Ο Διονύσιος Σολωμός (1798-1857)

Ο Διονύσιος Σολωμός, ο εθνικός μας ποιητής γεννήθηκε το 1798 στη Ζάκυνθο. Ο πατέρας του δεν ήταν παντρεμένος με τη μητέρα του. Έτσι ο Διονύσιος και ο αδελφός του Δημήτρης θεωρούνται νόθοι. Την παραμονή του θανάτου, όμως, ο κόμης Νικόλαος Σολωμός νομιμοποίησε τα παιδιά του, αφού παντρεύτηκε την γυναίκα που τα γέννησε.

Ο Διονύσιος Σολωμός (1798-1857)
Ο Διονύσιος Σολωμός

Ο θάνατος του κόμη στέρησε από τον ποιητή την πατρική παρουσία, αλλά τον έκανε και κάτοχο μεγάλης περιουσίας. Έτσι το 1807 ο Διονύσιος Σολωμός πήγε μαζί με τον δάσκαλο του Σάντο Ρόσσι στη Βενετία για σπουδές. Γρήγορα, όμως, εκδήλωσε και την ποιητική του κλίση γράφοντας στίχους στα ιταλικά.

Ο Διονύσιος Σολωμός το 1818 γύρισε στην Ζάκυνθο και, καθώς ήταν επηρεασμένος από την ιταλική φιλολογία, συνέχισε να γράφει ποιήματα στην ιταλική γλώσσα. Το 1822 γνώρισε τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, ο οποίος τον παρότρυνε να γράψει και στην ελληνική, και μάλιστα στη δημοτική. Ο Σολωμός πείστηκε και άρχισε να διαβάζει τη δημοτική ποίηση και όλη τη μέχρι τότε ποιητική παραγωγή. Και μέσα σε μία εβδομάδα ο Διονύσιος Σολωμός είχε γράψει το πρώτο του ποίημα στα ελληνικά την «Ξανθούλα». Το ποίημα αυτό μελοποιήθηκε αμέσως από το λαό και τραγουδιόταν καθημερινά.

Από τότε ο Σολωμός αφιερώθηκε αποκλειστικά στη Λογοτεχνία. Δεν παντρεύτηκε και δεν δούλεψε ποτέ, αφού δεν είχε οικονομικές ανάγκες. Από το πρωί μέχρι το βράδυ η μοναδική του ενασχόληση ήταν το διάβασμα και το γράψιμο.

Το 1828 εγκατέλειψε τη Ζάκυνθο και εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα. Αυτό το κανε για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή τον επηρέασε η δίκη που είχε με τον αδελφό του για τα κληρονομικά ζητήματα. Δεύτερον, επειδή η πνευματική ζωή της Κέρκυρας βρισκόταν σε υψηλότερη στάθμη από αυτήν της Ζακύνθου, προσφέροντας του μεγαλύτερο πεδίο δράσης και λογοτεχνικής δημιουργίας.

Ωστόσο, η Κέρκυρα θα σταθεί αφορμή να αλλάξει ριζικά τρόπο ζωής. Στην Κέρκυρα βλέπουμε ένα Σολωμό αλλιώτικο, έναν Σολωμό που δεν έχει καμία σχέση με αυτόν της Ζακύνθου. Το άγχος και η έλλειψη της οικογενειακής θαλπωρής τον οδήγησαν στο ποτό. Η υγεία του άρχισε να κλονίζεται. Ο ποιητής στέκεται μπροστά στην κατάσταση που ο ίδιος δημιούργησε, ανίκανος να αντιδράσει.

Και τελικά στις 21 Φεβρουαρίου 1857 νικήθηκε από το χάρο, κλείνοντας για πάντα τα μάτια του στην Κέρκυρα. Η φήμη του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε τη μέρα του θανάτου του κηρύχτηκε δημόσιο πένθος.

Ο Σολωμός υπήρξε πολυγραφότατος. Ωστόσο, δεν άφησε πίσω του πολλά έργα, γιατί φιλοδοξούσε να πετύχει το τέλειο και το ιδανικό και από άποψη μορφής και από άποψη περιεχομένου. Σε αυτό μάλιστα οφείλεται και το γεγονός ότι άφησε και έργα ατελείωτα. Έγραφε και έσκιζε συνέχεια. Ήθελε πρώτα να είναι αυτός ευχαριστημένος από τα γραπτά και μετά οι άλλοι. Αυτό, όμως, ζημίωσε τη λογοτεχνία μας, που στερήθηκε τα σκισμένα έργα, γιατί ο Διονύσιος Σολωμός έκρινε τα έργα του με υπερβολική αυστηρότητα.

Τα έργα, όμως, που μας άφησε είναι πραγματικά αριστουργήματα. Πολεμώντας κάθε περιττό και ρητορικό σχήμα και επιδιώκοντας μέσα στους πυκνούς του στίχους να προβάλει με φως και διαύγεια εικόνες απλές, με σκοπό να πετύχει εναρμονισμένη έκφραση, ο Σολωμός παρουσίασε για πρώτη φορά δείγματα υπευθυνότητας και αισθητικής καλλιέργειας. Η συνολική λογοτεχνική παραγωγή του Σολωμού κρίθηκε από όλους ως πολύ αξιόλογη.

Ο Διονύσιος Σολωμός υπήρξε βάρδος της Αρετής και της Ελευθερίας, της οποιασδήποτε Ελευθερίας. Και στη ζωή του η Εθνική, η Ηθική και η Πνευματική Ελευθερία κατείχαν σπουδαία θέση. Στα τρία βασικά έργα του, «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», και «Διάλογος», αναφέρεται στο νόημα των τριών αυτών μορφών ελευθερίας. Αυτό, φυσικά, δεν είναι τυχαίο.

Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ο Διονύσιος Σολωμός δεν ήταν γεννημένος ποιητής. Αυτό φαίνεται καθαρά στα έργα του. Λυρικά, με αριστουργηματική ποιητική πνοή και λογοτεχνικό ύφος, κάνουν τους πάντες να τα ακούν και να τα διαβάζουν με δέος. Άλλωστε το «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» τον έγραψε σε ηλικία 25 ετών. Τα έργα του «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» και «Πορφύρας» έμειναν ατελείωτα, λόγω της τελειομανίας του Σολωμού.

Η καθολική αναγνώριση του Διονύσιου Σολωμού ήρθε μετά το θάνατο του. Το 1864, οι δύο πρώτες στροφές του «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» ορίστηκε ως ο Εθνικός Ύμνος της Ελλάδας και ο Διονύσιος Σολωμός ως ο εθνικός μας ποιητής. Λίγο αργότερα οι στροφές αυτές μελοποιήθηκαν από το Νικόλαο Μάντζαρο.

Το 1957, εκατό χρόνια από το θάνατο του, καθιερώθηκε επίσημα ως «Έτος Διονύσιου Σολωμού». Κατά το έτος αυτό έγιναν πανηγυρισμοί σε διάφορα φιλολογικά σωματεία της χώρας καθώς και στην Ακαδημία Αθηνών.

Η τιμή και το χρήμα

Η τιμή και το Χρήμα είναι μία νουβέλα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη που πρωτοδημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό Νουμάς το 1914. Θεωρείται στην νεοελληνική πεζογραφία ως η πρώτη κοινωνική νουβέλα που ξεφεύγει από τις γνωστές ειδυλλιακές αναπαραστάσεις μιας ζωής ήρεμης, απαλλαγμένης από διλήμματα και κλυδωνισμούς.

Η επαρχία του Θεοτόκη δεν ήταν τόπος ειδυλλιακός. Ήταν μια κλειστή και καθυστερημένη κοινωνία, εγκλωβισμένη σε αδιέξοδα κοινωνικά σχήματα και παράλογες ηθικές προκαταλήψεις. Ασφυκτιούσε κάτω από το αίσθημα της ντροπής, γνώριζε καλά το συμφέρον και τη συναλλαγή, καταδυναστευόταν από το θεσμό της προίκας, το λαθρεμπόριο και το ρουσφέτι.

Η Τιμή και το χρήμα

Τα πρόσωπα του έργου — η σιόρα Τρινκούλαινα, ο Ανδρέας, ο θείος του — δεν είναι οι γνωστοί καλοσυνάτοι χωρικοί, οι απαλλαγμένοι από τα πάθη, με τις σκληρές ρυτίδες στα πρόσωπα και τους χοντρούς ρόζους στα δάχτυλα. Παγιδευμένοι μέσα στα αδιέξοδα που τους επιβάλλει η τάξη τους και η ηθική της μικρής κοινωνίας τους, φέρονται σκληρά, υπολογιστικά, κοιτάζουν το συμφέρον τους, υποκύπτουν στους όρους της ανάγκης και συμβιβάζονται. Συγχρόνως, όμως, είναι και πρόσωπα δραματικά. Αντιμετωπίζουν διλήμματα, αμφισβητούν τις παραδεδομένες αξίες και βρίσκουν κάποιες στιγμές τη δύναμη να κάνουν υπερβάσεις. Στο τέλος της νουβέλας, η Ρήνη θα αρνηθεί το γάμο με τον Ανδρέα και θα αποφασίσει να μεγαλώσει μόνη της το παιδί της.

Παρουσιάζοντας τους χαρακτήρες του εξαρτημένους από τους όρους της κοινωνικής και οικονομικής ζωής και προβάλλοντας το στοιχείο της σύγκρουσης, ο Θεοτόκης εισάγει στην νεοελληνική πεζογραφία μια άγνωστη μέχρι τότε διάσταση: την πολιτικοποιημένη γραφή που αρνείται να ωραιοποιήσει την πραγματικότητα, καταγράφει τα κακώς κείμενα, διαμαρτύρεται και καταγγέλλει.

Η τιμή και το χρήμα

Κεφάλαιο Α’

Σαν καλή νοικοκυρά η σιόρα Επιστήμη η Τρινκούλαινα εσηκώθηκε πρωί πρωί από το κρεβάτι, εφόρεσε μόνο το μεσοφόρι της, έσιαξε λίγο τα μαλλιά της, άνοιξε την πόρτα της κ’ εβγήκε μία στιγμή στο λιθόστρωτο καντούνι της. Οι γειτόνοι εκοιμούνταν ακόμη· εκοίταξε ψηλά το μικρό κομμάτι του ουρανού που ολοένα εφώτιζε κι όπου έλαμπαν ακόμα δύο ή τρία αστέρια, εκοίταξε κιόλας στην άκρη του στενού του δρόμου τη θάλασσα, που απλωνότουν ως τα απέναντι βουνά της Στεριάς σταχτιά κ’ ήσυχη, κ’ εξαναμπήκε πάλι στο σπίτι της για να ανάψει φωτιά στο μικρό μαγειριό της. Είταν γυναίκα μισόκοπη, έως σαράντα πέντε χρονώ, λιγνή και ψηλή, με ζαρωμένο πρόσωπο, με πολλά μαλλιά άσπρα· αλλά τα μάτια της είταν ζωερά κι ακόμα νέα.

«Θα κάμει ζέστα σήμερα» εσυλλογίστηκε ανοίγοντας το μικρό παράθυρο του μαγειριού. Και βλέποντας πως το φως δεν είταν ακόμη αρκετό, άναψε μ’ ένα σπίρτο το κατάμαυρο λυχνάρι που εκρεμότουν από ένα καρφί στον κοκκινωπό και καπνισμένον τοίχο πάνωθε από την ογνήστρα, έπειτα εκοίταξε τριγύρου, γυρεύοντας με το βλέμμα την κούκουμα του καφέ, έσκυψε κ’ επήρε κάρβουνα και τ’ άναψε επιδέξια σε λίγες στιγμές στο σιδερένιο φουρνέλο, φυσώντας τα με το στόμα πρώτα και στερνά με το βέντουλο. Και εσυλλογιζότουν:

«Έξη στήματα σφυρίδες από τέσσερα φράνκα το στήμα κάνουνε… έξη, κ’ έξη, δώδεκα· και δώδεκα, εικοστέσσερα φράνκα· ως το σάββατο μεθαύριο, θα γένουνε άλλα τρία, τρεις ντουζίνες όλα όλα, τριάντα έξη φράνκα· θα πάνε κι αυτά μαζί με τ’ άλλα στον κομό, και σα γενούν εκατό του τα δίνω και τα παίρνει στην τράπεζα. Μην τα ιδεί όμως πρώτα ο μεθύστακάς μου, γιατί τα παίρνει και τα κάνει στάχτη ευτύς στην ταβέρνα! Ωχ, τόνε γνοιάζει εκείνονε για τα παιδιά μας, για τσι κοπέλες μας! τα μαυρισμένα μεγαλώνουνε ωστόσο. Να η Ρήνη μου, εγίνηκε, πάει, γυναίκα· αν επρόσμενα από ‘φτόνε, αλλίμονό της! Ό,τι εκάμανε τούτα τα μπράτσα, αλλιώς ουδέ ποκάμισο ν’ αλλάξουμε δε θα ‘χαμε.» Κι αναστέναξε κουνώντας το κεφάλι.

Όλο παίζοντας με το βέντουλο εφώναξε στην κρεβατοκάμαρη: «Ε Ρήνη, τι έπαθες σήμερα! Ασηκώσου, μωρή κοπέλα! Με το νου πλουταίνει η κόρη, με τον ύπνο η ακαμάτρα. Δεν ακούς, ε! Ή κάνεις που δεν ακούς; Ξύπνα, λέω, ξύπνα.» «Ακόμα δεν εχάραξε, μητέρα» αποκρίθηκε από μέσα χασμουριώντας η Ρήνη που ήθελε να πάρει ακόμα ένα γλυκό σουρούπι. «Είναι μεσημέρι» της εφώναξε άσπλαχνα η μάνα της· σήκω! Πρέπει να το πάρεις μάθημα να σηκώνεσαι πρωί· θα πας σε αντρός χέρια, και ανάθεμα δε θέλω να ‘χω από τους γαμπρούς μου.»

Ολομεμιάς στο καντούνι ακούστηκε βιαστικό ποδοβολητό. «Τι να ‘ναι» έκαμε η νοικοκυρά προσέχοντας. Κι αφήνοντας το βέντουλο εξαναβγήκε στην πόρτα.

Από το γιαλό ανέβαιναν βιαστικά στο καντούνι τρεις άνθρωποι. Ο ένας τους είταν φορτωμένος μ’ ένα βαρύ τσουβάλι που τον έσκυφτε· οι άλλοι δύο τον εβοηθούσαν με τα χέρια για να μπορεί να τρέχει. Κι αμέσως η νοικοκυρά εκατάλαβε τι εσυνέβαινε. «Είναι λαθρέμποροι» είπε με το νου της· «θα τους έλαχε κάποιος μπελάς στο δρόμο· πώς λεχομανάνε, οι καημένοι, από το φόβο τους κι από τον κόπο.»

Ωστόσο οι άνθρωποι είχαν ζυγώσει το σπίτι της κυράς Επιστήμης και μπρος στην πόρτα της, καθαυτό στο κατώφλι, εξεβοήθησαν με μιας το σακί. «Γλύτωσέ μας» της είπε ο ένας βιαστικά· «κρούψε το». Τον εγνώρισε ποιος ήταν. «Δε μπορώ, Αντρέα μου, να σε χαρώ» του ‘πε γλυκά· «η αρχή μάς υποψιάζεται.»

Μα αυτήν την στιγμή ήρθε σιμά της κ’ η θυγατέρα της, ακόμα από τον ύπνο, άντυτη κι αυτή και ξέπλεκη, και επρόβαλε το ξανθό της κεφάλι με τα ρόδινα μάγουλα πάνου από τον ώμο της μάνας της, και της είπε με σπλάχνος: «Θα το αρνηθείς του Αντρέα;» Κι ο Αντρέας ωστόσο αποκρενότουν: «Η ώρα βιάζει· μας κυνηγούνε· κάμε ό,τι θέλεις· κατάδωσέ μας, α σου το λέει η καρδιά.» Κι αμέσως με τους συντρόφους του επήρε το φυγί προς τον ανήφορο.

«Εκατάλαβες μπελιάς αμπονώρα, αμπονώρα, που να μην είχα σηκωθεί!» είπε η κυρά Επιστήμη σταυρώνοντας ανάποδα τα χέρια της και κοιτάζοντας λυπητερά το τσουβάλι «θέλεις και δε θέλεις πιε γάιδαρε αγιάσμα. Και να σου λέω, μωρή κοπέλα να σηκώνεσαι πρωί!» «Έλα, μάνα» της είπε χαμογελώντας η Ρήνη, «πιάσ’ το να το κυλήσουμε μέσα.» Και χωρίς να ειπούν άλλο λόγο τό ‘πιασαν και οι δύο με δύναμη και τό ‘συραν με προφύλαξη στο σπίτι.

Η Ρήνη έκλεισε την πόρτα, έβγαλε από το πάτωμα, που σ’ ένα μέρος ήταν κινητό, δύο τρεις σανίδες, και σε μία στιγμή το σακί έπεφτε μέσα στο κατώγι και το πάτωμα ξαναρχότουν στη θέση του, σαν να μην είχε γίνει τίποτα. Μα ο πατέρας τώρα εφώναζε από το κρεβάτι: «Τι κάνετε, μωρές παραδερμένες; θα σας βάλουνε στη φυλακή και μένα μαζί σας, θα πάρεις και τα παιδιά μας στο λαιμό σου.» «Το δικό μου τ’ όνομα πάρ’ το εσύ γειτόνισσα!» του αποκρίθηκε η κυρά Επιστήμη κάνοντας πως θυμώνει «αφόντις μας εκατέστρεψες, κ’ εσπατάλησες ό,τι κι αν είχες στον τζιόγο, στο πιοτό και ο Θεός το ξέρεις πού αλλού, τώρα χλιέσαι τα παιδιά μας, μεθούα! Πώς θα βγει το θεόψωμο;» «Μα δε μας λείπει, μωρή γυναίκα» της αποκρίθηκε καθίζοντας στο κρεβάτι και κοιτάζοντας την πόρτα της κάμαρας όπου τώρα η νοικοκυρά εστεκότουν τρομερή, παρέτοιμη να μαλλώσει περισσότερο. «Το φέρνεις βλέπεις εσύ κάθε μέρα» του αποκρίθηκε βάζοντας το γρόθο της στη ζώση. «Πού είσουνα εψές και επροψές και πού θα πας απόψε; Στην ταβέρνα ε; Κι ακόμα έχεις μούτρο και μιλείς!» «Ό,τι λάχει κι απολάχει» της απάντησε δειλά δειλά, θέλοντας να τελειώσει «η ίδια θα ‘χεις το φταίξιμο. Μα ας αφήσουμε τώρα τσι κουβέντες, άμε να μου φτιάξεις τον καφέ να πάμε στη δουλειά μας.» «Δε γνοιάζεσαι παρά για την κοιλιά σου» του απάντησε με ημερότερη φωνή· «γιατί νά ‘σαι έτσι, καημένε;» Και εξαναγύρισε στο μαγειριό της όπου τώρα τα αθράκια εξεψύχιζαν, και το νερό δεν είχε ζεστάνει.

Μα ένας νέος ποδοβολημός την έφερε πάλι στην πόρτα. «Είναι οι χωροφυλάκοι» είπε με το νου της χωρίς κανένα φόβο «ας πάνε να τσου μιλήσουμε.» «Κιουρία» της εφώναξε ο ένας «μήπους πέρασαν δώθ’ νις;» «Ποιοι;» του αποκρίθηκε χχαμογελώντας. «Δεν άκ’σις τίπ’τς; Μας χτ’πήσανι, ανάθιμ’ τουν πατέρα τ’ς, του νουματάρχ’ και μας ‘φ’γαν. Δεν τις είδις να διαβούνι;» «Εγώ;» απολογήθηκε κάνοντας το σταυρό της «τώρα σηκώθηκα· με βλέπετε που ‘μαι άντυτη ακόμα… Μα πιστεύω ν’ άκουσα τρεχατά στ’ άλλο το καντούνι· πηγαίνετε ιδέστε· πάνε προς τη χώρα, λογιάζω· αν τρέξετε γλήγορα τσου πιαίνεται.»

Οι χωροφύλακες εκοιτάχτηκαν σα να ρωτούσαν ο ένας τη γνώμη του άλλου: «Άμι γύριβε τ’ς τώρα» έκαμε ένας «μας φύγανι, χαλάλ’ τ’ς για τούτ’ τ’ν φουρά.» «’Αλλοντ’ς, βρε πιδιά, κάτ’ κουλνούσ’ κι για μας, τώρα αντί ξύλου!» Κ’ εχαιρέτησαν τη νοικοκυρά πηγαίνοντας αφρόντιστα προς το γιαλό και παίζοντας με τα κομπολόγια τους.

Ολόκληρο το έργο υπάρχει στη Βικιθήκη.

Ποιήματα του Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Τα ποιήματα του Έντγκαρ Άλλαν Πόε (1809-1849) μας δείχνουν έναν κόσμο φανταστικό και νοσηρό. Ο λογοτέχνης τους συγκαταλέγεται ανάμεσα στους θεμελιωτές της αστυνομικής λογοτεχνίας. Στην παγκόσμια αναγνώρισή του συνέβαλαν οι μεταφράσεις έργων του από τον Μποντλέρ.

Ποιήματα του Έντγκαρ Άλαν Πόε

ΣΤΗΝ ΕΛΕΝΗ
Είναι για μένα το κάλλος σου, Ελένη,
σαν την περασμένη εκείνη εποχή
που σε μια θάλασσα με φύκια μυρωμένη
τον θαλασσοδαρμένο, κατάκοπο ταξιδευτή
της Νίκαιας τα πλοία φέραν στην πατρική του την ακτή.

Πλέοντας άσκοπα σε μαύρες θάλασσες χρόνια ολάκερα εδώ και κει,
η κόμη σου από υακίνθους, κι η κλασική σου η μορφή,
σαν Ναϊάδα η αύρα σου μ’ έφερε ακόμη
στη δόξα που ήτανε Ελλάδα
και στο μεγαλείο που ήταν Ρώμη.

Και να, σε κείνη την υπέρλαμπρη κόγχη
σαν άγαλμα στητό σε βλέπω να στέκεις
με το λύχνο από αχάτη σφιχτά μες στο χέρι
αχ! Ψυχή, που έρχεσαι από άγια μέρη!

ΟΥΛΑΛΟΥΜ
Σταχτί και σκυθρωπό το χρώμα τ’ ουρανού
και τα φύλλα ήταν τριμμένα και ξερά –
ναι, τα φύλλα ήταν μαραμένα και ξερά.
Ήταν νύχτα θλιβερού Οχτώβρη
στης μνήμης μου την ανεξίτηλη χρονιά.
Ήταν δύσκολα στη μουντή λίμνη του Όβρη
στην ομίχλη του μεσόκαμπου Γουήαρ –
μες στη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
στα βρικολακιασμένα δάση του Γουήαρ.

Εδώ κάποτε σε δρόμο με γιγάντια κυπαρίσσια,
περιπλανήθηκα συντροφιά με την Ψυχή μου
μες στα κυπαρίσσια οδήγησα την Αδερφή Ψυχή μου.
Κι ήταν μέρες που η καρδιά μου είχε λαύρα
σαν τα γεμάτα τέφρα ποτάμια που κυλούν –
σαν τις λάβες που αδιάκοπα κυλούν
ρέματα από θειάφι απ’ το Γιάανεκ ρέουν –
στα έσχατα κλίματα του πόλου –
που βογκούν κι απ’ το όρος Γιάανεκ ρέουν
στα βασίλεια του Βόρειου Πόλου.

O λόγος μας στοχαστικός και μετρημένος
αλλ’ οι σκέψεις μας ήταν αναιμικές, ξερές –
οι θύμησές μας ήταν ύπουλες, ξερές –
γιατί δε νιώθαμε πως ήταν Οχτώβρης,
και δεν προσέξαμε τη νύχτα της χρονιάς –
(αχ, εκείνη απ’ όλες τις νύχτες της χρονιάς!)
και δεν είδαμε τη μουντή λίμνη του Όβρη
(αν και κάποτε διαβήκαμ’ από δω)
κι ούτε νιώσαμε τη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
κι ούτε τα βρικολακιασμένα δάση του Γουήαρ.

Και τώρα, καθώς η νύχτα έφτανε στο γέρμα
και τ’ αστρικά ρολόγια δείχνανε πρωί –
τ’ αστρικά ρολόγια προϊδέαζαν πρωί –
και στου διάβα μας φάνηκε το τέρμα
μια νεφελώδης και αχνή μαρμαρυγή
απ’ όπου της Αστάρτης βγήκε η λειψή σελήνη
δικέρατη, διαμαντοστόλιστη πριν τη χαραυγή
ξεχωριστή, δικέρατη σελήνη.

Και είπα: «Απ’ την Άρτεμη αυτή είναι πιο θερμή:
πετάει μέσα σ’ αιθέρα αναστεναγμών –
ξεφαντώνει σε βασίλεια αναστεναγμών:
είδε τα δάκρυα που δε στέγνωσαν ακόμη
στις παρειές αυτές που το σκουλήκι ζει ακόμη
και διάβηκε απ’ τ’ άστρα του Λέοντα
να μας δείξει το ουράνιο μονοπάτι –
της γαλήνιας Λήθης το μονοπάτι,
βγήκε, ενάντια στο Λέοντα,
να μας φέξει με τα λαμπρά της μάτια –
πέρασε μέσ’ απ’ το άντρο του Λέοντα
με αγάπη στα φωτεινά της μάτια».

Αλλά η Ψυχή το δάχτυλό της ύψωσε
κι είπε: «Το άστρο αυτό το δυσπιστώ –
την ασυνήθιστη ωχρότητά του τη φοβούμαι: –
Αχ, σπεύσε! Να μη μείνουμε άλλο εδώ!
Να φύγουμε! Να πάμε! Μη χρονοτριβούμε!»
Με τρόμο μίλησε και άφησε να πέσουν
τα φτερά της και να συρθούν μέσα στη σκόνη –
αγωνιούσε κι έκλαιγε αφήνοντας να πέσουν
τα βαμβακένια της φτερά μέσα στη σκόνη –
και θλιβερά να σέρνονται μέσα στη σκόνη.

Και της απάντησα εγώ: «Όνειρο είναι απλά:
Ας συνεχίσουμε με το τρεμουλιαστό τούτο φως!
Ας μας λούσει το κρυστάλλινο τούτο φως!
Η σιβυλλική του αίγλη μας φέγγει λαμπρά
μ’ Ομορφιά κι Ελπίδα απόψε: –
Δες πώς τρεμοπαίζει στο στερέωμα απόψε!
Αχ, ασφαλώς να εμπιστευτούμε αυτή τη λάμψη,
και με σιγουριά θα μας πάει σωστά –
ασφαλώς να εμπιστευτούμε αυτή τη λάμψη,
και με σιγουριά θα μας πάει σωστά,
αφού τρεμοπαίζει στο στερέωμα απόψε».

Έτσι κανάκεψα την Ψυχή και τη φίλησα,
και την έβγαλα απ’ την κακοκεφιά της –
νικώντας τις φοβίες της και την κακοκεφιά της,
και στου ορίζοντα φτάσαμε το τέρμα,
αλλά σταματήσαμε στη θύρα ενός τύμβου –
στη θύρα ενός ενεπίγραφου τύμβου.
Κι είπα: «Τι γράφει εδώ, γλυκιά αδελφούλα
στη θύρα αυτού του ενεπίγραφου τύμβου;»
Απαντώντας μου είπε: «Ουλαλούμ – Ουλαλούμ –
είν’ ο τάφος της χαμένης σου Ουλαλούμ!»

Πελιδνή και μαύρη έγινε τότε η καρδιά μου
σαν τα φύλλα τα τριμμένα και ξερά –
σαν τα φύλλα τα μαραμένα και ξερά.
Κι ανέκραξα: «Ήταν όντως νύχτα του Οχτώβρη
σαν τη νύχτ’ αυτή την περσινή χρονιά.
που πορεύτηκα εδώ κάτω – διάβηκα δω κάτω –
που φορτίο τρομερό έφερα εδώ κάτω –
τούτη τη νύχτα απ’ όλες της χρονιάς,
ποιος δαίμονας μ’ έφερ’ εδώ φονιάς;
Πολύ καλά γνωρίζω τώρα τη μουντή λίμνη του Όβρη
την ομίχλη του μεσόκαμπου Γουήαρ –
πολύ καλά γνωρίζω τη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
και τα βρικολακιασμένα τούτα δάση του Γουήαρ.

ΣΟΝΕΤΟ – ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ
Επιστήμη! Γνήσια κόρη του Αρχαίου Χρόνου είσαι!
Με τα ερευνητικά σου μάτια όλα τ’ αλλοιώνεις – τέτοια είσαι!
Γιατί ορμάς έτσι πάνω στην καρδιά του ποιητή,
αρπακτικό, που τα φτερά σου είναι πραγματικότητα πεζή;
Πώς αυτός να σ’ αγαπήσει; Ή πώς σοφή να σε θεωρήσει;
Όταν εσύ δε θέλεις στις περιπλανήσεις του
να τον αφήσεις
να ψάξει για θησαυρούς στους διαμαντοστόλιστους ουρανούς,
μολονότι πέταξε ψηλά μ’ ατρόμητα φτερά;
Συ δεν είσαι που την Άρτεμη από το άρμα της βίαια έριξες
και την Αμαδρυάδα από τα δάση έδιωξες
για να βρει καταφύγιο και γαλήνη
σε μιαν άλλη πιο χαρούμενη σελήνη;
Συ άσπλαχνα δε χώρισες τη Ναϊάδα από τη νερομάνα της,
τη Συλφίδα από το χλωρό χορτάρι της
κι εμένα από το όνειρο το θερινό
κάτω από τον κόκκινο ταμάρινθο;

Πηγή: https://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/4211-poe

Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε (1809-1849)

Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε (Edgar Allan Poe, 19 Ιανουαρίου 1809 – 7 Οκτωβρίου 1849) ήταν Αμερικανός ποιητής και πεζογράφος. Υπήρξε ένας από τους κύριους εκπροσώπους του αμερικανικού ρομαντισμού. To λογοτεχνικό του έργο είχε σημαντική επίδραση στην παγκόσμια λογοτεχνία, αποτελώντας θεμέλιο λίθο για την εξέλιξη σύγχρονων λογοτεχνικών ειδών, όπως η αστυνομική λογοτεχνία ή οι ιστορίες τρόμου και φαντασίας.

Για τη ζωή και την προσωπικότητα του Πόε υπάρχουν αρκετές πληροφορίες, συχνά αντιφατικές, ωστόσο ελάχιστα γεγονότα μπορούν να επιβεβαιωθούν ή να επαληθευθούν μέσα από επίσημες πρωτογενείς πηγές ή έγγραφα. Πολλά βιογραφικά στοιχεία για τον Πόε βρίσκονταν ή και παραμένουν υπό καθεστώς αμφισβήτησης, όπως η ημερομηνία γέννησής του, τα αίτια του θανάτου του, η ημέρα ταφής του, οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις, καθώς και άλλες σκοτεινές πλευρές της ζωής του, όπως η σχέση του με το ποτό ή άλλες ναρκωτικές ουσίες.

Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε
Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Ο Βίος του Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε γεννήθηκε το 1809 στη Βοστώνη και οι γονείς του ήταν ηθοποιοί. Ο πατέρας του, Ντέιβιντ Πόε, εγκατέλειψε την οικογένεια του τον Ιούλιο του 1811 ενώ πέθανε πέντε μήνες αργότερα, στις 11 Δεκεμβρίου. Η μητέρα του, Ελίζαμπεθ Άρνολντ Χόπκινς, υπέφερε από φυματίωση και πέθανε στις 8 Δεκεμβρίου 1811, ενώ ο Πόε ήταν μόλις δύο ετών. Μετά το θάνατο της μητέρας του, έζησε στο σπίτι του επιτυχημένου εμπόρου καπνού Τζον Άλλαν και μεγάλωσε στην πόλη Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια.

Το 1815 η οικογένεια Άλλαν μετακόμισε στη Σκωτία και την Αγγλία, όπου έζησαν συνολικά για πέντε χρόνια. Στο διάστημα αυτό, ο Πόε φοίτησε σε δύο αγγλικά σχολεία κοντά στην πόλη του Λονδίνου. Μετά την επιστροφή του στο Ρίτσμοντ, εγγράφηκε στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια, το 1826, όπου παρέμεινε μόνο για ένα χρόνο. Ήρθε σε σύγκρουση με τον πατριό του, εξαιτίας οικονομικών χρεών που ανέπτυξε μέσω της χαρτοπαιξίας, κατά την περίοδο των σπουδών του. Τελικά ο Πόε εγκατέλειψε το σπίτι των Άλλαν και κατατάχθηκε το 1827 στον αμερικανικό στρατό, πιθανότατα για λόγους οικονομικής επιβίωσης. Στην αίτηση κατάταξής του δήλωσε το όνομα Έντγκαρ Α. Πέρι, αναφέροντας επίσης ως ηλικία τα 22 χρόνια ενώ ήταν δεκαοκτώ ετών.

Τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο, μία ποιητική συλλογή με τίτλο Ταμερλάνος και άλλα ποιήματα. Το 1829 εκδόθηκε το δεύτερο ποιητικό βιβλίο του, το Al Aaraaf, ενώ παράλληλα έκανε αίτηση εγγραφής στην στρατιωτική ακαδημία του Γουέστ Πόιντ, με την υποστήριξη του πατριού του. Εκεί θεωρείται πως ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο άλλων ρομαντικών  ποιητών, ενώ σύντομα ανέπτυξε εκ νέου οικονομικά χρέη. Υπήρξε σκόπιμα αμελής ως προς τα καθήκοντά του γεγονός που οδήγησε τελικά στην απόλυσή του. Αμέσως μετά, ο Πόε μετακόμισε στη Βαλτιμόρη, όπου έζησε με τη θεία του Μαρία Κλεμ και την πρώτη του εξαδέλφη Βιρτζίνια Ελίζα Κλεμ. Προκειμένου να συντηρείται οικονομικά, ξεκίνησε να γράφει πεζά κείμενα υποβάλλοντας συμμετοχή σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Το 1833, βραβεύθηκε για το διήγημά του Μήνυμα στο μπουκάλι, γεγονός που του εξασφάλισε μία πρώτη αναγνώριση σε ένα περιορισμένο τοπικό λογοτεχνικό κύκλο.

Τον Δεκέμβριο του 1835 άρχισε να εργάζεται ως συντάκτης στην  εφημερίδα Southern Literary Messenger («Λογοτεχνικός Αγγελιοφόρος του Νότου»), στο Ρίτσμοντ. Την ίδια περίοδο νυμφεύθηκε τη δεκατριάχρονη εξαδέλφη του, η οποία στο πιστοποιητικό του γάμου τους αναφερόταν ψευδώς πως ήταν είκοσι ενός ετών.

Το 1838 εκδόθηκε η Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πυμ (The Narrative of Arthur Gordon Pym) ενώ το καλοκαίρι του επόμενου χρόνου, ο Πόε μετακόμισε στη Φιλαδέλφεια, όπου ξεκίνησε να εργάζεται ως βοηθός συντάκτη στο περιοδικό Burton’s Gentleman’s Magazine. Δημοσίευσε αρκετά άρθρα, διηγήματα και κριτικές απολαμβάνοντας ολοένα και μεγαλύτερη φήμη. Το ίδιο διάστημα, εκδόθηκε η δίτομη συλλογή έργων του Tales of the Grotesque and Arabesque (Ιστορίες του Γκροτέσκου και του Αραβουργήματος), η οποία αν και δεν αποτέλεσε σημαντική εμπορική επιτυχία, επαινέθηκε από την κριτική και θεωρείται σήμερα ορόσημο στην ιστορία της αμερικανικής λογοτεχνίας. Ο Πόε εγκατέλειψε τη θέση του μετά από περίπου ένα χρόνο και ανέλαβε χρέη βοηθού συντάκτη στο περιοδικό Graham’s Magazine.

Στις 20 Ιανουαρίου 1842, η σύζυγός του έδειξε για πρώτη φορά δείγματα πως έπασχε από φυματίωση και, υπό το βάρος της ασθένειάς της, ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε κατέφυγε στο ποτό. Εγκατέλειψε εκ νέου την θέση του στο Graham’s Magazine και επέστρεψε στη Νέα Υόρκη όπου εργάστηκε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στην εφημερίδα Evening Mirror και ως συντάκτης στην έκδοση του Broadway Journal. Στις 29 Ιανουαρίου 1845 εκδόθηκε το ποίημά του Το Κοράκι (The Raven), ένα από τα πιο γνωστά έργα του, το οποίο του προσέφερε μεγάλη αναγνώριση, γεγονός που τον βοήθησε επίσης να αυξήσει το ισχνό του εισόδημα δίνοντας διαλέξεις. Ανατυπώθηκε σε αρκετές εφημερίδες και περιοδικά, ωστόσο ο ίδιος ο Πόε δεν αποκόμισε οικονομικά οφέλη από το ίδιο το έργο εξαιτίας της έλλειψης νόμων περί πνευματικών δικαιωμάτων.

Τον Ιανουάριο του 1847, η σύζυγός του Βιρτζίνια πέθανε και τον επόμενο χρόνο ο Πόε αρραβωνιάστηκε την ποιήτρια Σάρα Έλεν Ουίτμαν. Ο προγραμματισμένος τους γάμος τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, πιθανότατα εξαιτίας των προβλημάτων του Πόε με το ποτό. Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή, η μητέρα της Ουίτμαν είχε σημαντική συμβολή στη διάλυση της σχέσης τους. Με βάση την αλληλογραφία του Πόε εκείνης της περιόδου, γνωρίζουμε ότι επιχείρησε να αυτοκτονήσει με υπερβολική δόση λάβδανου. Αργότερα, ο Πόε επέστρεψε στο Ρίτσμοντ, όπου αρραβωνιάστηκε την Σάρα Ελμίρα Ρόυστερ και μαζί όρισαν ως ημερομηνία του γάμου τους την 17η Οκτωβρίου 1849.

Το τέλος του Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Ο τάφος του Πόε στη Βαλτιμόρη

Σύμφωνα με επιστολή του προς τη Μαρία Κλεμ στις 18 Σεπτεμβρίου 1849, ο Πόε θα πραγματοποιούσε ένα ταξίδι στη Φιλαδέλφεια, προκειμένου να συναντήσει την ποιήτρια Λέον Λάουντ, με αφορμή την επιμέλεια της έκδοσης ενός τόμου με έργα της. Ανακαλύφθηκε σε παραληρηματική κατάσταση στους δρόμους της Βαλτιμόρης από έναν περαστικό, ο οποίος μετά από σχετική υπόδειξη του Πόε, έστειλε επιστολή στον δρα. J. E. Snodgrass, ενημερώνοντάς τον σχετικά. Ο Snodgrass έλαβε την επιστολή στις 3 Οκτωβρίου και την ίδια ημέρα φρόντισε, μαζί με τον θείο του Πόε, Χένρυ Χέρινγκ, για τη μεταφορά του Πόε στο νοσοκομείο, όπου τελικά πέθανε στις 7 Οκτωβρίου. Καθώς δεν κατάφερε κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του να συνέλθει επαρκώς, ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πώς είχε οδηγηθεί στην κατάστασή του. Όταν βρέθηκε, φορούσε ρούχα που πιστεύεται ότι δεν του ανήκαν, ενώ επανειλημμένα πρόφερε το όνομα Ρέυνολντς κατά την διάρκεια της τέταρτης νύχτας που έμεινε στο νοσοκομείο. Σύμφωνα με επιστολή του ιατρού δρα. John J. Moran που εξέτασε τον Πόε στο νοσοκομείο, προς τη θεία του, οι τελευταίες του λέξεις ήταν “Lord help my poor soul” («Κύριε βοήθησε τη φτωχή ψυχή μου»).

Η πραγματική αιτία θανάτου του Έντγκαρ Άλλαν Πόε παραμένει ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα και δεν υπάρχει μία οριστική θέση, καθώς ουδέποτε υπήρξε ή βρέθηκε ένα επίσημο πιστοποιητικό θανάτου. Ο Snodgrass, ο οποίος γνώριζε προσωπικά τον Πόε και βρέθηκε μαζί του στις τελευταίες του ημέρες, βεβαίωνε πως ο θάνατός του ήταν απόρροια αλκοολισμού. Αντίθετα, ο Δρ. John Moran, θεωρούσε πως ο θάνατός του δεν σχετιζόταν με χρήση κάποιου είδους τοξικής ουσίας. Τόσο τα γραπτά του Snodgrass όσο και του Moran, με θέμα τις τελευταίες ημέρες ζωής του Πόε, περιέχουν σημαντικές αντιφάσεις με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζονται εν γένει με δυσπιστία από τους μελετητές και βιογράφους του συγγραφέα. Πληθώρα άλλων θεωριών έχουν προταθεί επίσης, μεταξύ αυτών πιθανή σύφιλη, επιληψία, δηλητηρίαση, δολοφονία ή λύσσα, θεωρίες όμως που δεν επιβεβαιώνονται μέχρι σήμερα από επίσημα ιατρικά έγγραφα ή αναφορές.

Η ταφή του έγινε στις 8 ή 9 Οκτωβρίου και ο τάφος του βρίσκεται στη Βαλτιμόρη, όπου αποτελεί ένα ιδιαίτερο αξιοθέατο της περιοχής. Την ημέρα της ταφής του Πόε, μία νεκρολογία δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα New York Tribune, υπογεγραμμένη με το ψευδώνυμο Ludwig, το οποίο όπως αποκαλύφθηκε αργότερα ανήκε στον εκδότη και επιμελητή ανθολογιών, Ρούφους Ουίλμοτ Γκρίζγουολντ. Η νεκρολογία ανέφερε στην εισαγωγή της: «O Έντγκαρ Άλλαν Πόε είναι νεκρός. Πέθανε στη Βαλτιμόρη προχθές. Η ανακοίνωση αυτή θα τρομάξει αρκετούς, αλλά λίγοι θα νιώσουν θλίψη για το γεγονός.» και θεωρείται απόρροια της εχθρότητας που είχε καλλιεργηθεί μεταξύ του Πόε και του Γκρίσγουολντ.

160 χρόνια μετά τον θάνατό του, στις 12 Οκτωβρίου 2009, έγινε η κηδεία του ομοιώματος του ποιητή, με τιμές, στη Βαλτιμόρη.

Για πολλές δεκαετίες, το νωρίτερο από το 1930, έως και το 2008, στον τάφο του Πόε εμφανίζονταν ένας μυστηριώδης θαυμαστής κατά τις πρώτες πρωινές ώρες των γενεθλίων του Πόε, στις 19 Ιανουαρίου, ο οποίος άφηνε κόκκινα τριαντάφυλλα στον τάφο του και έκανε πρόποση με ένα μπουκάλι κονιάκ.

Επιρροή του έργου του Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Το έργο του Έντγκαρ Άλλαν Πόε είχε σημαντική επιρροή τόσο στην αμερικανική όσο και στην παγκόσμια λογοτεχνία, αποτελώντας το θεμέλιο λίθο για σύγχρονα είδη όπως η αστυνομική λογοτεχνία και οι ιστορίες τρόμου ή φαντασίας. Θεωρείται πρωτοπόρος στο είδος του αστυνομικού μυθιστορήματος, το οποίο ανέπτυξε μέσα από τις τρεις ιστορίες του με ήρωα τον Ωγκύστ Ντυπέν (Auguste Dupin), μεταξύ αυτών Οι Δολοφονίες της Οδού Νεκροτομείου. Τα έργα αυτά αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τις μεταγενέστερες ιστορίες του Άρθουρ Κόναν Ντόυλ, με κεντρικό ήρωα τον Σέρλοκ Χολμς.

Η φήμη του Πόε υπήρξε αρκετά μεγάλη τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη. Αμερικανοί λογοτέχνες που εκτιμούσαν το έργο του και επηρεάστηκαν από αυτό, ήταν ο Ουώλτ Ουίτμαν, ο Χ. Φ. Λάβκραφτ, ο Γουίλιαμ Φώκνερ, καθώς και ο Χέρμαν Μέλβιλ. Αντιθέτως, ο Μαρκ Τουαίην υπήρξε αυστηρός κριτής του, όπως και ο ποιητής Τ. Σ. Έλιοτ, ο οποίος ωστόσο εκτιμούσε το κριτικό του έργο.

Ιδιαίτερα σημαντική επίδραση είχε το έργο του Πόε στη γαλλική  λογοτεχνία και ειδικότερα στον γαλλικό συμβολισμό. Ο Κάρολος Μπωντλαίρ μετέφρασε σχεδόν το σύνολο των πεζών του κειμένων, καθώς και αρκετά ποιήματα του. Σε επαφή με το έργο του ήρθε και ο ποιητής Στεφάν Μαλλαρμέ, ο οποίος επίσης μετέφρασε έργα του, ενώ αφιέρωσε δικά του ποιήματα στον Πόε. Επηρέασε σημαντικά και τον Ιούλιο Βερν, ο οποίος έγραψε ένα δοκίμιο για το έργο του, Poe et ses oeuvres (Ο Πόε και τα έργα του), ενώ το μυθιστόρημα του Η Σφίγγα των Πάγων (Le Sphinx des glaces), αποτελούσε συνέχεια της Αφήγησης του Άρθρουρ Γκόρντον Πυμ του Πόε. Ενδεικτικό της επίδρασης του Πόε στη Γαλλία, είναι επιπλέον το γεγονός πως οι ζωγράφοι Εντουάρ Μανέ  και Γκυστάβ Ντορέ φιλοτέχνησαν αναπαραστάσεις έργων του. Σε μεταγενέστερη περίοδο, ο Πωλ Βαλερύ και ο Μαρσέλ Προυστ υπήρξαν επίσης θαυμαστές του. Με αφετηρία τη Γαλλία, έργα του μεταφέρθηκαν στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στην Αγγλία, μεταξύ των λογοτεχνών που τα εκτίμησαν, υπήρξαν ο Άλγκερνον Σουίνμπουρν και ο Όσκαρ Ουάιλντ.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Έντγκαρ_Άλαν_Πόε

Ο Σπύρος Μελάς (1882-1966)

Ο Σπύρος Μελάς (13 Ιανουαρίου 1882 – 2 Απριλίου 1966) ήταν Έλληνας  δημοσιογράφος, συγγραφέας, δραματουργός, σκηνοθέτης και ιδρυτής θιάσων, εκδότης και ακαδημαϊκός. Υπήρξε μία από τις πιο παραγωγικές φυσιογνωμίες των γραμμάτων με μακρόχρονη θητεία και πολύμορφη δραστηριότητα στον πνευματικό κόσμο της εποχής του. Ωστόσο ήταν ο πρωτεργάτης που στέρησε το Νόμπελ λογοτεχνίας στον Νίκο Καζαντζάκη. 

Ο Σπύρος Μελάς
Ο Σπύρος Μελάς

Ο Βίος του Σπύρου Μελά

Ο Σπύρος Μελάς, γιος του Ιωάννη Μελά και της Πηγής Παναγοπούλου γεννήθηκε στην Ναύπακτο, στις 13 Ιανουαρίου του 1882. Τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του τα πέρασε σε διάφορες ελληνικές πόλεις, καθότι ο πατέρας του, δικαστικός στο επάγγελμα, έπαιρνε συχνά μεταθέσεις. Τελευταία κατοικία της οικογένειας ήταν στον Πειραιά. Ο Μελάς, ως το μοναδικό αγόρι της οικογένειας μετά το θάνατο του πατέρα του, αναγκάστηκε να δουλέψει για να ζήσει την οικογένεια. Έκανε διάφορες δουλειές και παράλληλα προσπαθούσε να συνεχίσει την εκπαίδευσή του. Με υποτροφία του δήμου Πειραιά, σπούδασε στην «Ιωνίδειο Πρότυπη σχολή Πειραιά» και με το τέλος των σπουδών του αποφάσισε να αποκατασταθεί επαγγελματικά στον Στρατό. Ωστόσο η στρατιωτική καριέρα δεν του πήγαινε και έτσι παραιτήθηκε σύντομα. Το 1905 γράφτηκε στη Νομική σχολή, αλλά δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του.

Παράλληλα, είχε κάνει τα πρώτα βήματα, ως δημοσιογράφος, στην εφημερίδα «Φωνή του Πειραιά». Μετά συνεργάστηκε με τις εφημερίδες «Χρονογράφος», «Ακρόπολις» και «Άστυ». Επίσης συνεργάστηκε και με πολλά λογοτεχνικά – καλλιτεχνικά περιοδικά.

Στη δημοσιογραφία φαίνεται ότι βρήκε την κλίση του, αφού παρέμεινε στο επάγγελμα ως το τέλος της ζωής του. Συνεργάστηκε από διάφορες θέσεις με όλες σχεδόν τις εφημερίδες του καιρού του. Η τελευταία του συνεργασία ήταν με την εφημερίδα «Ελευθερία» από το 1957 έως το  1966. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της ΕΣΗΕΑ ενώ λειτούργησε και την πρώτη σχολή δημοσιογραφίας στην Ελλάδα, την «Σχολή Δημοσιογραφία και Δημοσίων Σχέσεων του Ελληνοαμερικανικού Επιμορφωτικού Ινστιτούτου». Παρακολούθησε ως δημοσιογράφος όλα τα σημαντικά γεγονότα του καιρού του, υπήρξε πολιτικός αναλυτής αλλά και απεσταλμένος των εφημερίδων στον εξωτερικό, ωστόσο πιο γνωστός έμεινε για το καθημερινό χρονογράφημά του, το οποίο συνέχιζε καθημερινά μέχρι το τέλος της ζωής του.

Το πρώτο του λογοτεχνικό έργο, ήταν το μυθιστόρημα Τα μυστήρια του Πειραιώς που πρωτοδημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα «Ακρόπολις», το φθινόπωρο του 1906.

Με το θέατρο η ενάσχολησή του ήταν πολύπλευρη. Υπήρξε καθηγητής ιστορίας του θεάτρου σε διάφορες δραματικές σχολές, ιδρυτής θιάσων και επαγγελματίας σκηνοθέτης, θεατρικός κριτικός, μέλος του Εθνικού θεάτρου και βέβαια θεατρικός συγγραφέας.

Ωστόσο, μελανή κηλίδα στην ζωή του, στάθηκε η ευκολία με την οποία άλλαζε πολιτικές θέσεις και κυρίως η στήριξη της γερμανικής κατοχής. Ξεκινώντας από σοσιαλιστής στα νιάτα του, θα περάσει μετά στο στρατόπεδο των αντιβενιζελικών, των βενιζελικών ύστερα και θα υποστηρίξει το μεταξικό καθεστώς. Το αποκορύφωμα όλων είναι η στάση του στην Κατοχή όταν σε ένα άρθρο του καλεί τον Ελληνικό λαό, να συνεργαστεί ειλικρινά και ενεργητικά με τον κατακτητή. 

Πέθανε στις 2 Απριλίου του 1966 από ανεύρυσμα.

Έλαβε μια μακρά σειρά τιμητικών διακρίσεων, με σημαντικότερα τον Πολεμικό Σταυρό και τον ανώτερο Ταξιάρχη του Τάγματος του Γεωργίου.

Τα θεατρικά έργα του Σπύρου Μελά

  • 1906 Η θυσία
  • 1907 Ο γιος του ίσκιου
  • 1908 Το κόκκινο πουκάμισο
  • 1909 Το χαλασμένο σπίτι
  • 1913 Το άσπρο και το μαύρο
  • 1917 Λίνα
  • 1919 Η φλόγα
  • 1920 Το κελεπούρι
  • 1924 Μια νύχτα μια ζωή
  • 1934 Ιούδας
  • 1935 Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται
  • 1936 Ο Ρουμπής, η Κουμπή και τα κουμπιά
  • 1937 Παπαφλέσσας
  • 1941 Πίσω στη γη
  • 1942 Αργυροί γάμοι
  • 1942 Η μέθοδος των τριών
  • 1943 Έρωτα, μαστροχαλαστή
  • 1943 Βουβές αγάπες
  • 1944 Θύελλα
  • 1953 Ο βασιλιάς και ο σκύλος
  • 1958 Πούλμαν για το Τέξας
  • 1962 Ρήγας Βελεστινλής

Τα μυθιστορήματα του Σπύρου Μελά

  • 1906 Τα μυστήρια του Πειραιώς
  • 1907 Οι μαύροι άνθρωποι του Πειραιώς
  • 1907 Η γεροντοκόρη
  • 1920 Φτωχά μου όνειρα
  • 1934 Ο Ιούδας
  • 1935 Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται 
  • 1941 Πίσω στη γη
  • 1944 Τα νιάτα
  • 1953 Στα νύχια της μοίρας, ή Η χαράδρα του Φαράν 

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Σπύρος-Μελάς

Ο συμβολαιογράφος

Ο συμβολαιογράφος είναι ένα εκτενές αφήγημα, μια νουβέλα που εξιστορεί μια μελοδραματική ρομαντική ιστορία. Δεν επιμένει στην περιγραφή των ηθών ή των ιδιαίτερων συνθηκών ζωής σε εκείνη την περίοδο. Σε σχέση με τα υπόλοιπα έργα του ο Συμβολαιογράφος είναι ένα από τα τρία ‘’ελληνικά’’ του έργα. Ο πρόλογος και ο επίλογος του διηγήματος αποτελούν «το επαληθευτικό πλαίσιο της ιστορίας». Για τον νεοελληνιστή Roderick Beaton αυτή η «ρεαλιστική ιστορία δολοπλοκίας, αγωνίας και ρομάντζου», μπορεί άνετα να συμπεριληφθεί στην ομάδα εκείνη των μυθιστορημάτων των Collins και του Poe «και μεταξύ των πρώτων αστυνομικών μυθιστορημάτων που γράφτηκαν ποτέ».

Ο συμβολαιογράφος

Ο συμβολαιογράφος

Α΄

Όσοι των Ελλήνων κατά την αρχήν της Ελληνικής Επαναστάσεως απήλαυσαν της ενθουσιώδους φιλοξενίας των Κεφαλλήνων, ενθυμούνται ίσως εις Αργοστόλιον, την πρωτεύουσαν της νήσου, τον συμβολαιογράφον Τάπαν, γέροντα ρικνόν, κυφόν, αναφαλατίαν, σεσηρός γελώντα, και καλύπτοντα υπό πράσινα διόπτρα οφθαλμούς υελώδεις κα βλέμμα λοξόν. Η δε γλώσσα αυτού ην οποία δυστυχώς ή των πλειόνων Ιονίων τότε, νόθον εξάμβλωμα ελληνικής και ιταλικής. Και τούτο λέγομεν ουχί ειρωνευομένοι, αλλά συλληπούμενοι τους αδελφούς ημών νησιώτας, ότι επί της ενετικής δυναστείας εκινδύνευσαν να περικοπώσι το ευγενέστατον τούτο των εθνικών γνωρισμάτων, και απομάθωσι την φωνήν του ομήρου, οι παίδες του Οδυσσέως, συγχρόνως δε και αφορμήν ζητούντες, ιν΄αποδώσωμεν αυτοίς τον ανήκοντα φόρον επαίνου, διότι ήδη γενναίως και επιτυχώς εισήλθον εις της βελτιώσεως της εθνικής γλώσσης το στάδιον και ικανοτάτους έχουσιν εν αυτώ τους πρωταγωνιστάς.

Ούτος λοιπόν ο κύριος Τάπας, μιαν ημέραν εκάθητο περί την δείλην εις το γραφείον του, επί χωλού σκίμποδος, και κατεγίνετο γράφων, χωρίς πολύ να προσέχη εις τους πολυαρίθμους πελάτας, τους περιμένοντας την σειράν των, ότε νεανίας διά διστάζοντος βήματος εισήλθε διά τη θύρας και προυχώρησε προς τον υπηρέτην της Θέμιδος. Ο Τάπας ύψωσεν ελαφρώς τα διόπτρα του, και υπ΄αυτά εξηκόντισε κλοπιμαίον βλέμμα. Αναγνωρίσας δε τον εισελθόντα, εστερέωσε τα διόπτρα εις τον μέτωπον, το κονδύλιον εις το αυτίον, και τον προσεφώνησε κατά την αυτώ συνήθη διάλεκτο, ης παραιτούμεθα να επαναλάβωμεν πάντας τους ιταλισμούς.

…………………………………………………………………………………………………

ΙΒ΄

Κατά τα πρώτα έτη της ελληνικής επαναστάσεως ενθυμείται έκαστος γέροντας Επτανήσιον ρακενδύτην, όστις περιεφέρετο εις τας πόλεις και τα στρατόπεδα, φέρων πήραν εις τους ώμους, και εις τα ρυπαρά του ενδύματα έχων προσερραμμένα εμπρός και οπίσω πτερά πτηνών, ουράς κυνών και άλλα αλλόκοτα προσαρτήματα, τοις παιδίοις ιν΄ή γέλως. Αυτός ήτο πανταχού το παιγνίον των στρατιωτών οίτινες εκάγχαζον εις τα άσεμνα σχήματα του και εις τους ανοήτους του λόγους, και εις ανταμοιβήν τω έρριπτον τα κόκκαλα από των τραπεζών των. Ενίοτε η παραφροσύνη του εκορυφούτο εις μανίαν, ότε μάλιστα συνέπιπτε να ιδή αίμα. Τότε άφρονες λέξεις εξήρχοντο του στόματος του.

«Γειά σου μωρέ κόντε», ηκούετο λέγων, «Σφίξε, σφίξε καλά, να σκάση ο παλαιόγερος. Κοίταξε τον! Γουρλώνει τα μάτια ο πόβερος, Ρούφηξε του αμμά τα μάτια να μη πεταχθούν απάνω σου. Αί κανάλια! Το έσφαξε το άσπρο μου περιστέρι! Α μπεστιά! Φαρμάκι το πότισες το γλυκό μου αρνί! Πιε, Γεράσιμε, και την γλώσσα μου! Να πλύνω τα χέρια μου εις το αίμα σου! Να ρουφήξω τα μυαλά να δροσισθώ».

Το πρόσωπον του, όταν επρόφερε τας καταχθονίους αυτάς φαντασίας, ελάμβανε έκφρασιν θηριώδη. Οι αγροίκοι στρατιώται όμως εκάγχαζον ακούοντες τον, και τον παρώξυνον να τας επαναλάβη, αν και ήξευρον ότι, άμα εξήρχετο της φοβεράς ταύτης κρίσεως, απεσύρετο εξηγριωμένος και επί δύο ημέρας δεν εφαίνετο πλέον.

Ο ελεεινός ούτος επαίτης ήτον ο συμβολαιογράφος Τάπας. Μη έχων την ανδρείαν να υπομείνη εις την πατρίδα του την αμοιβήν των πράξεων του, τον θάνατον διά της αγχόνης, κατέφυγε την φρικτήν εκείνην νύχτα της δολοφονίας του Γερασίμου εις την Ελλάδα, ελαφρώς μόνον το όνομα του μεταβαλών, ενταύθα δε, υπό της εριννύος της συνειδήσεως του οιστρηλατούμενος, και εις τας αιματηράς φαντασίας του και εις την θλίψην του διά την στέρησιν της θυγατρός του αποπνίξας το λογικόν του, περιήλθεν εις την οικτράν εκείνην κατάστασιν, ήτις ήτον της θείας εκδικήσεως τρομερόν παράδειγμα και επανάληψις της τιμωρίας του Κάιν.

Όταν δε, μετά την άλωσιν του Μεσολογγίου, ο Καραΐσκος εξεστράτευσεν εις την Στερεάν όπως εκδικήση την μάρτυρα ταύτην πόλιν, ο γέρων Κεφαλλήν ευρίσκετο μεταξύ των υποζθγίων του στρατοπέδου, και συνέπεσε να παρακολουθήση απόσπασμα ριφθέν υπό της τύχης του πολέμου προς την ακαρνανικήν παραλίαν.

Περί την δείλην ήτον, όταν, μετά μίαν των συνήθων εκρήξεων της μανίας του, αποσυρθείς παραφόρως του στρατοπέδου περιεφέρετο εις τα όρη τυχαίως. Αναρριχθείς δε ταχύς ως αίλουρος πετρώδη ράχιν ήτις υψούτο εμπρός του, ευρέθη εις το χείλος καθέτου κρημνού, ου η βάσις εις βάθος διακοσίων ποδών έτρυζεν υπό την αέναον προσβολήν των κυμάτων. Το βλέμμα του Τάπα εξετάθη εις το Ιόνιον πέλαγος, κα επί του λαμπρώς φωτιζομένου ορίζοντος της δύσεως είδεν αντίκρυ του ισχυρώς αναφαινομένην την Κεφαλληνίαν, και η καρδιά του εσκίρτησεν ως μέλλουσα να διαρραγή όταν προσέβαλε τας όψεις του το γνωστόν σχήμα των κορυφών του Μεγάλου Βουνού.

«Μαρίνα μου, Μαρίνα», έκραξεν, «έτρεχα τον κόσμον να σε ζητώ. Έτρεξα τας νύχτας και τας ημέρας, έτρεξα τας κοιλάδας και τα βουνά. Εδώ λοιπόν ήσουν, κόρη μου, και μ΄επρόσμενες!Μη φεύγης, έρχομαι, έρχομαι».

Και εν βήμα προυχώρησε προς το όραμα της καρδίας του, αλλά το βήμα τούτο ήτον επί του βαράθρου, και το αφρίζον κύμα έσβησε και τας τύψεις του συνειδότος του, και τους πόνους του, και την μνήμην του.

Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής

https://el.wikipedia.org/wiki/Ο_συμβολαιογράφος

Ο Τέλλος Άγρας (1899-1944)

Ο Τέλλος Άγρας (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Ευάγγελου Ιωάννου, Καλαμπάκα 1899 – Αθήνα 12 Νοεμβρίου 1944) ήταν Έλληνας ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και κριτικός λογοτεχνίας.

Ο Τέλλος Άγρας
Ο Τέλλος Άγρας

Ο Βίος του Τέλλου Άγρα

Ο Τέλλος Άγρας γεννήθηκε στην Καλαμπάκα, όπου υπηρετούσε τότε ως σχολάρχης ο πατέρας του Γεώργιος Ιωάννου. Η μητέρα του λεγόταν Ειρήνη Βλάχου, ενώ ο μικρότερος αδερφός του Χρήστος. Το 1899 όλη η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα και από εκεί το 1906 στο Λαύριο, όπου ο ποιητής τελείωσε το Δημοτικό και το Ελληνικό Σχολείο. Το  1916 αποφοίτησε από το Γυμνάσιο και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου έλαβε το πτυχίο του το 1923. Το  1924 εργάστηκε στο Υπουργείο Γεωργίας και Τουρισμού. Το 1927 διορίστηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη, θέση στην οποία παρέμεινε έως το θάνατό του.

Μετά τον θάνατο του πατέρα του, το 1938, ο Τέλλος Άγρας μετακόμισε μαζί με τη μητέρα του στην Αθήνα και πιο συγκεκριμένα στην οδό Αγαθουπόλεως, όπου παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Στη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής χειροτέρεψε η ευαίσθητη κατάσταση της υγείας του. Στις 11 Οκτωβρίου 1944, τραυματίζεται από αδέσποτη σφαίρα των αλληλοσυγκρουόμενων Ταγμάτων Ασφαλείας και του ΕΑΜ  στον αστράγαλο, μεταφέρεται στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός, όπου τελικά πεθαίνει το Νοέμβριο από σηψαιμία.

Συγγραφική δραστηριότητα του Τέλλου Άγρα

Η συγγραφική δραστηριότητα του Τέλλου Άγρα ξεκίνησε το 1907 όταν αλληλογραφούσε ως συνδρομητής του περιοδικού Η Διάπλασις των Παίδων ενώ από το 1911 άρχισε να γράφει τακτικά πλέον στη στήλη συνεργασίας συνδρομητών του περιοδικού με το ψευδώνυμο Τέλλος Άγρας. Το Μάιο του 1923, όταν δηλαδή τέλειωσε τη Νομική, γράφει στη Διάπλαση των Παίδων το πεζογράφημα «Αποχαιρετισμός». Συνεργάζεται και με άλλα περιοδικά, όπως με τη Λύρα, τον Βωμό, τους Νέους κ.ά.

Το 1918 βραβεύεται στο Σεβαστοπούλειο Διαγωνισμό, ενώ κερδίζει και βραβείο στο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού Εσπερία  στο  Λονδίνο. Το 1921 έδωσε διάλεξη για τον Καβάφη στην αίθουσα του Ελληνικού Ωδείου. Την ίδια χρονιά μεταφράζει τις Στροφές του γαλλόφωνου Έλληνα ποιητή Ζαν Μορεάς (Jean Moreas).

Ο Τέλλος Άγρας έγραψε κυρίως ποίηση και κριτική λογοτεχνίας. Συχνά έγραφε και στο περιοδικό «Νέα Εστία», της οποίας διετέλεσε και αρχισυντάκτης για ένα διάστημα, ενώ δημοσιεύει κείμενά του στα περιοδικά «Ελληνικά Γράμματα», «Νέα Ζωή», «Αλεξανδρινή Τέχνη», «Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου» και σε πολλά άλλα έντυπα καθώς και στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού (1928).

Το 1934 κυκλοφόρησαν Τα βουκολικά και τα εγκώμια, η πρώτη ποιητική του συλλογή και το 1939 η δεύτερη με τίτλο Καθημερινές, που τιμήθηκε το 1940 με το «Α΄Κρατικό Βραβείο Ποίησης».

Ποιήματά του μελοποιήθηκαν από τους: Νένα Βενετσάνου, Ορφέα Περίδη, Νότη Μαυρουδή και Γιάννη Σπανό.

Απόψεις – Κρίσεις για το έργο του

«Ο Τέλλος Άγρας τοποθετείται στους Έλληνες ποιητές του μεσοπολέμου, τους λεγόμενους νεορομαντικούς ή παρακμιακούς (Καρυωτάκης, Κλέων Παράσχος, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κώστας Ουράνης κ.ά.). Το ποιητικό του έργο είναι αποτέλεσμα δημιουργικής αφομοίωσης του πνεύματος του γαλλικού συμβολισμού και αισθητισμού ( Moreas, Laforgue, Verlain, Mallarme, Baudelaire κ.ά.), αλλά και της ελληνικής ποιητικής παράδοσης από το δημοτικό τραγούδι ως τον Ιωάννη Πολέμη, τον Κωστή Παλαμά, το Μιλτιάδη Μαλακάση και τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Κινήθηκε στα πλαίσια της εσωτερικότητας, της μελαγχολίας, της νοσηρότητας και της απαισιοδοξίας των συγχρόνων του, υιοθέτησε την ειδυλλιακή ενατένιση του παρελθόντος, ωστόσο παράλληλα χάρη στη βαθιά πνευματική του καλλιέργεια αρνήθηκε να παραδοθεί στην απελπισία και αγωνίστηκε να κρατηθεί από την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.»
»Πρέπει τέλος να σημειωθεί η αξία του κριτικού του έργου που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη οξυδέρκεια, ευαισθησία, βαθιά γνώση της φιλοσοφίας και επαρκή ενημέρωση για τις σύγχρονές του ευρωπαϊκές θεωρίες της λογοτεχνίας και τον τοποθετεί στην πρωτοπορία της νεοελληνικής κριτικής σκέψης.
»

Η εργογραφία του Τέλλου Άγρα

Ποίηση

  • Τα βουκολικά και τα εγκώμια – Το φθινοπωρινό ειδύλλιο – Βουκολικά – Μεταφράσεις – Τα Εγκώμια – Παραφωνίες – Σπουδές – Μπαλάντες – Καθημερινές (1917-1924), εκδ. Δημητράκος, Αθήνα 1934.
  • Καθημερινές – Το σπίτι κ’ η γειτονιά – Αττική – Αγάπη (1923-1930), εκδ. Δημητράκος, Αθήνα χ.χ.
  • Τριαντάφυλλα μιανής ημέρας, επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος, εκδ. Φέξης, Αθήνα 1965.
  • Επιλογή απ’ τα ποιήματα, εκδ. Ερμής, 1996.
  • Τα ποιήματα, τόμος Α΄, Εκδόσεις Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, 2014.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Τέλλος_Άγρας_(ποιητής)

Ο Λέων Τολστόι (1828-1910)

Ο Λέων Τολστόι (ρωσ. Лев Никола́евич Толсто́й, Λεφ Νικολάιεβιτς Τολστόι) 9 Σεπτεμβρίου 1828 – 20 Νοεμβρίου 1910 (ή με το τότε ισχύον ημερολόγιο στη Ρωσία 28 Αυγούστου 1828 – 7 Νοεμβρίου 1910) ήταν Ρώσος συγγραφέας. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς όλων των εποχών. Είναι γνωστός για τα έργα του «Πόλεμος και Ειρήνη» και «Άννα Καρένινα», που συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα μυθιστορήματα όλων των εποχών.

 Ο Λέων Τολστόι, Ρώσος συγγραφέας.
Ο Λέων Τολστόι

Ο Βίος του Λέοντα Τολστόι

Ο Λέων Τολστόι γεννήθηκε στη Γιάσναγια Πολιάνα (το οικογενειακό κτήμα 12 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Τούλα) το 1828  από αριστοκρατική οικογένεια. Ορφάνεψε, όμως, προτού κλείσει τα δέκα του χρόνια και από πατέρα και από μητέρα. Από το 1844 ως το 1847 σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Καζάν. Από το τέλος της δεκαετίας 1850-1860 ο Τολστόι εγκαταστάθηκε στη Γιάσναγια Πολλιάννα, άνοιξε σχολείο για τα αγροτόπαιδα και ίδρυσε το περιοδικό «Γιάσναγια Πολλιάννα». Προηγουμένως ταξίδεψε στη Γαλλία, Ελβετία, Ιταλία και Γερμανία.

Έχοντας μεγάλα χρέη από τη χαρτοπαιξία, αποφάσισε να καταταγεί στο στρατό. Ο Λέων Τολστόι πήρε μέρος στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856), ως αξιωματικός του πυροβολικού και του απονεμήθηκαν πολλές ανώτερες διακρίσεις. Στον πόλεμο της Κριμαίας γνώρισε την ψυχή του Ρώσου στρατιώτη και τη φρίκη του πολέμου. Στη συνέχεια επιχείρησε δύο ταξίδια και γυρίζοντας στη Ρωσία, παντρεύτηκε (1862), έκανε οικογένεια κι έζησε ευτυχισμένος «σαν πατριάρχης», όπως έγραψε ο ίδιος. Με την κατά 16 χρόνια μικρότερη σύζυγό του Σοφία Μπερς απέκτησε 13 παιδιά. Την περίοδο εκείνη έγραψε τα δύο αριστουργήματά του «Πόλεμος και Ειρήνη» (1869), το οποίο ζωντανεύει τη Ναπολεόντεια εποχή και την «Άννα Καρένινα» (1877), ένα δυνατό ψυχογραφικό και οικογενειακό δράμα.

Ο Λέων Τολστόι είχε ανήσυχο πνεύμα

Η ανησυχία του, όμως, ταράζει και πάλι τη ζωή του. Είχε τύψεις που ζούσε μέσα στα πλούτη, ενώ τόσοι άλλοι δυστυχούν. Θέλει να τα αφήσει όλα, περιουσία, οικογένεια, δόξα και να ζήσει απλά, σύμφωνα με τις ιδέες του. Τότε γράφει τα έργα του με τα μεγάλα προβλήματα και τις υψηλές ηθικές αρχές της αγάπης, της καλοσύνης και της συμπόνοιας: «Πάτερ Σέργιος» (1898), «Σονάτα του Κρόιτσερ» (1889), «Κύριος και δούλος» (1895) και «Ανάσταση» (1899). Έγραψε, ακόμα, ένα δραματικό έργο, «Το κράτος του ζόφου» (1886) κι ένα θαυμάσιο μεγάλο διήγημα «Ο θάνατος του Ιβάν Ίλιτς» (1866).

Το 1910 αποφασίζει να εγκαταλείψει τα «εγκόσμια», να τα αρνηθεί όλα και να ζήσει μία απλή ζωή μέσα στη φύση. Μα είναι πια 82 ετών και η υγεία του κλονίζεται. Στις 20 Νοεμβρίου (7 Νοεμβρίου με το παλαιό ημερολόγιο) ο σπουδαίος ρώσος συγγραφέας, «ο γίγας της ρωσικής γης», όπως τον αποκαλούν, άφησε την τελευταία του πνοή στη σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης Αστάκοβο της Ρωσίας.

Κριτική για τον Λέοντα Τολστόι

Η ζωή του Λέοντα Τολστόι χαρακτηρίστηκε από μεγάλες αντιθέσεις, καθώς τα πρώτα άσωτα χρόνια της αριστοκρατίας τα διαδέχτηκε η ριζοσπαστική μεταστροφή του προς την άρνηση του πλούτου, τη φιλανθρωπία και προς έναν ιδιόμορφο ειρηνιστικό και χριστιανικό αναρχισμό, που έτυχε θαυμασμού από προσωπικότητες όπως ο Μαχάτμα Γκάντι και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Με τα θρησκευτικά κείμενά του ήρθε όμως σε αντιδικία με την εκκλησία της Ρωσίας, η οποία τον απέβαλε από τις τάξεις της το 1901.

Προσπάθησε να βρει το αληθινό νόημα του Χριστιανισμού, πιστεύοντας πως σκοπός της ζωής δεν είναι να εξυπηρετεί την κατώτερη ζωική φύση, αλλά τη φωτεινή δύναμη, που βρίσκεται στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής και η οποία βοηθάει τον άνθρωπο να αναγνωρίζει το αγαθό. Εκτός όμως από αυτές τις αντιλήψεις, ο Τολστόι κατάφερε ν’ απεικονίσει με απαράμιλλο τρόπο τη ρωσική κοινωνία της εποχής του και με την αναπαραστατική δύναμη της τέχνης του να δώσει εκπληκτικούς πίνακες από τη ζωή της τσαρικής Ρωσίας του 19ου αιώνα. Αν και καταγόταν από πλούσια οικογένεια, αφοσιώθηκε με μεγάλη αγάπη στους μουζίκους, βοηθώντας τους και μελετώντας τη ζωή τους. Γεμάτος θρησκευτική έξαρση και δεμένος με τα προβλήματα της εποχής του, προσπάθησε να βρει γιατί υποφέρουν οι άνθρωποι και προσπάθησε να απελευθερώσει τον άνθρωπο και να αποκαταστήσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ως καλλιτέχνης ο Τολστόι διακρίνεται για τη βαθιά γνώση των κρυφών πτυχών της ψυχής και την άμεση καθαρότητα του αισθήματος. Το έργο του είχε τεράστια σημασία και άσκησε γόνιμη επίδραση στη ρωσική και στην παγκόσμια λογοτεχνία.

Εκδόσεις στα Ελληνικά

Μυθιστορήματα

  • ΟΙ ΚΟΖΑΚΟΙ (1863)
  • ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ (1864-1869)
  • ΑΝΝΑ ΚΑΡΕΝΙΝΑ (1873-1877)
  • ΑΝΑΣΤΑΣΗ (1899)

Νουβέλες και διηγήματα

  • ΤΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΕΒΑΣΤΟΥΠΟΛΗΣ (1855)
  • (ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΒΑΣΤΟΥΠΟΛΗ)
  • ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΕΥΤΥΧΙΑ (γνωστό και με τον τίτλο ΚΑΤΙΑ) (1859)
  • ΠΟΛΙΚΟΥΣΚΑ (1863)
  • Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΒΑΝ ΙΛΙΤΣ (1886)
  • Η ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΚΡΟΪΤΣΕΡ (1889)
  • ΑΦΕΝΤΗΣ ΚΑΙ ΔΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ (1895)
  • ΧΑΤΖΗ-ΜΟΥΡΑΤ (1904)
  • ΦΙΟΝΤΟΡ ΚΟΥΖΜΙΤΣ
  • ΠΑΤΗΡ ΣΕΡΓΙΟΣ (1911)
  • Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ (1911)
  • ΝΟΥΒΕΛΕΣ ΚΑΙ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 1851-1863
  • ΝΟΥΒΕΛΕΣ ΚΑΙ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 1884-1903
  • Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΑΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Θεατρικά

  • ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΟΥ ΖΟΦΟΥ (1887)
  • Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΑΔΙΟΥ
  • Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ
  • ΤΟ ΖΩΝΤΑΝΟ ΠΤΩΜΑ (1900)

Αυτοβιογραφικά

  • ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ-ΕΦΗΒΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ
  • ΜΙΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Διάφορα

  • ΕΤΣΙ ΠΕΘΑΙΝΕΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ
  • ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΕΧΝΗ
  • ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ—Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΒΙΑΣ—ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ
  • ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΣΟΦΙΑΣ
  • ΠΟΣΗ ΓΗ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ;
  • ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΝΟΥΝ ΧΡΗΣΗ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ;
  • ΓΙΑΤΙ;
  • ΑΠΟ ΤΙ ΖΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ;
  • ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΕΡΗΜΙΤΕΣ:
  • ΑΛΜΠΕΡΤ-ΛΟΥΚΕΡΝΗ
  • Ο ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΥΚΑΣΟΥ
  • ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/964

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Λέων_Τολστόι

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος (1901-1975)

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος (2 Σεπτεμβρίου 1901 – 3 Αυγούστου 1975) ήταν Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, φωτογράφος και ψυχαναλυτής. Ως λογοτέχνης ανήκει στη Γενιά του ’30 και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ελληνικού υπερρεαλισμού αφού υπήρξε εισηγητής του στην Ελλάδα, πιστός στο κίνημα όσο κανένας άλλος Έλληνας συγγραφέας, καθώς και ο πρώτος που άσκησε την ψυχανάλυση στον ελληνικό χώρο, ασκώντας την ψυχαναλυτική πρακτική κατά την περίοδο 1935-1951. Χαρακτηρίζεται ως ένας από τους κατεξοχήν «οραματιστές ποιητές», κατέχοντας περίοπτη θέση στον ελληνικό λογοτεχνικό κανόνα, παρά τη δυσπιστία με την οποία αντιμετωπίστηκε αρχικά το έργο του.

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος, Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, φωτογράφος και ψυχαναλυτής
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος

Ο Βίος του Ανδρέα Εμπειρίκου

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος γεννήθηκε το 1901 στη Μπράιλα της Ρουμανίας. Οι γονείς του απέκτησαν τρία ακόμη αγόρια, τον Μαρή, τον Δημοσθένη που πέθανε νέος και τον Κίμωνα. Ο πατέρας του, Λεωνίδας Ανδρ. Εμπειρίκος ήταν εφοπλιστής, γόνος παλαιάς οικογένειας ναυτικών με καταγωγή από την Άνδρο. Μαζί με τους αδελφούς του Μιχάλη και Μαρή Εμπειρίκο, υπήρξε ιδρυτής της Εθνικής Ατμοπλοΐας Ελλάδος (1909-1935), της Embiricos Brothers, της Byron Steamship Co. Ltd. καθώς και άλλων εταιρειών. Την περίοδο 1917-18 υπήρξε επίσης βουλευτής της κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου και υπουργός Επισιτισμού. Η μητέρα του Ανδρέα Εμπειρίκου, Στεφανία, ήταν κόρη του Λεωνίδα Κυδωνιέως από την Άνδρο και της Ρωσίδας Σολωμονίδος Κοβαλένκο, από το Κίεβο. Το 1902 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου και έξι χρόνια αργότερα στην Αθήνα. Την περίοδο 1912-17 φοίτησε στο γυμνάσιο της Σχολής Μακρή και στη συνέχεια υπηρέτησε τη θητεία του στο ναυτικό. Γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας, αλλά σύντομα διέκοψε τις σπουδές του και μετακόμισε στη Λωζάνη, όπου είχε εγκατασταθεί η μητέρα του μετά τον χωρισμό της από τον πατέρα του. Εκεί παρακολούθησε οικονομικά μαθήματα στο πανεπιστήμιο και έγραψε τα πρώτα του ποιήματα. Ο Οδυσσέας Ελύτης αναφέρει για τα πρώιμα ποιητικά του έργα πως «η συναισθηματική του εκτόνωση σε στίχους είχε αρχίσει τόσο πρόωρα που σε ηλικία είκοσι χρονών να διαθέτει ήδη στο ενεργητικό του ένα πλήθος ποιήματα γραμμένα πάνω στ’ αχνάρια των ποιητών που κάθε φορά τον γοήτευαν περισσότερο, κατ’ εξοχήν του Κωστή Παλαμά». Την περίοδο 1921-25 εργάστηκε στην οικογενειακή ναυτιλιακή εταιρεία Byron Steamship Co. Ltd. του Λονδίνου και παράλληλα σπούδασε φιλοσοφία και αγγλική φιλολογία. Το 1926 ήρθε σε διάσταση με τον πατέρα του και ταξίδεψε στο Παρίσι, όπου αποφάσισε να ασχοληθεί με την ψυχανάλυση. Κοντά στον, Ρενέ Λαφόργκ (René Laforgue), ο οποίος υπήρξε ιδρυτικό μέλος και πρώτος πρόεδρος της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας Παρισίων, έκανε προσωπική και διδακτική ανάλυση. Συνδέθηκε με αρκετούς Γάλλους ψυχαναλυτές, μεταξύ αυτών και ο Φρουά Γουιτμάν, ο οποίος είχε ενδιαφέρον για τη μοντέρνα ποίηση και περίπου το 1929 έφερε σε επαφή τον Εμπειρίκο με την ομάδα των υπερρεαλιστών.

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος επέστρεψε στην Ελλάδα το 1931 και εργάστηκε για ένα διάστημα στα ναυπηγεία του πατέρα του, πριν παραιτηθεί έχοντας αποφασίσει να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία και την ψυχανάλυση. Στις 25 Ιανουαρίου του 1935 έδωσε μία ιστορικά σημαντική διάλεξη «Περί σουρρεαλισμού» στη Λέσχη Καλλιτεχνών εισάγοντας ουσιαστικά τον υπερρεαλισμό στον ελληνικό χώρο. Για τον αντίκτυπό της ο Ελύτης έγραψε πως η διάλεξη έγινε «μπροστά σε μερικούς βλοσυρούς αστούς που άκουγαν, φανερά ενοχλημένοι, ότι εκτός από τον Κονδύλη και τον Τσαλδάρη υπήρχαν και άλλοι ενδιαφέροντες άνθρωποι στον κόσμο, που τους έλεγαν Φρόυντ ή Μπρετόν». Τον Μάρτιο του ίδιου έτους εξέδωσε την πρώτη ποιητική συλλογή του, με τίτλο Υψικάμινος, η οποία περιείχε 63 πεζόμορφα ποιήματα και τυπώθηκε στις εκδόσεις «Κασταλία». Την ίδια περίοδο γνωρίστηκε με τον Οδυσσέα Ελύτη, με τον οποίο επισκέφτηκε το σπίτι του ζωγράφου Θεόφιλου στη Μυτιλήνη. Από το 1935 άρχισε να ασκεί την ψυχανάλυση ως επάγγελμα, αναγνωρισμένος από τη Διεθνή Ψυχαναλυτική Ένωση ως «διδάσκων ψυχαναλυτής», ενώ παράλληλα αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία, συνεχίζοντας τις προσπάθειες διάδοσης και υπεράσπισης του υπερρεαλισμού. Την περίοδο 5-29 Μαρτίου του 1936 οργάνωσε στο σπίτι του «Επίδειξη σουρρεαλιστικών έργων», η οποία περιλάμβανε έργα των Μαξ Ερνστ, Όσκαρ Ντομίνγκεζ και άλλων ζωγράφων, σπάνια βιβλία, πρώτες εκδόσεις υπερρεαλιστών, τα μανιφέστα του κινήματος και φωτογραφικό υλικό. Είχε προηγηθεί μια αποτυχημένη προσπάθεια έκδοσης ενός περιοδικού εντύπου για τον υπερρεαλισμό (Ο Θίασος) μαζί με τον Ελύτη και τον Νικόλα Κάλα. Το 1938 μετέφρασε κείμενα του Αντρέ Μπρετόν στο τεύχος Υπερ(ρ)εαλισμός Α΄, ενώ ποιήματα από τη συλλογή του Ενδοχώρα δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στο περιοδικό Νέα Γράμματα. Παράλληλα, έως και το 1939, πραγματοποιούσε τακτικά ταξίδια στη Γαλλία, προκειμένου να διατηρεί τις επαφές του με τους Γάλλους υπερρεαλιστές.

Σε νεαρή ηλικία ο Ανδρέας Εμπειρίκος ενστερνίστηκε τον Μαρξισμό ενθουσιασμένος από τη Ρωσική Επανάσταση. Ο ίδιος είχε δηλώσει σχετικά ότι «παλαιότερα είχα απόλυτα προσχωρήσει στον μαρξισμόν. Είχα βαθύτατα συγκινηθεί από τη ρωσική επανάσταση κλπ». Οι πρώιμες ρομαντικές απόψεις του για το μαρξισμό και την Οκτωβριανή Επανάσταση αποτυπώνονται σε έξι ποιητικά σχεδιάσματα, τα περισσότερα από τα οποία παρέμειναν ημιτελή. Σε αυτά περιλαμβάνονται τα μη-υπερρεαλιστικά ποιήματά με τίτλο Κόκκινο Τραγούδι και Σκηνές μελλοντικών γεγονότων. Σύντομα ο Ανδρέας Εμπερίκος αποκήρυξε τον κομμουνισμό και η διάστασή του έγινε ακόμα μεγαλύτερη μετά από ένα αναπάντεχο γι’ αυτόν γεγονός, τη σύλληψή του από τον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό, κατά τα Δεκεμβριανά, στις 31 Δεκεμβρίου. Αφότου πέρασε από ανάκριση, οδηγήθηκε μαζί με άλλους ομήρους που σχημάτιζαν φάλαγγα, στο χωριό Κρώρα, αλλά κατάφερε να δραπετεύσει στη Θήβα και από εκεί να επιστρέψει στην Αθήνα. Αυτή η εμπειρία ανήκει στη βάση της συγγραφής του Μέγα Ανατολικού που κατά μία ερμηνεία συμβολίζει μεταξύ άλλων και την άρνηση οποιασδήποτε κρατικής μορφής κομμουνισμού. H σχέση του Ανδρέα Εμπειρίκου με την Αριστερά ανανεώθηκε λίγα χρόνια αργότερα, επηρεασμένος μεταξύ άλλων από το κίνημα των μπήτνικς αλλά και της Νέας Αριστεράς στην Αμερική, με αποτέλεσμα να ξαναγίνει αριστερός, όχι όμως και κομμουνιστής.

Το 1940 ο Ανδρέας Εμπειρίκος παντρεύτηκε την ποιήτρια Μάτση Χατζηλαζάρου με την οποία χώρισε το 1944. Στο διάστημα της κατοχής ο Ανδρέας Εμπειρίκος οργάνωνε στο σπίτι του συγκεντρώσεις φίλων λογοτεχνών, όπου διαβάζονταν αποσπάσματα των έργων τους, καθώς και άλλων νέων συγγραφέων. Αρχικά οι συναντήσεις αυτές αφορούσαν λίγους στενούς φίλους του Εμπειρίκου, ωστόσο σύντομα διευρύνθηκαν και έφθασαν να περιλαμβάνουν έναν ευρύ κύκλο καλλιτεχνών, με συμμετοχή ποιητών όπως ο Νίκος Γκάτσος, ο Νίκος Εγγονόπουλος, ο Νάνος Βαλαωρίτης και άλλοι. Το 1945 άρχισε να γράφει το τολμηρό μυθιστόρημα Ο Μέγας Ανατολικός, ενώ παράλληλα ολοκλήρωσε τα κείμενα Ζεμφύρα ή Το μυστικό της Πασιφάης και Βεατρίκη ή Ένας έρωτας του Buffalo Bill. Δημοσίευσε επίσης ένα κείμενο για τον Νίκο Εγγονόπουλο στο περιοδικό Τετράδιο με τίτλο «Νικόλαος Εγγονόπουλος ή το θαύμα του Ελμπασάν και του Βοσπόρου», ενώ τυπώθηκε και η Ενδοχώρα, από τις εκδόσεις του περιοδικού Τετράδιο. Παντρεύτηκε για δεύτερη φορά το 1947 με τη Βιβίκα (Ευριδίκη) Ζήση και το 1948 συμμετείχε στην πρώτη ελληνική ψυχαναλυτική ομάδα με τους Γιώργο Ζαβιτζιάνο και Δημήτρη Κουρέτα. Την ίδια χρονιά σημειώθηκε ο θάνατος του πατέρα του στη Γενεύη. Το 1962 μαζί με τον Ελύτη και τον Γιώργο Θεοτοκά ταξίδεψαν στην Σοβιετική Ένωση ύστερα από πρόσκληση του Συνδέσμου «ΕΣΣΔ – Ελλάς», προκειμένου να έρθουν σε επαφή με τους πνευματικούς ανθρώπους της Σοβιετικής Ένωσης και να αποκτήσουν νέα εικόνα για τα δρώμενα στη χώρα. Ο Εμπειρίκος κατέγραψε τις εμπειρίες του σε ημερολόγιο και έγραψε ποιήματα σχετικά με τη Σοβιετική Ένωση.

Το 1963 πραγματοποίησε μια ομιλία αφιερωμένη στον Νίκο Εγγονόπουλο, στην αίθουσα του Αθηναϊκού Τεχνολογικού Ινστιτούτου, με την ευκαιρία της ατομικής έκθεσης του ζωγράφου. Τον επόμενο χρόνο ολοκλήρωσε το μακροσκελές επικό ποίημα Η άσπρη φάλαινα (παραλλαγαί στο μέγα θέμα του Moby-Dick του Herman Melville), απόσπασμα του οποίου δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Συντέλεια (1991), ενώ τρία χρόνια αργότερα ξεκίνησε τη συγγραφή του Άρμαλα ή Εισαγωγή σε μία πόλι, κείμενο που θα αποτελούσε την εισαγωγή ενός νέου μυθιστορήματος, το οποίο όμως δεν ολοκληρώθηκε. Στις 26 Ιανουαρίου 1971 έδωσε διάλεξη στο Κολλέγιο Αθηνών για τη μοντέρνα ποίηση και το 1973 μίλησε για το έργο του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Τη χρονιά αυτή σημειώθηκε και ο θάνατος της μητέρας του. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος πέθανε στην Κηφισιά στις 3 Αυγούστου 1975, σε ηλικία 74 ετών, από καρκίνο του πνεύμονα. Μετά τον θάνατό του, εκδόθηκε για πρώτη φορά το μυθιστόρημα Ο Μέγας Ανατολικός (1990-1992) σε οκτώ τόμους. Το 2001, με αφορμή τα εκατό χρόνια από τη γέννησή του, τιμήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού και το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου με τον εορτασμό του Έτους Εμπειρίκου, που συνοδεύτηκε από πολυάριθμες τιμητικές εκδηλώσεις, με σκοπό την επανεξέταση και προβολή του έργου του.

Το Έργο του Ανδρέα Εμπειρίκου

Λογοτεχνία

Η εμφάνιση του Ανδρέα Εμπειρίκου στα ελληνικά γράμματα έγινε το 1935, με την έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής του Υψικάμινος, η οποία κυκλοφόρησε σε διακόσια ή διακόσια πενήντα αντίτυπα που εξαντλήθηκαν. Κατά τον ίδιο, το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού προκλήθηκε διότι το έργο θεωρήθηκε «σκανδαλώδες, γραμμένα από έναν παράφρονα». H Υψικάμινος έχει χαρακτηριστεί ως το πρώτο δημοσιευμένο υπερρεαλιστικό ποιητικό κείμενο στην Ελλάδα, το οποίο αντιπροσωπεύει την κατεξοχήν «λυρική» περίοδο του Εμπειρίκου. Κατά τον ίδιο τον Εμπειρίκο υπήρξε η πρώτη πραγματική εκδήλωση και πράξη του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα. Η συλλογή περιέχει 63 πεζόμορφα ποιήματα, μικρής έκτασης και χαρακτηρίζεται από την ιδιοτυπία της γλώσσας του Εμπειρίκου, με λόγιους τύπους και σχηματισμούς. Η δεύτερη ποιητική συλλογή του, Ενδοχώρα, εκδόθηκε δέκα χρόνια αργότερα, αν και η έκδοσή της είχε αναγγελθεί από το 1937. Περιέχει 112 ποιήματα, γραμμένα την περίοδο 1934-37 και χαρακτηρίζεται από εμφανείς διαφορές σε σύγκριση με την Υψικάμινο, τόσο στη μορφή των ποιημάτων όσο και στη «λογικότερη» χρήση της γλώσσας και τη συνακόλουθη θεματική τους καθαρότητα. Χαρακτηρίζεται ακόμα ως έργο στο οποίο επιχειρείται η σύζευξη του υπερρεαλισμού με την ελληνική λαϊκή παράδοση. Σε αντίθεση με την Υψικάμινο που αντιμετωπίστηκε με ειρωνεία και χλευασμό από τους περισσότερους κριτικούς, η Ενδοχώρα επαινέθηκε και υπήρξε δημοφιλέστερη, ωστόσο και οι δύο συλλογές άσκησαν αποφασιστική επίδραση σε σύγχρονους λογοτέχνες, κυρίως στον Οδυσσέα Ελύτη, στον Νικόλαο Κάλα, στον Νίκο Γκάτσο και στον Νίκο Εγγονόπουλο.

Το 1960 τυπώθηκαν τα Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία, έργο που από τον τίτλο του μαρτυρά τον μυθοποιητικό χαρακτήρα του. Γράφτηκε κατά τη δεκαετία 1936-46 και ορισμένα αποσπάσματά του δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Νέα Γράμματα πριν την έκδοση του. Αποτελείται από τρεις ενότητες που τιτλοφορούνται Μυθιστορίαι, Τα γεγονότα και εγώ και Πρόσωπα και Έπη αντίστοιχα, περιέχοντας αφηγηματικά κείμενα σχετιζόμενα περισσότερο με τον πεζό λόγο. Οι μυθιστορίες ανακαλούν το ρομάντζο των ελληνιστικών χρόνων και το ερωτικό ιπποτικό μυθιστόρημα των Βυζαντινών, ενώ η δεύτερη ενότητα της συλλογής αποτελείται από μυθοποιημένες ιστορίες με κεντρικό πρωταγωνιστή ή αφηγητή τον συγγραφέα τους. Στη μεγαλύτερη σε έκταση ενότητα Πρόσωπα και Έπη, οι εξιστορήσεις επικεντρώνονται γύρω από ιστορικά πρόσωπα ή μυθολογικά θέματα, μαρτυρώντας τη στροφή του Εμπειρίκου στην ελληνική παράδοση και λογοτεχνία.

Εκδοτικά μεταγενέστερο των Γραπτών υπήρξε το πρώτο μεγάλο αφηγηματικό κείμενο του Εμπειρίκου, με τίτλο Αργώ ή Πλους αεροστάτου. Δημοσιεύτηκε σε συνέχειες το 1964-5, στο περιοδικό Πάλι και μεταφράστηκε τον ίδιο χρόνο από τον Μισέλ Σονιέ (Michel Saunier) στο γαλλικό περιοδικό Mercure de France. Η έκδοση του συνέβη με σημαντική καθυστέρηση το 1980. Η συγγραφή της Αργώς τοποθετείται πριν τη συλλογή των Γραπτών ή τουλάχιστον παράλληλα με αυτή. Το έργο πραγματεύεται δύο παράλληλες ερωτικές ιστορίες και φέρει πιο καθαρά δείγματα της μεταγενέστερης πορείας που ακολούθησε ο Ανδρέας Εμπειρίκος, σε ό,τι αφορά την διακήρυξη ενός κοσμικού και ιδεολογικού συστήματος για τη δημιουργία ενός ελεύθερου, αταξικού και ερωτικά απελευθερωμένου κόσμου. Η ποιητική συλλογή Οκτάνα εκφράζει επίσης ένα συγκροτημένο φιλοσοφικό και κοσμικό σύστημα, πραγματευόμενη τον έρωτα, τον θάνατο και το όραμα ενός νέου κόσμου ως βασικά θέματα. Αποτελείται από 31 πεζά κείμενα, λυρικής διάθεσης, τα οποία καλύπτουν μία μεγάλη χρονική περίοδο, γραμμένα από το 1942 μέχρι το 1965. Στο κείμενο της συλλογής με τίτλο Όχι Μπραζίλια μα Οκτάνα (1965), ο Εμπειρίκος αναφέρεται στη δημιουργία μίας νέας πόλης που θα ονομαστεί Οκτάνα, συνοψίζοντας τις αρχές μιας «ερωτικής, φροϋδικής φιλοσοφίας, επικεντρωμένης στη σεξουαλική επιθυμία» και με προτεραιότητα στην καθαρά πνευματική λειτουργία της ποίησης. Η Οκτάνα έχει χαρακτηριστεί ως η υπέρτατη διακήρυξη του Ανδρέα Εμπειρίκου και οριακό πιστεύω του, ενώ όπως ο ίδιος ο Εμπειρίκος τονίζει, αποτελεί μια ουτοπική παγκόσμια πολιτεία «ὄχι πολιτικῆς μὰ ψυχικῆς ἑνότητος μὲ ἀνέπαφες τὶς πνευματικὲς καὶ ἐθνικὲς ἰδιομορφίες ἑκάστης ἐθνικῆς ὁλότητος, εἰς μίαν πλήρη καὶ ἀρραγὴ ἀδελφοσύνη ἐθνῶν, λαῶν καὶ ἀτόμων, μὲ πλήρη σεβασμὸ ἑκάστου». Στην ίδια συλλογή περιέχονται τέσσερα πεζά ποιήματα, γραμμένα την περίοδο 1963-64, με αναφορές σε ποιητές της μπητ γενιάς, που φανερώνουν την ιδεολογική του συγγένεια με τα ειρηνιστικά αλλά και αναρχικά κηρύγματά της. Στο ποίημα Οι Μπεάτοι ή της μή συμμορφώσεως οι Άγιοι, ο Εμπειρίκος αναφέρεται εκτενώς σε λογοτεχνικούς ομοϊδεάτες του ή άλλες μορφές που του άσκησαν επίδραση, περιλαμβάνοντας μεταξύ άλλων τους Τζακ Κέρουακ, Άλεν Γκίνσμπεργκ, Έντγκαρ Άλαν Πόε, Σίγκμουντ Φρόυντ, Καρλ Μαρξ, Χένρυ Μίλλερ, Φρίντριχ Νίτσε, Βικτόρ Ουγκώ, Άγγελο Σικελιανό, Βλαντίμιρ Λένιν και Κωνσταντίνο Π. Καβάφη. Ο τίτλος αποτελεί ταυτόχρονη αναφορά στους ποιητές μπητ (beat), αλλά και στο λατινικό beati (=ευλογημένοι, μακάριοι).

Το 1984 εκδόθηκε η ποιητική συλλογή Αι Γενεαί Πάσαι ή Η Σήμερον ως αύριον και ως χθες. Οι πρώτες πληροφορίες για την ύπαρξη μίας συλλογής με τον τίτλο Η Σήμερον ως αύριον και ως χθες δόθηκαν για πρώτη φορά στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Τραμ (1976), όπου δημοσιεύτηκε το ποίημα της συλλογής με τίτλο Στο φως της πανηγυρικής αυτής ημέρας, χρονολογημένο το 1966. Ποιήματα από την ίδια συλλογή δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά το 1965 στο περιοδικό Πάλι (τεύχος 5, σελ. 336-342). Θεωρείται πως η συλλογή συγκροτήθηκε την περίοδο 1965-72, χωρίς όμως να εγκαταλείψει ο Εμπειρίκος το χειρόγραφό του μέχρι το τέλος της ζωής του. H μορφή και η θεματολογία του έργου βρίσκεται πλησιέστερα σε εκείνες της Ενδοχώρας. Το μοναδικό μυθιστόρημα του Ανδρέα Εμπειρίκου, το οκτάτομο έργο Ο Μέγας Ανατολικός, δημοσιεύτηκε την περίοδο 1990-92 και συνιστά ένα από τα πλέον τολμηρά και ογκώδη μυθιστορήματα της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος επεξεργάστηκε το έργο από το 1945 σχεδόν μέχρι το τέλος της ζωής του, αν και ελάχιστες μαρτυρίες για αυτό ή αποσπάσματά του εμφανίστηκαν δημόσια μέχρι την έκδοσή του. Χαρακτηρίστηκε ως το μείζον έργο του και έγινε αποδεκτό με άκρατο ενθουσιασμό ή βίαιη επίκριση, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις εξαιτίας της ελευθεροστομίας του και του ερωτικού περιεχομένου του.

Το 1995, με αφορμή τα είκοσι χρόνια από τον θάνατό του, εκδόθηκε αυτοτελώς το ποίημα Ες-ες-ες-ερ Ρωσία, το οποίο αποτελεί ένα είδος χρονικού της επίσκεψης του στη Ρωσία, το Δεκέμβριο του 1962. Το ποίημα είναι αξιοσημείωτο ως πηγή αυτοβιογραφικών στοιχείων, πολιτικό σχόλιο της εποχής στην οποία γράφτηκε, αλλά και ως ιστορικό ντοκουμέντο. Το 1998 εκδόθηκε το πεζό Ζεμφύρα ή Το μυστικόν της Πασιφάης, έργο που εντάσσεται στα πλαίσια μίας ανέκδοτης τριλογίας του Εμπειρίκου με τίτλο Τα Χαϊμαλιά του Έρωτα και των Αρμάτων, στην οποία περιλαμβάνονται η Αργώ ή Πλους αεροστάτου και το πεζό Βεατρίκη ή Ο Έρωτας του Buffalo Bill. Η συγγραφή της Ζεμφύρας ολοκληρώθηκε στις 15 Ιουνίου του 1945, όπως δηλώνεται στο τέλος του έργου, δεν γνωρίζουμε όμως πότε άρχισε. Μαζί με την Αργώ θεωρείται «δορυφόρος» του Μεγάλου Ανατολικού, μεταφέροντας σε σμίκρυνση τη μεγάλη τοιχογραφία του τελευταίου, αν και ως κείμενα διατηρούν την ανεξαρτησία τους, διαθέτοντας πρωτότυπα θέματα. Η Ζεμφύρα πραγματεύεται τον έρωτα ενός λιονταριού και της θηριοδαμάστριάς του, θέμα που μπορεί να ανιχνευτεί για πρώτη φορά στο ποίημα Λέοντες ωρυόμενοι επί στήθους παρθένου της Υψικαμίνου. Ο ελληνικός μύθος της Πασιφάης, που υπήρξε βασίλισσα της Κρήτης και μητέρα του Μινώταυρου, απασχόλησε ελάχιστα τους νεότερους Έλληνες ποιητές, ωστόσο ο Εμπειρίκος τον συνέδεσε με το κεντρικό θέμα του έργου του, που αφορά στον παρά φύση έρωτα της Ζεμφύρας.

Το 2004 και 2006 ανακαλύφθηκε το χαμένο προπολεμικό αρχείο του Ανδρέα Εμπειρίκου, το οποίο περιλαμβάνει φωτογραφίες και επιστολές, μία εκδοχή της Ενδοχώραςκαι των Γραπτών, την μοναδική σωζώμενη, δακτυλόγραφη μορφή της Υψικαμίνου, το κείμενο της περίφημης διάλεξης Περί Σουρρεαλισμού, αλλά και τα πρό του 1935 ποιήματα, τα οποία συγκροτούν μία συλλογή με τίτλο Προϊστορία ή Καταγωγή. Το τελευταίο εύρημα φέρει ειδικό βάρος, διότι μαζί με τις επιστολές φανερώνει τις παλαμικές και ψυχαρικές επιρροές του Εμπειρίκου και τις πρώιμες απόψεις του πάνω στην γλώσσα και την ποίηση προ της σύνδεσής του με το υπερρρεαλιστικό κίνημα.

Ψυχανάλυση

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος υπήρξε ο πρώτος Έλληνας ψυχαναλυτής, που εξάσκησε την ψυχανάλυση κατά την περίοδο 1935-50, σε μία εποχή απαξίας της εκ μέρους της ελληνικής διανόησης με μοναδική εξαίρεση τον Άγγελο Κατακουζηνό, τον περίφημο νευρολόγο-ψυχίατρο που τον υποστήριξε θερμά. Υπήρξε επίσης ο πρώτος Έλληνας ψυχαναλυτής που αναγνωρίστηκε από τη Γαλλική Ψυχαναλυτική Εταιρεία, και κατ’ επέκταση από την Διεθνή Ψυχαναλυτική Ένωση, ως «διδάσκων ψυχαναλυτής». Μαζί με τον ψυχαναλυτή και ιδρυτή της ισπανόφωνης υπερρεαλιστικής ομάδας, Άλντο Πελεγκρίνι (1903-73), αποτελούν μοναδικές περιπτώσεις εισηγητών της ψυχανάλυσης και υπερρεαλιστικών ομάδων ταυτόχρονα.

H ενασχόλησή του Ανδρέα Εμπειρίκου με την ψυχανάλυση ξεκίνησε την περίοδο των σπουδών του στη Γαλλία, κατά την οποία συνδέθηκε με τον Ρενέ Λαφόργκ, έναν από τους ιδρυτές της γαλλικής ψυχανάλυσης. Αναλύθηκε τρία χρόνια στον Λαφόργκ και ήρθε σε επαφή με πολλούς Γάλλους ψυχαναλυτές. Ως εισηγητής της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα, ξεκίνησε να την εξασκεί το 1935 στην Αθήνα, σχηματίζοντας μαζί με τους ψυχιάτρους Δημήτριο Κουρέτα και Γεώργιο Ζαβιτζιάνο μία μικρή ομάδα ενδιαφερόμενων, σε άμεση επαφή και συνεργασία με την Μαρία Βοναπάρτη, η οποία, όπως σημειώνει ο Εμπειρίκος συμμετείχε στους «αγώνες των πρώτων ορθοδόξων Ελλήνων ψυχαναλυτών». Στις πρώτες προσπάθειες της ομάδας συμμετείχε επίσης ο γλωσσολόγος Μανόλης Τριανταφυλλίδης, αν και μόνο ο Ανδρέας Εμπειρίκος πρότεινε τυπικές ψυχαναλύσεις ενηλίκων νευρωτικών, για τις οποίες, καθώς φαίνεται, δεν είχε αλληλεπίδραση με κανέναν άλλο ειδικό στην Ελλάδα. Παράλληλα, ενημερωνόταν μέσα από τη διεθνή βιβλιογραφία, διατηρώντας επαφή με Γάλλους ψυχαναλυτές και ταξιδεύοντας συστηματικά στο Παρίσι για επαγγελματικούς σκοπούς. Το 1949 συμμετείχε επίσης στο πρώτο συνέδριο της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Εταιρείας στη Ζυρίχη. Ο πρώτος πυρήνας των Ελλήνων ψυχαναλυτών έτυχε εν γένει ευνοϊκής μεταχείρισης από την Ψυχαναλυτική Εταιρεία του Παρισιού και το 1950 οι Εμπειρίκος, Ζαβιτζιάνος και Κουρέτας έγιναν μέλη της. Για το σκοπό αυτό, ο Εμπειρίκος έγραψε, ως όφειλε, την πολυσέλιδη κλινική μονογραφία, με τίτλο Μία περίπτωσις ιδεοψυχαναγκαστικής νευρώσεως με πρόωρες εκσπερματώσεις, η οποία δημοσιεύτηκε στη Γαλλική Ψυχαναλυτική Επιθεώρηση (πρωτότυπος τίτλος: Un cas de névrose obsessionnelle avec éjaculations précoces, Revue Française de Psychanalyse, τόμ. XIV, αρ. 3, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1950, σσ. 331-366) και αποτελεί μία πλήρη περιγραφή της θεραπείας ενός αρρώστου που ψυχαναλύθηκε από τον Εμπειρίκο. Για τη συνολική προσφορά του στην ψυχανάλυση, αναφέρεται πως «κατά τον Ζακ Λακάν υπήρξε πρωτοπόρος στην ανάλυση των νευρώσεων», ενώ κατά τον Γ. Ζαβιτζιάνο διέκρινε ότι «οπισθοδρόμηση στο ναρκισσιστικό στάδιο δεν σημαίνει ότι πρόκειται αναμφισβήτητα περί σχιζοφρένειας», υποδιαιρώντας την άποψη της ναρκισσιστική νευρώσεως. O Εμπειρίκος διέκοψε την πρακτική της ψυχανάλυσης τον Απρίλιο του 1951 υπό το φόβο πως θα δεχόταν μήνυση, καθώς δεν διέθετε άδεια ασκήσεως ιατρικού επαγγέλματος. Συνέχισε να αποτελεί μέλος της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’60.

Φωτογραφία

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος ασχολήθηκε συστηματικά με τη φωτογραφία, φέρνοντας, κατά τον Ελύτη, εις πέρας το έργο του «με τη δεξιοτεχνία και την επιμονή μανιακού». Ως «μανιώδη φωτογράφο» τον χαρακτήρισε επίσης ο φίλος του, Δ. Ι. Πολέμης. Κατά τον γιο του, Λεωνίδα Εμπειρίκο, «κυκλοφορούσε πάντα με [φωτογραφική] μηχανή, συχνά με δύο, ενίοτε και με τρεις».Το φωτογραφικό του έργο είναι εξαιρετικά πλούσιο, πολύμορφο και ποιοτικά άνισο. Χρονολογείται από το 1919, όταν σε ηλικία δεκαοκτώ ετών εμφάνισε τις πρώτες φωτογραφίες του, ως επί το πλείστον οικογενειακές, αν και για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμενε άγνωστο. Χωρίζεται συνήθως σε τρεις κατηγορίες που περιλαμβάνουν τις φωτογραφίες της προπολεμικής περιόδου, της μεταπολεμικής καθώς και μία σειρά φωτογραφιών του γιου του, από το 1957 έως το 1974. Τα θέματα που απεικόνισε είναι μεικτά και περιλαμβάνουν αναμνηστικές φωτογραφίες, τοπία στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, σκηνές δρόμου (κυρίως από το Παρίσι και το Λονδίνο), προσωπογραφίες οικείων προσώπων, γυμνά, νεκρές φύσεις καθώς και άλλες φωτογραφίες υπερρεαλιστικού χαρακτήρα. Ιδιαίτερη θέση κατέχουν επίσης οι φωτογραφίες μικρών κοριτσιών, αποκαλούμενα συχνά στο έργο του ως παιδίσκες. Οι περισσότερες από αυτές είναι τραβηγμένες ευκαιριακά, στο δρόμο, ενώ ορισμένες είναι αποτέλεσμα πιο εντατικής φωτογράφισης και μπορούν να συγκριθούν με τις αντίστοιχες δημιουργίες του Λιούις Κάρολ.

Το 1955 οργάνωσε μία ατομική έκθεση, στην αίθουσα «Ιλισσός», η οποία διήρκεσε από τις 22 Ιανουαρίου έως τις 12 Φεβρουαρίου. Αυτή υπήρξε η μοναδική δημόσια παρουσίαση φωτογραφιών του, ενόσω ήταν εν ζωή, κατά την οποία εκτέθηκαν περίπου 210 ασπρόμαυρα έργα, τα περισσότερα από τα οποία προσφέρονταν προς πώληση. Ο Εμπειρίκος έδειξε ισχυρό ενδιαφέρον για τις τεχνικές εξελίξεις στη φωτογραφία, ενώ θεωρείται επίσης πιθανό πως εξέφραζε παράλληλα και ένα ειδικότερο θεωρητικό ενδιαφέρον. Ήταν κάτοχος αξιόλογου εξοπλισμού, μεταχειριζόμενος μεγάλο αριθμό φωτογραφικών μηχανών, ωστόσο παρά την επιθυμία του να οργανώσει ένα σκοτεινό θάλαμο για ιδιωτική χρήση, τελικά δεν τα κατάφερε, πιθανώς λόγω έλλειψης κατάλληλου χώρου. Από το 1951, τις εκτυπώσεις των φωτογραφιών του αναλάμβανε ένα επαγγελματικό εργαστήριο, συνήθως κατόπιν λεπτομερών οδηγιών του Εμπειρίκου.

Κριτική και αποτίμηση

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος, όπως και συνολικά ο ελληνικός υπερρεαλισμός, αντιμετώπισε για μεγάλο χρονικό διάστημα, ειδικότερα τη δεκαετία 1935-45, σκληρή κριτική, συχνά στα όρια του χλευασμού. H έκδοση της Υψικαμίνου συνοδεύτηκε από σύντομες αναφορές στον τύπο της εποχής, πολλές από τις οποίες βρίσκονταν στα όρια της ειρωνείας. Ο Στράτης Μυριβήλης, στην πρώτη παρουσίαση του βιβλίου, το περιέγραψε ως εύθυμο και πολύτιμο βιβλίο τέρψεως για οικογενειακές συναναστροφές, ενώ αργότερα υπήρξε περισσότερο ειρωνικός στην κριτική του. Μέσα από την Υψικάμινο, ο Κώστας Ουράνης αναγνώρισε στο πρόσωπο του Εμπειρίκου τον «πρώτο και μοναδικό αντιπρόσωπο του σουρρεαλισμού στην Ελλάδα», αναγνωρίζοντας όμως στο έργο του, την «παγερή λαμπρότητα του στείρου και του ανωφελούς». Ένα χρόνο αργότερα, ο Κωστής Μπαστιάς αναφέρθηκε στο «μοναδικό λεκτικό πλούτο» και κάποια «φραστική μυστικότητα» του έργου». Συνολικά, η Υψικάμινος αντιμετωπίστηκε λιγότερο ως ποιητικό γεγονός και περισσότερο ως παραδοξολογία που παραμελήθηκε και σχεδόν χλευάστηκε. Ο ίδιος ο Εμπειρίκος, στο κριτικό του κείμενο Νικόλαος Εγγονόπουλος ή το θαύμα του Ελμπασάν εκφράστηκε αρνητικά απέναντι στους κριτικούς, ομολογώντας πως δεν έτρεφε συμπάθεια απέναντί τους. Μεγάλο μέρος της πρώιμης κριτικής που του ασκήθηκε ήταν συνυφασμένη με την αμήχανη και επιφυλακτική στάση απέναντι στο ίδιο το κίνημα του υπερρεαλισμού. Ο Εμπειρίκος σχολίασε τη στάση αυτή, αναφερόμενος το 1939 σε επιφυλάξεις «χαρακτηριστικές της λιποψυχίας των κριτικών για όσα αποτελούν τη σπονδυλική στήλη και την ουσία της [υπερρεαλιστικής] θεωρίας», θεωρώντας πως οι περισσότεροι δεν κατανόησαν το αυξανόμενο ενδιαφέρον για τον υπερρεαλισμό. Η στερεότητα και σφριγηλότητα του εμπειρίκειου ύφους, το ποσοστό της θετικότητας που περιέχει, μια ενέργεια και δομή που ξεπερνάει τα όρια του ελληνοκεντρισμού κι απλώνει την υποβλητικότητά της στην υφήλιο, πλησιάζει τον τόνο και τον δραστήριο και εικονοβριθή λυρισμό του Απολλιναίρ, με το έντονα συγκινησιακό του στοιχείο, και με ρυθμούς πρωτάκουστους στην ελληνική γλώσσα.Νάνος Βαλαωρίτης, Ανδρέας Εμπειρίκος (1989).

Η έκδοση της Ενδοχώρας το 1946, συνοδεύτηκε από περισσότερο ευμενείς κριτικές παρουσιάσεις, όπως του λογοτέχνη Αντρέα Καραντώνη, του Ασημάκη Πανσέληνου και του Αιμιλίου Χουρμούζιου. Ο πρώτος χαρακτήρισε τον Εμπειρίκο ως τον πιο ολοκληρωμένο σύγχρονο διονυσιακό ποιητή, συγκρίνοντάς τον με την περίπτωση του Άγγελου Σικελιανού και επισημαίνοντας ειδικότερα πως αντικατέστησε τον μυθολογικό αρχαϊσμό του με την ρεαλιστική παρουσία του φροϋδικού πανερωτισμού. Ανάλογη κριτική άσκησε αργότερα και ο Νάνος Βαλαωρίτης, συνδέοντας το έργο του Εμπειρίκου με εκείνο του Σικελιανού, ως προς τις συγκεκριμένες ιδεολογίες που ο καθένας προέβαλε στο έργο του – ο Σικελιανός τον μυστικισμό και ο Εμπειρίκος τον υπερρεαλισμό – κατατάσσοντας τους στο «διονυσιακό» τομέα της ποίησης. Ο Καραντώνης αναφέρθηκε επίσης στον «γλωσσικό εξωτισμό» του Ανδρέα Εμπειρίκου, τον οποίο παρουσίασε ως έναν από τους νεοτεριστές της ελληνικής ποίησης. Στο ίδιο πνεύμα, ο Πανσέληνος αναγνώρισε στην Ενδοχώρα αρετές όπως ο λυρισμός της, η εντέλεια στην έκφραση και η ελληνικότητά της, απορρίπτοντας συγχρόνως την ερμητικότητα, τον ατομισμό και τον λογιωτατισμό της, κατατάσσοντας τη συλλογή στην «ποίηση της παρακμής». Ο Χουρμούζιος αναγνώρισε, με τη σειρά του, τους λυρικούς εκφραστικούς τρόπους του Εμπειρίκου, άρρηκτα συνδεδεμένους με το διονυσιακό ή βακχικό στοιχείο, καλώντας τον ωστόσο να αποστατήσει από το ποιητικό του ιδεώδες. Η Ενδοχώρα κατέχει ιδιαίτερη θέση ακόμα και για τους νεότερους κριτικούς, έχοντας χαρακτηριστεί ως το υψηλότερο σημείο της ποιητικής παραγωγής του Εμπειρίκου, περιέχοντας τα αρτιότερα και περισσότερο ολοκληρωμένα ποιήματα.

Για μεγάλο διάστημα, το ποιητικό έργο του Ανδρέα Εμπειρίκου αγνοήθηκε, όχι μόνο στους ελληνικούς λογοτεχνικούς κύκλους, αλλά και στους κύκλους των υπερρεαλιστών εκτός Ελλάδας, όπου παρέμεινε πρακτικά άγνωστο. Σημαντική συμβολή στην αποδοχή του είχε η συμφιλίωση της «συντηρητικής» κριτικής με τον υπερρεαλισμό – με σημείο αναφοράς το άρθρο του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου «Συμφιλίωση με τον συρρεαλισμό» (1938) – η οποία ευνοήθηκε επίσης από τα μετριοπαθή δείγματα γραφής του ελληνικού υπερρεαλισμού, όπως επιχειρήθηκε να πραγματωθεί με τη συνεισφορά άλλων λογοτεχνών, όπως του Ελύτη με τις συλλογές Προσανατολισμοί και Σποράδες, του Νίκου Γκάτσου με την Αμοργό, αλλά και την Ενδοχώρα του ίδιου του Εμπειρίκου, που θεωρήθηκε πως απομακρυνόταν από τον «ακραίο» υπερρεαλισμό της Υψικαμίνου. Μετά τον θάνατο του Ανδρέα Εμπειρίκου η αποδοχή του έργου του έγινε σχεδόν καθολική, και ο ίδιος θεωρήθηκε μία από τις μείζονες παρουσίες στη νεοελληνική ποίηση, χωρίς ωστόσο να τύχει ανάλογης αναγνώρισης με άλλους ποιητές της Γενιάς του ’30, όπως ο Γιώργος Σεφέρης ή ο Οδυσσέας Ελύτης. Η νεότερη κριτική τοποθέτησε τον Εμπειρίκο στην κορυφή της ιεραρχίας του ελληνικού υπερρεαλισμού, χωρίς ωστόσο να θεωρούνται πλήρως δεδομένοι οι δεσμοί του με τις προγραμματικές αρχές του υπερρεαλισμού.

Αν και ο Ανδρέας Εμπειρίκος δεν επιχείρησε να διευκολύνει την κατανόηση του έργου του ή να το εξηγήσει μέσα από θεωρητικά κείμενα, για τη μέθοδο που ακολούθησε και τους βασικούς άξονες της ποιητικής του, σημαντικές πληροφορίες αντλούνται από το κείμενο που έγραψε αντί προλόγου στα Γραπτά, με τίτλο Αμούρ-Αμούρ. Στο προλογικό αυτό κείμενο, ο Εμπειρίκος εκθέτει ουσιαστικά την υπερρεαλιστική τεχνική που ο ίδιος αφομοίωσε, στην προσπάθειά του να συμπεριλάβει στα ποιήματά του όλα τα στοιχεία που στην καθιερωμένη ποίηση αποκλείονται, δηλώνοντας παράλληλα πως βοηθήθηκε στην ταχεία κατανόηση του υπερρεαλισμού από τις ψυχαναλυτικές γνώσεις του και τη φιλοσοφία του Φρίντριχ Ένγκελς. Αν και χρησιμοποίησε την αυτόματη γραφή, δεν περιορίστηκε σε αυτή. Υπό την έννοια της αυστηρής εφαρμογής του υπερρεαλιστικού αυτοματισμού, ο Εμπείρικος δεν θεωρούσε πως τα έργα του, πέραν μίας ημερομηνίας, ήταν υπερρεαλιστικά, ωστόσο κατά τον ίδιο, εξακολούθησε να διατηρεί ένα σύνδεσμο με τον υπερρεαλισμό μέσα από μία ελεγχόμενη – όχι απαραίτητα λογική – χρήση της γλώσσας. Ολόκληρο το λογοτεχνικό έργο του θεωρείται άρρηκτα συνδεδεμένο με την κλασική, φροϋδική προοπτική της ψυχαναλυτικής πρακτικής, ενώ κατά τον ίδιο τον Εμπειρίκο, ο υπερρεαλισμός αποτελούσε την εφαρμογή της ψυχανάλυσης στην τέχνη. Σύμφωνα με τον Ελύτη, στον βαθμό που εφάρμοσε τον αυτοματισμό, ο Ανδρέας Εμπειρίκος το επιχείρησε όχι τόσο για να «αφεθεί στη ροή του ασυνειδήτου, όσο για να θέσει υπό αμφισβήτηση θεμελιακούς νόμους της λειτουργίας μας», ώστε τοποθετώντας σε ίση μοίρα το λογικό και το παράλογο, να εξαλείψει «τις διακρίσεις που ανέκαθεν στήριξαν την Ελληνο-Δυτική διανόηση». Κατά τον Δ. Ν. Μαρωνίτη, οι πέντε συστατικοί-γραμματικοί χαρακτήρες της ποιητικής του Εμπειρίκου είναι η χρήση της κλητικής προσφώνησης, η θριαμβική κατάληξη του ποιήματος, η διδακτική ή διατακτική προστακτική, το θαυμαστικό επίθετο και η επαναφορά της ίδιας λέξης ή έκφρασης. Το μεγαλύτερο μέρος του ώριμου έργου του είναι γραμμένο σε πεζό λόγο, ωστόσο θεωρείται δύσκολη η διάκριση των κειμένων του σε ποιητικά ή πεζά. Κατά τον Ρόντερικ Μπήτον, η «σταυροφορική αισιοδοξία» που διαπνέει το ύστερο έργο του Εμπειρίκου, σε συνδυασμό με μία «οιονεί θρησκευτική αναζήτηση της σωτηρίας με τη βοήθεια του γραπτού λόγου», είναι καθοριστικά στοιχεία για την κατάταξή του στο χώρο της μεταπολεμικής ποίησης, δίπλα στις μεγάλες ποιητικές συνθέσεις των κορυφαίων ποιητών της γενιάς του ’30. «Σε αντιστάθμισμα, η ιδιάζουσα καθαρεύουσα που μεταχειρίζεται και ο ενδυματολογικός εξωτισμός των ηρώων του συντίθενται με τόσον έξοχον τρόπο που θυμίζουν τις καλύτερες επιτυχίες της χαρτοκολλητικής του Μαξ Ερνστ». Οδυσσέας Ελύτης, Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο (1979)

Η γλώσσα της ποιητικής του Εμπειρίκου αποτέλεσε επίσης στοιχείο κριτικής ανάλυσης. Ο ίδιος αναφερόταν στη χρήση της καθαρεύουσας ως μία φυσική συνέπεια της εκπαίδευσής του, θεωρώντας τα εκφραστικά του μέσα στη δημοτική ως ακαδημαϊκά και «ψεύτικα». Κατά τον Ελύτη, η καθαρεύουσα προσφερόταν ως μέσο που τον διευκόλυνε να συμπαραθέτει εκφραστικούς τύπους διαφορετικών στρωμάτων και προελεύσεων. Σύμφωνα με τον Γκυ Σωνιέ, η φωνητική και η μορφολογία του Εμπειρίκου είναι πολύ συχνά λόγιες, ωστόσο η βάση της σύνταξής του είναι σαφώς δημοτική. H λεξιπλαστική ικανότητά του έχει επίσης τονιστεί, ειδικότερα η τάση του να χρησιμοποιεί δημοτικές καταλήξεις σε λόγιες λέξεις, πλάθοντας επίσης λόγιες λέξεις πάνω σε λαϊκές ρίζες ή ακόμα και βωμολοχίες. Η «μεικτή» γλώσσα του Ανδρέα Εμπειρίκου επιτρέπει κατά συνέπεια την αξιοποίηση του πλούτου της νεοελληνικής γλώσσας, πέραν των ορίων δημοτικής και καθαρεύουσας, θέτοντας στην υπηρεσία της εκφραστικότητας την ελεύθερη χρήση όλων των δυνατοτήτων της. Όπως σημειώνει ο Δ. Ν. Μαρωνίτης, η επιλεκτική καθαρεύουσα του Εμπειρίκου κατοχυρώνει τον κηρυγματικό τόνο των ποιημάτων του, καθώς του προσφέρει άφθονα τεχνήματα ρητορικής πειθούς, έτσι ώστε ο ιδεολογικός οίστρος του ποιητή να μεταφράζεται σε γλωσσικό οίστρο.

Ορισμένοι μελετητές του έργου του έχουν επισημάνει τη χρήση αναγραμματισμών, ενώ ως ιδιαίτερα δυσεπίλυτοι αναγραμματισμοί θεωρούνται όσοι εμφανίζονται στο ποίημα Η νήσος των Ροβινσώνων, που περικλείεται στη συλλογή Οκτάνα. Χρήση αναγραμματισμών θεωρείται πως γίνεται επίσης στο ποίημα Οι χαρταετοί (Οκτάνα), στο «Άρμαλα Πόρανα και Βέλμα», από το ποίημα Στροφές Στροφάλων της Ενδοχώρας, καθώς και στα ποιήματα «Τορανίνα Εχμπατομβία» (Υψικάμινος) και «Μεγαμπέρχα» (Ενδοχώρα).

Εργογραφία του Ανδρέα Εμπειρίκου

Ποιήματα και πεζά

Έργα που δημοσιεύθηκαν πλήρως ή τμηματικά κατά τη διάρκεια της ζωής του Ανδρέα Εμπειρίκου (χρονολογική σειρά με βάση την πρώτη τους πλήρη δημοσίευση σε βιβλίο).

  • Υψικάμινος («Κασταλία» 1935, «Γαλαξίας» 1962, «Πλειάς» 1974, «Άγρα» 1980)
  • Ενδοχώρα (1934-1937) («Το Τετράδιο» 1945, «Γαλαξίας» 1962, «Πλειάς» 1974, «Άγρα» 1980)
  • Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία (1936-1946) («Δίφρος» 1960, «Πλειάς» 1974, «Άγρα» 1980)
  • Οκτάνα («Ίκαρος» 1980· γράφεται μεταξύ 1958-1965)[67]
  • Aι γενεαί πάσαι ή Η σήμερον ως αύριον και ως χθες («Άγρα» 1984· συγκροτείται μεταξύ 1965-1971)
  • Ο Μέγας Ανατολικός (Αποσπάσματα του 52ου κεφαλαίου: Περ. ΠΑΛΙ 1966, πλήρης έκδοση σε οκτώ τόμους: «Άγρα» 1990-1992 και Ανθολόγιον: «Άγρα» 2011· η συγγραφή και επεξεργασία του έργου διήρκεσε από το 1945 μέχρι σχεδόν το τέλος της ζωής του Εμπειρίκου)
  • Τα χαϊμαλιά του έρωτα και των αρμάτωνΑργώ ή Πλους αεροστάτου (Τμηματικά: Περ. ΠΑΛΙ 1964, πλήρως: «Ύψιλον» 1980), Ζεμφύρα ή Το μυστικόν της Πασιφάης («Άγρα» 1998), Βεατρίκη ή Ο έρωτας του Buffalo Bill («Άγρα» 2012 στη συγκεντρωτική έκδοση όλης της τριλογίας, η οποία γράφεται μεταξύ 1944-1945)

Μεταφράσεις

  • Υπερ[ρ]εαλισμός Α΄ («Γκοβόστης» 1938 και 1992) Μετάφραση των κειμένων του Μπρετόν από τον Α. Ε.
  • Τρεις διαλέξεις εισαγωγής εις την ψυχανάλυσιν υπό της Α. Β. Υ. Πριγκιπίσσης Μαρίας του Γεωργίου («Εκδόσεις Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Ομάδος» 1950)
  • Pablo Picasso: Τα τρία κοριτσάκια («Άγρα» 1979)

Δημόσια κείμενα, άρθρα και ομιλίες

  • Περί Σουρρεαλισμού (1935) («Άγρα» 2009)
  • Δια τον σουρρεαλισμόν εις την τέχνην και την ζωήν (Συνέντευξη στον Κ. Μπαστιά, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 30.03.1936)
  • Από τας εκθέσεις: Ορέστης Κανέλλης (ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 10.11.1936)
  • Λίγα λόγια για τη Μαρία Βοναπάρτη (Εισαγωγή στο βιβλιο της Η λανθάνουσα νεκροφιλία στο έργο του Έδγαρ Πόε, «Κορυδαλός» 1944)
  • Νικόλαος Εγγονόπουλος ή το θαύμα του Ελμπασάν και του Βοσπόρου (ΤΕΤΡΑΔΙΟ, τευχ. 3, Δεκ. 1945 και μαζί με την Διάλεξη για τον Νίκο Εγγονόπουλο (1963), «Άγρα» 1999)
  • Χαιρετισμός στον Απόστολον Μελαχρινόν (Συμμετοχή σε συλλογικό τόμο, «Κύκλος» 1948)
  • Μία περίπτωσις ιδεοψυχαναγκαστικής νευρώσεως με πρόωρες εκσπερματώσεις («Revue Fran. de Psychanalyse», Νο. 3, Ιουλ.-Σεπ. 1950 και «Άγρα» 2001 μαζί με άλλα ανέκδοτα ψυχαναλυτικά κείμενα)
  • Ορέστης Κανέλλης (ΖΥΓΟΣ, τευχ. 48, Νοε. 1959)
  • Ομιλούν οι ειδικοί: Η Ψυχανάλυσις στη ζωή μας (Συνομιλία με τους Δ. Κουρέτα και Δ. Μυράτ. Μετάδοση: 08.03.1961 και περίληψη στον τόμο Ηθογραφικά ταξίδια στην Ελλάδα. Θέατρο. Ομιλούν οι ειδικοί, ΕΙΡ 1961)
  • Ομιλούν οι ειδικοί: Τι είναι ο Υπερρεαλισμός (Συνομιλία με τους Ν. Γκάτσο και Α. Καραντώνη. Μετάδοση: 20.09.1961 και περίληψη στον τόμο Ηθογραφικά ταξίδια στην Ελλάδα. Θέατρο. Ομιλούν οι ειδικοί, ΕΙΡ 1961 και το πλήρες κείμενο: ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ, φύλλο 6, Ιουν. 1982)
  • Θρίαμβος της αισθησιακής ζωγραφικής (ΖΥΓΟΣ, τευχ. 72-75, Νοε. 1961-Φεβ. 1962, στον τόμο: Γιάννης Τσαρούχης, Μάτην ωνείδισαν την ψυχήν μου, «Καστανιώτης» 1992 και στο βιβλίο-cd «Ο Γιάννης Τσαρούχης διαβάζει Καβάφη στο σπίτι του Ανδρέα Εμπειρίκου», «Άγρα» 2004)
  • Μαρία Βοναπάρτη (ΕΠΟΧΕΣ, τευχ. 6, Οκτ. 1963 και πρόλογος στο βιβλίο της Ταύτιση κόρης και πεθαμένης μητέρας, «Άγρα» 1984)
  • Δισκοθήκη ποιητών. Μια ενδιαφέρουσα πρες κόνφερανς (Άρθρο του Κ. Τσοπολίδη με γνώμη του Εμπειρίκου, ΑΥΓΗ 05.11.1964)
  • Μάχομαι δια την απελευθέρωσιν του έρωτα (Αθήνα, Μάρτης 1967) (Συνέντευξη στην Α. Σκαρπαλέζου, ΗΡΙΔΑΝΟΣ, τευχ. 4, Φλε.-Μαρ. 1976)
  • Ο Μεγάλος έλληνας ποιητής. Πώς τον βλέπουν Έλληνες και ξένοι συγγραφείς-ποιηταί (Γνώμη για τον Σεφέρη, ΤΑ ΝΕΑ 28.02.1970)
  • Διάλεξη στο Κολλέγιο Αθηνών για την Μοντέρνα ποίηση (1971) (ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τευχ. 1744, Απρ. 2002)
  • Για τον Ορέστη Κανέλλη (Δίφυλλο πνευματικού κέντρου «Ώρα» 1972)
  • Για την Νίκη Καραγάτση (Δίφυλλο πνευματικού κέντρου «Ώρα» 1973 και στον τόμο 57 Κείμενα για την Νίκη Καραγάτση, «Άγρα» 2002)
  • Ποιητικό εργαστήρι: Συζήτηση με διδάσκοντες και φοιτητές (Μαγνητοσκοπημένη εκδήλωση που φυλάγεται στο Σπουδαστήριο Ν. Ε. Φιλολογίας, Θεσσαλονίκη 22.05.1973)

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ανδρέας_Εμπειρίκος

«Η Πάπισσα Ιωάννα»

Το μυθιστόρημα «Η Πάπισσα Ιωάννα» είναι ένα πολύ δουλεμένο λογοτεχνικό κείμενο. Υπάρχουν αρκετές επαναλήψεις, χτυπητές λέξεις και γεγονότα που λέγονται και ξαναλέγονται. Όμως είναι ένα μυθιστόρημα που δεν γράφτηκε στο πόδι και φανερώνει ένα μεγάλο τεχνίτη του λόγου. Το ότι πήρε την «Πάπισσα Ιωάννα» από τον Σπανχάιμ δε σημαίνει ότι ο Εμμανουήλ Ροΐδης δεν έκανε τίποτα. Το κακό είναι ότι δεν είπε λέξη για αυτήν την πηγή, ενώ, αντίθετα, μας λέει ένα σωρό ιστορίες για το πού και πώς την εμπνεύστηκε.

Η αξία της έγκειται στο ότι τάραξε τα νερά, όχι μόνο της εποχής του αλλά και της δικής μας σήμερα. Κάθε έκδοση της από τότε είναι ένα επεισόδιο και ένα πρόβλημα. Δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει επίσης ότι συνέδεσε εκείνα τα γεγονότα της ”Πάπισσας Ιωάννας” με ένα σωρό άλλα τρέχοντα γεγονότα της εποχής του, με αμέτρητες αναφορές στη δική μας ιστορία, μυθολογία και θρησκεία, με έναν απίστευτο πλούτο γνώσεων, που τον έφερε δημοσιογραφικά στο προσκήνιο.

«Η Πάπισσα Ιωάννα»

…Η Αγία Λιόβα φιλώντας στο μάγουλο την καινούργια πιστή, πρόσθεσε όλο χαρά:

”Για να βεβαιωθώ ότι η τάση σου για μοναστική ζωή είναι ειλικρινής, δε σου είπα ακόμη πιο τρισένδοξο μέλλον σε περιμένει και ποια ανεκτίμητη ανταμοιβή. Η Σεμίραμις έγινε βασίλισσα των Ασσυρίων, η Μοργκάνη των Βρετανών και η Βαθίλδη της Γαλλίας. Αλλά εσύ κοίτα τι θα γίνεις Ιωάννα.”

Τότε, μια παράδοξη οπτασία, ένα όνειρο μέσα στο όνειρο θάμπωσε την κοπέλα. Είδε να κάθεται σε θρόνο τόσο ψηλό, που το κεφάλι της, με τριπλή πολύτιμη κορόνα ακούμπαγε στα σύννεφα. Άσπρό περιστέρι πέταγε γύρω της και δρόσιζε με τα φτερά του. Πολύς λαός σπρωχνότανε γονατιστός στα πόδια του θρόνου της. Μερικοί θυμιάτιζαν με αργυρά λιβανιστήρια, που οι ατμοί τους γίνονταν μυρωδάτα νέφη, και άλλοι, πάνω σε πανύψηλες σκάλες, φίλαγαν με ευσέβεια τα σανδάλια της.

Έτυχε ποτέ, αναγνώστη, να ονειρευτείς ότι σε κρεμάνε ή πέφτεις από ψηλά σε τεράστιο βάραθρο; Τη στιγμή που σφίγγει το λαιμό σου το σκοινί ή πρόκειται να τσακιστεί το σώμα σου, ξυπνάς και είσαι στο ζεστό σου στο κρεβάτι, με το σκούφο της νύχτας στο κεφάλι και το σκύλο σου στα πόδια.

Τίποτα πιο γλυκό από εκείνο το ξύπνημα! Ψάχνεις να βρεις τα μέλη σου και χαίρεσαι που είναι γερά. Ανοίγεις μετά τα μάτια και το παράθυρο για να μην ξανάρθει το κακό όνειρο. Αλλά αν έτυχε να δεις ότι βρήκες την πέτρα των αλχημιστών ή γυναίκα φρόνιμη και ξυπνήσεις τη στιγμή που άπλωνες το χέρι να πιάσεις τα άπιαστα αυτά πράγματα, τότε όλα σου φαίνονται δυσάρεστα και χωρίς γεύση. Διώχνοντας τη στενόχωρη πραγματικότητα, χώνεις το κεφάλι πάλι στο πάπλωμα ζητώντας με κάθε τρόπο να ξαναδείς τα φαντάσματα που φεύγουν.

Κάτι τέτοιο αισθάνθηκε και η Ιωάννα όταν ξύπνησε. Βρέθηκε πάλι φτωχιά, απροστάτευτη και μόνη, κοντά στο νεοσκαμμένο τάφο του πατέρα της. Ο φιλόξενος Αρκούλφος ήρθε σε λίγο, για να προσφέρει στο ορφανό τροφή και παρηγόρια,. Αλλά η Ιωάννα έσπρωξε πέρα και τα λόγια και τα ανάλατα χόρτα του καλού ασκητή.

Πού είναι το πιο κοντινό μοναστήρι;” ρώτησε.

”Της Αγίας Βλιθρούρδης στη Μοσβάχη”, αποκρίθηκε έκπληκτος ο γέρος, δείχνοντας με τρεμάμενο χέρι ανατολικά. ”Ευχαριστώ”, απάντησε. Και σφίγγοντας τη ζώνη της βιάστηκε να φύγει κατά που της είχε δείξει ο ασκητής, με σκοπό να κατακτήσει τ΄αγαθά που της υποσχέθηκε η Λιόβα…

Πηγή: Η Πάπισσα Ιωάννα, Εμμανουήλ Ροΐδης, εκδ. Λιβάνη