Η Κατερίνη (13ος αιώνας μ.Χ.-…)

Η Κατερίνη είναι πόλη της Μακεδονίας, έδρα του δήμου Κατερίνης και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Πιερίας στην Κεντρική Μακεδονία. Έχει πληθυσμό, σύμφωνα με την απογραφή του 2011, 55.997 κατοίκους. Βρίσκεται στο Πιερικό ύψωμα, ανάμεσα στα Πιέρια Όρη και στον Θερμαϊκό κόλπο, σε υψόμετρο 14–45 m. Απέχει 71 km από τη  Θεσσαλονίκη, κάτι το οποίο έχει αποδειχθεί ευεργετικό για την ανάπτυξη της Κατερίνης τα τελευταία χρόνια.

Η Κατερίνη
Η Κατερίνη

Και το όνομα αυτής … Κατερίνη

Είναι άγνωστο από πότε υπήρχε ως κωμόπολη. Πολλοί περιηγητές, όπως ο Leake, αλλά και σε χάρτες ήδη από το 13ο αιώνα (1264), αναφέρουν την πόλη με το όνομα Άτηρα (σταθμός ή πόλισμα Hatera) και αρκετοί είδαν και επίδραση στο όνομα της πόλης (Κατερίνη – Κάτηρα- Χάτηρα- Άτηρα). Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και ο Πουκεβίλ, ο οποίος σε χάρτη σημειώνει τον τόπο ως Kateri Hatera. Ο Heuzey υπολόγισε τη θέση της αρχαίας Άτηρας κοντά στην Κονταριώτισσα, ενώ ο Kurz τοποθετεί το πόλισμα κάπου ανάμεσα στους σημερινούς οικισμούς του Κορινού και της Καλλιθέας.

Άλλη υπόθεση κάνει λόγο για το εκκλησάκι της Αγίας Αικατερίνης, το οποίο βρίσκεται ανατολικά της πόλης και όπου βρίσκεται σήμερα το παλαιό νεκροταφείο. Οι εικόνες στο ναό χρονολογούνται από το 1831 και δεν αποκλείεται να υπήρχε από πριν στην ίδια θέση κάποιος άλλος ναός.

Η πόλη εμφανίζεται με τη λόγια ονομασία Αικατερίνη, το όνομα μιας χριστιανής μάρτυρα από την Αλεξάνδρεια, που έζησε τον 4ο αιώνα, ή Αγία Αικατερίνη στη γλώσσα της γραφειοκρατίας και μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Τελικά επικράτησε η ονομασία Κατερίνη.

Η Ιστορία της Κατερίνης

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η περιοχή της Πιερίας, αποτελεί ιδιαίτερη Διοικητική Περιφέρεια με κέντρο την Κατερίνη. Η Κατερίνη ανήκε αρχικά στην επισκοπή του Πλαταμώνα, μέχρι το 1878, που προσαρτήθηκε η Θεσσαλία στην Ελλάδα. Αργότερα προστέθηκε στην επισκοπή Πέτρας του Ολύμπου και όταν αυτή διαλύθηκε μεταφέρθηκε στο Κίτρος. Η επισκοπή έγινε Μητρόπολη το 1924 και τυπικά αναφέρεται κατ’ όνομα, σαν Μητρόπολη Κίτρους, αν και περί τα τέλη του 19ου αιώνα η έδρα της μεταφέρθηκε στην Κατερίνη, που ήταν ο κεντρικότερος οικισμός.

Παρά τη συμμετοχή της σε όλους τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες των Ελλήνων, από την Επανάσταση του 1821, το κίνημα του 1854, τη Μακεδονική Επανάσταση του 1878 και το Μακεδονικό Αγώνα, απελευθερώθηκε τελικά από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στις 16 Οκτωβρίου του 1912, από την 7η Μεραρχία πεζικού. Σημαντικοί Μακεδονομάχοι εκείνη την περίοδο, ήταν οι οπλαρχηγοί Νικόλαος Στρεμπίνας και Νικόλαος Μπαμπάκας, καθώς και ο Αλκιβιάδης Παπαδημητρίου.

Μετά την απελευθέρωση 1912 η Κατερίνη έγινε Δήμος μέχρι τις 28 Ιουνίου 1918. Το 1920-1930 η Κατερίνη αποτέλεσε Κοινότητα. Το πρώτο Δημοτικό Συμβούλιο έλαβε χώρα στις 4 Σεπτεμβρίου 1929. Το 1931 ανεγέρθηκε η Δημοτική Αγορά της Κατερίνης. Τη δεκαετία αυτή, με την έλευση των προσφύγων, διπλασιάστηκε ο πληθυσμός της πόλης. Πολλοί κάτοικοι κατάγονται από τη Θράκη, και συγκεκριμένα από τον Αρτεσκό.

Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κατελήφθη από τον γερμανικό στρατό στις 14 Απριλίου 1941 και απελευθερώθηκε τρία χρόνια αργότερα. Το 1944 ιδρύθηκε και το Γενικό Νοσοκομείο της πόλης.

Η οικονομική και πληθυσμιακή ανάπτυξη της Κατερίνης

Το 1961, το πολεοδομικό συγκρότημα της Κατερίνης ήταν το τέταρτο αστικό κέντρο της Μακεδονίας, μετά τη Θεσσαλονίκη, την Καβάλα και τις Σέρρες και το δωδέκατο της Ελλάδας. Η πληθυσμιακή αυτή ανάπτυξη, την οποία φυσικά ακολούθησε αντίστοιχη εξέλιξη της μορφής της πόλης, οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στην ανάπτυξη της καπνοκαλλιέργειας και στην αύξηση της παραγωγής καπνών ποικιλίας Κατερίνης, τα οποία μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν περιζήτητα στη διεθνή αγορά για σημαντικό χρονικό διάστημα.

Είναι χαρακτηριστικό επίσης ότι η συμβολή του καπνού στη διαμόρφωση του υψηλού σχετικά εισοδήματος της περιοχής της Κατερίνης, και γενικότερα του νομού Πιερίας, είναι μεγαλύτερη από ό,τι σε κάθε άλλη περιοχή της Ελλάδας. Το 1806 ο William Leake αναφέρει 100 οικίες και το 1810 ο Daniel κάνει λόγο για 140. Το 1812, το 1880 και το 1890 ο αριθμός των οικιών είναι σταθερός (300) σύμφωνα με τις αντίστοιχες αναφορές του Henry Holland και του Επισκόπου Κίτρους, Νικολάου.  Ειδικότερα, το 1890 αναφέρονται (Στατιστικοί Πίνακες του Ελληνικού Προξενείου Θεσσαλονίκης), 300 οικίες και 700 διαχειμαζόντες Βλαχολιβαδιώτες.

Το 1900 υπήρχαν 2.070 Χριστιανοί και 600 Μουσουλμάνοι. Στα μέσα της δεκαετίας του ’20 αποχώρησαν από την πόλη οι Μουσουλμάνοι, οι οποίοι αριθμούσαν περί τους 8.000 ανθρώπους.  Στην Κατερίνη κατέληξε μεγάλο κομμάτι των Ελλήνων Ευαγγελικών της Μικράς Ασίας μετά την Μικρασιατική καταστροφή. Κατά την απογραφή του 1928 η Κατερίνη κατείχε την 45η θέση μεταξύ των μεγαλύτερων ελληνικών πόλεων. Σήμερα, με βάση την απογραφή του 2001 κατέχει τη 10η θέση. 

Η Κατερίνη τις τελευταίες δεκαετίες

Η πόλη της Κατερίνης αποτελούσε την πρωτεύουσα επαρχίας του Νομού Θεσσαλονίκης, μέχρι το 1949. Στη συνέχεια γίνεται πρωτεύουσα του νεοϊδρυθέντος Νομού Πιερίας. Από το 1950 που η Κατερίνη γίνεται Νομαρχιακό και Περιφερειακό κέντρο, αρχίζει πια και η αστική πολεοδομική ανάπτυξή της και η γρήγορη επέκταση του οικισμού.

Σήμερα η πόλη αποτελεί μια από τις πιο δυναμικές αστικές περιοχές της Μακεδονίας και όλης της Ελλάδας. Στις μέρες μας η ανάπτυξη της Κατερίνης ανακόπτεται αισθητά από την παρουσία της γειτονικής Θεσσαλονίκης, που απορροφά σε συντριπτικό βαθμό όλες τις δραστηριότητες της ευρύτερης περιοχής.

Παρ’ όλα αυτά, εξ αιτίας της πολύ μεγάλης τουριστικής κίνησης που υπάρχει στον νομό Πιερίας, η πόλη βρίσκεται αισθητά στο προσκήνιο. Η πόλη διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα και ωραιότερα αστικά πάρκα της Ελλάδας, με πληθώρα λιμνών, σιντριβανιών και γλυπτών και ειδικά το καλοκαίρι αποτελεί όαση δροσιάς και χαλάρωσης, ιδιαίτερα τις πολύ θερμές ώρες της ημέρας.

Τα τελευταία χρόνια η Κατερίνη γνωρίζει αξιόλογη τουριστική κίνηση με την ανάπτυξη οργανωμένων παραθεριστικών κέντρων στις ακτές της οι οποίες αποτελούν παραδοσιακό θέρετρο για τουρίστες από τη Σερβία, Βόρεια Μακεδονία κ.λπ για αρκετές δεκαετίες. Παράλληλα, με δεδομένη την ύπαρξη τεράστιων επίπεδων εκτάσεων γύρω της, η πόλη γνωρίζει φρενήρη οικιστική ανάπτυξη, με συνεχή ένταξη νέων εκτάσεων στον υπάρχοντα αστικό ιστό της. Το 2008 ανακατασκευάστηκε ο σιδηροδρομικός σταθμός της πόλης, στην ομώνυμη συνοικία, ενώ από το 2007 συνδέεται με προαστιακό σιδηρόδρομο με την πόλη της Θεσσαλονίκης.

Πηγή: https://www.katerini.gr/index.php/2018-01-18-13-31-08

Πηγή: https://el.wikipedia.org/Κατερίνη

Please follow and like us:
error0

Ο Πολύγυρος Χαλκιδικής (600π.Χ.-…)

Ο Πολύγυρος είναι πόλη της Μακεδονίας, πρωτεύουσα του Νομού Χαλκιδικής και βρίσκεται στο γεωγραφικό του κέντρο. Είναι χτισμένος στις νότιες υπώρειες του Χολομώντα, σε μέσο υψόμετρο 550 μ. Στα βόρεια του Πολυγύρου απλώνονται πλαγιές κατάφυτες από βελανιδιές που συγκροτούν ένα θαυμάσιο δάσος. Οι πλαγιές καταλήγουν σε κορυφές από τις οποίες η ψηλότερη είναι ο Τσουκαλάς, με υψόμετρο 890μ. Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, του 2011, το πολεοδομικό συγκρότημα του Πολυγύρου έχει 6.121 κατοίκους

Η Γεωγραφία του Πολυγύρου

Ο Πολύγυρος

Πάνω από τον Πολύγυρο δεσπόζει ένας εντυπωσιακός κωνικός λόφος, ο περίφημος Αη-Λιας, με το ομώνυμο ξωκλήσι στην κορυφή του. Το λεκανοπέδιο περιβάλλεται από τους λόφους Πλάια στα βόρεια, στα ανατολικά από τα Ανήλια και τον λόφο του Αγίου Χριστοφόρου, στα νότια τα Καστριά και στα δυτικά από το Κάστρι. Προς τα νότια εκτείνεται ο ελαιώνας του Πολύγυρου. Στα νότια του Πολυγύρου χαμηλοί λόφοι, χαράδρες και ρέματα οδηγούν σε εύφορες πλαγιές, στις οποίες απλώνεται ο τεράστιος ελαιώνας του Πολυγύρου και στα παράλια απλώνονται οι οικισμοί Καλυβών και Γερακινής. Οι οικισμοί αυτοί είναι παραθαλάσιοι και δίπλα στους μόνιμους κατοίκους τους, ζουν πολλούς μήνες το χρόνο, χιλιάδες παραθεριστές.

Το όνομα του Πολύγυρου

Πολλές εκδοχές υπάρχουν σχετικά με την προέλευση του ονόματος Πολύγυρος. Υποστηρίχτηκε ότι προέρχεται από τις πολλές «κλιτύες» των αλλεπάλληλων λόφων, από το Πολύ-γερός λόγω του υγιεινού κλίματος, από το όνομα Πολύαρος (πιθανώς μεγαλοκτηματίας) που βρέθηκε σε εγχάρακτη επιγραφή ή τέλος, από το πολύ-ιερός τόπος, λόγω ενός μεγάλου ιερού που υπήρχε στην περιοχή, το οποίο μετά από την καταστροφή και ερήμωση της Απολλωνίας της Χαλκιδικής διατήρησε την αίγλη του.

Η ιστορία του Πολύγυρου

Ο Πολύγυρος στην Αρχαιότητα

Στο λόφο Καστρί, δυτικά του Πολύγυρου έχει εντοπιστεί αρχαίος οχυρός οικισμός. Από τη θέση του επόπτευε την περιοχή της Βατονιάς και του Πολυγύρου και ήλεγχε τον δρόμο ο οποίος ένωνε τα Ζερβοχώρια με τον Τορωναίο κόλπο. Από σωστική ανασκαφή η οποία πραγματοποιήθηκε στο νεκροταφείο του οικισμού εντοπίστηκαν αργυρά κοσμήματα του 6ου αιώνα π.Χ., τα οποία εκτίθενται στο αρχαιολογικό μουσείο Πολύγυρου. Αρχαίες εγκαταστάσεις έχουν εντοπιστεί και στη λοφοσειρά Καστριά, όπου ο σημαντικότερος οικισμός ήταν η μικρή, ισχυρά οχυρωμένη εγκατάσταση στον Μπίζλα. Στους νότιους πρόποδες των Καστριών έχουν εντοπιστεί δύο αρχαιολογικοί χώροι, μια τούμπα η οποία σήμερα έχει μερικώς επιχωματωθεί, και στη θέση Πλατανούδια, βρέθηκαν τμήματα του κυκλικού ηρώου του Τί(του) Ιουλίου Νεοπτολέμου, από το οποίο σώζεται επιγραφή με λατινικούς χαρακτήρες.

Στην περιοχή του Πολυγύρου, ή κατ’ άλλους στο χώρο του σημερινού οικισμού, εντοπίζεται η αρχαία Απολλωνία, η οποία ήταν μια από τις 32 πόλεις του, ιδρυμένου το 432 π.Χ., Κοινού των Χαλκιδέων. Το Κοινό των Χαλκιδέων, με πρωτεύουσα πόλη την Όλυνθο, υποτάχθηκε το 379 π.Χ. στους Σπαρτιάτες· δεκαετίες αργότερα, το 348 π.Χ., ο Φίλιππος ο Μακεδών υπέταξε την περιοχή της Χαλκιδικής στο Μακεδονικό βασίλειο. Η θέση της Απολλωνίας έχει ταυτιστεί με τον αρχαιολογικό χώρο της Παλαίπορτας. Το όνομα του χώρου οφείλεται στην πλατειά τομή σε βράχο η οποία δημιουργήθηκε για να οχυρωθεί η ακρόπολη της πόλης.

Το 168 π.Χ. η Χαλκιδική ακολούθησε τη μοίρα ολόκληρου του ελλαδικού χώρου και υποτάχθηκε στους Ρωμαίους. Το 43 π.Χ. ιδρύθηκε στη Χαλκιδική η ρωμαϊκή αποικία της Κασσάνδρειας, που η επικράτειά της (territorium) εκτεινόταν βορειοανατολικά ως τους νότιους πρόποδες του Υψίζωνου (Χολομώντα) και συνόρευε με την επικράτεια της αρχαίας Απολλωνίας (υπολογίζεται ότι τα όριά τους θα βρίσκονταν περίπου έξι χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του Πολύγυρου).

Στη θέση Αλατόστρατα εντοπίστηκε ληνός κρασιού ο οποίος έχει χαραγμένο το συμπίλημα των γραμμάτων ΑΜΕ. Έχει χρονολογηθεί στον 2ο αιώνα μ.Χ. και αποτελεί την παλαιότερη μαρτυρία παραγωγής κρασιού στην περιοχή.

Ο Πολύγυρος στα Βυζαντινά χρόνια

Η παλαιότερη γνωστή γραπτή μνεία στο τοπωνύμιο Πολύγυρος γίνεται στην διαθήκη του πρωτοσπαθαρίου Δημητρίου Πτελεώτη η οποία συντάκτηκε πριν το 959 και σώζεται ένα απόσπασμά της σε έγγραφο του 996. Σύμφωνα με τη διαθήκη, ο Πτελεώτης άφησε χρήματα και ώστε να αγοραστεί ολόκληρο ένα κτήμα το οποίο ονομαζόταν «προάστειον του Πολυγύρου ήγουν τα Χαβούνια», ώστε να κατασκευαστεί μονή, αφιερωμένη στην Παναγία. Η μονή αυτή είναι γνωστή ως Μονή του Πολυγύρου. Η μονή πριν το 975 είχε περιέλθει στην κυριότητα της μονής Κολοβού, η οποία βρισκόταν κοντά στην Ιερισσό και το 979/980 μεταβιβάστηκε στην Μονή Ιβήρων. Η θέση της είναι άγνωστη. Έχουν προταθεί ως θέσεις το εξωκκλήσι της Παναγίας δυτικά του Πολύγυρου, ο λόφος στον Μπίζλα και η θέση Πλατανούδια. Στη μονή παραχωρήθηκαν 20 πάροικοι, ενώ στην περιοχή κατέφυγαν μετά τις βουλγαρικές επιδρομές στην Χαλκιδική την περίοδο 975-996, κάτοικοι των γύρων περιοχών λόγω της οχυρότητας του τόπου. Περί το 1092 η Μονή του Χαβουνίου κατασχέθηκε από το κράτος και δεν ξαναναφέρεται στα αγιορείτικα έγγραφα.

Ο Πολύγυρος κατά την Οθωμανική περίοδο

Το 1430 ο Πολύγυρος κατακτάται από τους Οθωμανούς Τούρκους και υπάγεται στην περιφέρεια (σαντζάκ) της Θεσσαλονίκης, στο ναχιγιέ του Παζαργκιάχ και φορολογικά ανήκει στο χάσι του Λόγγου. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ο Πολύγυρος αρχικά είχε χτιστεί στην περιοχή Σελιό, στα Καστριά, όπου υπάρχει μεσοβυζαντινός ναός αφιερωμένος στον άγιο Νικόλαο, προτού μετακινηθεί στη σημερινή του θέση, ίσως τον 15ο-16ο αιώνα. Η παλαιότερη γραπτή μνεία στον οικισμό του Πολυγύρου γίνεται στην απογραφή του 1445, όπου καταγράφονται 28 νοικοκυριά. Στις επόμενες απογραφές, ο πληθυσμός του χωριού παρουσιάζει αύξηση, με τα νοικοκυριά του χωριού να είναι 105 το 1519, 137 το 1527 και 134 το 1568, όπου αναφέρεται ως Πόλυρος και διαθέτει αμιγώς χριστιανικό πληθυσμό. Σύμφωνα με την απογραφή του 1568, στον Πολύγυρο κατοικούσαν 94 οικογένειες, 36 άγαμοι και 4 χήρες. Ο συνολικός φόρος που κατέλαβε το χωριό ήταν 14.534 ακτσέδες, με κυριότερα προϊόντα τα αμπελουργικά και το σιτάρι. Άλλα προϊόντα περιοχής περιλάμβαναν δημητριακά όπως το ρύζι, το κριθάρι, η σίκαλη και το κεχρί, ελαιοκομικά, οπωροκηπευτικά, βαμβάκι, λινάρι και μεταξωτά ενδύματα. Τον Νοέμβριο του 1791 εκλέγεται επίσκοπος Κασσανδρείας ο Ιγνάτιος Γ΄. Ήταν Πολυγυρινός και μετέφερε την έδρα της επισκοπής στον Πολύγυρο. Το 1793 επισκέφτηκε τον Πολύγυρο ο Γάλλος Πρόξενος Εσπρί-Μαρί Κουζινερί, αναζητώντας την αρχαία πόλη Χαλκίς, την οποία με βάση τις περιγραφές των κατοίκων την ταύτισε με την Παλαίπορτα. Αναφέρει ότι είχε την όψη μικρής πόλης και 1500 κατοίκους.

Οι κάτοικοι του Πολυγύρου συμμετείχαν στη μεγάλη επαναστατική κίνηση του 1821 και στις 17 Μαΐου του ίδιου χρόνου εκδιώκουν, προσωρινά, την τοπική τουρκική φρουρά. Σ’ αυτές τις επιχειρήσεις διακρίθηκε ο Πολυγυρινός Μαυρουδής Παπαγεωργάκης και ο Ιωάννης Σταστάρης από τα χασικοχώρια, οι οποίοι συνέχισαν το αγώνα στη Νότια Ελλάδα, καθώς και ο οπλαρχηγός Ιωάννης Ν. Στυλούδης. Παρόλα αυτά, οι τουρκικές δυνάμεις, οι οποίες είχαν νικήσει τις ελληνικές δυνάμεις του Στάμου Χαψά στη θέση Κούτσουρο, κοντά στη Μονή Αγίας Αναστασίας Φαρμακολύτριας, τις 10 Ιουνίου 1821, και τις δυνάμεις του Εμμανουήλ Παπά και στη Μάχη της Ρεντίνας, έφτασαν στον Πολύγυρο, τον οποίο οι κάτοικοί του τον είχαν εγκαταλείψει, και τον πυρπόλησαν. Μέχρι το φθινόπωρο του 1821, η επανάσταση στη Χαλκιδική είχε καταπνιγεί. Σημαντικές προσωπικότητες της επανάστασης από τον Πολύγυρο ήταν ο Γεώργιος Χρυσηίδης, οι υπαξιωματικοί Χρήστος Μαυρουδής και Γεώργιος Παντούδης και ο ιατροχειρούργος Χρήστος Νικολαΐδης. Μετά την επανάσταση, κάτοικοι του Πολύγυρου οι οποίοι δεν είχαν καταφύγει στη νότια Ελλάδα επέστρεψαν και εγκαταστάθηκαν ξανά στον Πολύγυρο, ξαναχτίζοντάς τον.

Ανάλογη δραστηριότητα επέδειξαν οι Πολυγυρινοί και κατά την επανάσταση του 1854 υπό τον Τσάμη Καρατάσο. Η έναρξη του Κριμαϊκού Πολέμου θεωρήθηκε ως ευνοϊκή συγκυρία για την απελευθέρωση, όμως η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία εμπόδισαν αυτές τις επαναστάσεις. Ο Καρατάσος ξεκίνησε από τις Σποράδες με 500 περίπου ένοπλους άντρες και αποβιβάστηκε στη Σιθωνία το Μέγα Σάββατο, όμως έμαθαν στη συνέχεια ότι το πλοίο το οποίο τους έφερνε πολεμοφόδια βυθίστηκε από γαλλικό πλοίο. Οι Οθωμανοί ετοίμασαν στρατό περίπου 2.500 αντρών για να αντιμετωπίσουν την πολιορκία της Ορμύλιας και έτσι ο Καρατάσος έστειλε σώμα περίπου 50 αντρών με επικεφαλής τον Αθανάσιο Βλαχομιχάλη να εισβάλλει στον Πολύγυρο. Εκεί η υποδοχή του ήταν θερμή, αν και διστακτική. Ο Βλαχομιχάλης και οι άντρες του απώθησαν τουρκική δύναμη στα υψώματα του Καβρόλακα τις 14 Απριλίου, αλλά στις 21 Απριλίου έφυγε και πήγε να ενωθεί με τις δυνάμεις του Καρατάσου, ο οποίος κατευθυνόταν προς το Άγιο Όρος.

Οι κάτοικοι του απροστάτευτου πια Πολύγυρου, θέλοντας να υποδυθούν ότι δεν είχαν ανακατευθεί στο κίνημα, ενημέρωσαν τους Τούρκους για την αποχώρηση του σώματος. Οι Τούρκοι έφτασαν στον Πολύγυρο υπό την αρχηγία των Χασάν Αγά και Μαχμούτ Μπέη στις 22 Απριλίου. Οι τριάντα πρόκριτοι του Πολύγυρου τους συνάντησαν στη θέση Λιβάδι και εκεί οι Τούρκοι τους περικύκλωσαν και σκότωσαν όλους τους προκρίτους, εκτός τριών, δύο από τους οποίους προσποιήθηκαν τους ημιονηγούς και τον Γ. Ν. Σφύρη, ο οποίος αρχικά διέφυγε, για να συλληφθεί και να εκτελεστεί μετά από δύο ημέρες. Η σφαγή αυτή προκάλεσε αντιδράσεις και τελικά οι πρωταίτιοι της σφαγής Χασάν Αγάς και Μαχμούτ Μπέης στάλθηκαν στην εξορία. Ένα ηρώο κατασκευάστηκε στη θέση της σφαγής το 1930.

Κατά την διοικητική μεταρρύθμιση του 1871, δημιουργήθηκε ο καζάς της Κασσάνδρας, με τον Πολύγυρο να ορίζεται πρωτεύουσά του. Το 1878 άρχισε και οργανώνεται νέα επανάσταση, όμως οι Τούρκοι, έχοντας ενημερωθεί για τις κινήσεις, κήρυξαν στρατιωτικό νόμο στον Καζά Κασσάνδρας τις 5 Ιανουαρίου 1878 και τοποθετήθηκαν στην Χαλκιδική αυτοκρατορικά στρατεύματα. Πολλά μέλη των επαναστατικών επιτροπών που είχαν δημιουργηθεί συνελήφθησαν, ανάμεσά τους και ο Πολυγυρινός Νικόλαος Χατζηαναγνώστου ή Συκιώτης, ο οποίος εξορίστηκε στη Μικρά Ασία για τέσσερα χρόνια.

Ο Πολύγυρος τα νεότερα χρόνια

Τελικά, έπειτα από 482 χρόνια οθωμανικής κατοχής, ο Πολύγυρος απελευθερώνεται στις 2 Νοεμβρίου του 1912 από τον ελληνικό στρατό και άμεσα ενσωματώνεται στο ελληνικό κράτος. Όμως, τα πρώτα χρόνια της ελληνικής κυριαρχίας σημαδεύτηκαν από έντονα παράπονα από τους κατοίκους της Χαλκιδικής λόγω των προβλημάτων που δεν είχαν επιλυθεί, με κυριότερο το συγκοινωνιακό, καθώς αμαξιτός δρόμος έφτανε πριν το 1915 μέχρι τα Βασιλικά και έπειτα μέχρι τη Γαλάτιστα, ενώ εξακολουθούσε να υφίσταται η δράση ληστών. Ο αμαξιτός δρόμος έφτασε στον Πολύγυρο το 1935.

Το 1916, μετά τη δημιουργία του κινήματος Εθνικής Αμύνης, ο λοχαγός Γεώργιος Κονδύλης έφτασε στη Χαλκιδική για να καταστείλει το φιλοβασιλικό κίνημα. Κατά τη διάρκεια των διενέξεων στον Πολύγυρο, απαγχονίστηκε ο Γρηγόριος Συνάπαλος, εκτελέστηκαν τέσσερις στο εξωκλήσι του Αγίου Βλάσση και σε μάχες εναντίων του στρατού Εθνικής Αμύνης σκοτώθηκαν δύο Πολυγυρινοί. Ακολούθησε αποκλεισμός της Χαλκιδικής, με αποτέλεσμα να παρατηρηθούν ελλείψεις τροφίμων. Τον Αύγουστο του 1918 στην περιοχή σημειώθηκε πυρκαγιά η οποία έφτασε μέχρι τις παρυφές του Πολύγυρου.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 ιδρύθηκε η Φιλοδασική Ένωση Πολύγυρου, η οποία δημιούργησε δύο πάρκα, το πάρκο της Φιλοδασικής και το πάρκο των Έξι Βρυσών. Το 1925 στο πάρκο της Φιλοδασικής κτίστηκε το παλιό γυμνάσιο, το οποίο λειτούργησε μέχρι το 1969, όταν και κατεδαφίστηκε. Τη δεκαετία του 1930 τέθηκε θέμα μεταφοράς της πρωτεύουσας του νομού από τον Πολύγυρο στα Νέα Μουδανιά, οδηγώντας σε αντιπαλότητα ανάμεσα τους δύο οικισμούς. Από τον ισχυρό σεισμό που σημειώθηκε στη Ιερισσό τις 26 Σεπτεμβρίου 1932 στον Πολύγυρο σημειώθηκαν συγκριτικά περιορισμένες ζημιές. Κατά τη διάρκεια της γερμανοβουλγαρικής κατοχής στον Πολύγυρο σημειώθηκαν καταστροφές, όπως η πυρπόληση του δημοτικού σχολείου το 1945, ενώ εκτελέστηκαν έξι Πολυγυρινοί.

Τη δεκαετία του 1960 στον Πολύγυρο κατασκευάζεται τουριστικό περίπτερο στις Έξι Βρύσες, όπου διαμορφώνεται πλατεία, κτίζεται το κτίριο του ΟΤΕ και το Εθνικό Στάδιο, ενώ αργότερα, στα κτήματα που παραχώρησε ο δήμαρχος του Πολύγυρου Αθανάσιος Καραγκάνης κτίζεται το νοσοκομείο του Πολύγυρου.

Πηγή: https://www.halkidiki.com/poligiros/index_g

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Πολύγυρος

Please follow and like us:
error0

Το Άγιον Όρος

Το Άγιον Όρος αποτελεί αυτοδιοίκητο τμήμα του Ελληνικού Κράτους, που βρίσκεται στη χερσόνησο του Άθω της Χαλκιδικής στη Μακεδονία. Περιλαμβάνει τις είκοσι Ιερές Μονές, τα εξαρτήματά τους και διάφορα καταστήματα και υπηρεσίες. Ανεπίσημα χαρακτηρίζεται ως «Αυτόνομη Μοναστική Πολιτεία». Από το 1988 συγκαταλέγεται στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

Η Σημαία του Αγίου Όρους
Η Σημαία του Αγίου Όρους

Η γεωγραφία του Αγίου όρους

Η χερσόνησος του Άθω είναι η ανατολικότερη και τραχύτερη των τριών επιμέρους παράλληλων χερσονήσων (Κασσάνδρας ή Παλλήνης, Λόγκου ή Σιθωνίας -κεντρική, και Άθω ή Αγίου Όρους) που απαρτίζουν την χερσόνησο της Χαλκιδικής. Η χερσόνησος αυτή καλύπτεται από το όρος Άθω, ύψους 2033μ., εξ ου και το όνομά της, καταλήγει δε στο ακρωτήριο Νυμφαίο ή Ακρόθωον. Στερείται ποταμών και λιμνών. Συνδέεται με τη Χαλκιδική με τον στενό ισθμό του Ξέρξη, χαμηλή λωρίδα γης, μήκους 2 χλμ., ιστορικό από τους Περσικούς πολέμους το 480 π.Χ.. Μεταξύ της χερσονήσου του Άθω και της Σιθωνίας ή Λόγκου σχηματίζεται ο Σιγγιτικός ή κόλπος Αγίου Όρους, ενώ ΒΑ ο κόλπος της Ιερισσού.Λίγα μίλια ΝΑ του Άθω βρίσκεται το μεγαλύτερο βάραθρο του Αιγαίου που από τα 80μ βάθος, απότομα φθάνει τα 1070μ.

Το όνομα του Αγίου όρους

Την πρώτη ονομασία και μετονομασία τη συναντούμε στον Βίο των μαρτύρων της Τιβεριούπολις του Θεοφύλακτου Αχρίδος, όπου διαβάζουμε: «τὸ πάλαι μὲν ἱερόν, νῦν δὲ ἃγιον ὃρος λεγόμενον καταλαμβάνει». Κατά το θεωρούμενο πρώτο Τυπικό που επικύρωσε ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Τσιμισκής, ο Άθως καλείται απλώς «Όρος». Ίσως αυτή να ήταν η συνήθης τότε ονομασία του χώρου.

Η επικράτηση όμως του ονόματος «Άγιον Όρος» φαίνεται να έγινε κατά το πρώτο μισό του 12ου αιώνα, συγκεκριμένα σε χρυσόβουλο έγγραφο του Αυτοκράτορα Αλέξιου Α’ Κομνηνού προς την Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας το 1144, η οποία αναγνωρίζεται οριστικά και επίσημα και επιβάλλεται το νέο όνομα όπως αναγράφεται σε αυτό: «Εφεξής το όνομα του Άθω καλείσθαι Άγιον Όρος παρά πάντων». Σε μεταγενέστερα αυτοκρατορικά και άλλα έγγραφα αναφέρεται ως «Το Αγιώνυμον Όρος του Άθω».

Η Ιστορία του Αγίου Όρους

Μύθοι και αρχαϊκή περίοδος

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, το όρος Άθως συνδέεται με τη γιγαντομαχία μεταξύ των Γιγάντων και των ολύμπιων θεών, ηγέτης των πρώτων ήταν ο Άθως. Ο Άθως πέταξε από τη Θράκη έναν τεράστιο βράχο εναντίον του Ποσειδώνα, αλλά αστόχησε και ο βράχος έπεσε στη θάλασσα, δημιουργώντας το όρος, στο οποίο δόθηκε το όνομά του.

Σύμφωνα με άλλο μύθο, ο θεός Απόλλωνας ερωτεύτηκε τη Δάφνη, κόρη του βασιλιά της Αρκαδίας. Η Δάφνη, προκειμένου να κρατηθεί αγνή, βρήκε καταφύγιο στον κύριο λιμένα του Άθωνα, δίνοντας έτσι το όνομά της σε αυτόν. Από αυτόν το μύθο φαίνεται ότι από τους αρχαίους χρόνους η περιοχή συνδέθηκε με τον αγώνα κατά της σάρκας.

Οι αρχαίοι γεωγράφοι αναφέρουν δέκα πόλεις στη χερσόνησο: Δίον, Θύσσος, Κλεωναί, Ακρόθωοι, Χαράδρια, Παλαιώριον, Σάνη, Ολόφυξος, Απολλωνία, Ουρανούπολις. Κατά τον 5ο π.Χ. αι. υπήρχαν διάφορα προελληνικά φύλα στην περιοχή. Σημαντικά ιστορικά γεγονότα συνδέονται με την περιοχή: Κατά τη διάρκεια των ιστορικών χρόνων ο Άθως αναφέρεται για πρώτη φορά σχετικά με την περσική εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας υπό την ηγεσία του Μαρδόνιου το 493 π.Χ.. Πλέοντας γύρω από τη χερσόνησο, ο περσικός στόλος συνάντησε κακοκαιρία και υπέστη φοβερή καταστροφή. Κατ´αυτό τον τρόπο η αποπειραθείσα εισβολή ματαιώθηκε.

Δέκα έτη αργότερα ο Ξέρξης επανέλαβε την αποστολή, αλλά προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος νέας καταστροφής έσκαψε κανάλι στον στενό λαιμό της χερσονήσου: η διώρυγα ανοίχθηκε στο βόρειο μέρος της χερσονήσου, στη σημερινή θέση Πρόβλακα, κοντά στο χωριό Νέα Ρόδα, με μήκος 1,5 μίλι, πλάτος 65-100 πόδια και βάθος 6-10 πόδια. Επίσης ο κόλπος του Αγίου Όρους συνδέεται και με την απώλεια του στόλου του Σπαρτιάτη Επικλέους στα 411 π.Χ..

Το Άγιον όρος υπάγεται στο Βασίλειο των Μακεδόνων

Το 368 π.Χ. η χερσόνησος και οι πόλεις της έγιναν μέρος του κράτους του Φιλίππου Β΄. Μερικά έτη αργότερα ο γιος του Αλέξανδρος ο Μέγας έγινε βασιλιάς της Μακεδονίας. Λέγεται ότι εκείνη την περίοδο ένας αρχιτέκτονας, ο Δεινοκράτης, πρότεινε στον Αλέξανδρο να μετασχηματίσει το βουνό και όλη τη χερσόνησο σε τεράστιο άγαλμα, που θα απεικόνιζε τον Αλέξανδρο να κρατά μια πυκνοκατοικημένη πόλη στο χέρι του. Ο Αλέξανδρος απάντησε ότι ήταν αρκετή για το Όρος η ανάμνηση της αλαζονείας του Πέρση βασιλιά.

Πρώτα σημάδια μοναστικού βίου στο Άγιον Όρος

Το πότε ακριβώς διαδόθηκε ο Χριστιανισμός στον Άθω δεν είναι γνωστό. Κατά μία ρωσική παράδοση φέρεται η ίδια η Θεοτόκος να εμφανίζεται στην περιοχή και οι κάτοικοι να ασπάζονται τον Χριστιανισμό. Συγκεκριμένα η Θεοτόκος μαζί με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη παραπλέοντας τον Άθω, πηγαίνοντας στην Κύπρο για να επισκεφθούν τον Λάζαρο, λόγω φοβερής θαλασσοταραχής αποβιβάστηκαν στην ακτή όπου βρίσκεται σήμερα η Ιερά Μονή των Ιβήρων. Εκεί η Θεοτόκος θαυμάζοντας το χώρο ακούσθηκε φωνή εξ ουρανού που έλεγε: «Έστω ο τόπος ούτος κλήρος σός και περιβόλαιον σόν καί παράδεισος, έτι δε και λιμήν σωτήριος των θελόντων σωθήναι». Έτσι το Άγιο Όρος καθιερώθηκε να λέγεται ως «κλήρος και περιβόλι της Παναγιάς». Επίσης παραδίδεται παράδοση κατά την οποία ο Μέγας Κωνσταντίνος έκτισε στον Άθω πλείστους ναούς. Από την έρευνα όμως ουδέν θετικό επ’ αυτής μαρτυρείται. Βέβαιο όμως είναι από κείμενα ότι κατά τον Δ’ αιώνα υπήρχαν χριστιανοί, τα ίχνη και η τύχη των οποίων όμως παραμένουν άγνωστα. Είναι πιθανό ότι μεμονωμένοι ερημίτες ασκήτεψαν στον Άθωνα κατά τη διάρκεια του τέταρτου και πέμπτου αιώνα εφόσον ευσταθεί ότι οι μονές χτίστηκαν από τον πρώτο αυτοκράτορα, ενώ ήταν πολυάριθμοι κατά τον ένατο αιώνα, όταν έγιναν οι πρώτες προσπάθειες για οργάνωση σε μοναστηριακές κοινότητες.

Κάποιοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι μοναχοί από τον Άθωνα παρευρέθηκαν στη Σύνοδο που οργανώθηκε στην Κωνσταντινούπολη  για την αποκατάσταση των εικόνων το 843. Επίσης κατά το 2ο ήμισυ του Θ’ αιώνα ο Ιωάννης Κολοβός έκτισε, στο βόρειο τμήμα, τη λεγόμενη Μεγάλη Βίγλα, το πρώτο Μοναστήρι. Τότε και ορίσθηκαν τα σύνορα του Άθω και απαγορεύτηκε η είσοδος σε αυτόν των λαϊκών, μη εξαιρουμένων και των ποιμένων. Έτσι ο Άθως άρχισε να αποτελεί αποκλειστικό τόπο ασκητών και «οικητήριο βίου Αγίου».

Ανεξάρτητα όμως των παραπάνω, από ιστορικής άποψης, τρεις υπήρξαν οι κύριοι λόγοι της ανάπτυξης του μοναχισμού του Αγίου Όρους.

  1. Η προηγούμενη διάλυση των αρχαίων πόλεων, με συνέπεια όλος ο χώρος να είναι κενός και επομένως κατάλληλος για ασκητές.
  2. Η εξάπλωση των εχθρών των Βυζαντινών στις ανατολικές περιοχές, όπου και κατέστρεψαν τα παλαιότερα εκεί μοναστήρια.
  3. Η εικονομαχία που ξέσπασε στην Κωνσταντινούπολη, ένεκα της οποίας πολλοί μοναχοί αναζήτησαν κάποιο νέο χώρο ως «καταφύγιο».

Με δεδομένα αυτά συμπεραίνεται πλέον ασφαλώς ότι ο μοναχισμός του Αγίου Όρους άρχισε περί τον 8ο αιώνα, ενώ από τον επόμενο αιώνα το Άγιο Όρος αποτελεί πλέον και ιστορικά το σημαντικότερο μοναστικό κέντρο της εποχής και όλων των μετέπειτα εποχών.

Ιστορικά η αρχή της αθωνικής μοναστικής ζωής συμπίπτει με τη Σύνοδο του 843 που συγκάλεσε η Αυτοκράτειρα Θεοδώρα για την αναστήλωση των ιερών εικόνων επί Πατριάρχου Μεθοδίου Α΄, και ειδικότερα με την άφιξη στον Άθωνα δύο μεγάλων προσωπικοτήτων. Πρώτος ησυχαστής αναφέρεται ο Πέτρος ο Αθωνίτης, του οποίου η άφιξη μπορεί να τοποθετηθεί στο τέλος του Ζ’ αιώνα, ενώ ο δεύτερος είναι ο Ευθύμιος ο Νέος, ο οποίος ήρθε στο Όρος από τη Θεσσαλονίκη περί το 860. Οι δύο αυτοί άνδρες, αν και περίπου σύγχρονοι, εκπροσωπούσαν διαφορετικές ασκητικές τάσεις μοναχισμού: ο μεν πρώτος του λεγόμενου «ερημιτισμού» και ο δεύτερος του λεγόμενου «λαυριωτισμού». Τέλος με χρυσόβουλο του Αυτοκράτορα Βασιλείου Α’ το 885 ο Άθως ορίσθηκε ως αποκλειστικός τόπος διαμονής ασκητών αποκλειομένων οποιονδήποτε άλλων κοσμικών, ακόμα και ποιμένων ή γεωργών.

Έτσι ο αγιορείτικος μοναχισμός άρχισε να αναπτύσσεται όπως και στα παλαιότερα κέντρα του στην Ανατολή περνώντας από τρία στάδια: του ασκητικού, του κοινοτικού και του κοινοβιακού μέσα σε σύντομο διάστημα. Οι πρώτοι ερημίτες μοναχοί εγκαταστάθηκαν στην αρχή της χερσονήσου όπου το έδαφος ήταν ομαλό, λόγω όμως των επιδρομών των Σαρακηνών πειρατών άρχισαν σιγά σιγά να μεταφέρονται σε τελείως απρόσιτες περιοχές μέσα στη χερσόνησο. Στη συνέχεια οι μοναχοί εκείνοι συγκεντρώθηκαν στις λεγόμενες «λαύρες» (οργανωμένες ομάδες), όπως εκείνες παλαιότερα της Παλαιστίνης. Από αυτές δύο έμειναν γνωστές, εκείνη του Κλήμεντος, κοντά στη σημερινή Μονή Ιβήρων, και η λεγόμενη «Καθέδρα των Γερόντων» επί του υψώματος «Ζυγός» που ήταν και η σπουδαιότερη. Επίσης πολλών παλαιών ασκητικών συνοικισμών και ασκητηρίων διατηρήθηκε η μνήμη όπως και το «Αθωνικόν Πρωτάτον» (αρχαιότατος μοναστικός οικισμός του Αγίου Όρους).

Η οργάνωση των Μονών του Αγίου Όρους

Η πλησιέστερη επισκοπική έδρα ήταν αυτή της Ιερισσού και ο οικείος  Επίσκοπος απαίτησε να έχει στη δικαιοδοσία του τους μοναχούς της χερσονήσου. Στα 985 ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β’ Βουλγαροκτόνος με χρυσόβουλλο απάλλαξε τους ερημίτες από τη δικαιοδοσία της Μονής Αγίου Ιωάννου του Κολοβού, που βρισκόταν κοντά στην Ιερισσό, και παραχώρησε τον Άθωνα ως ιδιοκτησία τους.

Σύντομα, το παλαιότερο των κυρίαρχων μοναστηριών, η Ιερά Μονή του Ξηροποτάμου, χτίστηκε και εισήλθε υπό το μοναχικό τυπικό του Αγίου Βασιλείου. Σαρακηνοί πειρατές παρενοχλούσαν τους μοναχούς τον ένατο και δέκατο αιώνα, αλλά η αυτοκρατορική γενναιοδωρία ήρθε πάντα στην ενίσχυση αυτών των εσωτερικών «Αγίων Τόπων» των Ελλήνων.

Η περίοδος ακμής του Αγίου Όρους

Την βυζαντινή περίοδο και με σιγίλιο του Βασιλείου Α’ το 883 παραχωρήθηκε το προνόμιο, μαζί με άλλα, της διοικητικής αυτοδιοίκησης και ο Λέων ΣΤ’ αναγνώρισε την ανεξαρτησία του όρους το 908.

Με τη βοήθεια του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, το 1046, ο Κωνσταντίνος ο Μονομάχος (1042 – 1054) ρύθμισε την εσωτερική διακυβέρνηση των μοναστηριών, τη διαχείριση των ακινήτων τους και την εμπορική δραστηριότητά τους. Από το αυτοκρατορικό έγγραφο (Δεύτερο Τυπικόν) που εξέδωσε, απαγορεύεται η είσοδος γυναικών στη χερσόνησο, απαγόρευση τόσο αυστηρή, ώστε από τότε ακόμη και ο Τούρκος αγάς ή ο ανώτερος υπάλληλος, που κατοικούσαν στις Καρυές, δεν έπαιρναν μαζί τους το χαρέμι τους.

Γύρω στο 1100 η Μεγίστη Λαύρα είχε 800 μοναχούς και σε όλο τον Άθωνα υπήρχαν 180 μοναστήρια. Αυτή την περίοδο μπήκε σε γενική χρήση ο όρος «Άγιον Όρος». Ο Αλέξιος Κομνηνός απάλλαξε τα μοναστήρια από τη φορολογία, τα ελευθέρωσε από την υποταγή στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και τα τοποθέτησε κάτω από την άμεση προστασία του. Εξαρτήθηκαν, εντούτοις, από το γειτονικό επίσκοπο Ιερισσού για τη χειροτονία των ιερέων και των διακόνων τους.

Οι Σλάβοι επεδίωξαν να γίνουν αποδεκτοί στις νέες μονές και σε λίγο οι πρίγκιπές τους στη βαλκανική χερσόνησο ίδρυσαν ανεξάρτητα «καθίσματα» για τους Σλάβους μοναχούς. Κατ’ αυτό τον τρόπο προέκυψαν κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αλεξίου Α’ (1081 – 1118) τα καθαρά σλαβικά μοναστήρια του Χιλανδαρίου και του Ζωγράφου. Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες δεν έπαψαν ποτέ να φανερώνουν το ενδιαφέρον τους για τη μικρή μοναστική πολιτεία και ωφελήθηκαν ακόμη και πολιτικά από την καθολική εκτίμηση που η θρησκευτική αδελφότητα απολάμβανε σε όλο το Χριστιανικό κόσμο.

Η κοινωνικοοικονομική κατάστασή του Αγίου Όρους

Οι συνεχείς δωρεές,οι κρατικές επιχορηγήσεις και τα έσοδά τους συνεβαλαν στην απόκτηση εδαφικών εκτάσεων στην κεντρική και την υπόλοιπη Μακεδονία. Με το σύστημα των εκμισθώσεων οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις γης καλλιεργούνταν από παροίκους-ελεύθερους καλλιεργητές. Η ανάπτυξη όμως ιδιοκτησίας «προσέδωσε σ’ αυτές χαρακτηριστικά γνωρίσματα μεγαλοϊδιοκτητών δηλαδή απληστία και τάση αυξήσεως της περιουσίας τους σε βάρος ασθενέστερων». Σημαντικές ήταν οι κτήσεις των μονών της Λαύρας, του Χιλανδαρίου, Εσφιγμένου, Ξηροποτάμου, Αγίου Παύλου, Ιβήρων, Κουτλουμουσίου, Ξενοφώντος, Διονυσίου. Έτσι εκτός από υπολογίσιμη οικονομική δύναμη μεταβαλλόταν και σε υπολογίσιμη κοινωνική: τα πολυάριθμα άτομα-εκμισθωτές που χρησιμοποιούνταν για την καλλιέργεια των κτημάτων τους ήταν σε κατάσταση εξάρτησης από αυτές και επομένως έστω και έμμεσα κοινωνικοποιούνταν η μεγάλη αθωνική μοναστική περιουσία.

Η Λατινική κυριαρχία στο Άγιον Όρος

Έναν αιώνα αργότερα, μετά την πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1204), οι Λατίνοι Σταυροφόροι βασάνισαν, έκαψαν, έπνιξαν αλλά και κρέμασαν τους μοναχούς και προέβησαν σε καταστροφές των Μονών. Οι μοναχοί απευθύνθηκαν στον Πάπα Ιννοκέντιο Γ’, ο οποίος τους πήρε υπό την προστασία του και στις επιστολές του (ΧΙΙΙ, 40 XVI, 168) αποτίει φόρο τιμής στις μοναστικές αρετές τους. Εντούτοις, με την αποκατάσταση της βυζαντινής πολιτικής κυριαρχίας οι μοναχοί επέστρεψαν (1313) στην κανονική εξάρτησή τους από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Το Άγιον Όρος τον 14ο αιώνα

Το 14ο αιώνα η Καταλανική Εταιρεία επέδραμε εναντίον του Άθωνα για δύο έτη (1307 – 1309), καταστρέφοντας ριζικά πολλά μοναστήρια, λεηλατώντας τους θησαυρούς τους και τρομοκρατώντας τους μοναχούς. Από τα 300 μοναστήρια που υπήρχαν στην αρχή του 14ου αιώνα, μόνο 35 αφέθηκαν.

Στα μέσα του αιώνα η Μακεδονία περιήλθε στα χέρια του Σέρβου ηγεμόνα Στεφάνου Δουσάν, ο οποίος επισκέφτηκε τη χερσόνησο και έδωσε σε πολλά από τα μοναστήρια την οικονομική ενίσχυσή του. Κατά το δέκατο τέταρτο αιώνα παρατηρούνται και οι μεγάλες ησυχαστικές έριδες, με κύριους πρωταγωνιστές τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης και το Βαρλαάμ τον Καλαβρό, οι οποίες έφεραν αναταραχή στη μοναστική πολιτεία.

Ησυχαστικές έριδες στο Άγιον Όρος

Οι μοναχοί του Αγίου Όρους είχαν αποδεχτεί τον Ησυχασμό. Σύμφωνα με τον Γρηγόριο το Σιναΐτη, ιδρυτή του ησυχαστικού κινήματος, οι μοναχοί θα μπορούσαν να δουν το «άκτιστο φως» του Θεού, το φως που έλαμψε στη Μεταμόρφωσή του Ιησού στο όρος Θαβώρ, εάν ήταν ενάρετοι και αφιερωμένοι αποκλειστικά στην προσευχή. Η πρακτική των ησυχαστών ήταν να επαναλαμβάνουν συνεχώς την επίκληση, τη λεγόμενη ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν».

Το ζήτημα του Ησυχασμού διαίρεσε τη βυζαντινή κοινωνία. Μερικοί τον αγκάλιασαν με θέρμη ενώ άλλοι τον απέρριψαν βίαια, κυρίως λόγω των υπερβολών μερικών φανατικών. Ο Ησυχασμός υποστηρίχθηκε επίσης από τους βυζαντινούς αριστοκράτες και επικράτησε τελικά σε τρεις Συνόδους (1341, 1347, 1351).

Οι προσπάθειες που έγιναν από το Βαρλαάμ και τον αυτοκράτορα  Ανδρόνικο Γ’ για να καταπολεμήσουν την κίνηση των Ησυχαστών και να περιορίσουν τη διάδοσή της ήταν ανεπιτυχείς. Τελικά μετά από τις αποφάσεις των Συνόδων που συνεκλήθησαν για αυτό το θέμα κατέπαυσαν οι ταραχές.

Η Παλαιολόγεια περίοδος του Αγίου Όρους

Αργότερα, οι αυτοκράτορες Παλαιολόγοι στην Κωνσταντινούπολη και οι Σλάβοι πρίγκιπες και ηγεμόνες της βαλκανικής χερσονήσου συνέχισαν να εμπλουτίζουν τα μοναστήρια του Άθωνα, τα οποία έλαβαν το μεγαλύτερο μέρος του υλικού πλούτου τους κατά τη διάρκεια της παλαιολόγειας περιόδου.

Αυτή η περίοδος χαρακτηρίστηκε επίσης από τις προσπάθειες της Μονής των Καρυών να εξασφαλίσει υπεροχή έναντι των άλλων μοναστηριών, τον τελικό αποκλεισμό του επισκόπου Ιερισσού από τη χερσόνησο, τις επιθέσεις από πειρατές όλων των ειδών, και την ίδρυση διάφορων νέων μοναστηριών: Σιμωνόπετρας, Κωνσταμονίτου, Αγίου Παύλου και Διονυσίου.

Η Οθωμανική κυριαρχία του Αγίου Όρους

Όταν το 1430 οι Οθωμανοί κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη, οι μοναχοί προσέφεραν την υποταγή τους στο σουλτάνο Μουράτ Β΄, ο οποίος τους αναγνώρισε τα προηγούμενα αυτοκρατορικά προνόμια:

  • αναγνώριζε το επί Μεχμέτ Α’ παλαιότερο καθεστώς νομής των βακουφίων και των μουλκιών τους.
  • απαγόρευε στους μουσουλμάνους ή χριστιανούς να εισέρχονται στη χερσόνησο του Αγίου όρους και στα βακούφια των μοναστηριών έξω από αυτήν.
  • διέταζε την ελεύθερη διακίνηση των προϊόντων των μετοχίων τους με πλοία προς τό Άγιο Όρος
  • αναγνώριζε τα ισχύοντα παλαιότερα και για τις περιουσίες τους (χωριά, αμπέλια, κήποι,πρόβατα) στην ύπαιθρο της Θεσσαλονίκης και των Σερρών, ανανεώνοντας το καθεστώς φορολογικής ατέλειας που είχαν στα χρόνια του παππού του, του Μπαγιαζήτη Α’: διέταζε τους καδήδες και τους σουμπασήδες αυτών των βιλαετίων να μην εισπράττουν τίποτε από τις μοναστηριακές περιουσίες και να μην εισέρχονται σε αυτές οι εισπράκτορες του χαρατσίου
  • επιβεβαίωσε την απαλλαγή των μοναχών από τους έκτακτους φόρους.

Όμως το 1432/3 οι μοναστηριακές περιουσίες σε Θεσσαλονίκη και Σέρρες υποχρεώθηκαν να καταβάλουν σε χάσιαζιαμέτια, τιμάρια, μούλκια και  βακούφια φόρους. Με μπεράτι του 1485 ο Μπαγιαζήτ Β’ ανανέωσε τα παλαιότερα μπεράτια του Μουράτ Β’ και του Μεχμέτ Β’ και σύμφωνα με αυτό,

  • διατηρούσαν τη νομή των εκκλησιών, των σπιτιών των αμπελιών, των μύλων και των χωραφιών τους στις επαρχίες των Σερρών και της Θεσσαλονίκης.
  • Κανείς δεν μπορούσε να τους αφαιρέσει τις περιουσίες τους.
  • Επίσης οι αξιωματούχοι όφειλαν να μην παραβιάζουν το σουλτανικό και εθμικό δίκαιο.

Υπήρξε περίοδος ακμής έως το 16ο αιώνα, οπότε η οικονομική θέση των μοναστηριών χειροτέρεψε λόγω των δυσβάστακτων φόρων που επιβλήθηκαν από τους Οθωμανούς. Οι μοναχοί δεν μπορούσαν να κατοικήσουν πλέον εκεί και το Όρος σχεδόν εγκαταλείφθηκε. Επέζησε μόνο χάρη στην ενίσχυση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο πρόσφερε υλική και ηθική υποστήριξη. Κάποια οικονομική ενίσχυση δόθηκε από τους κυβερνήτες των χωρών του Βορρά, ιδιαίτερα τις ηγεμονίες της Μολδαβίας και της Βλαχίας αλλά και από τους απλούς ορθοδόξους.

Η Ακαδημία του Αγίου Όρους

Τα μοναστήρια βρίσκονταν σε άθλια οικονομική κατάσταση το 18ο αιώνα. Αλλά παρά την ένδειά τους, μια κίνηση προέκυψε για τη διάδοση της ελληνικής παιδείας στην περιοχή του Άθωνα. Στα μέσα του 18ου αιώνα, η Ακαδημία του Αγίου Όρους ιδρύθηκε σε ένα κτήριο κοντά στη Μονή του Βατοπεδίου. Σκοπός της ήταν οι σπουδαστές να διδάσκονται θεολογία, φιλοσοφία και λογική. Τα πρώτα έτη, όταν ο διαφωτιστής κληρικός Ευγένιος Βούλγαρης ήταν διευθυντής, η Ακαδημία προσέλκυσε μεγάλο αριθμό σπουδαστών και απέκτησε ιδιαίτερη φήμη. Αλλά όταν ο Βούλγαρης παραιτήθηκε, περιήλθε σε μαρασμό και έκλεισε το 1799. Επανιδρύθηκε τέλη του 18ου αιώνα και έκτοτε λειτουργεί κανονικά. Παλαιότερα διέθετε:

  • Δημοτική Εκπαίδευση
  • Γυμνασιακή Εκπαίδευση
  • Λυκειακή Εκπαίδευση
  • Μεταλυκειακή Εκπαίδευση

Σήμερα Διαθέτει:

  • Γυμνασιακή Εκπαίδευση
  • Λυκειακή Εκπαίδευση

Το Άγιον Όρος στη Επανάσταση του 1821

Με την έναρξη της Επανάστασης του 1821 το Άγιο Όρος λειτούργησε ως άσυλο όπου κατέφυγαν πολλές οικογένειες, ενώ οι Μονές συνέδραμαν τον αγώνα με χρήματα, τρόφιμα και πολεμοφόδια. Περίπου 800 μοναχοί οπλίστηκαν και υπό τον Εμμανουήλ Παπά των Σερρών, μαζί και με κοσμικούς στρατιωτικούς, προσέβαλαν διάφορες θέσεις Τούρκων στη Θεσσαλονίκη και την Κασσάνδρα. Στις περιοχές εκείνες είχαν συγκεντρωθεί περί τις 50.000 Οθωμανών, εκ των οποίων σκοτώθηκαν πάνω από 20.000 από τον Απρίλιο μέχρι τον Οκτώβριο του 1821. Όμως η Επανάσταση στην περιοχή κατεστάλη και πάνω από 40.000 Έλληνες σφαγιάσθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Τότε ακολούθησε μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές στην ιστορία του Άθωνα. Τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις σφαγίασαν μοναχούς, καθώς επίσης και τα γυναικόπαιδα που είχαν βρει εκεί καταφύγιο, κατέστρεψαν το τυπογραφείο των Μονών, λεηλάτησαν όσους θησαυρούς μπόρεσαν να βρούν και χρησιμοποίησαν ανεκτίμητα χειρόγραφα για να κατασκευάσουν φυσίγγια.

Το Άγιον όρος εντάσσεται στο ελληνικό κράτος

Το αυτόνομο καθεστώς του Αγίου Όρους αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά διεθνώς πριν την αναγνώριση της κυριαρχίας του ελληνικού κράτους στη Χαλκιδική, με τη Συνθήκη του Βερολίνου του 1878. Αυτή η συνθήκη προέβλεπε ότι «οι μοναχοί του Αγίου Όρους, ανεξάρτητα από τη χώρα καταγωγής τους, διατηρούν τις κτήσεις και τα πρότερα πλεονεκτήματά τους και χωρίς καμία εξαίρεση απολαύουν απόλυτη ισότητα δικαιωμάτων και πλεονεκτημάτων». Στα τέλη του 19ου αιώνα, βάσει εγγράφου εβρισκόμενου στα Γενικά Αρχεία του Κράτους με τίτλο  Κατάστασιν των Μονών του Αγίου Όρους ο συνολικός αριθμός των μοναχών ανερχόταν σε 4.046 και διέμεναν 1465 λαϊκοί. Το Άγιο Όρος απελευθερώθηκε από το Ελληνικό Βασιλικό Ναυτικό κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Συγκεκριμένα στις 2 Νοεμβρίου 1912 κατέπλευσαν και αγκυροβόλησαν στον όρμο της Δάφνης η ναυαρχίδα του ελληνικού στόλου, το Θωρηκτό «Αβέρωφ», με το αντιτορπιλικό «Θύελλα» και τα ανιχνευτικά «Ιέραξ» και «Πάνθηρ» υπό τις χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες εκατοντάδων καμπανών των Ιερών Μονών που αντελήφθησαν την προσόρμιση του ελληνικού στόλου. Αποβιβάσθηκε άγημα, ο επικεφαλής του οποίου αξιωματικός «εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων», επικύρωσε την αποβατική ενέργεια χαρακτηρίζοντας τον καϊμακάμη, τους υπαλλήλους και την εκεί μικρή οθωμανική δύναμη ως αιχμαλώτους πολέμου «άνευ πολεμικής τινός ενέργειας», οπότε και υψώθηκε η Ελληνική Σημαία.

Την επόμενη ημέρα, στις 3 Νοεμβρίου, συνήλθαν σε συνεδρίαση οι αντιπρόσωποι όλων των Μονών, πλην της Ρωσικής, και υπεγράφη στον κώδικα των πρακτικών της συνεδρίας πράξη, με την οποία διαπιστωνόταν η κατάλυση των οθωμανικών αρχών. Η επίσημη δε πράξη έγινε στις 5 Νοεμβρίου 1912. Εκείνη την περίοδο εννέα με δέκα χιλιάδες μοναχών κατοικούσαν εκεί.

Το ελληνικό κράτος κύρωσε με το Ν.Δ. 10/16 Σεπτεμβρίου 1926 τον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Όρους, ο οποίος άρχισε να ισχύει το 1927 μετά τη θέση σε ισχύ του νέου Συντάγματος, οπότε και για πρώτη φορά επισημοποιήθηκε η συνταγματική προστασία του καθεστώτος αυτοδιοίκησης του Αγίου Όρους.

Η Γερμανική Κατοχή του Αγίου Όρους

Όταν εκδηλώθηκε ο Ελληνοιταλικός πόλεμος η μοναστική κοινότητα του Άθω δεν αδιαφόρησε . Μάλιστα οι νεώτεροι μοναχοί μετέβησαν στις Καρυές προκειμένου να λάβουν φύλλο πορείας για το μέτωπο. Όμως το Ελληνικό κράτος αρνήθηκε τη συμμετοχή εθελοντών στον πόλεμο ιδιαίτερα αν αυτοί ήταν κληρικοί ή μοναχοί. Επίσης οι μονές διέθεσαν το υποζύγιά τους χωρίς αποζημίωση, ενώ διοργάνωσαν και εράνους σε είδη και χρήματα για την βοήθεια του Ελληνικού στρατού. Σε όλη αυτήν την κινητοποίηση έμειναν ουδέτεροι οι Ρώσοι και οι Βούλγαροι μοναχοί. Η προέλαση των γερμανικών στρατευμάτων στο ελληνικό έδαφος ανησύχησε τους μοναχούς: ο Διοικητής του Αγίου Όρους πρότεινε τη διαφυγή των χειρογράφων και των λοιπών κειμηλίων των μονών καθώς και τη φυγάδευση όσων μοναχών είχαν αναπτύξει αντιστασιακή δράση, εκτός Αγίου Όρους, στην Αθήνα ή τα νησιά του Αιγαίου. Τελικά πολλές μονές τα έκρυψαν τα κειμήλια σε κατακόμβες. Με την κατάληψη της Θεσσαλονίκης οι πολιτικές και αστυνομικές αρχές του Άθω περιήλθαν σε κατάσταση πανικού. Στις Καρυές συνήλθε η Ιερά Κοινότητα και συγκρότησε πολιτοφυλακή από μοναχούς και λαϊκούς. Παράλληλα ελήφθησαν μέτρα ανακουφιστικά των Ελλήνων στρατιωτών που έφθαναν στην χερσόνησο του Άθω και βοηθήθηκαν να διαπεραιωθούν στα νησιά του Αιγαίου. Αρχικά οι Γερμανοί έφθαναν στο Άγιον Όρος κατά πολύ μικρές ομάδες στη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας του Απριλίου του 1941. Η επίσημη απόβαση έγινε στη Μονή Βατοπεδίου μια εβδομάδα αργότερα από τον Περιφερειακό Φρούραρχο Λαγκαδά με τη συνοδεία ενός ταγματάρχη κι ένοπλου αποσπάσματος. Την επόμενη ημέρα μετέβησαν στις Καρυές.

Η στάση των Γερμανών

Πράγματι ούτε Γερμανικό φρουραρχείο λειτούργησε ούτε στάθμευε μόνιμα στρατιωτικό απόσπασμα στο Άγιον Όρος. Υπαγόταν στο περιφερειακό φρουραρχείο Λαγκαδά. Λόγω καταγγελιών βουλγάρων μοναχών, ό,τι κρύβονταν πολεμικό υλικό ή αντάρτες ή άγγλοι ή πως τροφοδοτούνταν αγγλικά υποβρύχια από τις μονές, έφτασαν ορισμένες φορές για ανακρίσεις και έρευνες Γερμανοί στην περιοχή. Επίσης οι Γερμανοί απέτρεψαν απόπειρα των Βουλγάρων να φτάσουν τον Μάιο του 1941 στο Άθω, κατορθώνοντας να πάνε μέχρι την Ιερισσό απ’ όπου και διώχθηκαν από τους Γερμανούς.

Η άφιξη Γερμανών επιστημόνων

Τον Ιούνιο του 1941 φθάνει στο Άθω μικτή αποστολή από Γερμανούς αξιωματικούς και επιστήμονες επικεφαλής της οποίας ήταν ο Γερμανός βυζαντινολόγος Φραντζ Ντόλγκερ – παλιός γνώριμος των μοναχών του Αγίου όρους από παλιότερες εκεί επισκέψεις – του πανεπιστημίου του Μονάχου, με σκοπό τη μελέτη και φωτογράφηση εγγράφων και χειρογράφων που βρίσκονταν στις βιβλιοθήκες του Αγίου όρους. Οι μοναχοί προετοιμάστηκαν με συστατικές επιστολές που τους απέστειλαν οι Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλος, Γεννάδειος Θεσσαλονίκης και άλλοι. Στην πραγματικότητα η αποστολή αυτή είχε οργανωθεί από τον Einsatzstab Reichsleiter Rosenberg fur die besetzten Gebiete. Η επιστημονική αυτή ομάδα έφτασε στις 15 Ιουνίου του 1941 και πραγματοποίησε στη διάρκεια της επίσκεψής της 1900 φωτογραφικές λήψεις χειρογράφων, μικρογραφιών, εικόνων και άλλων κειμηλίων. Η επίσκεψη αυτή δεν άφησε αδιάφορη την κυβέρνηση και ο Τσολάκογλου με απόρρητο έγγραφό του εφιστούσε την προσοχή στον Γενικό Διοικητή Μακεδονίας για τη διαφύλαξη των αγιορείτικων θησαυρών. Το φθινόπωρο του 1943 ο Einsatzstab Reichsleiter Rosenberg αποπειράθηκε να κλέψει τους θησαυρούς – πιθανώς ερήμην του Φραντζ Ντόλγκερ – κάτι που στο τέλος αποτράπηκε, άγνωστο από ποιούς.

Η κατάσταση των μοναχών κατά τη Γερμανική κατοχή

Η μοναστική κοινότητα του Αγίου όρους αριθμούσε περί τους 3855 μοναχούς τον Σεπτέμβριο του 1942: 2812 Έλληνες και 1043 αλλοεθνείς, δηλαδή 712 Ρώσοι, 150 Ρουμάνοι, 108 Βούλγαροι και 73 Σέρβοι. Ιδιαίτερα προβλήματα επισιτισμού αντιμετώπιζε κάτι που εκμεταλλευόταν η Βουλγαρική προπαγάνδα που παρείχε τρόφιμα και επεδίωκε τον προσεταιρισμό τους. Με παρέμβαση του Υπουργείου των Εσωτερικών της Κατοχικής Κυβέρνησης προς το Υπουργείο Επισιτισμού εστάλησαν τρόφιμα (115 τόνοι σιτάρι σε δύο φάσεις).

Η στάση των αλλοεθνών μοναχών

Οι Βούλγαροι μοναχοί ενισχύθηκαν οικονομικά από το Βουλγαρικό κράτος, ενώ η μονή τους, η Ζωγράφου, έσπευσε να υψώσει Βουλγαρική σημαία και προπαγάνδιζε υπέρ των Βουλγαρικών θέσεων προβαίνοντας στις πιο κάτω ενέργειες: διανομή βουλγαρικών αλφαβηταρίων στους Έλληνες εργάτες που δούλευαν στην μονή, απόμακρυνσή τους στη συνέχεια και πρόσκληση βουλγαρόφωνων από την Φλώρινα για να εργαστούν στην μονή, συνεργασία με Βουλγαρική Λέσχη Θεσσαλονίκης, διανομή τροφίμων σε άλλους μοναχούς με σκοπό τον προσεταιρισμό τους, επαφές με Βούλγαρους ανώτατους αξιωματικούς στη Θεσσαλονίκη. Το ζήτημα της δράσης των Βουλγάρων πρακτόρων προκάλεσε περιπλοκές στις σχέσεις μεταξύ του πολιτικού διοικητή Κορφιατάκη και του Διοικητή της χωροφυλακής Πάλμου, καθώς ο πρώτος ζητούσε να μην ανανεώνονται οι άδειες εισόδου σε ύποπτα άτομα και να απομακρυνθούν άλλα και ο δεύτερος έκρινε πως αν εφαρμοζόταν ένα τέτοιο μέτρο θα έπληττε και άσχετα με τη βουλγαρική προπαγάνδα άτομα. Η Ιερά Σύναξη του αγίου όρους διαφώνησε κι αυτή διότι ήταν δική της αρμοδιότητα η απέλαση προσώπων ενώ αν απομακρυνόταν κάποιος Βούλγαρος θα θεωρείτο ως απόπειρα καταδίωξής τους. Τελικά ο Πάλμος καταγγέλθηκε για ολιγωρία και απομακρύνθηκε. Βούλγαροι και Ρώσοι μοναχοί ήθελαν τη διεθνοποίηση του Αγίου Όρους και την με κάθε τρόπο απαλλαγή από την Ελληνική διοίκηση. Την πρόταση αυτή συνυπέβαλαν Ρώσοι και Βούλγαροι στη Σόφια τον Μάιο του 1941 και το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς στην Ιερά Σύναξη του Αγίου όρους η οποία και απορρίφθηκε χωρίς να βρει σύμμαχους τους Σέρβους μοναχούς.

Ο εορτασμός των 1.000 ετών του Αγίου Όρους

Στις 17 Απριλίου του 1963 το πολεμικό σκάφος Ασπίς μετέφερε από το Πρωτάτο του Αγίου Όρους στον Πειραιά την ιστορική εικόνα της Παναγίας με το βρέφος, γνωστή ως Άξιον Εστί. Η εικόνα το βράδυ της ιδίας ημέρας έφτασε εν πομπή στη Μητρόπολη των Αθηνών, όπου εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Ήταν το προοίμιο των εορτασμών για την χιλιετηρίδα του Αγίου Όρους. Σε προσφώνησή του κατά την τελετή στη Μητρόπολη ο δήμαρχος Αθηναίων Άγγελος Τσουκαλάς τόνισε ότι «συμβολισμόν βαθύτατον περικλείει η παρουσία της σεπτής εικόνας διότι ο κόσμος διέρχεται σήμερον δραματικάς στιγμάς και σείονται τα θεμέλια των κοινωνιών υπό τα πλήγματα της ανηθικότητος και του μίσους». Τα προεόρτια έληξαν στις 24 Απριλίου, αφού εν τω μεταξύ ο βασιλιάς Παύλος στις 21 Απριλίου προσκύνησε την εικόνα. Η ξαφνική ασθένεια του Παύλου στις 19 Μαΐου επέφερε αναβολή των εορτασμών κατά ένα μήνα. Η απόφαση αυτή της κυβερνήσεως ελήφθη έπειτα από έντονους φραστικούς διαπληκτισμούς του Κωνσταντίνου Καραμανλή με τη  βασίλισσα Φρειδερίκη και τον Κωνσταντίνο, καθώς η βασίλισσα επέμενε ότι θα έπρεπε να αναβληθούν οι εορτασμοί για να μπορέσει να παραστεί ο βασιλιάς, ενώ ο Καραμανλής θεώρησε τούτο δυσχερές. Εν τέλει, οι εορτασμοί αναβλήθηκαν για τις 22-25 Ιουνίου. Στις 19 Ιουνίου έφτασε με τρένο στην Αλεξανδρούπολη ο Οικουμενικός  Πατριάρχης Αθηναγόρας, όπου έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές. Τις επόμενες ημέρες έφτασαν στον Πειραιά αντιπροσωπείες και άλλων Εκκλησιών όπως της κοπτικής και κατευθύνθηκαν ατμοπλοϊκώς στον Άθω, όπου στις 23 Ιουνίου έφτασε ο Παύλος συνοδευόμενος από τον διάδοχο Κωνσταντίνο και τον πρίγκιπα Μιχαήλ. Ήταν το αποκορύφωμα των εορτασμών της χιλιετηρίδας του Αγίου Όρους. Πρώτη φορά έπειτα από πολλούς αιώνες συναντήθηκε Οικουμενικός Πατριάρχης με Πατριάρχη Ιεροσολύμων και Πατριάρχες βαλκανικών χωρών, όπως ο Βουλγαρίας Κύριλλος και ο Σερβίας Γερμανός. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας σε ομιλία του στον ιερό ναό του Πρωτάτου τόνισε: «Εορτάζομεν την πρώτην χρυσήν χιλιετηρίδα του αγιορειτικού μοναχισμού. Οι κατοικούντες σήμερον εις το Άγιον Όρος είναι οι συνεχισταί της γνησίας ορθοδόξου θρησκευτικής ζωής». Και πρόσθεσε ότι το Άγιον Όρος είναι «η κιβωτός του ακραιφνούς ορθοδόξου μοναχικού βίου και εάν οι άνθρωποι έδιδον μείζονα προσοχήν εις το σιωπηλόν μήνυμα του μοναχικού βίου, θα έζων εν ειρήνη». Με τη σειρά του ο βασιλιάς Παύλος, κατά το πρόγευμα που παρέθεσε η Ιερά Κοινότης, μίλησε και υπογράμμισε ότι οι καταπληκτικές κατακτήσεις της επιστήμης «ανανέωσαν και πάλιν εις την σκέψιν μας την θείαν αλήθειαν ότι ου επ’ άρτον μόνον ζήσεται άνθρωπος». Και συμπλήρωσε ότι «συχνή αύτη προς τον άνθρωπο υπόμνησις είναι αναγκαιοτάτη κατά τους παρόντας ιδία καιρούς, ότι η επιτευχθείσα ολική πρόοδος τυχόν παρερμηνευομένη, δυνατόν να προκαλέση εις την σκέψιν μας αισθήματα αυταρεσκείας και αυταρκείας έναντι του Θεού». Η 24η Ιουνίου ήταν η τελευταία ημέρα της βασιλικής παρουσίας στον Άθω. Ο Παύλος και ο Κωνσταντίνος μαζί με τον Οικουμενικό Πατριάρχη και λοιπούς ιεράρχες έφτασαν στη Μονή Μεγίστης Λαύρας, όπου έγιναν δεκτοί «με χαρμοσύνους και πλήρεις μελωδικότητος κωδωνοκρουσίας των δεκατριών κωδώνων της Ιεράς Μονής, τους οποίους χειρίζονται θαυμασίως οι ειδικοί κωδωνοκρούσται μοναχοί».

Ιδιοκτησιακό καθεστώς

Από ιδιοκτησιακής άποψης το έδαφος της χερσονήσου του Άθω είναι αναπαλλοτρίωτο και κατανεμημένο μεταξύ των είκοσι Ιερών Μονών του (άρθρο 105 παρ. 2 εδ. α΄ Συντ.). Σε καθεμιά από τις είκοσι αυτές εδαφικές περιοχές υπάρχουν και άλλα μοναστικά ιδρύματα (σκήτες, κελιά, καλύβες, καθίσματα και ησυχαστήρια), τα οποία αποτελούν εξαρτήματα των μονών. Επιπλέον, και η εκτός Αγίου Όρους ακίνητη περιουσία των μονών είναι «απολύτως αναπαλλοτρίωτος ως πράγμα θείω δικαίω» (άρθρο 181 Κ.Χ.Α.Ο.). Παρόλα αυτά με νόμο (Ν. 1198/1981), ο οποίος καθορίζει και τις λεπτομέρειες, έχει επιτραπεί η εκποίηση ή η ανταλλαγή ακινήτων των μονών που βρίσκονται εκτός Αγίου Όρους, μόνον όμως για λόγους προφανούς ωφέλειάς τους, όπως όταν πρόκειται για απρόσοδα ακίνητα ή όταν με το τίμημα αντιμετωπίζεται σοβαρή ανάγκη της μονής.

Απαγόρευση εγκαταβίωσης ετεροδόξων και σχισματικών

Σύμφωνα με το άρθρο 105 παρ. 2 εδ. γ΄ «απαγορεύεται να εγκαταβιώνουν στο Άγιο Όρος ετερόδοξοι ή σχισματικοί». Ένα πρόβλημα το οποίο ακόμα δεν έχει επιλυθεί και σχετίζεται με την εν λόγω απαγόρευση είναι η παράνομη κατοχή των χώρων της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου και των εξαρτημάτων της από τη σχισματική τέως μοναστική αδελφότητα ήδη από τη δεκαετία του 1970.

Το Άγιον όρος και οι Διεθνείς συνθήκες

Σε διεθνές επίπεδο το Ελληνικό Κράτος έχει αναλάβει δεσμεύσεις έναντι των μη ελληνικών μονών και εξαρτημάτων του Αγίου Όρους. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 13 της Συνθήκης περί προστασίας των εν Ελλάδι μειονοτήτων (Σέβρες, 10 Αυγούστου 1920), η οποία κυρώθηκε με το Νομοθετικό Διάταγμα της 29ης Σεπτεμβρίου 1923 «περί κυρώσεως της εν Σέβραις υπογραφείσης Συνθήκης περί προστασίας των εν Ελλάδι μειονοτήτων» (ΦΕΚ Α΄ 311/30.10.1923), «η Ελλάς υποχρεούται να αναγνωρίση και διατηρήση τα εκ παραδόσεως δικαιώματα και τας ελευθερίας ων απολαύουσι αι μη ελληνικαί μοναστηριακαί κοινότητες του Αγίου Όρους κατά τας διατάξεις του άρθρου 62 της Βερολινείου Συνθήκης της 13 Ιουλίου 1878». Οι τελευταίες προέβλεπαν γενικότερα ότι η Υψηλή Πύλη αναλάμβανε να διατηρήσει την αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας μεταξύ των υπηκόων της και ειδικότερα —για πρώτη φορά διεθνώς— ότι οι μοναχοί του Αγίου Όρους, ανεξάρτητα από τη χώρα καταγωγής τους, διατηρούσαν τις πρότερες κτήσεις και πλεονεκτήματά τους και απολάμβαναν, χωρίς καμία εξαίρεση, πλήρη ισότητα δικαιωμάτων και προνομίων. Ευρωπαϊκής ΈνωσηςΤ

Το έδαφος το Αγίου Όρους —ως υπαγόμενο στην κυριαρχία του Ελληνικού κράτους— αποτελεί έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο οποίο ισχύει και εφαρμόζεται το δίκαιο της Ένωσης. Παρόλα αυτά έχουν προβλεφθεί αποκλίσεις σε σχέση με την εφαρμογή του στην περιοχή ήδη από την προσχώρηση της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες.

  • Κατά την υπογραφή της Τελικής Πράξης της Συνδιάσκεψης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Ελλάδας εν όψει της υπογραφής της Συνθήκης προσχώρησης της τελευταίας στις πρώτες στις 28 Μαΐου 1979 στην Αθήνα, τα κράτη μέλη και το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υιοθέτησαν κοινή δήλωση περί του Αγίου Όρους, η οποία προσαρτήθηκε στην εν λόγω Τελική Πράξη. Η κοινή δήλωση έχει ως εξής:

«Αναγνωρίζοντας ότι το ειδικό καθεστώς το οποίο έχει παραχωρηθεί στο Άγιο Όρος, όπως τούτο είναι εγγυημένο από το άρθρο 105 του Ελληνικού Συντάγματος, δικαιολογείται αποκλειστικά για λόγους πνευματικούς και θρησκευτικούς, η Κοινότης θα μεριμνήσει ώστε να ληφθούν υπ’ όψη οι λόγοι αυτοί κατά την εφαρμογή και την περαιτέρω επεξεργασία των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, ιδίως όσον αφορά τις τελωνειακές και φορολογικές απαλλαγές καθώς και το δικαίωμα εγκαταστάσεως.»

  • Επιπλέον, κατά την υπογραφή της Τελικής Πράξης της Διακυβερνητικής Διάσκεψης που υιοθέτησε τη Συνθήκη του Άμστερνταμ στις 2 Οκτωβρίου 1997, υιοθετήθηκε δήλωση για το καθεστώς των εκκλησιών και των μη ομολογιακών ενώσεων, η οποία, μεταξύ άλλων, προβλέπει ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση σέβεται και δεν προδικάζει το σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο καθεστώς των εκκλησιών και των θρησκευτικών ενώσεων ή κοινοτήτων στα κράτη μέλη». Η Ελλάδα με τη σειρά της διατύπωσε την εξής δήλωση, την οποία και έλαβε υπ’ όψη της η Διάσκεψη:

«Σχετικά με τη δήλωση για το καθεστώς των εκκλησιών και των μη ομολογιακών ενώσεων, η Ελλάδα υπενθυμίζει την κοινή δήλωση για το Άγιο Όρος που έχει προσαρτηθεί στην τελική πράξη της συνθήκης προσχώρησης της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες».

  • Τέλος, κατά την υπογραφή της Συμφωνίας προσχώρησης της Ελλάδας στη ζώνη της Συμφωνίας του Σένγκεν (Συμφωνία του 1985 και Σύμβαση του 1990) στις 6 Νοεμβρίου 1992 στη Μαδρίτη, υιοθετήθηκε κοινή δήλωση σχετική με το Άγιον Όρος, η οποία έχει ως εξής:

«Αναγνωρίζοντας ότι το ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους, όπως το εγγυάται το άρθρο 105 του Ελληνικού Συντάγματος και ο Χάρτης του Αγίου Όρους, δικαιολογείται αποκλειστικά για πνευματικούς και θρησκευτικούς λόγους, τα συμβαλλόμενα μέρη θα φροντίσουν να λάβουν τούτο υπόψη τους κατά την εφαρμογή και την περαιτέρω επεξεργασία των διατάξεων της Συμφωνίας του 1985 και της Συμβάσεως του 1990».

Μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης του Άμστερνταμ την 1 Μαΐου 1999 και την ενσωμάτωση του κεκτημένου του Σένγκεν στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η εν λόγω δήλωση λειτουργεί πλέον σε επίπεδο  δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων στο έδαφός της.

Διαμονητήριο στο Άγιον Όρος

Διαμονητήριο του 1978
Διαμονητήριο του 1978

Σύμφωνα με το άρθρο 176 του Κ.Χ.Α.Ο. «πας εισερχόμενος εν Αγίω Όρει, πλην των περιοίκων προσκυνητών, οφείλει να εμφανισθή τη Ιερά Επιστασία, όπως λάβη την άδειαν της επισκέψεως των μονών και εξαρτημάτων καθ’ όλου». Πρόκειται για την υποχρέωση εφοδιασμού οποιουδήποτε επιθυμεί να επισκεφθεί το Άγιο Όρος με την ειδική άδεια εισόδου, διαμονής και επισκέψεως, γνωστή ως διαμονητήριο, από τα γραφεία προσκυνητών της Ιεράς Επιστασίας στη Θεσσαλονίκη και την Ουρανούπολη Χαλκιδικής. Η αξία του ειδικού ενσήμου, το οποίο οφείλει να είναι επικολλημένο επί του διαμονητηρίου, προκειμένου αυτό να έχει ισχύ, είναι σήμερα €25,00 για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς, €35,00 για τους ετερόδοξους Χριστιανούς και τους αλλόθρησκους και €10,00 για ειδικές κατηγορίες (όπως φοιτητές και οπλίτες).

Το Άβατο του Αγίου Όρους

Σύμφωνα με το άρθρο 186 του Κ.Χ.Α.Ο. «η εις την χερσόνησον του Αγίου Όρους είσοδος των θηλέων κατά τα ανέκαθεν κρατούντα απαγορεύεται». Η απαγόρευση αυτή κυρώνεται και ποινικά με τη διάταξη του άρθρου 43β του Ν.Δ. της 10ης Σεπτεμβρίου 1926 «περί κυρώσεως του Καταστατικού Χάρτου του Αγίου Όρους», το οποίο προστέθηκε με το Ν.Δ. 2623/1953 (ΦΕΚ Α΄ 268/28.9.1953)  και προβλέπει ότι «η παράβασις του άρθρου 186 του Καταστατικού Χάρτου επισύρει την ποινήν φυλακίσεως δύο μηνών μέχρις ενός έτους». Ο περιορισμός αυτός έχει την πνευματική του βάση στην παρθενία των μοναχών και την αφιέρωση του Όρους στη Θεοτόκο. Ονομάζεται άβατον και ισχύει από την αρχή της σύστασης της ιδιόρρυθμης πολιτείας, αν και κατά το παρελθόν σε στιγμές ανάγκης έχει καμφθεί.

Η Διοίκηση του Αγίου Όρους

Το Διοικητήριο του Αγίου Όρους
Το Διοικητήριο στις Καρυές

Η πολιτική διοίκηση του Αγίου Όρους ανήκει στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Εξωτερικών, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. Α στ. 26 του Οργανισμού του (άρθρο πρώτο Ν. 3566/2007), και ασκείται μέσω της Διοίκησης του Αγίου Όρους, η οποία αποτελεί αυτοτελή δημόσια αρχή και οργανώνεται με το Π.Δ. 227/1998 (ΦΕΚ Α΄ 176/28.7.1998).

Στη Διοίκηση του Αγίου Όρους ανήκουν η από διοικητικής πλευράς εποπτεία ως προς την ακριβή τήρηση των αγιορειτικών καθεστώτων και η διαφύλαξη της δημόσιας τάξης και ασφάλειας. Σύμφωνα με το άρθρο 29 του Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, η Διοίκηση του Αγίου Όρους απαρτίζεται από το Διοικητή του Αγίου Όρους (ο οποίος έχει βαθμό και αποδοχές Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης), τον Αναπληρωτή Διοικητή και το λοιπόν προσωπικό της, μόνιμο ή με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, και εδρεύει στις Καρυές.

Γραφεία της έχουν συσταθεί στη Θεσσαλονίκη και στην Ουρανούπολη Χαλκιδικής.

Από τις 26 Αυγούστου 2019, Πολιτικός Διοικητής του Αγίου Όρους είναι ο εφοπλιστής και Άρχων Οφφικίαλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου  Θανάσης Μαρτίνος, ενώ από τις 27 Αυγούστου 2019, μετά από αρκετά χρόνια πληρώθηκε η θέση του Υποδιοικητή, την οποία κατέλαβε ο επί σειρά ετών πρώην Πολιτικός Διοικητής του Αγίου Όρους Αρίστος Κασμίρογλου.

Η Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους

Το αυτοδιοίκητο του Αγίου Όρους έγκειται στο ότι η διοίκησή του ασκείται μέσω των αντιπροσώπων των είκοσι Ιερών Μονών του, οι οποίοι αποτελούν την Ιερά Κοινότητα. Οι αντιπρόσωποι εκλέγονται στην αρχή κάθε έτους από τις οικείες μονές σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανονισμούς τους, «προτιμωμένων πάντοτε των κεκτημένων εκκλησιαστικήν μόρφωσιν και εγκύκλιον παιδείαν». Οι διοικητικές αρμοδιότητές της εκτείνονται σε οτιδήποτε δεν έχει απονεμηθεί στην εξουσία άλλου οργάνου του Αγίου Όρους, διαθέτει δηλαδή τεκμήριο αρμοδιότητας. Επίσης διαθέτει και δικαστικές εξουσίες.

Η Ιερά Κοινότητα εδρεύει στις Καρυές και οι είκοσι αντιπρόσωποι των μονών παραμένουν μονίμως εκεί καθόλη τη διάρκεια του έτους για το οποίο εξελέγησαν, υποχρεούμενοι να προσέρχονται τακτικώς και ανελλιπώς στις συνεδρίες της. Οι εργασίες της Ιεράς Κοινότητας λαμβάνουν χώρα πάντοτε ενώπιον του Πρωτεπιστάτη, ο οποίος διευθύνει τις συζητήσεις της.

Όσον αφορά την επίσημη γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ των μοναστικών κοινοτήτων με την Ιερά Κοινότητα και παρά την εγκαταβίωση και Ρώσων, Σέρβων, Βουλγάρων και Ρουμάνων μοναχών στο Άγιο Όρος, όλα τα έγγραφα της Ιεράς Κοινότητας, των Ιερών Μονών και των εξαρτημάτων τους πρέπει να συντάσσονται στην ελληνική γλώσσα (άρθρο 26 Κ.Χ.Α.Ο.).

Η Ιερά Επιστασία του Αγίου Όρους

Οι είκοσι Ιερές Μονές διαιρούνται σε πέντε τετράδες, καθεμιά από τις οποίες ασκεί ανά πενταετία για ένα έτος (από 1 Ιουνίου έως 31 Μαΐου του επομένου) την Ιερά Επιστασία. Οι μονές κάθε τετράδας αποστέλλουν κατ’ έτος από ένα πρόσωπο με τα προσόντα που καθορίζονται και για τους αντιπροσώπους των μονών στην Ιερά Κοινότητα. Οι τετράδες είναι οι εξής:

Α΄ ΤετράδαΒ΄ ΤετράδαΓ΄ ΤετράδαΔ΄ ΤετράδαΕ΄ Τετράδα
Μεγίστης ΛαύραςΒατοπεδίουΙβήρωνΧιλανδαρίουΔιονυσίου
ΔοχειαρίουΚουτλουμουσίουΠαντοκράτοροςΞηροποτάμουΖωγράφου
ΞενοφώντοςΚαρακάλλουΦιλοθέουΑγίου ΠαύλουΑγίου Παντελεήμονος
ΕσφιγμένουΣταυρονικήταΣίμωνος ΠέτραςΓρηγορίουΚωνσταμονίτου

Ο πρώτος τη τάξει κάθε τετράδας ονομάζεται Πρωτεπιστάτης, είναι ο πρόεδρος της Ιεράς Επιστασίας —χωρίς η ψήφος του να κατισχύει σε περίπτωση ισοψηφίας, οπότε και αποφασίζει η Ιερά Κοινότητα— και κρατεί «την του Πρώτου ράβδον». Δεν αποκλείεται ο αντιπρόσωπος της μονής στην Ιερά Κοινότητα να εκτελεί ταυτόχρονα και τα καθήκοντα του Επιστάτη, με εξαίρεση αυτόν της μονής στην οποία ανήκει ο Πρωτεπιστάτης. Δηλαδή οι αντιπρόσωποι των μονών Μεγίστης Λαύρας, Βατοπεδίου, Ιβήρων, Χιλανδαρίου και Διονυσίου δεν μπορούν να εκτελούν παράλληλα και τα καθήκοντα του Πρωτεπιστάτη.

Η Ιερά Επιστασία εδρεύει και αυτή στις Καρυές, όπου διαρκώς διαμένουν οι Eπιστάτες. Επιτρέπεται να απουσιάζουν, πλην του Πρωτεπιστάτη, εναλλάξ και κατά την ιεραρχική τάξη, μόνο όταν παρουσιάζεται επιστατικό καθήκον. Την Ιερά Κοινότητα και την Ιερά Επιστασία επικουρούν ο αρχιγραμματεύς και ο υπογραμματεύς.

Η σφραγίδα της Ιεράς Κοινότητας, αποτελούμενη από τέσσερα αποσπώμενα μέρη, καθένα από τα οποία φυλάσσεται από έναν Eπιστάτη, παραδίδεται κάθε έτος στη νέα Ιερά Eπιστασία.

Στις αρμοδιότητες της Ιεράς Επιστασίας ανήκει η διαχείριση του κοινού ταμείου, που ενεργείται με βάση προϋπολογισμό που έχει εγκριθεί από την Ιερά Κοινότητα. Επίσης οφείλει:

  • να διεκπεραιώνει και να σφραγίζει την αλληλογραφία της Ιεράς Κοινότητας,
  • να επιτηρεί την καθαριότητα στις Καρυές και την επισκευή των οδών,
  • να διατηρεί επαρκή φωτισμό,
  • να διενεργεί αστιατρικές επιθεωρήσεις,
  • να διατιμά τα τρόφιμα και
  • να επιβλέπει την ευπρεπή και κόσμια συμπεριφορά
    • απαγορεύοντας τις αταξίες, τα τραγούδια, τα παιχνίδια, τα όργανα, γενικότερα τις ακοσμίες, το κάπνισμα, την ιππασία στις κεντρικές οδούς, το άνοιγμα των καταστημάτων κατά τους εσπερινούς και τις ημέρες των Κυριακών και των επίσημων εορτών, την πώληση κρέατος και παρασκευή φαγητού μη νηστίσιμου κάθε Τετάρτη και Παρασκευή και κατά τις υπόλοιπες νηστείες και
    • απελαύνοντας μέσω των οργάνων της (σεϊμένιδων και σερδαρών) κάθε μέθυσο, άεργο, άτακτο, ζητώντας, όταν παρίσταται ανάγκη, και τη συνδρομή της Ελληνικής Αστυνομίας που βρίσκεται στις Καρυές.

Γενικότερα η Ιερά Επιστασία εκπροσωπεί την εκτελεστική εξουσία της Ιεράς Κοινότητας και εκπληρώνει συγχρόνως καθήκοντα δημαρχιακά και Ειρηνοδικείου.

Η Δικαιοσύνη στο Άγιον Όρος

Η απονομή της δικαιοσύνης στο Άγιο Όρος ρυθμίζεται τόσο από διατάξεις του Κ.Χ.Α.Ο. όσο και από αυτές του κυρωτικού του Ν.Δ., οι οποίες τον συμπληρώνουν με μεγαλύτερη ακρίβεια. Σύμφωνα με το άρθρο 44 του Κ.Χ.Α.Ο. «Ο σκοπός των εν Αγίω Όρει δικαστηρίων είναι η εκδίκασις των εκάστοτε αναφυομένων εν Αγίω Όρει οριακών ζητημάτων, η φρούρησις της μοναχικής πειθαρχίας και η τιμωρία των υποπιπτόντων εις παράπτωμα μοναχών εν γένει του Αγίου Όρους». Από το ιδιότυπο αυτό καθεστώς εξαιρούνται, πλην των πταισμάτων, τα κοινά ποινικά αδικήματα, τα οποία εκδικάζονται από τα ποινικά δικαστήρια της Θεσσαλονίκης.

Τα Δικαστήρια

Δικαστικά όργανα, με διακριτές αρμοδιότητες το καθένα, αποτελούν:

  • ο Ηγούμενος με τη Γεροντία κάθε Ιεράς Μονής,
  • η Ιερά Κοινότητα και
  • η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία μπορεί να αναθέτει τις δικαστικές της αρμοδιότητες σε δικαστήριο που απαρτίζεται από Εξαρχία τριών Μητροπολιτών του Οικουμενικού Πατριαρχικού Θρόνου και τα είκοσι μέλη της Έκτακτης Δισενιαύσιας Σύναξης.

Οι Δικαστικές αρμοδιότητες

  • Ο Ηγούμενος με τη Γεροντία κάθε Ιεράς Μονής δικάζουν σε πρώτο βαθμό
    • τα εκκλησιαστικά και πειθαρχικά παραπτώματα των μοναχών που ζουν τόσο στις οικείες μονές όσο και στα εξαρτήματά τους, εκτός από αυτά που επισύρουν την ποινή της καθαιρέσεως,
    • τις αστυνομικές και αγορανομικές παραβάσεις και τα πταίσματα που διαπράττονται στην περιφέρεια της οικείας μονής (τα πταίσματα που διαπράττονται στις Καρυές δικάζονται από την Ιερά Επιστασία) και
    • τις οριακές και άλλες διαφορές μεταξύ ορισμένης μονής και εξαρτήματός της ή μεταξύ δύο εξαρτημάτων της οικείας μονής.
  • Η Ιερά Κοινότητα δικάζει
    • σε πρώτο βαθμό τις οριακές διαφορές μεταξύ των μονών ή μεταξύ εξαρτημάτων δύο ή περισσοτέρων μονών και
    • σε δεύτερο βαθμό τις εφέσεις κατά των αποφάσεων των Γεροντιών των Ιερών Μονών.
  • Η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία μπορεί να αναθέτει τις δικαστικές της αρμοδιότητες σε δικαστήριο που απαρτίζεται από Εξαρχία τριών Μητροπολιτών του Οικουμενικού Πατριαρχικού Θρόνου και τα είκοσι μέλη της Έκτακτης Δισενιαύσιας Σύναξης, δικάζει
    • τα εκκλησιαστικά αδικήματα που συνεπάγονται την ποινή της καθαιρέσεως και
    • σε δεύτερο βαθμό τις εφέσεις κατά των αποφάσεων της Ιεράς Κοινότητας.

Οι Ιερές Μονές του Αγίου Όρους

Όλες οι Ιερές Μονές του Αγίου Όρους αποτελούν θρησκευτικά πνευματικά ιδρύματα και όλες χαρακτηρίζονται ως «Κυρίαρχες», «Βασιλικές», «Πατριαρχικές» και «Σταυροπηγιακές».
Κυρίαρχες επειδή διατηρούν ιδιοκτησιακό και οργανωτικό αυτοδιοίκητο του χώρου τους, μη υποκείμενο σε κανένα περιορισμό ως προς τον αριθμό των μοναχών.
Βασιλικές επειδή η ίδρυσή τους οφείλεται σε εντολή ή συνδρομή των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων ή η ίδρυσή τους επικυρώθηκε με αυτοκρατορικό χρυσόβουλο.
Πατριαρχικές ονομάστηκαν αργότερα με την έκδοση πατριαρχικών σχετικών σιγιλλίων, όταν συνδέθηκαν με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, που ανέλαβε την πνευματική και μόνο εποπτεία τους.
Σταυροπηγιακές γιατί κατά την ίδρυσή τους τοποθετήθηκε σε αυτές σταυρός, ο οποίος απεστάλη από το Οικουµενικό Πατριαρχείο.

Οι Αθωνικές Μονές σήμερα είναι όλες κοινόβιες. Παλιότερα ορισμένες ήταν ιδιόρρυθμες.

  • Στις κοινόβιες οι αδελφοί έχουν τα πάντα κοινά και τίποτε ιδιόκτητο. Της Μονής προΐσταται ισόβιος Ηγούμενος, ο Κοινοβιάρχης, έχοντας γύρω του τη Γεροντία και τους Επιτρόπους, εκλεγόμενος δε διά πλειοψηφίας από τη Γεροντία σε μυστική ψηφοφορία, από κατάλογο υποψηφίων, που και αυτός καταρτίζεται από πλειοψηφία από τους έχοντες δικαίωμα ψήφου (διανυόντων του 6ου από της κουράς των έτους) μοναχών. Για τον Ηγούμενο απαιτούνται ορισμένα πνευματικά και ηθικά προσόντα, δύναται όμως να παυθεί με απόφαση της Γεροντίας και κατόπιν πλειοψηφίας των εχόντων δικαίωμα ψήφου της Αδελφότητας. Αν ο εκλεγείς Ηγούμενος δε φέρει το βαθμό του Αρχιμανδρίτη, χειροτονείται αμέσως μετά την εκλογή.
  • Στις ιδιόρρυθμες Μονές οι μεν μοναχοί ενδιαιτώνται μεμονομένα ο καθένας, τα δε των Μονών αυτών διέπει Επιτροπή και η Σύναξη των Προϊσταμένων.

Κατά ταύτα, των μεν κοινοβίων η Διοίκηση είναι σχεδόν μοναρχική αλλά μετά κοινοκτημοσύνης, των δε ιδιορρύθμων ολιγαρχική αριστοκρατική. Ο αριθμός των είκοσι Μονών, ως ανεγνωρισμένων ανέκαθεν από την Εκκλησία και την Πολιτεία, δεν μπορούν ούτε να αυξηθεί αλλά ούτε και να ελαττωθεί. Από αυτές οι δεκαεπτά είναι ελληνικές, μία σερβική, μία ρωσική και μία βουλγαρική.

Η χερσόνησος του Άθω όπως φαίνεται από την κορυφή του Αγίου Όρους προς
Η χερσόνησος του Άθω όπως φαίνεται από την κορυφή του Αγίου Όρους προς βορειοδυτικά

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Άγιο_Όρος

Please follow and like us:
error0

Ο Άγιος Δημήτριος (280μ.Χ.-306μ.Χ.)

Ο Άγιος Δημήτριος γεννήθηκε περί το 280 – 284 μ.Χ. και μαρτύρησε επί των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού το 303 μ.Χ. ή το 305 μ.Χ. ή (το πιο πιθανό) το 306 μ.Χ. Ο Δημήτριος ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας στη Θεσσαλονίκη. Σύντομα ανελίχθηκε στις βαθμίδες του Ρωμαϊκού στρατού με αποτέλεσμα σε ηλικία 22 ετών να φέρει το βαθμό του χιλιάρχου.

Ο άγιος Δημήτριος λογχίζει τον Ιωαννίτση έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης. Εικόνα στο Μουσείο Clinton Μασαχουσέτης.
Ο Άγιος Δημήτριος λογχίζει τον Ιωαννίτση έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης

Ως αξιωματικός του ρωμαϊκού στρατού κάτω από τη διοίκηση του Τετράρχη (και έπειτα αυτοκράτορα) Γαλερίου Μαξιμιανού, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός, έγινε χριστιανός και φυλακίστηκε στην Θεσσαλονίκη το 303 μ.Χ., διότι αγνόησε το διάταγμα του αυτοκράτορα Διοκλητιανού «περί αρνήσεως του χριστιανισμού». Μάλιστα λίγο νωρίτερα είχε ιδρύσει κύκλο νέων προς μελέτη της Αγίας Γραφής.

Στη φυλακή ήταν και ένας νεαρός χριστιανός ο Νέστορας (βλέπε 27 Οκτωβρίου), ο οποίος θα αντιμετώπιζε σε μονομαχία τον φοβερό μονομάχο της εποχής Λυαίο. Ο νεαρός χριστιανός πριν τη μονομαχία επισκέφθηκε τον Δημήτριο και ζήτησε τη βοήθειά του. Ο Άγιος Δημήτριος του έδωσε την ευχή του και το αποτέλεσμα ήταν ο Νέστορας να νικήσει το Λυαίο και να προκαλέσει την οργή του αυτοκράτορα. Διατάχθηκε τότε να θανατωθούν και οι δύο, Νέστορας και Δημήτριος.

Οι συγγραφείς εγκωμίων του Αγίου Δημητρίου, Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Γρηγόριος ο Παλαμάς και Δημήτριος Χρυσολωράς, αναφέρουν ότι το σώμα του Αγίου ετάφη στον τόπο του μαρτυρίου, ο δε τάφος μετεβλήθη σε βαθύ φρέαρ που ανέβλυζε μύρο, εξ ου και η προσωνυμία του Μυροβλήτου.

Στις βυζαντινές εικόνες αλλά και στη σύγχρονη αγιογραφία ο Άγιος Δημήτριος παρουσιάζεται αρκετές φορές ως καβαλάρης με κόκκινο άλογο (σε αντιδιαστολή του λευκού αλόγου του Αγίου Γεωργίου) να πατά τον άπιστο Λυαίο.

Σήμερα ο Άγιος Δημήτριος τιμάται ως πολιούχος Άγιος της Θεσσαλονίκης.

Ένα από τα πολλά θαύματα του Αγίου είναι και το εξής. Το 1823 μ.Χ. οι Τούρκοι που ήταν αμπαρωμένοι στην Ακρόπολη της Αθήνας ετοίμαζαν τα πυρομαχικά τους για να χτυπήσουν με τα κανόνια τους, τους Έλληνες που βρισκόντουσαν στον ναό του Αγίου Δημητρίου, μα ο Άγιος Δημήτριος έκανε το θαύμα του για να σωθούν οι Χριστιανοί και η πυρίτιδα έσκασε στα χέρια των Τούρκων καταστρέφοντας και τμήμα του μνημείου του Παρθενώνα. Για να θυμούνται αυτό το θαύμα, ο ναός λέγεται από τότε Άγιος Δημήτριος Λουμπαρδιάρης, από την λουμπάρδα δηλαδή το κανόνι των Τούρκων που καταστράφηκε.

Ο Άγιος Δημήτριος Θεσσαλονίκης

Το γνωστότερο παλαιοχριστιανικό μνημείο της Θεσσαλονίκης είναι η βασιλική του Αγίου Δημητρίου, αρκετά αλλοιωμένη σήμερα μετά τις αναστηλωτικές εργασίες που ακολούθησαν την πυρκαγιά του 1917.

Η βασιλική χτίστηκε πάνω στα ερείπια του λουτρού της ρωμαϊκής αγοράς, όπου κατά την παράδοση τάφηκε ο μάρτυς Δημήτριος το 303. Λίγο αργότερα, το 313, στο σημείο αυτό ιδρύθηκε ένα μικρό ορθογώνιο μαρτύριο, ο «οικίσκος» των πηγών, όπου ένα σταυρόσχημο όρυγμα, στη μέση του οποίου υψώνεται λιθόκτιστος τύμβος που περιείχε μικρή μαρμάρινη λάρνακα με φιαλίδιο γεμάτο αίμα του Αγίου. Αυτό ήταν το εγκαίνιο του ναού.

Η πρώτη μεγάλη βασιλική χρίστηκε πολύ αργότερα, πιθανότατα μέσα στο γ’ τέταρτο του 5ου αιώνα σύμφωνα με τα σημερινά αρχαιολογικά δεδομένα και όχι στις αρχές του 5ου αιώνα, από τον έπαρχο Ιλλυρικού Λεόντιο, όπως το θέλει η παράδοση. Η πρώτη βασιλική καταστράφηκε από πυρκαγιά την εποχή του αυτοκράτορα Ηρακλείου μεταξύ 629 και 634. Ο ναός ξαναχτίστηκε πάνω στα παλιά θεμέλια πολύ γρήγορα, το 640 με 650. Το 1917 καταστράφηκε ξανά από πυρκαγιά και αναστηλώθηκε αργότερα με βάση τα ερείπια της βασιλικής του 7ου αιώνα.

Ο ναός του Αγίου Δημητρίου είναι πεντάκλιτη βασιλική με εγκάρσιο κλίτος και νάρθηκα. Αβέβαιο είναι αν υπήρχε αίθριο, σώζεται όμως μαρμάρινη φιάλη. Προκειμένου το μνημείο να καλύψει το χώρο όπου είχε ταφεί ο μάρτυρας, δηλαδή το ρωμαϊκό λουτρό, το ανατολικό τμήμα της βασιλικής προσέλαβε αυτή την ακανόνιστη μορφή. Κάτω από αυτό διαμορφώθηκε το λουτρό σε κρύπτη. Στο ευρύχωρο εγκάρσιο κλίτος που εξέχει στα πλάγια του ναού οι κιονοστοιχίες κάμπτονται σχηματίζοντας Π.

Οι κίονες που χωρίζουν το μεσαίο κλίτος από τα πλάγια εναλλάσσονται με πεσσούς. Αυτή η εναλλαγή πεσσών και κιόνων θα γίνει στη συνέχεια από επίδραση του μνημείου αυτού συνηθισμένη στα Βαλκάνια. Επάνω στα πλάγια κλίτη υπήρχαν υπερώα.

Στη ΒΔ γωνία της βασιλικής είναι προσαρτημένα κτίσματα που προέρχονται από τα ρωμαϊκά λουτρά και θα χρησίμευαν πιθανώς ως βαπτιστήριο. Στη ΝΑ γωνία χτίστηκε το 10ο αιώνα το παρεκκλήσι του Αγίου Ευθυμίου σε μορφή μικρής τρίκλιτης βασιλικής που τοιχογραφήθηκε το 1303. Στη δυτική πρόσοψη του ναού προστέθηκαν εσφαλμένα από τους αναστηλωτές δύο πύργοι, που θυμίζουν συριακά μνημεία και ασφαλώς δεν υπήρχαν στο παλαιοχριστιανικό κτίριο. Τα κιονόκρανα της βασιλικής παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία, γιατί κατά την αναστήλωση του 7ου αιώνα χρησιμοποιήθηκαν και παλαιότερα του 5ου και 6ου αιώνα. Σημαντικά για τη χρονολόγηση του ναού είναι αυτά που διατηρήθηκαν in situ από τον αρχικό ναό του 5ου αιώνα. Είναι θεοδοσιανά και συγγενεύουν με αυτά της βασιλικής Στουδίου στην Κωνσταντινούπολη που ανάγεται την 6η δεκαετία του 5ου αιώνα.

Πηγή: https://www.vimaorthodoxias.gr/vioi-agion/agios-dimitrios-giorti-simera-26-oktovriou-poioi-giortazoun/

Πηγή: «Παλαιοχριστιανική Τέχνη, Ναοδομία», Νίκος Γκιολές

Please follow and like us:
error0

Η Θεσσαλονίκη (316π.Χ.-…)

Η Θεσσαλονίκη εικάζεται πως ιδρύθηκε στη θέση της αρχαίας Θέρμης, η οποία αποτελούσε τον σημαντικότερο οικισμό της περιοχής. Από τη Θέρμη, πήρε το όνομα του ο Θερμαϊκός Κόλπος. Η ακριβής θέση του οικισμού δεν είναι γνωστή και δεν πρέπει να γίνεται σύνδεση με την περιοχή που σήμερα έχει την ίδια ονομασία. Η αρχαία Θέρμη βρισκόταν κοντά στη θάλασσα μιας και αποτελούσε σημαντικό λιμάνι εκείνης της εποχής και το πιθανότερο είναι να βρισκόταν στη θέση που βρίσκεται το σημερινό Καραμπουρνάκι.

Θεωρείτο το σημαντικότερο λιμάνι της ευρύτερης περιοχής για πολλούς αιώνες, αφού διατηρούσε εμπορικές σχέσεις με όλες τις πόλεις του τότε ελληνικού κόσμου. Όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, ο στρατός αλλά και το ναυτικό του Ξέρξη, στρατοπέδευσαν στη Θέρμη κατά τη διάρκεια της εκστρατείας τους στην Ελλάδα.

Ο Λευκός Πύργος, της Θεσσαλονίκης
Ο Λευκός Πύργος

Ίδρυση της Θεσσαλονίκης

Η περίοδος μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλέξανδρου (323 π.Χ) χαρακτηρίζεται από μεγάλες ανακατατάξεις. Η αυτοκρατορία που είχε δημιουργήσει ο μεγάλος στρατηλάτης εκτεινόταν από τη Μακεδονία μέχρι τη Βακτριανή, την Ινδία και την Αίγυπτο. Τον θάνατο του ακολούθησε η διάσπαση της αυτοκρατορίας ανάμεσα στους διαδόχους. Η Θεσσαλονίκη, ιδρύεται το 316/315 π.Χ. από τον τότε βασιλιά της Μακεδονίας Κάσσανδρο, με την συγχώνευση των οικισμών που υπήρχαν στην γύρω περιοχή. Ο Κάσσανδρος υπήρξε διοικητής της Μακεδονίας, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Μεγάλου Αλέξανδρου στην Ανατολή. Διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή της περιοχής μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και ανακηρύχθηκε βασιλιάς της Μακεδονίας το 306 π.Χ. Εκείνη την εποχή ανθίζει το εμπόριο σε όλο τον ελληνικό κόσμο. Η Πέλλα, η πρωτεύουσα της Μακεδονίας δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στις ανάγκες της νέας εποχής μιας και δεν είχε άμεση επαφή με τη θάλασσα (επικοινωνούσε μέσω καναλιών).

Ο Κάσσανδρος αναγνωρίζοντας τη στρατηγική σημασία της περιοχής γύρω από τον Θερμαΐκό κόλπο, θέλησε να δημιουργήσει ένα οικονομικό και εμπορικό κέντρο για τη Μακεδονία, το όποιο θα τη συνέδεε με τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις. Θέλοντας να αναδείξει τη μεγάλη σημασία που είχε για αυτόν η νέα πόλη, της έδωσε το όνομα της γυναίκας του, Θεσσαλονίκης, κόρη του Φιλίππου Β’.

Η θέση της νέας πόλης ήταν ιδανική από κάθε άποψη. Βορειοδυτικά συνδεόταν με την Πέλλα την πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Ανατολικά με τις απαραίτητες για την γεωργία και την κτηνοτροφία εύφορες εκτάσεις της Καλαμαριάς, με την Αμφίπολη και τη Θράκη. Και νότια η έξοδος προς τον Θερμαΐκό κόλπο. Αποτέλεσμα της γεωγραφικής θέσης της, ήταν η Θεσσαλονίκη να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στο εμπόριο της ευρύτερης περιοχής. Η ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης προσέλκυσε κάτοικους των γύρω περιοχών από το Βορρά και από τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις, με αποτέλεσμα τη γρήγορη αύξηση του πληθυσμού της.

Εμπορεύματα και ταξιδιώτες έφταναν με καράβια στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης από κάθε σημείο της Μεσογείου. Οι κάτοικοι της έρχονται σε επαφή με ξένες ιδέες, πολιτισμούς και θρησκείες, όπως φαίνεται από τη διάδοση ξένων λατρειών. Η μεγάλη εμπορική δραστηριότητα προσέλκυσε και το Εβραϊκό στοιχείο. Η πρώτη εγκατάσταση των Εβραίων στη Θεσσαλονίκη πραγματοποιείται τον 3ο αι. π.Χ. Εκείνη την εποχή Εβραίοι κατοικούσαν και δραστηριοποιούνταν σχεδόν σε όλες τις περιοχές της Μεσογείου που είχαν εμπορική σημασία.

Η οικονομική ανάπτυξη της πόλης ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο με την κυκλοφορία του δικού της νομίσματος, που διευκόλυνε ακόμα περισσότερο τις εμπορικές συναλλαγές. Η Θεσσαλονίκη απέκτησε δικαίωμα νομισματοκοπίας το 187 π.Χ. Το δικαίωμα αυτό παραχωρήθηκε (όπως και σε άλλες πόλεις της Μακεδονίας) από τον Φίλιππο Ε’.

Η Θεσσαλονίκη αποτελούσε μέρος του βασιλείου της Μακεδονίας έχοντας σχετική αυτονομία στη διοίκηση της. Η οργάνωση της πόλης ακολουθεί τα πρότυπα των άλλων ελληνικών πόλεων, με βουλή και εκκλησία του δήμου. Στην λειτουργία της πόλης επεμβαίνει η κεντρική διοίκηση του Μακεδονικού βασιλείου με τους εκεί εκπρόσωπους του και την έκδοση βασιλικών διαγραμμάτων. Η παρέμβαση της κεντρικής διοίκησης δεν είχε ως στόχο μόνο την εσωτερική λειτουργία της πόλης, αλλά και τον έλεγχο στις σχέσεις που είχε η Θεσσαλονίκη με τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις.

Παράλληλα με το εμπόριο και τη βιοτεχνία που άνθιζε στην Θεσσαλονίκη, αναπτύχθηκε στις γύρω περιοχές η γεωργία και η κτηνοτροφία. Η εύφορη γη και η δυνατότητα άρδευσης βοήθησαν στην παράγωγη ποικίλων προϊόντων.

Η Θεσσαλονίκη κατά τη Ρωμαϊκή εποχή

Η Μακεδονία και μαζί η Θεσσαλονίκη υποτάσσεται στους Ρωμαίους το 168 π.Χ. μετά την μεγάλη νίκη του ύπατου Λεύκιου Αιμίλιου Παύλου έναντι του Περσέα τελευταίου βασιλιά της Μακεδονίας.

Η Θεσσαλονίκη βρέθηκε υπό τον έλεγχο του Αιμίλιου Παύλου. Η Μακεδονία χωρίστηκε σε τέσσερις διοικητικές περιφέρειες («μερίδες») με στόχο να αποφευχθεί μελλοντική συμμαχία ενάντια στη Ρώμη. Η Θεσσαλονίκη έγινε η πρωτεύουσα της δεύτερης περιφέρειας (Macedonia secunda), που εκτεινόταν από τον Στρυμόνα μέχρι τον Αξιό. Οι υπόλοιπες περιφέρειες είχαν ως κέντρα την Αμφίπολη, την Πέλλα, και την Ηράκλεια της Πελαγονίας.

Η σημαντικότερη εξέγερση κατά της Ρώμης οργανώθηκε από τον Αδραμυτιανό Ανδρίσκο. Η ήττα του στρατού του από τον Κόντιο Καικίλιο Μάτελλο οριστικοποίησε την κυριαρχία της Ρώμης στην περιοχή. Οι τέσσερις επαρχίες ενώθηκαν και ανακηρύχθηκαν Ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας.

Στην ανάδειξη της Θεσσαλονίκης ως σημείο αναφοράς της επαρχίας της Μακεδονίας ευνόησε η στρατηγική της θέση, άλλα και η στάση που τήρησαν οι κάτοικοι της κατά την εξέγερση του Ανδρίσκου.
Η Θεσσαλονίκη απέκτησε τεράστια σημασία στο πλαίσιο αυτής της νέας διευρυμένης επαρχίας και αντιμετωπίζεται με εύνοια από τους Ρωμαίους. Επιλέχθηκε ως έδρα του Ρωμαίου διοικητή της Μακεδονίας, διατηρεί την παλιά της πολιτική οργάνωση και έχει το δικό της νόμισμα. Η ζωή των κατοίκων της Θεσσαλονίκης ωστόσο δεν ήταν καθόλου εύκολη.Η βαριά φορολογία και η λεηλασία του πλούτου της πόλης από τους εκάστοτε διοικητές δοκίμαζαν τις αντοχές των κατοίκων.

Το ενδιαφέρον των Ρωμαίων για την Ανατολή συμβάλει στην ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης. Η πόλη γίνεται σημαντικός στρατιωτικός και εμπορικός σταθμός μετά και την κατασκευή της Εγνατίας οδού (146- 120 π.Χ.) από τον ανθύπατο Γναίο Εγνάτιο. Ο σπουδαίος αυτός δρόμος ξεκινούσε από την τις ανατολικές ακτές της Αδριατικής, και έφτανε ως τον Έβρο. Η Εγνατία συνδεόταν με τη δυτική είσοδο της πόλης και ακολουθούσε περίπου τον σημερινό δρόμο προς Καβάλα. Η Εγνατία οδός που διασχίζει σήμερα το κέντρο της πόλης αποτελεί προέκτασή της.

Η επέκταση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας προς βορρά, αναβαθμίζει ακόμα περισσότερο τη Θεσσαλονίκη καθώς αποτελεί τη βασική έξοδο από το βορρά προς τη θάλασσα.

Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου της Ρώμης μεταξύ των δημοκρατικών και των αυτοκρατορικών, η Θεσσαλονίκη αποτέλεσε σημαντικό κέντρο εξελίξεων. Ο Πομπήιος μαζί με πιστούς σε αυτόν ύπατους και συγκλητικούς, εγκαθίσταται για λίγο στη Θεσσαλονίκη. Μετά τον θάνατο του Ιουλίου Καίσαρα (42 π.Χ), οι δολοφόνοι του, Βρούτος και Κάσσιος καταφεύγουν στη Μακεδονία. Η Θεσσαλονίκη υποστηρίζοντας τους αυτοκρατορικούς, Αντώνιο και Οκταβιανό, αρνήθηκε να δεχτεί τους Βρούτο και Κάσσιο. Χαρακτηριστική είναι και η αντίδραση του Βρούτου, πριν τη μάχη των Φιλίππων, που υποσχέθηκε ότι θα επιτρέψει στους στρατιώτες του να λεηλατήσουν τη Θεσσαλονίκη εάν νικούσαν.

Μέτα τη μάχη των Φιλίππων, οι Θεσσαλονικείς υποδέχονται τους νικητές Αντώνιο και Οκταβιανό με ιδιαίτερες τιμές, και στήνεται τιμητική αψίδα προς τιμήν τους. Οι νικητές ανταμείβουν τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης για τη στάση τους, ανακηρύσσοντάς την «ελεύθερη πόλη». Η Θεσσαλονίκη αποκτά αρκετά προνόμια και οι κάτοικοι απαλλάσσονται από τη φορολογία.

Στα χρόνια που ακολουθούν η πόλη απολαμβάνει την ειρήνη και η επέκταση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας προς την ανατολή και τον βορά απομακρύνουν τον κίνδυνο επιθέσεων από τα βαρβαρικά φύλα. Η Θεσσαλονίκη ως «ελεύθερη πόλη» εξελίσσεται ως κέντρο πολιτισμού στα Βαλκάνια. Διοργανώνονται μεγάλες γιορτές τα Ολύμπια και τα Πύθια, μουσική και γυμναστικοί αγώνες, αντίστοιχοι αυτών της Ολυμπίας.

Ο Απόστολος Παύλος κηρύσσει στη Θεσσαλονίκη το 50 μ.Χ. η οποία έγινε η «Χρύση Πύλη» για τη διάδοση του Χριστιανισμού στην Ευρώπη. Ο Απόστολος Παύλος κηρύσσει αρχικά στην Εβραϊκή συναγωγή της πόλης και ακολουθούν συγκεντρώσεις πιστών σε σπίτια και δημόσιους χώρους.

Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, δυσαρεστημένοι με τη μεγάλη απήχηση του κηρύγματος του Απόστολου Παύλου αντέδρασαν. Ο απόστολος εκδιώκεται από την πόλη, όμως παρά τις αντιδράσεις αρκετοί κάτοικοι της πόλης ασπάστηκαν τις ιδέες του Χριστιανισμού και δημιουργούν την πρώτη χριστιανική κοινότητα. Η Θεσσαλονίκη τους επόμενους αιώνες θα αποτελέσει σημείο αναφοράς του χριστιανικού κόσμου.

Στα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ παρατηρείται κινητικότητα στη βαλκανική χερσόνησο και νέοι κίνδυνοι απειλούν την Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη, η οποία αποτελεί το σημαντικότερο σταυροδρόμι της περιοχής. Η Θεσσαλονίκη δέχεται τρεις Επιδρομές των Γότθων την περίοδο 254-269. Και στις τρεις κατάφερε να μείνει όρθια και να απωθήσει τους εισβολείς χάρη στα ισχυρά της τείχη και την σθεναρή αντίσταση των κατοίκων της.

Σε μια περίοδο εντόνων εξελίξεων στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, το 293 μ.Χ. ιδρύεται η Τετραρχία και η αυτοκρατορία κυβερνάται από τους Διοκλητιανό, Μαξιμιανό, Κωνστάντιο Χλωρό και Γαλέριο. Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία πλέον αποτελείται από δυο τμήματα, το ανατολικό και το δυτικό. Ο Διοκλητιανός και ο Γαλέριος διοικούν το ανατολικό τμήμα και ο Μαξιμιανός με τον Κωνσταντίνο τον Χλωρό το δυτικό τμήμα. Έδρα του Γαλερίου μετά το Σίρμιο έγινε η Θεσσαλονίκη στην οποία έχτισε σημαντικά ρωμαϊκά δημόσια κτήρια. Το Γαλεριανό Ανάκτορό, τη Ροτόντα, την Αψίδα του Γαλέριου (Καμάρα), τον ιππόδρομο, και την Ρωμαϊκή Αγορά.

Όταν ξεκίνησαν οι διωγμοί των Χριστιανών, με διαταγή του Γαλέριου συλλαμβάνεται και εκτελείται με μαρτυρικό θάνατο ο Άγιος Δημήτριος, ο οποίος είχε αναλάβει πλούσια φιλανθρωπική και θρησκευτική δράση για να μεταδώσει τις Χριστιανικές ιδέες.

Μετά τον Θάνατο του Διοκλητιανού και του Μαξιμιανού η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία βρίσκεται στη δύση της και παρακμάζει. Εξωτερικοί και εσωτερικοί παράγοντες προκαλούν μετατόπιση του ενδιαφέροντος στην ανατολή έως ότου αντικατασταθεί οριστικά από την Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Ροτόντα, Θεσσαλονίκη
Ροτόντα

Η Θεσσαλονίκη κατά τη Βυζαντινή εποχή

Ο 4oς αιώνας φέρνει μεγάλες αλλαγές στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και κατ’ επέκταση στη Θεσσαλονίκη. Σταματούν οι διωγμοί των χριστιανών και ο χριστιανισμός επικρατεί οριστικά ως η κύρια θρησκεία. Η πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας μεταφέρεται στην Κωνσταντινούπολη (330) και η Θεσσαλονίκη μπαίνει σε μια νέα πορεία συμβασιλεύουσας . Η Βυζαντινή Θεσσαλονίκη εξελίσσεται σε σημαντικό κέντρο χριστιανισμού και συχνά αποτελεί σημείο αναφοράς στις πολιτικές εξελίξεις της αυτοκρατορίας.

Η Θεσσαλονίκη χάρη στην ισχυρή γεωπολιτική της θέσει παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην οικονομική και πνευματική εξέλιξη της ευρύτερης περιοχής. Στους αιώνες που ακολουθούν εμφανίζονται νέοι κίνδυνοι που απειλούν την πόλη.

Το 322/23 βρίσκεται στην πόλη ο Μέγας Κωνσταντίνος κατά τις προετοιμασίες για την επερχόμενη σύγκρουση του με τον Λικίνιο, διοικητή του ανατολικού τμήματος της αυτοκρατορίας. Κατά τη διαμονή του στην Θεσσαλονίκη κατασκευάζει λιμάνι στο νοτιοδυτικό άκρο της πόλης για να οργανώσει εκεί τον ισχυρό του στόλο. Ο Κωνσταντίνος νικά τον Λικίνιο και τον αιχμαλωτίζει, για να τον στείλει εξόριστο στη Θεσσαλονίκη όπου μετά από λίγους μήνες θανατώνεται με εντολή του πρώτου.

Το 379 ο Μέγας Θεοδόσιος κάνει τη Θεσσαλονίκη έδρα του για να αντιμετωπίσει τους Γότθους οι οποίοι κατά ομάδες λεηλατούσαν την Μακεδονία, τη Θράκη και την Θεσσαλία. Αφού νίκησε τους Γότθους (378) προχώρησε σε ανοικοδόμηση των τειχών και ενίσχυσε την οχύρωση της πόλης. Ο Θεοδόσιος βαπτίζεται χριστιανός από τον αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης και εκδίδει διάταγμα με το οποίο ο χριστιανισμός γίνεται η επίσημη θρησκεία του κράτoυς .

Ο Θεοδόσιος πεθαίνει το 395 και μοιράζει το ρωμαϊκό κράτος στους δυο γιους του, τον Ονόριο στον οποίο παραχωρεί το δυτικό τμήμα με έδρα τη Ρώμη και τον Αρκάδιο το ανατολικό με έδρα την Κωνσταντινούπολη. Είναι η αρχή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και η Θεσσαλονίκη τους επόμενους αιώνες εξελίσσεται στο πλαίσιο της νέας αυτής αυτοκρατορίας.

Άβαροι και Σλάβοι εναντίον της Θεσσαλονίκης

Από τα μέσα του 6ου αιώνα η Θεσσαλονίκη και οι κάτοικοι της δοκιμάζονται συχνά από επιδρομές βαρβαρικών φύλων που λεηλατούν την ύπαιθρο και απειλούν μεγάλες πόλεις, όμως δεν καταφέρνουν να κάμψουν την αντίσταση των Θεσσαλονικέων χάρη στη γενναιότητα τους, τα ισχυρή τείχη και την «συνδρομή» του Αγίου Δημήτριου.

Το 597 (ή το 586) στην πρώτη πολιορκία των Αβαροσλάβων, με δεκάδες χιλιάδες άνδρες (η πηγή αναφέρει τον υπερβολικό αριθμό των 100.000) η Θεσσαλονίκη αμύνθηκε επιτυχώς.

Μερικά χρόνια αργότερα 5000 Σλάβοι, προσπαθούν να αιφνιδιάσουν και να εισβάλουν στην πόλη την παραμονή της εορτής του Αγίου Δημήτριου. Κατά τη διάρκεια της επίθεσης οι κάτοικοι τη πόλης παρακολουθούσαν την αγρυπνία στο ναό του πολιούχου και αμέσως ξεσηκώνονται για να αποκρούσουν τους εισβολείς, οι οποίοι υποχωρούν άτακτα.

Οι Σλάβοι πολιορκούν ξανά τη Θεσσαλονίκη το 615, από ξηρά και από θάλασσα. Σε μερικές μέρες ο στόλος τους από μονόξυλα καταστρέφεται από δυνατή τρικυμία και επωφελούμενοι από τη σύγχυση των επιτιθεμένων, οι Θεσσαλονικείς ορμούν και τους αναγκάζουν σε υποχώρηση. Για άλλη μια φορά ο Άγιος Δημήτριος βρίσκεται στο πλευρό των κατοίκων και σώζει την πόλη από την καταστροφή.

Το 618 Σλάβοι που ζουν στη Μακεδονία με τη συνδρομή των Αβάρων, πραγματοποιούν άλλη μια επιδρομή η οποία σταματά στα τείχη της Θεσσαλονίκης.

Μέτα τον καταστροφικό σεισμό του 620, σλαβικά φύλα θέλοντας να επωφεληθούν από την γενικευμένη σύγχυση που επικρατεί στην πόλη, προσπαθούν να εισβάλουν. Όμως ενισχύσεις από την Κωνσταντινούπολη φτάνουν έγκαιρα και έτσι αποτυγχάνει και αυτή η επίθεση.

Η Θεσσαλονίκη σώζεται άλλη μια φορά το 675-677 από την επίθεση των Σλάβων, που όμως συνεχίζουν να λεηλατούν την ύπαιθρο. Έτσι ο Ιουστινιανός Β’ ο Ρινότμητος το 688 νικά τους Βουλγάρους και τους Σλάβους και εισέρχεται θριαμβευτικά στη Θεσσαλονίκη. Χιλιάδες Σλάβοι από τη Μακεδονία μεταφέρονται στη Μ. Ασία.

Ύστερα από την αποδυνάμωση των σλαβικών φυλών, η περιοχή γνωρίζει ειρήνη και οι σχέσεις των Σλάβων, που είχαν παραμείνει και των Ελλήνων, περνούν σε νέα διάσταση αναπτύσσοντας εμπορικές και πολιτισμικές σχέσεις. Η Θεσσαλονίκη γνωρίζει οικονομική και πνευματική άνθηση, η εύφορη ύπαιθρος καλλιεργείται εντατικά, η βιοτεχνία αναπτύσσεται, το εμπόριο ακμάζει με εμπορεύματα και προϊόντα που ταξιδεύουν από θάλασσα και από στεριά. Άλλωστε εδώ και αιώνες το λιμάνι της Θεσσαλονίκης και η Εγνατία οδός, παίζουν σημαντικό ρόλο όχι μόνο στο εμπόριο αλλά και στη μετάδοση γνώσης και πολιτισμού.

Κύριλλος και Μεθόδιος

Στις αρχές του 9ου αιώνα γεννιούνται στη Θεσσαλονίκη δυο αδέρφια που έμελλε να αναλάβουν το δύσκολο έργο της μετάδοσης του χριστιανισμού και του βυζαντινού πολιτισμού στους Σλάβους της Βαλκανικής. Οι Κύριλλος και Μεθόδιος, γιοι στρατιωτικού αξιωματούχου της Θεσσαλονίκης, εντάχθηκαν στο σχέδιο του Βυζαντίου για τον εκχριστιανισμό των σλαβικών λαών. Τα δυο αδέρφια δημιουργούν την αλφάβητο των Σλάβων, μεταφράζουν κείμενα στην παλαιοσλαβική και δημιουργούν τα πρώτα έργα της σλαβικής φιλολογίας.

Άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Σαρακηνούς

Η ευημερία και η πρόοδος της πόλης διακόπτεται βίαια στις αρχές του 10ου αιώνα με την εμφάνιση των Σαρακηνών πειρατών στον κόλπο του Θερμαΐκού. Από το 824 Σαρακηνοί έχουν καταλάβει την Κρήτη και με ορμητήριο τα λιμάνια της λεηλατούν τα νησιά και τις πόλεις του Αιγαίου. Ο Βυζαντινός στόλος δεν καταφέρνει να τους αναχαιτίσει και εκείνοι βρίσκουν την ευκαιρία να κινηθούν προς τη Θεσσαλονίκη με αρχηγό τους τον εξωμότη Λέοντα Τριπολίτη. Στην παρούσα φάση η Θεσσαλονίκη είναι μάλλον απροετοίμαστη για ένα τέτοιο κίνδυνο με ελλειπή οχυρωματικά τείχη και αλλαγές στη διοίκηση που καθυστερούν ακόμη περισσότερο την προετοιμασία της πόλης. Οι Σαρακηνοί εμφανίζονται στο Θερμαϊκό κόλπο μπροστά στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης το πρωί της 29ης Ιουνίου του 904. Την τρίτη ημέρα της πολιορκίας οι Σαρακηνοί πειρατές πραγματοποιούν έφοδο δια θαλάσσης έχοντας κατασκευάσει ξύλινους πύργους πάνω στα καράβια τους, που ξεπερνούν σε ύψος το θαλάσσιο τείχος. Με αυτόν τον τρόπο κατορθώνουν να εισβάλλουν στην πόλη προκαλώντας χάος και πανικό στους κατοίκους της.

Σφαγές και λεηλασίες ακολούθησαν την εισβολή και διήρκεσαν δέκα ημέρες. Χιλιάδες αιχμάλωτοι και λάφυρα φορτώθηκαν στα πλοία με προορισμό την Κρήτη και τα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Παρά τη μεγάλη καταστροφή, η πόλη ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες της. Τα θαλάσσια τείχη επισκευάζονται και η πόλη συνεχίζει να ακμάζει.

Βούλγαροι εναντίον της Θεσσαλονίκης

Κατά την περίοδο της Μακεδονικής Δυναστείας (867-1059) οι Βούλγαροι ηγεμόνες Συμεών (893-927) και Σαμουήλ (976-1014) προχωρούν σε αλλεπάλληλες επιδρομές στις περιοχές της Βαλκανικής και απειλούν τη Θεσσαλονίκη που χρησιμοποιείται ως κέντρο των πολεμικών επιχειρήσεων έναντι των Βουλγάρων. Το 1014 μετά το θάνατο του Σαμουήλ, η Βουλγαρία γίνεται βυζαντινή επαρχία. Η αυτοκρατορία του Βυζαντίου φτάνει τότε στη μεγαλύτερή της έκταση έχοντας σαν βόρειο σύνορα τον Δούναβη.

Το 1040 οι Βούλγαροι επαναστατούν με αρχηγό τον Πέτρο Δελεάνου ο οποίος ανακηρύσσεται τσάρος. Ο στρατός του κατευθύνεται προς το νότο καταλαμβάνοντας περιοχές και πολιορκεί τη Θεσσαλονίκη με 40.0000 άντρες. Με μια ηρωική έξοδο των κατοίκων, στο πλευρό των οποίων βρίσκεται για άλλη μια φορά ο Άγιος Δημήτριος, απωθούν τους εχθρούς και λύεται η πολιορκία.

Νορμανδοί στη Θεσσαλονίκη

Οι Νορμανδοί μετά την κατάληψη βυζαντινών επαρχιών στη Νότια Ιταλία επιχειρούν εκστρατείες έναντι των ανατολικών επαρχιών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Το 1185 καταλαμβάνουν το Δυρράχιο το όποιο αποτελούσε την αρχή της Εγνατίας οδού και πολιορκούν τη Θεσσαλονίκη από στεριά και θάλασσα με 80.000 στρατιώτες και 200 καράβια. Παρά τη γενναία αντίσταση των κατοίκων και τα ισχυρά τείχη, η ανικανότητα της διοίκησης και η ελλιπής οργάνωση της άμυνας, οδήγησαν στην κατάληψη της πόλης από τους Νορμανδούς στις 24 Αυγούστου του 1185.

Η Θεσσαλονίκη ακόμη μια φορά μετά την επέλαση των Νορμανδών έζησε σφαγές βιασμούς και λεηλασίες, ανάλογης σκληρότητας με αυτές των Σαρακηνών πειρατών. Η Νορμανδική καταπίεση διήρκεσε έναν χρόνο. Μέτα την ήττα του νορμανδικού στρατού κοντά στην Αμφίπολη αποχωρούν από τη Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη.

Η Φραγκοκρατία στη Θεσσαλονίκη (1204-1224)

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 από τους Φράγκους της 4ης σταυροφορίας, ακολουθεί και η παράδοση της Θεσσαλονίκης. Η βυζαντινή αυτοκρατορία διαλύεται και στη θέση της δημιουργούνται φράγκικα και ελληνικά κράτη.

Η Θεσσαλονίκη μαζί με άλλες περιοχές της Μακεδονίας παραχωρείται στον Βονιφάτιο τον Μομφερατικό, ο οποίος ιδρύει το Φράγκικο βασίλειο της Θεσσαλονίκης. Το 1205 ενώ ο Βονιφάτιος βρίσκεται σε εκστρατεία στη Νότια Ελλάδα, πληροφορείται από τη σύζυγό του Μαρία την Ουγγρική για τις μυστικές συνεννοήσεις των κατοίκων της Θεσσαλονίκης με τον Βούλγαρο τσάρο Ιωαννίτση. Μετά από λίγο οι Βούλγαροι αποχωρούν και ο Βονιφάτιος επιστρέφει εσπευσμένα στη Θεσσαλονίκη όπου και τιμωρεί σκληρά τους υπεύθυνους.

Μετά το θάνατο του Βονιφάτιου το 1207 ο Ιωαννίτσης προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία και πολιορκεί τη Θεσσαλονίκη. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας ο Ιωαννίτσης δολοφονείται στη σκηνή του, η πολιορκία παύει και η πόλη σώζεται. Οι κάτοικοι αποδίδουν τη σωτηρία τους στην επέμβαση του πολιούχου της πόλης τον Άγιο Δημήτριο.

Η Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα Ελλήνων Ηγεμόνων (1224-1246)

Το 1224 μπαίνει νικητής στη Θεσσαλονίκη ο ηγεμόνας της Ηπείρου, Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας και στέφεται βασιλιάς την άνοιξη του ίδιου έτους. Ως βασιλιάς της Μακεδονίας καταλαμβάνει πολλές περιοχές και επεκτείνει το βασίλειό του από την Αδριατική και το Ιόνιο έως τον Έβρο με απώτερο στόχο την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης και την ανασύσταση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας .

Όμως το 1230 ο Θεόδωρος Δούκας χάνει τη μάχη της Κλοκονίτσας κοντά στον Έβρο από τον τσάρο των Βουλγάρων Ιωάννη Ασάν Β’ ο οποίος τον αιχμαλωτίζει. Σύντομα πολλές περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης περνούν στα χέρια του Ασάν. Το βασίλειο της Θεσσαλονίκης συρρικνώθηκε και τη διοίκηση αναλαμβάνουν συγγενείς του Θεοδώρου έως το 1246. Το 1246 η Θεσσαλονίκη περνάει στα χέρια του αυτοκράτορα της Νίκαιας Ιωάννη Δούκα Βατάτζη. Τη διοίκηση της αναλαμβάνει ο Ανδρόνικος Παλαιολόγος, πατέρας του μετέπειτα αυτοκράτορα Μιχαήλ Η’.

Η Θεσσαλονίκη ξανά Συμβασιλεύουσα

Ο Μιχαήλ Η’ ανακτά την Κωνσταντινούπολη το 1261, και τερματίζει τη Λατινοκρατία. Προχωρά στην ανασυγκρότηση του βυζαντινού κράτους που όμως είναι περιορισμένη, γεωγραφικά και οικονομικά αντιμετωπίζοντας σοβαρά προβλήματα. Η απώλεια πλούσιων εδαφών και τα εμπορικά προνόμια που έχουν παραχωρηθεί σε σημαντικές εμπορικές πόλεις της Ιταλίας, κυρίως της Γένουας και της Βενετίας αποδυναμώνουν περισσότερο την αυτοκρατορία.

Στις αρχές του 14ου αιώνα η Θεσσαλονίκη αντιμετωπίζει έναν νέο εχθρό. Καταλανοί μισθοφόροι που πολιορκούν την πόλη. Οι Καταλανοί είχαν προσληφθεί από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β’ για να αναχαιτίσει τις επιθέσεις των Τούρκων στη Μικρά Ασία. Όμως με αφορμή την αδυναμία πληρωμής από τον Ανδρόνικο προχώρησαν σε λεηλασίες στη Μακεδονία και τη Θράκη. Μετατρέπουν τη χερσόνησο της Κασσάνδρας σε ορμητήριο για τις επιδρομές τους στο Άγιο Όρος και τη Χαλκιδική. Οι Καταλανοί μισθοφόροι εμφανίζονται μπροστά στα τείχη της Θεσσαλονίκης την άνοιξη του 1308 και πολιορκούν την πόλη. Ενισχύσεις φτάνουν έγκαιρα από την Κωνσταντινούπολη και έτσι η πόλη σώζεται από βέβαιη καταστροφή. Οι Καταλανοί μετά την ήττα τους στρέφονται προς τη νότια Ελλάδα.

Κατά τον 14ο αιώνα παρά την αποδυνάμωση και την γενικότερη παρακμή της βυζαντινής αυτοκρατορίας η Θεσσαλονίκη αναπτύσσεται και προοδεύει. Αναδεικνύεται σε σημαντικό κέντρο πολιτισμού όπου αναπτύσσονται τα γράμματα και οι τέχνες. Η ιδιότυπη αυτοδιοίκηση της ενισχύει ακόμα περισσότερο την ανάπτυξη νέων ιδεών και πεποιθήσεων. Από κάθε σημείο της αυτοκρατορίας πολίτες καταφθάνουν στη Θεσσαλονίκη για να μαθητεύσουν δίπλα στους καλύτερους δασκάλους της εποχής. Κατά τον 14ο αιώνα αναδείχτηκαν σημαντικοί Θεσσαλονικείς φιλόσοφοι, νομικοί και καλλιτέχνες οι οποίοι άφησαν πίσω τους σημαντικό έργο.

Τον θάνατο του Ανδρόνικου Β’(1341) ακολουθεί μακροχρόνια εμφύλια διαμάχη για τη διαδοχή ανάμεσα στον νόμιμο αυτοκράτορα Ιωάννη Ε’ και τον Ιωάννη Καντακουζηνό στην διάρκεια της οποίας η Θεσσαλονίκη αποτελεί κέντρο πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων, με αποκορύφωμα το κίνημα των Ζηλωτών.

Θρησκευτικά και κοινωνικοπολιτικά κινήματα στη Θεσσαλονίκη

Ο 14ος αιώνας είναι ο χρυσός αιώνας για το Βυζάντιο και τη Θεσσαλονίκη αφού αναπτύχθηκαν η παιδεία, η ζωγραφική και ανεγέρθηκαν τα περισσότερα βυζαντινά μνημεία. Χαρακτηρίζεται όμως και ως αιώνας συγκρούσεων και κοινωνικών αναταραχών. Την περίοδο αυτή στο θρόνο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας βρίσκεται ο διάδοχος Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος.

Τον θρόνο όμως, διεκδικούν οι Ιωάννης Καντακουζηνός και Αλέξιος Απόκαυκος. Ο Καντακουζηνός έχει στο πλευρό του τους ευγενείς και ο Αποκαυκος, την αυτοκράτειρα Άννα μητέρα του Ιωάννη Ε Παλαιολόγου και τον λαό της Θεσσαλονίκης. Σε αυτό το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο σε πολλές πόλεις ξεσπούν διαμάχες και συγκρούσεις.

Αρχικά εκδηλώνεται το κίνημα των Ησυχαστών, οι οποίοι πρέσβευαν ότι η επαφή με το Θεό γίνεται με νοερή προσευχή σκύβοντας το κεφάλι στο στήθος. Ηγέτης των Ησυχαστών ήταν ο Γρηγόριος Παλαμάς.

Το αντίπαλο δέος με ηγέτη το μοναχό Βαρλαάμ τους κατηγόρησε ως ειδωλολάτρες και μυστικιστές. Τελικά η αναγνώριση από το πατριαρχείο των Ησυχαστών έδωσε τέλος στη διαμάχη. Αξίζει να σημειωθεί πως με την επικράτηση των Ησυχαστών η παιδεία και η φιλοσοφία καθυστέρησαν για την Θεσσαλονίκη αλλά ανέδειξαν την εκκλησιαστική τέχνη. Το κίνημα των Ζηλωτών, η πρώτη «Λαϊκή δημοκρατία» επικράτησε στη Θεσσαλονίκη κατά τον εμφύλιο των διεκδικητών του θρόνου. Μετά τη νίκη τους κατέλαβαν όλα τα δημόσια αξιώματα, εγκαθίδρυσαν λαϊκή αυτοδιοίκηση, κατάργησαν προνόμια της αριστοκρατίας και δήμευσαν περιουσίες πλουσίων.

Τα αντίποινα δεν άργησαν και οργανώθηκαν από την αυτοκρατορική κυβέρνηση. Οι Ζηλωτές ανατράπηκαν το 1349 και τη Θεσσαλονίκη κατέλαβε ο Ιωάννης Καντακουζηνός. Το κίνημα των Ζηλωτών προπαντός ήταν ένα κίνημα κοινωνικοπολιτικό έχοντας όμως- όπως πρόσταζε η εποχή – και θρησκευτικές αναφορές.

Χαρακτηρίζεται από ιδέες προοδευτικές για την εποχή και εναντιώνονται στους ευγενείς, στους πλούσιους και γενικά εναντίον των προνομιούχων, που είχαν συγκεντρώσει στα χέρια τους τον πλούτο και την εξουσία, καταδυναστεύοντας τον λαό.

Η Θεσσαλονίκη κατά την Τουρκοκρατία

Κατά την τελευταία πενηντακονταετία της η Βυζαντινή αυτοκρατορία παρήκμασε και αυτό εκμεταλλεύτηκαν οι Οθωμανοί, οι οποίοι άρχισαν να κατακτούν σταδιακά τις επαρχιακές πόλεις γύρω από τη Θεσσαλονίκη. Το 1430 δεν ήταν η πρώτη φορά που οι Τούρκοι κατέκτησαν τη Θεσσαλονίκη αφού το 1337 μετά από 4ετή πολιορκία, ο Βαγιαζίτ Α΄ έθεσε την πόλη σε φόρο υποτέλειας χωρίς ωστόσο να την συμπεριλάβει σε Οθωμανική Διοίκηση.

Στα επόμενα χρόνια αλλεπάλληλες επιθέσεις και πολιορκίες εξασθένησαν την πόλη και τους κατοίκους. Ο κυβερνήτης Ανδρόνικος τότε αποφασίζει να παραδώσει την Θεσσαλονίκη στους Βενετούς με τον όρο να σωθεί η πόλη. Η τυραννική στάση των Βενετών όμως απέναντι στους κατοίκους και η ελλιπής οχύρωση της πόλης οδήγησαν πολλούς από τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης να φύγουν και να εγκατασταθούν σε πιο ασφαλείς περιοχές.

Στις 29 Μαρτίου 1430 ο σουλτάνος Μουράτ Β΄καταλαμβάνει την πόλη και για δύο μερόνυχτα ο τούρκικος στρατός λεηλατεί, σκοτώνει και σκλαβώνει τους κατοίκους. Ο σουλτάνος θα προσευχηθεί για πρώτη φορά στην εκκλησία της Αχειροποιήτου η οποία ήταν η πρώτη εκκλησία που μετατράπηκε σε τζαμί.

Τα πρώτα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης δεν ξεπερνά τις 7000 ψυχές. Ο σουλτάνος αντιλήφθηκε σύντομα πως η πόλη πρέπει να αναγεννηθεί. Διατάζει τότε να εγκατασταθούν στην πόλη Μουσουλμάνοι από την περιοχή των Γιαννιτσών.

Παράλληλα επιτρέπει στους Εβραίους να κατοικήσουν στη Θεσσαλονίκη, οι οποίοι ειχαν διωχθεί από τη δυτική Ευρώπη. Σταδιακά απελευθερώθηκαν Χριστιανοί – για πολλούς από αυτούς πλήρωσε ο ίδιος ο Μουράτ Β΄τα λύτρα και προέτρεψε το ίδιο και τους αξιωματούχους του – και τους επιτράπηκε να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Οι περισσότεροι δημιούργησαν γειτονιές γύρω από τις εκκλησίες που δεν είχαν μετατραπεί σε τζαμιά.

Επίσημη απογραφή του 1519 καταγράφει το σύνολο των κατοίκων στη Θεσσαλονίκη που έφθανε του 29.220. (15.715 ήταν Εβραίοι, 6.875 Μουσουλμάνοι και 6.635 Χριστιανοί). Τα πρώτα χρόνια Τούρκοι και Έλληνες ζούσαν σε γειτονικές συνοικίες. Σταδιακά οι τρεις μεγάλες κοινότητες Μουσουλμάνοι, Εβραίοι και Χριστιανοί αρχίζουν να οριοθετούν άτυπα σύνορα και μετακινούνται σε διαφορετικούς οικισμούς.

Οι Μουσουλμάνοι θα εγκατασταθούν στην Άνω πόλη και την Ακρόπολη για να αποφύγουν τις ανθυγιεινές ξυλοσκέπαστες γειτονιές και να διατηρούν την πλήρη θέα και τον έλεγχο του υπόλοιπου πληθυσμού .Τα σπίτια τους χτίστηκαν με θέα τον Θερμαΐκό χωρίς ρυμοτομία, κάτι που ακόμη χαρακτηρίζει την περιοχή αυτή της Θεσσαλονίκης.

Οι Χριστιανοί ζούσαν κυρίως στο Ανατολικό τμήμα του κέντρου κατά μήκος της σημερινής Εγνατίας και γύρω από εκκλησίες που παρέμειναν χριστιανικές. Οι Εβραίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της αγοράς από την παραλία ως το ύψος της Εγνατίας στο νοτιοδυτικό τμήμα της πόλης. Η περιοχή ήταν η πιο ανθυγιεινή χωρίς νερό και χωρίς καθαριότητα. Πυρκαγιές εκδηλωνόταν συχνά και κατάκαιγαν τα ξύλινα σπίτια σε όλο το κέντρο. Ενώ επιδημίες, ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες, προκαλούσαν το θάνατο χιλιάδων ανθρώπων.

Ανάμεσα στις δύο συνοικίες, εκεί που σήμερα βρίσκουμε την Αρχαία Αγορά μέχρι την Εγνατία οδό είχαν εγκατασταθεί οι Ντονμέδες. Πρόκειται για Εβραίους που ακολούθησαν τη διδασκαλία του ψευδοπροφήτη Σαμπατάι Σεβή. Εμφανίστηκε και άρχισε να διδάσκει το 1655 ενώ αργότερα ασπάστηκε το Μωαμεθανισμό. Όσοι τον ακολούθησαν και εξισλαμίστηκαν απομακρύνθηκαν από τους υπόλοιπους Εβραίους τόσο θρησκευτικά αλλά και κοινωνικά. Οι Ντονμέδες ήταν κυρίως μορφωμένοι και εύποροι Εβραίοι.

Κάθε κοινότητα είχε τη δική της οργάνωση και επικεφαλής οριζόταν οι θρησκευτικοί τους ηγέτες. Στην Τουρκική δικαιοσύνη σπάνια κατέφευγαν οι Έλληνες ενώ οι Εβραίοι ποτέ. Οι μουσουλμάνοι εκπροσωπούνταν από τους πρόκριτους.

Οι λίγοι Ευρωπαίοι υπήκοοι, πρόξενοι, υπάλληλοι προξενείων και έμποροι είχαν σημαντικό κύρος και επηρέαζαν την οικονομική ζωή της Θεσσαλονίκης. Ζούσαν στη σημερινή περιοχή γνωστή ως Φραγκομαχαλάς. Όσοι Έλληνες και Εβραίοι συνεργαζόταν μαζί τους είχαν δικαίωμα σε φορολογικές απαλλαγές και άλλα προνόμια τα οποία πολλές φορές γινόταν λόγος έριδας και καβγάδων με τους υπόλοιπους. Οι Ευρωπαίοι υπήκοοι υπολογίζονται εκείνη την περίοδο περί τα 2000 άτομα.

Η οικονομική ζωή της Θεσσαλονίκης επηρεαζόταν από τους Έλληνες και τους Εβραίους και από κοινού βρισκόταν σε έντονο συναγωνισμό με το Φράγκικο στοιχείο που εξυπηρετούσαν κυρίως συμφέροντα των χωρών τους.

Κατά τη διάρκεια των πρώτων αιώνων της Οθωμανικής κυριαρχίας, η Θεσσαλονίκη παρήκμασε και ολοκληρώθηκε ο εξισλαμισμός της πόλης. Αυτό επιτεύχθηκε με την μετατροπή των εκκλησιών σε τζαμιά. Για τους μουσουλμάνους τα τζαμιά αποτελούσαν κέντρα για τη θρησκευτική και εκπαιδευτική ζωή τους. Συνολικά είχαν καταγραφεί 38 μιναρέδες και 49 συνοικιακά τεμένη. Ανάλογης σημασίας για τη ζωή των μουσουλμάνων ήταν οι τεκέδες. Πρόκειται για θρησκευτικά ιδρύματα που ζούσαν οι δερβίσηδες. Ο ρόλος των δερβίσηδων κάλυπτε την ιατρική, τη θρησκεία και καθημερινές συμβουλές διαβίωσης αφού βρισκόταν πιο κοντά στο λαό σε σχέση με τους θρησκευτικούς ηγέτες του. Ο μεγαλύτερος τεκές στη Θεσσαλονίκη ήταν των Μεβλελήδων – των περιστρεφόμενων δερβίσηδων – και βρισκόταν δυτικά, εκεί που καταλήγει η οδός Αγίου Δημητρίου.

Πολύ σημαντικά και απαραίτητα για την κάθαρση των πιστών ήταν τα Λουτρά. Στη Θεσσαλονίκη το πρώτο λουτρό χτίστηκε από τον Μουράτ, τα γνωστά λουτρά Παράδεισος. Είναι διπλό λουτρό με ξεχωριστή είσοδο για άντρες και για γυναίκες και λειτουργούσε χωρίς διακοπή ως το 1968. Άλλα τουρκικά μνημεία στη Θεσσαλονίκη είναι το Μπεζεστένι, σκεπαστή κλειστή αγορά επί της οδού Βενιζέλου κοντά στην Εγνατία. Εκεί εμπορευόταν χρυσάφι, μεταξωτά και πολυτελή υφάσματα. Χτίστηκε στα τέλη του 15ου αι από τον Βαγιαζίτ Β΄.

Το Αλατζά Ιμαρέτ λειτουργούσε και ως πτωχοκομείο. Πήρε το όνομά του «Αλατζά» από τις πολύχρωμες διακοσμήσεις του. Τέλος ο Πύργος του Αίματος, η διαβόητη φυλακή που ένωνε το Ανατολικό με το Παραλιακό τείχος της Θεσσαλονίκης. Σήμερα είναι γνωστός σε όλους, αφού είναι η εικόνα της πόλης, ο Λευκός Πύργος και χτίστηκε περίπου το 1535. Αρχικά ήταν χώρος θλίψης και πόνου αφού τα βασανιστήρια και οι αποκεφαλισμοί των φυλακισμένων από τους Γενίτσαρους λάμβαναν μέρος σε καθημερινή βάση. Αυτός ήταν ο λόγος που πήρε την αρχική του ονομασία Πύργος του Αίματος. Σήμερα ο Λευκός Πύργος λειτουργεί ως Μουσείο, στεγάζει και εξιστορεί την ιστορία της Θεσσαλονίκης με χρήση σύγχρονου οπτικοακουστικού εξοπλισμού.

Ο 18ος αι βρίσκει την νεόδμητη Ελληνική αστική τάξη σε άνθιση και ιδρύονται τα πρώτα σχολεία και οι πρώτοι σύλλογοι. Η Ελληνική κοινότητα ενισχύεται ενώ παρατηρούνται τα πρώτα σημάδια εθνικής αφύπνισης.

Οι μεγάλες αλλαγές ωστόσο πραγματοποιήθηκαν κατά τον 19ο αι στη Θεσσαλονίκη. Παρά το γεγονός ότι βρισκόταν ακόμη υπό Τουρκική κατοχή και απελευθερώθηκε μόλις το 1912, μεγάλες μεταρρυθμίσεις σηματοδότησαν την περιοχή. Η Ελληνική κοινότητα δραστηριοποιείται πιο έντονα, ανοίγουν σχολεία ανώτερης μόρφωσης, αρχίζουν να κυκλοφορούν οι πρώτες εφημερίδες και ξεκινά ο εξευρωπαϊσμός της Θεσσαλονίκης.

Το 1873 αρχίζει η σταδιακή κατεδάφιση του θαλάσσιου τείχους και δημιουργείται προκυμαία. Ο καθαρός αέρας συμβάλλει στην «απελευθέρωση» της πόλης από λοιμούς και επιδημίες. Η πόλη αρχίζει να επεκτείνεται προς τη συνοικία των Εξοχών. Είναι η σημερινή Βασιλίσσης Όλγας όπου άρχισαν να χτίζονται οι εξοχικές κατοικίες των πλούσιων Θεσσαλονικέων. Στη συνέχεια έγιναν μόνιμες κατοικίες που τις προτιμούσαν οι οικονομικά εύρωστοι κάτοικοι ανεξαρτήτως εθνικότητας.

Η Θεσσαλονίκη συνδέεται σιδηροδρομικώς με την Κωνσταντινούπολη και την Ευρώπη. Στα τέλη του 1800 κυκλοφορούν τα πρώτα τραμ στην πόλη, τα οποία είναι ιππήλατα. Θα γίνουν ηλεκτροκίνητα το 1907. Λίγο πριν, κατασκευάζεται το πρώτο τεχνητό λιμάνι της Θεσσαλονίκης από Γάλλους μηχανικούς.

Παρά τις ανατινάξεις κτιρίων από τους Βούλγαρους κομιτατζήδες και τις ένοπλες συγκρούσεις με τον Ελληνικό στρατό, που ορίζουν την αρχή του Μακεδονικού αγώνα, η Θεσσαλονίκη παραμένει τόπος σημαντικής γεωγραφικής και πολιτικής σημασίας.

Η Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης

Τον Οκτώβριο του 1912 η Θεσσαλονίκη απελευθερώνεται από τον νικηφόρο Ελληνικό στρατό. Ο Τούρκος διοικητής θα υπογράψει το πρωτόκολλο παράδοσης και η πόλη θα περάσει στην ελληνική επικράτεια χωρίς να γίνει μάχη. Η συνθήκη η οποία επισφράγισε επίσημα ότι η Θεσσαλονίκη προσαρτάται πλέον στο ελληνικό κράτος, υπεγράφη στο Βουκουρέστι το 1913.

Ο Ταξίν Πασάς παραδίδει τη Θεσσαλονίκη στο Διάδοχο Κωνσταντίνο
Ο Ταξίν Πασ΄άς παραδίδει τη Θεσσαλονίκη στο Διάδοχο Κωνσταντίνο

Στις 11 το πρωί της 25ης Οκτωβρίου έφθασαν στο Γενικό Στρατηγείο δύο Τούρκοι αξιωματούχοι από το επιτελείο του Ταξίν Πασά, διοικητή της πόλης, οι οποίοι προσκόμισαν ένα έγγραφο του, στο οποίο αναγγελλόταν ότι θα κατέφθανε μια επιτροπή από τους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων στη Θεσσαλονίκη και τον Σεφήκ Πασά για διαπραγματεύσεις. Πράγματι, λίγο μετά τις 2 το μεσημέρι, έφθασε με μια αμαξοστοιχία η επιτροπή και γνωστοποίησε στο Διάδοχο Κωνσταντίνο τους όρους του Ταξίν Πασά για τη παράδοση της Θεσσαλονίκης χωρίς μάχη. Ο Τούρκος διοικητής ζητούσε να αποσυρθεί με το στρατό και τον οπλισμό του στο Καραμπουρνού και να παραμείνει εκεί ως το τέλος του πολέμου. Ο αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος όμως απέρριψε τον όρο αυτό του Τούρκου Πασά. Το ίδιο όμως βράδυ άρχισαν να καταφθάνουν στο Γενικό Επιτελείο τηλεγραφήματα των Υπουργών Εξωτερικών και Στρατιωτικών, τα οποία ανέφεραν την κατάληψη των Σερρών από τους Βούλγαρους και εξέφραζαν φόβους για ταυτόχρονη άφιξη του ελληνικού και του βουλγαρικού στρατού στην πόλη του Αγίου Δημητρίου.

Την επομένη, στις 26 Οκτωβρίου, στις 5 το πρωί, επέστρεψε στο ελληνική Γενικό Επιτελείο ο Σεφήκ Πασάς, ο οποίος ανακοίνωσε ότι ο Ταξίν Πασάς δεχόταν όλους τους όρους, αλλά ζητούσε να του επιτραπεί να κρατήσει 5000 όπλα για την εκγύμναση των νεοσυλλέκτων. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από τον αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο και στον Τούρκο πληρεξούσιο δόθηκε δίωρη προθεσμία για να μεταφέρει την οριστική απάντηση του διοικητή του. Επειδή, όμως η προθεσμία έληξε χωρίς ανταπόκριση, δόθηκε εντολή στον ελληνικό στρατό να προελάσει προς τη Θεσσαλονίκη μετά τον Λουδία και τον Αξιό. Από την άλλη πλευρά, μέσα στη Θεσσαλονίκη, έπειτα από πολύωρη σύσκεψη με τους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων, ο Ταξίν Πασάς πείσθηκε να απεμπολήσει την αξίωση του για τη διατήρηση των 5000 όπλων και απέστειλε με έφιππους αξιωματικούς την έγγραφη απάντηση του, με την οποία αποδεχόταν όλους τους όρους του Έλληνα αρχιστρατήγου. Η απάντηση αυτή έφθασε στο ελληνικό Γενικό Επιτελείο στις 2 το μεσημέρι.

Αμέσως δόθηκε διαταγή στην 7η μεραρχία και σε δύο τάγματα ευζώνων να προελάσουν γρήγορα και να καταλάβουν τη Θεσσαλονίκη, ενώ ταυτόχρονα ο αρχιστράτηγος, έστειλε μήνυμα στον διοικητή της βουλγαρικής μεραρχίας στρατηγό Τεοντορώφ με το οποίο τον πληροφορούσε ότι επίκειτο η κατάληψη της Θεσσαλονίκης και εξέφραζε την άποψη ότι η βουλγαρική φάλαγγα καλό θα ήταν να στραφεί προς άλλη κατεύθυνση και να μη βαδίσει προς την πόλη. Γύρω στις 11 το βράδυ, δύο Έλληνες αξιωματικοί, οι Βίκτωρ Δούσμανης και Ιωάννης Μεταξάς) συνυπέγραψαν με τον Ταξίν Πασά το πρωτόκολλο της παράδοσης, σύμφωνα με όλους τους όρους τους οποίους είχε προτείνει η ελληνική πλευρά. Έτσι, στις 26 Οκτωβρίου του 1912, ακριβώς την ημέρα της εορτής του Αγίου Δημήτριου, του πολιούχου της, η Θεσσαλονίκη απελευθερωνόταν ύστερα από πολύχρονη δουλεία, η οποία είχε αρχίσει στις 30 Μαρτίου του 1430.

Η δοξολογία της απελευθέρωσης εψάλλει στον Άγιο Μηνά, εκκλησία που παρέμεινε ορθόδοξη για όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html



Please follow and like us:
error0

Ο Μανώλης Ανδρόνικος (1919-1992)

Ο Μανώλης Ανδρόνικος (Προύσα, 23 Οκτωβρίου 1919 – Θεσσαλονίκη, 30 Μαρτίου 1992) ήταν Έλληνας αρχαιολόγος.

Η προτομή του Μανώλη Ανδρόνικου απέναντι από το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης.
Η προτομή του Μανώλη Ανδρόνικου απέναντι από το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης.

Ο Βίος του Μανώλη Ανδρόνικου

Ο Μανώλης Ανδρόνικος γεννήθηκε στην Προύσα στις 23 Οκτωβρίου 1919. Ο πατέρας του, Λεωνίδας, ήταν από τη Σάμο και η μητέρα του από την Ίμβρο. Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή η οικογένειά εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη.

Μπήκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 1936, όπου προσωπικότητες όπως αυτή του καθηγητή Κωνσταντίνου Ρωμαίου, του κίνησαν σε πρώτο στάδιο το αρχαιολογικό του ενδιαφέρον. Ενώ ήταν φοιτητής, ο Ανδρόνικος εργάστηκε σαν βοηθός δίπλα στον Ρωμαίο στην ανασκαφή της Βεργίνας. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του το 1941, διορίστηκε φιλόλογος σε γυμνάσιο του Διδυμότειχου. Στη συνέχεια διέφυγε στη Μέση Ανατολή, κατατάχτηκε στον Ελληνικό Στρατό και πήρε μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις όπου υπηρέτησε ως λοχίας στο 8ο τάγμα της ΙΙ ταξιαρχίας η οποία εστάλη στην Τρίπολη της Κυρηναϊκής να φυλάει αιχμαλώτους λόγω ότι ήταν «δημοκρατική».

Μετά τον πόλεμο εργάστηκε στη σχολή «Σχοινά» της Θεσσαλονίκης και το 1949 διορίστηκε επιμελητής αρχαιοτήτων στην εφορεία Κεντρικής Μακεδονίας. Το 1952 έγινε καθηγητής Kλασικής Aρχαιολογίας στο  Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Το διάστημα 1954-1955 μετεκπαιδεύτηκε στην Οξφόρδη, δίπλα στον Σερ Τζον Μπίζλι (Sir John D. Beazley, 1954-1955). Το 1957 εξελέγη υφηγητής της Αρχαιολογίας (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης) με τη διατριβή «Λακωνικά ανάγλυφα». Το 1961 εκλέχτηκε έκτακτος καθηγητής της Β΄ έδρας Αρχαιολογίας και το 1964 τακτικός καθηγητής στην ίδια έδρα.

Ήταν παντρεμένος με την Ολυμπία Kακουλίδου (1921-2012), την οποία γνώρισε στη σχολή «Σχοινά». Αγαπούσε ιδιαίτερα τις τέχνες και τα γράμματα. Διάβαζε πολύ και υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Συλλόγου «Η τέχνη». Aγαπούσε τον Κωστή Παλαμά, τον Γιώργο Σεφέρη και τον Οδυσσέα Eλύτη.

Πραγματοποίησε πολλές ανασκαφικές έρευνες στη Βέροια, τη Νάουσα, το Κιλκίς, τη Χαλκιδική, τη Θεσσαλονίκη, αλλά το κύριο ανασκαφικό του έργο συγκεντρώθηκε στη Βεργίνα, όπου ανέσκαψε το σημαντικότατο νεκροταφείο τύμβων των γεωμετρικών χρόνων και συνέχισε σε συνεργασία με τον Γ. Μπακαλάκη την ανασκαφή του ελληνιστικού ανακτόρου που είχε αρχίσει το 1937 ο Κ. Α. Ρωμαίος, εκ μέρους του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Ο τάφος του Φίλιππου Β’ της Μακεδονίας

Η χρυσή λάρνακα του Φιλίππου Β' στους Βασιλικούς Τάφους Αιγών, στη Βεργίνα.
Η χρυσή λάρνακα του Φιλίππου Β’ στους Βασιλικούς Τάφους Αιγών, στη Βεργίνα.

Η κορυφαία στιγμή της καριέρας του θεωρείται η 8η Νοεμβρίου 1977, όταν στη Βεργίνα έφερε στο φως ένα από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά μνημεία, τον ασύλητο μακεδονικό τάφο ΙΙ της Μεγάλης Τούμπας. Διατύπωσε την άποψη ότι στο μνημείο αυτό τάφηκε ο Φίλιππος Β’, βασιλιάς της Μακεδονίας (359-336 π.Χ.). Στο εσωτερικό του τάφου διασώζονταν πολυάριθμα ευρήματα, μεταξύ των οποίων και αξιόλογα έργα τέχνης, τα οποία εκτίθενται στη Μεγάλη Τούμπα της Βεργίνας. Η ταυτότητα του νεκρού αμφισβητείται από μερίδα αρχαιολόγων, το 2008, ο ιστορικός Μιλιτιάδης Χατζόπουλος υποστήριξε ότι πρόκειται για τον τάφο του Φιλίππου Β’. Το 2010, επιστημονική μελέτη των οστών που βρέθηκαν στον τάφο απέρριψε την περίπτωση να πρόκειται για τον  Φίλιππο Γ’ τον Αρριδαίο και υποστήριξε ότι τα ευρήματα είναι συμβατά μόνο με τον Φίλιππο τον Β’. Νεότερη επιστημονική έρευνα που δημοσιεύθηκε στο αμερικανικό επιστημονικό περιοδικό Proceedings of the National Academy of Sciences υποστήριξε ότι ο τάφος που ο Μανώλης Ανδρόνικος απέδωσε στον Φίλιππο Β’ ανήκει όντως στον Αρριδαίο. Η σημασία του μνημείου είναι αναμφισβήτητη και θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις του 20ού αιώνα σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η προσφορά του Μανώλη Ανδρόνικου

Ο Βρετανός ιστορικός Νίκολας Χάμοντ αναφερόμενος στο έργο του Ανδρόνικου δήλωσε: «Στις πολλές επισκέψεις μου στη Βεργίνα θαύμασα την εκπληκτική δεινότητα του Ανδρόνικου και της ομάδας αρχαιολόγων και τεχνικών του, όπως και την τελειότητα των ερευνών τους υπό την καθοδήγησή του. Ήταν ο εξαιρετικός ανασκαφέας, μελετητής και ιστορικός τέχνης της γενιάς του, που ανέτρεψε άρδην την αντίληψή μας για την αρχαία Μακεδονία σε τέτοιο βαθμό που ποτέ δεν θα υπάρξει όμοιός του. Όπως φάνηκε και από την επιστολή που μου έστειλε, ήταν ένας εξαιρετικά γενναιόδωρος συνάδελφος, ένας τολμηρός στοχαστής και άνθρωπος της δράσης, στον οποίο οι απανταχού μελετητές πρέπει να αισθάνονται βαθύτατο χρέος».

Ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας Μιχάλης Τιβέριος αναφέρει πως ο Μανώλης Ανδρόνικος είχε πολύ σημαντική προσφορά στην κατανόηση των επιτύμβιων μνημείων. Στη διατριβή «Λακωνικά ανάγλυφα» έδειξε πως μια ομάδα αναγλύφων, που ως τότε θεωρούνταν επιτύμβια για αφηρωισμένους νεκρούς, ήταν αναθηματικά ανάγλυφα σε χθόνιες θεότητες. Στη μελέτη «Ελληνικά επιτάφια μνημεία» παρουσίασε μια συνολική εικόνα της μορφής και του ρόλου του επιτάφιου μνημείου των προϊστορικών και γεωμετρικών χρόνων. Στη μελέτη αυτή και την «Ομηρικά και Μυκηναϊκά έθιμα ταφής» ο Ανδρόνικος εκθέτει τις διαφορές που παρουσιάζει ο τρόπος ταφής στον μυκηναϊκό και τον γεωμετρικό κόσμο, και υποστηρίζει πως τα ταφικά έθιμα που αναφέρονται στον Όμηρο δεν είναι της Μυκηναϊκής εποχής αλλά φανερώνουν έθιμα και ιδέες των γεωμετρικών χρόνων. Ο Τιβέριος χαρακτηρίζει το έργο του Ανδρόνικου «Totenkult» (Λατρεία νεκρών)  «κλασικό έργο των αρχαιογνωστικών επιστημών».

Ο Μανώλης Ανδρόνικος υπήρξε μέλος του Αρχαιολογικού Συμβουλίου  (1964-1965), της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών, της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, της Association Internationale des Critiques d’ Art, καθώς και του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου  του Βερολίνου .

Έλαβε μέρος με ανακοινώσεις σε πολλά διεθνή συνέδρια. Προσκλήθηκε από γερμανικά πανεπιστήμια για διαλέξεις και σχεδόν απ’ όλα τα πανεπιστήμια της Ελλάδας. Διετέλεσε Κοσμήτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης (1968-1969). Μιλούσε εκτός της μητρικής του γλώσσας,  αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά.

Το 1992 του απονεμήθηκε ο Μεγαλόσταυρος του Φοίνικος. Mόνιμος κάτοικος Θεσσαλονίκης (επί της οδού Παπάφη), πέθανε στη Θεσσαλονίκη στις 30 Μαρτίου 1992.

Προς τιμήν του έχει ανεγερθεί η προτομή του απέναντι από το  Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, ενώ η οδός μπροστά από το Μουσείο φέρει το όνομά του. Στον Εύοσμο έχει ανεγερθεί το μαρμάρινο  Μνημείο Μανώλη Ανδρόνικου σε σχήμα αναθηματικής στήλης με λαξευμένο τον ήλιο της Βεργίνας και τα ονόματα των τριών σημαντικών πόλεων της ζωής του: Προύσα, Βεργίνα, Θεσσαλονίκη. Τιμητικά το όνομά του φέρουν πολλά σχολεία όπως το 2ο Γυμνάσιο  Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης, το Γυμνάσιο Βεργίνας και το 1ο Πειραματικό Λύκειο Θεσσαλονίκης.

Η εργογραφία του Μανώλη Ανδρόνικου

Άφησε πλούσιο συγγραφικό έργο και μελέτες, κυριότερα των οποίων είναι:

  • Αρχαίαι επιγραφαί Βεροίας, (1951)
  • Ο Πλάτων και η Τέχνη, (1952)
  • Πλάτωνος Φίληβος, (1957)
  • Toten Kult, (1968)
  • Έθιμα ταφής των ομηρικών χρόνων, (1968 στα γερμανικά στον τόμο «Ομηρική Αρχαιολογία»)
  • Βεργίνα, Ι, Το νεκροταφείο των Τύμβων, (1969)
  • Το ανάκτορο της Βεργίνας, (σε συνεργασία με άλλους) (1971)
  • Βεργίνα, οι βασιλικοί τάφοι και οι άλλες αρχαιότητες, (1984)

Και επίσης πολλές δημοσιεύσεις, με κυριότερες:

  • Ελληνικά επιτάφια μνημεία, (1961 – 1962) Διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο Institutional Repository – Library & Information Centre – University of Thessaly
  • Mycenean and Greek Writing, (1967)
  • Sarissa, (1970) κ.ά.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Μανόλης_Ανδρόνικος

Please follow and like us:
error0

Η Βέροια

Η Βέροια είναι πόλη της Μακεδονίας, έδρα του Δήμου Βέροιας και πρωτεύουσα του νομού Ημαθίας στην Κεντρική Μακεδονία. Είναι κτισμένη στους πρόποδες του Βερμίου. Είναι γνωστή για την παραδοσιακή αρχιτεκτονική στις παλαιές γειτονιές της και τις πολυάριθμες βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες της. Ο σημερινός δήμος Βέροιας προκύπτει από τη συνένωση των προϋπάρχοντων δήμων Βέροιας,  Βεργίνας, Μακεδονίδος, Δοβρά και Αποστόλου Παύλου, σύμφωνα με το πρόγραμμα Καλλικράτης, που εφαρμόστηκε την 1η Ιανουαρίου του 2011. Ο πληθυσμός του ενιαίου δήμου ανέρχεται στους 66.547 κατοίκους, ενώ η έκταση που καταλαμβάνει αγγίζει τα 791,43 τ.χλμ.

Η Βέροια
Η Βέροια

Ετυμολογία της λέξης «Βέροια»

Δεν υπάρχει ασφαλής προσδιορισμός της ετυμολογίας του ονόματος και υπάρχουν διάφορες εκδοχές περί αυτού. Σύμφωνα με γλωσσολόγους, η κατάληξη -ροια είναι παράγωγο του ρήματος ρέω και προσδίδεται σε πόλεις πλούσιες σε υδάτινα αποθέματα, πράγμα το οποίο ισχύει για την περιοχή της Βέροιας. Το ρήμα φέρω στην αρχαία ελληνική ενέχει και την έννοια είμαι πλούσιος σε κάτι, εξ ου και η λέξη φερνή, που σημαίνει  προίκα. Οι δε Τούρκοι κατακτητές την αποκαλούσαν  Καραφέρρια, δηλαδή Μαυρο-Βέροια λόγω της καταχνιάς κατά την υγρή χειμερινή περίοδο. Παλιότερα η λέξη ορθογραφόταν Βέρροια (με δύο ρω).

Μια άλλη γλωσσολογική ερμηνεία αποδίδει την ονομασία της Βέροιας στη φράση φέρειν ρόιας που σημαίνει παράγει ρόδια, πράγμα το οποίο επίσης ισχύει για την περιοχή. Τούτο, όμως, ενδέχεται και να μην ευσταθεί, γιατί κατά την άποψη των ειδικών δεν ήταν δυνατόν να ευδοκιμούν στην περιοχή οι ροδιές λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών κατά τη χειμερινή περίοδο.

Σύμφωνα με τη μυθολογία η Βέροια είναι κόρη του Ωκεανού και της Θέτιδος, ή κόρη του Αδώνιδος και της Αφροδίτης. Η πόλη λέγεται ότι κτίστηκε από το Μακεδόνα στρατηγό Φέρωνα, ο οποίος έδωσε στην πόλη το όνομά του (το γράμμα Φ εκείνη την εποχή στην περιοχή προφέρεται ως Β). Κατά την εκδοχή της μακεδονικής μυθολογίας η πόλη κτίστηκε από το βασιλιά Βέρητα, ο οποίος της έδωσε το όνομα της μιας από τις κόρες του. Τα ονόματα των γόνων του βασιλιά ήταν Βέροια, Μίεζα  και Όλγανος και Ορέστης.

Την ονομασία Βέροια πήραν από τη μακεδονική μητρόπολη πολλές πόλεις του κόσμου, όπως η Βέροια ή Βερόη της Θράκης (πλέον Στάρα Ζαγόρα της Βουλγαρίας), το μετονομασθέν Χαλέπι της Συρίας, τα Βέρρια ή Βέρροια της Λακωνίας, η Berea του Οχάιο των Η.Π.Α. (και άλλοι οικισμοί της Αμερικής), μια συνοικία του Γιοχάνεσμπουργκ της Αφρικής, κ.ά. 

Ιστορία της Βέροιας

Τα αρχαία χρόνια της Βέροιας

Γνωστή από την κλασική εποχή (ο Θουκυδίδης έγραψε για την πόλη), η Βέροια μεγάλωσε στις ελληνιστικές και ρωμαϊκές εποχές. Στις αρχές της ελληνιστικής εποχής οι Βεροιαίοι κατά διαταγή του Σελεύκου  επανίδρυσαν την συριακή πόλη Χαλυβώνα στη Βέροια. Από τη Βέροια σώζεται ο μόνος εξ Ελλάδος νόμος περί γυμνασίων (167 π.Χ.). Ο  Απόστολος Παύλος και ο Σίλας κήρυξαν στη Βέροια (σώζεται μέχρι και σήμερα το «Βήμα του Αποστόλου Παύλου»). Ο Λουκιανός το 145μ.Χ. περίπου μ.Χ. αναφέρει την Βέρροιαν ως πόλιν της Μακεδονίας μεγάλην και πολυάνθρωπον.

Η ακμή της Βέροιας

Η σπουδαιότερη και ενδοξότερη εποχή του παρελθόντος της Βέροιας, παρ’ όλα αυτά, είναι κατά τους ελληνιστικούς χρόνους και συγκεκριμένα στη διάρκεια της βασιλείας της τελευταίας δυναστείας των Μακεδόνων, των Αντιγονιδών, η καταγωγή της οποίας ήταν από αυτή την πόλη. Κατά μία εκδοχή μάλιστα η Βέροια πρωτοέγινε έδρα του «Κοινού των Μακεδόνων», είχε Βουλή, έκοβε δικό της νόμισμα, ενώ γίνονταν και αθλητικοί αγώνες, που ονομάζονταν «Ολύμπια» ή και «Αλεξάνδρεια» προς τιμήν του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Η Βέροια κατά στο Βυζάντιο και στην Οθωμανοκρατία

Η παρακμή της πόλης άρχισε κατά τους πρώτους Βυζαντινούς χρόνους, εξαιτίας των επιδρομών των σλαβικών φύλων. Ωστόσο, κατά τους μέσους Βυζαντινούς χρόνους απέκτησε μεγάλη σημασία και το 985 καταλήφθηκε από τους Βουλγάρους. Απελευθερώθηκε από το Βασίλειο Β΄.

O Αυτοκράτορας Ιωάννης Δούκας Βατάτζης ελευθερωτής της Βέροιας και της ευρύτερης Μακεδονίας κατά τον 13ο αι.
O Αυτοκράτορας Ιωάννης Δούκας Βατάτζης ελευθερωτής της Βέροιας και της ευρύτερης Μακεδονίας κατά τον 13ο αι.

Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, ο Βούλγαρος Κράλης Ιωαννίτζης εκμεταλλευόμενος τη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εισβάλει βίαια το 1205 στην περιοχή της Θράκης και της Μακεδονίας φθάνοντας έως τις Σέρρες. Η περιοχή ελευθερώνεται τελικά αργότερα από τον βυζαντινό Αυτοκράτορα Ιωάννη Δούκα Βατάτζη, ο οποίος ανέκτησε τη Βέροια, τις Σέρρες και άλλες σημαντικές πόλεις της Μακεδονίας.

Τον 14ο και 15ο αιώνα την πόλη εποφθαλμιούσαν οι Σέρβοι και αρκετές φορές κατάφεραν να την καταλάβουν από τους Βυζαντινούς. Το 1434  περιήλθε οριστικά στην Κατοχή των Οθωμανών. Στη διάρκεια της  Τουρκοκρατίας εγκαταστάθηκαν Μουσουλμάνοι και Εβραίοι. Το 1530 είχε 657 χριστιανικά και 234 μουσουλμανικά νοικοκυριά. Ταυτόχρονα, ειδικά το 17ο και 18ο αιώνα δημιουργήθηκε ελληνική αστική τάξη, εξαιτίας της ύπαρξης εμπόρων. Το 1822 συντελέστηκε η εξέγερση της πόλης εναντίον του τουρκικού ζυγού, με επικεφαλής τον Τάσο Καρατάσο. Από τη Βέροια ήταν οι οπλαρχηγοί της Επανάστασης του 1821 Γεώργιος Συρόπουλος, Αθανάσιος Συρόπουλος και οι άλλοι Συροπουλαίοι ή  «Σύροι», καθώς και οι αδερφοί Γεώργιος και Δημήτριος Κολέμης. Απελευθερώθηκε από τον ελληνικό στρατό στις 16 Οκτωβρίου του 1912. Το 1946 κηρύχθηκε πρωτεύουσα του νομού Ημαθίας.

Η Βέροια καίγεται

Την παραμονή της εορτής της 15 Αυγούστου 1864 οι χριστιανοί κάτοικοι, κατά το έθιμο, έφυγαν από την πόλη και πήγαν στο Μοναστήρι της Παναγίας Δοβράς για τον πανηγυρικό εορτασμό. Το βράδυ άναψε μεγάλη πυρκαϊά που κατέστρεψε μεγάλο μέρος της πόλης, δεδομένου ότι τα περισσότερα σπίτια ήταν ξύλινα. Σύμφωνα με αναφορά ιερέα της Μητρόπολης κάηκαν πάνω από 300 σπίτια, καταστήματα και εργαστήρια συνολικά. Επίσης κάηκαν οκτώ εκκλησίες καθώς και η Μητρόπολη, το Ελληνικό Σχολείο και η περίφημη βιβλιοθήκη. Το 1965, κατά την κατεδάφιση πέτρινου σπιτιού στην οδό Π. Τσαλδάρη 53, βρέθηκε στα θεμέλια κατάλληλα προστατευμένο σημείωμα του ιατρού Δημοσθένη Δ. Γεωργακόπουλου, με ημερομηνία 1/5/1883, που γνωστοποιεί ότι κατασκευάζει πέτρινο σπίτι «για να δώσει δείγμα πέτρινων σπιτιών στις επερχόμενες γενεές, διότι από καιρού εις καιρόν οι ίδιοι οι οθωμανοί βάζουν φωτιά στα σπίτια των χριστιανών για βλάβη και για αρπαγή των πραγμάτων».

Η Βέροια και οι αδελφές της

  • Άργος, Ελλάδα 
  • Στρόβολος, Κύπρος
  • Καζανλούκ, Βουλγαρία 
  • Σεμλίνο, Σερβία 
  • Ούζιτσε, Σερβία

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Βέροια

Please follow and like us:
error0

Τα Γρεβενά (3000π.Χ.-…)

Τα Γρεβενά είναι πόλη της Μακεδονίας, έδρα του δήμου Γρεβενών και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Γρεβενών στην δυτική Μακεδονία. Το υψόμετρο στην πλατεία των Γρεβενών είναι 535μ.

Το ρολόι στα Γρεβενά
Το ρολόι στα Γρεβενά

Η γεωγραφία των Γρεβενών

Τα Γρεβενά βρίσκονται στο νοτιοδυτικό τμήμα της Δυτικής Μακεδονίας, στο δυτικό λεκανοπέδιο του ποταμού Αλιάκμονα, βόρεια του μεγαλύτερου παραπόταμου του Βενέτικο σε υψόμετρο 535 μέτρα. Έχει πληθυσμό 13.137 κατοίκων, σύμφωνα με την απογραφή του 2011. Από τους πιο ορεινούς νομούς της χώρας, τα Γρεβενά φιλοξενούν ένα τεράστιο κομμάτι του «Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου» με βουνά όπως η θρυλική Πίνδος και κοιλάδες σαν την προστατευόμενη Βάλια Κάλντα με τα απέραντα δάση βελανιδιάς, ποτάμια και παραπόταμους, λίμνες και μοναδικούς γεωλογικούς σχηματισμούς. Η οικονομία της πόλης βασίζεται στις υπηρεσίες και το εμπόριο. Η πόλη εμφανίζεται από την εποχή του Βυζαντίου. Τα Γρεβενά αναφέρονται για πρώτη φορά σε κείμενο με το όνομα Γριβάνα από τον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο (905 – 953). Το όνομα συναντιέται σε γραπτές και προφορικές πηγές με τις παραλλαγές «Γραιβινό», «Γρεβενός», «Γρεβυνόν», «Γκρεμπενίτζ», «Γρεβαινά», «Γρεβαινό» κλπ. Το πιθανό είναι η τοπωνυμία να είναι λατινικής προέλευσης, καθώς στη λατινική γλώσσα υπάρχει η λέξη gravis = δυσχερής, απότομος, τραχύς και το επίρρημα grave με παραπλήσιες έννοιες. Το Νοέμβριο του 2007 ανακηρύχθηκε επίσημα «Πόλη των Μανιταριών».

Η κεντρική πλατεία εθνομάρτυρα Αιμιλιανού των Γρεβενών.
Η κεντρική πλατεία εθνομάρτυρα Αιμιλιανού των Γρεβενών.

Τα Γρεβενά στην αρχαιότητα

Ενώ η ζωή στην ευρύτερη περιοχή του νομού ανιχνεύεται από αρχαιοτάτων χρόνων, παραμένει άγνωστο πότε και πώς ιδρύθηκε η πόλη των Γρεβενών και ποια ακριβώς πορεία και εξέλιξη είχε στο πέρασμα των αιώνων. Στα τέλη της 3ης χιλιετίας π.χ. ελληνικά φύλα ήταν εγκατεστημένα στη Δυτική Μακεδονία και σε τμήμα της Ηπείρου. Στην περιοχή των Γρεβενών βρίσκονταν τα όρια μεταξύ Αρκάδων, Ιώνων, που κατοικούσαν νοτιότερα, και Δυτικών φύλων, που κατοικούσαν δυτικότερα προς την Ήπειρο. Ομάδα από τα Δυτικά φύλα, οι Μακεδόνες μετά από περιπλανήσεις κατέληξαν πάλι στη Δυτική Μακεδονία τον 14ο αιώνα π.Χ., την ίδια περίπου εποχή που συγγενής ομάδα μετακινούνταν προς νότο, όπου μετέπειτα έλαβε το όνομα Δωριείς. Κατά το 12ο αιώνα π.Χ. ηπειρωτικό φύλο, οι Ελιμιώτες, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή των Γρεβενών. Ευρήματα τυχαία μαρτύρησαν ότι οι κάτοικοι της περιοχής είχαν επαφή με τα άλλα ελληνικά φύλα, φορείς του μυκηναϊκού πολιτισμού.

Τα Γρεβενά στη Ρωμαϊκή Εποχή

Την περίοδο αυτή η Δυτική Μακεδονία αποτέλεσε παραμεθόρια περιοχή. Οι επιδρομές φύλων από το βορρά ήταν συνεχείς και οι Ρωμαίοι είχαν μεγάλη ανάγκη από μισθοφόρους οπλίτες. Στις λεγεώνες του κατετάγησαν αρκετοί ορεσίβιοι κάτοικοι της περιοχής Γρεβενών, φτωχοί και τότε, όπως και σήμερα. Αυτοί μετακινούμενοι μαζί με τις οικογένειές τους προς τη βόρεια Βαλκανική επί σειρά ετών έγιναν με την πάροδο του χρόνου δίγλωσσοι, καθώς ήταν υποχρεωμένοι να μάθουν και τη λατινική. Βέβαια η γλώσσα δεν ήταν η ακριβής λατινική αλλά άλλη απλούστερη με πλήθος ελληνικών λέξεων. Από αυτούς τους εκλατινισθέντες λεγεωνάριους προήλθαν οι Βλάχοι και η βλάχικη γλώσσα. Καθώς κατά την όψιμη περίοδο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (4ος αιώνας μ.Χ.) η περιοχή των Γρεβενών ανήκε διοικητικά στη Θεσσαλία ήταν στενές οι σχέσεις των κατοίκων των δύο περιοχών. Ανάμεσα στα βόρεια φύλα που πραγματοποίησαν επιδρομές στην περιοχή Γρεβενών, περιλαμβάνονται και οι Σλάβοι που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Αποτέλεσμα της επιρροής τους, ήταν η ύπαρξη σλάβικων τοπωνυμίων μέχρι και τον 20ο αιώνα.

Η Τουρκοκρατία στα Γρεβενά

Τα Γρεβενά βρίσκονταν υπό την Οθωμανική κυριαρχία από το 1385. Επί τουρκοκρατίας η περιοχή υπήρξε πατρίδα και εστία δράσης ονομαστών αρματολών. Το αρματολίκι της Πίνδου παρουσιάζεται σε δράση από τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας. Βασική του έδρα ήταν η Βάλια Κάλντα, το ασφαλέστερο και κυριότερο λημέρι της. Ο 18ος αιώνας υπήρξε ο αιώνας των επιδρομών Αλβανών ληστών, οι οποίοι άρπαζαν, βίαζαν και κατέστρεφαν. Τέλος στις αλβανικές επιδρομές έθεσε η τοποθέτηση στο πασαλίκι της Ηπείρου του Αλή πασά (1788). Αυτός επέκτεινε την κυριαρχία του στα Γρεβενά το 1807, οπότε πολλά χωριά έγιναν τσιφλίκια μπέηδων στην υπηρεσία του Αλή. Στην Ελληνική Επανάσταση έλαβαν μέρος και Γρεβενιώτες. Τελικά, η απελευθέρωση των Γρεβενών από τους Τούρκους πραγματοποιήθηκε την 13η Οκτωβρίου 1912.

Η Γερμανική κατοχή στα Γρεβενά

Κατά τη Γερμανική κατοχή, η περιοχή των Γρεβενών δοκιμάστηκε, λόγω της επιθυμίας των Ιταλών να ιδρύσουν το «Πριγκιπάτο της Πίνδου». Ωστόσο, υπήρξε μεγάλη εστία αντίστασης των δυνάμεων του ΕΛΑΣ.

Τα Γρεβενά σήμερα

Ο καταστροφικός σεισμός του 1995, αν και «ακούμπησε» ελαφρά την πόλη, κατάφερε να της στερήσει τα τελευταία παραδοσιακά της κτίρια. ‘Έτσι το σήμερα είναι μια σύγχρονη πόλη με ομορφιές και ασχήμιες, με υποδομές και ελλείψεις. Την τελευταία δεκαετία τα Γρεβενά ακολουθούν αναπτυξιακή πορεία, έχουν αποκτήσει μεγάλα έργα υποδομής δίνοντας έμφαση στον ορεινό όγκο του νομού με τα πυκνά δάση και τα αλπικά τοπία, έχουν αναπτύξει ποικίλες πολιτιστικές δράσεις και έχουν κατορθώσει να αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους ορεινούς πόλους έλξης τουριστών κυρίως κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

Γρεβενιώτες-Προσωπικότητες

  • Θεόδωρος Ζιάκας, αγωνιστής του 1821 και του 1854.
  • Κωνσταντίνος Δημίδης, αγωνιστής του 1821, οπλοποιός του αγώνα και τυπογράφος
  • Χαρίσιος Τζιόγας, οπλαρχηγός του 1821, χιλίαρχος 
  • Νικόλαος Τσολάκης, οπλαρχηγός, Μακεδονομάχος
  • Νικόλαος Ζαμκίνος, ηγέτης του Μακεδονικού Αγώνα με το ψευδώνυμο «Κυνηγός»
  • Γεώργιος Μπούσιος (1875 – 1929), ηγέτης του Μακεδονικού Αγώνα, υπουργός Εσωτερικών (1922

Πηγή: https://www.gnoristetinellada.gr/anadromes/makedonia/4159-grevena-istoriki-anadromi-stin-poli-ton-manitarion

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Γρεβενά

Please follow and like us:
error0

Ο Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908)

Ο Μακεδονικός Αγώνας προέκυψε από την ανάγκη να αντιμετωπιστούν οι βουλγαρικές βλέψεις για τη Μακεδονία, οι οποίες απροκάλυπτα εκδηλώθηκαν μετά τη εξέγερση του Ίλιντεν (20 Ιουλίου 1903). Η έκβαση των ελληνοβουλγαρικών συρράξεων της τετραετίας 1904-1908 που ακολούθησε, ήταν η σταθεροποίηση της ελληνικής παρουσίας στη Μακεδονία. Ένας Αγώνας, στον οποίο συμπαρατάχθηκαν, εκτός από τους εθελοντές από όλα τα μέρη της Ελλάδας, και οι ντόπιοι, ελληνόφωνοι, σλαβόφωνοι και βλαχόφωνοι, κάτοικοι της Μακεδονίας. Στις 13 Οκτωβρίου του 1904 σκοτώθηκε ο Παύλος Μελάς. Ο θάνατος του Μελά διαδόθηκε σαν αστραπή στην Αθήνα. Αν και λίγοι γνώριζαν πως βρισκόταν στη Μακεδονία, όλοι τον έκλαψαν. Το τέλος του ήταν εκείνο που ο ίδιος στα γράμματα του άφηνε να διαφανεί. Είχε το νόημα της θυσίας, συντάραξε ολόκληρο το Έθνος και παρακίνησε πολλούς συναδέλφους του αξιωματικούς να βγουν με σώματα στη Μακεδονία, για να εκδικηθούν το θάνατό του. Ενώ ως τότε η υπόθεση της Μακεδονίας ήταν υπόθεση μικρού αριθμού Ελλήνων, από το θάνατο του Μελά γίνεται υπόθεση ολόκληρου του Ελληνισμού. Η θυσία του είχε πετύχει ό,τι καμία άλλη δύναμη δεν είχε κατορθώσει και έδειξε στον κόσμο ολόκληρο πως ο Ελληνισμός έξω από τα όρια του μικρού βασιλείου δεν είχε χαθεί.

Μακεδονικός Αγώνας
Σφραγίδα του Ελληνομακεδονικού Κομιτάτου

Σκοπός της στρατιωτικής δράσης

«Ως βαίνουσι τα πράγματα προβλέπω ότι ούτως ή άλλως θα καταλήξωμεν εις πλήρην αναρχίαν. Δεν πρέπει αυτή να εύρη τον Ελληνισμόν όντα ψυχορραγούντα». Οι επισημάνσεις αυτές του γενικού Προξένου της Θεσσαλονίκης, Λάμπρου Κορομηλά, διατυπωμένες το Μάιο του 1904 καταδείκνυαν με σαφήνεια τόσο την κρατούσα κατάσταση στη Μακεδονία την περίοδο αυτή όσο και το αβέβαιο μέλλον που προδικαζόταν για τον Ελληνισμό της περιοχής. Άλλωστε η απρόσκοπτη τρομοκρατική δραστηριότητα των βουλγαρικών «κομιτάτων» σχεδόν σε ολόκληρη την περιφέρεια του Προξενείου δεν άφηνε περιθώρια διαφορετικών εκτιμήσεων. Μόλις ανέλαβε τα καθήκοντα του στο προξενείο, τόνισε σε έκθεση του στο Υπουργείο Εξωτερικών και την ανάγκη μιας ολοκληρωμένης στρατιωτικής απάντησης για την αντίκρουση της. Ο καθορισμός του «εναπομείναντος εθνικού εδάφους», ο υπολογισμός του αριθμού των εντοπίων που θα μπορούσαν να στρατολογηθούν, καθώς και ο εντοπισμός σημείων κατάλληλων για κρησφύγετα και κέντρα αποθήκευσης όπλων αναφέρονται ως πρώτα βήματα προς την κατεύθυνση αυτή. Παράλληλα, φρόντισε να οργανώσει ο ίδιος αντάρτικα σώματα στη Μακεδονία ως τη μόνη λύση για την ανάσχεση της βουλγαρικής δραστηριότητας και την ενίσχυση του ηθικού των ελληνικών κοινοτήτων.

Οι στοχεύσεις της ένοπλης παρέμβασης στα μακεδονικά πράγματα καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τόσο το είδος της όσο και το γενικότερο χαρακτήρα της. Η ανάληψη στρατιωτικής δράσης από την ελληνική πλευρά δεν αποσκοπούσε στην απελευθέρωση της Μακεδονίας από τον οθωμανικό ζυγό ούτε απέβλεπε στην κατοχή συγκεκριμένων εδαφών. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο Μακεδονικός Αγώνας δεν οριοθετήθηκε από καθαρά στρατιωτικές επιδιώξεις και προτεραιότητες, όπως αυτές ισχύουν σε περιπτώσεις όπου ένα εθνικό κράτος συγκρούεται συνολικά με κάποιο άλλο. Αντιθέτως, ως κύριος στόχος παρουσιαζόταν η αναπτέρωση του ηθικού των χειμαζομένων ελληνικών κοινοτήτων, η ανακοπή της τρομοκρατικής δραστηριότητας των Βουλγάρων και γενικότερα η υπεράσπιση της ελληνικής παρουσίας στη Μακεδονία. Επρόκειτο δηλαδή για μια επιχείρηση μάλλον ψυχολογικού παρά στρατιωτικού χαρακτήρα, γεγονός που τονιζόταν με έμφαση από τους πλέον εμπνευσμένους οργανωτές της. Ήταν πρωταρχικά μια πολιτική επιχείρηση για τη διεκπεραίωση της οποίας χρησιμοποιήθηκε η ένοπλη βία.

Αυτή ακριβώς η ευρύτερη πολιτική διάσταση της χρήσεως της βίας στο Μακεδονικό Αγώνα υπαγορεύτηκε από την ιδιάζουσα κατάσταση που επικρατούσε στη Μακεδονία αναφορικά με τον προσδιορισμό της εθνικότητας των κατοίκων και τους λόγους για τους οποίους τα χωριά επέλεγαν τον Έξαρχο ή τον Πατριάρχη. Πράγματι, σε εκτεταμένα τμήματα του μακεδονικού χώρου και ιδιαιτέρως στην περιοχή που βρίσκεται βορείως της νοητής γραμμής που συνδέει την Καστοριά με τη Δράμα, η μικτή εθνολογική σύσταση του πληθυσμού και η ρευστότητα των κριτηρίων που χαρακτήριζαν την επιλογή εθνικής παρατάξεως καθιστούσαν δυσχερή την οριστική ένταξη ενός χωριού στο ένα ή στο άλλο εθνικό στρατόπεδο.

Επιπλέον, τα χωριά αυτά αντιμετώπιζαν πλήθος προβλημάτων τα οποία επέτειναν και μονιμοποιούσαν τη ρευστότητα των επιλογών. Η ενδημική παρουσία του ληστρικού φαινομένου σε πολλές περιοχές, η βουλγαρική τρομοκρατία και η ανάλογη συμπεριφορά του τουρκικού στρατού δημιούργησαν ένα κλίμα διάχυτης ανασφάλειας, δυσπιστίας και φόβου προς όλους, αναγορεύοντας συχνά την επιβίωση σε καθοριστικό κριτήριο της στάσης τους. Κατά συνέπεια η άσκηση της ένοπλης βίας ήταν ο μόνος δρόμος που θα οριστικοποιούσε την προσχώρηση των χωριών στα εθνικά στρατόπεδα.

Η αναγκαιότητα της ανάληψης τρομοκρατικής δραστηριότητας από την ελληνική πλευρά δεν υπαγορευόταν αποκλειστικά από τη δράση των Βουλγάρων αλλά και από τις πιέσεις των εντοπίων πατριαρχικών. Εγκαταλελειμμένοι και αβοήθητοι μέχρι το 1904, είχαν σχηματίσει την πεποίθηση ότι μόνο οι αθρόες δολοφονίες κομιτατζήδων και χωρικών θα διαφύλασσαν τα χωριά τους από μελλοντικές επιδρομές, ικανοποιώντας ταυτόχρονα τα συσσωρευμένα αισθήματα απόγνωσης και εκδίκησης.

Σε κάθε περίπτωση οι συγκρούσεις των ελληνικών σωμάτων με τους κομιτατζήδες δεν έπρεπε να αποτελούν το βασικό στρατηγικό στόχο. Η ίδια η ύπαρξη των σωμάτων και οι συνεχείς περιοδείες τους στα χωριά ήταν αποφασιστικότερης σημασίας από μια άκαιρη συμπλοκή, η οποία, αν προκαλούσε την επέμβαση του τουρκικού στρατού, ενδεχομένως να κατέληγε ακόμη και στη διάλυση του σώματος. Τα σώματα απέφευγαν τις συγκρούσεις και, δεδομένου ότι οι Βούλγαροι από ακόμη μεγαλύτερη απροθυμία για συμπλοκές, στις περισσότερες περιπτώσεις η τύχη μάλλον παρά η καταδίωξη έφερναν αντιμέτωπες τις αντιμαχόμενες ομάδες. Ο τουρκικός στρατός αποτελούσε για τα σώματα ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο, οποίος θα έπρεπε πάση θυσία να αποφεύγεται. Οι λόγοι ήταν πολλοί, όχι μόνο τακτικοί αλλά και ευρύτερης πολιτικής. Γεγονός παραμένει ότι τα αντάρτικα σώματα, κατάλληλα για ανταρτοπόλεμο και εκφοβιστικές επιχειρήσεις είχαν κάθε λόγο να αποφεύγουν τις μάχες με τον τουρκικό στρατό, οι οποίες σε τελική ανάλυση ευθύνονταν για τις ελληνικές απώλειες.

Η λίμνη των Γιαννιτσών

Αν και η ελληνική τακτική κατά τις επιθέσεις στα χωριά παρουσιαζόταν σχετικά τυποποιημένη, η αναγκαιότητα της διεξαγωγής του Αγώνα ακόμα και στα πιο δυσχερή από γεωγραφική άποψη σημεία της Μακεδονίας υπαγόρευε και την τροποποίηση της. Αναμφισβήτητα, το πλέον ιδιόμορφο πεδίο μάχης ήταν η λίμνη των Γιαννιτσών, η οποία αποτελούσε σημαντικό στρατηγικό σημείο για τον έλεγχο της ευρύτερης περιοχής. Η ελώδης επιφάνεια και η πυκνή βλάστηση της την καθιστούσαν πρόσφορο ορμητήριο ανταρτικών ομάδων, κάτι που αρκετά νωρίς έγινε αντιληπτό από τη βουλγάρική οργάνωση. Κατά το 1905 και ιδίως το 1906 περιοχή αυτή έγινε το θέατρο ακόμη μιας πεισματώδους ελληνοβουλγαρικής αναμέτρησης. Αναγκασμένα να κινηθούν και να εγκατασταθούν σε ένα τόσο ιδιόμορφο χώρο, τα σώματα χρησιμοποιούσαν στις μετακινήσεις τους ελαφρά πλοιάρια, τις πλάβες, χωρητικότητας 2 έως 4 ανδρών. Για καταλύματα έφτιαχναν καλύβες από καλαμιές, κορμούς δέντρων και λάσπη, οι οποίες στηρίζονταν στο βυθό της λίμνης με πασσάλους. Γύρω από την καλύβα με τα ίδια υλικά κατασκεύαζαν αμυντικά αναχώματα. Η στενότητα των υδάτινων διόδων, το πλάτος των οποίων χωρούσε μόνο μία πλάβα, δεν επέτρεπε την ανάπτυξη «ευρέος μετώπου» κατά των καλυβιών και καθιστούσε την προσβολή τους ιδιαίτερα παρακινδυνευμένη.

Εκπαίδευση των ανταρτών

Στην προσπάθεια τους να αποφύγουν τις προδοσίες και τις συγκρούσεις με τον στρατό, οι άνδρες των σωμάτων υποχρεώθηκαν να τρόπους κινήσεως που παραδοσιακά χρησιμοποιούσαν οι τοπικοί ληστές. Συνήθισαν έτσι, όχι χωρίς δυσκολία, να πεζοπορούν πολλές ώρες υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες προκειμένου να βρουν ασφαλές μέρος για να καταλύσουν, να αλλάζουν συνεχώς τόπο διαμονής και κυρίως να κινούνται αποκλειστικά τη νύχτα, λαμβάνοντας εξαιρετικά μέτρα προφυλάξεως. Η νύχτα, ωστόσο, δεν ήταν κατάλληλη μόνο για πορείες αλλά και για διενέργεια επιθέσεων στα χωριά, καθώς μεγιστοποιούσε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και δυσχέραινε την καταδίωξη του στρατού.

Η όλη επιχείρηση της προσβολής των χωριών σπάνια διαρκούσε μεγάλο διάστημα. Ο κίνδυνος εμφανίσεως τουρκικών αποσπασμάτων ή βουλγάρικων ενισχύσεων επέβαλλε τη συντομότερη δυνατή αποχώρηση. Αρκετά συχνή ήταν και η συνεργασία των ομάδων μιας ευρύτερης περιοχής προκειμένου να προσβληθεί χωριό όπου βρισκόταν μεγάλος αριθμός κομιτατζήδων. Οι ακρότητες που σημειώνονταν σε ορισμένες επιθέσεις οφείλονταν σε αποφάσεις των αρχηγών των σωμάτων, παρά τις αντίθετες οδηγίες που έπαιρναν από τους οργανωτές του Αγώνα. Επιπλέον, τα περισσότερα ατοπήματα διεπράχθησαν κυρίως από συνεργαζόμενους ληστές και ιδιώτες οπλαρχηγούς, που δεν κατόρθωναν πάντοτε να εφαρμόζουν τον «πολιτικό» τρόπο δράσης που τους υποδεικνυόταν. Με δεδομένη όμως την απρόσκοπτη τρομοκρατική δράση της βουλγάρικης οργανώσεως επί σειρά ετών, η λογική των αντιποίνων ήταν αναπόφευκτη.

Στρατιώτες του Μακεδονικού Αγώνα

Ιδιαίτερα σημαντικό όμως για τη φύση και τους σκοπούς του ελληνικού Αγώνα ήταν το ζήτημα της συμμετοχής σ’ αυτόν των εντοπίων πατριαρχικών, καθώς η παρουσία τους στα ελληνικά σώματα θα αποτελούσε την πλέον πειστική απόδειξη του ελληνικού φρονήματος τους, ανατρέποντας την αντίθετη αντίληψη που προσπαθούσε να επιβάλλει στην Ευρώπη, όχι χωρίς επιτυχία, η βουλγαρική πλευρά. Πέρα από αυτούς τους εθνικούς λόγους, και καθαρά στρατιωτικές προτεραιότητες συνηγορούσαν προς την ίδια κατεύθυνση. Οι εντόπιοι, γνωρίζοντας άριστα τις περιοχές όπου δρούσαν, θα είχαν τη δυνατότητα ύστερα από αποτυχημένες συμπλοκές να αποσύρονται στις εστίες τους και να ανασυγκροτούνται σε ευθετότερο χρόνο. Από την άλλη μεριά, οι οπλαρχηγοί που προέρχονταν από την ελεύθερη Ελλάδα διέπρατταν σοβαρά λάθη τακτικής: παρέμεναν πολλές μέρες μέσα στα ίδια πατριαρχικά χωριά, με αποτέλεσμα να προδίδονται, να εμπλέκονται σε άσκοπες συγκρούσεις και να εκθέτουν παράλληλα και τα χωριά σε αντίποινα. Επεδείκνυαν βιασύνη στις επιχειρήσεις τους, δεν πραγματοποιούσαν συστηματικές κατοπτεύσεις του χώρου, ενώ η άγνοια του εντοπίου ιδιώματος και της τοπικής ψυχολογίας δημιουργούσε επιπρόσθετα προβλήματα.

Σχέδια δράσης του Μακεδονικού Αγώνα

Όμως η πιεστική ανάγκη για τη συγκρότηση σωμάτων οδήγησε σύντομα το Προξενείο Θεσσαλονίκης στη χρησιμοποίηση ανδρών και οπλαρχηγών από την Ελλάδα, καθώς και παλαιών ληστών για την επάνδρωση τους. Οι τελευταίοι αποτελούσαν το μοναδικό σώμα οπλοφόρων στη Μακεδονία, το οποίο συνδύαζε τη γνώση του τόπου με αυτήν της ανταρτικής ζωής. Η εκτίμηση του Κωνσταντίνου Μαζαράκη-Αινιάν ότι η κίνηση αυτή «ήτο σφάλμα», επιδή «επαγγελματίαι αντάρται και τινές ληστές … ήτο αδύνατο να προσαρμοσθώσι εις το έργο του εθνικού αποστόλου» δεν αναιρεί και την αναγκαιότητα της, τουλάχιστον κατά το αρχικό στάδιο του Αγώνα. Η «απροσάρμοστη» αυτή συμπεριφορά ληστών είχε αποτέλεσμα την απόρριψη από το Προξενείο Θεσσαλονίκης της χρησιμοποίησης τους ως αρχηγών ανταρτικών ομάδων. Τη σκυτάλη του Αγώνα θα έπαιρναν πλέον οι αξιωματικού του ελληνικού στρατού. Τα σώματα στο εξής αποτελούνταν από εντόπιους και άνδρες από το ελληνικό κράτος. Με τον τρόπο αυτό θα αξιοποιούνταν η πείρα των εντόπιων, θα επιβαλλόταν η πειθαρχία και, το κυριότερο, θα διεκπεραιωνόταν από την ηγεσία των αξιωματικών επιτυχώς το «πολιτικό σκέλος» του Αγώνα.

Όπως είναι φυσικό, η απουσία ενιαίας διευθύνσεως του Αγώνα καθιστούσε την εκπόνηση γενικότερων επιτελικών σχεδίων προβληματική και την πραγματοποίηση τους αμφίβολη. Ωστόσο, δεν έλειψαν τέτοιου είδους σχέδια, τα οποία αποσκοπούσαν σε μια πλησιέστερη έκφραση των ελληνικών στρατηγικών επιδιώξεων σε επί μέρους περιοχές ή και στο σύνολο της Μακεδονίας. Ήδη από το 1904 ο Πρόξενος Δημήτριος Καλλέργης πρότεινε στο Υπουργείο Εξωτερικών να επικεντρωθεί ο Αγώνας στο βιλαέτι του Μοναστηρίου, με τη δημιουργία σωμάτων από εντόπιους και Κρήτες. Αρκετά διαφορετικό, ως προς το εύρος του και τις προτεραιότητες που έθετε, ήταν το σχέδιο που εκπόνησε ο Νικόλαος Κοντογούρης, στις αρχές του 1905. Κατά τον Κοντογούρη ήταν ζωτικής σημασίας η εδραίωση της ελληνικής άμυνας κυρίως σε βορειότερες περιοχές, στο όρο Περιστέρι και κυρίως στο Μορίχοβο. Παρ’ ότι η άμεση εφαρμογή του σχεδίου αυτού θεωρήθηκε εξαιρετικά δύσκολη ακόμα και από το συντάκτη του, τα πλεονεκτήματα από την υλοποίηση του θα ήταν αναμφίβολα σημαντικά.

Το πληρέστερο, όμως, επιτελικό σχέδιο που εκπονήθηκε ήταν αυτό που επεξεργάστηκε ο Μαζαράκης, ασφαλώς σε στενή συνεργασία με τον Κορομηλά, στα τέλη του 1904 και αναφερόταν στο σύνολο της Μακεδονίας. Ως επίκεντρο της ελληνικής δράσεως οριζόταν η περιοχή που περικλειόταν από τους άξονες Καστοριάς-Βερμίου-Βέροιας, στο Νότο, και Αχρίδος-Μαριάνσκας-Μπέλες στο Βορρά, μέχρι τη Στρώμνιτσα και το Πετρίτσι. Για την αποτελεσματική κάλυψη του χώρου αυτού υπογραμμιζόταν η αναγκαιότητα του ελέγχου περιοχών όπως το Μορίχοβο και η Αλμωπία, στις οποίες θα εγκαθίσταντο τα τρία, και μεγαλύτερα, από τα δέκα σώματα που προέβλεπε το σχέδιο. Την άνοιξη του επόμενου έτους τα σώματα και οι αρχηγοί που αναφέρονταν στο σχέδιο του Μαζαράκη εισήλθαν στα Μακεδονικά εδάφη, επιτρέποντας έτσι τη υπόθεση ότι είχε γίνει αποδεκτό, έστω και διστακτικά, από την κυβέρνηση, τουλάχιστον σε ό,τι αφορούσε τους γενικούς στρατηγικούς στόχους του.

Χρόνος και τρόπος δράσης

Η επισήμανση του Κορομηλά, ότι η μεγάλη κατανάλωση φυσιγγίων γινόταν κυρίως τους μήνες μετά τον Απρίλιο, υποδηλώνει και το διάστημα κατά το οποίο κορυφωνόταν η δράση των σωμάτων. Πράγματι, οι ελληνικές ομάδες δεν είχαν τη δυνατότητα να περνούν το χειμώνα μέσα στα χωριά, γεγονός που τις εξανάγκαζε να περιστέλλουν τις ενέργειες τους κατά τους χειμερινούς μήνες ή και να αποσύρονται στις ασφαλέστερες, ελληνόφωνες περιοχές στο Νότο. Εξάλλου αστάθμητοι παράγοντες, όπως βαριές απώλειες ύστερα από συγκρούσεις, συχνά επέσπευδαν την αναχώρηση τους. Για τους λόγους αυτούς φαίνεται ότι τέσσερις μήνες συνεχούς δράσης ήταν ένα όριο που λίγα σώματα κατόρθωσαν να υπερβούν.

Απολογισμός του Μακεδονικού Αγώνα

Τον Ιούλιο του 1908 ξέσπασε το κίνημα των Νεοτούρκων, ο Μακεδονικός Αγώνας έλαβε τέλος. Όλοι είχαν ελπίσει σε ένα καλύτερο ειρηνικό μέλλον με το Σύνταγμα. Η μεγάλη σημασία του Μακεδονικού Αγώνα για τον Ελληνισμό ήταν αδιαμφισβήτητη. Ο ιδιόμορφος αυτός Αγώνας άργησε να γίνει ευρύτερα γνωστός, γιατί από το χαρακτήρα του έπρεπε να μείνει κρυφός. Από το 1903 μέχρι το 1908 λίγοι ήταν εκείνοι που μπορούσαν να έχουν καθολική εποπτεία του Αγώνα που έκανε ο Ελληνισμός στη Μακεδονία για να σωθεί από τον κίνδυνο που τον απειλούσε. Στον Αγώνα αυτό η προσωπικότητα των αρχηγών έπαιξε κύριο ρόλο, γιατί ήταν Αγώνας επηρεασμού και επικρατήσεως ψυχών και όχι των όπλων. Η συμβολή των εθελοντών από την ελεύθερη Ελλάδα, ιδιαίτερα Κρητών, ήταν σημαντική, αλλά τίποτα δε θα είχε γίνει χωρίς τη θέληση και την αυτοθυσία τούτων των εντοπίων της Μακεδονίας.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Πηγή: www.enet.gr

Please follow and like us:
error0

Η Κοζάνη (600π.Χ.-…)

Η Κοζάνη είναι πόλη της Μακεδονίας, έδρα του δήμου Κοζάνης και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Κοζάνης στην δυτική Μακεδονία. Επίσης, αποτελεί την έδρα της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας. Είναι χτισμένη ανάμεσα στις οροσειρές του Βερμίου, του Μπούρινου και των Πιερίων, 15 χλμ βορειοδυτικά της λίμνης του Πολυφύτου, σε υψόμετρο 720 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας. Απέχει 120 χλμ από τη Θεσσαλονίκη και 470 χλμ από την Αθήνα. Έχει πληθυσμό 41.066 κατοίκους, ενώ ο νέος διευρυμένος Καλλικρατικός Δήμος έχει 71.388 κατοίκους (απογραφή 2011).

Στην πόλη στεγάζονται τμήματα του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Επίσης είναι η έδρα της Αστυνομικής Διεύθυνσης, της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και του Εφετείου της Δυτικής Μακεδονίας, του Α’ Σώματος Στρατού της Ελλάδας και της Ιεράς Μητροπόλεως Σερβίων και Κοζάνης.

Η πλατεία Νικης με το Δημαρχείο και το ρολόι του Αγίου Νικολάου.
Η πλατεία Νίκης με το Δημαρχείο και το ρολόι του Αγίου Νικολάου.

Τα αρχαία και βυζαντινά χρόνια της Κοζάνης

Αρχαιότητες από την προϊστορική εποχή έχουν ανακαλυφθεί σε πολλά σημεία της πόλης. Στα ανατολικά της Κοζάνης, έχει ανασκαφεί νεκρόπολη, η οποία χρονολογείται από την εποχή του Σιδήρου. Οι αρχαιότητες που βρέθηκαν εδώ μαρτυρούν την ύπαρξη μιας από τις αρχαιότερες πόλεις της αρχαίας Ελιμιώτιδας (ή Ελίμειας), της οποίας η ακρόπολη βρισκόταν στο λόφο του «Αγίου Ελευθερίου». Στα νοτιοδυτικά της σύγχρονης πόλης, στο λόφο Σιόποτο, υπήρχε οικισμός ο οποίος ονομαζόταν Καλύβια, μεταξύ 1100 και 1300, ίχνη του οποίου υπάρχουν ακόμα.

Η Κοζάνη κατά την τουρκοκρατία

Η Κοζάνη εμπορεύεται

Η Κοζάνη είναι μια πόλη που δημιουργήθηκε και γνώρισε οικονομική ακμή κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας στη Βαλκανική χερσόνησο. Οι κάτοικοι της Κοζάνης, μαζί με άλλων δυτικομακεδονικών πόλεων, όπως της Σιάτιστας, της Βλάστης, των Γρεβενών, της Κλεισούρας, εκμεταλλεύτηκαν παλιές και νέες γεωγραφικές διασυνδέσεις, συχνά παρακλάδια της ρωμαϊκής Εγνατίας Οδού, στη νέα γεωπολιτική δυναμικής της οθωμανικής περιόδου. Ένα μεγάλο κομμάτι του ορεινού κόσμου της Δυτικής Μακεδονίας αξιοποίησε βορειοβαλκανικές και κεντροευρωπαϊκές οδικές συνδέσεις, παραποτάμια και παραλίμνια περάσματα και χάραξε τα δρομολόγια του χερσαίου εμπορίου. Στις δυτικομακεδονικές πόλεις συγκεντρώθηκε οικονομικό πλεόνασμα από την κτηνοτροφία κυρίως και τη γεωργία και αναπτύχθηκαν τοπικές μεταποιητικές δραστηριότητες, καθώς και διαβαλκανικές εμπορικές συναλλαγές. Έτσι οι πόλεις αυτές είναι γνωστές για τη εμπορική αποδημία των κατοίκων τους, που έφθανε μέχρι τη Βουδαπέστη και τη Βιέννη.

Στην Κοζάνη ίσχυε προνομιακό φορολογικό καθεστώς. όπως είναι γνωστό και από άλλες παρόμοιες προβιομηχανικές κοινωνίες, στην πόλη αναπτύχθηκε η υφαντική τέχνη. Δημιουργήθηκε λοιπόν μια οικονομική νησίδα αρκετά διαφοροποιημένη από τη γύρω αγροτοκτηνοτροφική περιοχή και η Κοζάνη αναδείχθηκε σε τοπικό οικονομικό κέντρο, κοιτίδα ενός σημαντικού αριθμού εμπόρων που δραστηριοποιήθηκαν στη βόρεια Βαλκανική και κεντρική Ευρώπη. Κάτοικοι αυτής της πόλης διείσδυσαν σε βορειότερα οικονομικά κέντρα, καλύπτοντας το εμπορικό κενό που δημιουργήθηκε μετά την παρακμή της Μοσχόπολης και του Μελένικου, καθώς και κέντρων του βενετομακεδονικού εμπορίου και τη συνακόλουθη μετατόπιση των εμπορικών αξόνων.

Η Κοζάνη και οι κάτοικοι της

Το οικιστικό πλέγμα που διαμορφώνεται κατά μήκος του Αλιάκμονα παρουσιάζει χαρακτηριστικά παραδείγματα μεσαιωνικών και νεότερων οικισμών της οθωμανικής περιόδου. Παράλληλα συγκροτούνται μοναστικές μονάδες, με το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της μονής της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, την επονομαζόμενη Ζάβορδα από το γειτονικό ομώνυμο οικισμό. Έτσι η ιστορία των οικισμών εξετάζεται παράλληλα με αυτής της μονής και αξιολογούνται οι ίδιοι γεωγραφικοί και κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες.

Σε ολόκληρο το 19ο αιώνα η Κοζάνη εμφανίζει ένα σχεδόν ομοιογενές πληθυσμιακό σύνολο, με κανονική αυξητική τάση. Στις αρχές του αιώνα ο Άγγλος περιηγητής Λικ (Leake) σημείωνε ότι η Κοζάνη είχε 600-700 σπίτια ελληνικά (3000 κατοίκους περίπου). Στο β’ μισό του 19ου αιώνα η πόλη είχε 5000 κατοίκους, οι οποίοι σε γεωγραφικό λεξικό της εποχής χαρακτηρίζονται φιλομαθείς έμποροι.

Λίγο αργότερα ο Ν. Σχινάς σημειώνει 8000 «κατοίκους» (δηλαδή Έλληνες) και μόνο 500 Οθωμανούς στην Κοζάνη. Τέλος, στις παραμονές της ένωσης της Κοζάνης με την Ελλάδα η πόλη είχε φτάσει τους 12000 Ορθόδοξους Έλληνες.

Στην ύστερη Τουρκοκρατία το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής της Δυτικής Μακεδονίας ανήκε στο οθωμανικό διοικητικό διαμέρισμα, στο Βιλαέτι του Μοναστηρίου. Από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα η Κοζάνη είχε αποκτήσει τη φυσιογνωμία της αστικής Βαλκανικής πόλης. Το Βαλταδώρειο Γυμνάσιο, η Βιβλιοθήκη και άλλα δημόσια ιδρύματα πλαισιώνουν ιδρυτικά οικοδομήματα.

Παράλληλα παγιώνεται η κοινωνική διαστρωμάτωση στην πόλη. Η οικονομική ελίτ μετέχει στην οργάνωση της τοπικής εκκλησιαστικής και σχολικής διοίκησης και η κύρια οικονομική δύναμη αντλείται από τον αγροτικό χώρο: τα αμπέλια και τα σιτηρά.

Η παιδεία στην Κοζάνη (ως το 1832)

Τα πρώτα οργανωμένα σχολεία εμφανίστηκαν στην Κοζάνη στο τέλος του 17ου αιώνα ως καρπός της οικονομικής προόδου των κατοίκων λόγω εμπορίου και της έφεσης του για μόρφωση. Υποτυπώδη όμως σχολεία πρέπει να λειτούργησαν καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Παράλληλα με τα σχολεία, σημαντικό ρόλο για την Παιδεία της Κοζάνης διαδραμάτισαν πολλοί λόγιοι Κοζανίτες, εγκαταστημένοι κυρίως στις ελληνικές παροικίες της ΝΑ Ευρώπης, οι οποίοι εξέδωσαν πλήθος έργων και προώθησαν τις ιδέες του Διαφωτισμού.

Ο πρώτος δάσκαλος που δίδαξε στο πρώτο οργανωμένο σχολείο της Κοζάνης ήταν ο Γεώργιος Κονταρής, με σπουδές στη Βενετία και μετέπειτα επίσκοπος Σερβίων και μητροπολίτης Σμύρνη. Δίδασκε Αριστοτέλη και θεολογία, ενώ εξέδωσε το έργο «Ιστορίαι της πόλεως Αθήνης», το πρώτο νεοελληνικό έργο για την αρχαία ιστορία. Το έτος 1745 ιδρύθηκε από με την ενίσχυση των εντοπίων και αποδήμων Κοζανιτών της Ουγγαρίας η Στοά. Ο πρώτος δάσκαλος Ευγένιος Βούλγαρις δίδαξε θετικές επιστήμες. Στην Κοζάνη ενέπνευσε νέος άνεμος. Η εισαγωγή όμως των επιστημών στο σχολικό πρόγραμμα έμεινε χωρίς συνέχεια γιατί οι συνεχιστές του Βουλγάρεως δεν διέθεταν γνώσεις θετικών επιστημών. Η Στοά σταμάτησε να λειτουργεί το 1774.

Παράλληλα με τη Στοά από το 1756 λειτούργησε και η Σχολή της Κομπανίας που πήρε το όνομα από τους χρηματοδότες εμπόρους της Ουγγαρίας. Η Σχολή της Κομπανίας έκλεισε πιθανώς το 1769 λόγω διακοπής της χρηματοδότησης.

Το 1776 ιδρύεται από τη Μητρόπολη και τους προκρίτους το Ελληνικόν Μουσείο. Το σχολείο αυτό έμεινε γνωστό ως Σχολείο του Παγούνη, καθώς βασική πηγή εσόδων του ήταν οι τόκοι κεφαλαίου 4292 δουκάτων του Κοζανίτη Δημητρίου Μανόλη Παγούνη στην επίσημη τράπεζα της Βενετίας Zecca. Το 1797/9 εξαιτίας της κατάληψης της Βενετίας από τους Γάλλους διακόπηκε και η αποστολή χρημάτων, μαζί με αυτήν και η λειτουργία του σχολείου. Ανώτερο σχολείο αναφέρεται στις αρχές του 19ου αιώνα. Το 1810 νέο σχολείο λειτούργησε κοντά στο ναό του Αγίου Νικολάου, ενώ το 1813 κτίστηκε πίσω από το ιερό του ναού ο Οίκος της Βελτιώσεως, που στέγασε τη Βιβλιοθήκη.

Τα σχολεία λειτούργησαν με εισφορές των κατοίκων, της Μητρόπολης και των ευεργετών. Διοικούνταν από από επιτροπή που λογοδοτούσε σε σύνοδο προκρίτων. Ο μισθός του δασκάλου ήταν σχετικά χαμηλός, το σχολείο όμως πλήρωνε και το χαράτσι του και άλλους μικρότερους φόρους. Οι μαθητές ήταν λίγοι, προέρχονταν από όλες τις κοινωνικές τάξεις και δεν πλήρωναν δίδακτρα. Οι πλούσιοι Κοζανίτες προσελάμβαναν δασκάλους για μαθήματα κατ’ οίκον. Στις τρεις βαθμίδες των σχολείων -κοινά γράμματα, κυκλοπαίδεια, επιστημονικά μαθήματα- διδάσκονταν γλωσσικά μαθήματα αρχαίοι συγγραφείς, θεολογία, φιλοσοφία και μαθηματικά. Σκοπός της εκπαίδευσης δεν υπήρξε η άμεση επαγγελματική αποκατάσταση αλλά η αντιμετώπιση των οικονομικών υποθέσεων μέσω της γνώσης. Στόχος βέβαια υπήρξε η χρηστότητα των ηθών και η γλωσσική κατάρτιση. Καθώς οι περισσότεροι δάσκαλοι υπήρξαν ιερωμένοι, δεν παρουσίασαν κάποιο νεωτερισμό σε σχέση με την παραδοσιακή ιδεολογία. Η απήχηση του Διαφωτισμού στα σχολεία ήταν περιορισμένη λόγω έλλειψης καταρτισμένων στις θετικές επιστήμες δασκάλων, αλλά και λόγω του συντηρητισμού της διοίκησης και της κοινωνίας. Ο φωτισμός ήρθε από μεγάλες προσωπικότητες Κοζανιτών αστών, που έδρασαν κυρίως στις παροικίες και είχαν περιορισμένη επιρροή στη γενέτειρα.

Η παιδεία στην Κοζάνη (1832-1912)

Το 1832 ιδρύεται η πρώτη αλληλοδιδακτική σχολή, η οποία από το 1842 λειτουργεί ως εξατάξια αστική σχολή, ενώ το 1894 ιδρύεται και τριτάξιο Ημιγυμνάσιο. Οι πρώτες μαθήτριες εμφανίζονται το 1840, ενώ το 1862 λειτουργεί εξατάξιο Παρθεναγωγείο. Σταθμό στην εκπαίδευση της Κοζάνης αποτελεί η ίδρυση από τους ευεργέτες αδελφούς Βαλταδώρου το 1899 του Βαλταδωρείου Γυμνασίου. Το 1905 λειτουργεί 1 Γυμνάσιο, 5 Αστικές Σχολές και 1 Παρθεναγωγείο. Μετά το 1830 η εκπαίδευση διαπνεόταν από ελληνοχριστιανικό ιδεώδες λόγω αφ’ ενός της προσπάθειας για διαμόρφωση εθνικής συνείδησης και αφ’ ετέρου λόγω της επιμονής της Εκκλησίας στο θρησκευτικό χαρακτήρα του σχολείου. Το τοπίο των γραμμάτων συμπληρώνουν και οι φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι «Φοίνιξ» (1873) και «Μορφωτική Αδελφότητα Πανδώρα» (1900). Τέλος, το πρώτο βιβλιοπωλείο ιδρύθηκε από τον Γρηγόρη Πιτένη από τη Σαμαρίνα, ενώ το 1914 κυκλοφόρησε η πρώτη τοπική εφημερίδα «Ηχώ της Μακεδονία» του Μιλτιάδη Τζώνη.

Η Κοζάνη και η οθωμανική Βουλή

Το 1908 ξέσπασε το κίνημα των Νεοτούρκων και θεσπίστηκε Σύνταγμα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το Σύνταγμα προέβλεπε εκλογές, οι οποίες προκηρύχθηκαν. Δικαίωμα ψήφου είχαν όλοι οι άντρες υπήκοοι της Αυτοκρατορίας και ανεξάρτητα από θρήσκευμα και εθνικότητα. Θα ψήφιζαν δηλαδή και οι ραγιάδες και η ψήφος τους θα ήταν ισοδύναμη με των Τούρκων. Το σύστημα ήταν περίπου σαν πλειοψηφικό. Οι Νεότουρκοι έκαναν μια σειρά ενεργειών ούτως ώστε να αποκλειστούν πολλοί χριστιανοί από την εκλογική διαδικασία. Δεν τα κατάφεραν όμως. Στην περιοχή της Κοζάνης ο χριστιανικός πληθυσμός ήταν σχετικά μεγαλύτερος από τον τουρκικό.

Μέσα σε τρομοκρατική ατμόσφαιρα έγινε ο εκλογικός αγώνας. Δεν το έβαλαν κάτω όμως οι Κοζανίτες. Οι τελευταίοι δεν ήταν ανίδεοι εκλογών και εκλογικών αγώνων. Πάντοτε ακολουθούσαν δημοκρατικές διαδικασίες στους συλλόγους, στα σωματεία, στην εφορεία κτλ. Και΄ήξεραν πως να μαζεύουν ψήφους και πως να ψηφίζουν. Εκλέχτηκαν λοιπόν, και δύο Έλληνες υποψήφιοι, ο Γεώργιος Μπούσιος και ο Κοζανίτης Κωνσταντίνος Δρίζης.

Η απελευθέρωση της Κοζάνης

Στις παραμονές του 1912 δεν είχε μείνει κοζανίτικο σπίτι χωρίς να έχει κάποιο όπλο κρυμμένο. Δεν ήταν μόνο τα απομεινάρια του Μακεδονικού Αγώνα, αλλά κρατούσε η παλιά παράδοση να προστατεύεται κάθε οικογένεια μονάχη της. Κρυψώνες για όπλα υπήρχαν όχι μόνο στα σπίτια αλλά και για μεγαλύτερους αριθμούς και ποσότητες στις εκκλησίες, και κυρίως εκείνη του Αγίου Νικολάου. Οι Τούρκοι σπάνια έψαχναν στις εκκλησίες και πολύ λιγότερο στο χώρο της Αγίας Τράπεζας. Υπήρχαν επίσης και ελληνικές σημαίες. Σε όλα τα σπίτια τις έραβαν μόνοι τους και τις κρατούσαν κάπου κρυμμένες. Τις ξεδίπλωναν και τις ανέμιζαν μέσα στα σπίτια στις γιορτές.

Από το Σεπτέμβριο του 1912, που φαινόταν πια καθαρά πως θα ξεσπάσει πόλεμος, ο εκνευρισμός του τουρκικού πληθυσμού ήταν φανερός, η εχθρότητα προς τους Έλληνες είχε ξανανάψει. Οι συγκεντρώσεις στα σπίτια είχαν μεταβληθεί σε συσκέψεις μικρών συνωμοσιών για τον τρόπο που οι ίδιοι θα χτυπούσαν τους Τούρκους, όταν ο ελληνικός στρατός θα πρόσβαλλε τις οχυρές θέσεις του κατακτητή στο Σαραντάπορο.

Η μάχη του Σαρανταπόρου υπήρξε θρίαμβος πραγματικός του ελληνικού στρατού. Έπειτα από αυτή την ελληνική νίκη, οι Τούρκοι έφυγαν άτακτα από το Σαραντάπορο και εγκατέλειψαν τα Σέρβια. Οι Τούρκοι στρατιώτες εγκαταλείπουν τα όπλα τους και αρπάζουν ψωμιά από τους φούρνους και κρέατα από τα κρεοπωλεία. Ο πληθυσμός βράζει από αγωνία και ενθουσιασμό. Οι Τούρκοι των γύρω χωριών λουφάζουν. Ο πανικός μεταδίδεται σε όλα τους Τούρκους στρατιώτες στην περιοχή. Το τουρκικό επιτελείο συνεδρίασε το πρωί και αποφάσισε να εγκαταλείψει την πόλη την 11η Οκτωβρίου. Όταν έγινε γνωστή η απόφαση της εγκατάλειψης δημιουργήθηκε ακόμη μεγαλύτερος πανικός στις τάξεις των Τούρκων. Στο μεταξύ οι Κοζανίτες έσπευσαν στους τουρκικούς στρατώνες και άρπαζαν όπλα. Από όλες τις γειτονιές κατέβαινε κόσμος προς την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, το κέντρο της πόλης. Κάποιοι αναπέταξαν στο κωδωνοστάσιο τη γαλανόλευκη. Αυτά όλα έγιναν γύρω στις 3 με 4 το απόγευμα. Αυτήν την ώρα εμφανίζεται ο πρώτος Έλληνας ιππέας από το Νότο και δέχεται τους ασπασμούς και τις περιπτύξεις των αλλοφρονούντων εκ συγκινήσεως και χαράς πολιτών. Την επομένη μπήκε θριαμβευτικά στην πόλη ο αρχιστράτηγος διάδοχος Κωνσταντίνος και στις 14 Οκτωβρίου ο βασιλιάς Γεώργιος Α’.

Πηγή: www.enet.gr

Please follow and like us:
error0