Η Κυπριακή Δημοκρατία (1960-…)

Η Κυπριακή Δημοκρατία ή Δημοκρατία της Κύπρου, όπως αναφέρεται στο Σύνταγμα, είναι νησιωτικό κράτος της ανατολικής Μεσογείου και το τρίτο μεγαλύτερο σε πληθυσμό και έκταση στην Μεσόγειο. Βρίσκεται γεωγραφικά νοτιοανατολικά της Ελλάδας, νοτίως της Τουρκίας, δυτικά του Λιβάνου και της Συρίας, βορειοδυτικά του Ισραήλ και βορείως της Αιγύπτου.

Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει εκ του νόμου κυριαρχία σε ολόκληρο το νησί, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, συμπεριλαμβανομένου της Αποκλειστικής Οικονομικής της Ζώνης (ΑΟΖ). Ωστόσο, το νησί εκ των πραγμάτων διοικείται από δύο κύρια μέρη. Την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία ελέγχει περίπου το 58% της έκτασης του νησιού και την ούτω καλούμενη «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» (37% του νησιού), η οποία προέκυψε ύστερα από την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το 1974 και αποτελεί υποτελή κατοχική διοίκηση του Τουρκικού κράτους. Περίπου το 5% του νησιού καταλαμβάνεται από τον ΟΗΕ (Πράσινη Γραμμή) και από το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο διατηρεί τις περιοχές κυρίαρχων βάσεων Ακρωτηρίου και Δεκέλειας. Το διεθνές δίκαιο και o OHΕ θεωρεί το βόρειο τμήμα του νησιού υπό κατοχή των τουρκικών στρατευμάτων και η ανακήρυξη ανεξαρτησίας της θεωρείται παράβαση του καταστατικού χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Κυπριακή Δημοκρατία, 1η Οκτωβρίου
Κυπριακή Δημοκρατία

Η 1η Οκτωβρίου, από το 1960 και μετά, σηματοδοτεί την επέτειο της ανακήρυξης της Ανεξαρτησίας της Κύπρου, μετά τον αγώνα ενάντια στους Άγγλους αποικιοκράτες, την περίοδο 1955-1959.

Η 1η Οκτωβρίου ωστόσο δεν είναι η πραγματική ημέρα κατά την οποία έγινε πράξη η ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αντιθέτως, η ημερομηνία κατά την οποία τέθηκαν σε ισχύ οι συμφωνίες εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι η 16η Αυγούστου του 1960.

Η Βρετανική κατοχή στην Κύπρο

Όταν έληξαν ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος (1877-1878) και το Συνέδριο του Βερολίνου η Κύπρος μεταβιβάστηκε στην Βρετανική Αυτοκρατορία που ανέλαβε την διοίκηση της (1878). Οι Βρετανοί στην πραγματικότητα συγκυβερνούσαν με τους Οθωμανούς και το Χεδιβάτο της Αιγύπτου μέχρι τις 5 Νοεμβρίου 1914. Οι Άγγλοι υποσχέθηκαν στους Τούρκους σαν αντάλλαγμα να χρησιμοποιήσουν το νησί σαν βάση για να τους προστατέψουν από την Ρωσική απειλή. Οι Άγγλοι χρησιμοποίησαν την Κύπρο σαν την σημαντικότερη ναυτική βάση για τις εξορμήσεις στις επαρχίες τους. Όταν ολοκληρώθηκε το λιμάνι της Αμμόχωστου (1906) η Κύπρος έγινε το σημαντικότερο στρατηγικό σημείο για τους Άγγλους, το λιμάνι είχε απ’ευθείας επικοινωνία με την Διώρυγα του Σουέζ που ήταν ο θαλάσσιος δρόμος των Βρετανών για την Ινδία την μεγάλη υπερπόντια επαρχία τους. Όταν ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και οι Οθωμανοί συμμάχησαν με τις Κεντρικές Δυνάμεις (5 Νοεμβρίου 1914) οι Άγγλοι προσάρτησαν πλήρως την Κύπρο, κατήργησαν το Χεδιβάτο της Αιγύπτου και δημιούργησαν το Σουλτανάτο της Αιγύπτου σαν Βρετανικό προτεκτοράτο. Οι Βρετανοί πρόσφεραν την Κύπρο στην Ελλάδα σε αντάλλαγμα να ενωθούν οι Έλληνες με τους Άγγλους αλλά ο Γερμανόφιλος Κωνσταντίνος Α’ της Ελλάδας το αρνήθηκε. Με την Συνθήκη της Λωζάννης η νεοσύστατη Τουρκική Δημοκρατία του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ παραιτήθηκε από τα δικαιώματα της στην Κύπρο που ανακηρύχτηκε αποικία του Βρετανικού στέμματος (1925). Πολλοί Έλληνο-Κύπριοι και Τούρκο-Κύπριοι πολέμησαν στους δυο Παγκόσμιους πολέμους στον Βρετανικό Στρατό Ξηράς. Όταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος πολλοί εντάχθηκαν στο Κυπριακό Σύνταγμα. Οι Έλληνο-Κύπριοι είχαν πολλές ελπίδες ότι η Βρετανική διοίκηση θα τους βοηθήσει να ενωθούν με την Ελλάδα. Η επιθυμία είχε ρίζες στην Μεγάλη Ιδέα των Ελλήνων να αναστήσουν την Βυζαντινή Αυτοκρατορία με την Μικρά Ασία, την Κύπρο και πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη. Η Εκκλησία της Κύπρου που τα μέλη της είχαν εκπαιδευθεί στην Ελλάδα ήταν πρωταγωνιστές, οι Έλληνο-Κύπριοι ίδρυσαν την Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών (EOKA). Οι Έλληνο-Κύπριοι έβλεπαν το νησί σαν τμήμα του Ελληνισμού και είδαν την ένωση τους με την μητέρα Ελλάδα σαν φυσικό δικαίωμα. Η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα έγινε από την δεκαετία του 1950 τμήμα της Ελληνικής εθνικής πολιτικής.

Οι Τούρκο-Κύπριοι με την σειρά τους υποστήριξαν τα πρώτα χρόνια την Βρετανική κατοχή. Όταν είδαν την ανάπτυξη των Ελληνικών εθνικών κινημάτων αποφάσισαν να αντιδράσουν επειδή φοβήθηκαν την εκδίωξη τους από το νησί, αντιστάθηκαν σκληρά στην δράση της ΕΟΚΑ. Οι Τούρκο-Κύπριοι έβλεπαν τον εαυτό τους σαν ξεχωριστή εθνική ενότητα και διεκδίκησαν την δημιουργία δικού τους κράτους στο νησί. Ο Τούρκος ηγέτης Αντνάν Μεντερές δήλωσε την δεκαετία του 1950 ότι η Κύπρος ήταν «επέκταση της Ανατολής», απέρριψε την ιδέα για την διαίρεση του νησιού και ζήτησε την προσάρτηση ολόκληρης της Κύπρου στην Τουρκία. Την εποχή του οι οπαδοί του στην Τουρκία χρησιμοποίησαν σκληρά εθνικιστικά συνθήματα όπως «η Κύπρος είναι Τουρκική». Οι Τούρκοι σύντομα κατάλαβαν ότι οι ελπίδες τους ήταν μάταιες επειδή ο Τουρκικός πληθυσμός στο νησί αποτελούσε χαμηλή μειοψηφία, έφτανε μόλις στο 20%. Οι Τούρκο-Κύπριοι ακολούθησαν την δεκαετία του 1950 το σύνθημα «Διαίρεση ή Θάνατος» που διαδόθηκε ευρύτατα την δεκαετία του 1960. Σε συσκέψεις που ακολούθησαν στην Ζυρίχη και το Λονδίνο οι Τούρκοι δέχτηκαν υποτονικά την ίδρυση Κυπριακού κράτους αλλά η μεγάλη τους επιθυμία ήταν πάντοτε η δημιουργία Τουρκικού κράτους στα βόρεια.

Η Βρετανική κυριαρχία στην Κύπρο

Η Κυπριακή εκκλησία οργάνωσε τον Ιανουάριο του 1950 το Ενωτικό δημοψήφισμα υπό την επίβλεψη της χωρίς την συμμετοχή Τούρκο – Κύπριων, το αποτέλεσμα ήταν 96% υπέρ της Ένωσης με την Ελλάδα. Οι Έλληνες σύμφωνα με την Δημογραφία της Κύπρου αποτελούσαν το 80,2% του συνολικού πληθυσμού του νησιού, οι Βρετανοί πρότειναν την ίδρυση μιας ημιαυτόνομης Τουρκικής επαρχίας αλλά οι Τούρκοι το απέρριψαν. Η ΕΟΚΑ δημιουργήθηκε το 1955 με στόχο την ένωση με την Ελλάδα με ένοπλο αγώνα, ταυτόχρονα δημιουργήθηκε από τους Τουρκοκύπριους η Τουρκική Οργάνωση Αντίστασης ή ΤΑΞΙΜ σαν αντίβαρο με στόχο την δημιουργία Τουρκικού κράτους στο νησί. Οι Βρετανοί αξιωματούχοι ενίσχυσαν μυστικά την ΤΑΞΙΜ όπως φαίνεται από γράμμα που έστειλαν στον διοικητή της Κύπρου (15 Ιουλίου 1958), του ζητούσαν να μην κάνει καμιά ενέργεια εναντίον της ΤΑΞΙΜ για να μην χαλάσουν οι σχέσεις της Βρετανίας με την Τουρκία.

Οι Βρετανοί φεύγουν από την Κύπρο

Την 1η Απριλίου 1955 Έλληνες από την Κύπρο και την Ελλάδα ξεκίνησαν επισήμως απελευθερωτικό αγώνα (οργάνωση ΕΟΚΑ) έναντι των Βρετανών με σκοπό την ένωση με την Ελλάδα. Ο αγώνας τερματίστηκε το 1959, οπότε έγιναν οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου.Τη νύχτα της 15ης προς την 16η Αυγούστου του 1960, στις 2 μετά τα μεσάνυκτα στη Λευκωσία, ο κυβερνήτης της Κύπρου Χιου Φουτ διάβασε στην αίθουσα του Μεταβατικού Υπουργικού Συμβουλίου (που αργότερα έγινε Μέγαρο της Βουλής των Αντιπροσώπων) την προκήρυξη της βασίλισσας της Μεγάλης Βρετανίας, με την οποία ανακοίνωσε την εγκατάλειψη της αγγλικής κυριαρχίας στην Κύπρο, στη βάση των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου. Στη συνέχεια οι γενικοί πρόξενοι της Ελλάδας και της Τουρκίας Γ. Χριστόπουλος και Β. Τουρέλ, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ΄ και ο αντιπρόεδρος Φαζίλ Κιουτσούκ, έπειτα από σύντομες ομιλίες τους, υπέγραψαν μαζί με τον τελευταίο Άγγλο κυβερνήτη τα κείμενα των συμφωνιών που καθόριζαν τα της ανεξαρτητοποίησης της Κύπρου. Λίγο πριν το μεσημέρι της 16ης Αυγούστου έγινε στο μέγαρο του Κυβερνείου η υποστολή της βρετανικής σημαίας και η έπαρση της κυπριακής. Πριν κλείσουν 24 ώρες από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Κύπρου, ο σερ Χιου Φουτ είχε ήδη εγκαταλείψει την Κύπρο.

Ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας

Οι συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου είχαν υπογραφεί η μεν πρώτη στο ξενοδοχείο Ντόλτερ της Ζυρίχης στις 11 Φεβρουαρίου του 1959 από τους Κωνσταντίνο Καραμανλή και Αντνάν Μεντερές, πρωθυπουργό της Τουρκίας, η δε δεύτερη στο Λάνκαστερ Χάουζ του Λονδίνου στις 19 Φεβρουαρίου του 1959, από τους δύο προαναφερθέντες συν τον Βρετανό ομόλογό τους Χάρολντ Μακμίλαν, ενώ κάποια συνημμένα κείμενα είχαν υπογραφεί και από τους Μακάριο και Κιουτσούκ, οι οποίοι είχαν γνώση του συνόλου των συμφωνιών. Επίσης τότε ορίστηκαν οι δύο επίσημες γλώσσες του κράτους, η ελληνική και η τουρκική.

Στις 24 Αυγούστου του 1960, το Συμβούλιο Ασφαλείας Ηνωμένων Εθνών αποφάσισε ομόφωνα να εισηγηθεί στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών την ένταξη της Κύπρου στον Ο.Η.Ε.. Ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Κύπρου στον Ο.Η.Ε., Ζήνων Ρωσσίδης, εκφώνησε τον πρώτο λόγο του στη γενική συνέλευση στις 21 Σεπτεμβρίου.

Στις 20 Ιανουαρίου του 1961 η βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ του Ηνωμένου Βασιλείου, κατευθυνόμενη με τον δούκα του Εδιμβούργου, Φίλιππο προς την Ινδία, στάθμευσε για λίγο στην Κύπρο. Εκεί, στη βρετανική βάση Ακρωτηρίου, συνομίλησε με την ηγεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας τον Πρόεδρο Μακάριο, τον Αντιπρόεδρο Κιουτσούκ και τον υπουργό εξωτερικών Κυπριανού. Οι συνομιλίες είχαν μάλλον τυπικό και όχι ουσιαστικό χαρακτήρα, αλλά η συνάντηση συμβόλιζε και υπογράμμιζε τον λόγο που είχε η Βρετανία στα κυπριακά πράγματα ως εγγυήτρια δύναμη. Ακόμη, η παρουσία της Ελισάβετ υπογράμμισε τους δεσμούς της πρώην αποικίας με τη Βρετανική Κοινοπολιτεία. Στις 13 Μαρτίου του 1961 η Κύπρος έγινε δεκτή στην Κοινοπολιτεία. Ο Μακάριος κλήθηκε στη διάσκεψη και συμμετείχε στις εργασίες της δύο ημέρες αργότερα, συνοδευόμενος από τον Τουρκοκύπριο υπουργό Άμυνας Οσμάν Ορέκ. Καθ’ οδόν προς Λονδίνο συναντήθηκε στην Αθήνα με τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή. Σε δηλώσεις του ο Μακάριος υπογράμμισε ότι η είσοδος στην Κοινοπολιτεία δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην είσοδο σε συνασπισμό και τόνισε ότι θα ακολουθήσει αδέσμευτη πολιτική.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0

Ο Σολωμός Σολωμού (1970-1996)

Ο Σολωμός Σολωμού (1970 – 14 Αυγούστου 1996) ήταν Ελληνοκύπριος από το Παραλίμνι, γνωστός μέσα από τα γεγονότα που οδήγησαν στη δολοφονία του, την ημέρα της κηδείας του Τάσου Ισαάκ στην Κύπρο.

Ο Σολωμός Σολωμού δολοφονείται
Η στιγμή της δολοφονίας του Σολωμού Σολωμού

Στις 24 Ιουνίου 2008 το ευρωπαϊκό δικαστήριο βρήκε ένοχη την Τουρκία για την δολοφονία των Σολωμού και Ισαάκ. Σύμφωνα με το δικαστήριο, η Τουρκία κρίθηκε ένοχη για την παραβίαση του άρθρου 2 της ευρωπαϊκής συνθήκης για τα ανθρώπινα δικαιώματα γιατί δεν έγινε καμία έρευνα για να βρεθούν οι υπαίτιοι για τον θάνατο του. Επίσης εκδίκασε χρηματική αποζημίωση στην οικογένεια του Σολωμού.

Ο Σολωμός Σολωμού δολοφονείται

Tην ημέρα της κηδείας του Tάσου Iσαάκ, στις 14 Αυγούστου 1996, ημέρα μνήμης της κατάληψης της Aμμοχώστου, μία ομάδα από διαδηλωτές κατευθύνθηκαν προς το οδόφραγμα της Δερύνειας για να εναποθέσουν στεφάνια και λουλούδια στο χώρο της δολοφονίας του Tάσου Iσαάκ. Η σκηνή μετατράπηκε σε πεδίο μάχης, όταν εμφανίστηκε μια ομάδα «Γκρίζων Λύκων» και άρχισαν τον πετροπόλεμο. Ξαφνικά ξεπετάχτηκε μπροστά από τους διαδηλωτές ο Σολωμός Σολωμού και ξεφεύγοντας από τους Κυανόκρανους πέρασε στη νεκρή ζώνη και προσπάθησε ν΄ ανέβει σε έναν ιστό για να κατεβάσει την τουρκική σημαία, ενώ άλλοι διαδηλωτές προσπάθησαν να τον αποτρέψουν. Τούρκοι ελεύθεροι σκοπευτές από το απέναντι τουρκικό φυλάκιο τον πυροβόλησαν και ο Σολωμός Σολωμού έπεσε νεκρός από σφαίρα στο λαιμό. Στη συνέχεια άρχισαν να ρίχνουν προς τους διαδηλωτές. Oι εθνοφρουροί πήραν θέση μάχης. H σορός του Σολωμού απομακρύνθηκε από την περιοχή. Επίσης, αρκετά ακόμα άτομα τραυματίστηκαν από τις σφαίρες των Τούρκων στο χώρο του επεισοδίου.

Σύμφωνα με τις Ελληνοκυπριακές αρχές, ένας από τους δολοφόνους του Σολωμού Σολωμού, ήταν και ο Kενάν Aκίν, έποικος, πρώην αξιωματικός του τουρκικού στρατού, υπουργός του ψευδοκράτους και πράκτορας των Tουρκικών μυστικών Δυνάμεων. Ομάδα ανακριτών του Αρχηγείου Αστυνομίας και της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αμμόχωστου, μετά από συντονισμένες εξετάσεις, εντόπισαν τους δράστες εναντίον των οποίων εκδόθηκαν διεθνή εντάλματα σύλληψης. Το υλικό που εξασφαλίσθηκε χρησιμοποιήθηκε για προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εναντίον της Τουρκίας. Κανένας από τους δράστες δεν συνελήφθη.

Please follow and like us:
error0

Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’ (1913-1977)

Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’ (κοσμικό όνομα: Μιχαήλ Χριστοδούλου Μούσκος) (Πάνω Παναγιά Πάφου, 13 Αυγούστου 1913 – Λευκωσία, 3 Αυγούστου 1977) ήταν Ελληνοκύπριος επίσκοπος και πολιτικός που διατέλεσε αρχιεπίσκοπος της αυτοκέφαλης ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου από το 1950 μέχρι το θάνατό του και πρώτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας από τις 16 Αυγούστου 1960 μέχρι το θάνατό του στις 3 Αυγούστου 1977.

Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, ο ηγέτης της Κύπρου
Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος

O Μιχαήλ Χριστοδούλου Μούσκος γεννήθηκε στο ορεινό χωριό της Πάφου, Πάνω Παναγιά. Ο πατέρας του βιοποριζόταν από ένα μικρό αμπελώνα και ένα κοπάδι αιγοπροβάτων που κατείχε. Ενώ βοηθούσε τον πατέρα του στις δουλειές, φοιτούσε στο μονοθέσιο σχολείο του χωριού στο οποίο ήταν εξαιρετικός μαθητής (πήρε βαθμό 9,5 με άριστα το 10). Ο δάσκαλος έκανε εισήγηση να συνεχίσει τις σπουδές του, και επειδή η οικογένειά του ήταν φτωχή για να τον υποστηρίξει σε κάτι τέτοιο, έκανε αίτηση να ενταχθεί ως δόκιμος στην Μονή Κύκκου. Μετά από εκτενείς εξετάσεις, ο νεαρός Μούσκος έγινε δεκτός το 1926.

Εκεί, μεταξύ άλλων, υπηρετούσε τον ηγούμενο Χρυσόστομο. Ο Μιχαήλης – όπως τον φώναζαν – ήταν και ο καφετζής της μονής και καθημερινά έφτιαχνε τους καφέδες των επισκεπτών και των πατέρων. Έτρωγε όμως και πολύ ξύλο από τον Χρυσόστομο, που τον έδερνε μέχρι να τελειώσει το γυμνάσιο. Αυτό που δεν του άρεσε επάνω του ήταν ότι, αρνούνταν να αφήσει μακριά γένια και ξυριζόταν συνεχώς. Ο Μακάριος όμως, ήταν αφοσιωμένος στη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, τα αρχαία και τα γαλλικά. Η πρόοδός του ήταν τόσο μεγάλη που σε ηλικία 19 ετών, του ανάθεσαν τη διεύθυνση της σχολής του Κύκκου. Παρόλα αυτά ο νεαρός Μιχαήλης, δεν χειροτονήθηκε διάκονος όταν αποφοίτησε εξαιτίας της διαμάχης της μονής με την Αρχιεπισκοπή. Αυτό έγινε τελικά στις 7 Αυγούστου του 1938, όταν πήρε το όνομα Μακάριος Κυκκώτης. Πήρε αμέσως υποτροφία για θεολογικές σπουδές στην Αθήνα. Μαζί του όμως είχε πλέον και βιβλία για τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα, τον Γκαίτε και τον Ουγκώ. Η κατοχή τον βρήκε στην Αθήνα, όπου έμεινε κατά τη διάρκεια της και αναμείχτηκε με την αντίσταση. Υπηρέτησε ως διάκονος στον ναό της Αγίας Ειρήνης, ενώ ταυτόχρονα συνδέθηκε με Κυπρίους των Αθηνών, ανάμεσα στους οποίους εξόριστοι εθνικιστές, που επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τη μετέπειτα άποψή του για την τύχη της Μεγαλονήσου. Μετά την απελευθέρωση, χειροτονήθηκε στην Αθήνα, στις 13 Γενάρη του 1946, σε πρεσβύτερο και αμέσως χρίστηκε αρχιμανδρίτης, από το μητροπολίτη Αργυροκάστρου Παντελεήμονα. Το Σεπτέμβρη του 1946 κέρδισε υποτροφία από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών για ανώτερες θεολογικές σπουδές. Αναχώρησε με ένα σαπιοκάραβο από τη Σμύρνη για τη Βοστόνη των ΗΠΑ, όπου έφτασε μετά από περιπλάνηση δύο και πλέον μηνών. Σε όλο το ταξίδι ο Μακάριος βρισκόταν στο αμπάρι με τα κάρβουνα και μελετούσε. Στις ΗΠΑ γνωρίστηκε με τον τότε Αρχιεπίσκοπο Αθηναγόρα και η ζωή εκεί, άρχισε να του αρέσει πιο πολύ. «Αποφάσισα να μείνω 5 χρόνια και όχι 3, όπως είχε αρχικά κανονιστεί. Δεν πέρασαν όμως ούτε δύο χρόνια, όταν έλαβα τηλεγράφημα από την Κύπρο, όπου με πληροφορούσαν, πως οι κάτοικοι της περιοχής θέλουν να με εκλέξουν επίσκοπο για το θρόνο της Πάφου. Τρομοκρατήθηκα. Δεν ήθελα να φύγω από την Αμερική, ούτε να γυρίσω στην Κύπρο», έλεγε σε συνέντευξή του ο Μακάριος. Αντίπαλός του ήταν ο ηγούμενος Κύκκου, Κλεώπας, που τελικά πήρε τη Μητρόπολη. Ωστόσο, ένα χρόνο μετά και ενώ ήταν ακόμη στην Αμερική, έλαβε μέρος στις εκλογές Μητροπολιτών. Στις 8 Απριλίου του 1948, ο Μακάριος εξελέγη τελικά δεσπότης Κιτίου, σε ηλικία 35 ετών. Στα δυόμισι χρόνια που διετέλεσε Μητροπολίτης, έδειξε έντονη θρησκευτική, πατριωτική και κοινωνική δραστηριότητα. Ίδρυσε στη Λάρνακα και στη Λεμεσό φιλανθρωπικά ιδρύματα και οργανώσεις. Οργάνωσε το Γραφείο Εθναρχίας και εξέδωσε το περιοδικό «Ελληνική Κύπρος». Σταδιακά έγινε ο στενότερος συνεργάτης του γηραιού αρχιεπισκόπου Μακαρίου Β’.

Η αρχή της πολιτικής δράσης

Στις 3 Οκτωβρίου 1948, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’ εκφώνησε στη Λευκωσία, σε παγκύπριο ενωτικό συλλαλητήριο, την πρώτη πολιτική του ομιλία. Επρόκειτο για ένα δριμύ κατηγορητήριο κατά των Βρετανών αποικιοκρατών και ήταν ένα κάλεσμα αφύπνισης των Ελλήνων της Κύπρου, προς αγώνα απελευθέρωσης και ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Το 1949 εμπνεύστηκε και εισηγήθηκε στην Εκκλησία της Κύπρου τη διενέργεια δημοψηφίσματος, για να καταδειχτεί η θέληση του Κυπριακού λαού, να ενωθεί το νησί με την Ελλάδα. Σε κήρυγμα του, στις 4 Δεκεμβρίου 1949, κατά την περίοδο του Ενωτικού Δημοψηφίσματος, έλεγε: «Δεν πιστεύουμε, όπως κάνουν μερικοί προδότες και αγγλόφιλοι, πως η Ένωση θα πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της αγγλοελληνικής φιλίας. Η Ένωση δε χαρίζεται, κερδίζεται με συνεχή αγώνα». Μετά τον θάνατο του αρχιεπισκόπου Μακαρίου Β’, τo 1950, ο 37χρονος τότε Μακάριος θα εκλεγεί νέος αρχιεπίσκοπος Κύπρου. Στις 20 Οκτωβρίου του 1950, ο Μακάριος εκλέχτηκε παμψηφεί από κληρικούς και λαϊκούς αντιπροσώπους, ως ο νέος Αρχιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανής και Πάσης Κύπρου, με την προσωνυμία Μακάριος ο Γ’. Στον λόγο του, υποσχέθηκε στον λαό ότι θα εργαστεί άοκνα για την Ένωση Κύπρου-Ελλάδας.Η ενθρόνισή του έγινε την ίδια μέρα στον καθεδρικό ναό του Αγίου Ιωάννη στη Λευκωσία. Σε ηλικία 37 ετών, ήταν ο νεότερος Αρχιεπίσκοπος στην ιστορία της Ελληνικής Εκκλησίας της Κύπρου. Πλέον δεν θα ήταν μόνο ο αρχηγός της Κυπριακής Εκκλησίας, αλλά και ο εθνικός ηγέτης των Ελλήνων του νησιού.

Από Αρχιεπίσκοπος έως Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας

Ο νεαρός Αρχιεπίσκοπος στράφηκε στην ελληνική κοινή γνώμη για να στηρίξει τον αγώνα της Ενώσεως από το πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα. Ο Παπάγος δεν είχε διάθεση να συγκρουστεί με την Αγγλία, μιας και η Ελλάδα ήταν ακόμη εξασθενημένη από τον Εμφύλιο. Ωστόσο αναγκάστηκε να δραστηριοποιηθεί υπό την πίεση της κοινής γνώμης. Ωστόσο η Ελλάδα απευθύνθηκε συνολικά 5 φορές στην Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, ζητώντας την αυτοδιάθεση της Κύπρου και πάντα προσέκρουε στην αντίθεση της Μεγάλης Βρετανίας και της Τουρκίας. Ακολούθησε ο θυελλώδης αγώνας της ΕΟΚΑ το 1955 – 1959, κατά τη διάρκεια του οποίου ο Μακάριος εξορίστηκε στις Σεϋχέλλες. Κατά την διάρκεια του αγώνα, ο Μακάριος απέρριψε τόσο το σχέδιο Χάρντινγκ όσο και το σχέδιο Ράντκλιφ καθώς δεν υπήρχε σαφής οδικός χάρτης για αυτοδιάθεση. Τελικά αναγκάστηκε, μετά από αρκετές αμφιταλαντεύσεις, και προ της απειλής του Σχεδίου Μακμίλλαν που προέβλεπε διχοτόμηση της Κύπρου, να προσυπογράψει την λύση της εγγυημένης ανεξαρτησίας με τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου και επέστρεψε θριαμβευτικά στη Κύπρο.

Πρόεδρος Κύπρου

Μετά την υπογραφή των συμφωνιών έγιναν οι πρώτες εκλογές στην Κύπρο. Υποψήφιοι ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, τον οποίο υποστήριζε το νεοϊδρυθέν Ενιαίο Δημοκρατικό Μέτωπο Αναδημιουργίας (ΕΔΜΑ) στο οποίο εντάχθηκαν αρκετοί αγωνιστές της ΕΟΚΑ και ο Ιωάννης Κληρίδης (πατέρας του μετέπειτα προέδρου Γλαύκου Κληρίδη), ο οποίος ήταν επικεφαλής της Δημοκρατικής Ένωσης Κύπρου και υποστήριζε και το ΑΚΕΛ. Ο Μακάριος κέρδισε τις εκλογές με ποσοστό 66,29%.

Γενικά από την ανάληψη των καθηκόντων του στη Προεδρία της Κύπρου ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄, λόγω ακριβώς της προϊστορίας του αλλά και του ρόλου του, ειδικά στον κυπριακό αγώνα, αποτελούσε για τον ίδιο τον κυπριακό λαό αναγνωρισμένη προσωπικότητα του τότε Ελληνισμού. Το κύρος και η ηθική του επιβολή του είχαν προσδώσει διεθνή ακτινοβολία ακόμα και στον αλλόθρησκο αραβικό κόσμο. Συμμετέχοντας δε στο Κίνημα των Αδεσμεύτων, η διεθνής του αναγνώριση ήταν ακόμη περισσότερο δεδομένη ενώ ο οφειλόμενος σεβασμός στο σχήμα του αρχιεπισκόπου δεν αμφισβητούνταν.

Τελευταία χρόνια του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου

Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος επέστρεψε στην Κύπρο τον Δεκέμβριο του 1974, περίπου 4,5 μήνες μετά την διάσωση και φυγή του και 3,5 μήνες μετά την τραγωδία της Κύπρου. Εκεί του επιφυλάχθηκε παλλαϊκή υποδοχή, αφού προηγουμένως είχε διέλθει από την Αθήνα, όπου παρέμεινε για λίγες ημέρες. Στις 12 Φεβρουαρίου του 1977 συνομολογήθηκε η Συμφωνία Μακαρίου-Ντενκτάς, κατά την οποία αποδέχθηκε τη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία.

Ο Μακάριος απεβίωσε στις 3 Αυγούστου του 1977, μετά από έμφραγμα μυοκαρδίου, σε ηλικία 64 ετών.

Πηγή: https://www.mixanitouxronou.gr

Πηγή: https://el.wikipedia.org

Please follow and like us:
error0

Ο Τάσος Ισαάκ (1972-1996)

Ο Τάσος Ισαάκ (1972 – 11 Αυγούστου 1996) ήταν Ελληνοκύπριος ο οποίος δολοφονήθηκε στην διάρκεια αντικατοχικής διαδήλωσης στην περιοχή της νεκρής ζώνης, στη Δερύνεια της επαρχίας Αμμοχώστου.

Ο ήρωας Τάσος Ισαάκ
Ο Τάσος Ισαάκ

Το 1996 η Kυπριακή Oμοσπονδία Mοτοσικλετιστών οργάνωσε αντικατοχική πορεία με αφετηρία το Βερολίνο και τερματισμό την κατεχόμενη Κερύνεια. H πορεία ξεκίνησε στις 2 Aυγούστου του 1996 από την πύλη του Βρανδεμβούργου στο Βερολίνο. Oι μοτοσικλετιστές ακολούθησαν μια μεγάλη διαδρομή μέσα από χώρες της Eυρώπης για να καταλήξουν στην Kύπρο στις 10 Αυγούστου. Στην πορεία συμμετείχαν και ξένοι μοτοσικλετιστές.

Στις 11 Aυγούστου επτά χιλιάδες μοτοσικλετιστές θα πραγματοποιούσαν την αντικατοχική πορεία προς την Kερύνεια. Η Τουρκική κατοχική δύναμη απειλούσε ότι θα άνοιγε πυρ και αυτό ανησυχούσε τις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Aπό την 1η Aυγούστου η πορεία απασχολούσε το Eθνικό Συμβούλιο και τα άλλα σώματα της κυβέρνησης. Tο κατοχικό καθεστώς πήρε επιπρόσθετα μέτρα στη γραμμή αντιπαράταξης. Παράλληλα, είχαν δοθεί εντολές να πυροβολούνται όσοι επιχειρούσαν να περάσουν στα κατεχόμενα.

Oι μοτοσικλετιστές αρχικά φαίνονταν αποφασισμένοι να πραγματοποιήσουν την πορεία και να φθάσουν τελικά στην Kερύνεια, προβάλλοντας παράλληλα τη θέση ότι δεν είχαν πρόθεση να συγκρουστούν ούτε με την Aστυνομία, αλλά ούτε και με τα Hνωμένα Έθνη και ότι η πορεία τους ήταν ειρηνική. Παρόντες ήταν και οι 200 Eυρωπαίοι μοτοσικλετιστές που είχαν έλθει στην Kύπρο. Ωστόσο, μετά από συνάντηση που είχε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Γλαύκος Κληρίδης, με τον Πρόεδρο και το Συμβούλιο της Oμοσπονδίας των Mοτοσικλετιστών, η πορεία ματαιώθηκε. Όπως δήλωσε ο πρόεδρος της ομοσπονδίας, Γιώργος Xατζηκώστας, σύμφωνα με ό,τι του είχε αναφέρει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, η Κύπρος ετίθετο σε κίνδυνο με προέλαση των Tούρκων. Έτσι μια πολύ καλά οργανωμένη πορεία διαλύθηκε και μετατράπηκε σε μια ανεξέλεγκτη πορεία που κανείς δεν ήταν σε θέση να ελέγξει πλέον.

H κατάσταση ξέφυγε από τα οργανωμένα πλαίσια. Oι μοτοσικλετιστές άρχισαν να κινούνται προς διάφορες κατευθύνσεις. Tα πρώτα μικροεπεισόδια σημειώθηκαν στο ΣOΠAZ, στη Λευκωσία. Oι διαδηλωτές πέρασαν στη νεκρή ζώνη. Oι κατοχικές δυνάμεις άναψαν φωτιά για να τους απομακρύνουν. Στη Δερύνεια η κατάσταση ήταν χειρότερη, αφού άρχισαν οι συγκρούσεις για να εξελιχθούν στη συνέχεια σε δραματικές. Mοτοσικλετιστές και άλλοι διαδηλωτές βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους ένοπλους στρατιώτες της κατοχικής δύναμης αλλά και οργανωμένους Τούρκους και Τουρκοκύπριους αντιδιαδηλωτές που περιελάμβαναν και οργανωμένες ομάδες των Γκρίζων Λύκων.

O Tάσος Ισαάκ, στην προσπάθεια του να βοηθήσει έναν άλλον Eλληνοκύπριο, τον οποίο κτυπούσαν οι Tούρκοι, δέχθηκε επίθεση και έπεσε στο χώμα. Γύρω του μαζεύτηκαν μεγάλος αριθμός Τούρκων και Τουρκοκύπριων αντιδιαδηλωτών καθώς και μέλη της λεγόμενης αστυνομίας του ψευδοκράτους και άρχισαν να τον κτυπούν επανειλημμένα με πέτρες, ρόπαλα, λοστούς, μέχρις ότου αυτός εξέπνευσε. Mέλη της Eιρηνευτικής Δύναμης του ΟΗΕ, τα οποία ήταν παρόντα στην σκηνή, επέλεξαν να μην επέμβουν.

Kαθοδηγητής της δολοφονικής δράσης εναντίον του Tάσου Iσαάκ φέρεται να ήταν ο αρχηγός του παραρτήματος των Γκρίζων Λύκων στα κατεχόμενα, Mεχμέτ Aρσλάν. Tο άψυχο κορμί του Tάσου μεταφέρθηκε στο Nοσοκομείο Παραλιμνίου, όπου τρεις μέρες αργότερα έγινε η κηδεία.

Όταν ο Τάσος Ισαάκ σκοτώθηκε, άφησε πίσω του την έγκυο σύζυγό του. Ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις υπηρεσίες του προς την Ελλάδα, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να είναι ο ανάδοχος γονέας του ακόμη αγέννητου μωρού. Όταν γεννήθηκε το κοριτσάκι, βαπτίστηκε η Αναστασία από τον τότε Έλληνα Υπουργό Εξωτερικών Θεόδωρο Πάγκαλο. Η Ελληνίδα τραγουδίστρια Χάρης Αλεξίου της έχει αφιερώσει το τραγούδι “Τραγούδι του Χελιδονιού”.

Στις 24 Ιουνίου 2008 το ευρωπαϊκό δικαστήριο έκρινε ένοχη την Τουρκία για την δολοφονία Σολωμού και Ισαάκ. Σύμφωνα με το δικαστήριο, η Τουρκία κρίθηκε ένοχη για την παραβίαση του 2ου άρθρου της ευρωπαϊκής συνθήκης για τα ανθρώπινα δικαιώματα, δηλαδή δεν προχώρησε σε ενέργειες για την εύρεση των ενόχων. Επίσης εκδίκασε χρηματική αποζημίωση στην οικογένεια του Ισαάκ.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Τάσος_Ισαάκ

Please follow and like us:
error0