Ο Ευριπίδης (480π.Χ.-406π.Χ.)

Ο Ευριπίδης καταγόταν από τη Φλύα, δήμο της Κεκροπίδας φυλής της Αθήνας. Σύμφωνα με κάποια παράδοση γεννήθηκε την ημέρα της ναυμαχία της Σαλαμίνας, πράγμα που τον συνδέει με τον Αισχύλο, που πολέμησε σε αυτή τη ναυμαχία, και με τον Σοφοκλή, που πρωτοστάτησε σε χορό εφήβων κατά τα επινίκια της. Αυτή η ημερομηνία όμως δεν έχει επιβεβαιωθεί.

 Ο Ευριπίδης
Ο Ευριπίδης

Ο Ευριπίδης ανήκει σε μια γενιά που ό,τι ήξερε για τα ηρωικά χρόνια των περσικών πολέμων προερχόταν από τις διηγήσεις των πατέρων τους. Η οικογένεια του δεν ήταν επιφανής ούτε πλούσια. Ο πατέρας το ονομαζόταν Μνήσαρχος και η μητέρα του Κλειτώ, την οποία χλευάζει ο Αριστοφάνης ως μανάβισσα. Πρόκειται όμως για υπερβολές του κωμικού ποιητή, γιατί, όπως μας παραδίδεται, ο Ευριπίδης είχε επιμελημένη αγωγή, γι’ αυτό και έγινε χορευτής και λαμπαδηδρόμος του Ζωστηρίου Απόλλωνα. Σύμφωνα με κάποιο χρησμό, που πήρε ο πατέρας του, ο Ευριπίδης επρόκειτο να νικήσει σε στεφανηφόρους αγώνες. Γι’ αυτό ασκήθηκε στο παγκράτιο και στην πάλη και νίκησε σε γυμναστικούς αγώνες των Παναθηναίων.

Γρήγορα όμως απαρνήθηκε τον αθλητισμό και επιδόθηκε στη φιλοσοφία και την ποίηση. Μελέτησε συγγράμματα φιλοσόφων, όπως του Δημόκριτου, του Ηράκλειτου και γενικά των αρχαίων συγγραφέων και ποιητών. Ο Ευριπίδης δεν αναμείχθηκε ενεργά στην πολιτική, αλλά ανέπτυξε τις πολιτικές του πεποιθήσεις στο θέατρο. Ο Αισχύλος πολέμησε με τα όπλα για την πόλη, ο Σοφοκλής ανέλαβε υψηλά αξιώματα, ενώ ο Ευριπίδης δεν τάχθηκε στην υπηρεσία της με κανένα τέτοιο τρόπο. Πρότυπο του ήταν η τάξη και η σωφροσύνη στην πολιτική ζωή, γι’ αυτό και κατακρίνει την οχλοκρατία που λυμαινόταν την Αθήνα, καταφέρεται με σφοδρότητα εναντίον των δημαγωγών, που παρασύρουν το πλήθος στην καταστροφή. Μέμφεται όμως εξίσου και τους ολιγαρχικούς και πλούσιους και κατακρίνει την αλαζονεία τους.

Ο ιδιωτικός βίος του Ευριπίδη ήταν άτυχος. Απέτυχε και στους δύο γάμους του, στον πρώτο με την Χοιρίνη και στο δεύτερο με τη Μελιτώ. Απέκτησε τρία παιδιά με την πρώτη του σύζυγο, τον Μνησαρχίδη, έμπορο, τον Μνησίλοχο, υποκριτή (ηθοποιό) και τον Ευριπίδη, που παρουσίαζε κάποια από τα δράματα του πατέρα του ύστερα από το θάνατο του. Ο Ευριπίδης πέρασε τον περισσότερο χρόνο της ζωής του στην Αθήνα, αλλά τα τελευταία χρόνια εγκαταστάθηκε στη Μακεδονία, προσκεκλημένος του βασιλιά Αρχέλαου, που φιλοξενούσε πολλούς ποιητές, λόγιους και καλλιτέχνες στην Πέλλα για να λαμπρύνει την αυλή του. Ο Αρχέλαος τον τίμησε ιδιαίτερα. Ο Ευριπίδης για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του για τη φιλοξενία έγραψε το έργο Αρχέλαος, στο οποίο εγκωμίαζε τον Ηρακλείδη βασιλιά ως ιδρυτή της Μακεδονικής Δυναστείας. Δεν πρόλαβε, όμως, ούτε να παρουσιάσει το έργο του, ούτε να γυρίσει στην πατρίδα του, γιατί πέθανε ξαφνικά το 406π.Χ.

Ο Αρχέλαος πένθησε το θάνατο του ποιητή. Οι Αθηναίοι του ζήτησαν να μεταφέρουν στην πατρίδα του τα οστά του Ευριπίδη, αλλά ο Αρχέλαος αρνήθηκε. Τότε οι Αθηναίοι έφτιαξαν κενοτάφιο. Αργότερα με πρόταση του Λυκούργου έστησαν χάλκινο αδριάντα του Ευριπίδη στο θέατρο του Διονύσου.

Εκτός από τα 20 δράματα που διασώθηκαν ολόκληρα έφτασαν σε μας πολλά αποσπάσματα από έργα του ποιητή. Τα έργα του Ευριπίδη είναι τα εξής: Ρήσος, Ικέτιδες, Εκάβη, Τρωάδες, Ιφιγένεια εν Αυλίδι, Ιφιγένεια εν Ταύροις, Μήδεια, Ορέστης, Ηλέκτρα, Ηρακλείδαι, Φοίνισαι, Ελένη, Ίων, Ηρακλής μαινόμενος, Ανδρομάχη, Ιππόλυτος, Κύκλωψ, Άλκηστις, Υψιπύλη, Βάκχαι.

Στη Σιάτιστα (19ος αιώνας)

Ξεκινάμε νωρίς το πρωί με σκοπό να φτάσουμε στα Γρεβενά και από εκεί στη Σιάτιστα. Διασχίζουμε το ποτάμι και αφού ακολουθούμε την αριστερή του όχθη, ανεβαίνουμε σε ένα μικρότερο παραπόταμο και φτάνουμε τη Μητρόπολη των Γρεβενών, όπου βρίσκεται ο καθεδρικός ναός και το επισκοπικό μέγαρο ανάμεσα σε περίπου είκοσι ελληνικά σπίτια.

Στη Σιάτιστα
Αρχοντικό στη Σιάτιστα

Ο τουρκικός μαχαλάς των Γρεβενών βρίσκεται σε απόσταση ενός μιλίου. προς τα βορειοανατολικά και παρ’ όλο που φιλοξενεί μόνο ογδόντα οικογένειες θεωρείται το πιο σημαντικό σημείο της πόλης, που μάλιστα περιλαμβάνει τουρκικά χωριά. και τσιφλίκια. η περιοχή, που μοιάζει με τη Βόρεια Ευρώπη πιο πολύ από ό,τι η Ήπειρος ή άλλα μέρη της Ελλάδας, παρουσιάζει την εικόνα μιας κυματοειδούς επιφάνειας που τροφοδοτείται με άφθονο νερό, καθώς συναντώνται εκεί διάφορα υδάτινα ρεύματα. Το τοπίο πλουτίζει η παρουσία πανέμορφων δασυλλίων με βελανιδιές και άλλα δέντρα που προμηθεύουν ξυλεία. Σε αυτόν τον τόπο δεν βλέπει κανείς ούτε ελιές, ούτε μουριές, παρά μόνον σιτηρά, λίγα κλήματα και κοπάδια ζώων. Το έδαφος δεν είναι κακό, αλλά η παραγωγή καλαμποκιού θα ήταν σαφώς μεγαλύτερη αν υπήρχε μια αρμονία μεταξύ του πληθυσμού και των φυσικών πόρων.

Σε αντίθεση με τις μεγάλες πεδιάδες της Άρτας, των Ιωαννίνων και του Αργυρόκαστρου, εδώ χρησιμοποιούνται κάρα, με τέσσερις γερούς τροχούς και ένα τετράγωνο χώρο για το φόρτωμα, ο οποίος είναι φτιαγμένος από καλάμια. Από τις «φορτωμένες πραμάτειες», δηλαδή τα άλογα και τα μουλάρια που συναντήσαμε καθ’ οδόν από το Μέτσοβο, τα περισσότερα φορτωμένα με αλεύρι, καταλάβαμε ότι η περιοχή εξακουλουθεί να τροφοδοτεί την Ήπειρο και τα νησιά με ψωμί.

Από τα τούρκικα χωριά των Γρεβενών ο δρόμος περνά μέσα από ένα πλούσιο και ευχάριστο τοπίο, όπου δεν υπάρχουν πολλές καλλιέργειες, και φθάνουμε σε ένα χάνι και μια ψηλή, στενή γέφυρα με έξι αψίδες που ονομάζεται Πασά Κιούπρι. Η γέφυρα διασχίζει τον Βίστριτσα στο σημείο που στρίβει αριστερά κατά μήκος του βουνού Βουρίνου. Στη συνέχεια αφήνουμε στα δεξιά το δρόμο προς τη Βένια και τα Σέρβια και ανεβαίνουμε την πλαγιά που οδηγεί στη Σιάτιστα, αφήνοντας πίσω μας, προς τα αριστερά, το τούρκικο χωριό Γιάνκοβο. Από ένα άνοιγμα μπαίνουμε ανάμεσα στο βουνό της Σιάτιστας και το όρος Βούρινος και βλέπουμε το νουνό της Βέροιας, το αρχαίο Βέρμιο.

Αμέσως μετά μπαίνουμε στους αμπελώνες της Σιάτιστα και ανεβαίνοντας στον πετρώδη λόφο φθάνουμε στο κεντρικό μαχαλά που λέγεται χώρα. Ύστερα από κάποια ώρα μας στέλνουν την κάτω γειτονιά, τη «γιεράνη», κι από κει και πάλι στη χώρα στο σπίτι ενός από τους άρχοντες και ανηψιό του επισκόπου της Σιάτιστας, που το σπίτι του είναι εδώ, αλλά αυτός είναι στη Σέλιτζα. Ο τίτλος του είναι επίσκοπος Σισανίου και Σιατίστης, της οποίας η βαριά προφορά είναι Σάτστα. Ανώτερος του είναι ο επίσκοπος Αχρίδας.

Η πόλη, που αποτελείται από 500 σπίτια, βρίσκεται μεταξύ του υψηλού και του χαμηλού επιπέδου του πετρώδους όρους, στους πρόποδες του οποίου βρίσκονται αμπελώνες. Από τα σταφύλια οι Σιατιστάνοι παράγουν μερικά από τα καλύτερα κρασιά της Ρούμελης τα οποία πουλάνε πολύ στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία, σπανίως όμως στέλνονται στην Ήπειρο εξαιτίας της δυσκολίας τους στη μεταφορά τους μέσω της Πίνδου. Το κρασί είναι τεσσάρων ποικιλιών: 1) Το «ηλιούμενον», που βγαίνει από άσπρα και κόκκινα σταφύλια, τα οποία αφήνονται για οκτώ μέρες στον ήλιο ή για έξι εβδομάδες σε έναν καλυμμένο χώρο και παράγουν λευκό γλυκό κρασί με δυνατή μυρωδιά και παχιά υφή, 2) Ένα ξηρό λευκό κρασί, 3) Ένα ξηρό κόκκινο κρασί, 4) το αψιθινό, που φτιάχνεται και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας και παίρνει τη μυρωδιά από κάποιες ποικιλίες Αρτεμίσιας, που βγαίνει από τα σταφύλια μετά την επεξεργασία τους στη στροφιλιά. Το κρασί είναι γλυκό και με δυνατή μυρωδιά, όχι όμως και το καλύτερο αψιθινό. Οι Σιατιστανοί κρατούν τα κρασιά τους για τρία, τέσσερα, πέντε χρόνια, πολλές φορές και για μεγαλύτερα διάστημα. Κάθε σοβαρός ιδιοκτήτης έχει πρέσα κρασιού, ενώ κελάρια υπάρχουν κάτω από όλα τα μεγάλα σπίτια, όπου εκτίθενται σε ένα πολύ ωραίο θέαμα με βαρέλια, τακτοποιημένα, όπως στην πολιτισμένη Ευρώπη. Μου έκανε εντύπωση πόσο έντονα είναι τα σημάδια της ξηρασίας στα αμπέλια, καθώς ο καιρός εδώ είναι πολύ διαφορετικός από της Ηπείρου. Αποδεικνύει πράγματι τη σημαντική κλιματολογική διαφορά μεταξύ των δύο πλευρών της Πίνδου.

Εκτός από το κρασί τους οι Σιατιστάνοι μπορούν να καυχώνται και για το προβατίσιο κρέας τους -τα πρόβατα τρέφονται με χορτάρι από το βουνό ασβεστόλιθου- αλλά και για το κυνήγι τους. Οι λαγοί είναι μάλιστα τόσο πολλοί, που συχνά δημιουργούν προβλήματα. Όταν το χιόνι έχει καλύψει τους αμπελώνες, πράγμα που συμβαίνει συχνά το χειμώνα και για πολλές ημέρες, συνηθίζεται το κυνήγι των λαγών χωρίς σκύλους. Οι κάτοικοι χτυπούν τα ζώα με ξύλα και τα σκοτώνουν εύκολα, μιας και αυτά, καθώς είναι πεινασμένα, είναι αδύνατον να τρέξουν για να ξεφύγουν.

Ούτε εδώ ούτε σε κάποιο άλλο μέρος της Ελλάδας έχω δει κυνήγι πέρδικας, όπως εμείς το συνηθίζουμε, με όπλα. Τα πουλιά εδώ είναι μεγαλύτερα, πιο άγρια, όλα τα είδη με κόκκινα πόδια και η πτήση τους διαρκεί περισσότερο. Έτσι, είναι μάλλον δύσκολο να τα πυροβολήσεις. Συνήθως οι Έλληνες τα πιάνουν με δίχτυ αλλά και πάλι σπανίως θα τα δεις να πουλιούνται στην αγορά. Πάντως στη Μακεδονία και την Ήπειρο συναντά κανείς πολύ περισσότερα πουλιά απ’ ό,τι στη Νότια Ελλάδα.

Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι στη Σιάτιστα έχουν κάποιο μέλος της οικογένειας τους στην Ιταλία, την Ουγγαρία, την Αυστρία ή άλλα μέρη της Γερμανίας και λίγοι είναι οι ηλικιωμένοι που δεν έχουν περάσει δέκα ή δώδεκα χρόνια της ζωής τους σε αυτές τις χώρες. Τα γερμανικά ομιλούνται ευρέως και τα ιταλικά σχεδόν το ίδιο.

Τα σπίτια είναι άνετα, καθαρά και όμορφα επιπλωμένα και ο κόσμος με τις περισσότερες ιδιαιτερότητες στο τραπέζι από κάθε άλλον στην Ελλάδα. Το φαγητό στη Σιάτιστα ίσως είναι τελικά η μόνη πηγή ασθενειών, μια και το κλίμα καθώς και η ατμόσφαιρα είναι εξαίρετα. Όμως πίνουν πολύ, από το δικό τους καλό κρασί. Μάλιστα ένας Σιατιστανός, που ήπιε πολύ, έπεσε από το άλογο και τώρα πεθαίνει.

William Martin Leake

Χωριά των Βλάχων

Οι Καλαρρύτες ή Ακαλαρρύτες και το Συρράκο ή Σερράκο είναι δύο από τα αγαπημένα χωριά των Βλάχων, από τα 500, όλα μεγάλα, που είναι διάσπαρτα στα βουνά της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Το Βλαχολίβαδο, κοντά στην Ελασσόνα, θεωρείται το μεγαλύτερο και μετά έρχεται το Μέτσοβο.

Χωριά των Βλάχων
Το Μέτσοβο το 1800
Χαλκογραφία

Από τη βυζαντινή ιστορία μαθαίνουμε ότι οι «Βλάχοι ή Βλαχιώτες» καταλαμβάνουν πολύ μεγάλο μέρος της Θεσσαλίας κατά το 12ο αιώνα, με αποτέλεσμα ολόκληρη η χώρα να αποκαλείται Μεγάλη Βλαχία. Λένε όμως στους Καλαρρύτες ότι οι Βλάχοι εγκαταστάθηκαν σε αυτό το μέρος της Πίνδου μόλις τα τελευταία 250 χρόνια, πράγμα που θεωρώ αξιόπιστο, καθώς θεωρείται μάλλον απίθανο να άφησαν τη γόνιμη γη της Θεσσαλίας πριν τους βρει η καταπίεση των Τούρκων κατακτητών και η αδυναμία τους να τους αντισταθούν.

Η μετακίνηση τους όμως δεν ήταν τελικά ατυχής, καθώς οι πρόγονοι τους απολάμβαναν ένα βαθμό ανοχής και πλεονεκτήματα που δεν είχαν στην προηγούμενη κατάστασή τους. Ξεκίνησαν εξάγοντας μάλλινα πανωφόρια στην Ιταλία, κάπες, όπως τις αποκαλούν, που φτιάχνονται σε αυτά τα βουνά και χρησιμοποιούνται πολύ στην Ιταλία, την Ισπανία και από τους Έλληνες βεβαίως. Έτσι άνοιξε ο δρόμος για ένα πιο διευρυμένο εμπόριο. Σήμερα μοιράζονται με τους Έλληνες σημαντικό μέρος του αποικιακού εμπορίου, ανάμεσα στην Ισπανία ή τη Μάλτα και την Τουρκία και πολλοί κατέχουν πλοία και εμπορεύματα. Οι πιο πλούσιοι κάτοικοι είναι έμποροι που έμειναν για πολλά χρόνια στο εξωτερικό, στην Ιταλία, την Ισπανία ή τις κηδεμονίες της Αυστρίας και της Ρωσίας και οι οποίοι ύστερα από μακρά απουσία γύρισαν με τους καρπούς της φιλοπονίας τους πίσω στις γενέτειρες τους, πλουτίζοντας τες και σε κάποιο βαθμό εκπολιτίζοντας τες. Σπανίως μάλιστα επιστρέφουν για μόνιμη κατοικία εδώ πριν γεράσουν, και αρκούνται σε τρεις ή τέσσερις σύντομες επισκέψεις έως τότε.

Ανάλογες είναι και οι συνήθειες των μεσαίων τάξεων, οι επισκέψεις τους, όμως, στη γενέτειρα τους είναι πιο συχνές και διαρκούν μεγαλύτερο διάστημα, κυρίως τα καλοκαίρια. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν έμποροι διαφόρων πόλεων της Τουρκίας και βιοτέχνες, από τους οποίους οι πολυπληθέστεροι είναι ράφτες και εργάτες στα ορυχεία χρυσού, ασημιού και χαλκού. Ξεχωρίζουν για την κατασκευή πιστολιών που ταιριάζουν με τα γούστα των Αλβανών, διακρίνονται στην φιλοτέχνηση ασημένιων φλιτζανιών του καφέ και στο ράψιμο αλβανικών φορεμάτων. Οι φτωχότεροι είναι αχθοφόροι ή βοσκοί.

Στο Συρράκο υπάρχουν μερικοί χρυσοχόοι που δουλεύουν κατά κύριο λόγο στην Πρέβεζα ή τη Λευκάδα, το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων όμως εκτρέφουν πρόβατα. Τη φροντίδα των κήπων και των λίγων καλλιεργήσιμων κτημάτων που βρίσκονται γύρω από τις πόλεις έχουν κυρίως οι γυναίκες που θερίζουν τη σοδειά δίχως παράλληλα να παραμελούν το νοικοκυριό. Ο Ηρακλείδης Ποντικός σημειώνει ότι στην Αθαμανία «γεωργούσι μεν αι γυναίκες, νεμούσι οι άνδρες» και πράγματι εδώ βρισκόμαστε, αν όχι στην Αθαμανία, τουλάχιστον πολύ κοντά, σε μια περιοχή που τόσο της μοιάζει.

Πολλοί έμποροι έχουν σπίτια στα Ιωάννινα και οι βοσκοί συνήθως κατεβάζουν αυτήν την εποχή τα κοπάδια τους προς τις κοιλάδες και σε παραθαλάσσια μέρη, οπότε στους Καλαρρύτες συναντά κανείς μόνο γυναίκες, παιδιά και ιερείς. Το χιόνι είναι στρωμένο σε αυτήν την πόλη ακόμα για πέντε μήνες συνεχώς ή περίπου τόσο, έτσι πολύ μικρή είναι η επικοινωνία με τη γύρω περιοχή και τα νοικοκυριά αναγκάζονται να φροντίζουν για τις χειμωνιάτικες προμήθειες τους σε ρύζι, αλεύρι, λάδι, παστό ψάρι και καυσόξυλα.

Από τα χωριά των Βλάχων, οι Καλαρρύτες και το Συρράκο φιλοξενούν κάπου πέντε με έξι χιλιάδες ψυχές, εκτός εκείνων που ζουν στο εξωτερικό, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν το ένα δέκατο του πληθυσμού. Κάθε πόλη έχει το γιατρό της, ο οποίος πληρώνεται με το μήνα από το κράτος, και το δάσκαλό της. Αυτός ο τελευταίος όμως περιορίζεται σε μια υποτυπώδη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, καθώς οι γονείς ελάχιστα ενδιαφέρονται να αποκτήσουν τα παιδιά τους επαρκείς γνώσεις, μια και το θεωρούν περιττό. Εκτός και να τα παιδιά τους προορίζονται για παπάδες, προοπτική που πάντως ελάχιστα εγγυάται την επιτυχία στη ζωή τους.

Οι κατώτερες τάξεις στους Καλαρρύτες (το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και στα γειτονικά χωριά των Βλάχων) διατηρούν με εντυπωσιακό τρόπο το αρχαίο πνεύμα ανεξαρτησίας για το οποίο οι Έλληνες είναι γνωστοί. Δεν δέχονται εύκολα να γίνουν υπηρέτες και οι αρχηγοί της οικογένειας που δεν έχουν βρεθεί στο εξωτερικό υπηρετούνται από τις γυναίκες και τις κόρες τους. Οι άλλοι πάλι, αυτοί που έχουν συνηθίσει διαφορετικά στο εξωτερικό, συνήθως παίρνουν υπηρέτες από τα Ιωάννινα ή τα Τρίκαλα.

Η φιλήσυχη ζωή της τοπικής κοινότητας δεν της διασφάλισε την ανεξαρτησία που οι πρόγονοι της είχαν κατακτήσει και την οποία απολάμβαναν στη Βόρεια Ελλάδα. Η απόσυρσή τους σε αυτό το τμήμα της Πίνδου θα ήταν άκρως πλεονεκτική αν ως λαός ήταν φιλοπόλεμος τόσο όσο οι Έλληνες και οι Αλβανοί ορεσίβιοι. Μικρή, όμως, ήταν η αντίσταση τους στον Αλή πασά, ο οποίος ήταν πρόθυμος να τους φερθεί με επιείκεια, και χάρη στη στάση που κράτησαν αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι οι Καλαρρύτες και κάποιες άλλες πόλεις είναι φόρου υποτελείς απ’ ευθείας στη βαλιδέ σουλτάνα και απολαμβάνουν προνομιακού καθεστώτος στην ανώτατη αυλή. Ο Αλή δίνει λογαριασμό στο αυτοκρατορικό ταμείο και ως εκ τούτου έχει προσπαθήσει να αποφύγει κάθε αιτία παραπόνων από τους ραγιάδες αυτών των περιοχών.

William Martin Leake

Στην Ήπειρο μιλούν ελληνικά

Στην Ήπειρο
Βουλευτήριο της αρχαίας Δωδώνης

Στην Ήπειρο βρίσκεται το πλέον ορεινό γεωγραφικό διαμέρισμα της χώρας. Αποτελείται από τους νομούς Ιωαννίνων, Θεσπρωτίας, Πρέβεζας, και Άρτας. Βόρεια συνορεύει με την Αλβανία και νότια με τους στερεοελλαδίτικους νομούς της Αιτωλοακαρνανίας και Ευρυτανίας, ανατολικά με τους μακεδονικούς νομούς Καστοριάς και Γρεβενών και τους θεσσαλικούς νομούς Τρικάλων και Καρδίτσας, ενώ δυτικά βρέχεται από το Ιόνιο Πέλαγος. Ήταν πριν 140 έως 66 εκατομμύρια χρόνια (Κρητιδική Περίοδος) όταν στο βυθό της μεγάλης θάλασσας, που ονομάστηκε Τηθύς (από το όνομα της μυθικής γυναίκας του Ωκεανού), οι διεργασίες ήταν κοσμογονικές.

Στη γειτονιά μας, από αιώνες πριν, ξεκίνησαν να σχηματίζονται δύο βαθιά αυλάκια: το ένα, εκεί που σήμερα υψώνεται η Πίνδος, και το άλλο εκεί που υπάρχουν τα νησιά του Ιονίου. Ανάμεσα τους υψώθηκε ένας λόφος σαν τεράστιο τείχος, το ύβωμα του Γαβρόβου. Στα επόμενα πολλά εκατομμύρια χρόνια τα δύο αυτά αυλάκια γέμισαν κάθε είδους υλικό.

Πριν 35 εκατομμύρια χρόνια μέσα από τα νερά του ωκεανού, ξεπετάχθηκαν οι παρυφές των Άλπεων και ακολούθησε ολόκληρη η ραχοκοκαλιά τους. Στη γειτονιά μας το αυλάκι δεν υπήρχε πια.

Η τάφρος της Πίνδου είχε γεμίσει με υλικό που κουβάλησαν οι αιώνες για πάνω από εκατό εκατομμύρια χρόνια. Μια μεγάλη ορογενετική κίνηση έσπρωξε την Πίνδο πάνω από τη θάλασσα, ενώ η τάφρος του Ιονίου συνέχισε να γεμίζει με υλικό από το ύβωμα του Γαβρόβου για ακόμα πέντε εκατομμύρια χρόνια.

Στα 3ο εκατομμύρια πριν την εποχή μας, όταν ο Καινοζωικός αγώνας έμπαινε στο Μειόκαινο, η τάφρος είχε για τα καλά γεμίσει και μια τεράστια δύναμη την ωθούσε προς τα πάνω.

Ένα κομμάτι γης ξεπρόβαλε μέσα από τα νερά εκεί όπου σήμερα υπάρχει το Ιόνιο Πέλαγος. Το ύβωμα στριμώχθηκε, πιέστηκε και ανορθώθηκε και αυτό πάνω από τα νερά. Σχηματίστηκε το δυτικό κομμάτι της Αιγηίδας. Κατακερματίστηκε στα επόμενα εκατομμύρια χρόνια κι έμεινα οι κορυφές των βουνών να σχηματίζουν τα νησιά του Ιονίου Πελάγους.

Η γη, στον Ελλαδικό χώρο, εξακολουθούσε να χορεύει στο ρυθμό των σεισμών και των εκρήξεων σε όλη τη διάρκεια της Παλαιολιθικής Εποχής.

Στα 80.000 χρόνια πριν από την εποχή μας, το ηφαίστειο της Σαντορίνης εξερράγη με δύναμη και ορμή πολλαπλάσια εκείνης του 1450π.Χ., όταν αφάνισε το μινωικό πολιτισμό της Κρήτης. Καταποντισμοί και ανυψώσεις εδαφών ταρακούνησαν και σκότωσαν πολλές ζωές. Κάποια είδη αφανίστηκαν και ίσως και σχεδόν όλοι οι πρόγονοι του ανθρώπου που κυνηγούσαν στα μέρη της πρώην Αιγηίδας. Η ζωή, όμως, δε νικιόταν πια.

Στην κοιλάδα του Λούρου, στην Ήπειρο, οι σπηλιές φωνάζουν ακόμα ότι κατοικήθηκαν πολλά ζεστά καλοκαίρια. Μόλις πενήντα χιλιόμετρα από τα σημερινά Ιωάννινα βρίσκεται η σπηλιά του Κοκκινόπηλου, όπου μετρήθηκαν 800 εργαλεία με ηλικία 50.000 ως 33.000 χρόνια. Στη σπηλιά του Ασπροχάλικου 3,5 χιλιόμετρα πιο πέρα, η ραδιοχρονολόγηση έδειξε 37.900 χρόνια π.Χ. για ένα εργαλείο, ενώ στη σπηλιά Καστρίτσας, στην ίδια περιοχή, κατοικούσαν περίπου 25 άτομα, που τους χειμώνες κατέβαινα χαμηλότερα. Μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε για τον τρόπο ζωής τους. Η σύγχρονη επιστημονική έρευνα όμως έχει καταλήξει στο ότι πολύ πριν το 2.200π.Χ. στην Ήπειρο και πιο βόρεια όπως και στα νοτιοανατολικά της μιλιόταν η ελληνική γλώσσα, ενιαία και αδιαίρετη.

Είναι η εποχή τουλάχιστον τριακόσια χρόνια πριν από τα πρώτα μινωικά ανάκτορα και πάνω από εξακόσια πριν από την εποχή της μυκηναϊκής εποχής, κοντά χίλια χρόνια πριν την εμφάνιση των Δωριέων. Και οπωσδήποτε, αρκετά πριν επικρατήσουν στον ελλαδικό χώρο τα ελληνικά φύλα, σε καιρούς που νότια πλειοψηφούσε το «μεσογειακό υπόστρωμα», τα προελληνικά ινδοευρωπαϊκά φύλα και μόλις που εμφανίζονταν οι Πρωτοέλληνες.

Γύρω στο 2.200 π.Χ. η ελληνική γλώσσα άρχισε να εξαπλώνεται σε νέες εκτάσεις και να διασπάται στα τρία: στην ιωνική διάλεκτο που έμελλε πολύ αργότερα να εξελιχθεί στην κοινή, στην κεντρική διάλεκτο και τη δυτική διάλεκτο. Αυτό σημαίνει ότι εκείνοι που τη μιλούσαν είχαν από καιρό αρχίσει να μεταναστεύουν.

Στις νέες περιοχές, η γλώσσα πήρε τους δικούς της ξεχωριστούς δρόμους. Όμως στην Ήπειρο εντοπίζονται πιο παλιά σημάδια της ελληνικής παρουσίας. Και εκεί τοποθετεί «την Ελλάδαν την αρχαίαν» ο Αριστοτέλης. Στην αρχαία Δωδώνη άλλωστε λατρεύτηκε πρώτα ο Δίας και σε αυτόν απευθύνθηκε ο Αχιλλέας όταν προσευχήθηκε.

Στη χαραυγή των χρόνων για τους οποίους έχουμε πληροφορίες, στην Ήπειρο ζούσαν 14 λαοί ή φυλές. Αρχικά, ξεχώρισαν οι Χάονες που εκτείνονταν από τα Κεραύνια όρη της σημερινής Βορείου Ηπείρου ως τον ποταμό Θύαμη (Καλαμά) βόρεια της Ηγουμενίτσα. Συνόρευαν με τους Θεσπρωτούς που απλώνονταν ανάμεσα στα ποτάμια Θύαμη και Αχέροντα, μέσα στα όρια του σημερινού νομού Πρέβεζας και ως τη Δωδώνη. Νοτιότερα, ζούσαν οι Κασσωπαίοι από τον Αχέροντα μέχρι τον Αμβρακικό κόλπο.

Η χώρα των Μολοσσών απλωνόταν στο εσωτερικό, ανάμεσα στον Αμβρακικό και την περιοχή της Δωδώνης. Στη συνέχει, ο Μολοσσοί ισχυροποιήθηκαν και απλώθηκαν σε βάρος των γειτόνων τους: πήραν τη Δωδωναία από τους Θεσπρωτούς, κατέκτησαν την Κασσωπαία και απλώθηκαν βόρεια έως τον Αώο ποταμό και τη σημερινή Βόρειο Ήπειρο. Στους ιστορικούς χρόνους, δύο λαοί κυριαρχούσαν στην Ήπειρο: οι παλιότεροι Θεσπρωτοί και οι μεταγενέστεροι Μολοσσοί, που αναπτύσσονταν με κέντρο το μαντείο της Δωδώνης, στον σημερινό νομό Ιωαννίνων.

Οι Θεσπρωτοί πίστευαν ότι οι πύλες του Άδη βρίσκονταν στην περιοχή τους  και συνδύαζαν τη μυθολογία για τον Κάτω Κόσμο με την καταγωγή των βασιλιάδων τους από το θεό Άδη. Ο Κάτω Κόσμος, όπου βρισκόταν το βασίλειο των νεκρών, ήταν γνωστός και με το όνομα του θεού και κυρίαρχου Άδη και ήταν χωρισμένος σε τρία γνωστά μας μέρη: στον Τάρταρο, τα Ηλύσια Πεδία και των Μακάρων. Τον τοποθετούσαν σε διάφορα σημεία, συνήθως σε κάποιο μέρος της Ηπείρου όπου υπήρχε και η κρυφή είσοδος σε αθέατο σημείο του ποταμού Αχέροντα. Το μυστικό πέρασμα «πρέπει να βρισκόταν» κοντά σε ένα γνωστό νεκυομαντείο στην περιοχή του Αχέροντα.

Οι Αχαιοί πήραν την Τροία με τον περίφημο Τρωικό Πόλεμο. Ο Νεοπτόλεμος γιος του Αχιλλέα  εκδικητικός για το θάνατο του πατέρα του, ξέσπασε σε αγριότητες που ενόχλησαν την θεά Αθηνά και τον θεό Ποσειδώνα. Η γιαγιά του, Θέτιδα, τον προειδοποίησε πριν φύγει από την Τροία να μην επιστρέψει στην πατρίδα του δια θαλάσσης γιατί ο Ποσειδώνας του ετοίμαζε συμφορές.

Ο Νεοπτόλεμος πήρε τη γυναίκα του Έκτορα, Ανδρομάχη και τον μάντη Έλενο, που του έλαχαν από τα λάφυρα και μαζί με τους δικούς του πέρασε στη Θράκη, στη Μακεδονία και από εκεί προχώρησε στην περιοχή των Μολοσσών, τους νίκησε και έγινε βασιλιάς στην Ήπειρο και τα κοντινά νησιά. Έδωσε στη μητέρα του Δηιδάμεια ως σύζυγο τον Έλενο και από την Ανδρομάχη απέκτησε γιο που τον ονόμασε Μολοσσό.

Τον 5ο αιώνα π.Χ. ισχυρός λαός της Ηπείρου ήταν οι Χάονες, αλλά οι Μολοσσοί κατάφεραν να τους υπερκεράσουν. Από τους Μολοσσούς γεννήθηκε η Ολυμπιάδα, η μητέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο Φίλιππος Β΄ αφού εκτόπισε τους σφετεριστές του θρόνου της Μολοσσίας, εγκατέστησε σε αυτόν τον αδελφό της γυναίκας του, τον Αλέξανδρο Α΄. Μετά το θάνατο του Αλέξανδρου του Α΄ η Ήπειρος πέρασε στα χέρια των Μακεδόνων.

Η Μακεδονία (650π.Χ.-…)

Το μεγαλύτερο γεωγραφικό διαμέρισμα της Ελλάδας είναι η Μακεδονία. Από Βορρά συνορεύει με τα Σκόπια και τη Βουλγαρία, προς την Ανατολή με τη Θράκη, προς τη Δύση με την Ήπειρο και προς το Νότο με τη Θεσσαλία, ενώ βρέχεται από το Αιγαίο Πέλαγος.

Η Μακεδονία

Η Μακεδονία και οι Μακεδόνες

Η αρχαιολογική και ιστορική έρευνα οδήγησε στο συμπέρασμα πως ο σχηματισμός των Δωριέων συντελέστηκε κατά τη διάρκεια της 2ης χιλιετίας π.Χ. και ως τα μέσα του 13ου αιώνα. Τόπος η κεντρική Στερεά. Συστατικά τους πολλά και ένας κλάδος των Μακεδνών που έφτασε στην περιοχή το αργότερο ως τα 1400π.Χ.. Ένας άλλος κλάδος εγκαταστάθηκε στα βουνά της Πιερίας, απ΄όπου ένα κομμάτι (οι Μάγνητες) αποσπάστηκε και έφτασε στη χώρα που ονομάστηκε Μαγνησία. Ο κύριος όγκος των Μακεδνών έμεινε στην Πιερία και έγινε γνωστός ως Μακεδόνες. Γι’ αυτό ο Ησίοδος θεωρεί τον Μακεδόνα και τον Μάγνητα αδέλφια και ανήψια του Έλληνα. Γι’ αυτό ο βασιλιάς Αλέξανδρος Α’ απέδειξε πως ήταν απόγονος του Ηρακλή, όπως και οι Σπαρτιάτες βασιλείς.

Πριν φτάσουν στα βουνά της Πιερίας οι Μακεδνοί εντοπίζονται στη Λάκμο της Πίνδου και οι Βοιωτοί στο όρος Βόιον της Πίνδου σύμφωνα με τον Ηρόδοτο. Ακόμη ο Ηρόδοτος σημειώνει πως στο «δωρικό και μακεδνό» έθνος ανήκουν οι Λακεδαιμόνιοι, οι Κορίνθιοι, οι Σικυώνιοι, οι Επιδαύριοι και οι Τροιζήνιοι. Ο πατέρας της ιστορίας δικαιώνεται από τα ευρήματα. Η αφήγηση του Ηρόδοτου για το πως δημιουργήθηκαν οι Δωριείς, δεν διαφέρει από την πραγματικότητα που αποκάλυψε η ιστορική έρευνα. Γράφει για τους Λακεδαιμονίους: «Στον καιρό της βασιλείας του Δευκαλίωνα, κατοικούσαν στην περιοχή της Φθιώτιδας, ενώ στον καιρό του Δώρου, γιου του Έλληνα, κατοικούσαν στην περιοχή γύρω από την Όσσα και στον Όλυμπο, που ονομάζεται Εστιαιώτιδα. Και όταν τους ξεσήκωσαν από εκεί οι Κάδμιοι, κατοίκησαν στην Πίνδο με το όνομα Μακεδνοί. Από εκεί μετατοπίστηκαν στην Δρυοπίδα και έφτασαν στην Πελοπόννησο με το όνομα Δωριείς».

Σήμερα πιστεύεται ότι Αχαιοί και Δωριείς δεν ξεχώριζαν, εκτός ίσως από το ότι οι Δωριείς ήταν οι επαρχιώτες του μυκηναϊκού κράτους, γύρω από τη Δωρίδα και τη Φθιώτιδα. Προχώρησαν νοτιότερα με την κατάρρευση της μυκηναϊκής κυριαρχίας. Τοπωνύμια, μύθοι και παραδόσεις συνηγορούν σ’ αυτό. Ο Πηνειός υπάρχει στην Πελοπόννησο, τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία. Το Άργος στην Πελοπόννησο και τη Μακεδονία. Η Πίνδος στην Ήπειρο όπου συναντώνται πρώτη φορά οι Μακεδνοί, αλλά και στη Δωρίδα, ως μέλος της Δωρικής τετράπολης. Ορέστης στο Άργος, Ορεστικό στη Μακεδονία, όπου η περιοχή γύρω από την Καστοριά ονομαζόταν Ορεστίς και θεωρήθηκε κοιτίδα της μακεδονικής δυναστείας των Τημενιδών. Ο Τήμενος ήταν από τους αρχηγούς της καθόδου των Ηρακλειδών και του έλαχε το Άργος. Λεβαδειά έχουμε στην Βοιωτία, Λεβαία λεγόταν η πόλη της Μακεδονίας, που ήταν κατά τον Ηρόδοτο, ο πρώτος σταθμός του Περδίκκα και των αδελφών του όταν έφτασαν από το Άργος. Από εκεί έφυγαν στα κρυφά και κατέληξαν στα Πιέρια βουνά. Από εκεί ξεχύθηκαν οι Μακεδόνες ανάμεσα στα 700 με 650 π.Χ. Ο Αλέξανδρος Α’ το 500π.Χ. ονόμαζε τον Περδίκκα έβδομο πρόγονο του, οι επτά γενιές πίσω μας πάνε στο 710π.Χ.

Οι Μακεδόνες στις Αιγές

Γύρω στα 650π.Χ., λοιπόν, οι Μακεδόνες ξεχύνονται στα Πιέρια όρη στον κάμπο της Ημαθίας, κατέκτησαν τη δυτική πλευρά του και ίδρυσαν τη πρωτεύουσα τους, τις Αιγές, εκεί που βρίσκεται σήμερα η Έδεσσα. Τουλάχιστον τέσσερις πόλεις υπήρχαν στην αρχαιότητα με το όνομα «Αιγές»: η μακεδονική, η αχαϊκή κοντά στο σημερινό Διακοφτό, η αιολική κοντά στη Σμύρνη και η ευβοϊκή κοντά στο σημερινό χωριό Λίμνη. Μια παράδοση θέλει τις Αιγές να προϋπήρχαν τουλάχιστον πενήντα με εκατό χρόνια. Σύμφωνα με αυτή, την πόλη ίδρυσε ο Κάρανος, που ήταν ο γενάρχης των βασιλιάδων της Μακεδονίας. Κατά την παράδοση, ο Κάρανος ήταν αδελφός ή γιος του Φείδωνα, βασιλιά του Άργους, ο οποίος έζησε τον 8ο αιώνα π.Χ. Ο Κάρανος έφυγε από την πατρίδα του, έφτασε στη Μακεδονία και ακολουθώντας τις επιταγές κάποιου χρησμού του μαντείου των Δελφών πήρε από πίσω ένα κοπάδι κατσίκες και εκεί που οι κατσίκες έπεσαν να κοιμηθούν έχτισε τις Αιγές.

Η Μακεδονία πριν την ακμή της

Αρχικά το βασίλειο των Μακεδόνων εκτεινόταν σε μικρή έκταση. Η συνεχής ανάπτυξη της όμως ξεπέρασε τα φυσικά της όρια. Αυτή η διαδοχική εξάπλωση του βασιλείου της Μακεδονίας δημιούργησε δυσκολίες στους αρχαίους συγγραφείς που συχνά συνέχεαν τα σύνορα του κράτους με τα γεωγραφικά όρια του.

Η Μακεδονία επί Περδίκκα περιελάμβανε τις εξής περιοχές: Ημαθία: Αρχικά ονομαζόταν έτσι όλη η πεδιάδα ως τον Θερμαϊκό Κόλπο. Όταν την κατέλαβαν οι Μακεδνοί, με το όνομα αυτό προσδιοριζόταν η περιοχή ανάμεσα στους ποταμούς Λουδία και Αλιάκμονα. Και επειδή στην περιοχή αυτή δημιουργήθηκε ο πυρήνας του βασιλείου, την είπαν και Μακεδονία. Περιελάμβανε τις πόλεις Αιγές, αρχαία πρώτη πρωτεύουσα και ιερή τοποθεσία όπου θάβονταν οι βασιλείς, Βέροια, Κίτιο (Νάουσα) κ.α.

Πιερία: Ονομαζόταν έτσι από τους παλιούς κατοίκους της, τους Πίερες, που, μετά τη μακεδονική κατάκτηση, εκδιώχθηκαν στο πρόποδες του Παγγαίου. Εκτεινόταν στην παραλία, νότια της Ημαθίας, από τον Αλιάκμονα ως τον Όλυμπο και τον ποταμό Πηνειό. Περιελάμβανε τις αρχαιότερες αποικίες των Ερετριέων, τις παραλιακές Μεθώνη (Ελευθεροχώρι), και Πύδνα (Κίτρο), το Δίον, το Λείβηθρον, την Πίμπλεια, το Ηράκλειον (Πλαταμώνας).

Βοττιαία: Ονομαζόταν έτσι από τους Βοττιαίους που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στη Χαλκιδική, όταν οι Μακεδόνες κατέκτησαν την περιοχή. Βρισκόταν ανάμεσα στους ποταμούς Αξιό και Λουδία, βορειοανατολικά της Ημαθίας (Γιαννιτσά και τμήμα της Γευγελής) και περιελάμβανε τις πόλεις Πέλλα, πρωτεύουσα από την εποχή του Αρχέλαου), Ιχνές, Άλωρος, Κύρρος, Αμυδώνα, Εύρωπος, Αταλάντη, Γορτυνία, Ειδομένη (Γευγελή).

Μυγδονία: Περιοχή των Μυγδόνων που μετά την άφιξη των Μακεδόνων μετανάστευσαν πέρα από το Στρυμόνα. Εκτεινόταν από τη Βοττιαία και τον Αξιό ως τον ποταμό Γαλλικό (τότε Εχέδωρο) και την κοιλάδα της Καλαμαριάς (τότε του Ανθεμούντα). Επί μεγάλου Αλεξάνδρου Α’, η Μυγδονία έφτανε ως τον κόλπο του Στρυμόνα. Πόλεις που υπήρχαν εκεί ήταν η Απολλωνία, η Αρεθούσα, η Θέρμη, από την οποία ο κόλπος ονομάστηκε Θερμαϊκός κ.α..

Εορδαία: Ονομαζόταν έτσι από τους παλαιότερους κατοίκους της, Εορδείς, και απλωνόταν δυτικά της Ημαθίας και του Βέρμιου ως τη λίμνη Βεγορίτιδα. Περιελάμβανε τις πόλεις Βέγορα, Άρνισσα, Εορδαία.

Αλμωπία: Ονομαζόταν από τους παλαιότερους κατοίκους της Άλμωπες και περιελάμβανε την ορεινή περιοχή των μετέπειτα Μογλενών, βορειοδυτικά της Εορδαίας. Πόλεις της ήταν οι Άψαλος, Εύρωπος, Όρμας κ.α..

Στα χρόνια του Αλέξανδρου Α’ το βασίλειο της Μακεδονίας είχε απλωθεί προς τα ανατολικά και τα νότια. Σε αυτό περιλαμβάνονταν οι εξής περιοχές: Κρηστωνία: Οι παλαιοί κάτοικοι της, Κρήστωνες, είχαν εγκατασταθεί στην Χαλκιδική, γύρω από την Όλυνθο, και στη χερσόνησο του Άθω (τότε Ακτή). Απλωνόταν βορειοανατολικά στη Μυγδονία και είχε κύρια πόλη την Κρήστωνα.

Βισαλτία: Ονομαζόταν έτσι από τους Βισάλτες, παλαιότερους κατοίκους της, αποτελούσε συνέχεια της Κρηστωνίας και έφτανε ως τον Στρυμόνα (σημερινά Σώχος και Νιγρίτα). Το παλιό βασίλειο των Βισαλτών απλωνόταν σε όλη τη Χαλκιδική. Πόλεις της ήταν η Βισαλτία και οι Άργιλος, Κερδύλιο, Όσσα, Βέργα κ.α..

Ελιμεία ή Ελιμιώτιδα: Η χώρα των Ελιμιωτών, δυτικά της Πιερίας και νότια της Εορδαίας, στην πεδιάδα του Αλιάκμονα. Εκτεινόταν ως τα Καμβούνια στον Νότο και ως την Πίνδο δυτικά, διαγράφοντας τα σύνορα της Μακεδονίας με τη Θεσσαλία από τη μια πλευρά και την Ιλλυρία από την άλλη. Πόλεις της ήταν η Ελιμία, και οι Αιανή, Φυλακές, Εράτυρα κ.α. Οι κάτοικοι της περιοχής αρχικά δέχτηκαν την επικυριαρχία του Αλέξανδρου Α’ και αργότερα προσαρτήθηκαν στο βασίλειο.

Ορεστίς: Η χώρα των Ορεστών. Αρχικά το όνομα δινόταν σε όλη την περιοχή της δυτικής Μακεδονίας, αλλά αργότερα περιορίστηκε στην Καστοριά και τα γύρω της ως την Κορυτσά. Περιελάμβανε τις πόλεις Κήλητρο (Καστοριά) και Άργος.

Λυγκηστίς ή Λύγκος: Η χώρα των Λυγκηστών, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η κοιλάδα του Μοναστηρίου, γύρω από τη λίμνη Πρέσπα και ως την ανατολική όχθη της Αχρίδας (τότε Λυχνίτιδας). Στην περιοχή, αργότερα, ο Φίλιππος έχτισε την πόλη Ηράκλεια, Πελαγονία επί Ρωμαίων, Μοναστήρι σήμερα (Μπίτολα στα Σκόπια).

Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως

Η «Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως» έγραψε ένα σημαντικό κεφάλαιο στη νεότερη ελληνική ιστορία κατά τα έτη 1908-1914. Ήταν μια μυστική πολιτική εταιρεία, η οποία διαδραμάτισε σπουδαιότατο ρόλο στο πολιτικό συντονισμό των Ελλήνων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, στις επαφές με τα πολιτικά και στρατιωτικά στοιχεία που δεν επιδοκίμαζαν την πολιτική των Νεοτούρκων και στη συνεννόηση των βαλκανικών εθνοτήτων. Η άξια ηγεσία της συνεργάστηκε επιτυχώς με τον Ελληνισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως
Ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης

Ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης

Στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα ένας υπολοχαγός του ελληνικού στρατού επρόκειτο να καταστεί η ψυχή και ο πολιτικός οργανωτής του Ελληνισμού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης ίδρυσε το 1908 την «Οργάνωση Κωνσταντινουπόλεως» μαζί με τον Ίωνα Δραγούμη και διηύθυνε με τη βαθύτατη κρίση του και την αλάθητη γνώμη του τους αγώνες των Ελλήνων της Τουρκίας, από τα ελληνικά χωριά μέχρι την Οθωμανική Βουλή. Γνωρίζοντας όσο λίγοι τα εθνικά μας δίκαια, συνέδραμε στο έργο τους στην Κωνσταντινούπολη τους κορυφαίους του Γένους, τον Οικουμενικό Πατριάρχη, τους μητροπολίτες, τους αξιωματικούς, τους βουλευτές, τους επιχειρηματίες κι απλούς πολίτες.

Ως αρχηγός της Οργάνωσης Θεσσαλονίκης κατά τα έτη 1906-1908 και αμέσως μετά στην Κωνσταντινούπολη, ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης καταπολέμησε τον βουλγαρισμό στη Μακεδονία και τη Θράκη. Αυτός, όμως, ήταν ο πρώτος που κατάλαβε, ότι για να νικηθεί ο νεοτουρκικός σωβινισμός έπρεπε να συνεννοηθούν οι Έλληνες και οι Βούλγαροι. Υπήρξε ο πρωτεργάτης αυτής της συμμαχίας. Τα σχέδια του ήταν ακόμη πιο μεγαλεπήβολα. Τον απασχολούσε το ενδεχόμενο, κατά τη διεξαγωγή ενός μελλοντικού πολέμου, η Ελλάδα να απελευθερώσει μόνο λίγες περιοχές και ο μεγαλύτερο όγκος του Ελληνισμού να παραμείνει σε τουρκικό έδαφος, ή σε περίπτωση διαμελισμού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, να περιέλθουν ελληνικά τμήματα σε άλλα κράτη.

Η μεταπολίτευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας το 1908 ήταν η ευκαιρία του Αθανασίου Σουλιώτη-Νικολαϊδη και του Ελληνισμού γενικότερα. Ο Σουλιώτης επεσήμανε την εκπολιτιστική δύναμη του ελληνικού πνεύματος, την ανικανότητα των περισσότερων Τούρκων για εμπορική ή πολιτιστική εργασία και το ενδεχόμενο της απομάκρυνσης των Ευρωπαίων. Έτσι, υπογράμμισε την ανάγκη να ενθαρρυνθεί η αποκάλυψη της ελληνικής καταγωγής πολλών τουρκικών οικογενειών και εθίμων και να καταστεί σταδιακά η ελληνική γλώσσα ως δεύτερη επίσημη γλώσσα του κράτους. Επιπλέον, προώθησε την εισαγωγή αυξανόμενου αριθμού Ελλήνων σε όλους τους κλάδους και την εκλογή όσο το δυνατόν περισσότερων Ελλήνων βουλευτών στην Οθωμανική Βουλή. Παρόμοιες ενέργειες πίστευε θα οδηγούσαν στο εξελληνισμό του τουρκικού κράτους

Η διάψευση των προσδοκιών του από το νεοτουρκικό κίνημα ενίσχυσε τις προθέσεις του Σουλιώτη να συνεννοηθεί με άλλους λαούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το σχέδιο του Σουλιώτη μπορεί σήμερα να φαίνεται ουτοπικό, αλλά την εποχή εκείνη ο υπόδουλος Ελληνισμός ξεπερνούσε τα 5.000.000. Η δε ακμή του στον οικονομικά και πνευματικό τομέα είχε κορυφωθεί.

Η «Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως»

Κατά την πρώτη φάση τς Οργανώσεως, έως την κήρυξη του οθωμανικού συντάγματος στα τέλη Ιουλίου 1908, η κύρια δραστηριότητα της ήταν η αντιμετώπιση της βουλγαρικής προπαγάνδας, της βουλγαρικής Εξαρχίας και των βουλγαρικών συμμοριών. Για το λόγο αυτό η «Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως» συνέστησε έξι τμήματα (Δέρκος, Στράντζα, Πύργος, Βογάζικοϊ, Μέτρες, Σηλυβρία), άρχισε να μοιράζει όπλα στους ομογενείς, δημιούργησε εκτελεστικό τμήμα και αποφάσισε τη διακοπή των εμπορικών συναλλαγών με τους Βούλγαρους. Παράλληλα, ελήφθησαν μέτρα για την εξύψωση του εθνικού φρονήματος, την ισχυροποίηση του ελληνικού στοιχείου και την καταπολέμηση της ξενομανίας και των δυτικών προτύπων. Στα καταστήματα τοποθετήθηκαν και ελληνικές επιγραφές και έγιναν συστάσεις για τη χρήση μόνο της ελληνικής γλώσσας όπου δεν ήταν απαραίτητο να χρησιμοποιηθεί κάποια ξένη. Η «Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως» κατάφερε να αποσπάσει Έλληνες μαθητές από ξένα σχολεία, τα οποία συνήθως αποτελούσαν πυρήνες καθολικής προπαγάνδας. Ο Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως, το Ζωγράφειο και το Λύκειο Χατζηχρήστου δέχτηκε μεγάλο αριθμό μαθητών από τα καθολικά σχολεία χωρίς την καταβολή διδάκτρων.

Έτσι, με την καθοδήγηση της «Οργάνωσης Κωνσταντινουπόλεως» ο ελληνικός πληθυσμός άρχισε να οργανώνεται, να πειθαρχεί, να στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις, να ομονοεί και να εμφανίζει ενιαία στάση απέναντι στην τουρκική κυβέρνηση και τις άλλες εθνότητες.

Τον Ιανουάριο του 1911 ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαϊδης με υπόμνημα του προς την ελληνική κυβέρνηση, υποδείκνυε μεταξύ άλλων ότι η Ελλάδα έπρεπε να αναλάβει πρωτοβουλία για συνεννόηση με τους Σέρβους και τους Βούλγαρους η οποία θα οδηγούσε σε κοινή στρατιωτική πίεση προς την Τουρκία.

Η πρώτη κίνηση μιας σειράς επαφών έγινε με αφορμή την κοπή της βασιλόπιτας όπου προσκλήθηκαν και Βούλγαροι, Αρμένιοι και Άραβες βουλευτές. Τότε συμφωνήθηκε η τήρηση κοινής στάσης απέναντι των Νεοτούρκων. Το σχέδιο του Σουλιώτη στέφθηκε με επιτυχία. Ο Οικουμενικός πατριάρχης, ο πατριάρχης των Αρμενιοκαθολικών και οι αντιπρόσωποι των τριών πατριαρχείων των Συροχαλδαίων απηύθυναν ταυτόσημα υπομνήματα διαμαρτυρίας για τις αυθαιρεσίες των Τούρκων. Το κείμενο αυτών υπομνημάτων υπήρξε αποτέλεσμα εργασίας της «Οργάνωσης Κωνσταντινουπόλεως», όπως και το συνέδριο των ελληνικών κοινοτήτων της Μακεδονίας που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη, τον Αύγουστο του 1911.

Το σχέδιο του Σουλιώτη συνεχίστηκε με απόπειρα προσέγγισης των δυσαρεστημένων Τούρκων. Μάλιστα το αντίπαλο των Νεοτούρκων κόμμα κατήγγειλε τις ενέργειες των τελευταίων κατά των Ελλήνων και άλλων εθνοτήτων.

Στις 18 Οκτωβρίου 1912 η Αθήνα, η Σόφια και το Βελιγράδι κήρυξαν τον πόλεμο στην Τουρκία. Ο Σουλιώτης έσπευσε να πολεμήσει με το βαθμό του λοχαγού στην πρώτη γραμμή και αποσπάστηκε στο επιτελείο του Βούλγαρου στρατηγού ως σύνδεσμός . Από τη θέση αυτή κατόρθωσε να ειδοποιήσει εγκαίρως το ελληνικό επιτελείο για την κίνηση της βουλγαρικής μεραρχίας προς τη Θεσσαλονίκη. Ο ελληνικός στρατός πρόλαβε να ελευθερώσει την πόλη και ο Ίων Δραγούμης ύψωσε την πρώτη ελληνική σημαία στη Μητρόπολη. Οι πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει η «Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως» αποδείχθηκαν πολύτιμες για τις επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού και του στόλου.

Το τέλος της «Οργάνωσης Κωνσταντινουπόλεως»

Το 1913 η κυβέρνηση των Νεότουρκων έλαβε μέτρα κατά των Ελλήνων. Απέλασε τους Έλληνες βουλευτές -μέλη της «Οργάνωσης Κωνσταντινουπόλεως». Στη Θράκη και τη Μικρά Ασία άρχισαν διωγμοί των Ελλήνων από τις προαιώνιες εστίες τους. Η δράση της «Οργάνωσης Κωνσταντινουπόλεως» περιοριζόταν, οι αρχηγοί της απουσίαζαν, οι επιτελείς της είχαν διασκορπιστεί και η διαλλακτική πολιτική του πατριάρχη Γερμανού Ε’ έναντι των Νεοτούρκων δεν ωφελούσε σε τίποτα. Λόγω της αδράνειας του σε σχέση με τους διωγμούς των Ελλήνων, ο πατριάρχης δέχτηκε ισχυρή πίεση από τους μητροπολίτες Γερμανό Καραβαγγέλη, Προύσης Δωρόθεο και Αίνου Ιωακείμ, να κηρύξει το ελληνικό έθνος «εν διωγμώ» και να κλείσει τις εκκλησίες. Η έναρξη, όμως, του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έθεσε τέλος στον Αγώνα του πατριαρχείου και της «Οργάνωσης Κωνσταντινουπόλεως», της οποίας η προσφορά προς το έθνος υπήρξε ανεκτίμητη.

Η Νάουσα (500π.Χ.-…)

Πιστεύεται ότι η Νάουσα κατέχει τη θέση του αρχαίου Κιτίου. Το 1929 είχε αποκαλυφθεί στην περιοχή δάπεδο αρχαίας κατοικίας που είχε καλυφθεί με μωσαϊκά του 5ου και του 4ου αιώνα π.Χ. Η θέση όμως αυτή είχε εγκαταλειφθεί.

Η Νάουσα
Η Αράπιτσα που διαρρέει τη Νάουσα

Στο πρώτο μισό του 15ου αιώνα μ.Χ., ένας Τούρκος λόγιος κατόρθωσε να να αποσπάσει προνόμια για εκείνους που ήθελαν να κατοικήσουν στην περιοχή, κτίζοντας νέα πόλη. Οι πόλεμοι και οι λεηλασίες είχαν ερημώσει τον τόπο που χρειαζόταν χέρια για να δουλευτεί. Ο Τούρκος λόγιος εξασφάλισε ότι στη νέα πόλη δεν θα κατοικούσε κανένας Οθωμανός παρά μόνο ο στρατιωτικός διοικητής και ο καδής. Οι κάτοικοι θα πλήρωναν ελάχιστους φόρους που θα πήγαιναν στο βακούφι του Εβρενός στα Γιαννιτσά και θα είχαν το δικαίωμα να αυτοδιοικούνται.

Η νέα πόλη ονομάστηκε Νιάουστα. Κατά μία εκδοχή, από παραφθορά της βυζαντινής Νέας Αυγούστας. Κατά μία άλλη, επειδή ο κύριος όγκος των κατοίκων απαρτίστηκε από πρόσφυγες από την Παλιανιάουστα.

Η φυσική οχύρωση της θέσης της εξασφάλιζε την ησυχία από τα κατά καιρούς διερχόμενα μπουλούκια ενόπλων. Τα προνόμια, η έλλειψη απευθείας παρουσίας του δυνάστη και η εργατικότητα των νέων κατοίκων, μετέτρεψαν τη Νάουσα σε βιομηχανικό και εμπορικό κέντρο με διασυνδέσεις και με το εξωτερικό (Αυστρία). Κρασί, υφαντική και βαφική, αλλά και λεπτουργία, χρυσοχοΐα και οπλοποιία ήταν οι κύριες δραστηριότητες των Ναουσαίων. Κάποια στιγμή η Νάουσα αριθμούσε χίλια σπίτια με πληθυσμό αμιγώς ελληνικό.

Όπως συνέβη και στην Κοζάνη, στα τέλη του 18ου αιώνα,οι Ναουσαίοι είχαν μοιραστεί σε δύο στρατόπεδα: των συντηρητικών και των προοδευτικών. Οι συντηρητικοί της Νάουσας, με αρχηγό το Μάμαντα, ζήτησαν τη βοήθεια του Αλή Πασά. Οι προοδευτικού με αρχηγό τον Ζαφειράκη, προσέφυγαν σε Τούρκους μπέηδες της Θεσσαλονίκης. Ο Αλή Πασάς έσπευσε να βοηθήσει τους συντηρητικούς στα 1804, κυριεύοντας τη Νάουσα και λεηλατώντας την. Την κράτησε υπό την κατοχή του ως τα 1816, οπότε υποχρεώθηκε να πάρει τα στρατεύματα του από εκεί.

Στα 1822 καθώς η Ελληνική Επανάσταση συμπλήρωνε σχεδόν ένα χρόνο στην Πελοπόννησο και τη Ρούμελη, οι Φιλικοί διέτρεχαν την υπόλοιπη Ελλάδα, προσπαθώντας να ξεσηκώσουν και τους Έλληνες της Μακεδονίας. Ο ξεσηκωμός στη Χαλκιδική ατύχησε αλλά οι προσπάθειες για μια νέα απόπειρα συνεχίστηκαν εντατικά.

Οι Τούρκοι το έμαθαν και διέταξαν να γίνει απογραφή του πληθυσμού, ώστε να εντοπίσουν τους νεοφερμένους στις μακεδονικές επαρχίες. Όταν ξεσηκώθηκαν και τα χωριά του Ολύμπου, οι Τούρκοι ζήτησαν από τις οικογένειες των προκρίτων της Μακεδονίας να στείλουν ομήρους. Έτσι μόνο θα έπειθαν ότι ήταν νομοταγείς. Πολλοί πειθάρχησαν κι άλλοι αρνήθηκαν με διάφορες δικαιολογίες. Στη Νάουσα έγινε σύσκεψη. Ο μυημένος στη Φιλική Εταιρεία Ζαφειράκης, ο Άγγελος Γάτσος και ο οπλαρχηγός Καρατάσος αποφάσισαν να επισπεύσουν την Επανάσταση. Με λίγους άνδρες, κυρίευσαν την πόλη και ύψωσαν την ελληνική σημαία, στις 22 Φεβρουαρίου 1822, στο κάστρο. Γάτσος και Καρατάσος, με 1800 άνδρες, πήγαν να καταλάβουν τη Βέροια που ήταν κλειδί στην περιοχή. Στη μάχη που ακολούθησε οι Έλληνες νίκησαν.

Από τη Θεσσαλονίκη όμως, ξεκίνησε στρατός με 16.000 Τούρκους. Οι Έλληνες υποχώρησαν στη μονή Δοβρά, όπου και οχυρώθηκαν. Εκεί, απέκρουσαν επίθεση 4.000 ανδρών και σκότωσαν 500 από αυτούς. Αλλά η θέση δεν θα μπορούσε να κρατηθεί για πολύ. Γύρισαν στη Νάουσα, όπου μπορούσαν να οργανώσουν την άμυνα τους.

Οι Τούρκοι έκαναν αλλεπάλληλες επιθέσεις κατά της πόλης. Αποκρούστηκαν όλες με ηρωισμό. Τότε προχώρησαν σε άλλες μεθόδους Πλησίασαν τους συντηρητικούς αντιπάλους του Ζαφειράκη και τους έπεισαν να βοηθήσουν. Στις 13 Απριλίου οι Τούρκοι έκαναν γενική έφοδο. Την κατάλληλη στιγμή, κάποιος από τους μιλημένους άνοιξε την πύλη του Αγίου Γεωργίου. Οι Τούρκοι μπήκαν μέσα στην πόλη, όπου ακολούθησαν φοβερές οδομαχίες και σφαγές. Τρεις χιλιάδες Έλληνες σκοτώθηκαν εκείνη τη μέρα.

Ο Ζαφειράκης κατάφερε να φτάσει στον πύργο του και να οχυρωθεί εκεί. Στον πύργο είχαν οχυρωθεί και πολλά γυναικόπαιδα. Έφτασαν και ο Γάτσος με τον Καρατάσο. Η κατάσταση ήταν απελπιστική. Αμύνθηκαν τέσσερις μέρες.

Στις 17 Απριλίου του 1822 αποφάσισαν έξοδο. Με ηρωισμό, έσπασαν τον κλοιό. Ο Καρατάσος, ο Γάτσος και 300 άνδρες πέρασαν και κατέβηκαν στο Μεσολόγγι. Ο Ζαφειράκης κι ο γιος του Καρατάσου έπεσαν στη μάχη. Τα κεφάλια τους στάλθηκαν στο Σουλτάνο. Τα γυναικόπαιδα δεν τα κατάφεραν. Οι Τούρκοι μπήκαν στον Πύργο κι άρχισαν να σφάζουν και να βιάζουν. Τότε, 13 κορίτσια της Νάουσας, μανάδες και παιδιά συγκεντρώθηκαν στη γέφυρα του Αραπίτσα, πάνω από τον καταρράκτη. Καθώς οι Τούρκοι τις πλησίαζαν, ρίχθηκαν στο ποτάμι προτιμώντας το θάνατο από την ατίμωση.

Μετά το πνίξιμο της Επανάστασης η Νάουσα γνώρισε την καταστροφή. Η πόλη ισοπεδώθηκε, πολλοί κάτοικοι σφαγιάστηκαν, άλλοι στάλθηκαν στα σκλαβοπάζαρα. Τα προνόμια ανακλήθηκαν.

Η Νάουσα βουτήχθηκε στη φτώχεια και στην απελπισία. Για πολύ λίγο. Σύντομα, ο εναπομείνας πληθυσμός ξαναγύρισε στις παλιές ασχολίες του. Νέα εργαστήρια υφαντικής και νηματουργίας υψώθηκαν. Το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα νέα εργοστάσια χτίστηκαν: κλωστοϋφαντουργίας, νηματουργίας και κλωστήρια. Οι ρυθμοί ανάπτυξης επιταχύνθηκαν, οι αγορές της Δυτικής Ευρώπης άνοιξαν πάλι, η πόλη ευημερούσε.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, η Νάουσα είχε εξελιχθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα βιομηχανικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με τους Ναουσαίους να οργανώνονται στο «Κέντρο Άμυνας Ναούσης» στη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα. Ο ελληνικός στρατός μπήκε στη Νάουσα και την απελευθέρωσε στις 17 Οκτωβρίου 1912, μια μέρα μετά την απελευθέρωση της Βέροιας.

Στα 1922, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η πόλη μπολιάστηκε με πολλούς πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν εκεί καθώς και στα γύρω χωριά. Στα 1955, χαρακτηρίστηκε ηρωική πόλη, όπως το Μεσολόγγι, το Σούλι, το Αρκάδι.

Από τη δεκαετία του 1950 και μετά ανθεί η κλωστοϋφαντουργία και νέες καλλιέργειες στον αγροτικό τομέα συντελούν στην παραπέρα ανάπτυξη της πόλης. Ο δασικός πλούτος του Βερμίου αξιοποιείται κατάλληλα. Αναπτύχθηκε και ο χειμερινός τουρισμός με τα χιονοδρομικά κέντρα στο Σέλι και Τρία Πέντε Πηγάδια.

Πηγή: http://www.enet.gr

Η Πύδνα των Μακεδόνων

Η Πύδνα και η ευρύτερη περιοχή της έχουν κατοικηθεί από τη Νεολιθική εποχή (6η χιλιετία π.Χ.). Η πόλη της Πύδνας κτίστηκε στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ. και από τα τέλη του 6ου αιώνα έκοβε δικά της νομίσματα. Ήταν το κύριο λιμάνι της νότιας ακτής του Θερμαϊκού, για όποιον ήθελε να έχει συναλλαγές με τους Μακεδόνες.

Η Πύδνα των Μακεδόνων
Ερείπια της Πύδνας

Η Πύδνα και οι Αθηναίοι

Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που ενοχλήθηκε ο Περδίκκας Β’ με τους Αθηναίους όταν ίδρυσαν την Αμφίπολη (437π.Χ.). Όταν το 434π.Χ. οι Αθηναίοι συμμάχησαν με τη γειτονική στην Πύδνα αποικία των Ερετριέων, Μεθώνη, και βρέθηκαν απειλητικοί στα όρια του βασιλείου των Μακεδόνων, ο Περδίκκας αντέδρασε εξωθώντας τις πόλεις της Χαλκιδικής να ξεκόψουν από τους Αθηναίους και να ενωθούν μεταξύ τους. Δημιουργήθηκε το Κοινό της Χαλκιδικής ή Κοινό των Χαλκιδέων. Οι Αθηναίοι απάντησαν με κατάληψη της Θέρμης και πολιορκία της Πύδνας. Ο Περδίκκας δεν δίστασε να υπογράψει ειρήνη μαζί τους.

Η Πύδνα χώρος δολοφονιών

Ο διάδοχος του Περδίκκα, Αρχέλαος, αντιμετώπισε την αποστασία της Πύδνας. Ο Αρχέλαος κυρίευσε την πόλη και έβαλε τους κατοίκους της να μετοικήσουν στην ενδοχώρα, ώστε να πάψει πια η πόλη να αποτελεί σπουδαίο λιμάνι. Μετά το θάνατο του Αρχέλαου (399π.Χ.) οι κάτοικοι της Πύδνας επέστρεψαν στις εστίες τους και η πόλη γρήγορα απέκτησε την παλιά της αίγλη. Στα 357π.Χ., ο Φίλιππος ο Β’ την έκανε διοικητικό κέντρο της Πιερίας. Στην Πύδνα οχυρώθηκε η μητέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Ολυμπιάδα, μαζί με τη Ρωξάνη και το νεογέννητο Αλέξανδρο Δ’, όταν μαινόταν η πάλη ανάμεσα στους διαδόχους. Εκεί, δολοφόνησε τον ετεροθαλή αδελφό του γιου της, Φίλιππο Γ’ και τη φιλόδοξη σύζυγό του Ευρυδίκη (317π.Χ.). Κι εκεί εκτελέστηκε και η ίδια, όταν ο Κάσσανδρος προκάλεσε την καταδίκη της σε θάνατο.

Οι μάχες της Πύδνας

Στα 172π.Χ. ξέσπασε ο Γ’ Μακεδονικός Πόλεμος ανάμεσα στη Μακεδονία και τη Ρώμη. Ο βασιλιάς των Μακεδόνων, Περσέας, και ο ύπατος των Ρωμαίων, Αιμίλιος Παύλος, βρέθηκαν αντιμέτωποι έξω από την Πύδνα (168π.Χ.). Ήταν καλοκαίρι. Τη νύχτα της παραμονής της μάχης το φεγγάρι έγινε μαύρο και χάθηκε. Ήταν μια απλή έκλειψη σελήνης που όμως κατατρόμαξε τους στρατιώτες και των δύο αντιπάλων. Για τους Μακεδόνες, σήμανε το τέλος του Βασιλείου. Για τους Ρωμαίους, «κακά μαντάτα»: άναβαν φωτιές και προκαλούσαν μεγάλο θόρυβο καλώντας το φεγγάρι να εμφανιστεί πάλι.

Ο Αιμίλιος Παύλος έβαλε και έκαναν θυσίες στη θεά Σελήνη και στον ήρωα και προστάτη των Μακεδόνων βασιλιάδων, Ηρακλή. Στο εικοστό σφάγιο, ο μάντης του ρωμαϊκού στρατού προέβλεψε ότι θα νικήσει εκείνος που θα επιτεθεί πρώτος. Οι αντίπαλοι συγκρατήθηκαν περιμένοντας ο ένας τον άλλον να επιτεθεί.

Ο Περσέας το έσκασε στη Θεσσαλονίκη, ενώ στο πεδίο της μάχης σφαγιάστηκαν εκατοντάδες. Ο Περσέας πιάστηκε αργότερα και φυλακίστηκε στη Ρώμη, όπου και πέθανε το επόμενο έτος (167π.Χ.)

Είκοσι χρόνια αργότερα (148π.Χ.), νότια της Πύδνας συγκρούστηκαν ο ψευτοβασιλιάς των Μακεδόνων Ανδρίσκος και ο Ρωμαίος στρατηγός Κόιντος Καικίλιος Μέτελλος. Και πάλι νικήθηκαν οι Μακεδόνες. Ο Ανδρίσκος πιάστηκε ζωντανός, κόσμησε τον θρίαμβο του Μέτελλου και στην συνέχεια, θανατώθηκε.

Ο Ηφαιστίων (356π.Χ.-324π.Χ.)

Ο Ηφαιστίων (Αρχαία Πέλλα, 356 π.Χ – Εκβάτανα, 324 π.Χ.), γιος του Αμύντορα, ήταν αρχαίος Έλληνας στρατηγός και ευγενής της  Μακεδονίας. Ήταν ο στενότερος από όλους τους φίλους Μεγάλου Αλεξάνδρου, μεγαλωμένοι μαζί από παιδιά. 

Ο Ηφαιστίων και ο Αλέξανδρος σε κυνήγι
Ο Ηφαιστίων και ο Αλέξανδρος σε κυνήγι

Ο Ηφαιστίων, ο αδελφικός φίλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου

Ο Ηφαιστίων γεννήθηκε στην Πέλλα και ήταν ένας από τους Μακεδόνες βασιλικούς παίδες που συμμετείχαν μαζί με τον Αλέξανδρο στις διαλέξεις του Αριστοτέλη στη Μίεζα, ίσως το 343. Ο Αλέξανδρος τον έκανε μέλος  της σωματοφυλακής του, και κατόπιν συμμετείχε στην εκστρατεία στην Ασία. Ήταν αναμφίβολα ένας από τους στενότερους φίλους του Αλέξανδρου που μοιραζόταν όλα τα μυστικά του.

Ο Ηφαιστίων διακρίθηκε κατά την στρατιωτική υπηρεσία του, καθώς ήταν μέλος των σωματοφυλάκων του Αλεξάνδρου, διοικητής του ιππικού των Εταίρων, καθώς και υπεύθυνος για πολλές άλλες δραστηριότητες, όπως διπλωματικές αποστολές, γεφύρωση ποταμών, και την εγκαθύδριση νέων οικισμών. Υπήρξε υποστηρικτής της προσπάθειας του Αλεξάνδρου στο να αναμείξει τους Ελληνικούς με τους Περσικούς τρόπους. Η φιλία του με τον Μέγα Αλέξανδρο ήταν τόσο ονομαστή που πολλοί την έχουν συγκρίνει με αυτήν του Αχιλλέα και του Πατρόκλου. Με τον βαθμό του χιλίαρχου που του έδωσε κατόπιν ο Αλέξανδρος, ο Ηφαιστίων ήταν ουσιαστικά ο δεύτερος πιο υψηλόβαθμος σε όλη την αυτοκρατορία.

Στην Τροία συμμετείχε στις λατρευτικές τελετές όπου στεφάνωσε τον τάφο του Πατρόκλου, ενώ αντίστοιχα ο Αλέξανδρος στεφάνωσε τον τάφο του Αχιλλέα. Χαρακτηριστικά, ο Αλέξανδρος συνήθιζε να αναφέρεται στον Κρατερό ως Φιλοβασιλέα, ενώ στον Ηφαιστίωνα ως Φιλαλέξανδρο. Στα πρώτα χρόνια της εκστρατείας στην Ασία, βρίσκουμε ελάχιστες αναφορές στον Ηφαιστίωνα σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. Το 332 π.Χ. τον βρίσκουμε να ηγείται του στόλου που συνόδευε τον στρατό του Αλέξανδρου στη Φοινίκη.

Κατά τη διάρκεια της μάχης στα Γαυγάμηλα, ο Ηφαιστίων τραυματίστηκε ενώ πολεμούσε ως επικεφαλής των σωματοφυλάκων. Πήρε ενεργό μέρος στην ανάκριση του Φιλώτα και μάλιστα προέτρεψε τους υπόλοιπους Μακεδόνες να τον βασανίσουν ώστε να ομολογήσει τους συνενόχους του. Ως ανταμοιβή, του δόθηκε η ηγεσία των Εταίρων, την οποία μοιράστηκε με τον Κλείτο τον Μέλα, γιο του Δροπίδη. Στη συνέχεια ο Ηφαιστίων πήρε ενεργό μέρος στις εκστρατείες στη Βακτρία, στη  Σογδιανή και αργότερα στην Ινδία, επικεφαλής της εμπροσθοφυλακής μαζί με τον Περδίκκα. Μάλιστα, μετά από 30 ημέρες πολιορκίας κατάφεραν να καταλάβουν την πόλη Όμφιδα (Τάξιλα).

Στη μάχη του Υδάσπη εναντίον του Πώρου, ο Ηφαιστίων διοικούσε το ιππικό στην αριστερή πτέρυγα της στρατιάς του Αλέξανδρου. Στην συνέχεια μαζί με τον Περδίκκα ίδρυσαν την πόλη Οροβάτιδα στον δρόμο προς τον Ινδό ποταμό.

Αργότερα, στα Σούσα, πήρε μέρος στον ομαδικό γάμο με γυναίκες από την Περσία και μάλιστα ο ίδιος νυμφεύθηκε τη Δρυπέτη, αδερφή της γυναίκας του Αλέξανδρου, Στατείρας. Από τα Σούσα στάλθηκε με το κυρίως τμήμα του πεζικού στον Περσικό Κόλπο και έφτασαν μαζί στα  Εκβάτανα το 324 π.Χ.. Κατά τη διάρκεια αγώνων και εκτεταμένης οινοποσίας, ο Ηφαιστίων αρρώστησε και εμφάνισε πυρετό, και ύστερα από 7 ημέρες πέθανε σε ηλικία 32 ετών.

Ο Αλέξανδρος έπεσε σε μεγάλη θλίψη. Σύντομα έπειτα ζήτησε από τους ιερείς του μαντείου της Σίουα στην Αίγυπτο να αφηρωίσουν τον Ηφαιστίωνα, και έκτοτε ο Ηφαιστίων λατρεύτηκε ως θεϊκός ήρωας.Ο Ηφαιστίων αποτεφρώθηκε στη Βαβυλώνα, με την παρουσία όλων των στρατευμάτων τα οποία και παρακολούθησαν την τελετή.

Μετά το θάνατο του Ηφαιστίωνα το σώμα του μεταφέρθηκε στη Βαβυλώνα, όπου και προς τιμή του κατασκευάστηκε μια μεγαλειώδης νεκρική πυρά. Ο Αλέξανδρος πέθανε 8 μήνες αργότερα, ωστόσο ακόμα και τότε σχεδίαζε την κατασκευή μεγαλοπρεπών μνημείων προς τη μνήμη του φίλου του Ηφαιστίωνα. 

Ο Ιωάννης Δεμέστιχας (1882-1960)

Ο Ιωάννης Δεμέστιχας (καπετάν Νικηφόρος στον Μακεδονικό Αγώνα) (30 Νοεμβρίου 1882 – 7 Δεκεμβρίου 1960) ήταν Έλληνας ανώτατος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, που συμμετείχε σε εθνικούς αγώνες, πολιτεύτηκε, και έγινε υπουργός.

Ο Ιωάννης Δεμέστιχας (δεξιά), με τον Τέλλο Άγρα (κέντρο) και τον καπετάνιο Κάλα (Κωνσταντίνο Σάρρο, αριστερά), τον καιρό του Μακεδονικού Αγώνα
Ο Ιωάννης Δεμέστιχας (δεξιά), με τον Τέλλο Άγρα (κέντρο) και τον καπετάνιο Κάλα (Κωνσταντίνο Σάρρο, αριστερά), τον καιρό του Μακεδονικού Αγώνα

Ο Βίος του Ιωάννη Δεμέστιχα

Ο Ιωάννης Δεμέστιχας γεννήθηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 1882. Εισήλθε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων το Σεπτέμβρη του 1896, και αποφοίτησε τον Ιούλιο του 1900 με το βαθμό του Σημαιοφόρου. Στις 6 Μαΐου 1905 προήχθη σε Ανθυποπλοίαρχο. Συμμετείχε στους Μεσοολυμπιακούς Αγώνες του 1906 στα 400 μ. στο στίβο. Αργότερα, συμμετείχε την περίοδο 1906-1907 στο Μακεδονικό Αγώνα με το ψευδώνυμο καπετάν Νικηφόρος, ηγούμενος ένοπλης αντάρτικης ομάδας στην περιοχή της Λίμνης των Γιαννιτσών.

Τον Αύγουστο του 1909 συμμετείχε στο επιτυχημένο Κίνημα στο Γουδί, και αργότερα ήταν από τους αρχηγούς στο αποτυχημένο κίνημα των πιο ριζοσπαστών νεότερων αξιωματικών, υπό τον Κωνσταντίνο Αλφονσάτο-Τυπάλδο. Προήχθη σε Υποπλοίαρχο Β΄ Τάξης στις 29 Μαρτίου 1910, περνώντας τα έτη 1910-1912 σε εκπαίδευση στο εξωτερικό. Με το ξέσπασμα του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου τον Οκτώβριο 1912, του ανατέθηκε η διοίκηση μιας κανονιοφόρου, με την οποία συμμετείχε στις επιχειρήσεις στον Αμβρακικό Κόλπο, αλλά στις αρχές Νοεμβρίου του ίδιου έτους αποσπάστηκε στο Στόλο του Αιγαίου ως διοικητής ενός αποβατικού αποσπάσματος, με το οποίο πολέμησε στις μάχες για την κατάληψη των νησιών του ανατολικού Αιγαίου. Τραυματίστηκε κατά την απελευθέρωση της Χίου (11 Νοεμβρίου 1912), και αργότερα διορίστηκε στρατιωτικός κυβερνήτης της Τενέδου. Την 1η Ιανουαρίου 1913 προήχθη σε Υποπλοίαρχο Α΄ Τάξης.

Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, υπηρέτησε ως πλοίαρχος (καπετάνιος) του τορπιλοβόλου Αίγλη (1914–15), έχοντας προαχθεί στο βαθμό του Πλωτάρχη στις 20 Οκτωβρίου 1914. Κατόπιν έγινε πλοίαρχος (καπετάνιος) του αντιτορπιλικού Ασπίς (1915–17), καθώς και εκπαιδευτής στο μάθημα της ναυτικής μαθηματικής ανάλυσης στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων (1916–17). Στις 9 Μαΐου 1917, άφησε τη θέση του για να ενταχθεί στην Προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης υπό τον  Ελευθέριο Βενιζέλο. Μετά την επιστροφή του Βενιζέλου στην Αθήνα και την ανάληψη της κυβέρνησης και πρωθυπουργίας τον Ιούνιο του 1917, ο Δεμέστιχας έγινε πλοίαρχος (καπετάνιος) κατά σειρά των αντιτορπιλικών Νίκη (1917–18) και Νέα Γενεά (1918–19), με τα οποία συμμετείχε στις ανθυποβρυχιακές επιχειρήσεις στην ανατολική  Μεσόγειο. Στις 26 Δεκεμβρίου 1917 προήχθη στο βαθμό του  Αντιπλοιάρχου.

Το 1919-20, έλαβε μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις της Μικρασιατικής Εκστρατείας ως διοικητής του αντιτορπιλικού Λέων, αλλά μετά τη νίκη της αντιβενιζελικής και φιλοβασιλικής Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως  στις εκλογές της 1ης Νοέμβρη 1920 ετέθη σε διαθεσιμότητα. Μετά την ήττα στη Μικρά Ασία και την Επανάσταση της 11ης Σεπτεμβρίου 1922, στην οποία συμμετείχε ενεργά στην Αθήνα, ανακλήθηκε στην ενεργό υπηρεσία ως πλοίαρχος του θωρηκτού Κιλκίς, και κατόπιν ως στρατιωτικός διοικητής της νήσου Σάμου (1922-23). Στις 20 Δεκεμβρίου 1923 προήχθη σε Πλοίαρχο και ανέλαβε ακολούθως τη διοίκηση της Μοίρας Γυμνασίων του Πολεμικού Ναυτικού τη χρονιά 1923–24, και το 1924 έγινε διοικητής της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων. Κατά τη διάρκεια της αποκαλούμενης Απεργίας του Ναυτικού τον Ιούνιο του 1924, αποσύρθηκε από το στράτευμα οικειοθελώς, αλλά η απόφασή του αυτή ανακλήθηκε στις 21 Αυγούστου του ιδίου έτους.

Το 1926 ήταν πλοίαρχος του θωρηκτού Λήμνος και κατόπιν Γενικός Δ/ντης του Υπουργείου Ναυτικών, αργότερα Αρχηγός του ΓΕΝ το 1926-27 (περίοδοι 07/07/1926-03/10/1926 και 01/12/1926-17/02/1927), διοικητής της Ανωτέρας Διοίκησης Υποβρυχίων (1927–28), ξανά Γενικός Δ/ντης του Υπουργείου Ναυτικών (1928–29), Διοικητής Στόλου (1929–31), Γενικός Διοικητής του Ναυστάθμου Σαλαμίνας (1931–32), και ξανά Αρχηγός  ΓΕΝ το 1932–33 (10/12/1932-06/03/1933).

Στις 6 Μαρτίου 1933 έγινε μέλος της μεταβατικής στρατιωτικής κυβέρνησης υπό τον αντιστράτηγο Αλέξανδρο Οθωναίο, που κατέστειλε το κίνημα της 6ης Μαρτίου 1933. Διατήρησε τις θέσεις του Υπουργού Ναυτικών και του Υπουργού Αεροπορίας το διάστημα 6-9 Μαρτίου 1933. Μετά την αποτυχία του κινήματος του Πλαστήρα, ετέθη σε διαθεσιμότητα στις 11 Μαρτίου από την κυβέρνηση Τσαλδάρη, λόγω της συμμετοχής του σε αυτό. Στις 12 Σεπτέμβρη ετέθη σε άδεια επ΄ αόριστον, για να αποσυρθεί οριστικά στις 5 Φεβρουαρίου 1934 με το βαθμό του  Αρχιπλοιάρχου εν αποστρατεία. Την ίδια χρονιά υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του Ναυτικού Ομίλου Ελλάδος.

Το 1935 πήρε μέρος στο Κίνημα της 1ης Μαρτίου. Πρωταγωνίστησε δε στην κατάληψη του Στόλου στη διάρκεια εκείνων των γεγονότων, και μετά την αποτυχία του κινήματος κατέφυγε στη Νάπολη. Δικάστηκε ερήμην και καταδικάστηκε σε θάνατο και στέρηση του βαθμού του, αλλά τον Ιούνιο του 1936 τού εδόθη χάρη και αποκαταστάθηκε στο βαθμό του.

Τον Απρίλιο 1943, μεσούσης της Κατοχής, κατέφυγε στη Μέση Ανατολή, όπου στις 17 Απριλίου εντάχθηκε στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση. Ανακλήθηκε στην ενεργό υπηρεσία, υπηρέτησε ως Γενικός Επιθεωρητής του Πολεμικού Ναυτικού (1943–45), προαχθείς σε Υποναύαρχο στις 17 Σεπτεμβρίου 1943 και Αντιναύαρχο στις 2 Νοεμβρίου 1943. Τον Απρίλιο του 1944 υπηρέτησε ως Υπουργός Εσωτερικών, Παιδείας, και Υφυπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας στη μικρής διάρκειας εξόριστη κυβέρνηση του Σοφοκλή Βενιζέλου.

Αποσύρθηκε ξανά τον Αύγουστο του 1945 ως Αντιναύαρχος ε.α., αλλά ανακλήθηκε στο διάστημα μεταξύ 30/10/1946 και 1/7/1947 οπότε και υπηρέτησε ως μέλος της επιτροπής επιλογής του προσωπικού για το μειωμένης σύνθεσης πολεμικό ναυτικό της ειρηνικής περιόδου. Τον Ιανουάριο του 1948 τού απονεμήθηκε ο Πολεμικός Σταυρός για το ρόλο του στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Απεβίωσε στο Μαρούσι στις 7 Δεκεμβρίου 1960 σε ηλικία 78 ετών.

Η υστεροφημία του Ιωάννη Δεμέστιχα

Προτομές του Δεμέστιχα έχουν ανεγερθεί στα Γιαννιτσά, και το χωριό καταγωγής της οικογένειάς του, τον Κότρωνα Μάνης. Ο Ιωάννης Δεμέστιχας αποτελεί κύριο χαρακτήρα στο μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα Στα μυστικά του βάλτου του 1937, το οποίο πραγματεύεται το Μακεδονικό Αγώνα στην περιοχή των Γιαννιτσών.

https://el.wikipedia.org/wiki/Ιωάννης_Δεμέστιχας