Η Νάουσα (500π.Χ.-…)

Πιστεύεται ότι η Νάουσα κατέχει τη θέση του αρχαίου Κιτίου. Το 1929 είχε αποκαλυφθεί στην περιοχή δάπεδο αρχαίας κατοικίας που είχε καλυφθεί με μωσαϊκά του 5ου και του 4ου αιώνα π.Χ. Η θέση όμως αυτή είχε εγκαταλειφθεί.

Η Νάουσα
Η Αράπιτσα που διαρρέει τη Νάουσα

Στο πρώτο μισό του 15ου αιώνα μ.Χ., ένας Τούρκος λόγιος κατόρθωσε να να αποσπάσει προνόμια για εκείνους που ήθελαν να κατοικήσουν στην περιοχή, κτίζοντας νέα πόλη. Οι πόλεμοι και οι λεηλασίες είχαν ερημώσει τον τόπο που χρειαζόταν χέρια για να δουλευτεί. Ο Τούρκος λόγιος εξασφάλισε ότι στη νέα πόλη δεν θα κατοικούσε κανένας Οθωμανός παρά μόνο ο στρατιωτικός διοικητής και ο καδής. Οι κάτοικοι θα πλήρωναν ελάχιστους φόρους που θα πήγαιναν στο βακούφι του Εβρενός στα Γιαννιτσά και θα είχαν το δικαίωμα να αυτοδιοικούνται.

Η νέα πόλη ονομάστηκε Νιάουστα. Κατά μία εκδοχή, από παραφθορά της βυζαντινής Νέας Αυγούστας. Κατά μία άλλη, επειδή ο κύριος όγκος των κατοίκων απαρτίστηκε από πρόσφυγες από την Παλιανιάουστα.

Η φυσική οχύρωση της θέσης της εξασφάλιζε την ησυχία από τα κατά καιρούς διερχόμενα μπουλούκια ενόπλων. Τα προνόμια, η έλλειψη απευθείας παρουσίας του δυνάστη και η εργατικότητα των νέων κατοίκων, μετέτρεψαν τη Νάουσα σε βιομηχανικό και εμπορικό κέντρο με διασυνδέσεις και με το εξωτερικό (Αυστρία). Κρασί, υφαντική και βαφική, αλλά και λεπτουργία, χρυσοχοΐα και οπλοποιία ήταν οι κύριες δραστηριότητες των Ναουσαίων. Κάποια στιγμή η Νάουσα αριθμούσε χίλια σπίτια με πληθυσμό αμιγώς ελληνικό.

Όπως συνέβη και στην Κοζάνη, στα τέλη του 18ου αιώνα,οι Ναουσαίοι είχαν μοιραστεί σε δύο στρατόπεδα: των συντηρητικών και των προοδευτικών. Οι συντηρητικοί της Νάουσας, με αρχηγό το Μάμαντα, ζήτησαν τη βοήθεια του Αλή Πασά. Οι προοδευτικού με αρχηγό τον Ζαφειράκη, προσέφυγαν σε Τούρκους μπέηδες της Θεσσαλονίκης. Ο Αλή Πασάς έσπευσε να βοηθήσει τους συντηρητικούς στα 1804, κυριεύοντας τη Νάουσα και λεηλατώντας την. Την κράτησε υπό την κατοχή του ως τα 1816, οπότε υποχρεώθηκε να πάρει τα στρατεύματα του από εκεί.

Στα 1822 καθώς η Ελληνική Επανάσταση συμπλήρωνε σχεδόν ένα χρόνο στην Πελοπόννησο και τη Ρούμελη, οι Φιλικοί διέτρεχαν την υπόλοιπη Ελλάδα, προσπαθώντας να ξεσηκώσουν και τους Έλληνες της Μακεδονίας. Ο ξεσηκωμός στη Χαλκιδική ατύχησε αλλά οι προσπάθειες για μια νέα απόπειρα συνεχίστηκαν εντατικά.

Οι Τούρκοι το έμαθαν και διέταξαν να γίνει απογραφή του πληθυσμού, ώστε να εντοπίσουν τους νεοφερμένους στις μακεδονικές επαρχίες. Όταν ξεσηκώθηκαν και τα χωριά του Ολύμπου, οι Τούρκοι ζήτησαν από τις οικογένειες των προκρίτων της Μακεδονίας να στείλουν ομήρους. Έτσι μόνο θα έπειθαν ότι ήταν νομοταγείς. Πολλοί πειθάρχησαν κι άλλοι αρνήθηκαν με διάφορες δικαιολογίες. Στη Νάουσα έγινε σύσκεψη. Ο μυημένος στη Φιλική Εταιρεία Ζαφειράκης, ο Άγγελος Γάτσος και ο οπλαρχηγός Καρατάσος αποφάσισαν να επισπεύσουν την Επανάσταση. Με λίγους άνδρες, κυρίευσαν την πόλη και ύψωσαν την ελληνική σημαία, στις 22 Φεβρουαρίου 1822, στο κάστρο. Γάτσος και Καρατάσος, με 1800 άνδρες, πήγαν να καταλάβουν τη Βέροια που ήταν κλειδί στην περιοχή. Στη μάχη που ακολούθησε οι Έλληνες νίκησαν.

Από τη Θεσσαλονίκη όμως, ξεκίνησε στρατός με 16.000 Τούρκους. Οι Έλληνες υποχώρησαν στη μονή Δοβρά, όπου και οχυρώθηκαν. Εκεί, απέκρουσαν επίθεση 4.000 ανδρών και σκότωσαν 500 από αυτούς. Αλλά η θέση δεν θα μπορούσε να κρατηθεί για πολύ. Γύρισαν στη Νάουσα, όπου μπορούσαν να οργανώσουν την άμυνα τους.

Οι Τούρκοι έκαναν αλλεπάλληλες επιθέσεις κατά της πόλης. Αποκρούστηκαν όλες με ηρωισμό. Τότε προχώρησαν σε άλλες μεθόδους Πλησίασαν τους συντηρητικούς αντιπάλους του Ζαφειράκη και τους έπεισαν να βοηθήσουν. Στις 13 Απριλίου οι Τούρκοι έκαναν γενική έφοδο. Την κατάλληλη στιγμή, κάποιος από τους μιλημένους άνοιξε την πύλη του Αγίου Γεωργίου. Οι Τούρκοι μπήκαν μέσα στην πόλη, όπου ακολούθησαν φοβερές οδομαχίες και σφαγές. Τρεις χιλιάδες Έλληνες σκοτώθηκαν εκείνη τη μέρα.

Ο Ζαφειράκης κατάφερε να φτάσει στον πύργο του και να οχυρωθεί εκεί. Στον πύργο είχαν οχυρωθεί και πολλά γυναικόπαιδα. Έφτασαν και ο Γάτσος με τον Καρατάσο. Η κατάσταση ήταν απελπιστική. Αμύνθηκαν τέσσερις μέρες.

Στις 17 Απριλίου του 1822 αποφάσισαν έξοδο. Με ηρωισμό, έσπασαν τον κλοιό. Ο Καρατάσος, ο Γάτσος και 300 άνδρες πέρασαν και κατέβηκαν στο Μεσολόγγι. Ο Ζαφειράκης κι ο γιος του Καρατάσου έπεσαν στη μάχη. Τα κεφάλια τους στάλθηκαν στο Σουλτάνο. Τα γυναικόπαιδα δεν τα κατάφεραν. Οι Τούρκοι μπήκαν στον Πύργο κι άρχισαν να σφάζουν και να βιάζουν. Τότε, 13 κορίτσια της Νάουσας, μανάδες και παιδιά συγκεντρώθηκαν στη γέφυρα του Αραπίτσα, πάνω από τον καταρράκτη. Καθώς οι Τούρκοι τις πλησίαζαν, ρίχθηκαν στο ποτάμι προτιμώντας το θάνατο από την ατίμωση.

Μετά το πνίξιμο της Επανάστασης η Νάουσα γνώρισε την καταστροφή. Η πόλη ισοπεδώθηκε, πολλοί κάτοικοι σφαγιάστηκαν, άλλοι στάλθηκαν στα σκλαβοπάζαρα. Τα προνόμια ανακλήθηκαν.

Η Νάουσα βουτήχθηκε στη φτώχεια και στην απελπισία. Για πολύ λίγο. Σύντομα, ο εναπομείνας πληθυσμός ξαναγύρισε στις παλιές ασχολίες του. Νέα εργαστήρια υφαντικής και νηματουργίας υψώθηκαν. Το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα νέα εργοστάσια χτίστηκαν: κλωστοϋφαντουργίας, νηματουργίας και κλωστήρια. Οι ρυθμοί ανάπτυξης επιταχύνθηκαν, οι αγορές της Δυτικής Ευρώπης άνοιξαν πάλι, η πόλη ευημερούσε.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, η Νάουσα είχε εξελιχθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα βιομηχανικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με τους Ναουσαίους να οργανώνονται στο «Κέντρο Άμυνας Ναούσης» στη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα. Ο ελληνικός στρατός μπήκε στη Νάουσα και την απελευθέρωσε στις 17 Οκτωβρίου 1912, μια μέρα μετά την απελευθέρωση της Βέροιας.

Στα 1922, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η πόλη μπολιάστηκε με πολλούς πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν εκεί καθώς και στα γύρω χωριά. Στα 1955, χαρακτηρίστηκε ηρωική πόλη, όπως το Μεσολόγγι, το Σούλι, το Αρκάδι.

Από τη δεκαετία του 1950 και μετά ανθεί η κλωστοϋφαντουργία και νέες καλλιέργειες στον αγροτικό τομέα συντελούν στην παραπέρα ανάπτυξη της πόλης. Ο δασικός πλούτος του Βερμίου αξιοποιείται κατάλληλα. Αναπτύχθηκε και ο χειμερινός τουρισμός με τα χιονοδρομικά κέντρα στο Σέλι και Τρία Πέντε Πηγάδια.

Πηγή: http://www.enet.gr

Η Φλογέρα του Βασιλιά (1886-1910)

Η Φλογέρα του Βασιλιά είναι έργο του Κωστή Παλαμά. Διαδραματίζεται στο Βυζάντιο και αφηγείται το ταξίδι του Βασίλειου Β’ (Βουλγαροκτόνου) στην Αθήνα. Κεντρικό σημείο του έργου είναι το προσκύνημα του αυτοκράτορα στον Παρθενώνα, που έχει γίνει ναός της Παναγίας. Αυτό συμβολίζει για τον ποιητή τη σύνθεση και την ενότητα όλης της ιστορίας του Ελληνισμού, αρχαίας, βυζαντινής και σύγχρονης. Η έμπνευση της Φλογέρας του Βασιλιά είναι αποτέλεσμα και του ανανεωμένου τότε ενδιαφέροντος για το Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αλλά κυρίως του Μακεδονικού Αγώνα.

Αφού μετά από σκληρούς και μακροχρόνιους πολέμους ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος συνέτριψε τους Βουλγάρους, αποφασίζει να κατεβεί με το στρατό του στην Αθήνα και να προσκυνήσει την εκκλησία της Παναγιάς της Αθηνιώτισσας, όπως είχε τότε μετονομαστεί ο Παρθενώνας. Ο ποιητής συνθέτει θριαμβικούς ύμνους για τους ελληνικούς τόπους, από όπου πέρασε ο στρατός του νικητή βασιλιά.

Για τον Κωστή Παλαμά ο Ελληνισμός είναι ένα δυναμικά ιστορικό φαινόμενο, που μέσα στη ροή του χρόνου, παθαίνει μεταπτώσεις και που μοιραία αλλοιώνεται αλλά και παραμένει σε αγωνιστική δημιουργική και φωτοβόλα ετοιμότητα, για να δεχτεί αλλά και να αφομοιώσει, καινούργιες ιδέες και κανόνες. 

Ο Παλαμάς έχει λόγο και είναι πάντα επίκαιρος. Και εδώ στη «Φλογέρα» μιλά για το «Μακεδονικό». Η φλογέρα, αυτό το ταπεινό σουραύλι – όπως γράφει ο Παπανούτσος – εκείνο το ελεεινό περίπαιγμα στο στόμα του, θα δώσει τα συμβολικά μηνύματα της. Σε ένα δοξαστικό τόνο ο ποιητής, με πολύ λυρισμό μαχόμενος, καταγράφει τα θέματά του στη Φλογέρα του Βασιλιά σε 12 Λόγους. Από τους τρεις Λόγους, οι δύο πρώτοι αναφέρονται στο παρελθόν. Ο τρίτος είναι ο Λόγος που αναφέρεται στο μέλλον. Και μιλά για ένα κοινωνικό ξεσηκωμό. Ο βασιλιάς ανατριχιάζει στον προφητικό Λόγο. Και αυτός, ο βασιλιάς – λείψανο, το πνεύμα του πολέμου, δίνει υπόσχεση συμπαράστασης στη βασανισμένη Ρωμιοσύνη. Μια πορεία, που ποτέ δεν διαγράφει μια γραμμή χωρίς σκαμπανεβάσματα χαρές και δυστυχίες, νίκες και ήττες, σε μια εναλλαγή φάσεων, σε μια συνεχιζόμενη διαλεκτική σύγκρουση, στο όραμα της φυσικής εξέλιξης.

Η Φλογέρα του Βασιλιά

Η Φλογέρα του Βασιλιά

Πρόλογος

Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μεσ’ στη Χώρα.

Στήν εκκλησιά, στον κλίβανο, στο σπίτι, στ’ αργαστήρι,
παντού, στο κάστρο, στην καρδιά,τ’ αποκαΐδια, οι στάχτες.
Πάει κι ο ψωμάς, πάει κι ο χαλκιάς,πάει κ’ η γυναίκα, πάνε
τα παλληκάρια, οι λειτουργοί, και του ρυθμού οι τεχνίτες,
του Λόγου και οι προφήτες.
Τα χέρια είναι παράλυτα, και τα σφυριά παρμένα
και δε σφυροκοπά κανείς τ’ άρματα και τ’ αλέτρια,
κ’ η φούχτα κάποιου ζυμωτή λίγο σιτάρι αν κλείσει,
δεν βρίσκει την πυρή ψυχή ψωμί για να το κάμει.
Κι από κατάκρυα χόβολη μεστή η γωνιά, κι ακόμα [10]
και πιο πολύ από τη γωνιάπου του σπιτιού η καρδιά είναι,
κακοκατάντησε η καρδιά του ανθρώπου. Κρίμα. Κρίμα.
Σκοτεινό ρέπιο κ’ η εκκλησιά, και δίχως πολεμίστρες
το κάστρο, και χορτάριασε κ’ έγινε βοσκοτόπι.
Κι ο μέγας Έρωτας μακριά, και ειν’ άβουλος ο άντρας
κι άπραχτος, και στο πλάϊ του χαμοσυρτή η γυναίκα
κυρά της έχει τη σκλαβιά και δούλο της το ψέμα.
Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μεσ’ στη Χώρα.

Τραγούδι των ηρώων! Εμπρός, τραγούδι των ηρώων! 20
Απάνου από τ’ απόσταχτα, άναψε, ω φλόγα, λάμψε.
Κανένα χέρι δε θα διείς απάνου σου ν’ απλώσει,
να θρέψη σε, να ζεσταθεί, να πάρει απ’ το θυμό σου,
να σπείρει σε στην εκκλησιά, στον κλίβανο, στο σπίτι,
να σε φωλιάσει στην καρδιά, στο κάστρο, στ’ αργαστήρι.
Φλόγα, εσύ τότε αβοήθητη κ’ έρμη εσύ φλόγα,κρύψου,
και κάμε τη μνημούρι σου τη στάχτη,και μη σβήσεις!
Γιατί θα ρθεί κάποιος καιρός,και κάποια αυγή θα φέξη,
και θα φυσήξει μια πνοή μεγαλοδύναμη· άκου!
Από ποιο στόμα ή από ποιο χάος θα χυθεί; Δεν ξέρω. [30]
Μπορεί από την ανατολή, μπορεί κι από τη Δύση,
ποιος ξέρει μην απ’ το βορία, μην απ’ τα Μεσημέρια·
τάχα θα βγει απ’ τα τάρταρα, για θα ριχτή από τ’ άστρα;
Δεν ξέρω· ξέρω πως θα ρθεί,και με το πέρασμά της,
μέγα και θείο και μυστικό κι αξήγητο, θα σκύψουν
οι κορφές όλες, οι φωτιές θα ξαναδώσουν όλες.
Στην εκκλησία, στον κλίβανο, στο σπίτι, στ’ αργαστήρι,
στο κάστρο, στην καρδιά, παντού, στ’ αποκαΐδια, Απρίλης!
Και σα θεών αγάλματα θαματουργά πλασμένα
να ηχολογάνε μουσικά, σαν τα φυλή ο κυρ Ήλιος, [40]
(Απόλλωνας αυτός, Χριστός θαρρώ,ή Διόνυσος νομίζω·
Ορφέας λένε οι πυρές όλοι τους ένας είναι)
και σα χλωρά ισκιερόδεντρα που δεν τους απολείπουν
ζαχαροστάλαχτοι καρποί χειμώνα καλοκαίρι,
να! να! ο ψωμάς, και να ο χαλκιάς, να και η γυναίκα, να τα,
τα παλληκάρια, οι λειτουργοί,να του ρυθμού οι τεχνίτες,
του Λόγου να οι προφήτες!
Κι όταν τριγύρω σου οι φωτιές ανάψουν πάλε οι πλάστρες,
ξαναζωντάνεψε κ’ εσύ και ρίξου, ω φλόγα, ω φλόγα,
και κύλησε και πέρασε στα διάπλατα της Χώρας,
και στης ψυχής τ’ απόβαθα, και πλάσε τα και ζήσ’ τα,
γιομάτα ροδοκόκκινα παιδιά τα καρδιοχτύπια, [50]
και πλάσε τους και ζήσε τους κάποιους καημούς πατέρες,
και κάποιες γνώμες πλάσε τις και ζήσε τις μητέρες,
και κάμε αδέρφια τα όνειρα και τα έργα!Εμπρός, τραγούδι!

Σβησμένες όλες οι φωτιές, τραγούδι των ηρώων!

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης (1866-1935)

Αν και συνέδεσε το όνομά του τόσο με τον Μακεδονικό Αγώνα όσο και με το αντάρτικο του Πόντου, ο Γερμανός Καραβαγγέλης έφυγε από τη ζωή στις 11 Φεβρουαρίου 1935 «με περίλυπη έως θανάτου την ψυχή», όπως είχε γράψει στ’ απομνημονεύματά του. Από τη Βιέννη, «τον τόπο εξορίας» κατά τον ίδιο, πρόφτασε και είδε να πραγματοποιείται το όνειρό του για το οποίο τόσο σκληρά εργάστηκε, η απελευθέρωση της Μακεδονίας. Το ελληνικό κράτος, όμως, αρνήθηκε να πληρώσει ακόμα και τα έξοδα της κηδείας του, με αποτέλεσμα τα λείψανά του να επιστρέψουν στην Καστοριά το 1959!

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης

Ο Βίος του Γερμανού Καραβαγγέλη

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης γεννήθηκε στη Στύψη της Λέσβου το 1866 και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο Αδραμύττιο της Μικράς Ασίας. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολής της Χάλκης, απ’ όπου αποφοίτησε το 1888, χειροτονήθηκε διάκονος και έφυγε για τη Λειψία και τη Βόννη για σπουδές στη Φιλοσοφία και στη Θεολογία. Το 1891 διορίστηκε καθηγητής στη Σχολή της Χάλκης, το 1896 εξελέγη επίσκοπος Χαριουπόλεως και αρχιερατικός προϊστάμενος της κοινότητας Σταυροδρομίου.

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης και ο Μακεδονικός Αγώνας

Το πρώτο κεφάλαιο στην πολυτάραχη ζωή του ξεκίνησε να γράφεται το 1900 όταν σε ηλικία 34 ετών εξελέγη μητροπολίτης Καστοριάς. Υπό την καθοδήγηση του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ Γ’, του πνευματικού ηγέτη του Μακεδονικού Αγώνα, ανέλαβε καθοριστικό ρόλο στη στήριξη του ελληνικού πληθυσμού που δοκιμαζόταν από τη δράση του βουλγαρικού κομιτάτου.

Χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Κώστας Γεωργίου, ο μητροπολίτης Καστοριάς ανέπτυξε πρωτοφανή δραστηριότητα συνεπικουρούμενος από τον Ίωνα Δραγούμη και τον πρόξενο Λάμπρο Κορομηλά – μεταξύ άλλων, κατάφερε πολλά χωριά και κωμοπόλεις να αποσκιρτήσουν από τη Βουλγαρική Εξαρχία και να επανενταχθούν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, ενώ ζήτησε και την επίσημη παρέμβαση του ελληνικού κράτους στον Αγώνα.

Από κοινού με τον αξιωματικό του ελληνικού στρατού καπετάν Βάρδα, ο μητροπολίτης δημιούργησε τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την εκδίκηση των σφαγών που συγκλόνισαν τότε τον κόσμο. Μεταξύ αυτών των αντιποίνων ήταν και η σφαγή στο Γορίτσανι για την οποία ο ίδιος περιέγραψε: «Το χωριό είχε πάνω από 600 σπίτια. Ήταν οι χειρότεροι Βούλγαροι της επαρχίας μου. Όταν ο Βάρδας αποφάσισε να εφαρμόσει την τιμωρία τους μου έγραψε και εγώ του έστειλα τα ονόματα των δικών μας [σ.σ. πρακτόρων] για να μην τους αγγίζει. Στις παραμονές της 25ης Μαρτίου 1905 αυτός μαζί με 300 άντρες κρύφτηκε στο δάσος που βρισκόταν απέναντι από το χωριό. Πρωί-πρωί μπήκαν στο χωριό και άρχισαν οι τουφεκιές. Σκότωναν και πυρπολούσαν τα σπίτια τους. Εκείνη τη μέρα δολοφονήθηκαν 79 Βούλγαροι και δυστυχώς και μερικοί δικοί μας, σλαβόφωνοι μεν αλλά πολύτιμοι. Οι δικοί μας άνθρωποι δεν έπαθαν πολλές ζημιές επειδή είχα δώσει τον κατάλογο τους στον Βάρδα και αυτοί είχαν κρυφτεί…».

Όμως, η δράση του ενόχλησε και τους Βούλγαρους και τους Τούρκους που ζήτησαν από το Πατριαρχείο την ανάκλησή του. «Η απομάκρυνσή μου από την Καστοριά θεωρήθηκε σαν ένα τραύμα στον Μακεδονικό Αγώνα, μα ο αγώνας βρισκόταν ήδη στο τέλος του», είχε πει.

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης στην Αμάσεια του Πόντου

Το δεύτερο εξίσου σημαντικό κεφάλαιο ξεκίνησε να γράφεται στη Σαμψούντα. Ο Γερμανός Καραβαγγέλης διορίστηκε μητροπολίτης Αμασείας το 1908 και παρέμεινε σε αυτή τη θέση έως το 1922. Στο μεγαλεπήβολο σχέδιο ανάπτυξης της επαρχίας του περιλαμβανόταν η ίδρυση σχολείων και άλλων ευαγών ιδρυμάτων, και η ανέγερση ναών και νέου μητροπολιτικού μεγάρου. Σε μόλις τρία χρόνια έχτισε 115 σχολεία και σχολές. Κυρίως, όμως, με δική του πρωτοβουλία ιδρύθηκε ο «Μιθριδάτης», μια μυστική αντιστασιακή οργάνωση στα πρότυπα της Φιλικής Εταιρείας.

Το 1914 απέτρεψε την πρώτη απόπειρα εγκατάστασης Τούρκων προσφύγων από τα Βαλκάνια σε ελληνικά χωριά της μητρόπολής του, το 1915 διέσωσε αρκετά παιδιά Αρμενίων, το 1916 προφύλαξε τη μαρτυρική Αμισό από τους Τούρκους. Στα σαλόνια ο μητροπολίτης Αμάσειας έκανε διπλωματικό μαραθώνιο, αλλά παράλληλα βοηθούσε το αντάρτικο στον Πόντο.

Επέστρεψε στη θέση του αλλά το 1922, μιας και θεωρούνταν υπ’ αριθμόν ένα εχθρός του Μουσταφά Κεμάλ, καταδικάστηκε σε θάνατο, το ίδιο και οι συνεργάτες του, ο επίσκοπος Ζήλων Ευθύμιος Αγριτέλλης και ο πρωτοσύγκελος Πλάτωνας Αϊβαζίδης. Ο μητροπολίτης ήταν ο μόνος που γλίτωσε καθώς τη στιγμή της καταδίκης ήταν εν πλω επιστρέφοντας από το Βουκουρέστι. Η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου για να τον σώσει τον εξέλεξε μητροπολίτη Ιωαννίνων και με εντολή του Πατριάρχη δεν αποβιβάστηκε στην Κωνσταντινούπολη αλλά στην Αθήνα.

Αν και προτάθηκε για Αρχιεπίσκοπος Αθηνών δεν εξελέγη, όπως παλαιότερα, το 1913 και το 1921, του είχαν αρνηθεί τον πατριαρχικό θρόνο. Ως μητροπολίτης Ιωαννίνων πήγε στην Ήπειρο αποφασισμένος να δώσει «βιομηχανική ώθηση στον τόπο, ώστε ν’ αναχαιτιστεί το ρεύμα εκπατρισμού των Ηπειρωτών». Η «μετάθεσή» ως Έξαρχος Κεντρώας Ευρώπης στη μητρόπολη Ουγγαρίας ήρθε το 1924, μόλις έναν χρόνο μετά την άφιξή του στα Ιωάννινα. Παράλληλα, του έκοψαν στη μέση το μισθό, ενώ τον άφησαν απλήρωτο για μήνες.

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης στ’ απομνημονεύματά του ανέφερε: «Κι έτσι σήμερα κατάντησα να περιφέρομαι σχεδόν άνεργος σ’ ερείπια, εξόριστος απ’ την Καστοριά, απ’ την Αμάσεια, απ’ την Κωνσταντινούπολη, αφού γλίτωσα πολλές φορές τον μαρτυρικό θάνατο στην Τουρκία, και τελικά εξόριστος κι απ’ την Ελλάδα. Ο κληρικός αυτός φαίνεται πως δεν θα ήταν χρήσιμος πια στην Εκκλησία της Ελλάδος και γι’ αυτό έπρεπε να ταλαιπωρηθεί, να εξευτελιστεί, να εξοριστεί τέλος απ’ την ίδια του την πατρίδα, για να πεθάνει μακριά της εξόριστος στην ξένη γη».

Πηγή: http://www.pontos-news.gr/article/175083/san-simera-pethane-o-germanos-karavaggelis-o-ierarhis-toy-makedonikoy-agona

Ο Ευθύμιος Καούδης (1866-1956)

Ο Ευθύμιος Καούδης (1866 – 17 Δεκεμβρίου 1956) ήταν Έλληνας οπλαρχηγός, αρχηγός της πρώτης ομάδας Κρητικών στη Μακεδονία, κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα.

Ο Ευθύμιος Καούδης
Ο Ευθύμιος Καούδης

Ο Βίος του Ευθυμίου Καούδη

Ο Ευθύμιος Καούδης γεννήθηκε το 1866 στο χωριό Καλλικράτης Σφακίων της Κρήτης. Πριν το 1903 εγκατέλειψε την Κρήτη εξαιτίας της δολοφονίας του Βουϊδά, αρχηγού ληστρικής συμμορίας, για την οποία κατηγορήθηκε. Μετά την εγκατάλειψη του χωριού του, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως χτίστης. Με το τέλος των Βαλκανικών πολέμων εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και πέθανε στις 17 Δεκεμβρίου 1956.

Η Πολεμική δραστηριότητα του Ευθυμίου Καούδη

Ο Ευθύμιος Καούδης έδρασε στη Μακεδονία από το 1903 έως το 1906. Στα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα προσαγορευόταν ως  «Γερο – Καούδης» λόγω της ηλικίας αλλά και ως διάκριση στην Επανάσταση του 1895-1897. Στις 6 Μαΐου 1903 μετέβη στη Θεσσαλονίκη και τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς έγινε επικεφαλής ομάδος δέκα ατόμων.

Στη συνέχεια, προχώρησε προς την περιοχή ΦλώριναςΚαστοριάς, όπου παρέμεινε για δύο μήνες περίπου, εργαζόμενος κατά των Βουλγάρων. Τον Αύγουστο του 1903 μεταφέρθηκε με την ομάδα του στο Βόλο και ένα χρόνο αργότερα επέστρεψε ξανά στην Αθήνα.

Το 1904 το νεοσύστατο «Μακεδονικό Κομιτάτο των Αθηνών» του έκανε πρόταση, την οποία και αποδέχτηκε με αποτέλεσμα να μεταβεί για τέταρτη φορά στη Μακεδονία. Στις 18 Σεπτεμβρίου 1904, κατάφερε με την ομάδα του το πρώτο σημαντικό πλήγμα κατά των Βουλγάρων στη μάχη του Τριγώνου (τότε Όστιμα). Μετά το θάνατο του Παύλου Μελά (13 Οκτωβρίου 1904), ο Καούδης ανέλαβε προσωρινά τη διοίκηση των σωμάτων στη Δυτική Μακεδονία. Στις 14 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς, σε συνεργασία με την ομάδα του Κατεχάκη, επιχείρησε την επίθεση κατά του βουλγαρικού γάμου στο Σκλήθρο. Το χειμώνα του 1904/05 έδρασε σε χωριά της περιοχής των Κορεστίων ενώ στις 25 Μαρτίου 1905 συμμετείχε στην επίθεση που οργάνωσε ο Βάρδας κατά της Βασιλειάδας. Στα τέλη Αυγούστου έδρασε ξανά στην περιοχή των Κορεστίων. Ο Καούδης στα τέλη Οκτωβρίου συγκρούστηκε με το Βάρδα και συνέχισε τη δράση του στα χωριά του Περιστερίου. Έμεινε στο Περιστέρι έως το Πάσχα του 1906, με μια διακοπή κατά το Μάρτιο που πήγε για λίγο χρονικό διάστημα στα Κορέστια. Στις 23 Απριλίου 1906 η ομάδα του Καούδη συγκρούστηκε με τον τουρκικό στρατό στο Κρατερό.

Το 1912 πήγε στη Σάμο καθώς τέθηκε πάλι στην υπηρεσία του εθνικού αγώνα. Η απελευθέρωση του νησιού συντελέστηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 1912, ύστερα από αρκετές μάχες με τον τουρκικό στρατό.

Μετά την απελευθέρωση της Σάμου, ο Ευθύμιος Καούδης έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις για την απελευθέρωση της Μακεδονίας κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, συμμετέχοντας στα «Σώματα Ελλήνων Προσκόπων». Στις 11 Οκτωβρίου εισέβαλε στα Σιάτιστα και την επόμενη μέρα συγκρούστηκε με τον τουρκικό στρατό και κινήθηκε προς την πόλη των Γρεβενών.

Το 1916 συμμετείχε στο κίνημα Εθνικής Άμυνας, ενώ το 1919 ως μέλος του τάγματος Βλαχοπούλου που στρατοπέδευε στα ανάκτορα του Ντολμά Μπαχτσέ στην Κωνσταντινούπολη και διετέλεσε φρούραρχος στο Φανάρι. Επί κυβέρνησης Βενιζέλου, του απονεμήθηκε ο βαθμός του λοχαγού.

Το τέλος του Ευθυμίου Καούδη

Από το 1927 κι έπειτα, αποτέλεσε ενεργό μέλος της εθνικής οργάνωσης «Ο Παύλος Μελάς», όπου συμμετείχαν πολλοί Μακεδονομάχοι. Κατά την κατοχή, για να αποφύγει τα αντίποινα εις βάρος του από τους Βουλγάρους, έφυγε μαζί με τη θετή κόρη του για τον Πειραιά και από εκεί πήγε στην Κρήτη. Μετά την κατοχή, επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, όπου παρέμεινε έως το θάνατό του. Η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη και το Γ Σώμα Στρατού του απένειμε τιμές Στρατηγού εν ενεργεία.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ευθύμιος_Καούδης

Ο Ιωάννης Δεμέστιχας (1882-1960)

Ο Ιωάννης Δεμέστιχας (καπετάν Νικηφόρος στον Μακεδονικό Αγώνα) (30 Νοεμβρίου 1882 – 7 Δεκεμβρίου 1960) ήταν Έλληνας ανώτατος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, που συμμετείχε σε εθνικούς αγώνες, πολιτεύτηκε, και έγινε υπουργός.

Ο Ιωάννης Δεμέστιχας (δεξιά), με τον Τέλλο Άγρα (κέντρο) και τον καπετάνιο Κάλα (Κωνσταντίνο Σάρρο, αριστερά), τον καιρό του Μακεδονικού Αγώνα
Ο Ιωάννης Δεμέστιχας (δεξιά), με τον Τέλλο Άγρα (κέντρο) και τον καπετάνιο Κάλα (Κωνσταντίνο Σάρρο, αριστερά), τον καιρό του Μακεδονικού Αγώνα

Ο Βίος του Ιωάννη Δεμέστιχα

Ο Ιωάννης Δεμέστιχας γεννήθηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 1882. Εισήλθε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων το Σεπτέμβρη του 1896, και αποφοίτησε τον Ιούλιο του 1900 με το βαθμό του Σημαιοφόρου. Στις 6 Μαΐου 1905 προήχθη σε Ανθυποπλοίαρχο. Συμμετείχε στους Μεσοολυμπιακούς Αγώνες του 1906 στα 400 μ. στο στίβο. Αργότερα, συμμετείχε την περίοδο 1906-1907 στο Μακεδονικό Αγώνα με το ψευδώνυμο καπετάν Νικηφόρος, ηγούμενος ένοπλης αντάρτικης ομάδας στην περιοχή της Λίμνης των Γιαννιτσών.

Τον Αύγουστο του 1909 συμμετείχε στο επιτυχημένο Κίνημα στο Γουδί, και αργότερα ήταν από τους αρχηγούς στο αποτυχημένο κίνημα των πιο ριζοσπαστών νεότερων αξιωματικών, υπό τον Κωνσταντίνο Αλφονσάτο-Τυπάλδο. Προήχθη σε Υποπλοίαρχο Β΄ Τάξης στις 29 Μαρτίου 1910, περνώντας τα έτη 1910-1912 σε εκπαίδευση στο εξωτερικό. Με το ξέσπασμα του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου τον Οκτώβριο 1912, του ανατέθηκε η διοίκηση μιας κανονιοφόρου, με την οποία συμμετείχε στις επιχειρήσεις στον Αμβρακικό Κόλπο, αλλά στις αρχές Νοεμβρίου του ίδιου έτους αποσπάστηκε στο Στόλο του Αιγαίου ως διοικητής ενός αποβατικού αποσπάσματος, με το οποίο πολέμησε στις μάχες για την κατάληψη των νησιών του ανατολικού Αιγαίου. Τραυματίστηκε κατά την απελευθέρωση της Χίου (11 Νοεμβρίου 1912), και αργότερα διορίστηκε στρατιωτικός κυβερνήτης της Τενέδου. Την 1η Ιανουαρίου 1913 προήχθη σε Υποπλοίαρχο Α΄ Τάξης.

Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, υπηρέτησε ως πλοίαρχος (καπετάνιος) του τορπιλοβόλου Αίγλη (1914–15), έχοντας προαχθεί στο βαθμό του Πλωτάρχη στις 20 Οκτωβρίου 1914. Κατόπιν έγινε πλοίαρχος (καπετάνιος) του αντιτορπιλικού Ασπίς (1915–17), καθώς και εκπαιδευτής στο μάθημα της ναυτικής μαθηματικής ανάλυσης στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων (1916–17). Στις 9 Μαΐου 1917, άφησε τη θέση του για να ενταχθεί στην Προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης υπό τον  Ελευθέριο Βενιζέλο. Μετά την επιστροφή του Βενιζέλου στην Αθήνα και την ανάληψη της κυβέρνησης και πρωθυπουργίας τον Ιούνιο του 1917, ο Δεμέστιχας έγινε πλοίαρχος (καπετάνιος) κατά σειρά των αντιτορπιλικών Νίκη (1917–18) και Νέα Γενεά (1918–19), με τα οποία συμμετείχε στις ανθυποβρυχιακές επιχειρήσεις στην ανατολική  Μεσόγειο. Στις 26 Δεκεμβρίου 1917 προήχθη στο βαθμό του  Αντιπλοιάρχου.

Το 1919-20, έλαβε μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις της Μικρασιατικής Εκστρατείας ως διοικητής του αντιτορπιλικού Λέων, αλλά μετά τη νίκη της αντιβενιζελικής και φιλοβασιλικής Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως  στις εκλογές της 1ης Νοέμβρη 1920 ετέθη σε διαθεσιμότητα. Μετά την ήττα στη Μικρά Ασία και την Επανάσταση της 11ης Σεπτεμβρίου 1922, στην οποία συμμετείχε ενεργά στην Αθήνα, ανακλήθηκε στην ενεργό υπηρεσία ως πλοίαρχος του θωρηκτού Κιλκίς, και κατόπιν ως στρατιωτικός διοικητής της νήσου Σάμου (1922-23). Στις 20 Δεκεμβρίου 1923 προήχθη σε Πλοίαρχο και ανέλαβε ακολούθως τη διοίκηση της Μοίρας Γυμνασίων του Πολεμικού Ναυτικού τη χρονιά 1923–24, και το 1924 έγινε διοικητής της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων. Κατά τη διάρκεια της αποκαλούμενης Απεργίας του Ναυτικού τον Ιούνιο του 1924, αποσύρθηκε από το στράτευμα οικειοθελώς, αλλά η απόφασή του αυτή ανακλήθηκε στις 21 Αυγούστου του ιδίου έτους.

Το 1926 ήταν πλοίαρχος του θωρηκτού Λήμνος και κατόπιν Γενικός Δ/ντης του Υπουργείου Ναυτικών, αργότερα Αρχηγός του ΓΕΝ το 1926-27 (περίοδοι 07/07/1926-03/10/1926 και 01/12/1926-17/02/1927), διοικητής της Ανωτέρας Διοίκησης Υποβρυχίων (1927–28), ξανά Γενικός Δ/ντης του Υπουργείου Ναυτικών (1928–29), Διοικητής Στόλου (1929–31), Γενικός Διοικητής του Ναυστάθμου Σαλαμίνας (1931–32), και ξανά Αρχηγός  ΓΕΝ το 1932–33 (10/12/1932-06/03/1933).

Στις 6 Μαρτίου 1933 έγινε μέλος της μεταβατικής στρατιωτικής κυβέρνησης υπό τον αντιστράτηγο Αλέξανδρο Οθωναίο, που κατέστειλε το κίνημα της 6ης Μαρτίου 1933. Διατήρησε τις θέσεις του Υπουργού Ναυτικών και του Υπουργού Αεροπορίας το διάστημα 6-9 Μαρτίου 1933. Μετά την αποτυχία του κινήματος του Πλαστήρα, ετέθη σε διαθεσιμότητα στις 11 Μαρτίου από την κυβέρνηση Τσαλδάρη, λόγω της συμμετοχής του σε αυτό. Στις 12 Σεπτέμβρη ετέθη σε άδεια επ΄ αόριστον, για να αποσυρθεί οριστικά στις 5 Φεβρουαρίου 1934 με το βαθμό του  Αρχιπλοιάρχου εν αποστρατεία. Την ίδια χρονιά υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του Ναυτικού Ομίλου Ελλάδος.

Το 1935 πήρε μέρος στο Κίνημα της 1ης Μαρτίου. Πρωταγωνίστησε δε στην κατάληψη του Στόλου στη διάρκεια εκείνων των γεγονότων, και μετά την αποτυχία του κινήματος κατέφυγε στη Νάπολη. Δικάστηκε ερήμην και καταδικάστηκε σε θάνατο και στέρηση του βαθμού του, αλλά τον Ιούνιο του 1936 τού εδόθη χάρη και αποκαταστάθηκε στο βαθμό του.

Τον Απρίλιο 1943, μεσούσης της Κατοχής, κατέφυγε στη Μέση Ανατολή, όπου στις 17 Απριλίου εντάχθηκε στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση. Ανακλήθηκε στην ενεργό υπηρεσία, υπηρέτησε ως Γενικός Επιθεωρητής του Πολεμικού Ναυτικού (1943–45), προαχθείς σε Υποναύαρχο στις 17 Σεπτεμβρίου 1943 και Αντιναύαρχο στις 2 Νοεμβρίου 1943. Τον Απρίλιο του 1944 υπηρέτησε ως Υπουργός Εσωτερικών, Παιδείας, και Υφυπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας στη μικρής διάρκειας εξόριστη κυβέρνηση του Σοφοκλή Βενιζέλου.

Αποσύρθηκε ξανά τον Αύγουστο του 1945 ως Αντιναύαρχος ε.α., αλλά ανακλήθηκε στο διάστημα μεταξύ 30/10/1946 και 1/7/1947 οπότε και υπηρέτησε ως μέλος της επιτροπής επιλογής του προσωπικού για το μειωμένης σύνθεσης πολεμικό ναυτικό της ειρηνικής περιόδου. Τον Ιανουάριο του 1948 τού απονεμήθηκε ο Πολεμικός Σταυρός για το ρόλο του στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Απεβίωσε στο Μαρούσι στις 7 Δεκεμβρίου 1960 σε ηλικία 78 ετών.

Η υστεροφημία του Ιωάννη Δεμέστιχα

Προτομές του Δεμέστιχα έχουν ανεγερθεί στα Γιαννιτσά, και το χωριό καταγωγής της οικογένειάς του, τον Κότρωνα Μάνης. Ο Ιωάννης Δεμέστιχας αποτελεί κύριο χαρακτήρα στο μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα Στα μυστικά του βάλτου του 1937, το οποίο πραγματεύεται το Μακεδονικό Αγώνα στην περιοχή των Γιαννιτσών.

https://el.wikipedia.org/wiki/Ιωάννης_Δεμέστιχας

Η Κατερίνη (13ος αιώνας μ.Χ.-…)

Η Κατερίνη είναι πόλη της Μακεδονίας, έδρα του δήμου Κατερίνης και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Πιερίας στην Κεντρική Μακεδονία. Έχει πληθυσμό, σύμφωνα με την απογραφή του 2011, 55.997 κατοίκους. Βρίσκεται στο Πιερικό ύψωμα, ανάμεσα στα Πιέρια Όρη και στον Θερμαϊκό κόλπο, σε υψόμετρο 14–45 m. Απέχει 71 km από τη  Θεσσαλονίκη, κάτι το οποίο έχει αποδειχθεί ευεργετικό για την ανάπτυξη της Κατερίνης τα τελευταία χρόνια.

Η Κατερίνη
Η Κατερίνη

Και το όνομα αυτής … Κατερίνη

Είναι άγνωστο από πότε υπήρχε ως κωμόπολη. Πολλοί περιηγητές, όπως ο Leake, αλλά και σε χάρτες ήδη από το 13ο αιώνα (1264), αναφέρουν την πόλη με το όνομα Άτηρα (σταθμός ή πόλισμα Hatera) και αρκετοί είδαν και επίδραση στο όνομα της πόλης (Κατερίνη – Κάτηρα- Χάτηρα- Άτηρα). Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και ο Πουκεβίλ, ο οποίος σε χάρτη σημειώνει τον τόπο ως Kateri Hatera. Ο Heuzey υπολόγισε τη θέση της αρχαίας Άτηρας κοντά στην Κονταριώτισσα, ενώ ο Kurz τοποθετεί το πόλισμα κάπου ανάμεσα στους σημερινούς οικισμούς του Κορινού και της Καλλιθέας.

Άλλη υπόθεση κάνει λόγο για το εκκλησάκι της Αγίας Αικατερίνης, το οποίο βρίσκεται ανατολικά της πόλης και όπου βρίσκεται σήμερα το παλαιό νεκροταφείο. Οι εικόνες στο ναό χρονολογούνται από το 1831 και δεν αποκλείεται να υπήρχε από πριν στην ίδια θέση κάποιος άλλος ναός.

Η πόλη εμφανίζεται με τη λόγια ονομασία Αικατερίνη, το όνομα μιας χριστιανής μάρτυρα από την Αλεξάνδρεια, που έζησε τον 4ο αιώνα, ή Αγία Αικατερίνη στη γλώσσα της γραφειοκρατίας και μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Τελικά επικράτησε η ονομασία Κατερίνη.

Η Ιστορία της Κατερίνης

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η περιοχή της Πιερίας, αποτελεί ιδιαίτερη Διοικητική Περιφέρεια με κέντρο την Κατερίνη. Η Κατερίνη ανήκε αρχικά στην επισκοπή του Πλαταμώνα, μέχρι το 1878, που προσαρτήθηκε η Θεσσαλία στην Ελλάδα. Αργότερα προστέθηκε στην επισκοπή Πέτρας του Ολύμπου και όταν αυτή διαλύθηκε μεταφέρθηκε στο Κίτρος. Η επισκοπή έγινε Μητρόπολη το 1924 και τυπικά αναφέρεται κατ’ όνομα, σαν Μητρόπολη Κίτρους, αν και περί τα τέλη του 19ου αιώνα η έδρα της μεταφέρθηκε στην Κατερίνη, που ήταν ο κεντρικότερος οικισμός.

Παρά τη συμμετοχή της σε όλους τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες των Ελλήνων, από την Επανάσταση του 1821, το κίνημα του 1854, τη Μακεδονική Επανάσταση του 1878 και το Μακεδονικό Αγώνα, απελευθερώθηκε τελικά από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στις 16 Οκτωβρίου του 1912, από την 7η Μεραρχία πεζικού. Σημαντικοί Μακεδονομάχοι εκείνη την περίοδο, ήταν οι οπλαρχηγοί Νικόλαος Στρεμπίνας και Νικόλαος Μπαμπάκας, καθώς και ο Αλκιβιάδης Παπαδημητρίου.

Μετά την απελευθέρωση 1912 η Κατερίνη έγινε Δήμος μέχρι τις 28 Ιουνίου 1918. Το 1920-1930 η Κατερίνη αποτέλεσε Κοινότητα. Το πρώτο Δημοτικό Συμβούλιο έλαβε χώρα στις 4 Σεπτεμβρίου 1929. Το 1931 ανεγέρθηκε η Δημοτική Αγορά της Κατερίνης. Τη δεκαετία αυτή, με την έλευση των προσφύγων, διπλασιάστηκε ο πληθυσμός της πόλης. Πολλοί κάτοικοι κατάγονται από τη Θράκη, και συγκεκριμένα από τον Αρτεσκό.

Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κατελήφθη από τον γερμανικό στρατό στις 14 Απριλίου 1941 και απελευθερώθηκε τρία χρόνια αργότερα. Το 1944 ιδρύθηκε και το Γενικό Νοσοκομείο της πόλης.

Η οικονομική και πληθυσμιακή ανάπτυξη της Κατερίνης

Το 1961, το πολεοδομικό συγκρότημα της Κατερίνης ήταν το τέταρτο αστικό κέντρο της Μακεδονίας, μετά τη Θεσσαλονίκη, την Καβάλα και τις Σέρρες και το δωδέκατο της Ελλάδας. Η πληθυσμιακή αυτή ανάπτυξη, την οποία φυσικά ακολούθησε αντίστοιχη εξέλιξη της μορφής της πόλης, οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στην ανάπτυξη της καπνοκαλλιέργειας και στην αύξηση της παραγωγής καπνών ποικιλίας Κατερίνης, τα οποία μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν περιζήτητα στη διεθνή αγορά για σημαντικό χρονικό διάστημα.

Είναι χαρακτηριστικό επίσης ότι η συμβολή του καπνού στη διαμόρφωση του υψηλού σχετικά εισοδήματος της περιοχής της Κατερίνης, και γενικότερα του νομού Πιερίας, είναι μεγαλύτερη από ό,τι σε κάθε άλλη περιοχή της Ελλάδας. Το 1806 ο William Leake αναφέρει 100 οικίες και το 1810 ο Daniel κάνει λόγο για 140. Το 1812, το 1880 και το 1890 ο αριθμός των οικιών είναι σταθερός (300) σύμφωνα με τις αντίστοιχες αναφορές του Henry Holland και του Επισκόπου Κίτρους, Νικολάου.  Ειδικότερα, το 1890 αναφέρονται (Στατιστικοί Πίνακες του Ελληνικού Προξενείου Θεσσαλονίκης), 300 οικίες και 700 διαχειμαζόντες Βλαχολιβαδιώτες.

Το 1900 υπήρχαν 2.070 Χριστιανοί και 600 Μουσουλμάνοι. Στα μέσα της δεκαετίας του ’20 αποχώρησαν από την πόλη οι Μουσουλμάνοι, οι οποίοι αριθμούσαν περί τους 8.000 ανθρώπους.  Στην Κατερίνη κατέληξε μεγάλο κομμάτι των Ελλήνων Ευαγγελικών της Μικράς Ασίας μετά την Μικρασιατική καταστροφή. Κατά την απογραφή του 1928 η Κατερίνη κατείχε την 45η θέση μεταξύ των μεγαλύτερων ελληνικών πόλεων. Σήμερα, με βάση την απογραφή του 2001 κατέχει τη 10η θέση. 

Η Κατερίνη τις τελευταίες δεκαετίες

Η πόλη της Κατερίνης αποτελούσε την πρωτεύουσα επαρχίας του Νομού Θεσσαλονίκης, μέχρι το 1949. Στη συνέχεια γίνεται πρωτεύουσα του νεοϊδρυθέντος Νομού Πιερίας. Από το 1950 που η Κατερίνη γίνεται Νομαρχιακό και Περιφερειακό κέντρο, αρχίζει πια και η αστική πολεοδομική ανάπτυξή της και η γρήγορη επέκταση του οικισμού.

Σήμερα η πόλη αποτελεί μια από τις πιο δυναμικές αστικές περιοχές της Μακεδονίας και όλης της Ελλάδας. Στις μέρες μας η ανάπτυξη της Κατερίνης ανακόπτεται αισθητά από την παρουσία της γειτονικής Θεσσαλονίκης, που απορροφά σε συντριπτικό βαθμό όλες τις δραστηριότητες της ευρύτερης περιοχής.

Παρ’ όλα αυτά, εξ αιτίας της πολύ μεγάλης τουριστικής κίνησης που υπάρχει στον νομό Πιερίας, η πόλη βρίσκεται αισθητά στο προσκήνιο. Η πόλη διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα και ωραιότερα αστικά πάρκα της Ελλάδας, με πληθώρα λιμνών, σιντριβανιών και γλυπτών και ειδικά το καλοκαίρι αποτελεί όαση δροσιάς και χαλάρωσης, ιδιαίτερα τις πολύ θερμές ώρες της ημέρας.

Τα τελευταία χρόνια η Κατερίνη γνωρίζει αξιόλογη τουριστική κίνηση με την ανάπτυξη οργανωμένων παραθεριστικών κέντρων στις ακτές της οι οποίες αποτελούν παραδοσιακό θέρετρο για τουρίστες από τη Σερβία, Βόρεια Μακεδονία κ.λπ για αρκετές δεκαετίες. Παράλληλα, με δεδομένη την ύπαρξη τεράστιων επίπεδων εκτάσεων γύρω της, η πόλη γνωρίζει φρενήρη οικιστική ανάπτυξη, με συνεχή ένταξη νέων εκτάσεων στον υπάρχοντα αστικό ιστό της. Το 2008 ανακατασκευάστηκε ο σιδηροδρομικός σταθμός της πόλης, στην ομώνυμη συνοικία, ενώ από το 2007 συνδέεται με προαστιακό σιδηρόδρομο με την πόλη της Θεσσαλονίκης.

Πηγή: https://www.katerini.gr/index.php/2018-01-18-13-31-08

Πηγή: https://el.wikipedia.org/Κατερίνη

Τα Γρεβενά (3000π.Χ.-…)

Τα Γρεβενά είναι πόλη της Μακεδονίας, έδρα του δήμου Γρεβενών και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Γρεβενών στην δυτική Μακεδονία. Το υψόμετρο στην πλατεία των Γρεβενών είναι 535μ.

Το ρολόι στα Γρεβενά
Το ρολόι στα Γρεβενά

Η γεωγραφία των Γρεβενών

Τα Γρεβενά βρίσκονται στο νοτιοδυτικό τμήμα της Δυτικής Μακεδονίας, στο δυτικό λεκανοπέδιο του ποταμού Αλιάκμονα, βόρεια του μεγαλύτερου παραπόταμου του Βενέτικο σε υψόμετρο 535 μέτρα. Έχει πληθυσμό 13.137 κατοίκων, σύμφωνα με την απογραφή του 2011. Από τους πιο ορεινούς νομούς της χώρας, τα Γρεβενά φιλοξενούν ένα τεράστιο κομμάτι του «Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου» με βουνά όπως η θρυλική Πίνδος και κοιλάδες σαν την προστατευόμενη Βάλια Κάλντα με τα απέραντα δάση βελανιδιάς, ποτάμια και παραπόταμους, λίμνες και μοναδικούς γεωλογικούς σχηματισμούς. Η οικονομία της πόλης βασίζεται στις υπηρεσίες και το εμπόριο. Η πόλη εμφανίζεται από την εποχή του Βυζαντίου. Τα Γρεβενά αναφέρονται για πρώτη φορά σε κείμενο με το όνομα Γριβάνα από τον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο (905 – 953). Το όνομα συναντιέται σε γραπτές και προφορικές πηγές με τις παραλλαγές «Γραιβινό», «Γρεβενός», «Γρεβυνόν», «Γκρεμπενίτζ», «Γρεβαινά», «Γρεβαινό» κλπ. Το πιθανό είναι η τοπωνυμία να είναι λατινικής προέλευσης, καθώς στη λατινική γλώσσα υπάρχει η λέξη gravis = δυσχερής, απότομος, τραχύς και το επίρρημα grave με παραπλήσιες έννοιες. Το Νοέμβριο του 2007 ανακηρύχθηκε επίσημα «Πόλη των Μανιταριών».

Η κεντρική πλατεία εθνομάρτυρα Αιμιλιανού των Γρεβενών.
Η κεντρική πλατεία εθνομάρτυρα Αιμιλιανού των Γρεβενών.

Τα Γρεβενά στην αρχαιότητα

Ενώ η ζωή στην ευρύτερη περιοχή του νομού ανιχνεύεται από αρχαιοτάτων χρόνων, παραμένει άγνωστο πότε και πώς ιδρύθηκε η πόλη των Γρεβενών και ποια ακριβώς πορεία και εξέλιξη είχε στο πέρασμα των αιώνων. Στα τέλη της 3ης χιλιετίας π.χ. ελληνικά φύλα ήταν εγκατεστημένα στη Δυτική Μακεδονία και σε τμήμα της Ηπείρου. Στην περιοχή των Γρεβενών βρίσκονταν τα όρια μεταξύ Αρκάδων, Ιώνων, που κατοικούσαν νοτιότερα, και Δυτικών φύλων, που κατοικούσαν δυτικότερα προς την Ήπειρο. Ομάδα από τα Δυτικά φύλα, οι Μακεδόνες μετά από περιπλανήσεις κατέληξαν πάλι στη Δυτική Μακεδονία τον 14ο αιώνα π.Χ., την ίδια περίπου εποχή που συγγενής ομάδα μετακινούνταν προς νότο, όπου μετέπειτα έλαβε το όνομα Δωριείς. Κατά το 12ο αιώνα π.Χ. ηπειρωτικό φύλο, οι Ελιμιώτες, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή των Γρεβενών. Ευρήματα τυχαία μαρτύρησαν ότι οι κάτοικοι της περιοχής είχαν επαφή με τα άλλα ελληνικά φύλα, φορείς του μυκηναϊκού πολιτισμού.

Τα Γρεβενά στη Ρωμαϊκή Εποχή

Την περίοδο αυτή η Δυτική Μακεδονία αποτέλεσε παραμεθόρια περιοχή. Οι επιδρομές φύλων από το βορρά ήταν συνεχείς και οι Ρωμαίοι είχαν μεγάλη ανάγκη από μισθοφόρους οπλίτες. Στις λεγεώνες του κατετάγησαν αρκετοί ορεσίβιοι κάτοικοι της περιοχής Γρεβενών, φτωχοί και τότε, όπως και σήμερα. Αυτοί μετακινούμενοι μαζί με τις οικογένειές τους προς τη βόρεια Βαλκανική επί σειρά ετών έγιναν με την πάροδο του χρόνου δίγλωσσοι, καθώς ήταν υποχρεωμένοι να μάθουν και τη λατινική. Βέβαια η γλώσσα δεν ήταν η ακριβής λατινική αλλά άλλη απλούστερη με πλήθος ελληνικών λέξεων. Από αυτούς τους εκλατινισθέντες λεγεωνάριους προήλθαν οι Βλάχοι και η βλάχικη γλώσσα. Καθώς κατά την όψιμη περίοδο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (4ος αιώνας μ.Χ.) η περιοχή των Γρεβενών ανήκε διοικητικά στη Θεσσαλία ήταν στενές οι σχέσεις των κατοίκων των δύο περιοχών. Ανάμεσα στα βόρεια φύλα που πραγματοποίησαν επιδρομές στην περιοχή Γρεβενών, περιλαμβάνονται και οι Σλάβοι που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Αποτέλεσμα της επιρροής τους, ήταν η ύπαρξη σλάβικων τοπωνυμίων μέχρι και τον 20ο αιώνα.

Η Τουρκοκρατία στα Γρεβενά

Τα Γρεβενά βρίσκονταν υπό την Οθωμανική κυριαρχία από το 1385. Επί τουρκοκρατίας η περιοχή υπήρξε πατρίδα και εστία δράσης ονομαστών αρματολών. Το αρματολίκι της Πίνδου παρουσιάζεται σε δράση από τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας. Βασική του έδρα ήταν η Βάλια Κάλντα, το ασφαλέστερο και κυριότερο λημέρι της. Ο 18ος αιώνας υπήρξε ο αιώνας των επιδρομών Αλβανών ληστών, οι οποίοι άρπαζαν, βίαζαν και κατέστρεφαν. Τέλος στις αλβανικές επιδρομές έθεσε η τοποθέτηση στο πασαλίκι της Ηπείρου του Αλή πασά (1788). Αυτός επέκτεινε την κυριαρχία του στα Γρεβενά το 1807, οπότε πολλά χωριά έγιναν τσιφλίκια μπέηδων στην υπηρεσία του Αλή. Στην Ελληνική Επανάσταση έλαβαν μέρος και Γρεβενιώτες. Τελικά, η απελευθέρωση των Γρεβενών από τους Τούρκους πραγματοποιήθηκε την 13η Οκτωβρίου 1912.

Η Γερμανική κατοχή στα Γρεβενά

Κατά τη Γερμανική κατοχή, η περιοχή των Γρεβενών δοκιμάστηκε, λόγω της επιθυμίας των Ιταλών να ιδρύσουν το «Πριγκιπάτο της Πίνδου». Ωστόσο, υπήρξε μεγάλη εστία αντίστασης των δυνάμεων του ΕΛΑΣ.

Τα Γρεβενά σήμερα

Ο καταστροφικός σεισμός του 1995, αν και «ακούμπησε» ελαφρά την πόλη, κατάφερε να της στερήσει τα τελευταία παραδοσιακά της κτίρια. ‘Έτσι το σήμερα είναι μια σύγχρονη πόλη με ομορφιές και ασχήμιες, με υποδομές και ελλείψεις. Την τελευταία δεκαετία τα Γρεβενά ακολουθούν αναπτυξιακή πορεία, έχουν αποκτήσει μεγάλα έργα υποδομής δίνοντας έμφαση στον ορεινό όγκο του νομού με τα πυκνά δάση και τα αλπικά τοπία, έχουν αναπτύξει ποικίλες πολιτιστικές δράσεις και έχουν κατορθώσει να αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους ορεινούς πόλους έλξης τουριστών κυρίως κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

Γρεβενιώτες-Προσωπικότητες

  • Θεόδωρος Ζιάκας, αγωνιστής του 1821 και του 1854.
  • Κωνσταντίνος Δημίδης, αγωνιστής του 1821, οπλοποιός του αγώνα και τυπογράφος
  • Χαρίσιος Τζιόγας, οπλαρχηγός του 1821, χιλίαρχος 
  • Νικόλαος Τσολάκης, οπλαρχηγός, Μακεδονομάχος
  • Νικόλαος Ζαμκίνος, ηγέτης του Μακεδονικού Αγώνα με το ψευδώνυμο «Κυνηγός»
  • Γεώργιος Μπούσιος (1875 – 1929), ηγέτης του Μακεδονικού Αγώνα, υπουργός Εσωτερικών (1922

Πηγή: https://www.gnoristetinellada.gr/anadromes/makedonia/4159-grevena-istoriki-anadromi-stin-poli-ton-manitarion

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Γρεβενά

Ο Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908)

Ο Μακεδονικός Αγώνας προέκυψε από την ανάγκη να αντιμετωπιστούν οι βουλγαρικές βλέψεις για τη Μακεδονία, οι οποίες απροκάλυπτα εκδηλώθηκαν μετά τη εξέγερση του Ίλιντεν (20 Ιουλίου 1903). Η έκβαση των ελληνοβουλγαρικών συρράξεων της τετραετίας 1904-1908 που ακολούθησε, ήταν η σταθεροποίηση της ελληνικής παρουσίας στη Μακεδονία. Ένας Αγώνας, στον οποίο συμπαρατάχθηκαν, εκτός από τους εθελοντές από όλα τα μέρη της Ελλάδας, και οι ντόπιοι, ελληνόφωνοι, σλαβόφωνοι και βλαχόφωνοι, κάτοικοι της Μακεδονίας. Στις 13 Οκτωβρίου του 1904 σκοτώθηκε ο Παύλος Μελάς. Ο θάνατος του Μελά διαδόθηκε σαν αστραπή στην Αθήνα. Αν και λίγοι γνώριζαν πως βρισκόταν στη Μακεδονία, όλοι τον έκλαψαν. Το τέλος του ήταν εκείνο που ο ίδιος στα γράμματα του άφηνε να διαφανεί. Είχε το νόημα της θυσίας, συντάραξε ολόκληρο το Έθνος και παρακίνησε πολλούς συναδέλφους του αξιωματικούς να βγουν με σώματα στη Μακεδονία, για να εκδικηθούν το θάνατό του. Ενώ ως τότε η υπόθεση της Μακεδονίας ήταν υπόθεση μικρού αριθμού Ελλήνων, από το θάνατο του Μελά γίνεται υπόθεση ολόκληρου του Ελληνισμού. Η θυσία του είχε πετύχει ό,τι καμία άλλη δύναμη δεν είχε κατορθώσει και έδειξε στον κόσμο ολόκληρο πως ο Ελληνισμός έξω από τα όρια του μικρού βασιλείου δεν είχε χαθεί.

Μακεδονικός Αγώνας
Σφραγίδα του Ελληνομακεδονικού Κομιτάτου

Σκοπός της στρατιωτικής δράσης

«Ως βαίνουσι τα πράγματα προβλέπω ότι ούτως ή άλλως θα καταλήξωμεν εις πλήρην αναρχίαν. Δεν πρέπει αυτή να εύρη τον Ελληνισμόν όντα ψυχορραγούντα». Οι επισημάνσεις αυτές του γενικού Προξένου της Θεσσαλονίκης, Λάμπρου Κορομηλά, διατυπωμένες το Μάιο του 1904 καταδείκνυαν με σαφήνεια τόσο την κρατούσα κατάσταση στη Μακεδονία την περίοδο αυτή όσο και το αβέβαιο μέλλον που προδικαζόταν για τον Ελληνισμό της περιοχής. Άλλωστε η απρόσκοπτη τρομοκρατική δραστηριότητα των βουλγαρικών «κομιτάτων» σχεδόν σε ολόκληρη την περιφέρεια του Προξενείου δεν άφηνε περιθώρια διαφορετικών εκτιμήσεων. Μόλις ανέλαβε τα καθήκοντα του στο προξενείο, τόνισε σε έκθεση του στο Υπουργείο Εξωτερικών και την ανάγκη μιας ολοκληρωμένης στρατιωτικής απάντησης για την αντίκρουση της. Ο καθορισμός του «εναπομείναντος εθνικού εδάφους», ο υπολογισμός του αριθμού των εντοπίων που θα μπορούσαν να στρατολογηθούν, καθώς και ο εντοπισμός σημείων κατάλληλων για κρησφύγετα και κέντρα αποθήκευσης όπλων αναφέρονται ως πρώτα βήματα προς την κατεύθυνση αυτή. Παράλληλα, φρόντισε να οργανώσει ο ίδιος αντάρτικα σώματα στη Μακεδονία ως τη μόνη λύση για την ανάσχεση της βουλγαρικής δραστηριότητας και την ενίσχυση του ηθικού των ελληνικών κοινοτήτων.

Οι στοχεύσεις της ένοπλης παρέμβασης στα μακεδονικά πράγματα καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τόσο το είδος της όσο και το γενικότερο χαρακτήρα της. Η ανάληψη στρατιωτικής δράσης από την ελληνική πλευρά δεν αποσκοπούσε στην απελευθέρωση της Μακεδονίας από τον οθωμανικό ζυγό ούτε απέβλεπε στην κατοχή συγκεκριμένων εδαφών. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο Μακεδονικός Αγώνας δεν οριοθετήθηκε από καθαρά στρατιωτικές επιδιώξεις και προτεραιότητες, όπως αυτές ισχύουν σε περιπτώσεις όπου ένα εθνικό κράτος συγκρούεται συνολικά με κάποιο άλλο. Αντιθέτως, ως κύριος στόχος παρουσιαζόταν η αναπτέρωση του ηθικού των χειμαζομένων ελληνικών κοινοτήτων, η ανακοπή της τρομοκρατικής δραστηριότητας των Βουλγάρων και γενικότερα η υπεράσπιση της ελληνικής παρουσίας στη Μακεδονία. Επρόκειτο δηλαδή για μια επιχείρηση μάλλον ψυχολογικού παρά στρατιωτικού χαρακτήρα, γεγονός που τονιζόταν με έμφαση από τους πλέον εμπνευσμένους οργανωτές της. Ήταν πρωταρχικά μια πολιτική επιχείρηση για τη διεκπεραίωση της οποίας χρησιμοποιήθηκε η ένοπλη βία.

Αυτή ακριβώς η ευρύτερη πολιτική διάσταση της χρήσεως της βίας στο Μακεδονικό Αγώνα υπαγορεύτηκε από την ιδιάζουσα κατάσταση που επικρατούσε στη Μακεδονία αναφορικά με τον προσδιορισμό της εθνικότητας των κατοίκων και τους λόγους για τους οποίους τα χωριά επέλεγαν τον Έξαρχο ή τον Πατριάρχη. Πράγματι, σε εκτεταμένα τμήματα του μακεδονικού χώρου και ιδιαιτέρως στην περιοχή που βρίσκεται βορείως της νοητής γραμμής που συνδέει την Καστοριά με τη Δράμα, η μικτή εθνολογική σύσταση του πληθυσμού και η ρευστότητα των κριτηρίων που χαρακτήριζαν την επιλογή εθνικής παρατάξεως καθιστούσαν δυσχερή την οριστική ένταξη ενός χωριού στο ένα ή στο άλλο εθνικό στρατόπεδο.

Επιπλέον, τα χωριά αυτά αντιμετώπιζαν πλήθος προβλημάτων τα οποία επέτειναν και μονιμοποιούσαν τη ρευστότητα των επιλογών. Η ενδημική παρουσία του ληστρικού φαινομένου σε πολλές περιοχές, η βουλγαρική τρομοκρατία και η ανάλογη συμπεριφορά του τουρκικού στρατού δημιούργησαν ένα κλίμα διάχυτης ανασφάλειας, δυσπιστίας και φόβου προς όλους, αναγορεύοντας συχνά την επιβίωση σε καθοριστικό κριτήριο της στάσης τους. Κατά συνέπεια η άσκηση της ένοπλης βίας ήταν ο μόνος δρόμος που θα οριστικοποιούσε την προσχώρηση των χωριών στα εθνικά στρατόπεδα.

Η αναγκαιότητα της ανάληψης τρομοκρατικής δραστηριότητας από την ελληνική πλευρά δεν υπαγορευόταν αποκλειστικά από τη δράση των Βουλγάρων αλλά και από τις πιέσεις των εντοπίων πατριαρχικών. Εγκαταλελειμμένοι και αβοήθητοι μέχρι το 1904, είχαν σχηματίσει την πεποίθηση ότι μόνο οι αθρόες δολοφονίες κομιτατζήδων και χωρικών θα διαφύλασσαν τα χωριά τους από μελλοντικές επιδρομές, ικανοποιώντας ταυτόχρονα τα συσσωρευμένα αισθήματα απόγνωσης και εκδίκησης.

Σε κάθε περίπτωση οι συγκρούσεις των ελληνικών σωμάτων με τους κομιτατζήδες δεν έπρεπε να αποτελούν το βασικό στρατηγικό στόχο. Η ίδια η ύπαρξη των σωμάτων και οι συνεχείς περιοδείες τους στα χωριά ήταν αποφασιστικότερης σημασίας από μια άκαιρη συμπλοκή, η οποία, αν προκαλούσε την επέμβαση του τουρκικού στρατού, ενδεχομένως να κατέληγε ακόμη και στη διάλυση του σώματος. Τα σώματα απέφευγαν τις συγκρούσεις και, δεδομένου ότι οι Βούλγαροι από ακόμη μεγαλύτερη απροθυμία για συμπλοκές, στις περισσότερες περιπτώσεις η τύχη μάλλον παρά η καταδίωξη έφερναν αντιμέτωπες τις αντιμαχόμενες ομάδες. Ο τουρκικός στρατός αποτελούσε για τα σώματα ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο, οποίος θα έπρεπε πάση θυσία να αποφεύγεται. Οι λόγοι ήταν πολλοί, όχι μόνο τακτικοί αλλά και ευρύτερης πολιτικής. Γεγονός παραμένει ότι τα αντάρτικα σώματα, κατάλληλα για ανταρτοπόλεμο και εκφοβιστικές επιχειρήσεις είχαν κάθε λόγο να αποφεύγουν τις μάχες με τον τουρκικό στρατό, οι οποίες σε τελική ανάλυση ευθύνονταν για τις ελληνικές απώλειες.

Η λίμνη των Γιαννιτσών

Αν και η ελληνική τακτική κατά τις επιθέσεις στα χωριά παρουσιαζόταν σχετικά τυποποιημένη, η αναγκαιότητα της διεξαγωγής του Αγώνα ακόμα και στα πιο δυσχερή από γεωγραφική άποψη σημεία της Μακεδονίας υπαγόρευε και την τροποποίηση της. Αναμφισβήτητα, το πλέον ιδιόμορφο πεδίο μάχης ήταν η λίμνη των Γιαννιτσών, η οποία αποτελούσε σημαντικό στρατηγικό σημείο για τον έλεγχο της ευρύτερης περιοχής. Η ελώδης επιφάνεια και η πυκνή βλάστηση της την καθιστούσαν πρόσφορο ορμητήριο ανταρτικών ομάδων, κάτι που αρκετά νωρίς έγινε αντιληπτό από τη βουλγάρική οργάνωση. Κατά το 1905 και ιδίως το 1906 περιοχή αυτή έγινε το θέατρο ακόμη μιας πεισματώδους ελληνοβουλγαρικής αναμέτρησης. Αναγκασμένα να κινηθούν και να εγκατασταθούν σε ένα τόσο ιδιόμορφο χώρο, τα σώματα χρησιμοποιούσαν στις μετακινήσεις τους ελαφρά πλοιάρια, τις πλάβες, χωρητικότητας 2 έως 4 ανδρών. Για καταλύματα έφτιαχναν καλύβες από καλαμιές, κορμούς δέντρων και λάσπη, οι οποίες στηρίζονταν στο βυθό της λίμνης με πασσάλους. Γύρω από την καλύβα με τα ίδια υλικά κατασκεύαζαν αμυντικά αναχώματα. Η στενότητα των υδάτινων διόδων, το πλάτος των οποίων χωρούσε μόνο μία πλάβα, δεν επέτρεπε την ανάπτυξη «ευρέος μετώπου» κατά των καλυβιών και καθιστούσε την προσβολή τους ιδιαίτερα παρακινδυνευμένη.

Εκπαίδευση των ανταρτών

Στην προσπάθεια τους να αποφύγουν τις προδοσίες και τις συγκρούσεις με τον στρατό, οι άνδρες των σωμάτων υποχρεώθηκαν να τρόπους κινήσεως που παραδοσιακά χρησιμοποιούσαν οι τοπικοί ληστές. Συνήθισαν έτσι, όχι χωρίς δυσκολία, να πεζοπορούν πολλές ώρες υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες προκειμένου να βρουν ασφαλές μέρος για να καταλύσουν, να αλλάζουν συνεχώς τόπο διαμονής και κυρίως να κινούνται αποκλειστικά τη νύχτα, λαμβάνοντας εξαιρετικά μέτρα προφυλάξεως. Η νύχτα, ωστόσο, δεν ήταν κατάλληλη μόνο για πορείες αλλά και για διενέργεια επιθέσεων στα χωριά, καθώς μεγιστοποιούσε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και δυσχέραινε την καταδίωξη του στρατού.

Η όλη επιχείρηση της προσβολής των χωριών σπάνια διαρκούσε μεγάλο διάστημα. Ο κίνδυνος εμφανίσεως τουρκικών αποσπασμάτων ή βουλγάρικων ενισχύσεων επέβαλλε τη συντομότερη δυνατή αποχώρηση. Αρκετά συχνή ήταν και η συνεργασία των ομάδων μιας ευρύτερης περιοχής προκειμένου να προσβληθεί χωριό όπου βρισκόταν μεγάλος αριθμός κομιτατζήδων. Οι ακρότητες που σημειώνονταν σε ορισμένες επιθέσεις οφείλονταν σε αποφάσεις των αρχηγών των σωμάτων, παρά τις αντίθετες οδηγίες που έπαιρναν από τους οργανωτές του Αγώνα. Επιπλέον, τα περισσότερα ατοπήματα διεπράχθησαν κυρίως από συνεργαζόμενους ληστές και ιδιώτες οπλαρχηγούς, που δεν κατόρθωναν πάντοτε να εφαρμόζουν τον «πολιτικό» τρόπο δράσης που τους υποδεικνυόταν. Με δεδομένη όμως την απρόσκοπτη τρομοκρατική δράση της βουλγάρικης οργανώσεως επί σειρά ετών, η λογική των αντιποίνων ήταν αναπόφευκτη.

Στρατιώτες του Μακεδονικού Αγώνα

Ιδιαίτερα σημαντικό όμως για τη φύση και τους σκοπούς του ελληνικού Αγώνα ήταν το ζήτημα της συμμετοχής σ’ αυτόν των εντοπίων πατριαρχικών, καθώς η παρουσία τους στα ελληνικά σώματα θα αποτελούσε την πλέον πειστική απόδειξη του ελληνικού φρονήματος τους, ανατρέποντας την αντίθετη αντίληψη που προσπαθούσε να επιβάλλει στην Ευρώπη, όχι χωρίς επιτυχία, η βουλγαρική πλευρά. Πέρα από αυτούς τους εθνικούς λόγους, και καθαρά στρατιωτικές προτεραιότητες συνηγορούσαν προς την ίδια κατεύθυνση. Οι εντόπιοι, γνωρίζοντας άριστα τις περιοχές όπου δρούσαν, θα είχαν τη δυνατότητα ύστερα από αποτυχημένες συμπλοκές να αποσύρονται στις εστίες τους και να ανασυγκροτούνται σε ευθετότερο χρόνο. Από την άλλη μεριά, οι οπλαρχηγοί που προέρχονταν από την ελεύθερη Ελλάδα διέπρατταν σοβαρά λάθη τακτικής: παρέμεναν πολλές μέρες μέσα στα ίδια πατριαρχικά χωριά, με αποτέλεσμα να προδίδονται, να εμπλέκονται σε άσκοπες συγκρούσεις και να εκθέτουν παράλληλα και τα χωριά σε αντίποινα. Επεδείκνυαν βιασύνη στις επιχειρήσεις τους, δεν πραγματοποιούσαν συστηματικές κατοπτεύσεις του χώρου, ενώ η άγνοια του εντοπίου ιδιώματος και της τοπικής ψυχολογίας δημιουργούσε επιπρόσθετα προβλήματα.

Σχέδια δράσης του Μακεδονικού Αγώνα

Όμως η πιεστική ανάγκη για τη συγκρότηση σωμάτων οδήγησε σύντομα το Προξενείο Θεσσαλονίκης στη χρησιμοποίηση ανδρών και οπλαρχηγών από την Ελλάδα, καθώς και παλαιών ληστών για την επάνδρωση τους. Οι τελευταίοι αποτελούσαν το μοναδικό σώμα οπλοφόρων στη Μακεδονία, το οποίο συνδύαζε τη γνώση του τόπου με αυτήν της ανταρτικής ζωής. Η εκτίμηση του Κωνσταντίνου Μαζαράκη-Αινιάν ότι η κίνηση αυτή «ήτο σφάλμα», επιδή «επαγγελματίαι αντάρται και τινές ληστές … ήτο αδύνατο να προσαρμοσθώσι εις το έργο του εθνικού αποστόλου» δεν αναιρεί και την αναγκαιότητα της, τουλάχιστον κατά το αρχικό στάδιο του Αγώνα. Η «απροσάρμοστη» αυτή συμπεριφορά ληστών είχε αποτέλεσμα την απόρριψη από το Προξενείο Θεσσαλονίκης της χρησιμοποίησης τους ως αρχηγών ανταρτικών ομάδων. Τη σκυτάλη του Αγώνα θα έπαιρναν πλέον οι αξιωματικού του ελληνικού στρατού. Τα σώματα στο εξής αποτελούνταν από εντόπιους και άνδρες από το ελληνικό κράτος. Με τον τρόπο αυτό θα αξιοποιούνταν η πείρα των εντόπιων, θα επιβαλλόταν η πειθαρχία και, το κυριότερο, θα διεκπεραιωνόταν από την ηγεσία των αξιωματικών επιτυχώς το «πολιτικό σκέλος» του Αγώνα.

Όπως είναι φυσικό, η απουσία ενιαίας διευθύνσεως του Αγώνα καθιστούσε την εκπόνηση γενικότερων επιτελικών σχεδίων προβληματική και την πραγματοποίηση τους αμφίβολη. Ωστόσο, δεν έλειψαν τέτοιου είδους σχέδια, τα οποία αποσκοπούσαν σε μια πλησιέστερη έκφραση των ελληνικών στρατηγικών επιδιώξεων σε επί μέρους περιοχές ή και στο σύνολο της Μακεδονίας. Ήδη από το 1904 ο Πρόξενος Δημήτριος Καλλέργης πρότεινε στο Υπουργείο Εξωτερικών να επικεντρωθεί ο Αγώνας στο βιλαέτι του Μοναστηρίου, με τη δημιουργία σωμάτων από εντόπιους και Κρήτες. Αρκετά διαφορετικό, ως προς το εύρος του και τις προτεραιότητες που έθετε, ήταν το σχέδιο που εκπόνησε ο Νικόλαος Κοντογούρης, στις αρχές του 1905. Κατά τον Κοντογούρη ήταν ζωτικής σημασίας η εδραίωση της ελληνικής άμυνας κυρίως σε βορειότερες περιοχές, στο όρο Περιστέρι και κυρίως στο Μορίχοβο. Παρ’ ότι η άμεση εφαρμογή του σχεδίου αυτού θεωρήθηκε εξαιρετικά δύσκολη ακόμα και από το συντάκτη του, τα πλεονεκτήματα από την υλοποίηση του θα ήταν αναμφίβολα σημαντικά.

Το πληρέστερο, όμως, επιτελικό σχέδιο που εκπονήθηκε ήταν αυτό που επεξεργάστηκε ο Μαζαράκης, ασφαλώς σε στενή συνεργασία με τον Κορομηλά, στα τέλη του 1904 και αναφερόταν στο σύνολο της Μακεδονίας. Ως επίκεντρο της ελληνικής δράσεως οριζόταν η περιοχή που περικλειόταν από τους άξονες Καστοριάς-Βερμίου-Βέροιας, στο Νότο, και Αχρίδος-Μαριάνσκας-Μπέλες στο Βορρά, μέχρι τη Στρώμνιτσα και το Πετρίτσι. Για την αποτελεσματική κάλυψη του χώρου αυτού υπογραμμιζόταν η αναγκαιότητα του ελέγχου περιοχών όπως το Μορίχοβο και η Αλμωπία, στις οποίες θα εγκαθίσταντο τα τρία, και μεγαλύτερα, από τα δέκα σώματα που προέβλεπε το σχέδιο. Την άνοιξη του επόμενου έτους τα σώματα και οι αρχηγοί που αναφέρονταν στο σχέδιο του Μαζαράκη εισήλθαν στα Μακεδονικά εδάφη, επιτρέποντας έτσι τη υπόθεση ότι είχε γίνει αποδεκτό, έστω και διστακτικά, από την κυβέρνηση, τουλάχιστον σε ό,τι αφορούσε τους γενικούς στρατηγικούς στόχους του.

Χρόνος και τρόπος δράσης

Η επισήμανση του Κορομηλά, ότι η μεγάλη κατανάλωση φυσιγγίων γινόταν κυρίως τους μήνες μετά τον Απρίλιο, υποδηλώνει και το διάστημα κατά το οποίο κορυφωνόταν η δράση των σωμάτων. Πράγματι, οι ελληνικές ομάδες δεν είχαν τη δυνατότητα να περνούν το χειμώνα μέσα στα χωριά, γεγονός που τις εξανάγκαζε να περιστέλλουν τις ενέργειες τους κατά τους χειμερινούς μήνες ή και να αποσύρονται στις ασφαλέστερες, ελληνόφωνες περιοχές στο Νότο. Εξάλλου αστάθμητοι παράγοντες, όπως βαριές απώλειες ύστερα από συγκρούσεις, συχνά επέσπευδαν την αναχώρηση τους. Για τους λόγους αυτούς φαίνεται ότι τέσσερις μήνες συνεχούς δράσης ήταν ένα όριο που λίγα σώματα κατόρθωσαν να υπερβούν.

Απολογισμός του Μακεδονικού Αγώνα

Τον Ιούλιο του 1908 ξέσπασε το κίνημα των Νεοτούρκων, ο Μακεδονικός Αγώνας έλαβε τέλος. Όλοι είχαν ελπίσει σε ένα καλύτερο ειρηνικό μέλλον με το Σύνταγμα. Η μεγάλη σημασία του Μακεδονικού Αγώνα για τον Ελληνισμό ήταν αδιαμφισβήτητη. Ο ιδιόμορφος αυτός Αγώνας άργησε να γίνει ευρύτερα γνωστός, γιατί από το χαρακτήρα του έπρεπε να μείνει κρυφός. Από το 1903 μέχρι το 1908 λίγοι ήταν εκείνοι που μπορούσαν να έχουν καθολική εποπτεία του Αγώνα που έκανε ο Ελληνισμός στη Μακεδονία για να σωθεί από τον κίνδυνο που τον απειλούσε. Στον Αγώνα αυτό η προσωπικότητα των αρχηγών έπαιξε κύριο ρόλο, γιατί ήταν Αγώνας επηρεασμού και επικρατήσεως ψυχών και όχι των όπλων. Η συμβολή των εθελοντών από την ελεύθερη Ελλάδα, ιδιαίτερα Κρητών, ήταν σημαντική, αλλά τίποτα δε θα είχε γίνει χωρίς τη θέληση και την αυτοθυσία τούτων των εντοπίων της Μακεδονίας.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Πηγή: www.enet.gr

Η Κοζάνη (600π.Χ.-…)

Η Κοζάνη είναι πόλη της Μακεδονίας, έδρα του δήμου Κοζάνης και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Κοζάνης στην δυτική Μακεδονία. Επίσης, αποτελεί την έδρα της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας. Είναι χτισμένη ανάμεσα στις οροσειρές του Βερμίου, του Μπούρινου και των Πιερίων, 15 χλμ βορειοδυτικά της λίμνης του Πολυφύτου, σε υψόμετρο 720 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας. Απέχει 120 χλμ από τη Θεσσαλονίκη και 470 χλμ από την Αθήνα. Έχει πληθυσμό 41.066 κατοίκους, ενώ ο νέος διευρυμένος Καλλικρατικός Δήμος έχει 71.388 κατοίκους (απογραφή 2011).

Στην πόλη στεγάζονται τμήματα του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Επίσης είναι η έδρα της Αστυνομικής Διεύθυνσης, της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και του Εφετείου της Δυτικής Μακεδονίας, του Α’ Σώματος Στρατού της Ελλάδας και της Ιεράς Μητροπόλεως Σερβίων και Κοζάνης.

Η πλατεία Νικης με το Δημαρχείο και το ρολόι του Αγίου Νικολάου.
Η πλατεία Νίκης με το Δημαρχείο και το ρολόι του Αγίου Νικολάου.

Τα αρχαία και βυζαντινά χρόνια της Κοζάνης

Αρχαιότητες από την προϊστορική εποχή έχουν ανακαλυφθεί σε πολλά σημεία της πόλης. Στα ανατολικά της Κοζάνης, έχει ανασκαφεί νεκρόπολη, η οποία χρονολογείται από την εποχή του Σιδήρου. Οι αρχαιότητες που βρέθηκαν εδώ μαρτυρούν την ύπαρξη μιας από τις αρχαιότερες πόλεις της αρχαίας Ελιμιώτιδας (ή Ελίμειας), της οποίας η ακρόπολη βρισκόταν στο λόφο του «Αγίου Ελευθερίου». Στα νοτιοδυτικά της σύγχρονης πόλης, στο λόφο Σιόποτο, υπήρχε οικισμός ο οποίος ονομαζόταν Καλύβια, μεταξύ 1100 και 1300, ίχνη του οποίου υπάρχουν ακόμα.

Η Κοζάνη κατά την τουρκοκρατία

Η Κοζάνη εμπορεύεται

Η Κοζάνη είναι μια πόλη που δημιουργήθηκε και γνώρισε οικονομική ακμή κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας στη Βαλκανική χερσόνησο. Οι κάτοικοι της Κοζάνης, μαζί με άλλων δυτικομακεδονικών πόλεων, όπως της Σιάτιστας, της Βλάστης, των Γρεβενών, της Κλεισούρας, εκμεταλλεύτηκαν παλιές και νέες γεωγραφικές διασυνδέσεις, συχνά παρακλάδια της ρωμαϊκής Εγνατίας Οδού, στη νέα γεωπολιτική δυναμικής της οθωμανικής περιόδου. Ένα μεγάλο κομμάτι του ορεινού κόσμου της Δυτικής Μακεδονίας αξιοποίησε βορειοβαλκανικές και κεντροευρωπαϊκές οδικές συνδέσεις, παραποτάμια και παραλίμνια περάσματα και χάραξε τα δρομολόγια του χερσαίου εμπορίου. Στις δυτικομακεδονικές πόλεις συγκεντρώθηκε οικονομικό πλεόνασμα από την κτηνοτροφία κυρίως και τη γεωργία και αναπτύχθηκαν τοπικές μεταποιητικές δραστηριότητες, καθώς και διαβαλκανικές εμπορικές συναλλαγές. Έτσι οι πόλεις αυτές είναι γνωστές για τη εμπορική αποδημία των κατοίκων τους, που έφθανε μέχρι τη Βουδαπέστη και τη Βιέννη.

Στην Κοζάνη ίσχυε προνομιακό φορολογικό καθεστώς. όπως είναι γνωστό και από άλλες παρόμοιες προβιομηχανικές κοινωνίες, στην πόλη αναπτύχθηκε η υφαντική τέχνη. Δημιουργήθηκε λοιπόν μια οικονομική νησίδα αρκετά διαφοροποιημένη από τη γύρω αγροτοκτηνοτροφική περιοχή και η Κοζάνη αναδείχθηκε σε τοπικό οικονομικό κέντρο, κοιτίδα ενός σημαντικού αριθμού εμπόρων που δραστηριοποιήθηκαν στη βόρεια Βαλκανική και κεντρική Ευρώπη. Κάτοικοι αυτής της πόλης διείσδυσαν σε βορειότερα οικονομικά κέντρα, καλύπτοντας το εμπορικό κενό που δημιουργήθηκε μετά την παρακμή της Μοσχόπολης και του Μελένικου, καθώς και κέντρων του βενετομακεδονικού εμπορίου και τη συνακόλουθη μετατόπιση των εμπορικών αξόνων.

Η Κοζάνη και οι κάτοικοι της

Το οικιστικό πλέγμα που διαμορφώνεται κατά μήκος του Αλιάκμονα παρουσιάζει χαρακτηριστικά παραδείγματα μεσαιωνικών και νεότερων οικισμών της οθωμανικής περιόδου. Παράλληλα συγκροτούνται μοναστικές μονάδες, με το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της μονής της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, την επονομαζόμενη Ζάβορδα από το γειτονικό ομώνυμο οικισμό. Έτσι η ιστορία των οικισμών εξετάζεται παράλληλα με αυτής της μονής και αξιολογούνται οι ίδιοι γεωγραφικοί και κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες.

Σε ολόκληρο το 19ο αιώνα η Κοζάνη εμφανίζει ένα σχεδόν ομοιογενές πληθυσμιακό σύνολο, με κανονική αυξητική τάση. Στις αρχές του αιώνα ο Άγγλος περιηγητής Λικ (Leake) σημείωνε ότι η Κοζάνη είχε 600-700 σπίτια ελληνικά (3000 κατοίκους περίπου). Στο β’ μισό του 19ου αιώνα η πόλη είχε 5000 κατοίκους, οι οποίοι σε γεωγραφικό λεξικό της εποχής χαρακτηρίζονται φιλομαθείς έμποροι.

Λίγο αργότερα ο Ν. Σχινάς σημειώνει 8000 «κατοίκους» (δηλαδή Έλληνες) και μόνο 500 Οθωμανούς στην Κοζάνη. Τέλος, στις παραμονές της ένωσης της Κοζάνης με την Ελλάδα η πόλη είχε φτάσει τους 12000 Ορθόδοξους Έλληνες.

Στην ύστερη Τουρκοκρατία το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής της Δυτικής Μακεδονίας ανήκε στο οθωμανικό διοικητικό διαμέρισμα, στο Βιλαέτι του Μοναστηρίου. Από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα η Κοζάνη είχε αποκτήσει τη φυσιογνωμία της αστικής Βαλκανικής πόλης. Το Βαλταδώρειο Γυμνάσιο, η Βιβλιοθήκη και άλλα δημόσια ιδρύματα πλαισιώνουν ιδρυτικά οικοδομήματα.

Παράλληλα παγιώνεται η κοινωνική διαστρωμάτωση στην πόλη. Η οικονομική ελίτ μετέχει στην οργάνωση της τοπικής εκκλησιαστικής και σχολικής διοίκησης και η κύρια οικονομική δύναμη αντλείται από τον αγροτικό χώρο: τα αμπέλια και τα σιτηρά.

Η παιδεία στην Κοζάνη (ως το 1832)

Τα πρώτα οργανωμένα σχολεία εμφανίστηκαν στην Κοζάνη στο τέλος του 17ου αιώνα ως καρπός της οικονομικής προόδου των κατοίκων λόγω εμπορίου και της έφεσης του για μόρφωση. Υποτυπώδη όμως σχολεία πρέπει να λειτούργησαν καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Παράλληλα με τα σχολεία, σημαντικό ρόλο για την Παιδεία της Κοζάνης διαδραμάτισαν πολλοί λόγιοι Κοζανίτες, εγκαταστημένοι κυρίως στις ελληνικές παροικίες της ΝΑ Ευρώπης, οι οποίοι εξέδωσαν πλήθος έργων και προώθησαν τις ιδέες του Διαφωτισμού.

Ο πρώτος δάσκαλος που δίδαξε στο πρώτο οργανωμένο σχολείο της Κοζάνης ήταν ο Γεώργιος Κονταρής, με σπουδές στη Βενετία και μετέπειτα επίσκοπος Σερβίων και μητροπολίτης Σμύρνη. Δίδασκε Αριστοτέλη και θεολογία, ενώ εξέδωσε το έργο «Ιστορίαι της πόλεως Αθήνης», το πρώτο νεοελληνικό έργο για την αρχαία ιστορία. Το έτος 1745 ιδρύθηκε από με την ενίσχυση των εντοπίων και αποδήμων Κοζανιτών της Ουγγαρίας η Στοά. Ο πρώτος δάσκαλος Ευγένιος Βούλγαρις δίδαξε θετικές επιστήμες. Στην Κοζάνη ενέπνευσε νέος άνεμος. Η εισαγωγή όμως των επιστημών στο σχολικό πρόγραμμα έμεινε χωρίς συνέχεια γιατί οι συνεχιστές του Βουλγάρεως δεν διέθεταν γνώσεις θετικών επιστημών. Η Στοά σταμάτησε να λειτουργεί το 1774.

Παράλληλα με τη Στοά από το 1756 λειτούργησε και η Σχολή της Κομπανίας που πήρε το όνομα από τους χρηματοδότες εμπόρους της Ουγγαρίας. Η Σχολή της Κομπανίας έκλεισε πιθανώς το 1769 λόγω διακοπής της χρηματοδότησης.

Το 1776 ιδρύεται από τη Μητρόπολη και τους προκρίτους το Ελληνικόν Μουσείο. Το σχολείο αυτό έμεινε γνωστό ως Σχολείο του Παγούνη, καθώς βασική πηγή εσόδων του ήταν οι τόκοι κεφαλαίου 4292 δουκάτων του Κοζανίτη Δημητρίου Μανόλη Παγούνη στην επίσημη τράπεζα της Βενετίας Zecca. Το 1797/9 εξαιτίας της κατάληψης της Βενετίας από τους Γάλλους διακόπηκε και η αποστολή χρημάτων, μαζί με αυτήν και η λειτουργία του σχολείου. Ανώτερο σχολείο αναφέρεται στις αρχές του 19ου αιώνα. Το 1810 νέο σχολείο λειτούργησε κοντά στο ναό του Αγίου Νικολάου, ενώ το 1813 κτίστηκε πίσω από το ιερό του ναού ο Οίκος της Βελτιώσεως, που στέγασε τη Βιβλιοθήκη.

Τα σχολεία λειτούργησαν με εισφορές των κατοίκων, της Μητρόπολης και των ευεργετών. Διοικούνταν από από επιτροπή που λογοδοτούσε σε σύνοδο προκρίτων. Ο μισθός του δασκάλου ήταν σχετικά χαμηλός, το σχολείο όμως πλήρωνε και το χαράτσι του και άλλους μικρότερους φόρους. Οι μαθητές ήταν λίγοι, προέρχονταν από όλες τις κοινωνικές τάξεις και δεν πλήρωναν δίδακτρα. Οι πλούσιοι Κοζανίτες προσελάμβαναν δασκάλους για μαθήματα κατ’ οίκον. Στις τρεις βαθμίδες των σχολείων -κοινά γράμματα, κυκλοπαίδεια, επιστημονικά μαθήματα- διδάσκονταν γλωσσικά μαθήματα αρχαίοι συγγραφείς, θεολογία, φιλοσοφία και μαθηματικά. Σκοπός της εκπαίδευσης δεν υπήρξε η άμεση επαγγελματική αποκατάσταση αλλά η αντιμετώπιση των οικονομικών υποθέσεων μέσω της γνώσης. Στόχος βέβαια υπήρξε η χρηστότητα των ηθών και η γλωσσική κατάρτιση. Καθώς οι περισσότεροι δάσκαλοι υπήρξαν ιερωμένοι, δεν παρουσίασαν κάποιο νεωτερισμό σε σχέση με την παραδοσιακή ιδεολογία. Η απήχηση του Διαφωτισμού στα σχολεία ήταν περιορισμένη λόγω έλλειψης καταρτισμένων στις θετικές επιστήμες δασκάλων, αλλά και λόγω του συντηρητισμού της διοίκησης και της κοινωνίας. Ο φωτισμός ήρθε από μεγάλες προσωπικότητες Κοζανιτών αστών, που έδρασαν κυρίως στις παροικίες και είχαν περιορισμένη επιρροή στη γενέτειρα.

Η παιδεία στην Κοζάνη (1832-1912)

Το 1832 ιδρύεται η πρώτη αλληλοδιδακτική σχολή, η οποία από το 1842 λειτουργεί ως εξατάξια αστική σχολή, ενώ το 1894 ιδρύεται και τριτάξιο Ημιγυμνάσιο. Οι πρώτες μαθήτριες εμφανίζονται το 1840, ενώ το 1862 λειτουργεί εξατάξιο Παρθεναγωγείο. Σταθμό στην εκπαίδευση της Κοζάνης αποτελεί η ίδρυση από τους ευεργέτες αδελφούς Βαλταδώρου το 1899 του Βαλταδωρείου Γυμνασίου. Το 1905 λειτουργεί 1 Γυμνάσιο, 5 Αστικές Σχολές και 1 Παρθεναγωγείο. Μετά το 1830 η εκπαίδευση διαπνεόταν από ελληνοχριστιανικό ιδεώδες λόγω αφ’ ενός της προσπάθειας για διαμόρφωση εθνικής συνείδησης και αφ’ ετέρου λόγω της επιμονής της Εκκλησίας στο θρησκευτικό χαρακτήρα του σχολείου. Το τοπίο των γραμμάτων συμπληρώνουν και οι φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι «Φοίνιξ» (1873) και «Μορφωτική Αδελφότητα Πανδώρα» (1900). Τέλος, το πρώτο βιβλιοπωλείο ιδρύθηκε από τον Γρηγόρη Πιτένη από τη Σαμαρίνα, ενώ το 1914 κυκλοφόρησε η πρώτη τοπική εφημερίδα «Ηχώ της Μακεδονία» του Μιλτιάδη Τζώνη.

Η Κοζάνη και η οθωμανική Βουλή

Το 1908 ξέσπασε το κίνημα των Νεοτούρκων και θεσπίστηκε Σύνταγμα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το Σύνταγμα προέβλεπε εκλογές, οι οποίες προκηρύχθηκαν. Δικαίωμα ψήφου είχαν όλοι οι άντρες υπήκοοι της Αυτοκρατορίας και ανεξάρτητα από θρήσκευμα και εθνικότητα. Θα ψήφιζαν δηλαδή και οι ραγιάδες και η ψήφος τους θα ήταν ισοδύναμη με των Τούρκων. Το σύστημα ήταν περίπου σαν πλειοψηφικό. Οι Νεότουρκοι έκαναν μια σειρά ενεργειών ούτως ώστε να αποκλειστούν πολλοί χριστιανοί από την εκλογική διαδικασία. Δεν τα κατάφεραν όμως. Στην περιοχή της Κοζάνης ο χριστιανικός πληθυσμός ήταν σχετικά μεγαλύτερος από τον τουρκικό.

Μέσα σε τρομοκρατική ατμόσφαιρα έγινε ο εκλογικός αγώνας. Δεν το έβαλαν κάτω όμως οι Κοζανίτες. Οι τελευταίοι δεν ήταν ανίδεοι εκλογών και εκλογικών αγώνων. Πάντοτε ακολουθούσαν δημοκρατικές διαδικασίες στους συλλόγους, στα σωματεία, στην εφορεία κτλ. Και΄ήξεραν πως να μαζεύουν ψήφους και πως να ψηφίζουν. Εκλέχτηκαν λοιπόν, και δύο Έλληνες υποψήφιοι, ο Γεώργιος Μπούσιος και ο Κοζανίτης Κωνσταντίνος Δρίζης.

Η απελευθέρωση της Κοζάνης

Στις παραμονές του 1912 δεν είχε μείνει κοζανίτικο σπίτι χωρίς να έχει κάποιο όπλο κρυμμένο. Δεν ήταν μόνο τα απομεινάρια του Μακεδονικού Αγώνα, αλλά κρατούσε η παλιά παράδοση να προστατεύεται κάθε οικογένεια μονάχη της. Κρυψώνες για όπλα υπήρχαν όχι μόνο στα σπίτια αλλά και για μεγαλύτερους αριθμούς και ποσότητες στις εκκλησίες, και κυρίως εκείνη του Αγίου Νικολάου. Οι Τούρκοι σπάνια έψαχναν στις εκκλησίες και πολύ λιγότερο στο χώρο της Αγίας Τράπεζας. Υπήρχαν επίσης και ελληνικές σημαίες. Σε όλα τα σπίτια τις έραβαν μόνοι τους και τις κρατούσαν κάπου κρυμμένες. Τις ξεδίπλωναν και τις ανέμιζαν μέσα στα σπίτια στις γιορτές.

Από το Σεπτέμβριο του 1912, που φαινόταν πια καθαρά πως θα ξεσπάσει πόλεμος, ο εκνευρισμός του τουρκικού πληθυσμού ήταν φανερός, η εχθρότητα προς τους Έλληνες είχε ξανανάψει. Οι συγκεντρώσεις στα σπίτια είχαν μεταβληθεί σε συσκέψεις μικρών συνωμοσιών για τον τρόπο που οι ίδιοι θα χτυπούσαν τους Τούρκους, όταν ο ελληνικός στρατός θα πρόσβαλλε τις οχυρές θέσεις του κατακτητή στο Σαραντάπορο.

Η μάχη του Σαρανταπόρου υπήρξε θρίαμβος πραγματικός του ελληνικού στρατού. Έπειτα από αυτή την ελληνική νίκη, οι Τούρκοι έφυγαν άτακτα από το Σαραντάπορο και εγκατέλειψαν τα Σέρβια. Οι Τούρκοι στρατιώτες εγκαταλείπουν τα όπλα τους και αρπάζουν ψωμιά από τους φούρνους και κρέατα από τα κρεοπωλεία. Ο πληθυσμός βράζει από αγωνία και ενθουσιασμό. Οι Τούρκοι των γύρω χωριών λουφάζουν. Ο πανικός μεταδίδεται σε όλα τους Τούρκους στρατιώτες στην περιοχή. Το τουρκικό επιτελείο συνεδρίασε το πρωί και αποφάσισε να εγκαταλείψει την πόλη την 11η Οκτωβρίου. Όταν έγινε γνωστή η απόφαση της εγκατάλειψης δημιουργήθηκε ακόμη μεγαλύτερος πανικός στις τάξεις των Τούρκων. Στο μεταξύ οι Κοζανίτες έσπευσαν στους τουρκικούς στρατώνες και άρπαζαν όπλα. Από όλες τις γειτονιές κατέβαινε κόσμος προς την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, το κέντρο της πόλης. Κάποιοι αναπέταξαν στο κωδωνοστάσιο τη γαλανόλευκη. Αυτά όλα έγιναν γύρω στις 3 με 4 το απόγευμα. Αυτήν την ώρα εμφανίζεται ο πρώτος Έλληνας ιππέας από το Νότο και δέχεται τους ασπασμούς και τις περιπτύξεις των αλλοφρονούντων εκ συγκινήσεως και χαράς πολιτών. Την επομένη μπήκε θριαμβευτικά στην πόλη ο αρχιστράτηγος διάδοχος Κωνσταντίνος και στις 14 Οκτωβρίου ο βασιλιάς Γεώργιος Α’.

Πηγή: www.enet.gr

Η Φλώρινα (6000 π.Χ.-…)

Η Φλώρινα είναι πόλη της Μακεδονίας, έδρα του δήμου Φλώρινας και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Φλώρινας στην Δυτική Μακεδονία. Η πόλη της Φλώρινας βρίσκεται σε υψόμετρο 687 μέτρων και έχει πληθυσμό 17.686 κατοίκους (απογραφή 2011).

Άποψη της Φλώρινας από τον λόφο του Αγίου Παντελεήμονα προς τα ΒΑ
Η Φλώρινα

Ιστορία της Φλώρινας

Η Φλώρινα στην Αρχαιότητα

Η Φλώρινα κατοικείται τουλάχιστον από το 6.000 π.Χ. καθώς ευρήματα μαρτυρούν την πρώτη εγκατοίκηση. Ο παραλίμνιος προϊστορικός οικισμός του Αγίου Παντελεήμονα, που βρίσκεται 3 χλμ. δυτικά της σύγχρονης εγκατάστασης, παρουσιάζει εκτεταμένη διάρκεια κατοίκησης, η οποία καλύπτει χρονικά 5300 χρόνια και εκτείνεται στο σύνολο σχεδόν της Νεολιθικής Εποχής και Εποχής του Χαλκού (6500-1200 π.Χ.).

Η περιοχή κατακλύστηκε από ελληνόφωνα φύλα γύρω στο 19ο αιώνα π.Χ. όταν η βορειότερη Πελαγονία ήταν ένα από τα δύο κύρια κέντρα του ελληνόφωνου κόσμου (το δεύτερο ήταν η Χαονία). Τους αμέσως επόμενους αιώνες, ελληνόφωνα φύλα όπως οι Αχαιοί και οι Αιολείς μετανάστευσαν νοτιότερα, υπό την πίεση των Βρυγών. Η γη των Βρυγών αποτελούσε μέρος της αρχαίας Λυγκηστίδος (η περιοχή οφείλει την ονομασία της στον πρώτο μυθικό βασιλιά της, τον ήρωα και αργοναύτη Λυγκέα). Ήταν πάντα αυτόνομο κράτος με δυναστεία που συγγένευε με τους Βακχιάδες της Κορίνθου. Εντούτοις, το εθνικό υπόβαθρο της περιοχής παρέμεινε ελληνικό, και αφού αποχώρησαν οι Βρύγες στη Μικρά Ασία (15ος αιώνας π.Χ.), τους επόμενους αιώνες, σημείωσε ιδιαίτερη πληθυσμιακή ανάπτυξη. Αυτό οδήγησε σε νέα μετανάστευση νοτιότερα κατά τον 11ο αιώνα π.Χ. που έμεινε γνωστή ως κάθοδος των Δωριέων. Στο λόφο του Αγίου Παντελεήμονος, υπάρχει αρχαιολογικός χώρος οικισμού που κατοικούνταν αδιάλειπτα από το 16ο έως τον 6ο αιώνα π.Χ. και από το 4ο έως τον 1ο αιώνα π.Χ. 

Οι σπουδαιότερες πόλεις ήταν η Ηράκλεια που ίδρυσε ο Φίλιππος το 352 π.Χ. στην περιοχή όπου βρίσκεται σήμερα η Φλώρινα, η Κέλλα (σημερινή Κέλλη), η Βεύο (σημερινή Βεύη) και η Μελιτώνα (σημερινή Μελίτη) με κατοίκους Έλληνες Δωρικής καταγωγής. Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά του Ηροδότου στο κεφάλαιο του Ουρανία (137) για τη Λεβαία, που σήμερα ανήκει στο Δήμο Φιλώτα: «Του δε Αλεξάνδρου τού έβδομος γενέτωρ Περδίκκας εστί ο κτησάμενος… την τυραννίδα τρόπω τάδε εξ’ ργεως έφυγον ες Ιλλυριούς των Τημένου απογόνων τρεις αδελφέοι, Γαυάνης τε και Αέροπος και Περδίκκας… απίκοντο ες Λεβαίην πόλιν… οι δε απικόμενοι ει άλλην γην της Μακεδονίας οίκησαν πέλας των κήπων…». Ιδρυτής της Λυγκηστικής δυναστείας ήταν ο Βρομερός, πατέρας του Αρραβαίου και παππούς της γιαγιάς του Αλεξάνδοου του Γ’ του Μεγάλου. Ο Φίλιππος ο Β’ -πατέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου – προσάρτησε την περιοχή στο Βασίλειο της Μακεδονίας. Η περιοχή γνωρίζει μεγάλη ακμή στην ελληνιστική περίοδο. Η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στην επιφάνεια την ελληνιστική πόλη των Πετρών (κοντά στο Αμύνταιο) και ομόχρονη με την Πέλλα και το Δίον και την Ακρόπολη Ηράκλειας (στο λόφο του Αγίου Παντελεήμονα πάνω από τη Φλώρινα).

Η Φλώρινα στη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή εποχή

Όπως μαρτυρεί η ανεύρεση λατινικών επιγραφών και ρωμαϊκών αγγείων και νομισμάτων, ο σημαντικός αυτός οικισμός επιβίωσε ως το τέλος της ρωμαϊκής αρχαιότητας, χάρη στην εξαιρετικά στρατηγική θέση του, καθώς ασκούσε έλεγχο σε δυο σπουδαίους δρόμους, δηλαδή στη ρωμαϊκή Εγνατία οδό και στο δρόμο που έφερνε, μέσω των στενών του Πισοδερίου, από την περιοχή των Πρεσπών στον κάμπο της Φλώρινας. Η θέση της πόλης ως φυσικό πέρασμα από το λεκανοπέδιο Πρεσπών προς το λεκανοπέδιο Λυγκηστίδας ανάμεσα στα όρη Βαρνούντας και Βέρνο, δημιούργησε την ανάγκη για την κατασκευή φρουρίου ήδη από την αρχαιότητα. Λόγω της στρατηγικής της θέσης έγινε συχνά πεδίο μαχών, κάτι που εμπόδισε την ανάπτυξή της. Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της περιοχής έπαιξε η Εγνατία οδός. Το 148 π.Χ. όταν η Μακεδονία γίνεται Ρωμαϊκή Επαρχία, η περιοχή της Φλώρινας υπάγεται στην 4η Τοπαρχία της «Άνω Μακεδονίας». Αργότερα κατά τη Βυζαντινή περίοδο το φρούριο κτίστηκε ψηλότερα στους πρόποδες του Βαρνούντα  και έμεινε γνωστό ως «Κάστρο του Χλερηνού». Γι αυτό και ο οικισμός κατά το μεσαίωνα αναφέρεται ως «Χλερηνός» και εξελίχθηκε κατά τη βυζαντινή εποχή, σε πόλη. Το όνομα «Χλερηνός» προέρχεται πιθανώς από τη λέξη «χλωρό» λόγω του κλίματος και της βλάστησης της περιοχής.

Η Φλώρινα επί Οθωμανικής κυριαρχίας

Επί Τουρκοκρατίας η Φλώρινα ήταν τοπικό εμπορικό και βιοτεχνικό κέντρο ενώ η πλειοψηφία των κατοίκων της Μουσουλμάνοι. Το 16ο αιώνα δρα στην περιοχή ο αρματολός Τσολάκης. Από τη Φλώρινα κατάγονταν ο νεομάρτυρας Αγαθάγγελος που μαρτύρησε το 1727 στο Μοναστήρι. Στις αρχές του 19ου αιώνα η Φλώρινα, κείμενη βορείως της νοητής γραμμής που αποτελούσε το βόρειο όριο της συμπαγούς ελληνοφωνίας στη Μακεδονίας, ήταν μία νησίδα ελληνογλωσσίας σε μία εν πολλοίς αλλόφωνη ενδοχώρα, που, ως έδρα μητρόπολης όπου λειτουργούσαν ελληνικά σχολεία, δρούσε ως εστία εξελληνισμού των Αλβανών, Βλάχων και Σλάβων που συνέρρεαν από την ύπαιθρο στην πόλη, δίχως, ωστόσο, να εξαλειφθεί η αλλοφωνία. Κατά το 1821 οι Έλληνες ήταν περίπου 80 οικογένειες. Οι Φλωρινιώτες συμμετείχαν στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Σημαντικότερος αγωνιστής, ήταν ο Αγγελίνας που πολέμησε, μεταξύ άλλων, και στην Κρήτη. Φλωρινιώτες επίσης, πολέμησαν στο Μεσολόγγι. Μέλη της Φιλικής Εταιρείας, ήταν οι αδελφοί Λουκάς και Νικόλαος Νεδέλκος, καταγόμενοι από την περιοχή της Φλώρινας. Με το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, οι Οθωμανοί συγκέντρωσαν στην κεντρική πλατεία της πόλης τους 7 σημαντικότερους προκρίτους, και τους κρέμασαν. Στα μέσα του 19ου αιώνα, η Φλώρινα είναι σημαντικό κέντρο μεταποίησης καπνών, διάσημη για τα καπνοξηραντήριά της.

Οι Εθνικοί Ανταγωνισμοί της Φλώρινας

Ως αποτέλεσμα του εξελληνιστικού ρόλου που διαδραμάτιζε το ελληνικό σχολείο, στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα μεγάλο τμήμα των κατοίκων της Φλώρινας, ιδίως οι νέοι, συνήθιζαν να μιλούν τα ελληνικά και στο σπίτι τους. Το 1881 οι Έλληνες οπλαρχηγοί Ναούμ Κωνσταντινίδης (ή Καραναούμ ή Ορλίνης) και Νάιδος εισέβαλαν με το σώμα τους στην πόλη και απήγαγαν τον Οθωμανό καϊμακάμη (έπαρχο), σε μια προσπάθεια να σταματήσουν οι διώξεις των ανταρτών της  Επανάστασης του 1878. Μετά την Επανάσταση του 1878 που είχε αναστατώσει την περιοχή, και την ίδρυση του Βουλγαρικού κράτους, άρχισαν να εμφανίζονται στην περιοχή της Φλώρινας, πολυάριθμες Βουλγαρικές ένοπλες ομάδες, σταλθείσες από τη Βουλγαρία με σκοπό να πιέζουν τους κατοίκους να μεταστραφούν στην Βουλγαρική Εξαρχία. Μάλιστα, όταν το 1885 πήρε τα όπλα και άρχισε να δρα στην περιοχή ο καπετάν Τσανάκας, ως αντίδραση στις Βουλγαρικές επιθέσεις, οι Οθωμανικές αρχές, παρόλο που η ομάδα ντύνονταν με την τοπική Ελληνική φουστανέλα και μιλούσε ελληνικά, ήταν πεπεισμένες ότι επρόκειτο για Βουλγαρική ομάδα, που προσπαθούσε να παραπλανήσει τις αρχές ως προς την καταγωγή της. Οι Βούλγαροι προκειμένου να δελεάσουν τους Έλληνες μαθητές να εγγραφούν στο σχολείο τους, είχαν εισάγει και την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, αλλά παρ’ όλ’ αυτά οι μαθητές του εν λόγω σχολείου ήταν ελάχιστοι κατά το 1883, και συνεχώς μειώνονταν, αφού προσέτρεχαν στα Ελληνικά σχολεία της πόλης. Το 1884 η Κοινότητα Φλωρίνης έστειλε επιστολή διαμαρτυρίας προς την Υψηλή Πύλη, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και τις Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, για τις ψευδείς και παραποιημένες στατιστικές του πληθυσμού που διοχέτευαν εντέχνως οι Βούλγαροι προς τους Ευρωπαίους, και αρκετές είχαν μάλιστα υιοθετηθεί, διατρανώνοντας την Ελληνική τους συνείδηση. Κατά την επίσημη Οθωμανική απογραφή του 1885, στην υποδιοίκηση Φλώρινας οι Έλληνες αποτελούσαν τα 2/3 του συνολικού πληθυσμού, παρόλο που οι Βούλγαροι με διάφορες μεθοδεύσεις είχαν κατορθώσει, να χαρακτηρίζονται οι σλαβόφωνοι Έλληνες, ως «πατριαρχικοί Βούλγαροι» (ήταν η πρώτη φορά που εισάχθηκαν οι έννοιες «πατριαρχικοί» και «εξαρχικοί» κατ’ απαίτηση των Βουλγάρων).

Τα δυσμενή για τους Βούλγαρους, αποτελέσματα της απογραφής εντατικοποίησαν τις ενέργειές τους και εκμεταλλευόμενοι την αναταραχή που σημειώνονταν στην Ανατολική Ρωμυλία, βρήκαν την ευκαιρία να αποστείλουν εκατοντάδες πολυάριθμα ένοπλα σώματα σε όλη τη Μακεδονία. Στην περιοχή της Φλώρινας, η κατάσταση ήταν ανεξέλεγκτη και η Βουλγαρική τρομοκρατία, σχεδόν παρέλυσε την οικονομική ζωή. Οι Οθωμανικές αρχές αναγκάστηκαν να εγκαταστήσουν στη Φλώρινα ισχυρή στρατιωτική δύναμη. Στα τέλη του 1886, αποκαλύφθηκε η μυστική οργάνωση των Ελλήνων της Βορειοδυτικής Μακεδονίας, που δρούσε από το 1867 υπό τον Αναστάσιο Πηχεώνα, και ξέσπασαν μεγάλες διώξεις κατά των Ελλήνων κατοίκων, τα γνωστά Πηχεωνικά. Στην πόλη της Φλώρινας πολλοί κάτοικοι διώχθηκαν, καθώς από τις ανακρίσεις αποκαλύφθηκε ότι πολλοί Φλωρινιώτες ήταν συνεργαζόμενοι με την «νέα Φιλική Εταιρεία». Τελικά, συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν αρκετοί Φλωρινιώτες, ενώ ο ιατρός Αργύριος Βούζας εξορίστηκε. Το Σεπτέμβριο του 1888, ο βοηθός  επίσκοπος Μογλενών και Φλωρίνης και Επίτροπος Φλωρίνης, Άνθιμος Πελτέκης αποφάσισε να εγκαταλείψει τη Φλώρινα, προκειμένου να εγκατασταθεί για το χειμώνα στη Γευγελή για να εισπράξει τους εκεί φόρους, της μητρόπολης. Οι Βούλγαροι εκμεταλλεύτηκαν το κενό που δημιουργήθηκε στην πόλη, προκειμένου να μεταστρέψουν πολλούς κατοίκους στη Βουλγαρική Εξαρχία.

Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα ο συνολικός πληθυσμός της πόλης ανερχόταν σε 9 με 10 χιλιάδες, από τους οποίους τα 3/4 ήταν Μουσουλμάνοι και οι υπόλοιποι Χριστιανοί και Τσιγγάνοι. Το 1890  ο Γάλλος περιηγητής Βικτόρ Μπεράρ επισκέφθηκε την πόλη και ανέφερε πως τα 3/4 των κατοίκων (1.500 σπίτια) ήταν Μουσουλμάνοι (κυρίως Αλβανοί και Σλάβοι προσηλυτισμένοι και περίπου εκατό οικογένειες Τούρκων). Όλοι οι Χριστιανοί, περίπου 500 οικογένειες, χρησιμοποιούσαν την ελληνική και αυτοπροσδιορίζονταν ως Έλληνες, εκτός από περίπου 200-300 φανατικούς νεοπροσήλυτους Βουλγάρους, που απολάμβαναν της προστασίας της τοπικής οθωμανικής διοίκησης. Κατά την Επανάσταση του 1896 – 1897, πολλοί Φλωρινιώτες ξεσηκώθηκαν ενάντια στα Βουλγαρικά ένοπλα σώματα, ενώ κατά την άφιξη των σωμάτων των Τάκη Περήφανου (Νάτσιου), Λάζου Βαρζή και Ιωάννη Τσάμη κοντά στην πόλη, προκλήθηκε μεγάλη αναταραχή που οδήγησε στην εγκατάσταση ισχυρού  Οθωμανικού  στρατιωτικού αποσπάσματος 200 ανδρών στην πόλη για την καταστολή της εξέγερσης. Σύμφωνα με Αυστριακές στατιστικές του 1897, στην πόλη της Φλώρινας επικρατεί το Ελληνικό στοιχείο. Το 1898 λόγω της συνεχιζόμενης διαμάχης ανάμεσα, από τη μία, των εκπροσώπων της Ελληνικής κυβέρνησης, δηλαδή των προξένων Μοναστηρίου, που προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν τη Βουλγαρική ένοπλη βία χωρίς καμία συνεννόηση και συνεργασία με την τοπική μητρόπολη Μογλενών, και από την άλλη, των Μητροπολιτών, οι κάτοικοι είχαν χωριστεί σε δύο αντιμαχόμενες πτέρυγες (φιλομητροπολιτική και αντιμητροπολιτική). Για το λόγο αυτό, ο Μητροπολίτης Ιωαννίκιος Μαργαριτιάδης απέστειλε το ίδιο έτος επιστολή προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, αναλύοντας τους προβληματισμούς του για την τεταμένη κατάσταση και μάλιστα, εντός μίας ολοένα και εχθρικότερης προς τους Έλληνες Μητροπολίτες, Οθωμανικής Διοίκησης. Για τον ίδιο λόγο, το ίδιο έτος, ο Μητροπολίτης Πελαγονίας Ιωακείμ Φορόπουλος, απέστειλε επιστολή προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, προτείνοντας να αποσπαστούν τα Μογλενά (Αλμωπία) από τη Μητρόπολη και να δημιουργηθεί μία νέα Μητρόπολη Πρεσπών και Φλωρίνης, ώστε να υπάρξει αποτελεσματικότερη διοικητική οργάνωση, ανταποκρινόμενη στην ιδιαίτερα ταραγμένη περίοδο. Τελικά, οι προτάσεις του δεν υλοποιήθηκαν.

Την περίοδο 1899 – 1900 οι Βουλγαρικές ένοπλες ομάδες στην περιοχή οργάνωσαν μαζικές δολοφονίες Ελλήνων επιφανών ανδρών, μεταξύ των οποίων και ο Φλωρινιώτης Κωνσταντίνος (Κώτσης) Πέτρου. Την ίδια χρονιά, ο αρχηγός των κομιτατζήδων στην περιοχή, Γεώργης Ιβάνωφ (Μάρκος), που γνώριζε άπταιστα ελληνικά, κατάφερε να οργανώσει πυρήνα εντός της πόλης της Φλώρινας, διαδίδοντας ότι στοχεύει στην Ελληνοβουλγαρική σύμπραξη, επιδεικνύοντας τα όπλα του που είχε φέρει λαθραία από την Αθήνα. Λόγω της εντεινόμενης Βουλγαρικής τρομοκρατίας στον τοπικό πληθυσμό, ο Έλληνας  πρόξενος  Μοναστηρίου Σταμάτης Κιουζές Πεζάς το 1901 πρότεινε τη σύσταση τριμελούς επιτροπής από Φλωρινιώτες για την οργάνωση του αγώνα και τη συγκρότηση ένοπλων Ελληνικών σωμάτων. Σε στατιστική της σχολικής χρονιάς 1901/1902 οι Έλληνες μαθητές υπερτερούσαν σαφώς έναντι των Βουλγάρων. Στις αρχές του 1902, οι Βούλγαροι, στα πλαίσια της προπαγάνδας, διέρρευσαν ψευδώς ότι θα εγκατασταθεί στη Φλώρινα Βούλγαρος επίσκοπος, κάτι που προκάλεσε νέα απογοήτευση στον Ελληνικό πληθυσμού. Προς επίρρωση των φημών μάλιστα, αντιπρόσωποι της Βουλγαρικής κοινότητας Μοναστηρίου ευχαρίστησαν δημόσια το Βαλή (Περιφερειάρχη) του Βιλαετίου Μοναστηρίου για την ευνοϊκή στάση του Σουλτάνου προς τους Βούλγαρους.

Το πρώτο δεκαπενθήμερο του Σεπτεμβρίου του 1902, ο καπετάν Κώττας Χρήστου, σε μια προσπάθεια να προσεταιριστεί τον Αναστάς Γιάγκωφ και να τον απομονώσει από τους λοιπούς κομιτατζήδες της ΕΜΕΟ στην περιοχή, σχεδίασε επίθεση, από κοινού με τον Γιάγκωφ, στη Φλώρινα. Η κοινή δράση Κώττα – Γιάγκωφ προκάλεσε την έντονη ανησυχία των Ελλήνων κατοίκων που θεωρούσαν τον Γιάγκωφ, μισητό εχθρό αλλά και την αποστροφή των εκπροσώπων του Βουλγαρικού κομιτάτου. Έτσι, όταν επιχειρήθηκε η επίθεση στη Φλώρινα στα τέλη του πρώτου δεκαπενθήμερου του Σεπτεμβρίου του 1902, πολλοί ήταν εκείνοι, και από τις δυο πλευρές που ήταν καχύποπτοι ως προς το εγχείρημα. Ο Κώττας έστειλε τότε, επιστολή στον Έλληνα ιατρό Κύρο Καραμπίνα, προκειμένου να καθησυχάσει τους Έλληνες της Φλώρινας και να προετοιμάσει προμήθειες σε τρόφιμα, λόγω της επικείμενης επίθεσης στην πόλη. Η επιχείρηση τελικά απέτυχε γιατί αφενός, η επιστολή δεν έφτασε ποτέ στον παραλήπτη, καθώς έπεσε στα χέρια κομιτατζήδων οι οποίοι την κατέστρεψαν και αφετέρου το σχέδιο προδόθηκε στις Οθωμανικές αρχές από τον Έλληνα πρόκριτο της Τύρσιας (Τρίβουνο), που δεν έβλεπε με καλό μάτι την εμπλοκή του Γιάγκωφ στις ελληνικές ενέργειες. Στις αρχές του 1903, ο Νικόλαος (Λάκης) Πύρζας είχε συγκροτήσει μυστική επιτροπή στη Φλώρινα με τους Φλωρινιώτες Γεώργιο Λουκά, Πέτρο Χατζητάση, Αθανάσιο Κοτλάρτζη και Στέργιο Σαπουντζή προκειμένου να αντιμετωπίσουν τη Βουλγαρική βία (το 1904 ως εκπρόσωπος της “Επιτροπής Φλώρινας” στάλθηκε στην Αθήνα και επέστρεψε συνοδεύοντας τον Παύλο Μελά). Στα μέσα του 1903 τα πολυάριθμα Βουλγαρικά σώματα που δρούσαν στην περιοχή, στα πλαίσια της προετοιμαζόμενης εξέγερσης πύκνωσαν τις επιθέσεις τους, ώστε να προκαλέσουν τα Οθωμανικά αντίποινα κατά των χριστιανικών πληθυσμών. Έτσι, στα μέσα του 1903 επιτροπές κατοίκων της Φλώρινας (Ελλήνων και Βουλγάρων) μετέβηκαν στο Μοναστήρι  προκειμένου να διαμαρτυρηθούν στους Ευρωπαίους προξένους και να ζητήσουν της προστασίας τους. Παρά την καταπίεση, κατά την εξέγερση του Ίλιντεν, ελάχιστοι Φλωρινιώτες συμμετείχαν,  αναφέρονται μόνο δυο αδέρφια από την πόλη της Φλώρινας.

Η Φλώρινα στο Μακεδονικό Αγώνα

Η Φλώρινα ανέδειξε σημαντικούς οπλαρχηγούς, όπως ο Νικόλαος Πύρζας στην εικόνα
Ο Νικόλαος Πύρζας

Στο Μακεδονικό Αγώνα, η Φλώρινα ανέδειξε σημαντικούς οπλαρχηγούς, όπως ο Νικόλαος Πύρζας (1880 – 1947) και ο Πέτρος Χατζητάσης, ενώ ηγετική μορφή στην περιοχή ήταν ο Ξενοφών Πούσκας. Σε απογραφή των πατριαρχικών κατοίκων της πόλης που διενεργήθηκε το 1905 από το Μητροπολίτη Μογλενών και Φλωρίνης Άνθιμο για το χωρισμό τους σε ενορίες καταγράφονται 406 ελληνορθόδοξες οικογένειες. Από το καλοκαίρι του 1906, η δράση των Ελληνικών αντάρτικων σωμάτων καρποφόρησε, και στην πόλη της Φλώρινας, καθώς και στη γύρω περιοχή, σταμάτησαν πλέον να δρουν Βουλγαρικές ένοπλες ομάδες. Ταυτόχρονα, η Ελληνική εκπαιδευτική δραστηριότητα είχε επικρατήσει πλήρως, παρά την άστοχη παρουσία του Μητροπολίτη Άνθιμου. Τον Ιούλιο του 1907, οι Βούλγαροι δολοφόνησαν τον ιερέα της πόλης παπα-Κωνστάντιο. Σε αντίποινα ο Αρ. Γιαννόπουλος, γραμματέας της Μητρόπολης, σκότωσε τον Βούλγαρο ιερέα παπα-Ηλία. Για την ενέργειά του αυτή, συνελήφθη και εκτελέστηκε από τις Οθωμανικές αρχές. Κατά τα έτη 1906 και 1907 οι συγκρούσεις Ελληνικών και Βουλγαρικών ομάδων στην περιοχή ήταν τόσο έντονες, που οι Οθωμανικές αρχές για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση προέβαιναν σε αθρόες συλλήψεις, φυλακίσεις, αλλά και φόνους χριστιανών. Αυτό προκάλεσε μαζικές μεταναστεύσεις κατοίκων προς τις ΗΠΑ. Στα τέλη του  1907  η  Οθωμανική καταστολή απέδωσε αποτελέσματα και συνέλαβε πολλούς Έλληνες οπλαρχηγούς και οπλίτες. Έτσι, νέα ένοπλα Βουλγαρικά σώματα άρχισαν να δρουν στην περιοχή δολοφονώντας Έλληνες, όπως η δολοφονία του Γεώργιου Στεφάνου στην πόλη της Φλώρινας στα μέσα Ιανουαρίου του 1908.

Η Φλώρινα γίνεται επίσημα ελληνική πόλη

Η πόλη απελευθερώθηκε τελικά από τον ελληνικό στρατό στις 8 Νοεμβρίου του 1912, ύστερα από 527 χρόνια σκλαβιάς (1385, κατακτητής Σουλτάνος Μουράτ ο Α’) η περιοχή ελευθερώνεται αλλά όχι για πολύ, καθώς ακολουθεί ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Το 1916 οι σύμμαχοι απελευθέρωσαν τη Φλώρινα, που για ένα περίπου μήνα κατείχαν οι Βούλγαροι. Στο Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, η Πρώτη Νίκη του ’40 κατά των Ιταλικών στρατευμάτων από το 33ο Σύνταγμα της Φλώρινας γέμισε χαρά τους Έλληνες. Ακολούθησε η Γερμανική κατοχή, με μέρες δραματικές για τον τόπο που, δυστυχώς, έμελλε να συνεχιστούν για άλλα πέντε περίπου χρόνια, μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων το Νοέμβριο του ’44. Το 1 949 λήγει η εμφύλια σύρραξη, που διαδραματίστηκε κυρίως σ’ αυτήν την περιοχή. Την περίοδο 1951-1954 ο Νομός Φλώρινας αποκτά τα σημερινά του όρια.     

Οι σλαβόφωνοι της Φλώρινας    

Η περιοχή της Φλώρινας την περίοδο της οθωμανοκρατίας διακρίνεται για την παρουσία σλαβόφωνων πληθυσμών, οι οποίοι υπάγονταν στην πνευματική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και ήταν μέρος του μιλλέτ (Γένους) των Ρωμιών. Σε μια αυτοκρατορία όπως η Οθωμανική, οι διακρίσεις ανάμεσα στις ομάδες που την αποτελούσαν, ήταν θρησκευτικές. Επομένως με τον όρο σλαβόφωνοι εννοούμε όλους τους κατοίκους της περιοχής που είχαν μητρική γλώσσα την σλαβική και αναγνώριζαν τον Οικουμενικό Πατριάρχη ως πνευματικό και θρησκευτικό αρχηγό τους.

Εντάσσοντας τους σλαβόφωνους στο ιστορικό πλαίσιο και στις συγκυρίες που διαδέχτηκαν η μία την άλλη, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως την περίοδο της οθωμανικής αυτοκρατορίας η συμβολή τους υπήρξε σημαντική, τόσο στην συντήρηση της ορθόδοξης παράδοσης, όσο και στην διάχυση του ορθόδοξου πολιτισμού. Και το κυριότερο, οι περισσότεροι σλαβόφωνοι στήριξαν τους αγώνες του Ελληνισμού στην Μακεδονία και για αυτόν τον λόγο προσδιορίζονταν ως φανατικοί Έλληνες, γκραικομάνοι.

Η κατάτμηση όμως του μιλλετ των ορθοδόξων έλαβε χώρα το 1870, όταν η διαμόρφωση μιας εξαρχικής-βουλγαρικής ταυτότητας διέσπασε την ελληνορθόδοξη κοινοπολιτεία των Ρωμιών. Οι σημαντικότερες αιτίες θα πρέπει να αναζητηθούν στην πολιτική και στις μακροχρόνιες βλέψεις της Βουλγαρίας, η οποία διεκδικούσε τους σλαβόφωνους της Μακεδονίας για να ανασυστήσει την Μεγάλη Βουλγαρία της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, του έτους 1878.

Η ίδρυση της βουλγαρικής Εξαρχίας είχε καθοριστικές επιπτώσεις αφού σήμανε την έναρξη του ανταγωνισμού μεταξύ των πατριαρχικών-ελληνοφρόνων σλαβοφώνων, και των εξαρχικών βουλγαροφρόνων, σλαβοφώνων, οι οποίοι αναγνώριζαν διαφορετικό θρησκευτικό αρχηγό, οι μεν τον Πατριάρχη, οι δε τον Βούλγαρο Έξαρχο. Οι αντιπαραθέσεις εκδηλώθηκαν σε δύο επίπεδα: στα σχολεία και στον ένοπλο Μακεδονικό Αγώνα.

Τα ελληνορθόδοξα πατριαρχικά σχολεία οδηγούσαν τους σλαβόφωνους πληθυσμούς στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας και στην αφομοίωση της ελληνικής εθνο-πολιτισμικής ταυτότητας. Τα σχολεία αυτά στηρίζονταν από τον Σύλλογο προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων, στον οποίο προήδρευε κυρίως ο ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος. Όφειλαν όμως την συγκρότησή τους πρώτα στις ελληνικές κοινότητες των πόλεων και των χωριών, της Φλώρινας, που διοικούνταν από τον ορθόδοξο Μητροπολίτη και εξέλεγαν σε τακτές χρονικές περιόδους τους άρχοντές τους: τους Δημογέροντες που ασχολούνταν με τα οικονομικά ζητήματα, τους Εφόρους που φρόντιζαν για την λειτουργία των ελληνορθόδοξων σχολείων και τους Ταμίες που ασχολούνταν με την ορθόδοξη Εκκλησία των κοινοτήτων.

Κάθε χωριό της Φλώρινας είχε στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, στο πλαίσιο των οθωμανικών μεταρρυθμίσεων, που επέβαλε η Ευρώπη, το δικαίωμα να ιδρύει σχολεία και εκκλησίες. Στη Φλώρινα, ο Μητροπολίτης Μογλενών έμενε από το 1904 στην ορθόδοξη Μητρόπολη, έργο του Μητροπολίτη Ιωαννίκιου. Ο ελληνορθόδοξος ναός ήταν η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, στην έξοδο της πόλης. Τα σχολεία της κοινότητας χτίστηκαν με την αγορά του οικήματος του Ιζέτ πασά στον χώρο όπου βρίσκονται σήμερα το Α και Β Δημοτικό σχολείο και διαμόρφωσαν σταδιακά μια δίγλωσση αστική τάξη, η πλειοψηφία της οποίας προερχόταν από τα χωριά.

Μέσα σε αυτό το συγκείμενο εκλεκτές κατοικίες χτίστηκαν στο Βαρόσι, οι ιδιοκτήτες των οποίων ήταν δίγλωσσοι ή σλαβόφωνοι, είχαν συνεργαστεί με το ελληνικό κράτος κατά τον μακεδονικό αγώνα και μετείχαν στον ελληνορθόδοξο βίο της κοινότητας. Παράδειγμα κατοικιών ή ξενοδοχείων μεγάλων οικογενειών γύρω από το Βαρόσι είναι οι οικίες των Σαπουντζήδων που κατάγονταν από το χωριό τότε Γκορνίτσοβο και μετά το 1925 Κέλλη, το σπίτι της οικογένειας Πύρζα, το διπλό σπίτι της οικογένειας Ανδρέου, δίπλα στην οικία Κούλη, μιας οικογένειας που καταγόταν από το τότε χωριό Άρμεντσκο και τώρα Άλωνα, η οικία Ν. Χάσου, τέως Δημάρχου της πόλης που καταγόταν από το βλαχόφωνο Πισοδέρι.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι οι εγκαταστάσεις πληθυσμών στην πόλη και στα χωριά της περιοχής είναι από την έναρξη του Α παγκοσμίου πολέμου και έπειτα πυκνές. Το 1914 εγκαθίστανται Μοναστηριώτες πρόσφυγες από την ευρύτερη περιοχή της Πελαγονίας και ασκούν κυρίως αστικά επαγγέλματα. Το σημαντικότερο όμως γεγονός είναι πως το 1923 η περιοχή της Φλώρινας κατοικείται πλέον από μεγάλο αριθμό προσφύγων, που προέρχονταν από τις χαμένες ελληνικές κοιτίδες και οι οποίοι άρχισαν να αποκαθίστανται αγροτικά και αστικά από την ΕΑΠ=Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων.

Οι σχέσεις τους με τους σλαβόφωνους γηγενείς κατοίκους απέβησαν προβληματικές, κυρίως εξαιτίας της αδυναμίας του ελληνικού κράτους να διαχειριστεί τα ζητήματα της αποκατάστασης, που αποτελούσαν αντικείμενο διεκδίκησης από τις δύο πλευρές, δηλαδή τόσο από τους πρόσφυγες, όσο και από τους γηγενείς. Και αυτό γιατί, μετά την αναχώρηση των Τούρκων, ορισμένοι εκ των γηγενών είχαν αγοράσει με χρυσές δραχμές τα κτήματά των Τούρκων, δοσοληψίες που χαρακτηρίστηκαν ήδη από το 1914 παράνομες και δεν αναγνωρίστηκαν από το ελληνικό κράτος, καθώς έλλειπαν και τα αναγκαία έγγραφα. Με την έλευση μάλιστα των προσφύγων, το ελληνικό κράτος αποδύθηκε σε μια προσπάθεια να αποκαταστήσει τους πρόσφυγες στα κτήματα των Τούρκων, κάποια από τα οποία εφέροντο να έχουν αγοράσει οι γηγενείς, ενώ δεν μπορούσε να αποκλειστεί σε ορισμένες περιπτώσεις και η χρησικτησία των συγκεκριμένων κτημάτων, ήδη από το 1914 από γηγενείς καλλιεργητές.

Εξίσου πιθανή είναι η μνημονευθείσα σε πολλές πηγές μεροληπτική ή προνομιακή μεταχείριση από το κράτος των προσφύγων, έναντι των σλαβόφωνων. Το κυριότερο είναι η αβελτηρία, η αδράνεια κάποιων από τους κρατικούς λειτουργούς ή ακόμα και από τις κεντρικές κυβερνήσεις. Απέφευγαν να εκπονήσουν νόμους και κανόνες για να λύσουν τις διαφορές προσφύγων και γηγενών που ανέκυπταν. Έτσι πολιτικοί και κόμματα αδικούσαν άλλοτε τους μεν, άλλοτε τους δε ή τους άφηναν να συγκρούονται, διαιωνίζοντας τα ζητήματα νομής και κατοχής της γης, στην ενδοχώρα της Φλώρινας, της Εορδαίας, της Κοζάνης, της Καστοριάς. Ένα ανάπηρο και αναποφάσιστο κράτος που αδυνατούσε για πολλά χρόνια να δώσει λύση στα προβλήματα της προσφυγικής αποκατάστασης Το αποτέλεσμα υπήρξε καταλυτικό: η συγκυρία της Κατοχής, ειδικά σε αυτή την περιοχή, αναπαρήγαγε παλιές ταυτότητες, αναθέρμανε διαφορές και δημιούργησε χαρακώματα.

Υπήρχαν όμως και ευχάριστες όψεις της κοινωνικής εξέλιξης στην περιοχή, όπου οι σλαβόφωνοι συμμετείχαν ως μέλη της ελληνικής εθνικής κοινότητας, μοχθώντας σύμμετρα και δημιουργικά. Στην πόλη στην οποία είχαν εγκατασταθεί μόλις οι πρόσφυγες του 1923 και ήδη από το 1914 οι πρόσφυγες της Πελαγονίας, δηλαδή της περιοχής Μοναστηρίου, το 70% των αστών προερχόταν από τους σλαβόφωνους των γύρω χωριών που είχαν σταθεί δίπλα στον Μητροπολίτη Μογλενών (Φλωρίνης) και είχαν συγκροτήσει την αστική κοινότητα. Οι ευκαιρίες που είχαν δημιουργηθεί με την ενσωμάτωση της περιοχής στο εθνικό κράτος οδήγησαν στην οικονομική ακμή των κατοίκων της πόλης την δεκαετία του 30.

Σε αυτή την παραγωγή πλούτου η συμβολή των σλαβόφωνων οικογενειών υπήρξε καθοριστική. Με την μερική μετανάστευση στις υπερπόντιες χώρες και την στήριξη του ντόπιου εισοδήματος με εμβάσματα, με την οικοδόμηση εκλεκτικίστικων κατοικιών και ιδίως με την αγορά γαιών, οι σλαβόφωνοι άλλαξαν την οικονομία και την κοινωνία της ευρύτερης περιοχής. Και καθόρισαν το μέλλον της.

Το όνομα της περιοχής της Φλώρινας

Το όνομα της περιοχής δεν είναι τυχαίο. Για την ονομασία της πόλης και του νομού υποστηρίζονται διάφορες εκδοχές:
Σύμφωνα με τη μυθολογία, η ονομασία «Φλώρινα» προέρχεται από το όνομα του μυθικού Φλώριδος, ο οποίος ήταν φίλος των βασιλιάδων Ίδα και Κάστορα. Στην ύστερη βυζαντινή περίοδο, ο ιστορικός Καντακουζηνός (14ος αι.) μνημονεύει τον «Φλερηνόν» ή «Χλερηνόν». Στα τουρκικά έγγραφα, που έχει εκδώσει το ίδρυμα Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου, η «Φλώρινα» αναφέρεται συχνά. Στον «Κώδικα του Παρισιού» (14ος αι.) μαρτυρείται το «Κάστρο της Φλώρινας». Σε παρισινή γκραβούρα του 1684 αναφέρεται η «Florina». Ο τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσεμπελή (17ος αι.) καταγράφει τη “Φιλορίνα”, η «πόλη των φλουριών ή των πουλιών φλώρων». Ο Ρήγας Φερραίος αναφέρει τη «Φιλουρίνα» στη «Μεγάλη Χάρτα» του. Σύμφωνα με την πειστική ερμηνεία του ιστοριοδίφη Σωκράτη Λιάκου, από τη βυζαντινή ονομασία «Χλερηνός» προήλθε η αλ­βανόφωνη «Φολορίνα» ή «Φιλορίνα», δεδομένου ότι στη γραπτή τουρκική γλώσσα της Τουρκοκρατίας το -φ- και το -χ- γράφονται με τον ίδιο τρόπο. Από δω προφανώς, προέκυψε και η τελική ονομασία «Φλώρινα». Το βέβαιο είναι ότι η ονομασία «Χλερηνός» συγγενεύει νοημα­τικά και ηχητικά με τη «Χλωρίδα», θεά της βλάστησης, αλλά και με τη flora, τη χλωρίδα, κατά τους Ρωμαίους. Οι ονομασίες αυτές δεν είναι άσχετες με την οργιώδη βλάστηση που υπήρχε στην περιοχή και καταπλακώθηκε από βίαιες γεωλογικές ανακατατάξεις.
  

Πηγή: http://users.sch.gr/aristhodas/istoria%20ths%20florinas.htm

Πηγή: https://www.orthodoxianewsagency.gr/istoria-ethnika-themata/i-symvoli-ton-slavofonon-ellinon-tis-florinas/

Πηγή:https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CE%BB%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%B1