Ο Άγιος Σπυρίδων, ο επίσκοπος Τριμυθούντος

Προσωπικότητα φωτεινή, μορφή οδηγητική, αληθινός κολοσσός αρετής και φυσιογνωμία παγκόσμια είναι ο Άγιος Σπυρίδων, ο επίσκοπος της Τριμυθούντος. Η εξηγιασμένη ζωή του πολλά μπορεί να δώσει και να διδάξει και σήμερα στον καθένα, που απροκατάληπτα θα θελήσει να σκύψει και να μελετήσει τη θαυμαστή ζωή του. Ανήκει στην ιερή φάλαγγα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας των πρώτων αιώνων.

Ο Άγιος Σπυρίδων, ο επίσκοπος Τριμυθούντος
Ο Άγιος Σπυρίδων, ο επίσκοπος
Τριμυθούντος

Ο Βίος του Αγίου Σπυρίδωνος

Ο Άγιος Σπυρίδων, ο επίσκοπος Τριμυθούντος γεννήθηκε το 270 μ.Χ. και έζησε στα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου (306-337) και του γιου του Κωνστάντιου (337-361). Γενέθλια πατρίδα του ο Άγιος Σπυρίδων είχε όχι την Τριμυθούντα της Κύπρου, όπως γράφουν πολλοί και που σήμερα είναι ένα μικρό χωριό με το όνομα Τρεμετουσιά, αλλά τη γειτονική της κωμόπολη Άσσια.

Αυτό μας λέγει ο άγιος Τριφύλλιος, πρώτος επίσκοπος της Λευκωσίας και μαθητής του Αγίου Σπυρίδωνος. «Ούτος ούν ο Άγιος Σπυρίδων αγροίκος μεν ην ειπείν κατά την ανατροφήν, εν χωρίω Ασκία καλουμένω γεννηθείς εις την Κυπρίων επαρχίαν». Το χωριό Ασκία (πιο σωστά Άσκια) είναι η γνωστή κωμόπολη της Άσσιας, που είναι κοντά στην Τριμυθούντα. «Αγροίκος» σημαίνει άνθρωπος απλοϊκός, άνθρωπος που δεν σπούδασε, δεν έμαθε να γράφει και να διαβάζει καλά.

Άνθρωπος, όπως λέμε εμείς σήμερα του βουνού και του κάμπου. Άνθρωπος της υπαίθρου, Και τέτοιος πραγματικά ήταν ο άγιος μας. Τέτοιοι ήσαν και οι γονείς του. Άνθρωποι αγρότες, φτωχοί, αλλά πολύ ενάρετοι και πιστοί. Γι’ αυτό και το παιδί τους το ανέθρεψαν με προσοχή και φόβο θεού. Το ανέθρεψαν, όπως λέγει κι ο θείος Παύλος για τον μαθητή του Τιμόθεο, ότι τον ανέθρεψε η γιαγιά του Λωΐδα κι η μητέρα του Ευνίκη «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου».

Μόρφωση και ζωή

Γράμματα ο Άγιος Σπυρίδων δεν έμαθε πολλά. Ούτε φοίτησε σε ανώτερες Σχολές, όπως οι άλλοι μεγάλοι ιεράρχες της Εκκλησίας. Η Αγία Γραφή όμως, το βιβλίο του θεού, ήταν ο καθημερινός κι αχώριστος σύντροφος του. Όπου πήγαινε, μαζί του την έπαιρνε. Μαζί του στο σπίτι. Μαζί του κι όταν οδηγούσε τα πρόβατα στη βοσκή, γιατί ήταν βοσκός. Μέσα στο σακκίδιό του, τη γνωστή κυπριακή βούρκα στην οποία είχε βαλμένο το λιτό του γεύμα, είχε και το Ευαγγέλιο του.
Από τα πρώτα του βήματα το λουλούδι αυτό του Ουρανού και όργανο του Αγίου Πνεύματος φρόντιζε να σκορπίσει παντού της Ορθοδοξίας τα αρώματα. Κάθε μέρα που περνούσε, ο ζήλος του για τη σωτηρία των γύρω του, μα κι η αγάπη κι η ταπείνωση του τον ανέβαζε και σε ψηλότερες βαθμίδες αρετής και ηθικής τελειώσεως. Και γινόταν για τις δύσκολες ήμερες της εποχής του, εποχής σκληρών διωγμών και ειδωλολατρίας, πρότυπο θάρρους και χριστιανικής ομολογίας. Στον διωγμό, που εξαπέλυσε ενάντια στους χριστιανούς ο Μαξιμίνος (308-313) συνελήφθη κι ο ιερός Σπυρίδων. Ο φλογερός κι υπέρμαχος της χριστιανικής αλήθειας του Θεού επίσκοπος δεν μπορούσε να αγνοηθεί. Τα βασανιστήρια πολλά. Σ’ ένα απ’ αυτά όπως μας λέγει κάποιος συναξαριστής, είχε εξαρθρωθεί και το πόδι του κι είχε βλαπτεί και το ένα του μάτι.

Τους παλμούς της καρδιάς του και την αγάπη του όμως στον Χριστό τίποτα δεν μπόρεσε να μειώσει. Μια ευφροσύνη πλημμύριζε ολόκληρο το είναι του, σαν σκεφτόταν ότι έπασχε για την πίστη του στον Σωτήρα Χριστό. «Ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς». (Ρωμ. η’, 18), έλεγε κι επαναλάμβανε από μέσα του, σαν δεχόταν τα ραπίσματα και τους άλλους εξευτελισμούς.

Ο Άγιος Σπυρίδων δημιουργεί οικογένεια

Μα και στις ημέρες της ευτυχίας και της οικογενειακής θαλπωρής που απολάμβανε μετά την απελευθέρωση του, που έγινε πιθανόν ύστερα από την κυκλοφορία του διατάγματος των Μεδιολάνων, η φλόγα της πίστεως Του στον Χριστό έμεινε αμείωτη κι η αγάπη του πάντα υποδειγματική.

Νέος ο Άγιος Σπυρίδων, κατόπιν πιέσεως των γονιών του δημιούργησε οικογένεια. Δυστυχώς όμως πολύ νωρίς έχασε την προσφιλή του σύντροφο. Έτσι ο Σπυρίδων έμεινε μόνος με συντροφιά τη χαριτωμένη κόρη του, την Ειρήνη. Ο πόνος υπήρξε μεγάλος. Όμως, ποτέ δεν παραπονέθηκε. Τα λόγια του πολύαθλου Ιώβ ήταν πάντα στο στόμα του. «Ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος αφείλατο. Ως τω Κυρίω έδοξεν, ούτω και εγένετο. Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον εις τους αιώνας» (Ιώβ α’, 21). Παρηγοριά στη θλίψη του βρήκε πάλι στά λόγια του Θεού. Γιατί μόνο τα λόγια του Θεού τις στιγμές αυτές είναι ικανά να ξεκουράσουν ψυχικά τον άνθρωπο και να τον οδηγήσουν στη σωτηρία.

Η πανθομολογούμενη από όλους ευσέβεια κι αρετή του κατέστησε τον άγιο σεβαστό κι αγαπητό, όχι μονάχα στην πόλη του, μα και στα γύρω χωριά. Σ’ αυτόν έβρισκαν καταφύγιο οι δυστυχισμένοι. Αυτόν είχαν προστάτη οι πονεμένοι. Αυτόν έβλεπαν πατέρα τα ορφανά. Σε κάθε ανάγκη σ’ αυτόν κατέφευγαν όλοι, γιατί στο πρόσωπο του ήταν βέβαιοι πώς θα βρίσκανε αυτό που ήθελαν, αυτό που ποθούσαν. Την παρηγοριά και την ανακούφιση.

Ο Άγιος Σπυρίδων ποιμένας ψυχών

Έτσι, όταν κάποτε πέθανε ο ιερέας του τόπου εκείνου, μικροί και μεγάλοι μ’ ένα στόμα τον Σπυρίδωνα κάλεσαν και τον έπεισαν να χειροτονηθεί ποιμένας των ψυχών τους. Αργότερα κλήρος και λαός με τις παρακλήσεις τους πάλι ανέδειξαν τον άγιο πρώτο επίσκοπο της Τριμυθούντος. Και τη θέση αυτή τίμησε και δόξασε όσο κανένας άλλος ο απλοϊκός βοσκός. Την τίμησε και την δόξασε, γιατί ήταν ο πράος και ταπεινός. Τα λόγια του θείου Διδασκάλου «μάθετε απ’ εμού, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία» (Ματθ. ία’ 29) ήταν γι’ αυτόν σύνθημα ζωής, ήταν καθημερινό βίωμα.

Ο Άγιος Σπυρίδων ήταν ακόμη η προσωποποίηση της αγάπης και καλοσύνης. Η πόρτα του σπιτιού του ήταν πάντα ανοιχτή για κάθε ξένο και περαστικό, και για κάθε οδοιπόρο. Τα λόγια του θείου Παύλου «την φιλοξενίαν διώκετε» ήταν γι’ αυτόν τρόπος ζωής. Ο άγιος αγαπούσε τον κάθε άνθρωπο. Όποιος ερχόταν σπίτι του έπρεπε να καθήσει να ξεκουρασθεί, να διανυκτερεύσει, να φάει και να πιει. Πολλές φορές ο ίδιος ο επίσκοπος μιμούμενος τον Κύριο έφερνε νερό και έπλενε με αγάπη τα πόδια των κουρασμένων στρατοκόπων για να τους ξεκουράσει. Σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του ο ταπεινός και πράος εκπρόσωπος της νέας πίστεως ήταν ο γνήσιος ακόλουθος Εκείνου, που ήταν και είναι «η οδός και η αλήθεια και η ζωή». Η αγιότητα του υπήρξε θαυμαστή. Γι’ αυτό κι ο Πανάγαθος Θεός πλούσια τον αντάμειψε από τον καιρό που ήταν ακόμη στη ζωή. Άπειρα είναι τα θαύματα που έκαμε με τη βοήθεια του Χριστού. Θαύματα μεγάλα, αναμφισβήτητα, συγκινητικά. Δίκαια η Εκκλησία του έδωκε την προσωνυμία του θαυματουργού.

Θαύματα του Αγίου Σπυρίδωνος

1. Κάποτε η Κύπρος υπέφερε από ανομβρία. Πείνα μεγάλη κι αρρώστιες πολλές μάστιζαν κυριολεκτικά τον δυστυχισμένο τόπο. Πολλοί πέθαιναν κάθε μέρα. Η κατάσταση ήταν τραγική. Ένας Ηλίας ή κάποιος άλλος όμοιος του χρειαζόταν τις στιγμές εκείνες, για να ανοίξει τους καταρράκτες του ουρανού. Και σαν τέτοιος βρέθηκε ο άγιος μας. Ο πόνος του λαού του τον έσπρωξε σε βαθιά και κατανυκτική προσευχή. Το αποτέλεσμα υπήρξε άμεσο. Βροχές πολλές κι ευεργετικές άρχισαν να πέφτουν σ’ όλο τον τόπο. Κι όταν αυτές συνεχιζόντουσαν με κίνδυνο το κακό να γίνει μεγαλύτερο παρά την ανομβρία, τότε και πάλι οι προσευχές του αγίου τις σταμάτησαν. Το πονεμένο νησί ανέπνευσε. Γεννήματα όλων των ειδών πλημμύρισαν τους κάμπους. Κι οι άνθρωποι δόξασαν τον Μεγάλο Πατέρα, που τόσο γρήγορα και με τόση σπουδή τους λύτρωσε από τα δεινά.
Ιδιαίτερα η αγάπη του αγίου εκδηλωνόταν για τους πτωχούς και τους δυστυχισμένους. Σ’ αυτούς ήταν αδύνατο ο φιλάνθρωπος επίσκοπος να αρνηθεί τη βοήθεια και την προστασία του.

2. Κάποτε πάλι μεγάλη ακαρπία και δυστυχία κτύπησε το πολύπαθο νησί. Οι πλούσιοι κι όσοι είχαν γεννήματα στις αποθήκες έτριβαν τα χέρια από χαρά. Ευκαιρία έλεγαν να αυξήσουμε τα πλούτη μας. Ένας φτωχός με πολυμελή οικογένεια κατέφυγε σ’ ένα τέτοιο πλούσιο και με δάκρυα τον παρακαλούσε να του δανείσει ολίγο σιτάρι για να θρέψει την οικογένεια του και να του το επιστρέψει ή να του το πληρώσει μόλις μπορέσει. Ο σκληρός πλούσιος στα δάκρυα και τις παρακλήσεις του πτωχού έμεινε ασυγκίνητος. Καμιά συμπάθεια, καμιά συμπόνια δεν έδειξε η πέτρινη καρδιά του. Συντετριμμένος ο φτωχός σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στο σπίτι του αγίου. Με πόνο ψυχής του ανέφερε το πρόβλημα του και του διηγήθηκε τη στάση του πλουσίου απέναντι του. Ο Άγιος Σπυρίδων, αφού τον άκουσε, τον ενίσχυσε και του είπε να κάνει υπομονή μέχρι την επομένη ήμερα. «Αύριο, του είπε προφητικά, αυτός που αρνήθηκε προ ολίγου να σε βοηθήσει, θα σε παρακαλεί ο ίδιος να σου δώσει όσο σιτάρι θέλεις. Και το σπίτι σου θα γεμίσει από γεννήματα».

Με τούτα τα λόγια του προανήγγελλε ο άγιος αυτά, που θα γινόντουσαν τη νύκτα. Τα μεσάνυκτα βροχή καταρρακτώδης άρχισε να πέφτει σε όλη την περιοχή. Οι αποθήκες του πλουσίου γκρεμίστηκαν και τα γεννήματα του πλημμύρισαν τους δρόμους. Κλαίοντας ο πλούσιος έτρεχε και παρακαλούσε τους πτωχούς να πάρουν όσα θέλουν. «Πάρτε, αδελφοί μου, τους έλεγε. Πάρτε να περάσετε. Δεν θέλω χρήματα». Τα λόγια του αγίου επαλήθευσαν. Οι πτωχοί πήραν και δόξασαν τον Θεό για την ευσπλαγχνία του. Πήρε κι ο πτωχός μας και ευχαρίστησε κι αυτός τον Μεγάλο Πατέρα που κανένα δεν εγκαταλείπει, αλλά για όλους μεριμνά. Η χαρά ξαναγύρισε στις πονεμένες καρδιές. Οι μορφές άλλαξαν.

3. Μια μέρα, ένας άλλος πτωχός με πολυμελή οικογένεια κτύπησε την πόρτα της επισκοπής του. Πλησίασε τον άγιο και με δάκρυα του ζήτησε ένα δάνειο. Το ήθελε για να πληρώσει κάποιο χρέος του σ’ ένα πλούσιο, που απειλούσε να του πωλήσει το σπίτι του. Πού να βρει όμως ο άγιος ένα τόσο μεγάλο ποσό; Στον πόνο που του δημιουργούσαν τα πικρά δάκρυα του πτωχού, που από τη θλίψη σπάραζε, ο στοργικός επίσκοπος καταστενοχωρημένος άρχισε να βηματίζει. Ξάφνου εκεί μπροστά του πήρε το μάτι του ένα φίδι να σέρνεται μέσα στην πρασινάδα. Σαν αστραπή πέρασε από τον νου του το ραβδί του Ααρών, που στο παλάτι του Φαραώ τ’ αφήκε να πέσει στη γη κι έγινε φίδι. «Άς ήταν, Κύριε, το φίδι αυτό να γινόταν χρυσάφι για τον πτωχό αυτόν οικογενειάρχη, είπε σιγανά. Ναί, Κύριε. Άς γινόταν χρυσάφι, για να βοηθηθεί το δυστυχισμένο αυτό πλάσμα σου», ξανάπε και σήκωσε το χέρι. Το φίδι σταμάτησε. Κι ο Άγιος έσκυψε και το πήρε. Στό χέρι του το σιχαμερό ερπετό μεταμορφώθηκε κι άστραψε τώρα χρυσαφένιο. «Πάρτο, παιδί μου», είπε ο άγιος με καλοσύνη. «Πάρτο να κάμεις τη δουλειά σου».
Κι ο πτωχός γεμάτος χαρά πήρε το χρυσάφι κι έτρεξε και το έδωσε ενέχυρο στον πλούσιο δανειστή. Όταν αργότερα με τη βοήθεια του Θεού πλήρωσε το χρέος του, ο δανειστής του επέστρεψε το χρυσαφένιο ενέχυρο. Κι ο πτωχός το πήρε και με δάκρυα ευγνωμοσύνης το γύρισε στον άγιο. Αυτός, αφού το έλαβε στα χέρια, έστρεψε τα μάτια στον ουρανό, δόξασε τον Θεό για την άπειρη φιλανθρωπία του κι ύστερα το έρριξε στη γη. Και ώ του θαύματος! Το χρυσάφι έγινε και πάλι φίδι κι έφυγε από μπροστά τους.

4. Την απέραντη αγάπη του αγίου για τα λογικά του πρόβατα και το ενδιαφέρον του γι’ αυτά, μας την δείχνει και τούτο το γεγονός.

Κάποτε ένας καλός κι ενάρετος χριστιανός, που ήταν και στενός φίλος του Αγίου, συκοφαντήθηκε από μερικούς κακούς ανθρώπους, που τον φθονούσαν, στον άρχοντα της πόλεως. Η συκοφαντία ήταν βαριά. Κι ο άρχοντας, μόλις την άκουσε έσπευσε να επιβάλει στον άνθρωπο σαν τιμωρία τον θάνατο. Η είδηση έφτασε και στ’ αυτιά του Αγίου, που ήξερε ότι ο άνθρωπος ήταν αθώος. Τί κάμνει; Χωρίς να χάσει καιρό, ξεκινά να πάει να βρει τον φίλο του και να δει, αν μπορεί να τον ελευθερώσει. Ήταν, όμως, χειμώνας. Μια δυνατή βροχή, που είχε πέσει πριν λίγη ώρα έκαμε να ξεχειλίσει ένας χείμαρρος, που βρισκόταν στη μέση του δρόμου. Από κανένα μέρος δεν υπήρχε πέρασμα. Τα θολά νερά του ποταμού κυλιόνταν με πολλή ορμή. Ο άγιος, που ήξερε να τα αναθέτει όλα στον Θεό, δεν τα έχασε. Εκεί που στεκόταν και συλλογιζόταν τί να κάμει, ήρθε στον νου του η περίπτωση του Ιησού του Ναυή, όταν πέρασε κι αυτός τον Ιορδάνη με την Κιβωτό της Διαθήκης και τον λαό. Σήκωσε στη στιγμή τα χέρια, ψιθύρισε μια θερμή προσευχή κι ύστερα με φωνή δυνατή φώναξε κι είπε: «Ποτάμι στάσου. Ο Δεσπότης Χριστός με καλεί να πάω να γλυτώσω τον φίλο μου. Στάσου, λοιπόν, να περάσω».

Την ίδια ώρα τα ορμητικά νερά του χείμαρρου, που λες και κτυπούσαν σ’ ένα στέρεο βράχο, σταμάτησαν. Έπαψαν να κυλούνε. Οι φυσικοί νόμοι παραμέρισαν, Κι ένας δρόμος άνοιξε μπροστά τους. Τα πλήθη, που στεκόντουσαν εκεί και με αγωνία περίμεναν πότε να καλμάρουν τα νερά, για να περάσουν κι αυτοί στην άλλη μεριά, μπροστά στα όσα έβλεπαν, συγκλονίστηκαν. Έκαμαν τον σταυρό τους κι ακολούθησαν τον Άγιο, που προχώρησε και πέρασε πρώτος. Όταν έφθασαν στην πόλη, διηγήθηκαν με ενθουσιασμό τα όσα είδαν. Όσοι τ’ άκουσαν έμειναν κατάπληκτοι και δοξολογούσαν τον Θεό, που χαρίτωσε τόσο πλούσια τον Άγιο τους. Την είδηση έμαθε κι ο άρχοντας. Μεγάλη έκπληξη δοκίμασε κι αυτός. Κι όταν ο Άγιος τον πλησίασε, έσπευσε με συγκίνηση και χαρά ν’ αφήσει ελεύθερο τον θανατοποινίτη φίλο του και μαζί γύρισαν στην πόλη. Τι ωραία αλήθεια, αν όλοι οι πνευματικοί ποιμένες δείχνανε παρόμοιο ενδιαφέρον για τα λογικά πρόβατα τους! Πόσο διαφορετικός, οπωσδήποτε θα ‘ταν ο κόσμος!

Ο άγιος πήρε από τον Θεό και το χάρισμα να διαβάζει τις μυστικές σκέψεις των ανθρώπων. Τα ακόλουθα δύο περιστατικά είναι αρκετά να βεβαιώσουν και τούτη την αλήθεια.

Κάποτε ο άγιος, συνοδευόμενος από τον φίλο και μαθητή του Τριφύλλιο, τον πρώτο επίσκοπο της Λευκωσίας (τότε Λήδρας), ξεκίνησαν για την Κερύνεια. Πήγαιναν εκεί για κάποια εργασία. Ο δρόμος περνούσε από την Κυθρέα. Ήταν άνοιξη κι η φύση γύρω μια αληθινή ζωγραφιά. Τα δένδρα ανθισμένα. Τα πουλιά χαρούμενα κελαηδούσαν γλυκά και πετούσαν από κλαδί σε κλαδί. Στο βουνό τα κοπάδια βοσκούσαν λαίμαργα το πλούσιο χορτάρι με τα μύρια λουλουδάκια, που με την ευωδιά που σκορπούσαν λες και δοξολογούσαν κι αυτό τον Δημιουργό. Εκεί που βάδιζαν αργά-αργά, γιατί ήταν ανηφορικό το μονοπάτι, σε κάποια καμπή ο Τριφύλλιος στάθηκε και θαυμάζοντας τον πανοραμικό κάμπο, που απλωνόταν καταπράσινος κάτω από τα πόδια τους, άρχισε να κάμνει κάποιες σκέψεις:

«Τι ωραία», σκεφτόταν νοερά, «να είχα για την επισκοπή μου μερικά από αυτά τα κτήματα, που βρίσκονται σ’ αυτόν τον τόπο. Θα μου ‘διναν ένα καλό εισόδημα για να αντιμετωπίζω τόσες ανάγκες».
«Τί σκέπτεσαι, αδελφέ μου; του είπε ο Σπυρίδων. Γιατί αφήνεις το μυαλό σου τούτη την ώρα να ασχολείται με τόσο μάταια πράγματα»;
«Γέροντα μου, μα διάβασες τις σκέψεις μου»;

– Αδελφέ μου, «ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» (Εβρ. ιγ’, 14). Δεν έχουμε εδώ στη γη μόνιμη και διαρκή πατρίδα και πόλη, με πόθο βαθύ ποθούμε και ζητούμε τη μέλλουσα, την ουράνια Ιερουσαλήμ. Μάταια είναι όλα τα γήινα αγαθά. Στην καρδιά σου φρόντισε να έχεις πάντα ένα πόθο. Την απόκτηση των ουρανίων, των αιωνίων αγαθών. Τα γήινα αγαθά είναι όλα προσωρινά και απατηλά. Σήμερα είναι δικά μας. Αύριο θα γίνουν κτήμα κάποιου άλλου. Και ουδέποτε τίνος. «Πατέρα μου, συγχώρησε με. Νικήθηκα από τη θεωρία. Δεήσου κι εσύ του Κυρίου μας να με συγχωρήσει».
«Ναι, τέκνον μου, πρόσεχε. Ο διάβολος χρησιμοποιεί και τα πιο αθώα πράγματα, για να μας παρασύρει και να μας σκανδαλίζει. Αντί με τη θεωρία να αφήνει το μυαλό μας να στρέφεται και να δοξάζει τον Δημιουργό, που όλα τα έκαμε για τη δική μας αγάπη και ευτυχία, αντίθετα το σπρώχνει να ποθεί τα μάταια και να ζητά τρόπους, για να τα αποκτήσει, να τα κάμει κτήμα του».


Πόση σοφία στα λόγια του θεοφώτιστου επισκόπου. Αντί ο άνθρωπος μπροστά στα τόσα μεγαλεία του Παντοδύναμου Δημιουργού να αφήνει τη σκέψη του με ευγνώμονα διάθεση να υμνεί και να δοξάζει τον Ποιητή και Πλάστη Του, αυτός ένα μόνο κατά κανόνα σκέπτεται και ποθεί, την απόκτηση κι απόλαυση όλων αυτών των επίγειων αγαθών.

5. Κάποια άλλη φορά ο επίσκοπος, ύστερα από μακρινή οδοιπορία για διδαχή του λαού του μπήκε κουρασμένος στο σπίτι ενός από τους πιστούς του, για να ξεκουραστεί. Στο άκουσμα της είδησης κόσμος πολύς από τα γειτονικά σπίτια στην αρχή κι έπειτα από όλη την κοινότητα έτρεξαν να τον συναντήσουν και να πάρουν την ευλογία του. Ανάμεσα στα πλήθη ήταν και μια αμαρτωλή γυναίκα, που ήρθε κι αυτή να δει τον Άγιο. Κάποια στιγμή μάλιστα έπεσε και κάτω, για να ασπασθεί τα πόδια του. Με τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος ο Άγιος, σαν την κοίταξε, γνώρισε αμέσως την αμαρτία της. Χωρίς να τον ακούσει κανένας, με τρόπο γλυκύ και ταπεινό, ψιθύρισε στη γυναίκα:
«Κυρά μου, μη με εγγίσεις». Εκείνη όμως επέμενε. Και τότε ο Άγιος με αυστηρότητα φανέρωσε μπροστά σε όλους την αμαρτία της. Η γυναίκα θαύμασε και με συντριβή καρδιάς έσκυψε κι άρχισε με δάκρυα να ζητά το έλεος του Θεού. Μπροστά στη μετάνοια της ο στοργικός πατέρας της είπε με συγκίνηση τα λόγια εκείνα, που κάποτε ο ίδιος ο Κύριος απηύθυνε σε μια τέτοια αμαρτωλή: «Θάρσει, θύγατερ. αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι». Πήγαινε στο καλό και πρόσεχε μελλοντικά. Με τον τρόπο του ο άγιος βοήθησε την αμαρτωλή εκείνη γυναίκα να μετανοήσει. Αλλά κι έδωκε ένα μάθημα σε όλους. Μόνο η μετάνοια η ειλικρινής ξεπλένει την ψυχή και αποκαθιστά τον άνθρωπο στη θέση την τιμητική, να είναι παιδί του Θεού.

6. Ο Άγιος Σπυρίδων κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή συνήθιζε να νηστεύει απόλυτα. Δεν έτρωγε τίποτα, ούτε αυτός ούτε κι η κόρη του. Κάποια βραδυά, σε περίοδο νηστείας, ένας άγνωστος οδοιπόρος κτύπησε την πόρτα της επισκοπής του. Ο άγιος έσπευσε με προθυμία να του ανοίξει και να τον υποδεχθεί. Του πρόσφερε νερό να ξεπλυθεί και πήγε να βρει κάτι, για να του δώσει να δειπνήσει. Κοίταξε παντού, μα τίποτα δεν βρήκε. Ούτε ψωμί δεν είχε. Στην αμηχανία του ο Άγιος θυμήθηκε πώς σε κάποια γωνιά βρισκόταν κρεμάμενο ένα κομμάτι διατηρημένο χοιρινό κρέας από τις ημέρες της κρεοφαγίας. Χωρίς να χάσει καιρό, φώναξε την κόρη του να ψήσει λίγο για τον φιλοξενούμενο τους. Η κόρη ετοίμασε το τραπέζι.
Έβαλε πάνω το ψητό κρέας και κάλεσαν τον ξένο να φάει. Ο ξένος, σαν είδε το προσφερόμενο, αρνήθηκε να το δοκιμάσει λέγοντας: «Δέσποτα μου, συγχώρεσε με. Νηστεύω. Είμαι χριστιανός».
«Ναί! παιδί μου, είπε ο άγιος. Κι εγώ νηστεύω. Είμαι κι εγώ χριστιανός. Μα μια και δεν έχουμε τίποτε άλλο στο σπίτι κι εσύ πρέπει να τονωθείς ύστερα από την τόση οδοιπορία, θα φας από αυτό που βρίσκεται. Να! εγώ καταλύω πρώτος τη νηστεία. Φάγε, παιδί μου, να τονωθείς».
Κι ο άγιος, για να ενθαρρύνει τον ξένο, έφαγε κι έδωσε και σ’ εκείνο λέγοντας του. «Πάντα καθαρά τοις καθαροίς, ο θείος απεφήνατο Λόγος». Την άλλη μέρα φυσικά συνέχισε και πάλι τη νηστεία του. Το περιστατικό αυτό δείχνει την πλατιά αντίληψη του αγίου για τη νηστεία, που είναι κι η μόνη ορθή. «Το Σάββατον εγένετο δια τον άνθρωπον ούχ ο άνθρωπος δια το Σάββατον». (Μάρκ. β’, 27).

7. Λίγα γράμματα έμαθε ο άγιος, όπως είδαμε. Τούτο, όμως, δεν τον εμπόδισε από του να προσέλθει και να λάβει μέρος στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο που συνεκάλεσε ο Μέγας Κωνσταντίνος τα 325 μ.Χ., για να αποστομώσει και καθαιρέσει τον Άρειο. Ο τρομερός αυτός αιρετικός, όπως ξέρουμε, δίδασκε ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός, αλλά δημιούργημα και πλάσμα του Θεού. Κι η αιρετική του αυτή διδασκαλία είχε προκαλέσει αληθινό σάλο κι είχε συνταράξει ολόκληρη τη Χριστιανική Εκκλησία.

Στη σύνοδο αυτή από τη μια μεριά είχε παραταχθεί ο Άρειος με τους ικανούς ρήτορες και οπαδούς του επισκόπους. Κι ήταν αυτοί ο Νικομήδειας Ευσέβιος, ο Νικαίας Θεαγένης και ο Χαλκηδόνος Μακάριος. Μαζί μ’ αυτούς, με την άδεια του Βασιλιά, προσήλθαν και παρεκάθησαν στη σύνοδο και αρκετοί φιλόσοφοι ομοϊδεάτες του Αρείου και υπερασπιστές του. Ανάμεσα σ’ αυτούς ξεχώριζε κι ένας φιλόσοφος, ο Ευλόγιος, που στη διαλεκτική τέχνη, την ευστροφία του λόγου και τα σοφίσματα εθεωρείτο ανίκητος.

Στην παράταξη των ορθοδόξων είχαν συγκεντρωθεί 317 σεβάσμιοι αρχιερείς και κληρικοί. Μεταξύ αυτών διακρίνονταν, οι άγιοι Νικόλαος και Αλέξανδρος, ιερέας ακόμη, ο επίσκοπος Αντιοχείας Ευστάθιος, ο Παφνούτιος από τη Θηβαΐδα, ο Μέγας Αθανάσιος, διάκονος τότε της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, ο επίσκοπος Τριμυθούντος Σπυρίδων και άλλοι πολλοί. Ο τελευταίος φυσικά δεν διακρινόταν για τη μόρφωση του. Διακρινόταν, όμως, για την απλότητα και την ταπείνωση του. Ήταν ένα δοχείο ακένωτο από ουράνιους θησαυρούς. Ήταν ένα κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος. Από τη στιγμή που μπήκε στην αίθουσα της συνόδου η καρδιά του κτυπούσε δυνατά και με βαθιά πίστη προσευχόταν νοερά να φωτίσει, ο Θεός, ώστε στο τέλος να λάμψει η αλήθεια.

«Πάτερ, δόξασόν σου τον Υιόν», έλεγε κι επαναλάμβανε με δάκρυα στα μάτια. Η αγάπη του στον λατρευτό μας Σωτήρα Χριστό του φλόγιζε όλο το κορμί και τον γέμιζε με ακαταμάχητη δύναμη.

Στη συζήτηση, που είχε ανάψει ο τρομερός Άρειος με τη φιλοσοφική του μόρφωση, την πανουργία και την ευγλωττία του, αλλά και τους οπαδούς του ρήτορες, που τον ενίσχυαν αφάνταστα, πετούσε κυριολεκτικά κεραυνούς ενάντια στην αλήθεια και την Εκκλησία του Χριστού. Οι ώρες περνούσαν, χωρίς ένα θετικό αποτέλεσμα. Κάποια στιγμή μάλιστα ένας από τους πιο δεινούς ρήτορες του Αρείου, ο φιλόσοφος Ευλόγιος είχε προβάλει τέτοια επιχειρήματα και με τόση μαεστρία που είχε νομισθεί ότι το δίκαιο βρισκόταν με το μέρος τους. Οι υπερασπιστές της χριστιανικής αλήθειας, κι αυτός ο Μ. Αθανάσιος, σώπασαν. Νεκρική σιγή είχε απλωθεί για μερικά δευτερόλεπτα στη μεγάλη αίθουσα της συνόδου. Εκείνη την ώρα σηκώθηκε από τη θέση του ο Άγιος Σπυρίδων και ζήτησε να μιλήσει. Αργά προχωρεί προς το βήμα. Οι οπαδοί του αιρεσιάρχη χαμογέλασαν, σαν τον είδαν. Οι άλλοι πατέρες στενοχωρήθηκαν. Γνώριζαν πώς ο άγιος ήταν αγνός κι ενάρετος. Ήταν όμως, κι ο άνθρωπος ο απλοϊκός, με τα λίγα γράμματα και χωρίς αυτό που λέμε κατά κόσμο σοφία και γνώση. Πώς θα μπορούσε λοιπόν ο ταπεινός βοσκός να τα βγάλει πέρα μ’ ένα ρήτορα σοφό και διεστραμμένο; Γι’ αυτό στενοχωρήθηκαν και μερικοί αγωνιζόντουσαν να τον εμποδίσουν να ομιλήσει. Φοβόντουσαν μήπως ο τραχύς κι αδιάντροπος ρήτορας ζητήσει να τον εκθέσει και να τον γελοιοποιήσει. Ο Άγιος Σπυρίδων, όμως, επέμενε. Κι ο Βασιλιάς έδωκε τον λόγο.

Σιγή και πάλι νεκρική απλώθηκε στην αίθουσα. Οι φίλοι του Αρείου με δυσκολία συγκρατούν την περιφρόνηση τους, ενώ οι πατέρες με αισθήματα σεβασμού μα και απορίας κοιτούν τον γέροντα. Κάποια στιγμή ο μέγας Σπυρίδων διακόπτοντας τη σιωπή στρέφεται προς τον φιλόσοφο και με φωνή σταθερή αρχίζει να του λέγει τούτα τα λόγια:
«Άκουε, σοφέ. Ένας είναι ο Θεός. Αυτός με τον Λόγο Του και το Πνεύμα Του δημιούργησε όλο τον κόσμο. Και αυτά που βλέπουμε, μα κι εκείνα που δεν βλέπουμε. Αυτός έπλασε και το θαυμαστό κι υπέροχο δημιούργημα, τον άνθρωπο. Αυτός ο Λόγος του Θεού είναι Υιός του Θεού αληθής και ομοούσιος με τον Πατέρα. Για την ιδική μας σωτηρία, πιστεύουμε ότι ο Υιός του Θεού έγινε και άνθρωπος και γεννήθηκε από μία κόρη, την Παρθένο Μαρία. Μεγάλωσε σαν άνθρωπος εκεί στη Ναζαρέτ, δίδαξε επί τρία χρόνια κι ύστερα σταυρώθηκε και τάφηκε σαν άνθρωπος. Έπειτα αναστήθηκε σαν Θεός μετά τρεις μέρες και συνανέστησε κι εμάς και μας χαρίζει άφθαρτη και αιώνια ζωή. Ο Λόγος του Θεού, αφού παρέμεινε στη γη μετά την Ανάσταση Του επί σαράντα ημέρες, αναλήφθηκε ύστερα στον Ουρανό από όπου κι έστειλε στη γη μετά δέκα μέρες το Πανάγιο Πνεύμα το οποίο από τότε παραμένει στην Εκκλησία. Ο Λόγος του Θεού πιστεύουμε ακόμη, πώς θα ξανάρθει κάποια μέρα για να κρίνει τον κόσμο όλο. Ημείς δε, θα αναστηθούμε και θα παρουσιαστούμε μπροστά Του, για να απολογηθούμε σ’ Αυτόν για όλα τα έργα, τα λόγια και τα ενθυμήματα μας. Ο Λόγος του Θεού, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, Σύνθρονος, Ομότιμος και Ομόδοξος. Ένας είναι ο Θεός, Τρία Πρόσωπα όμως, τρεις Υποστάσεις, Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Τα τρία αυτά Πρόσωπα, ο ένας Θεός, η μία Ουσία είναι για τον νου του ανθρώπου κάτι το άρρητο και ακατάληπτο. Όπως είναι αδύνατο να βάλει κανείς όλα τα νερά της θάλασσας σ’ ένα ποτήρι, έτσι είναι αδύνατο και το πεπερασμένο μυαλό του ανθρώπου να χωρέσει και να κατανοήσει το άπειρο της Θεότητος. Για να δώσω όμως μια εξήγηση των λόγων μου, ας με συγχωρήσει ο Πανάγαθος που θα χρησιμοποιήσω αυτό το χειροπιαστό παράδειγμα».
Τότε ο άγιος έβαλε το αριστερό χέρι στην τσέπη του κι έβγαλε ένα κεραμίδι και δείχνοντας το, έκαμε με το δεξί του το σημείο του σταυρού κι είπε: «Εις το όνομα του Πατρός». Κι έσφιξε το κεραμίδι. Οι πατέρες που παρακολουθούν τη σκηνή, συγκλονίζονται κυριολεκτικά. Γιατί με τις λέξεις του αγίου, η φωτιά με την οποία ψήθηκε το κεραμίδι ανέβηκε πάνω. «Και του Υιού», πρόσθεσε. Τότε το νερό με το οποίο ζυμώθηκε το ξερό κεραμίδι, έτρεξε κάτω. «Και του Αγίου Πνεύματος».

Συμπλήρωσε ο πρακτικός και θεοφώτιστος διδάσκαλος. Το χώμα έμεινε στο χέρι του.
«Αδελφοί και πατέρες μου, συνέχισε ο θαυματουργός, όπως το κεραμίδι αποτελεί ένα πράγμα μιας ουσίας και μιας φύσεως, αλλά είναι τρισύνθετο – φωτιά, νερό, χώμα — έτσι κι ο Άγιος Θεός. Αν και δεν πρέπει να παρομοιάσουμε την Άκτιστο και Υπερούσια αυτή Φύση με κτιστό και φθαρτό δημιούργημα, εν τούτοις για να κάνουμε τα ακατάληπτα καταληπτά, – ας μας συγχωρήσει το άπειρο έλεος Του – λέμε και τονίζουμε: Ο Θεός είναι ένας κατά την ουσία και τη φύση. Αλλά κατά τα πρόσωπα ή τις υποστάσεις είναι Τριαδικός: Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα».

Τα λόγια του αγίου κατέπληξαν τους παριστάμενους. Η αίθουσα αντήχησε από τις δοξολογίες προς τον Θεό και τις επευφημίες των Πατέρων. «Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών. Σύ ει ο Θεός ο ποιών θαυμάσια μόνος». (Ψαλμ. ος’, 14-15). Ψάλλουν και δοξολογούν τον Κύριο. Ο Άρειος κι οι οπαδοί του καταντροπιάστηκαν πραγματικά. Ο φιλόσοφος ταπεινωμένος αναγνωρίζει κι ομολογεί φανερά την ήττα του:

-Τα λόγια σου με έπεισαν, άγιε γέροντα, και το θαύμα με βεβαίωσε, ότι έχεις δίκαιο. Πιστεύω τώρα. Πιστεύω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Υιός του Θεού, Θεός αληθινός κι Αυτός, ομοούσιος με τον Πατέρα. Δάκρυα χαράς έτρεξαν από τα μάτια όλων και πρώτα-πρωτα από τα μάτια του φιλοσόφου, που έσπευσε να δεχθεί το βάπτισμα και να γίνει χριστιανός. Η αλήθεια για μια ακόμη φορά θριάμβευσε. Και επεβλήθη «ουκ εν πειθοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ’ εν αποδείξει Πνεύματος και δυνάμεως» (Α’ Κορ. 6′, 4). Δηλαδή όχι με συναρπαστικά λόγια ανθρώπινης σοφίας, αλλά με απόδειξη θείας δυνάμεως, που με το θαύμα που έγινε επιβεβαίωσε τη διδασκαλία. Να ποιος ήταν ο άγιος μας. Φλογερός, ζηλωτής στην πίστη, θεοφώτιστος.

Η Επισκοπή Τριμυθούντος

Η Επισκοπή Τριμυθούντος, είναι μια Επισκοπή που ανήκει εκκλησιαστικά στην Εκκλησία της Κύπρου. Είναι ιδιαιτέρως γνωστή από τον πρώτο της Επίσκοπο, τον Άγιο Σπυρίδωνα Τριμυθούντος τον Θαυματουργό, παίρνοντας το όνομα της από την έδρα της στην κωμόπολη με το όνομα Τριμυθούς της Κύπρου, ή αλλιώς  Τρεμετουσιά, όπως είναι γνωστή σήμερα η κωμόπολη. Επισκοπή Τριμυθούντος υπήρχε από αρχαιοτάτων χρόνων, και φαίνεται να είναι από τις πρώτες Επισκοπές στην Κύπρο. Γνωρίζουμε ότι ήδη υπήρχε από το 325 μ.Χ., διότι τότε ο Επίσκοπος Άγιος Σπυρίδων συμμετείχε στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια, εκπροσωπώντας την Επισκοπή του, όπου και θαυματούργησε. Φαίνεται όμως να είχε σταματήσει να υπάρχει ως περιφερειακή Μητρόπολη, μάλλον επί καιρού της Φραγκοκρατίας (1192 – 1571) στην Κύπρο επειδή τότε (1222) οι Λατίνοι μείωσαν τις ήδη υπάρχουσες 14 Ορθόδοξες Επισκοπές σε μόνο 4, στην προσπάθειά τους να εξαλείψουν την Ορθοδοξία από το νησί. Από τότε, ίσως κατά καιρούς η Επισκοπή να είχε τιτουλάριους Επισκόπους Τριμυθούντος, βοηθούς του Αρχιεπισκόπου ή με άλλα εκκλησιαστικά ή ποιμαντικά καθήκοντα. Στην πρόσφατη ιστορία της Κύπρου (μέχρι το 2007), φαίνεται να υπάρχει Χωρεπίσκοπος  Τριμυθούντος, ο οποίος είναι βοηθός του Αρχιεπισκόπου Κύπρου. Οι δύο πιο πρόσφατοι είναι οι Χωρεπίσκοποι Γεώργιος (1959-1967 οπόταν και ενθρονίσθηκε  Μητροπολίτης  Νικαίας της Εκκλησίας της Ελλάδος) και Βασίλειος (1996-2007 οπόταν και ενθρονίσθηκε Μητροπολίτης  Κωνσταντίας της Εκκλησίας της Κύπρου).

Ανασύσταση της Επισκοπής

Η πάλαι ποτέ διαλαμψάσα Επισκοπή Τριμυθούντος ανεσυστάθη με απόφαση της συνεδρίας της Ιεράς Συνόδου την 12η Φεβρουαρίου του 2007, μαζί με άλλες Επισκοπές, όπως Κωνσταντίας, Ταμασσέων,  Καρπασίας κλπ. Ο σημερινός Επίσκοπος της Μητροπόλεως -ο πρώτος από την ανασύσταση- είναι ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Τριμυθούντος και Πρόεδρος Λευκάρων κ. Βαρνάβας, ο οποίος εξελέγη ψήφω κλήρου και λαού τη 20η Ιουλίου και την 21η εχειροτονήθη Επίσκοπος και ενθρονίσθη εις το Ιδάλιον. Σήμερα, η Ιερά Μητρόπολις Τριμυθούντος έχει προσωρινώς την έδρα της στην κωμόπολη του Ιδαλίου (το σήμερα γνωστό χωριό ως: Δάλι), όπου βρίσκεται και ο Καθεδρικός Ναός της Παναγίας της Ευαγγελίστριας, μέχρι της απελευθερώσεως της κανονικής της έδρας, της Τριμυθούντας, η οποία τώρα βρίσκεται υπό τουρκική κατοχή. Είναι πλέον περιφερειακή Επισκοπή, γι’ αυτό φέρει και το όνομα Μητρόπολις και ο Επίσκοπος της Μητρόπολης φέρει τον τίτλο  Πανιερώτατος Μητροπολίτης Τριμυθούντος και Πρόεδρος Λευκάρων.

Πηγή:https://web.archive.org/web/20070927040434/http://www.pigizois.net/kiprioi_agioi/spiridon_o_thaumatourgos.htm

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Επισκοπή_Τριμυθούντος

Please follow and like us:
error0

Ο Τάσσος Παπαδόπουλος (1934-2008)

Ο Τάσσος Παπαδόπουλος (7 Ιανουαρίου 1934 – 12 Δεκεμβρίου 2008) ήταν Ελληνοκύπριος πολιτικός ο οποίος χρημάτισε 5ος πρόεδρος της Κύπρου από το 2003 έως το 2008.

Ο Τάσσος Παπαδόπουλος
Ο Τάσσος Παπαδόπουλος

Ο Βίος και η πολιτική σταδιοδρομία του Τάσσου Παπαδόπουλου

Ο Τάσσος Παπαδόπουλος σπούδασε νομικά στο King’s College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Ήταν δικηγόρος και ασχολήθηκε με την πολιτική από πολύ μικρή ηλικία. Ήταν παντρεμένος και είχε τέσσερα παιδιά. Η εκστρατεία του για το προεδρικό αξίωμα βασίστηκε στην πεποίθηση ότι μπορούσε να δώσει καλύτερη λύση από τον Γλαύκο Κληρίδη στο κυπριακό ζήτημα. Υποστηρίχθηκε από το ΔΗ.ΚΟ., που ήταν και το κόμμα από το οποίο προερχόταν, αλλά και από το Α.Κ.Ε.Λ. και το ΚΙ.ΣΟΣ.. Στις 29 Αυγούστου 2006, ο Παπαδόπουλος παραιτήθηκε από την προεδρία του Δημοκρατικού Κόμματος.

Η προσφορά του Τάσσου Παπαδόπουλου στην Κύπρο

Συμμετείχε στη Διάσκεψη του Λονδίνου και ήταν ο ένας από τους δυο αντιπροσώπους (εκτός από τους αντιπροσώπους του Α.Κ.Ε.Λ.) που ψήφισε εναντίον της υπογραφής των συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου. Ήταν επίσης ένας από τους τέσσερις αντιπροσώπους της ελληνοκυπριακής πλευράς στη Συνταγματική Επιτροπή που συνέταξε το Σύνταγμα της Κύπρου.

Υπηρέτησε για δώδεκα χρόνια ως Υπουργός της Δημοκρατίας, διαδοχικά ως Υπουργός Εσωτερικών, Υπουργός Οικονομικών, Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υπουργός Υγείας και Υπουργός Γεωργίας και Φυσικών Πόρων.

Υπήρξε σύμβουλος του πρώτου συνομιλητή κ. Κληρίδη μέχρι τον Απρίλιο του 1976 και μετά διορίστηκε ο ίδιος συνομιλητής, θέση στην οποία υπηρέτησε μέχρι τον Ιούλιο του 1978.

Αντιπροσώπευσε την Κύπρο σε πολλά διεθνή συνέδρια ιδίως στα ετήσια συνέδρια της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO). Αντιπροσώπευσε επίσης την Ελληνοκυπριακή κοινότητα σε πολλές προσφυγές της Κύπρου στον ΟΗΕ και στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Πριν την εκλογή του ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου στη Λευκωσία.

Στις βουλευτικές εκλογές της 5ης Ιουλίου 1970 ο Τάσσος Παπαδόπουλος εκλέχθηκε βουλευτής του Ενιαίου Κόμματος στην εκλογική περιφέρεια Λευκωσίας. Στις εκλογές της 5ης Σεπτεμβρίου 1976 επανεκλέχθηκε ως ανεξάρτητος βουλευτής Λευκωσίας. Διετέλεσε Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων από τον Απρίλιο μέχρι τον Οκτώβριο του 1976. Στις βουλευτικές εκλογές της 19ης Μαΐου 1991 εκλέχθηκε βουλευτής του Δημοκρατικού Κόμματος στην εκλογική περιφέρεια Λευκωσίας, αξίωμα στο οποίο επανεκλέχθηκε στις εκλογές της 26ης Μαΐου 1996.

Στις 7 Οκτωβρίου 2000 εξελέγη, χωρίς αντίπαλο, Πρόεδρος του Δημοκρατικού Κόμματος στο ιστορικό Εκλογικό Συνέδριο όπου ανήγγειλε την αποχώρησή του ο ιδρυτής του Κόμματος κ. Σπύρος Κυπριανού. Στις βουλευτικές εκλογές της 27ης Μαΐου 2001 επανεκλέχθηκε βουλευτής Λευκωσίας, ως επικεφαλής του ψηφοδελτίου του Κόμματος.

Διετέλεσε μέλος του Εθνικού Συμβουλίου, Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων και μέλος των Επιτροπών Επιλογής και Οικονομικών και Προϋπολογισμού. Διετέλεσε επίσης Πρόεδρος της αντιπροσωπείας της Βουλής στη Μικτή Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ευρωπαϊκής Ένωσης – Κύπρου.

Ο Τάσσος Παπαδόπουλος και η Ε.Ο.Κ.Α.

Πήρε ενεργά μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ από διάφορα πόστα, ως τομεάρχης Λευκωσίας και αργότερα ως γενικός υπεύθυνος για όλη την Κύπρο της ΠΕΚΑ, πολιτικής οργάνωσης της ΕΟΚΑ.

Ο Τάσσος Παπαδόπουλος και το σχέδιο Ανάν

Αντιτάχθηκε στην αποδοχή του σχεδίου Ανάν το 2004 παρά τις εξωτερικές πιέσεις που δέχθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Μεγάλη Βρετανία αλλά και από το εσωτερικό, κυρίως την αξιωματική αντιπολίτευση.

Σε διάγγελμά του στις 22 Απριλίου 2004, ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος, ζήτησε από τους Κύπριους πολίτες να καταψηφίσουν το Σχέδιο του Γενικού Γραμματέα και συμπλήρωσε:

«στο δημοψήφισμα του Σαββάτου δεν θα υπάρξει αντιπαράθεση Κομμάτων, δεν είναι αντιπαράθεση ιδεολογική, άρα δεν είναι καν αντιπαράθεση μεταξύ πολιτών. Είναι αντιπαράθεση με τη συνέχεια και την ιστορία μας και ότι είναι η κρίση του καθενός. Εγώ δεν θεωρώ ότι θα υπάρξουν είτε νικητές είτε ηττημένοι. Ηττημένη θα είναι μόνο η Κύπρος εάν υπάρξουν επεισόδια, πανηγυρισμοί, κλίμα το οποίο θα εμποδίσει την επόμενη μέρα να ξανακτίσουμε την ομόνοια και τη συναίνεση και τις κοινές προσπάθειες για να αντιμετωπίσουμε τους πραγματικά δύσκολους χρόνους που έχουμε μπροστά μας. Είτε «ναι» ψηφίσει ο πολίτης, είτε «όχι» ψηφίσει, όσοι ψηφίσουν «ναι», όσοι ψηφίσουν «όχι», πιστεύω θα έχουν την κοινή επιδίωξη να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες που με βεβαιότητα έρχονται. Γι’ αυτό κάνω παράκληση, έκκληση προς τον κόσμο: ούτε πανηγυρισμοί δικαιολογούνται, γιατί δεν πανηγυρίζουμε νίκη, δεν μπορούμε να πανηγυρίσουμε επειδή δεν βρήκαμε λύση του Κυπριακού, μόνο ανακούφιση μπορούμε να αισθανόμαστε γιατί αποφύγαμε τα χειρότερα. Καλώ επομένως όλους σε αυτοσυγκράτηση, κοσμιότητα, χωρίς εξάρσεις, χωρίς ψεύτικα συνθήματα νίκης και ήττας. Δεν θα υπάρξουν για μένα, ούτε νικητές, ούτε ηττημένοι».

Στο δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004, ποσοστό 76% των Ελληνοκυπρίων καταψήφισαν το Σχέδιο Ανάν λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη το περιεχόμενο του διαγγέλματος του Προέδρου Παπαδόπουλου.

Ο Τάσσος Παπαδόπουλος εντάσσει την Κύπρο στην Ε.Ε.

Επί προεδρίας του Τάσσου Παπαδόπουλου στις 1 Μαΐου του 2004 η Κύπρος έγινε πλήρες μέλος της Ε.Ε.

Ο Τάσσος Παπαδόπουλος το 2008

Στις προεδρικές εκλογές της 17ης Φεβρουαρίου 2008 ο Τάσσος Παπαδόπουλος κατέλαβε την τρίτη θέση μένοντας εκτός δευτέρου γύρου. Τον διαδέχτηκε ο πρόεδρος της Βουλής Δημήτρης Χριστόφιας.

Το τέλος του Τάσσου Παπαδόπουλου

Πέθανε στις 12 Δεκεμβρίου 2008 μετά από μάχη με τον καρκίνο. Η κηδεία του τελέστηκε στις 15 Δεκεμβρίου 2008 στην εκκλησία της του Θεού Σοφίας στο Στρόβολο. Στις 11 Δεκεμβρίου 2009 άγνωστοι σύλησαν τον τάφο του και έκλεψαν τη σορό του από το νεκροταφείο της Κάτω Δευτεράς. Η σορός βρέθηκε στις 8 Μαρτίου από την αστυνομία έπειτα από τηλεφώνημα αγνώστου και ταυτοποιήθηκε την επόμενη ημέρα με εξετάσεις DNA. Πραγματοποιήθηκαν συλλήψεις τριών ατόμων για την υπόθεση, ενώ ο υπουργός δικαιοσύνης Λουκάς Λουκά αποφάνθηκε ότι τα κίνητρα των απαγωγέων του λειψάνου ήταν οικονομικά. Ο πρώην πρόεδρος επανενταφιάστηκε στις 12 Μαρτίου 2010.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Τάσσος_Παπαδόπουλος

Please follow and like us:
error0

Η Κυπριακή Δημοκρατία (1960-…)

Η Κυπριακή Δημοκρατία ή Δημοκρατία της Κύπρου, όπως αναφέρεται στο Σύνταγμα, είναι νησιωτικό κράτος της ανατολικής Μεσογείου και το τρίτο μεγαλύτερο σε πληθυσμό και έκταση στην Μεσόγειο. Βρίσκεται γεωγραφικά νοτιοανατολικά της Ελλάδας, νοτίως της Τουρκίας, δυτικά του Λιβάνου και της Συρίας, βορειοδυτικά του Ισραήλ και βορείως της Αιγύπτου.

Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει εκ του νόμου κυριαρχία σε ολόκληρο το νησί, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, συμπεριλαμβανομένου της Αποκλειστικής Οικονομικής της Ζώνης (ΑΟΖ). Ωστόσο, το νησί εκ των πραγμάτων διοικείται από δύο κύρια μέρη. Την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία ελέγχει περίπου το 58% της έκτασης του νησιού και την ούτω καλούμενη «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» (37% του νησιού), η οποία προέκυψε ύστερα από την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το 1974 και αποτελεί υποτελή κατοχική διοίκηση του Τουρκικού κράτους. Περίπου το 5% του νησιού καταλαμβάνεται από τον ΟΗΕ (Πράσινη Γραμμή) και από το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο διατηρεί τις περιοχές κυρίαρχων βάσεων Ακρωτηρίου και Δεκέλειας. Το διεθνές δίκαιο και o OHΕ θεωρεί το βόρειο τμήμα του νησιού υπό κατοχή των τουρκικών στρατευμάτων και η ανακήρυξη ανεξαρτησίας της θεωρείται παράβαση του καταστατικού χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Κυπριακή Δημοκρατία, 1η Οκτωβρίου
Κυπριακή Δημοκρατία

Η 1η Οκτωβρίου, από το 1960 και μετά, σηματοδοτεί την επέτειο της ανακήρυξης της Ανεξαρτησίας της Κύπρου, μετά τον αγώνα ενάντια στους Άγγλους αποικιοκράτες, την περίοδο 1955-1959.

Η 1η Οκτωβρίου ωστόσο δεν είναι η πραγματική ημέρα κατά την οποία έγινε πράξη η ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αντιθέτως, η ημερομηνία κατά την οποία τέθηκαν σε ισχύ οι συμφωνίες εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι η 16η Αυγούστου του 1960.

Η Βρετανική κατοχή στην Κύπρο

Όταν έληξαν ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος (1877-1878) και το Συνέδριο του Βερολίνου η Κύπρος μεταβιβάστηκε στην Βρετανική Αυτοκρατορία που ανέλαβε την διοίκηση της (1878). Οι Βρετανοί στην πραγματικότητα συγκυβερνούσαν με τους Οθωμανούς και το Χεδιβάτο της Αιγύπτου μέχρι τις 5 Νοεμβρίου 1914. Οι Άγγλοι υποσχέθηκαν στους Τούρκους σαν αντάλλαγμα να χρησιμοποιήσουν το νησί σαν βάση για να τους προστατέψουν από την Ρωσική απειλή. Οι Άγγλοι χρησιμοποίησαν την Κύπρο σαν την σημαντικότερη ναυτική βάση για τις εξορμήσεις στις επαρχίες τους. Όταν ολοκληρώθηκε το λιμάνι της Αμμόχωστου (1906) η Κύπρος έγινε το σημαντικότερο στρατηγικό σημείο για τους Άγγλους, το λιμάνι είχε απ’ευθείας επικοινωνία με την Διώρυγα του Σουέζ που ήταν ο θαλάσσιος δρόμος των Βρετανών για την Ινδία την μεγάλη υπερπόντια επαρχία τους. Όταν ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και οι Οθωμανοί συμμάχησαν με τις Κεντρικές Δυνάμεις (5 Νοεμβρίου 1914) οι Άγγλοι προσάρτησαν πλήρως την Κύπρο, κατήργησαν το Χεδιβάτο της Αιγύπτου και δημιούργησαν το Σουλτανάτο της Αιγύπτου σαν Βρετανικό προτεκτοράτο. Οι Βρετανοί πρόσφεραν την Κύπρο στην Ελλάδα σε αντάλλαγμα να ενωθούν οι Έλληνες με τους Άγγλους αλλά ο Γερμανόφιλος Κωνσταντίνος Α’ της Ελλάδας το αρνήθηκε. Με την Συνθήκη της Λωζάννης η νεοσύστατη Τουρκική Δημοκρατία του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ παραιτήθηκε από τα δικαιώματα της στην Κύπρο που ανακηρύχτηκε αποικία του Βρετανικού στέμματος (1925). Πολλοί Έλληνο-Κύπριοι και Τούρκο-Κύπριοι πολέμησαν στους δυο Παγκόσμιους πολέμους στον Βρετανικό Στρατό Ξηράς. Όταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος πολλοί εντάχθηκαν στο Κυπριακό Σύνταγμα. Οι Έλληνο-Κύπριοι είχαν πολλές ελπίδες ότι η Βρετανική διοίκηση θα τους βοηθήσει να ενωθούν με την Ελλάδα. Η επιθυμία είχε ρίζες στην Μεγάλη Ιδέα των Ελλήνων να αναστήσουν την Βυζαντινή Αυτοκρατορία με την Μικρά Ασία, την Κύπρο και πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη. Η Εκκλησία της Κύπρου που τα μέλη της είχαν εκπαιδευθεί στην Ελλάδα ήταν πρωταγωνιστές, οι Έλληνο-Κύπριοι ίδρυσαν την Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών (EOKA). Οι Έλληνο-Κύπριοι έβλεπαν το νησί σαν τμήμα του Ελληνισμού και είδαν την ένωση τους με την μητέρα Ελλάδα σαν φυσικό δικαίωμα. Η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα έγινε από την δεκαετία του 1950 τμήμα της Ελληνικής εθνικής πολιτικής.

Οι Τούρκο-Κύπριοι με την σειρά τους υποστήριξαν τα πρώτα χρόνια την Βρετανική κατοχή. Όταν είδαν την ανάπτυξη των Ελληνικών εθνικών κινημάτων αποφάσισαν να αντιδράσουν επειδή φοβήθηκαν την εκδίωξη τους από το νησί, αντιστάθηκαν σκληρά στην δράση της ΕΟΚΑ. Οι Τούρκο-Κύπριοι έβλεπαν τον εαυτό τους σαν ξεχωριστή εθνική ενότητα και διεκδίκησαν την δημιουργία δικού τους κράτους στο νησί. Ο Τούρκος ηγέτης Αντνάν Μεντερές δήλωσε την δεκαετία του 1950 ότι η Κύπρος ήταν «επέκταση της Ανατολής», απέρριψε την ιδέα για την διαίρεση του νησιού και ζήτησε την προσάρτηση ολόκληρης της Κύπρου στην Τουρκία. Την εποχή του οι οπαδοί του στην Τουρκία χρησιμοποίησαν σκληρά εθνικιστικά συνθήματα όπως «η Κύπρος είναι Τουρκική». Οι Τούρκοι σύντομα κατάλαβαν ότι οι ελπίδες τους ήταν μάταιες επειδή ο Τουρκικός πληθυσμός στο νησί αποτελούσε χαμηλή μειοψηφία, έφτανε μόλις στο 20%. Οι Τούρκο-Κύπριοι ακολούθησαν την δεκαετία του 1950 το σύνθημα «Διαίρεση ή Θάνατος» που διαδόθηκε ευρύτατα την δεκαετία του 1960. Σε συσκέψεις που ακολούθησαν στην Ζυρίχη και το Λονδίνο οι Τούρκοι δέχτηκαν υποτονικά την ίδρυση Κυπριακού κράτους αλλά η μεγάλη τους επιθυμία ήταν πάντοτε η δημιουργία Τουρκικού κράτους στα βόρεια.

Η Βρετανική κυριαρχία στην Κύπρο

Η Κυπριακή εκκλησία οργάνωσε τον Ιανουάριο του 1950 το Ενωτικό δημοψήφισμα υπό την επίβλεψη της χωρίς την συμμετοχή Τούρκο – Κύπριων, το αποτέλεσμα ήταν 96% υπέρ της Ένωσης με την Ελλάδα. Οι Έλληνες σύμφωνα με την Δημογραφία της Κύπρου αποτελούσαν το 80,2% του συνολικού πληθυσμού του νησιού, οι Βρετανοί πρότειναν την ίδρυση μιας ημιαυτόνομης Τουρκικής επαρχίας αλλά οι Τούρκοι το απέρριψαν. Η ΕΟΚΑ δημιουργήθηκε το 1955 με στόχο την ένωση με την Ελλάδα με ένοπλο αγώνα, ταυτόχρονα δημιουργήθηκε από τους Τουρκοκύπριους η Τουρκική Οργάνωση Αντίστασης ή ΤΑΞΙΜ σαν αντίβαρο με στόχο την δημιουργία Τουρκικού κράτους στο νησί. Οι Βρετανοί αξιωματούχοι ενίσχυσαν μυστικά την ΤΑΞΙΜ όπως φαίνεται από γράμμα που έστειλαν στον διοικητή της Κύπρου (15 Ιουλίου 1958), του ζητούσαν να μην κάνει καμιά ενέργεια εναντίον της ΤΑΞΙΜ για να μην χαλάσουν οι σχέσεις της Βρετανίας με την Τουρκία.

Οι Βρετανοί φεύγουν από την Κύπρο

Την 1η Απριλίου 1955 Έλληνες από την Κύπρο και την Ελλάδα ξεκίνησαν επισήμως απελευθερωτικό αγώνα (οργάνωση ΕΟΚΑ) έναντι των Βρετανών με σκοπό την ένωση με την Ελλάδα. Ο αγώνας τερματίστηκε το 1959, οπότε έγιναν οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου.Τη νύχτα της 15ης προς την 16η Αυγούστου του 1960, στις 2 μετά τα μεσάνυκτα στη Λευκωσία, ο κυβερνήτης της Κύπρου Χιου Φουτ διάβασε στην αίθουσα του Μεταβατικού Υπουργικού Συμβουλίου (που αργότερα έγινε Μέγαρο της Βουλής των Αντιπροσώπων) την προκήρυξη της βασίλισσας της Μεγάλης Βρετανίας, με την οποία ανακοίνωσε την εγκατάλειψη της αγγλικής κυριαρχίας στην Κύπρο, στη βάση των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου. Στη συνέχεια οι γενικοί πρόξενοι της Ελλάδας και της Τουρκίας Γ. Χριστόπουλος και Β. Τουρέλ, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ΄ και ο αντιπρόεδρος Φαζίλ Κιουτσούκ, έπειτα από σύντομες ομιλίες τους, υπέγραψαν μαζί με τον τελευταίο Άγγλο κυβερνήτη τα κείμενα των συμφωνιών που καθόριζαν τα της ανεξαρτητοποίησης της Κύπρου. Λίγο πριν το μεσημέρι της 16ης Αυγούστου έγινε στο μέγαρο του Κυβερνείου η υποστολή της βρετανικής σημαίας και η έπαρση της κυπριακής. Πριν κλείσουν 24 ώρες από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Κύπρου, ο σερ Χιου Φουτ είχε ήδη εγκαταλείψει την Κύπρο.

Ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας

Οι συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου είχαν υπογραφεί η μεν πρώτη στο ξενοδοχείο Ντόλτερ της Ζυρίχης στις 11 Φεβρουαρίου του 1959 από τους Κωνσταντίνο Καραμανλή και Αντνάν Μεντερές, πρωθυπουργό της Τουρκίας, η δε δεύτερη στο Λάνκαστερ Χάουζ του Λονδίνου στις 19 Φεβρουαρίου του 1959, από τους δύο προαναφερθέντες συν τον Βρετανό ομόλογό τους Χάρολντ Μακμίλαν, ενώ κάποια συνημμένα κείμενα είχαν υπογραφεί και από τους Μακάριο και Κιουτσούκ, οι οποίοι είχαν γνώση του συνόλου των συμφωνιών. Επίσης τότε ορίστηκαν οι δύο επίσημες γλώσσες του κράτους, η ελληνική και η τουρκική.

Στις 24 Αυγούστου του 1960, το Συμβούλιο Ασφαλείας Ηνωμένων Εθνών αποφάσισε ομόφωνα να εισηγηθεί στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών την ένταξη της Κύπρου στον Ο.Η.Ε.. Ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Κύπρου στον Ο.Η.Ε., Ζήνων Ρωσσίδης, εκφώνησε τον πρώτο λόγο του στη γενική συνέλευση στις 21 Σεπτεμβρίου.

Στις 20 Ιανουαρίου του 1961 η βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ του Ηνωμένου Βασιλείου, κατευθυνόμενη με τον δούκα του Εδιμβούργου, Φίλιππο προς την Ινδία, στάθμευσε για λίγο στην Κύπρο. Εκεί, στη βρετανική βάση Ακρωτηρίου, συνομίλησε με την ηγεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας τον Πρόεδρο Μακάριο, τον Αντιπρόεδρο Κιουτσούκ και τον υπουργό εξωτερικών Κυπριανού. Οι συνομιλίες είχαν μάλλον τυπικό και όχι ουσιαστικό χαρακτήρα, αλλά η συνάντηση συμβόλιζε και υπογράμμιζε τον λόγο που είχε η Βρετανία στα κυπριακά πράγματα ως εγγυήτρια δύναμη. Ακόμη, η παρουσία της Ελισάβετ υπογράμμισε τους δεσμούς της πρώην αποικίας με τη Βρετανική Κοινοπολιτεία. Στις 13 Μαρτίου του 1961 η Κύπρος έγινε δεκτή στην Κοινοπολιτεία. Ο Μακάριος κλήθηκε στη διάσκεψη και συμμετείχε στις εργασίες της δύο ημέρες αργότερα, συνοδευόμενος από τον Τουρκοκύπριο υπουργό Άμυνας Οσμάν Ορέκ. Καθ’ οδόν προς Λονδίνο συναντήθηκε στην Αθήνα με τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή. Σε δηλώσεις του ο Μακάριος υπογράμμισε ότι η είσοδος στην Κοινοπολιτεία δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην είσοδο σε συνασπισμό και τόνισε ότι θα ακολουθήσει αδέσμευτη πολιτική.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Ο Σολωμός Σολωμού (1970-1996)

Ο Σολωμός Σολωμού (1970 – 14 Αυγούστου 1996) ήταν Ελληνοκύπριος από το Παραλίμνι, γνωστός μέσα από τα γεγονότα που οδήγησαν στη δολοφονία του, την ημέρα της κηδείας του Τάσου Ισαάκ στην Κύπρο.

Ο Σολωμός Σολωμού δολοφονείται
Η στιγμή της δολοφονίας του Σολωμού Σολωμού

Στις 24 Ιουνίου 2008 το ευρωπαϊκό δικαστήριο βρήκε ένοχη την Τουρκία για την δολοφονία των Σολωμού και Ισαάκ. Σύμφωνα με το δικαστήριο, η Τουρκία κρίθηκε ένοχη για την παραβίαση του άρθρου 2 της ευρωπαϊκής συνθήκης για τα ανθρώπινα δικαιώματα γιατί δεν έγινε καμία έρευνα για να βρεθούν οι υπαίτιοι για τον θάνατο του. Επίσης εκδίκασε χρηματική αποζημίωση στην οικογένεια του Σολωμού.

Ο Σολωμός Σολωμού δολοφονείται

Tην ημέρα της κηδείας του Tάσου Iσαάκ, στις 14 Αυγούστου 1996, ημέρα μνήμης της κατάληψης της Aμμοχώστου, μία ομάδα από διαδηλωτές κατευθύνθηκαν προς το οδόφραγμα της Δερύνειας για να εναποθέσουν στεφάνια και λουλούδια στο χώρο της δολοφονίας του Tάσου Iσαάκ. Η σκηνή μετατράπηκε σε πεδίο μάχης, όταν εμφανίστηκε μια ομάδα «Γκρίζων Λύκων» και άρχισαν τον πετροπόλεμο. Ξαφνικά ξεπετάχτηκε μπροστά από τους διαδηλωτές ο Σολωμός Σολωμού και ξεφεύγοντας από τους Κυανόκρανους πέρασε στη νεκρή ζώνη και προσπάθησε ν΄ ανέβει σε έναν ιστό για να κατεβάσει την τουρκική σημαία, ενώ άλλοι διαδηλωτές προσπάθησαν να τον αποτρέψουν. Τούρκοι ελεύθεροι σκοπευτές από το απέναντι τουρκικό φυλάκιο τον πυροβόλησαν και ο Σολωμός Σολωμού έπεσε νεκρός από σφαίρα στο λαιμό. Στη συνέχεια άρχισαν να ρίχνουν προς τους διαδηλωτές. Oι εθνοφρουροί πήραν θέση μάχης. H σορός του Σολωμού απομακρύνθηκε από την περιοχή. Επίσης, αρκετά ακόμα άτομα τραυματίστηκαν από τις σφαίρες των Τούρκων στο χώρο του επεισοδίου.

Σύμφωνα με τις Ελληνοκυπριακές αρχές, ένας από τους δολοφόνους του Σολωμού Σολωμού, ήταν και ο Kενάν Aκίν, έποικος, πρώην αξιωματικός του τουρκικού στρατού, υπουργός του ψευδοκράτους και πράκτορας των Tουρκικών μυστικών Δυνάμεων. Ομάδα ανακριτών του Αρχηγείου Αστυνομίας και της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αμμόχωστου, μετά από συντονισμένες εξετάσεις, εντόπισαν τους δράστες εναντίον των οποίων εκδόθηκαν διεθνή εντάλματα σύλληψης. Το υλικό που εξασφαλίσθηκε χρησιμοποιήθηκε για προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εναντίον της Τουρκίας. Κανένας από τους δράστες δεν συνελήφθη.

Please follow and like us:
error0

Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’ (1913-1977)

Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’ (κοσμικό όνομα: Μιχαήλ Χριστοδούλου Μούσκος) (Πάνω Παναγιά Πάφου, 13 Αυγούστου 1913 – Λευκωσία, 3 Αυγούστου 1977) ήταν Ελληνοκύπριος επίσκοπος και πολιτικός που διατέλεσε αρχιεπίσκοπος της αυτοκέφαλης ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου από το 1950 μέχρι το θάνατό του και πρώτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας από τις 16 Αυγούστου 1960 μέχρι το θάνατό του στις 3 Αυγούστου 1977.

Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, ο ηγέτης της Κύπρου
Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος

O Μιχαήλ Χριστοδούλου Μούσκος γεννήθηκε στο ορεινό χωριό της Πάφου, Πάνω Παναγιά. Ο πατέρας του βιοποριζόταν από ένα μικρό αμπελώνα και ένα κοπάδι αιγοπροβάτων που κατείχε. Ενώ βοηθούσε τον πατέρα του στις δουλειές, φοιτούσε στο μονοθέσιο σχολείο του χωριού στο οποίο ήταν εξαιρετικός μαθητής (πήρε βαθμό 9,5 με άριστα το 10). Ο δάσκαλος έκανε εισήγηση να συνεχίσει τις σπουδές του, και επειδή η οικογένειά του ήταν φτωχή για να τον υποστηρίξει σε κάτι τέτοιο, έκανε αίτηση να ενταχθεί ως δόκιμος στην Μονή Κύκκου. Μετά από εκτενείς εξετάσεις, ο νεαρός Μούσκος έγινε δεκτός το 1926.

Εκεί, μεταξύ άλλων, υπηρετούσε τον ηγούμενο Χρυσόστομο. Ο Μιχαήλης – όπως τον φώναζαν – ήταν και ο καφετζής της μονής και καθημερινά έφτιαχνε τους καφέδες των επισκεπτών και των πατέρων. Έτρωγε όμως και πολύ ξύλο από τον Χρυσόστομο, που τον έδερνε μέχρι να τελειώσει το γυμνάσιο. Αυτό που δεν του άρεσε επάνω του ήταν ότι, αρνούνταν να αφήσει μακριά γένια και ξυριζόταν συνεχώς. Ο Μακάριος όμως, ήταν αφοσιωμένος στη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, τα αρχαία και τα γαλλικά. Η πρόοδός του ήταν τόσο μεγάλη που σε ηλικία 19 ετών, του ανάθεσαν τη διεύθυνση της σχολής του Κύκκου. Παρόλα αυτά ο νεαρός Μιχαήλης, δεν χειροτονήθηκε διάκονος όταν αποφοίτησε εξαιτίας της διαμάχης της μονής με την Αρχιεπισκοπή. Αυτό έγινε τελικά στις 7 Αυγούστου του 1938, όταν πήρε το όνομα Μακάριος Κυκκώτης. Πήρε αμέσως υποτροφία για θεολογικές σπουδές στην Αθήνα. Μαζί του όμως είχε πλέον και βιβλία για τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα, τον Γκαίτε και τον Ουγκώ. Η κατοχή τον βρήκε στην Αθήνα, όπου έμεινε κατά τη διάρκεια της και αναμείχτηκε με την αντίσταση. Υπηρέτησε ως διάκονος στον ναό της Αγίας Ειρήνης, ενώ ταυτόχρονα συνδέθηκε με Κυπρίους των Αθηνών, ανάμεσα στους οποίους εξόριστοι εθνικιστές, που επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τη μετέπειτα άποψή του για την τύχη της Μεγαλονήσου. Μετά την απελευθέρωση, χειροτονήθηκε στην Αθήνα, στις 13 Γενάρη του 1946, σε πρεσβύτερο και αμέσως χρίστηκε αρχιμανδρίτης, από το μητροπολίτη Αργυροκάστρου Παντελεήμονα. Το Σεπτέμβρη του 1946 κέρδισε υποτροφία από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών για ανώτερες θεολογικές σπουδές. Αναχώρησε με ένα σαπιοκάραβο από τη Σμύρνη για τη Βοστόνη των ΗΠΑ, όπου έφτασε μετά από περιπλάνηση δύο και πλέον μηνών. Σε όλο το ταξίδι ο Μακάριος βρισκόταν στο αμπάρι με τα κάρβουνα και μελετούσε. Στις ΗΠΑ γνωρίστηκε με τον τότε Αρχιεπίσκοπο Αθηναγόρα και η ζωή εκεί, άρχισε να του αρέσει πιο πολύ. «Αποφάσισα να μείνω 5 χρόνια και όχι 3, όπως είχε αρχικά κανονιστεί. Δεν πέρασαν όμως ούτε δύο χρόνια, όταν έλαβα τηλεγράφημα από την Κύπρο, όπου με πληροφορούσαν, πως οι κάτοικοι της περιοχής θέλουν να με εκλέξουν επίσκοπο για το θρόνο της Πάφου. Τρομοκρατήθηκα. Δεν ήθελα να φύγω από την Αμερική, ούτε να γυρίσω στην Κύπρο», έλεγε σε συνέντευξή του ο Μακάριος. Αντίπαλός του ήταν ο ηγούμενος Κύκκου, Κλεώπας, που τελικά πήρε τη Μητρόπολη. Ωστόσο, ένα χρόνο μετά και ενώ ήταν ακόμη στην Αμερική, έλαβε μέρος στις εκλογές Μητροπολιτών. Στις 8 Απριλίου του 1948, ο Μακάριος εξελέγη τελικά δεσπότης Κιτίου, σε ηλικία 35 ετών. Στα δυόμισι χρόνια που διετέλεσε Μητροπολίτης, έδειξε έντονη θρησκευτική, πατριωτική και κοινωνική δραστηριότητα. Ίδρυσε στη Λάρνακα και στη Λεμεσό φιλανθρωπικά ιδρύματα και οργανώσεις. Οργάνωσε το Γραφείο Εθναρχίας και εξέδωσε το περιοδικό «Ελληνική Κύπρος». Σταδιακά έγινε ο στενότερος συνεργάτης του γηραιού αρχιεπισκόπου Μακαρίου Β’.

Η αρχή της πολιτικής δράσης

Στις 3 Οκτωβρίου 1948, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’ εκφώνησε στη Λευκωσία, σε παγκύπριο ενωτικό συλλαλητήριο, την πρώτη πολιτική του ομιλία. Επρόκειτο για ένα δριμύ κατηγορητήριο κατά των Βρετανών αποικιοκρατών και ήταν ένα κάλεσμα αφύπνισης των Ελλήνων της Κύπρου, προς αγώνα απελευθέρωσης και ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Το 1949 εμπνεύστηκε και εισηγήθηκε στην Εκκλησία της Κύπρου τη διενέργεια δημοψηφίσματος, για να καταδειχτεί η θέληση του Κυπριακού λαού, να ενωθεί το νησί με την Ελλάδα. Σε κήρυγμα του, στις 4 Δεκεμβρίου 1949, κατά την περίοδο του Ενωτικού Δημοψηφίσματος, έλεγε: «Δεν πιστεύουμε, όπως κάνουν μερικοί προδότες και αγγλόφιλοι, πως η Ένωση θα πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της αγγλοελληνικής φιλίας. Η Ένωση δε χαρίζεται, κερδίζεται με συνεχή αγώνα». Μετά τον θάνατο του αρχιεπισκόπου Μακαρίου Β’, τo 1950, ο 37χρονος τότε Μακάριος θα εκλεγεί νέος αρχιεπίσκοπος Κύπρου. Στις 20 Οκτωβρίου του 1950, ο Μακάριος εκλέχτηκε παμψηφεί από κληρικούς και λαϊκούς αντιπροσώπους, ως ο νέος Αρχιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανής και Πάσης Κύπρου, με την προσωνυμία Μακάριος ο Γ’. Στον λόγο του, υποσχέθηκε στον λαό ότι θα εργαστεί άοκνα για την Ένωση Κύπρου-Ελλάδας.Η ενθρόνισή του έγινε την ίδια μέρα στον καθεδρικό ναό του Αγίου Ιωάννη στη Λευκωσία. Σε ηλικία 37 ετών, ήταν ο νεότερος Αρχιεπίσκοπος στην ιστορία της Ελληνικής Εκκλησίας της Κύπρου. Πλέον δεν θα ήταν μόνο ο αρχηγός της Κυπριακής Εκκλησίας, αλλά και ο εθνικός ηγέτης των Ελλήνων του νησιού.

Από Αρχιεπίσκοπος έως Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας

Ο νεαρός Αρχιεπίσκοπος στράφηκε στην ελληνική κοινή γνώμη για να στηρίξει τον αγώνα της Ενώσεως από το πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα. Ο Παπάγος δεν είχε διάθεση να συγκρουστεί με την Αγγλία, μιας και η Ελλάδα ήταν ακόμη εξασθενημένη από τον Εμφύλιο. Ωστόσο αναγκάστηκε να δραστηριοποιηθεί υπό την πίεση της κοινής γνώμης. Ωστόσο η Ελλάδα απευθύνθηκε συνολικά 5 φορές στην Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, ζητώντας την αυτοδιάθεση της Κύπρου και πάντα προσέκρουε στην αντίθεση της Μεγάλης Βρετανίας και της Τουρκίας. Ακολούθησε ο θυελλώδης αγώνας της ΕΟΚΑ το 1955 – 1959, κατά τη διάρκεια του οποίου ο Μακάριος εξορίστηκε στις Σεϋχέλλες. Κατά την διάρκεια του αγώνα, ο Μακάριος απέρριψε τόσο το σχέδιο Χάρντινγκ όσο και το σχέδιο Ράντκλιφ καθώς δεν υπήρχε σαφής οδικός χάρτης για αυτοδιάθεση. Τελικά αναγκάστηκε, μετά από αρκετές αμφιταλαντεύσεις, και προ της απειλής του Σχεδίου Μακμίλλαν που προέβλεπε διχοτόμηση της Κύπρου, να προσυπογράψει την λύση της εγγυημένης ανεξαρτησίας με τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου και επέστρεψε θριαμβευτικά στη Κύπρο.

Πρόεδρος Κύπρου

Μετά την υπογραφή των συμφωνιών έγιναν οι πρώτες εκλογές στην Κύπρο. Υποψήφιοι ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, τον οποίο υποστήριζε το νεοϊδρυθέν Ενιαίο Δημοκρατικό Μέτωπο Αναδημιουργίας (ΕΔΜΑ) στο οποίο εντάχθηκαν αρκετοί αγωνιστές της ΕΟΚΑ και ο Ιωάννης Κληρίδης (πατέρας του μετέπειτα προέδρου Γλαύκου Κληρίδη), ο οποίος ήταν επικεφαλής της Δημοκρατικής Ένωσης Κύπρου και υποστήριζε και το ΑΚΕΛ. Ο Μακάριος κέρδισε τις εκλογές με ποσοστό 66,29%.

Γενικά από την ανάληψη των καθηκόντων του στη Προεδρία της Κύπρου ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄, λόγω ακριβώς της προϊστορίας του αλλά και του ρόλου του, ειδικά στον κυπριακό αγώνα, αποτελούσε για τον ίδιο τον κυπριακό λαό αναγνωρισμένη προσωπικότητα του τότε Ελληνισμού. Το κύρος και η ηθική του επιβολή του είχαν προσδώσει διεθνή ακτινοβολία ακόμα και στον αλλόθρησκο αραβικό κόσμο. Συμμετέχοντας δε στο Κίνημα των Αδεσμεύτων, η διεθνής του αναγνώριση ήταν ακόμη περισσότερο δεδομένη ενώ ο οφειλόμενος σεβασμός στο σχήμα του αρχιεπισκόπου δεν αμφισβητούνταν.

Τελευταία χρόνια του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου

Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος επέστρεψε στην Κύπρο τον Δεκέμβριο του 1974, περίπου 4,5 μήνες μετά την διάσωση και φυγή του και 3,5 μήνες μετά την τραγωδία της Κύπρου. Εκεί του επιφυλάχθηκε παλλαϊκή υποδοχή, αφού προηγουμένως είχε διέλθει από την Αθήνα, όπου παρέμεινε για λίγες ημέρες. Στις 12 Φεβρουαρίου του 1977 συνομολογήθηκε η Συμφωνία Μακαρίου-Ντενκτάς, κατά την οποία αποδέχθηκε τη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία.

Ο Μακάριος απεβίωσε στις 3 Αυγούστου του 1977, μετά από έμφραγμα μυοκαρδίου, σε ηλικία 64 ετών.

Πηγή: https://www.mixanitouxronou.gr

Πηγή: https://el.wikipedia.org

Please follow and like us:
error0

Ο Τάσος Ισαάκ (1972-1996)

Ο Τάσος Ισαάκ (1972 – 11 Αυγούστου 1996) ήταν Ελληνοκύπριος ο οποίος δολοφονήθηκε στην διάρκεια αντικατοχικής διαδήλωσης στην περιοχή της νεκρής ζώνης, στη Δερύνεια της επαρχίας Αμμοχώστου.

Ο ήρωας Τάσος Ισαάκ
Ο Τάσος Ισαάκ

Το 1996 η Kυπριακή Oμοσπονδία Mοτοσικλετιστών οργάνωσε αντικατοχική πορεία με αφετηρία το Βερολίνο και τερματισμό την κατεχόμενη Κερύνεια. H πορεία ξεκίνησε στις 2 Aυγούστου του 1996 από την πύλη του Βρανδεμβούργου στο Βερολίνο. Oι μοτοσικλετιστές ακολούθησαν μια μεγάλη διαδρομή μέσα από χώρες της Eυρώπης για να καταλήξουν στην Kύπρο στις 10 Αυγούστου. Στην πορεία συμμετείχαν και ξένοι μοτοσικλετιστές.

Στις 11 Aυγούστου επτά χιλιάδες μοτοσικλετιστές θα πραγματοποιούσαν την αντικατοχική πορεία προς την Kερύνεια. Η Τουρκική κατοχική δύναμη απειλούσε ότι θα άνοιγε πυρ και αυτό ανησυχούσε τις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Aπό την 1η Aυγούστου η πορεία απασχολούσε το Eθνικό Συμβούλιο και τα άλλα σώματα της κυβέρνησης. Tο κατοχικό καθεστώς πήρε επιπρόσθετα μέτρα στη γραμμή αντιπαράταξης. Παράλληλα, είχαν δοθεί εντολές να πυροβολούνται όσοι επιχειρούσαν να περάσουν στα κατεχόμενα.

Oι μοτοσικλετιστές αρχικά φαίνονταν αποφασισμένοι να πραγματοποιήσουν την πορεία και να φθάσουν τελικά στην Kερύνεια, προβάλλοντας παράλληλα τη θέση ότι δεν είχαν πρόθεση να συγκρουστούν ούτε με την Aστυνομία, αλλά ούτε και με τα Hνωμένα Έθνη και ότι η πορεία τους ήταν ειρηνική. Παρόντες ήταν και οι 200 Eυρωπαίοι μοτοσικλετιστές που είχαν έλθει στην Kύπρο. Ωστόσο, μετά από συνάντηση που είχε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Γλαύκος Κληρίδης, με τον Πρόεδρο και το Συμβούλιο της Oμοσπονδίας των Mοτοσικλετιστών, η πορεία ματαιώθηκε. Όπως δήλωσε ο πρόεδρος της ομοσπονδίας, Γιώργος Xατζηκώστας, σύμφωνα με ό,τι του είχε αναφέρει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, η Κύπρος ετίθετο σε κίνδυνο με προέλαση των Tούρκων. Έτσι μια πολύ καλά οργανωμένη πορεία διαλύθηκε και μετατράπηκε σε μια ανεξέλεγκτη πορεία που κανείς δεν ήταν σε θέση να ελέγξει πλέον.

H κατάσταση ξέφυγε από τα οργανωμένα πλαίσια. Oι μοτοσικλετιστές άρχισαν να κινούνται προς διάφορες κατευθύνσεις. Tα πρώτα μικροεπεισόδια σημειώθηκαν στο ΣOΠAZ, στη Λευκωσία. Oι διαδηλωτές πέρασαν στη νεκρή ζώνη. Oι κατοχικές δυνάμεις άναψαν φωτιά για να τους απομακρύνουν. Στη Δερύνεια η κατάσταση ήταν χειρότερη, αφού άρχισαν οι συγκρούσεις για να εξελιχθούν στη συνέχεια σε δραματικές. Mοτοσικλετιστές και άλλοι διαδηλωτές βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους ένοπλους στρατιώτες της κατοχικής δύναμης αλλά και οργανωμένους Τούρκους και Τουρκοκύπριους αντιδιαδηλωτές που περιελάμβαναν και οργανωμένες ομάδες των Γκρίζων Λύκων.

O Tάσος Ισαάκ, στην προσπάθεια του να βοηθήσει έναν άλλον Eλληνοκύπριο, τον οποίο κτυπούσαν οι Tούρκοι, δέχθηκε επίθεση και έπεσε στο χώμα. Γύρω του μαζεύτηκαν μεγάλος αριθμός Τούρκων και Τουρκοκύπριων αντιδιαδηλωτών καθώς και μέλη της λεγόμενης αστυνομίας του ψευδοκράτους και άρχισαν να τον κτυπούν επανειλημμένα με πέτρες, ρόπαλα, λοστούς, μέχρις ότου αυτός εξέπνευσε. Mέλη της Eιρηνευτικής Δύναμης του ΟΗΕ, τα οποία ήταν παρόντα στην σκηνή, επέλεξαν να μην επέμβουν.

Kαθοδηγητής της δολοφονικής δράσης εναντίον του Tάσου Iσαάκ φέρεται να ήταν ο αρχηγός του παραρτήματος των Γκρίζων Λύκων στα κατεχόμενα, Mεχμέτ Aρσλάν. Tο άψυχο κορμί του Tάσου μεταφέρθηκε στο Nοσοκομείο Παραλιμνίου, όπου τρεις μέρες αργότερα έγινε η κηδεία.

Όταν ο Τάσος Ισαάκ σκοτώθηκε, άφησε πίσω του την έγκυο σύζυγό του. Ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις υπηρεσίες του προς την Ελλάδα, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να είναι ο ανάδοχος γονέας του ακόμη αγέννητου μωρού. Όταν γεννήθηκε το κοριτσάκι, βαπτίστηκε η Αναστασία από τον τότε Έλληνα Υπουργό Εξωτερικών Θεόδωρο Πάγκαλο. Η Ελληνίδα τραγουδίστρια Χάρης Αλεξίου της έχει αφιερώσει το τραγούδι “Τραγούδι του Χελιδονιού”.

Στις 24 Ιουνίου 2008 το ευρωπαϊκό δικαστήριο έκρινε ένοχη την Τουρκία για την δολοφονία Σολωμού και Ισαάκ. Σύμφωνα με το δικαστήριο, η Τουρκία κρίθηκε ένοχη για την παραβίαση του 2ου άρθρου της ευρωπαϊκής συνθήκης για τα ανθρώπινα δικαιώματα, δηλαδή δεν προχώρησε σε ενέργειες για την εύρεση των ενόχων. Επίσης εκδίκασε χρηματική αποζημίωση στην οικογένεια του Ισαάκ.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Τάσος_Ισαάκ

Please follow and like us:
error0

Η Αικατερίνη Κορνάρο (1454-1510)

Η Αικατερίνη Κορνάρο (Caterina Cornaro, 25 Νοεμβρίου 1454 – 10 Ιουλίου 1510) ήταν η τελευταία βασίλισσα της Κύπρου από τις 26 Αυγούστου 1474 ως τις 26 Φεβρουαρίου 1489, και είχε ανακηρυχτεί «Κόρη του Αγίου Μάρκου» προκειμένου η Δημοκρατία της Βενετίας να είχε τη δυνατότητα να πάρει τον έλεγχο της Κύπρου μετά το θάνατο του συζύγου της Ιάκωβου Β΄.

Η Αικατερίνη Κορνάρο
Η Αικατερίνη Κορνάρο

Η Αικατερίνη ήταν κόρη του Μάρκο Κορνάρο Ιππότη της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και Πατρίκιος της Βενετίας, από την γυναίκα του Φλορέντσα Κρίσπο. Ο πατέρας της ήταν δισέγγονος του Μάρκο Κορνάρο, Δόγη της Βενετίας (1365 – 1368). Ήταν η μικρότερη αδελφή του επίσης, ευγενούς, Τζιόρτζιο Κορνάρο, Πατέρα της Πατρίδας και Ιππότη της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η οικογένεια Κορνάρο έβγαλε συνολικά τέσσερις Δόγηδες. Η οικογένεια είχε μακροχρόνιες σχέσεις με την Κύπρο, ειδικά όσον αφορά το εμπόριο. Στην περιοχή της Επισκοπής και στη περιοχή της Λεμεσού λειτουργούσαν μύλους ζάχαρης, τα προϊόντα των οποίων μαζί με άλλα Κυπριακά προϊόντα εξήγαγαν στην Βενετία. Η μητέρα της Αικατερίνης Φιορέντσα Κρίσπο μέλος του Οίκος των Κρίσπων ήταν κόρη του Νικολό Κρίσπο, Κύριου της Σύρου. Η ταυτότητα της μητέρας της Φιορέντσας δεν είναι σίγουρη, γιατί ο Κρίσπο ήταν γνωστό ότι είχε δύο γυναίκες, κάθε μία από τις οποίες θα μπορούσε να είναι η μητέρα της Φιορέντσας.

Γάμος και βασιλεία

Το 1468, ο Ιάκωβος Β΄ της Κύπρου, αλλιώς γνωστός ως Ιάκωβος ο Νόθος, έγινε Βασιλιάς της Κύπρου. Το 1468 διάλεξε την Κατερίνα για γυναίκα του και Βασίλισσα-Σύζυγο του Βασιλείου της Κύπρου, επιλογή η οποία χαροποίησε ιδιαίτερα τη Βενετική Δημοκρατία, καθώς έτσι θα εξασφάλιζε στο εξής εμπορικά δικαιώματα και άλλα προνόμια της Βενετίας στην Κύπρο. Παντρεύτηκαν στη Βενετία στις 30 Ιουλίου 1468 μέσω πληρεξούσιου, ενώ ήταν 14 χρονών. Τελικά ξεκίνησε για την Κύπρο το Νοέμβριο του 1472 και παντρεύτηκε αυτοπροσώπως τον Ιάκωβο στη Φαμαγκούστα. Ο Ιάκωβος πέθανε σύντομα μετά το γάμο λόγω αιφνίδιας ασθένειας, και σύμφωνα με τη διαθήκη του, η Καταρίνα, που ήταν τότε έγκυος, θα ενεργούσε ως αντιβασιλέας. Έγινε τελικά αυτή ο μονάρχης όταν ο γιος της Ιάκωβος Γ΄ της Κύπρου πέθανε πριν τα πρώτα του γενέθλια, πιθανότατα από ασθένεια, παρόλο που φημολογούνταν ότι δηλητηριάστηκε από την Βενετία ή από χωρικούς της Καρλότας. Tο Βασίλειο είχε ήδη από καιρό αρχίζει να παρακμάζει, και ήταν φόρου-υποτελές κράτος των Μαμελούκων από το 1426. Υπό την Κατερίνα, που βασίλεψε στην Κύπρο από το 1474 ως το 1489, το νησί ήταν υπό τον έλεγχο Βενετών εμπόρων, και στις 14 Μαρτίου 1489 αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να παραδώσει την διοίκηση του νησιού στη Βενετική Δημοκρατία.

Σύμφωνα με τον Γεώργιο Βουστρώνιο, «στις 15 Φεβρουαρίου 1489 η βασίλισσα έφυγε από τη Λευκωσία για να πάει στην Αμμόχωστο, για να φύγει [από την Κύπρο]. Και όταν ήταν καβάλα στο άλογο φορώντας ένα μαύρο μεταξένιο μανδύα, με όλες τις κυρίες και τους ιππότες της συνοδείας της […] Τα μάτια της, παραπέρα, δεν σταμάτησαν να χύνουν δάκρυα σε όλη τη διαδρομή. Ομοίως και ο κόσμος έχυσε πολλά δάκρυα». Έχοντας εκθρονιστεί το Φεβρουάριο, η Κατερίνα αναγκάστηκε να φύγει από την Κύπρο στις 14 Μαΐου 1489.

Μετέπειτα ζωή στο Άσολο

Έτσι λοιπόν το τελευταίο Σταυροφορικό κράτος, η Κύπρος, έγινε αποικία τη Βενετίας, και ως αποζημίωση επιτράπηκε στην Κατερίνα να διατηρήσει το τίτλο της Βασίλισσας και έγινε το 1489 Κυρία του Άσολο, μιας επαρχίας στο Βένετο της Ιταλίας. Το Άσολο έγινε σύντομα γνωστό ως αυλή λογοτεχνικής και διάκρισης στη τέχνη, κυρίως ως η μυθοπλαστική τοποθεσία των πλατωνικών διαλόγων για τον έρωτα του Πιέτρο Μπέμπο, Gli Asolani. Η Κατερίνα πέθανε στη Βενετία το 1510.

Κληρονομιά

Οι όπερες Catharina Cornaro (1841) του Φραντς Λάχνερ και Caterina Cornaro (1844) του Γκαετάνο Ντονιτσέττι είναι βασισμένες στη ζωή της.

Έχουν γίνει πολλά πορτρέτα της Αικατερίνης, και μεταξύ αυτών του Ντύρερ, του Τιτσιάνο, του Μπελίνι και του Τζορτζόνε.

Το Κολλέγιο Καλών Τεχνών (Ινστιτούτο Κορνάρο), είναι ένας φιλανθρωπικός οργανισμός στη Λάρνακα για την προώθηση της τέχνης και του πολιτισμού, που διασώζει το όνομά της στην Κύπρο.

Τον Οκτώβριου του 2011 στην Κύπρο η Διεύθυνση Αρχαιοτήτων Κύπρου ανακοινώσε ότι θα ανακαινιστεί το καλοκαιρινό παλάτι της Αικατερίνης Κορνάρο στην Ποταμιά, με κόστος πρόγραμμα 1 εκατομμύριο ευρώ, για να γίνει πολιτιστικό κέντρο. Σήμερα (2017) η αγρέπαυλη είναι ακόμη εγκαταλελειμμένη, καταρρέει και υπήρξαν επίσης κλοπές πολιτιστικού υλικού.

https://el.wikipedia.org/wiki/Αικατερίνη_Κορνάρο

Please follow and like us:
error0