές οδηγίες του Κώττα Χρήστου έδρασαν στη Βορειοδυτική Μακεδονία, προσπαθώντας να εξοντώσουν τους Βούλγαρους κομιτατζήδες. Στο διάστημα αυτό ο Κώττας Χρήστου συνδέθηκε με όρκο φιλίας με τον Ευθ. Καούδη.

Η σύλληψη του Κώττα

Στα μέσα Μαΐου ο Κώττας με τους άνδρες του στρατοπέδευσαν στην Όστιμα. Ο Κώττας με αρκετούς άνδρες μετέβη στη γενέτειρά του Ρούλια προκειμένου να επισκεπτεί την οικογένειά του. Το ίδιο βράδυ, η ομάδα του Μήτρο Βλάχο εισέβαλε στην Όστιμα και εξανάγκασε τους κατοίκους να υπογράψουν ότι προσέρχονται στην Εξαρχία και δεν επιθυμούν πλέον Έλληνα δάσκαλο. Η μικρή ομάδα που είχε αφεθεί εκεί από τον Κώττα δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην πολυπληθή ομάδα του Μήτρο Βλάχο. Ο Κώττας, πληροφορούμενος τα γεγονότα, προσήλθε στην Όστιμα αλλά, εκτιμώντας την κατάσταση προτίμησε να μην συγκρουστεί με τη ομάδα του Μήτρο Βλάχο και τον προσκάλεσε σε διαπραγμάτευση. Απέφυγε όμως να ενημερώσει τους συντρόφους του σχετικά με τις πρωτοβουλίες του. Ο ίδιος με τον Σίμο Ιωαννίδη εισήλθαν στο χωριό και ακολούθησε πολύωρη συνομιλία με τον Μήτρο Βλάχο. Ο Μήτρο Βλάχο του πρότεινε να επανέλθει στην ΕΜΕΟ και ο Κώττας Χρήστου του αντιπρότεινε να προσέλθει στην ελληνική πλευρά με την υπόσχεση ότι θα υπάρξει επίσημη ελληνική συμπαράσταση για τη Μακεδονία. Του υποσχέθηκε μάλιστα ότι θα φροντίσει να πάει η οικογένειά του στην Αθήνα, ώστε να μην εκβιάζεται από την ΕΜΕΟ. Συμφώνησαν τελικά να ξανασυναντηθούν το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους για να προβούν σε τελική συμφωνία.

Το επόμενο βράδυ, ο Κώττας και οι λοιποί οπλαρχηγοί στρατοπέδευσαν στη Ρούλια και εκεί οι Κρητικοί μαχητές Γ. Δικώνυμος Μακρής και Γ. Περάκης αλλά και οι Μακεδόνες Χρήστος Παναγιωτίδης, Γρηγόριος Βαϊνάς, Γεώργιος Κολίτσης και Νικόλαος Νταηλάκης, ήλθαν σε διαφωνία με τον Κώττα, κατηγορώντας τον ότι ενώ είχε την ευκαιρία να σκοτώσει τον Μήτρο Βλάχο, αυτός αδρανούσε. Ο Κώττας είχε δώσει όρκο φιλίας με το Μήτρο Βλάχο από το 1900 (ήταν και ξάδελφός του), όταν τον είχε στο σώμα του, και του ήταν δύσκολο να αθετήσει τον όρκο του. Ο Ευθ. Καούδης κατανόησε τον Κώττα και γι αυτό, όταν οι άλλοι δύο Κρητικοί αποφάσισαν να αποχωρήσουν, αυτός προτίμησε να μείνει. Έτσι οι διαφωνούντες οπλαρχηγοί αποχώρησαν με σκοπό να συναντήσουν τον Ευάγγελο Νάτση, ενώ με τον Κώττα έμειναν μόνο ο ψυχογιός του Βασίλειος Τσίλης, ο Ευθ. Καούδης, ο Σίμος Ιωαννίδης και ο Δημήτριος Νταλίπης.

Οι αποχωρήσαντες οπλαρχηγοί στρατοπέδευσαν το επόμενο βράδυ στο Ζέλοβο και διηγήθηκαν στον Παύλο Κύρου τα σχετικά. Στη συνέχεια πέρασαν, μέσω Βέρνου, στη Μονή Αγίου Νικολάου Τσιριλόβου, όπου έμαθαν για τον χαμό του οπλαρχηγού Ευάγγελου Νάτση Γεωργίου. Ο Κώττας Χρήστου την περίοδο εκείνη προσπάθησε να έλθει σε συνεννόηση με τους πρόκριτους της Καστοριάς. Η πρωτοβουλία του αυτή προκάλεσε τη μήνι του Γερμανού Καραβαγγέλη, από φόβο να μην αποκαλυφθεί η δράση του τελευταίου στις οθωμανικές αρχές. Στα τέλη Μαΐου, οι αποχωρήσαντες οπλαρχηγοί έστειλαν μήνυμα, μέσω του μεγαλύτερου γιου του Νταλίπη, στον Ευθ. Καούδη να αποχωρήσει με το πρόσχημα ότι ο Βασίλειος Τσίλης προτίθεται να τον δολοφονήσει. Έτσι ο Καούδης αποχώρησε και συνάντησε τον Γ. Δικώνυμο Μακρή, τον Παύλο Κύρου και τον Γ. Περάκη στη Μονή Αγίου Νικολάου Τσιριλόβου, όπου λίγο αργότερα ήλθαν και οι Σίμος Ιωαννίδης και Δημήτριος Νταλίπης. Εκεί ο Σίμος Ιωαννίδης τους ενημέρωσε για τη συνομιλία του Κώττα με τον Μήτρο Βλάχο και τα όσα ειπώθηκαν σ’ αυτή. Ο Παύλος Κύρου, που είχε μεγάλη αφοσίωση στον Γερμανό Καραβαγγέλη, έσπευσε να τον ενημερώσει σχετικά. Στις 9 Ιουνίου του 1904, οθωμανικό απόσπασμα εντόπισε το κρησφύγετο του καπετάν Κώττα Χρήστου στη Ρούλια όπου είχε απομείνει με τρεις στενούς συνεργάτες του και τον συνέλαβε. Αργότερα κατηγορήθηκε ο Παύλος Κύρου ως αυτός που υπέδειξε το κρησφύγετο του Κώττα στους Οθωμανούς. 

Το τέλος του Κώττα

Μετά τη σύλληψή του ο Κώττας Χρήστου, μεταφέρθηκε αρχικά στις φυλακές Καστοριάς, στη συνέχεια στις φυλακές Κορυτσάς και τελικά στις φυλακές Μοναστηρίου. Η σύζυγός του, Ζωή, για λόγους ασφαλείας εγκαταστάθηκε με τα παιδιά της στην Καστοριά και επανήλθε στη Ρούλια το φθινόπωρο του 1904. Τον Αύγουστο του 1905 ο Μήτρο Βλάχο εισέβαλε με το πολυπληθές σώμα του στη Ρούλια, πότισε με πετρέλαιο την οικία του Κώττα και έβαλε φωτιά. Με τη συμπαράσταση των κατοίκων του χωριού, η Ζωή με τα τέκνα της κατάφεραν να σωθούν.

Κατά την κράτησή του στην φυλακή, ο Έλληνας πρόξενος του Μοναστηρίου Σταμάτιος Κιουζές Πεζάς και ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης, προσπάθησαν να τον αποφυλακίσουν αλλά οι οθωμανικές αρχές ήταν ανένδοτες, καθώς εκκρεμούσαν σε βάρος του πολλές καταδίκες. Ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης πέτυχε συμφωνία με τους Οθωμανούς, ώστε να αποφυλακιστεί ο Κώττας με αντάλλαγμα την υπηρεσία του στον οθωμανικό στρατό, κάτι που ο ίδιος φυσικά αρνήθηκε. Ο απαγχονισμός του αποφασίστηκε για το πρωινό της 27ης Σεπτεμβρίου του 1905. Απαίτησε να του φέρουν Έλληνα ορθόδοξο ιερέα που τον μετάλαβε και στη συνέχεια οδηγήθηκε στην πλατεία Ατ Παζάρ της πόλης του Μοναστηρίου. Κατά τη διαδρομή έως την πλατεία ο Κώττας Χρήστου, σε μια απέλπιδα προσπάθεια, ξέφυγε από τους φρουρούς του και διέφυγε στα στενά σοκάκια της πόλης. Ακολούθησε τεράστια κινητοποίηση των Οθωμανικών δυνάμεων και ανθρωποκυνηγητό στους δρόμους της πόλης και τελικά συνελήφθη. Οδηγήθηκε τελικά στην πλατεία Ατ Παζάρ και εκεί ο Κώττας απαίτησε να του λύσουν τα χέρια. Ανέβηκε μόνος του στο ικρίωμα και αποφασισμένος, αφού φώναξε για τελευταία φορά Ντα ζίβι Γκ(ά)ρτσια! (Ζήτω η Ελλάς), ή «Ζήτω το έθνος!» κλώτσησε μόνος του το υποπόδιο.

Κριτική του έργου του Κώττα

Ο Κώττας ενσάρκωσε για την περίοδο 1901 – 1904 τον πρωτοπόρο Έλληνα μαχητή που κυριάρχησε στο προσκήνιο της νεώτερης ελληνικής ιστορίας στο μεταίχμιο δύο κρίσιμων αιώνων. Ξεκίνησε ήδη τη δράση του από τη Μακεδονική Επανάσταση του 1896 και μετά την αποτυχία της, ελλείψει οποιασδήποτε βοήθειας από τις επίσημες ελληνικές αρχές (κράτος, εκκλησία) ακολούθησε ανεξάρτητη δράση. Ειλικρινής υποστηρικτής της ελληνοβουλγαρικής συνεργασίας για τη Μακεδονία, (συνήθιζε να λέει: ας σκοτώσουμε πρώτα την αρκούδα και για το τομάρι είναι εύκολο να το μοιράσουμε.), συμμετείχε αρχικά σε πολλαπλές κοινές επιχειρήσεις με την ΕΜΕΟ, αλλά διαχώρισε τη θέση του όταν η βουλγαρική οργάνωση έθεσε ως προτεραιότητα την εκκαθάριση των Ελλήνων. Στη συνέχεια αποδύθηκε σε σκληρό αγώνα κατά του βουλγαρικού Κομιτάτου και ιδιαίτερα κατά κομιτατζήδων που επιδίδονταν σε αγριότητες σε βάρος Ελλήνων αλλά και άλλων Χριστιανών. Ήδη από το 1901 αποτελούσε τον κυριότερο εχθρό των Βουλγάρων στη Βορειοδυτική Μακεδονία. Η ηγετική του παρουσία στην περιοχή και η μεγάλη επιρροή που ασκούσε σε μεγάλους πληθυσμούς, τον κατέστησαν τον βασικό εκφραστή της ελληνικής ιδέας στην περιοχή και διατήρησε άσβεστη την ελπίδα των Ελλήνων κατοίκων ανυψώνοντας το ηθικό τους σε περιόδους που η βουλγαρική τρομοκρατία ήταν ολοκληρωτική. Έτσι, όταν το 1901 μπόρεσε να εδραιωθεί εξασφαλίζοντας την υποστήριξη της Μητρόπολης Καστοριάς, αλλά και του ελληνικού κράτους, μέσω του προξενείου του Μοναστηρίου, αντιμετώπισε το Κομιτάτο επί ίσοις όροις και μπόρεσε να ασκήσει την προσωπική του πολιτική επιλογή που ήταν η εξεύρεση κοινού πλαισίου δράσης μεταξύ όλων των Χριστιανών. Ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης τον χαρακτήριζε προστάτη των Χριστιανών και φόβητρο των Βουλγάρων. Η επικράτηση των ακραίων στοιχείων στην ΕΜΕΟ που ακολούθησε τη βουλγαρική διαμάχη μεταξύ Σεντραλιστών (αυτονομιστών) και Βερχοβιστών (της Ανώτατης Επιτροπής), οδήγησε σε σκλήρυνση της στάσης κατά των Ελλήνων με αποκορύφωμα την Εξέγερση του Ίλιντεν, κάτι που ο Κώττας προσπάθησε να αποτρέψει. Για αντιστάθμιση των ακραίων βουλγαρικών κινήσεων ,προκάλεσε την επίσημη εμπλοκή του ελληνικού κράτους με την επίσκεψή του στην Αθήνα και τη συνάντησή του με τον διάδοχο Κωνσταντίνο. Ήταν σαφές όμως, ότι η συσσωρευμένη κατάσταση ήταν μοιραίο να οδηγήσει στα άκρα, κάτι που ο Κώττας δεν μπορούσε να παρακολουθήσει. Έως και την ύστατη στιγμή (1904) προσπάθησε να βρει τρόπους συνεννόησης με τοπικούς αρχηγούς της ΕΜΕΟ, κάτι που δεν έγινε αποδεκτό από καμία πλευρά. Η προδοσία εναντίον του ήταν το φυσικό αποτέλεσμα της προσωπικής πολιτικής στρατηγικής του που προσπάθησε να επιβάλει, μέσα σε ιδιαίτερα κρίσιμες συνθήκες. Όταν ο Ευθύμιος Καούδης πληροφορήθηκε τη σύλληψή του, σημείωσε «ελέχθη ότι τον Κώττα τον επρόδωσε ο δεσπότης, πράγμα που δυσκολεύομαι να πιστέψω. Αλλά λάθη έγιναν τόσα πολλά…». Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του, έγινε αντιληπτό το δυσαναπλήρωτο κενό που άφηνε πίσω του, γι αυτό και ο μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης ουδέποτε παραδέχτηκε την προδοσία. Προσπάθησε μάλιστα έως το τέλος να τον αποφυλακίσει. Η θυσία του συγκίνησε τους Μακεδόνες και αποτέλεσε την έναρξη της ελληνικής αντεπίθεσης στη Μακεδονία. Για τη συνολική του δράση και το τέλος του, υμνήθηκε από τη λαϊκή μούσα. Έχει διασωθεί ένα δημοτικό τραγούδι στα αλβανικά και δύο στα ελληνικά.

Για τη ζωή του Κώττα δεν υπάρχουν αξιόπιστες πληροφορίες, αλλά προέρχονται κυρίως από ανθρώπους που λίγο μόνο τον γνώρισαν, όπως ο Γερμανός Καραβαγγέλης, ο οποίος στα απομνημονεύματα του αυτοπεριορίζεται και δεν προσφέρει παρά τις ελάχιστες δυνατές πληροφορίες, επειδή ο Κώττας είχε εν τω μεταξύ λάβει θέση στο πάνθεο των Ελλήνων ηρώων. Ήταν ένας από τους τελευταίος και πλέον χαρακτηριστικούς εκπροσώπους της κλέφτικης παράδοσης της περιοχής. Οι στόχοι του Κώττα δεν είναι εύκολα καθορίσιμοι. Θεωρείται Έλληνας ήρωας από τους Έλληνες, αλλά φιλοχρήματος οπλαρχηγός από τους Σλάβους. Η συμπαράταξή του, πρώτα με την ΕΜΕΟ και αργότερα με την ελληνική πλευρά, δεν αποδεικνύει ότι απέβλεπε μόνο στις υλικές απολαβές που ανέμενε ένας οπλαρχηγός σε τέτοιες περιπτώσεις, αλλά μάλλον ότι κύριος στόχος του ήταν η απελευθέρωση από την Οθωμανική αυτοκρατορία,. Παρά την απέχθεια που προξενούσε σε πατριώτες αξιωματικούς και αρχιερείς ο τυχοδιωκτισμός που επεδείκνυε, και παρά την ανακούφιση που τους προκάλεσε η σύλληψη και η εκτέλεσή του από τους Τούρκους, όλοι οι οπλαρχηγοί τον αναγνώριζαν ως αρχηγό των ατάκτων. Η σύνταξή του με μία πλευρά, την ελληνική, περισσότερο απ’ ότι συνηθιζόταν σε ανθρώπους της συνομοταξίας του, δεν του επέτρεπε να δρα ως παραδοσιακός καπετάνιος και δεν ήταν δυνατό να μείνει επί μακρόν χωρίς συνέπειες. Τόσο νεκρός όσο και ζωντανός, ο Κώττας δύσκολα μπορεί να στρατευθεί σε μία εθνική παράταξη ή ιστορία.

Δημόσια μνήμη

Προς τιμήν του υπάρχει η οδός Κώττα Ρούλια στη περιοχή του Παλαιού Σταθμού στη Θεσσαλονίκη και οδός Κώττα στην Αθήνα όπως και σε άλλες πόλεις (Καβάλα, Έδεσσα, Καστοριά, Κορδελιό, Πυλαία κ.α.), ενώ προτομές του ανεγέρθηκαν στην πατρίδα του Ρούλια που σήμερα φέρει το όνομά του, στη Φλώρινα, κ.α. Ακόμη, το σπίτι στο χωριό του έχει μετατραπεί σε Μουσείο Καπετάν Κώττα.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Κώττας_Χρήστου

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Ο Άρμεν Κούπτσιος (1885-1905)

Ο Άρμεν Κούπτσιος γεννήθηκε στον Βώλακα της Δράμας το 1885. Γνωρίστηκε με τον Έλληνα Μακεδονομάχο Καπετάν-Νταή, όταν εκείνος ως δάσκαλος στην Προσοτσάνη Δράμας, μυστικά οργάνωνε τον αγώνα στη Δράμα. Σε αυτόν αποκάλυψε ο Άρμεν τη θέλησή του να αγωνιστεί έως θανάτου για την πατρίδα.

Ο Άρμεν Κούπτσιος, ο μικρότερος σε ηλικία Μακεδονομάχος.
Ο Άρμεν Κούπτσιος

Η μύηση του Άρμεν Κούπτσιου

Ο Αρχιδιάκονος του Μητροπολίτη Δράμας και αργότερα Σμύρνης Χρυσοστόμου, Θεμιστοκλής Χατζησταύρου, ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, στο «Μακεδονικόν Ήμερολόγιον» του 1965, καταθέτει την εξής μαρτυρία: «Ή Οργάνωσις πού εμυούσε τούς Έλληνας ήταν εντελώς μυστική. Τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο προσπαθούσαμε να τον κρατούμε μακρυά από τον κίνδυνο. Αποφεύγαμε να τον ανακατεύωμε φαινομενικά στην Οργάνωση. Θέλαμε να τον προφυλάξωμε από τον κίνδυνο, πού τον οδηγούσεν ό ορμητικός χαρακτήρας του και ό φλογερός πατριωτισμός του. Γενικός αρχηγός στην Οργάνωση ήταν ο Ίων Δραγούμης. Την πρωτοβουλία στην ορκωμοσία των μυουμένων στη Δράμα την είχα εγώ. Εγώ ήμουν πού ώρκισα τον Άρμεν και τον πατέρα του από τον Βώλακα, καθώς και τον Βαλαβάνη από την Πλεύνα. Τούς δίναμε και όπλα».

Η δράση του Άρμεν Κούπτσιου

Ο Άρμεν έγινε ένας από τούς πλέον έμπιστους ανθρώπους του Χρυσοστόμου και εντάχθηκε στα ανταρτικά σώματα που επιχειρούσαν στην περιοχή τής Δράμας. Με τις αντάρτικες ομάδες τους οι μακεδονομάχοι της Δράμας ήρθαν πολλές φορές σε σύγκρουση με τις πολυμελείς και καλά εξοπλισμένες ομάδες των κομιτατζήδων, στις όποιες επέφεραν σημαντικές απώλειες.

Το μαρτυρικό τέλος του Άρμεν Κούπτσιου

Ο θάνατος του Άρμεν συνδέεται με τον ερχομό του Βούλγαρου αρχικομιτατζή Πλάτσεφ στη Δράμα, τον Ιούνιο του 1905. Τον απέστειλε το Βουλγαρικό κομιτάτο για να οργανώσει την εκτέλεση Ελλήνων προκρίτων και αγωνιστών πού δημιουργούσαν προβλήματα στο βουλγαρικό καθεστώς. Δόθηκε εντολή στον Άρμεν και την ομάδα του να τον εξοντώσει.

Ό Άρμεν με τον Νάκο Βογιατζή και τον Πέτρο Μάντζα του έστησαν ενέδρα στη θέση Τσομπάνκα, στη σημερινή Λαυρεντιανή Μονή. Ό Πλάτσεφ έπεσε στην παγίδα καιοό Άρμεν του ζήτησε να αφήσει το όπλο του και να παραδοθεί. Εκείνος όμως τον πυροβόλησε και ο Άρμεν ανταπέδωσε την επίθεση. Πυροβολώντας ο Άρμεν, άφησε τον Πλάτσεφ νεκρό. Στους πυροβολισμούς έσπευσαν έφιπποι Τούρκοι αστυνομικοί και ο τουρκαλβανός επιστάτης από τον Καλό Αγρό Δράμας. Ο Άρμεν φρόντισε πυροβολώντας να αποσπάσει την προσοχή των Τούρκων, ώστε να μπορέσουν να ξεφύγουν οι σύντροφοι του, οι όποιοι και τελικά κατάφεραν να διαφύγουν. Και βλέπουμε και εδώ ξεκάθαρα την παλικαριά και το μεγαλείο αυτού του παιδιού, πού προτίμησε να θυσιαστεί ο ίδιος για να σωθούν οι σύντροφοι του. Ο Άρμεν θα μπορούσε να συγκρουστεί με τους Τούρκους που τον κατεδίωκαν. Δεν πυροβόλησε όμως κανέναν από αυτούς, για να μη δημιουργήσει προβλήματα στον Μητροπολίτη Δράμας Χρυσόστομο, τον οποίο οι Τούρκοι θεωρούσαν υπεύθυνο και ταλαιπωρούσαν αφάνταστα για το θάνατο κάθε στρατιώτη τους.

Η Δράμα συγκλονίστηκε, όταν μαθεύτηκε το νέο, γιατί ό Άρμεν ήταν παντού γνωστός και ιδιαίτερα αγαπητός. Έγιναν πολλές ενέργειες από τον Χρυσόστομο και από άλλους πολλούς Δραμινούς την απελευθέρωση του, άλλα μάταια. Στην ανάκριση ο Άρμεν βασανίστηκε για να αποκαλύψει πρόσωπα και πράγματα. Καθώς δεν αποκάλυπτε τίποτα οι Τούρκοι τον μετέφεραν στη Θεσσαλονίκη, για να δικαστεί. Το ειδικό τουρκικό Στρατοδικείο της Θεσσαλονίκης τον καταδίκασε σε θάνατο δια απαγχονισμού. Ο Άρμεν επέστρεψε και πάλι στη Δράμα για να επισφραγίσει την μικρή αλλά ένδοξη και τίμια ζωή του με τον μαρτυρικό του θάνατο.

Ο Χρυσόστομος και το Ελληνικό Κέντρο, σε μία ύστατη προσπάθεια, οργάνωσαν σχέδιο αποδράσεως του Άρμεν. Το σχέδιο προέβλεπε άνδρες της Οργανώσεως, ένοπλοι και κρυμμένοι μέσα στο πλήθος, να επιτεθούν εναντίον της φρουράς πού θα μετέφερε τον Άρμεν στον τόπο του απαγχονισμού και να τον ελευθερώσουν. Ωστόσο το προδόθηκε σχέδιο στους Τούρκους, οι οποίοι άλλαξαν το δρομολόγιο και την ώρα της εκτέλεσης.

Στις 14 Σεπτεμβρίου 1905 ο εικοσάχρονος Άρμεν Κούπτσιος οδηγήθηκε από τους Τούρκους στον πλάτανο της πλατείας της Δράμας, όπου και εκτελέστηκε με απαγχονισμό.

Προτομή του Άρμεν Κούπτσιου στην κεντρική πλατεία της Δράμας.
Ο Άρμεν Κούπτσιος

Η Δράμα θυμάται και τιμά τον Άρμεν Κούπτσιο

Ο πατέρας του Άρμεν παρακολούθησε τη σκηνή της εκτέλεσης. Βρήκε παρηγοριά στον μαρτυρικό Μητροπολίτη Χρυσόστομο, πού με δάκρυα τον υποδέχθηκε στη Μητρόπολη. Εκεί πατέρας φέρεται να λέει στον Μητροπολίτη Δράμας Χρυσόστομο: «Δεν κλαίω πού έχασα το παιδί μου, κλαίω πού εσύ έχασες το πρωτοπαλίκαρο σου». Ήταν και ο πατέρας του Άρμεν δοσμένος στον αγώνα. Όταν το 1916 οι Βούλγαροι ξανάρθαν στη Δράμα ως κατοχικός στρατός (Β’ Βουλγαρική Κατοχή), συνέλαβαν τον πατέρα του Άρμεν και αφού τον βασάνισαν για μήνες, αν και ήταν ήδη μεγάλος στην ηλικία, τον έριξαν μέσα σε ένα ξεροπήγαδο έξω από την Δράμα, οπού και πέθανε. Τότε κόψανε και τον μεγάλο πλάτανο της πλατείας, για να μην υπάρχει τίποτα πού να θυμίζει στους Δραμινούς την θυσία του νεώτερου στην ηλικία Έλληνα Μακεδονομάχου που μαρτύρησε. Αργότερα, μετά την Απελευθέρωση, στον τόπο τη θυσίας στην πλατεία ανεγέρθηκε η προτομή του Άρμεν Κούπτσιου και δίπλα φυτεύτηκε εκ νέου ένας πλάτανος σε ανάμνηση του μαρτυρίου του. Επίσης προτομή του ανεγέρθηκε στον τόπο καταγωγής του, τον Βώλακα. Η κεντρική οδός της Δράμας φέρει το όνομα του. Κάθε χρόνο οργανώνονται εκδηλώσεις προς τιμήν του στην Κοινότητα του Βώλακα, ενώ διεξάγεται και αγώνας δρόμου, με την επωνυμία «Δρόμος Θυσίας», που αφετηρία έχει την Δράμα και τερματισμό τον Βώλακα.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Άρμεν_Κούπτσιος

Please follow and like us:
error0